LJ DEVELOPERS LIMITED κ.α. ν. ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΥΤΜΕΡΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 10/2021, 27/7/2026
print
Τίτλος:
LJ DEVELOPERS LIMITED κ.α. ν. ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΥΤΜΕΡΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 10/2021, 27/7/2026

Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας

Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.

Αρ. Αγωγής: 10/2021

Μεταξύ:

1.      LJ DEVELOPERS LIMITED

2.      JIE LIU

Εναγόντων

και

1.      ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΥΤΜΕΡΙΔΗΣ

2.      ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΑΓΑΠΙΟΥ

3.      ΝΙΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

4.      ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

5.      ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

6.      N.A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LIMITED

7.      ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΟΡΝΙΩΤΗΣ

8.      ABC DOLOROU CYPRUS HOMES LTD

9.      EUROBANK CYPRUS LTD

10.   ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Εναγομένων

 

ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 06/04/2023

 

Μεταξύ:

1.          LJ DEVELOPERS LIMITED

2.          JIE LIU

Εναγόντων

και

1.          ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΥΤΜΕΡΙΔΗΣ

2.          ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΑΓΑΠΙΟΥ

3.          ΝΙΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

4.          ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

5.          ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

6.          N.A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LIMITED

7.          ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΟΡΝΙΩΤΗΣ

8.          ABC DOLOROU CYPRUS HOMES LTD

9.          EUROBANK CYPRUS LTD

10.       ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

11.       KYRIACOS OXYNOS ESTATES LIMITED

12.       ΙΩΑΝΝΗ ΟΞΥΝΟΥ

Εναγομένων

                                                                                                                                               

Ημερομηνία: 27 Ιουλίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσες – Αιτήτριες: κ.  Τριλλίδης για Πολάκη Σαρρής & Σία ΔΕΠΕ

Για Εναγόμενο 10 – Καθ’ ου η αίτηση 10: κα Χριστιάνα Χριστοδούλου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

                                                                                   

 

Ενδιάμεση Απόφαση στην Αίτηση Ημερομηνίας 21/10/2025 για Τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης

 

Η Ενάγουσα 2 είναι Κυπρία υπήκοος Κινέζικής καταγωγής και η μοναδική μέτοχος, διευθύντρια και γραμματέας της Ενάγουσας 1 εταιρείας LJ Developers Limited που δραστηριοποιείται στον τομέα ανάπτυξης γης.

 

Η απαίτηση των Εναγουσών εναντίον των Εναγομένων σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 22.12.21, είναι η ακόλουθη:

Α.  Ποσό εκ €435.000,00 για συνωμοσία προς καταδολίευση και/ή για δόλο και/ή για απάτη και/ή για ψευδείς παραστάσεις και/ή για αμέλεια οποιασδήποτε μορφής. 

Β.    Ποσό εκ €19.005,00 το οποίοι κατέβαλαν οι Ενάγοντες ως μεταβιβαστικά τέλη στο Δημόσιο την 11.4.2019 για την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου.

Γ.  Ποσό εκ €92.000,00 για αγορά συντελεστή (density) και/ή για εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και/ή λήψη αδειών και/ή ως έξοδα και/ή χρήματα τα οποία υπέστησαν οι Ενάγοντες και/ή κατέβαλαν προς τρίτους και/ή προς συνεργάτες ή προς δημόσιες αρχές για την ανάπτυξη του επίδικου ακινήτου από την 11.4.2019 και μέχρι την 2.11.2020 και/ή καταχώρηση της παρούσας αγωγής.

Δ.   Τιμωρητικές και/ή επαυξημένες και/ή επιβαρυντικές αποζημιώσεις.

 

Με αυτή την αίτηση οι Ενάγοντες-Αιτητές αιτούνται:

 

Α.                 Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται ο τίτλος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής διά της αντικατάστασης της ονομασίας της Εναγόμενης 9 από EUROBANK CYPRUS LTD με τη νέα της ονομασία σε EUROBANK LTD.

 

Β.                 Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η παράγραφος 9 της Έκθεσης Απαίτησης ώστε να περιλαμβάνονται οι ισχυρισμοί των Εναγόντων αναφορικά με την Εναγόμενη 9 ως φαίνονται με έντονους χαρακτήρες (bold):

 

Νέα παράγραφος 9: «Η Εναγόμενη 9 είναι τραπεζικό ίδρυμα εγγεγραμμένο στην Κύπρο και/ή που διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Η Εναγόμενη 9 κατά τους κρίσιμους προς την παρούσα αγωγή χρόνους ονομαζόταν EUROBANK CYPRUS LTD. Από την 01.09.2025 η Εναγόμενη 9 έχει υποκαταστήσει πλήρως την EUROBANK CYPRUS LTD σε ό,τι αφορά τα επίδικα ζητήματα. Η Ενάγουσα 2 διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς με την Εναγόμενη 9. Η Εναγόμενη 9 άνοιξε λογαριασμό επ’ ονόματι του Εναγόμενου 1 και/ή διενέργησε τραπεζικές εργασίες ή παρείχε υπηρεσίες ή διευκολύνσεις κατά την αγοραπωλησία και/ή μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου χωρίς να τηρήσει και/ή τηρώντας πλημμελώς τη δέουσα διαδικασία διακρίβωσης των στοιχείων και/ή ιδιοτήτων και/ή οικονομικών πόρων του Εναγόμενου 9 και/ή ενεργώντας αμελώς και/ή κατά παράβαση των υποχρεώσεων της προς τις Ενάγουσες ή το καταναλωτικό κοινό εν γένει και/ή χωρίς να τηρήσει και/ή τηρώντας πλημμελώς τη διαδικασία γνωστή ως KYC (“Know Your Client”) και/ή διευκόλυνε και/ή προκάλεσε εκουσίως ή ακουσίως την εξαπάτηση και/ή καταδολίευση των Εναγουσών από τον Εναγόμενο 1 και/ή τους συνεργούς αυτού μέσω των τραπεζικών διευκολύνσεων ή υπηρεσιών που προσέφερε.

 

Γ.                  Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η παράγραφος 10 της Έκθεσης Απαίτησης ώστε να περιλαμβάνονται οι ισχυρισμοί των Εναγόντων αναφορικά με τον Εναγόμενο 10 ως φαίνονται με έντονους χαρακτήρες (bold): 

 

Νέα παράγραφος 10: Ο Εναγόμενος 10 ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως νόμω υπόλογος των κρατικών και/ή δημοσίων λειτουργών και/ή αξιωματούχων ή υπηρεσιών ή φορέων ή τμημάτων και ειδικότερα του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και/ή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και/ή του Τμήματος Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών και/ή του Εφόρου Φορολογίας και/ή του Κοινοτάρχη Ενορίας Αγίου Θεοδώρου Πάφου καθότι εκουσίως ή ακουσίως, δολίως ή αμελώς, συνέδραμαν στην εξαπάτηση και/ή στην καταδολίευση και/ή στην παραπλάνηση και/ή στην οικονομική ζημία των Εναγουσών από τον Εναγόμενο 1 και/ή τους συνεργούς αυτού αφού δεν έλεγξαν δεόντως και/ή ως όφειλαν ό,τι απαιτούνταν από τον Εναγόμενο 1 και/ή από τις θέσμιες διαδικασίες ώστε η αγοραπωλησία και/ή μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου να γίνει νομίμως και/ή νομοτύπως και/ή ορθώς και/ή αμέμπτως και, εν πάση περίπτωση, χωρίς τον κίνδυνο ή την πιθανότητα εξαπάτησης του αγοραστή ή του πωλητή ή τρίτου και χωρίς τον κίνδυνο ή την πιθανότητα ακύρωσης της μεταβίβασης και/ή διά των πράξεων ή παραλείψεών τους προκάλεσαν οικονομική ζημία στις Ενάγουσες και/ή εξέθεσαν τις Ενάγουσες σε αστικές ευθύνες και/ή σε ποινικό καταλογισμό.

 

Δ.                  Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιούνται οι παράγραφοι 26 και 46 της Έκθεσης Απαίτησης ώστε να περιλαμβάνονται οι κάτωθι ισχυρισμοί των Εναγόντων αναφορικά με τον Εναγόμενο 10 ως φαίνονται με έντονους χαρακτήρες (bold):

 

Νέα παράγραφος 26: Η μεταβίβαση του επίδικου τεμαχίου έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας κατά ή περί την 11.4.2019. Κατά τη διάρκειά της -η οποία κράτησε μερικές ώρες- ήταν παρούσα η Ενάγουσα 2 μαζί με τον Όξινο ο οποίος πηγαινοερχόταν, το ίδιο κι ο Φώτης Παύλου. Ο Εναγόμενος 1 ήταν επίσης παρών και ο Εναγόμενος 2 ήταν επίσης εκεί κατά διαστήματα. Κατά ή πριν την μεταβίβαση υπάλληλος και/ή λειτουργός και/ή εκπρόσωπος του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ζήτησε από τον Εναγόμενο 3 να προσκομίσει «Βεβαίωση» ταυτοπροσωπίας της πωλήτριας Αμαλίας Αντωνιάδου καθότι το επώνυμο και/ή η υπογραφή της πωλήτριας διέφερε από αυτό που ήταν καταχωρημένο στο σύστημα του Κτηματολογίου. Ακολούθως, ο Εναγόμενος μετά την πάροδο ορισμένων ημερών προσκόμισε «Βεβαίωση» από τον Κοινοτάρχη Ενορίας Αγίου Θεοδώρου Πάφου ότι η Αμαλία Λάμπρου Αντωνιάδη με [ ] είναι το ίδιο πρόσωπο με την Αμαλία Λάμπρου Λαμπύρη, βεβαίωση την οποία το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας έκανε δεκτή και προχώρησε στη μεταβίβαση του επίδικου.

 

Νέα παράγραφος 46: Πέρα και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι 4, 9, 10, 11 και 12 επέδειξαν αμέλεια και/ή πλημμέλεια και/ή αδιαφορία αφού αποδέχθηκαν χωρίς κανένα έλεγχο τα ψευδή στοιχεία που παρουσίασε σε αυτούς και/ή που προήλθαν από τον Εναγόμενο 10 ή κατά παραγγελία του, ο Εναγόμενος 1 και/ή ο Εναγόμενος 3 και/ή άλλα πρόσωπα κατά την διενέργεια των πράξεων καταδολίευσης των Εναγουσών και/ή άλλων προσώπων και πιο συγκεκριμένα ότι:

 

(i)            Δεν έλεγξαν την γνησιότητα του Πληρεξούσιου Έγγραφου και/ή την γνησιότητα της ταυτότητας της Αμαλίας Αντωνιάδου που τους παρουσίασε ο Εναγόμενος 1 ως ανωτέρω αναφέρεται.

 

(ii)          Δεν έλεγξαν την γνησιότητα της φερόμενης ως υπογραφής της Αμαλίας Αντωνιάδου επί του Πληρεξουσίου Εγγράφου και/ή της ταυτοποίησης και/ή υπογραφής του Εναγόμενου 1.

 

(iii)         Παρέλειψαν να διακριβώσουν κατά την μεταβίβαση του επίδικου ή κατά τη λήψη χρημάτων από τον Εναγόμενο 1 ή εκ μέρους του εάν ο Εναγόμενος 1 ορθώς και/ή νομίμως και/ή δεόντως δικαιούνταν να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της Αμαλίας Αντωνιάδου και/ή να λαμβάνει αντ’ αυτής ή εκ μέρους της ωφελήματα και/ή να διενεργεί αντ’ αυτής ή εκ μέρους της πράξεις που επιφέρουν έννομα αποτελέσματα.

 

(iv)         Γενικώς ενήργησαν με πλημμέλεια και/ή αδιαφορία και/ή αμέλεια και/ή κατά παράβαση των καθηκόντων και υποχρεώσεών τους και/ή κατά των δικαιωμάτων των Εναγουσών και/ή άλλων προσώπων. 

 

(v)          Εξέδωσαν και/ή υπέγραψαν Βεβαίωση ταυτοπροσωπίας της πωλήτριας του επίδικου με άλλο πρόσωπο χωρίς αυτή η Βεβαίωση να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή γνωρίζοντας πως αυτή δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και/ή χωρίς να είναι πράγματι σε θέση να βεβαιώσουν κάτι τέτοιο και/ή χωρίς να έχουν δικαιοδοσία ή εξουσία ή γνώση για να εκδώσουν βεβαίωση με το τέτοιο περιεχόμενο.

 

(vi)        Ζήτησαν και/ή απαίτησαν και/ή αποδέχτηκαν από αναρμόδιο και/ή ακατάλληλο και/ή άσχετο και/ή τυχαίο και/ή ύποπτο πρόσωπο, ήτοι τον Εναγόμενο 3 να αναλάβει να προσκομίσει Βεβαίωση ταυτοπροσωπίας της πωλήτριας ενώ είχαν ήδη διαπιστώσει πως το επώνυμο της πωλήτριας επί του πληρεξουσίου διέφερε από αυτό που ήταν καταχωρημένο στο μηχανογραφημένο σύστημα του Κτηματολογίου.

 

(vii)       Αν και γνώριζαν πως 3 μήνες πριν την αγοραπωλησία και/ή μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, στο πλαίσιο επιχείρησης μεταβίβασης του επιδίκου και πάλι στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας με το ίδιο πληρεξούσιο, είχε παρατηρηθεί ανωμαλία και/ή ύποπτη διαφοροποίηση μεταξύ των υπογραφών της φερόμενης ως πωλήτριας που υπήρχαν στο αρχείο του Κτηματολογίου και ενώ τους είχε υποδειχθεί το ίδιο πληρεξούσιο και ενώ γνώριζαν πως η τότε επιχειρούμενη μεταβίβαση σταμάτησε απότομα με την υπόδειξη ακριβώς τούτης της ανωμαλίας, εντούτοις δεν επέδειξαν την αναμενόμενη επιμέλεια στην καινούργια και εξίσου ύποπτη επιχείρηση εξαπάτησής τους η οποία λόγω της αμέλειας τους και/ή της συνδρομής τους επέτυχε.

 

(viii)     Επέτρεψαν και/ή ανέχθηκαν και /ή ενέκριναν την μεταβίβαση του επίδικου ακίνητου επί ενός ψευδούς και/ή ανεπαρκούς και/ή παράτυπου εγγράφου με τίτλο Βεβαίωση που ταυτοποιούσε ψευδώς την πωλήτρια με άλλο πρόσωπο και την οποία Βεβαίωση ζήτησε το Κτηματολόγιο αυθαίρετα και/ή επιπόλαια και/ή παράτυπα και δη από ακατάλληλο πρόσωπο και την οποία Βεβαίωση συνέταξε κρατικός λειτουργός με ψευδές περιεχόμενο και η οποία έγινε αποδεκτή από το Κτηματολόγιο. 

 

Ε.                 Διά της διαγραφής της υφιστάμενης παραγράφου 44 της Έκθεσης Απαίτησης η οποία καταγράφει ξεπερασμένα γεγονότα και την αντικατάστασή της με την νέα παράγραφο 44 ως εξής:

 

Νέα παράγραφος 44: Η διερεύνηση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε, ο Εναγόμενος 1 συνελήφθη στην Ελλάδα και εκδόθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία, ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, καταχωρήθηκε η Ποινική υπόθεση με Αρ. 17296/2020 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία εκδόθηκε απόφαση κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στις 4.8.2025 με την οποία ο Εναγόμενος 1 κρίθηκε ένοχος σε 5 διαφορετικές κατηγορίες και στις 8.8.2025 του επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης οι Ενάγουσες επιφυλάσσονται να αναφερθούν στα πιο πάνω κατά τη δικάσιμο και να προσκομίσουν μαρτυρία για την εν λόγω υπόθεση.

 

Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 29 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), στη Δ.9 Θ. 1, 4-7, 10 και 11, την Δ.25 Θ.1-6, την Δ.39 Θ.1-4 και 15 και την Δ.48 Θ.1-9, 12 και 13, Δ.64 Θ.1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές τις επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και στη συνημμένη Ένορκη Δήλωση της Ευγενίας Γεωργίου, δικηγόρου η οποία  συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Πολάκης Σαρρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων των Εναγόντων-Αιτητών (εφεξής «οι Αιτητές»). Δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ως αναφέρει, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσας αγωγής από μελέτη του φακέλου αλλά και από πληροφορίες που έλαβε από τους Αιτητές καθώς και από τον δικηγόρο που χειρίζεται εκ μέρους των Αιτητών την παρούσα υπόθεση. Όπου δεν γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά αναφέρει την πηγή των γνώσεων της. Εξηγεί γιατί προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση και όχι κάποιος εκ των Αιτητών.

 

Με την παρούσα Αίτηση, οι Αιτητές ζητούν την τροποποίηση του ονόματος της Εναγόμενης 9. Τούτο κατέστη πρόσφατα απαραίτητο καθώς η εν λόγω τράπεζα άλλαξε πρόσφατα καθεστώς. Προσκομίζει ως Τεκμήριο 1 δημοσίευση ημερ.5.8.2025 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας όπου φαίνεται η τότε Εναγόμενη 9 απορροφάται από την Hellenic Bank Public Company Ltd και ως Τεκμήριο 2 πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος της τελευταίας σε Eurobank Ltd ημερ.2.9.2025.

 

Για τις υπόλοιπες αιτούμενες τροποποιήσεις αναφέρει τα εξής: Πρόκειται για γεγονότα που ήρθαν σε γνώση τους μετά την έκδοση απόφασης στην ποινική υπόθεση που καταχώρησε η Δημοκρατία με κατηγορούμενο τον Εναγόμενο 1, στις 4.8.2025. Επισυνάπτεται αντίγραφο της απόφασης ως Τεκμήριο 4. Από τη μαρτυρία που δόθηκε, από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προέκυψαν στοιχεία και γεγονότα τα οποία ήταν παντελώς άγνωστα στις Ενάγουσες και τα οποία δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν καθότι βρίσκονταν έξω από τον έλεγχο τους. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τη μεταβίβαση του επίδικου ακίνητου προέκυψε από την απόφαση πως ζητήθηκε από το Κτηματολόγιο η προσκόμιση μιας «βεβαίωσης Ταυτοπροσωπίας» της Αμαλίας Αντωνιάδου. Η εν λόγω βεβαίωση ζητήθηκε -για άγνωστο σε αυτούς λόγο- από τον Εναγόμενο 3 και η εν λόγω βεβαίωση δόθηκε -και πάλι για άγνωστο σε αυτούς λόγο- από τον Κοινοτάρχη Ενορίας Αγίου Θεοδώρου Πάφου. Επισυνάπτεται αντίγραφο της εν λόγω βεβαίωσης ως Τεκμήριο 5.

Η εν λόγω Βεβαίωση περιέχει ψευδή δήλωση. Ο Κοινοτάρχης Ενορίας Αγίου Θεοδώρου Πάφου είναι πρόσωπο που διορίζεται -και στους κρίσιμους χρόνους είχε διορισθεί- από τον Υπουργό Εσωτερικών δυνάμει του άρ.17 του περί Κοινοτήτων Νόμου Ν.86(Ι)/1999 και αποτελεί κρατικό αξιωματούχο, εξ ου και η πλευρά τους  θεωρεί πως ευθύνη για τις ενέργειες του έχει ο Εναγόμενος 10. Ο συγκεκριμένος που υπογράφει τη Βεβαίωση, ονόματι Ανδρέας Κόκκινος, είχε διορισθεί, όπως τουλάχιστον προκύπτει από την ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, στις 7.3.2017. Επισυνάπτεται η σχετική ανακοίνωση ως Τεκμήριο 6. Είναι φανερό, σύμφωνα με την ομνύουσα,  πως αυτές οι πτυχές της υπόθεσης, που μέχρι πρότινος δεν ήταν γνωστές στις Ενάγουσες, καθιστούν απαραίτητη την συμπερίληψη των γεγονότων αυτών στην παρούσα αγωγή. Οι Ενάγουσες έχουν και προωθούν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 10 για αμέλεια κατά τη διεξαγωγή των εργασιών των λειτουργών και ή υπαλλήλων και ή αξιωματούχων που συμμετείχαν στη διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου αφού δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα για να αποφευχθεί η καταδολίευση των Εναγουσών από τον Εναγόμενο 1 και ή τους συνεργάτες του.

 

Είναι η θέση τους ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν επηρεάζουν δυσμενώς οποιοδήποτε δικαίωμα των Εναγομένων και δεν προκαλούν οποιαδήποτε ζημιά στις θέσεις τους αφού είτε πρόκειται για τυπικό ζήτημα εταιρικής συγχώνευσης και μετονομασίας είτε πρόκειται για γεγονότα που προκύπτουν από την απόφαση ημερ. 4.8.2025 και τα οποία είναι ήδη γνωστά στον Εναγόμενο 10.

 

Ο Εναγόμενος 10- Καθ΄ ου η Αίτηση 10 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση των Εναγόντων – Αιτητών, αναφορικά με τα αιτητικά Γ-Ε Όλοι οι υπόλοιποι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν την αίτηση χωρίς ένσταση.

 

Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στη Δ.1, Δ.2, Δ.5, Δ.9 Θ. 1 και Θ. 10, Δ.12 Θ. 1-5, Δ.19, Δ.20, Δ.25, Δ.39, Δ.48 Θ. 1-4, 6, 8 και 9, Δ.50, Δ.51, Δ.57, Δ.63 και Δ.64, στα άρθρα 23, 30 και 146 του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου ως και στην σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Οι λόγοι ένστασης είναι, αυτούσιοι οι ακόλουθοι:

 

1.    Οι Ενάγοντες – Αιτητές με την παρούσα Αίτησή τους για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησής τους επιδιώκουν τη δημιουργία νέων ισχυριζόμενων αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον του Εναγομένου 10 – Καθ’ ού η Αίτηση και όχι την τροποποίηση της παρούσας αγωγής.

 

2.    Το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως τα νέα ισχυριζόμενα αγώγιμα δικαιώματα που οι Ενάγοντες – Αιτητές επιδιώκουν να εισάξουν εκδικαστούν στο πλαίσιο νέας αγωγής, καθότι δεν μπορούν να συνεκδικαστούν με τα ήδη εγειρόμενα στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής, ως έχει, ούτε έχει δοθεί οποιαδήποτε επαρκής αιτιολογία που να δικαιολογεί τη συνεκδίκαση.

 

3.    Με την παρούσα αίτηση αυτό που ουσιαστικά επιδιώκεται είναι η δημιουργία νέων ισχυριζόμενων αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον του Εναγομένου 10, αφού από τα υφιστάμενα δικόγραφα των Εναγόντων – Αιτητών δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε βάση και/ή αιτία αγωγής εναντίον του.

 

4.    Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της Δ.25 Θ.1(3) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθότι δεν πρόκειται για εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος ούτε για νέα δεδομένα που προέκυψαν μεταγενέστερα.

 

5.    Το γεγονός επί του οποίου βασίζεται η αιτούμενη τροποποίηση, ήτοι η ύπαρξη της σχετικής βεβαίωσης, ήταν ήδη υπαρκτό κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής και δεν συνιστά νέο στοιχείο.

 

6.    Είναι ανεπίτρεπτο να επιτρέπεται τροποποίηση προς εισαγωγή γεγονότων και/ή βάσεων αγωγής που ήταν γνωστά και υπαρκτά κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής αλλά δεν περιλήφθηκαν στην αρχική δικογραφία.

 

7.    Σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, η οποία αποσκοπεί στην εισαγωγή νέων ισχυρισμών και/ή νέων επίδικων θεμάτων, θα επέλθει εκτροχιασμός της δικαστικής διαδικασίας, καθότι θα απαιτηθεί εκ νέου τροποποίηση όλων των δικογράφων και η ακροαματική διαδικασία θα διαφοροποιηθεί ουσιωδώς από αυτήν που θα διεξαγόταν με βάση την υφιστάμενη δικογραφία.

 

8.    Δεν δίνεται οποιαδήποτε ικανοποιητική ή επαρκής εξήγηση για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης ούτε έχει καταδειχθεί λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων.

 

9.    Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία ούτε για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων ούτε για τη διατύπωση των θέσεων των Εναγόντων ούτε για τη διαλεύκανση των αμφισβητούμενων ζητημάτων μεταξύ των διαδίκων.

 

10.   Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης, αφού οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε από την ποινική απόφαση ημερομηνίας 04/08/2025, ενώ η αίτηση καταχωρήθηκε την 21/10/2025, ήτοι σχεδόν τρεις (3) μήνες μετά, χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε επαρκής εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή.

 

11.   Περαιτέρω και/ή άνευ βλάβης των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί των Εναγόντων που αφορούν τον Κοινοτάρχη δεν θεμελιώνουν οποιαδήποτε ευθύνη του Εναγομένου 10.

 

12.   Σύμφωνα με το άρθρο 103 του περί Κοινοτήτων Νόμου, το Κοινοτικό Συμβούλιο αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα, η οποία ενάγει και ενάγεται υπό την επωνυμία της.

 

13.      Ο Εναγόμενος 10 (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας) δεν εκπροσωπεί τον Κοινοτάρχη ή/και το Κοινοτικό Συμβούλιο και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του.

 

14.   Τυχόν απόρριψη της αίτησης δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στους Ενάγοντες, οι οποίοι, εάν θεωρούν ότι έχουν άλλα δικαιώματα, δύνανται να τα προωθήσουν στο πλαίσιο νέας αγωγής.

15.   Αντιθέτως, τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει σοβαρή αδικία και δικονομική βλάβη στον Εναγόμενο 10, καθότι θα δημιουργηθεί σύγχυση ως προς τη βάση της απαίτησης και την υπόθεση που καλείται να αντιμετωπίσει.

 

16.   Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.25 Θ.1(3) για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και δεν συντρέχουν περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων.

 

17.   Η παρούσα Αίτηση και/ή οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι πιεστικές (oppressive) και/ή καταχρηστικές (abuse of process).

 

18.   Το σύνολο των περιστάσεων και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλουν όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ του Εναγομένου 10 και όπως η Αίτηση απορριφθεί καθ’ ο μέρος αφορά αυτόν.

 

19.   Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των πιο πάνω, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε επιτρέψει την τροποποίηση, όλα τα έξοδα της Αίτησης και τα έξοδα που θα απωλεσθούν συνεπεία της τροποποίησης θα πρέπει να επιδικασθούν υπέρ του Εναγομένου 10.

 

Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου καθώς και στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Τώνιας Μενοίκου, δικηγόρου της Δημοκρατίας στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας η οποία έχει γνώση της υπόθεσης από τον φάκελο αυτής, από έγγραφα που έχουν περιέλθει εις γνώση της και από πληροφορίες και οδηγίες που έλαβε από τη συνάδελφο της που χειρίζεται την υπόθεση. Δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο 10 να προβεί στην ένορκη δήλωση.

 

Σύμφωνα με την ομνύουσα η παρούσα αίτηση τροποποίησης δεν αποσκοπεί σε απλή διόρθωση ή αποσαφήνιση, αλλά στην εισαγωγή νέων ισχυρισμών και ή νέας βάσης αγωγής εναντίον του Εναγομένου 10. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις της Δ.25 Θ.1(3) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθότι δεν πρόκειται για εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος ούτε για νέα δεδομένα που προέκυψαν μεταγενέστερα. Το γεγονός επί του οποίου βασίζονται οι Ενάγοντες για την αιτούμενη τροποποίηση, ήτοι η ύπαρξη σχετικής βεβαίωσης, ήταν ήδη υπαρκτό και γνωστό κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής και δεν συνιστά νέο στοιχείο. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση συνιστά προσπάθεια εκ των υστέρων ενίσχυσης και ή αναδιαμόρφωσης της υπόθεσης των Εναγόντων.

 

Περαιτέρω, είναι η θέση της ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης τροποποίησης, αφού οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση από την ποινική απόφαση ημερομηνίας 04/08/2025, ενώ η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 21/10/2025, ήτοι σχεδόν τρεις (3) μήνες μετά, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση.

 

Περαιτέρω, με  την προτεινόμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέων πραγματικών περιστατικών και ή ισχυρισμών που μεταβάλλουν ουσιωδώς τη φύση της αγωγής έναντι του Εναγομένου 10. Οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να εισαχθούν δεν συνδέονται με την αρχική βάση της αγωγής και δεν μπορούν να συνεκδικαστούν με τα ήδη εγειρόμενα ζητήματα. Σύμφωνα με τη θέση της οποιαδήποτε τέτοια αξίωση, εάν υφίσταται, θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο νέας αγωγής.

 

Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων που αφορούν τον Κοινοτάρχη δεν θεμελιώνουν οποιαδήποτε ευθύνη του Εναγομένου 10. Σύμφωνα με το άρθρο 103 του περί Κοινοτήτων Νόμου, το Κοινοτικό Συμβούλιο αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα, η οποία ενάγει και ενάγεται υπό την επωνυμία της. Ο Εναγόμενος 10 (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας) δεν εκπροσωπεί τον Κοινοτάρχη ή και το Κοινοτικό Συμβούλιο και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε ευθύνη ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του.

 

Προσθέτει ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, θα προκληθεί σοβαρή δικονομική βλάβη στον Εναγόμενο 10, καθότι θα απαιτηθεί νέα και διαφορετική υπεράσπιση και θα μεταβληθεί ουσιωδώς το αντικείμενο της διαφοράς. Αντιθέτως, τυχόν απόρριψη της Αίτησης δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στους Ενάγοντες, οι οποίοι δύνανται να προωθήσουν οποιαδήποτε νέα δικαιώματα σε ξεχωριστή αγωγή.

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα. Έχω θέσει ενώπιον μου όσα ανέφεραν και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Η Δ.25 θ.1, όπως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα:

 

«1. (1) Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη:

Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ αυτών.

 

(2) Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη:

 

Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, τροποποιημένη απάντηση, όπου χρειάζεται.

 

Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.

 (3) Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»

 

Υπό το φως των πιο πάνω, διαφαίνεται ότι η παλαιότερη νομολογία, που αφορούσε αιτήσεις εκδικασθείσες με βάση την παλαιά Δ.25 θα μπορούσε να έχει περιορισμένη χρησιμότητα καθ' όσον αφορά την εφαρμογή της νέας Δ.25.  Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 14/12/2021 στην αγωγή 1379/18 Ε.Δ. Λευκωσίας (Χ.Β. Χαραλάμπους Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε):

 

«Αναμφίβολα η νέα Δ.30 έχει εισαγάγει μια εντελώς νέα διαδικασία όσον αφορά την εκδίκαση αστικών υποθέσεων και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η Έκδοση, Τόμος 11, παρ. 33 σε σχέση με τους τότε νεοεισαχθέντες Civil Procedure Rules (CPR 1998), "The effect of this provision is that previous case law, authorities and other legal material will not usually be applied but are, at most, only persuasive in interpreting and giving effect to the new provisions. This new code has the overriding objective of enabling the court to deal with cases justly."

 

Κατ' αναλογίαν δε, προς ό,τι αναφέρεται σε άλλο σημείο του εν λόγω συγγράμματος (παρ.34) σημειώνεται πως το Δικαστήριο πρέπει να έχει συνεχώς υπόψιν τον πρωταρχικό σκοπό ενόσω εξασκεί οποιαδήποτε εξουσία η οποία χορηγείται από τις νέες διαταγές ή όταν ερμηνεύει οποιοδήποτε κανονισμό αυτών, στοιχείο το οποίο προνοείται και στην ημεδαπή Δ.30 κ.9. Η πρόνοια αυτή αφορά και τις αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων, όπως έχει αναγνωριστεί στη Strongway Nominees Ltd v. Pallett (2000) All E.R. (D) 314.»

 

Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι, όπως νομολογιακά ίσχυε κατά την εφαρμογή της «παλαιάς» Δ.25, έτσι και στη βάση της νέας, κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης.  Όπως τονίστηκε στην Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1) (1990) 1 AAΔ 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Τα πιο πάνω προκύπτουν και από το λεκτικό της πρόνοιας της Δ.25 Θ.5 σύμφωνα με την οποία «Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται με ή εξαρτάται από τη διαδικασία».

 

Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά τις 1.1.2016, και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες δυνάμει των προνοιών της Δ.30  συνεπώς εφαρμόζεται η Δ.25 θ.1.(3) η οποία διέπει το θέμα της τροποποίησης μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες.

 

Από το λεκτικό της Δ.25 θ.1.(3) προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση την τροποποίηση που σκοπεί στη διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που η τροποποίηση είναι αναγκαία, λόγω του ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση. Αναμφισβήτητα η νέα Δ.25 θ.1(3) συνιστά παρέκκλιση από την μέχρι τώρα αποκρυσταλλωθείσα από τη νομολογία μας αρχή σύμφωνα με την οποία η τροποποίηση δικογράφου μπορούσε να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εκτός στις περιπτώσεις εκείνες που θα προκαλούσε βλάβη στα δικαιώματα του αντιδίκου, η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. (Ikos CIF Ltd v Coward κ.α. (2014) 1 Α.Α.Δ.663). 

 

Σκοπός της νέας Δ.25 και της νέας Δ.30 είναι να σταματήσουν οι ανεξέλεγκτες τροποποιήσεις δικογράφων επιβάλλοντας στους συντάξαντες τα δικόγραφα πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια και περιορίζοντας ουσιαστικά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε αιτήματα τροποποίησης. Στην ενδιάμεση απόφαση της στην αγωγή 813/2017 Οδυσσέως ν. Σ.Κ.Τ., ημερ. 30/12/2019, η Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) ακολούθησε την ακόλουθη προσέγγιση :

 

«Η νέα Δ.25 και Δ.30 αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων με τα περιθώρια άσκησης από πλευράς Δικαστηρίου διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης να είναι ιδιαίτερα περιορισμένα. Η εν λόγω προσέγγιση συνάδει και με την αρχή της υψίστης σημασίας στόχευση (overriding principle) που φαίνεται να καθοδηγεί το πλαίσιο εφαρμογής της νέας Δ.25 και Δ.30.Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων απαιτεί από όλους να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη των αναγκαίων στα δικόγραφά τους.»

 

Η παρούσα αίτηση προωθείται στην βάση νέων δεδομένων, μη υπαρκτών κατά την καταχώρηση της δικογραφίας Συγκεκριμένα, στην ποινική υπόθεση  με αρ.17296/2022 του Ε.Δ. Λευκωσίας εκδόθηκε στις 4.8.2025  μετά από ακροαματική διαδικασία απόφαση με την οποία κρίθηκε ένοχος ο Εναγόμενος 1 και στις 8.8.2025 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης. Από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αλλά και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προέκυψαν στοιχεία και γεγονότα τα οποία ήταν μέχρι εκείνη τη στιγμή άγνωστα. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τη μεταβίβαση του επίδικου ακίνητου προέκυψε πως είχε ζητηθεί από το Κτηματολόγιο η προσκόμιση μιας «Βεβαίωσης Ταυτοπροσωπίας» της Αμαλίας Αντωνιάδου. Λειτουργός του Κτηματολογίου ζήτησε την εν λόγω Βεβαίωση από τον Εναγόμενο 3 και η εν λόγω Βεβαίωση δόθηκε από τον Κοινοτάρχη Ενορίας Αγίου Θεοδώρου Πάφου. Η Βεβαίωση περιέχει, κατά τη κρίση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην πιο πάνω απόφαση ψευδή δήλωση. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την έκδοση της Βεβαίωσης, οι Ενάγουσες θεωρούν πως είναι κρίσιμα για την παρούσα υπόθεση και επιθυμούν να τα θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Κοινοτάρχης Ενορίας Αγίου Θεοδώρου Πάφου είναι πρόσωπο που είχε διορισθεί από τον Υπουργό Εσωτερικών δυνάμει του άρ.17 του περί Κοινοτήτων Νόμου Ν.86(Ι)/1999 και ήταν κρατικός αξιωματούχος. Ο συγκεκριμένος Κοινοτάρχης που υπογράφει τη Βεβαίωση, είχε διορισθεί, όπως προκύπτει από την ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, στις 7.3.2017.  Σύμφωνα με τις αιτήτριες οι πιο πάνω πτυχές τις υπόθεσης δεν υπήρχαν όταν καταχωρείτο η αγωγή. Επιπλέον, δεν μπορούσαν να είναι γνωστές πριν την έκδοση της απόφασης στην ποινικής υπόθεσης.

 

Εκ μέρους του Καθ’ ου η αίτηση, μέσω της αγόρευσης του προωθήθηκαν μόνο οι λόγοι ένστασης που αφορούν ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της Δ.25 Θ.1(3) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθότι δεν πρόκειται για εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος ούτε για νέα δεδομένα που προέκυψαν μεταγενέστερα. Προβλήθηκε η θέση ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αιτούμενη τροποποίηση δεν συνιστούν γεγονότα που δημιουργήθηκαν μετά την καταχώρηση της αγωγής αφού, αφενός, η σχετική βεβαίωση, καθώς και τα περιστατικά που οι Ενάγοντες επιχειρούν τώρα να εισαγάγουν στη δικογραφία τους προς ενίσχυση ή αναδιαμόρφωση της υπόθεσης τους, ήταν ήδη υπαρκτά κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής και, αφετέρου, ακόμη και αν οι Ενάγοντες δεν τα γνώριζαν αυτό δεν αρκεί για να τα καταστήσει «νέα δεδομένα» υπό την έννοια της Δ.25 Θ.1(3).

 

Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητριών ο οποίος εισηγήθηκε ότι σημασία δεν έχει αν η Βεβαίωση υπήρχε κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής – σημασία έχει αν τα δεδομένα που την περιβάλλουν και ζητούνται να προστεθούν υπήρχαν κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Εφόσον η Ποινική Υπόθεση -στο πλαίσιο της οποίας δόθηκε η μαρτυρία η οποία έφερε στο φως τα όσα ζητούνται να προστεθούν με τα Αιτητικά υπό (Γ) και (Δ) καταχωρήθηκε το 2022 τότε είναι φανερό πως αυτά τα δεδομένα δεν υπήρχαν το 2021 όταν εγέρθηκε η αγωγή. Πριν δοθεί η μαρτυρία της λειτουργού του Κτηματολογίου (Μ.Κ.7) και του Κοινοτάρχη (Μ.Κ.19) στην Ποιν.Υπ.17296/2022 αυτά που είπαν στην ποινική διαδικασία δεν ήταν υπαρκτά.

 

Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι η ένορκη δήλωση στην ένσταση του Καθ’ ου η αίτηση επισημαίνει ότι  η ύπαρξη της επίδικης βεβαίωσης, ήταν ήδη υπαρκτό και γνωστό γεγονός  κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής αλλά δεν επεκτείνει τη γνώση των Αιτητριών στα περιστατικά που την περιβάλλουν, παρά την σχετική αναφορά στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του. Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση δεν αμφισβήτησε την αναφορά στην ένορκη δήλωση των Αιτητριών ότι τα όσα ζητούνται να προστεθούν στις νέες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης είναι γεγονότα που προέκυψαν στην ποινική διαδικασία και ότι οι πληροφορίες δεν υπήρχαν όταν καταχωρήθηκε η αγωγή.

 

Με τα πιο πάνω ως υπόβαθρο κρίνω ότι τα όσα διαπιστώθηκαν και έγιναν αποδεκτά από το ποινικό Δικαστήριο στην απόφαση στην πιο πάνω ποινική υπόθεση, και περιβάλλουν την έκδοση του δεδομένου της βεβαίωσης  αδιαμφισβήτητα συνιστούν νέα και διαμορφωμένα δεδομένα, τα οποία δεν ήταν υπαρκτά κατά την καταχώριση της αγωγής ή δεν ήταν σε γνώση των Αιτητριών πριν την καταχώρηση του δικογράφου τους. Επομένως οι Αιτήτριες   κατάφεραν να αποδείξουν ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει εντός της δεύτερης προϋπόθεσης της Δ.25 θ.1.(3).

 

Προς απάντηση των ισχυρισμών του Καθ’ ου η Αίτηση 10 περί ύπαρξης της "Βεβαίωσης Ταυτοπροσωπίας" από τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, επισημαίνεται ότι η ουσία των προτεινόμενων τροποποιήσεων δεν εξαντλείται στην απλή εισαγωγή ενός προϋπάρχοντος εγγράφου, αλλά αφορά την εισαγωγή των ουσιαστικών ευρημάτων, της αξιολόγησης και της Δικαστικής κρίσης όπως αυτά αποκρυσταλλώθηκαν με την ολοκλήρωση της Ποινικής Υπόθεσης. Τα διαπιστωμένα αυτά Δικαστικά ευρήματα δεν υπήρχαν ούτε ήταν δυνατόν να αντληθούν ως βέβαια δεδομένα κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αγωγής το έτος 2021. Συνεπώς, δεν πρόκειται για εκ των υστέρων ανακάλυψη υφιστάμενων γεγονότων ή εγγράφων, αλλά για ουσιώδη νέα δεδομένα που προέκυψαν μεταγενέστερα και καθιστούν δικαιολογημένη και αναγκαία την αιτούμενη τροποποίηση προς τον σκοπό της πλήρους και ολοκληρωμένης προβολής των ισχυρισμών των αιτητριών.

 

Για σκοπούς πληρότητας και παρά το γεγονός ότι οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης δεν έχουν προωθηθεί από τον Καθ’ ου η αίτηση, σημειώνω ότι δεν θεωρώ ότι ευσταθεί η  εισήγηση της συνηγόρου του Καθ’ ου η αίτηση για αλλαγή της βάσης της  αγωγής αφού η εισαγωγή των αιτουμένων τροποποιήσεων δεν θα μετατρέψει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ουσία, τη φύση ή το χαρακτήρα της αγωγής. Σημειώνω συναφώς ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν εξειδικεύεται αυτός ο λόγος ένστασης.

 

Υπό το φως δε των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω πως δεν παρατηρείται τέτοια καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης η οποία να την οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη. Αντιθέτως, με βάση το ιστορικό της διαδικασίας, η Αγωγή δεν έχει ακόμα οριστεί για ακρόαση, επομένως δεν παρατηρείται ούτε και θα προκληθεί τέτοια καθυστέρηση από τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων που να επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα του Εναγομένου. Σημειώνεται επί του προκειμένου ότι υπάρχει επαρκής δικαιολόγηση για τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης. 

 

Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η Αίτηση 10 ότι η Δημοκρατία δεν φέρει νομική ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις του Κοινοτάρχη, καθότι το Κοινοτικό Συμβούλιο αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου βάσει των διατάξεων του περί Κοινοτήτων Νόμου (Ν. 86(I)/103), υπενθυμίζεται η θεμελιώδης αρχή ότι στο παρόν δικονομικό στάδιο το Δικαστήριο δεν εξετάζει την αλήθεια ή τη βασιμότητα των προτεινόμενων ισχυρισμών. Το ζήτημα κατά πόσον ο Κοινοτάρχης ενεργούσε υπό την ιδιότητα οργάνου ή αντιπροσώπου της Δημοκρατίας ή κατά πόσον η τυχόν ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά το Κοινοτικό Συμβούλιο, συνιστά αμιγώς νομικό και ουσιαστικό ζήτημα που θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.

 

Ως εκ τούτου, εκδίδονται διατάγματα ως η παράγραφοι Α - Ε της Αίτησης.

Περαιτέρω, δίδονται οδηγίες όπως τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Μετά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας.

 

Τα έξοδα της Αίτησης όσο και αυτά που σπαταλούνται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον των  Εναγουσών - Αιτητριών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

 

 

                               (Υπ.)……………………………………

Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.  

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

/ΧΨ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο