THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. Κυπριανός Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 1727/2025, 4/6/2026
print
Τίτλος:
THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. Κυπριανός Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 1727/2025, 4/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 1727/2025 (i-justice)

 

ΜΕΤΑΞΥ:

 

       THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED

Ενάγουσας

 

και

 

 1. Κυπριανός Κυπριανού

                                           2. Μαρία Κυπριανού

---------------------------------------------------------

 

Αίτηση ημερ.23/4/2026 για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα

 

Ημερομηνία: 4/6/2026

 

Εμφανίσεις

Για τους Εναγόμενους 1 και 2/Αιτητές: Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Για την Ενάγουσα/Καθ’ ης η αίτηση: Harris Kyriakides (Τώνης Κυριακίδης ΔΕΠΕ)

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

Η Ενάγουσα, με την παρούσα αγωγή της, ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν δικαίωμα να επεμβαίνουν ή να χρησιμοποιούν το επίδικο ακίνητο, διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται να παύσουν κάθε επέμβαση σε αυτό και διάταγμα για παράδοση κενής και ελεύθερης της κατοχής του ακινήτου. Επιπλέον, αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.

 

 

Μετά την επίδοση της αγωγής, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση.

 

Ακολούθως, η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγόμενων (στο εξής η κυρίως αίτηση), η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ν. Τουμπουρή. Στην αίτηση καταχωρίστηκε ένσταση εκ μέρους των Εναγόμενων, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1. Στη συνέχεια, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που καθορίστηκε για σκοπούς της διαδικασίας, καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ν.Τουμπουρή.

 

Η επίδικη αίτηση

Οι Εναγόμενοι, με την επίδικη αίτηση τους, ζητούν την αντεξέταση του Ν. Τουμπουρή αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 11 – 15 της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης.

 

Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 και συγκεκριμένα στο Μέρος 1, Μέρος 2, Μέρος 3, Μέρος 22, Μέρος 23, Μέρος 28, Μέρος 32, Μέρος 32.6 (1) και (2), Μέρος 37 και Μέρος 39, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές του κοινοδικαίου, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες, τη διακριτική ευχέρεια και την πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα:

 

« 1. Είμαι ο Εναγόμενος αρ. 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση. Αναφέρω ότι γνωρίζω πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ως εκ τούτου προβαίνω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. Είμαι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη αρ. 2, ήτοι σύζυγό μου, όπως προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους και δια λογαριασμό της.

 

2.    Όπου αναφέρομαι σε πληροφορίες που έλαβα από τρίτα πρόσωπα, αποκαλύπτω την πηγή της πληροφόρησής μου, οι οποίες εξ όσων πιστεύω είναι ορθές και αληθείς. Σε όποιο σημείο της παρούσας Ένορκης Δήλωσής μου αναφέρομαι σε νομικά σημεία, έχω λάβει γι’ αυτά νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μας, ήτοι κ.κ. Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και είναι εξ όσων κάλλιον πιστεύω και πληροφορούμαι ορθά και αληθή.

3.    Υιοθετώ πλήρως και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας ένορκης δήλωσής μου, το περιεχόμενο της Ένστασης των Εναγομένων αρ. 1 και 2/Καθ’ ων η Αίτηση αρ. 1 και 2 ημερομηνίας 26/03/2026 (εφεξής «η Ένσταση») ως επίσης και το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσής μου, η οποία συνοδεύει την Ένσταση, ίδιας ημερομηνίας, αμφότερες καταχωρισθείσες στο πλαίσιο της Αίτησης της Ενάγουσας/Αιτήτριας (εφεξής «η Αιτήτρια») για έκδοση συνοπτικής Απόφασης ημερομηνίας 21/01/2026 (εφεξής «η Αίτηση»).

 

4.    Επιγραμματικά σημειώνω, ότι ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μας, κατά την διεξαγωγή της ακρόασης διαδικαστικών οδηγιών σχετικά με την Αίτηση, δόθεισαν οδηγίες από το Σεβαστό Δικαστήριο, με βάση σχετικό συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα μεταξύ των δύο πλευρών, για την πορεία της Αίτησης. Ανάμεσα σ’ αυτές τις οδηγίες ήταν η δυνατότητα καταχώρισης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης από την πλευρά της Αιτήτριας μέχρι και τις 09/04/2026. Ως με ενημερώνουν περαιτέρω οι δικηγόροι μας, δόθηκαν οδηγίες από το Σεβαστό Δικαστήριο όπως, αμφότεροι οι διάδικοι, προβούν σε καταχώριση τυχόν Αίτησης Αντεξέτασης, μέχρι και τις 23/04/2026.

 

5.    Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Αιτήτρια προέβη στην καταχώριση της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης του κύριου Νικόλα Τουμπουρή ημερομηνίας 07/04/2026 (εφεξής «η Ένορκη Δήλωση») στο πλαίσιο της Αίτησης.

 

6.  Σημειώνω ότι έχω μελετήσει επισταμένως, και με την αρωγή των δικηγόρων μας, την Ένορκη Δήλωση και απορρίπτω κατηγορηματικά τις θέσεις που εκτίθενται σε μερικές εκ των παραγράφων αυτής, στις οποίες ο ενόρκως δηλών, ήτοι κύριος Νικόλας Τουμπουρής, θα πρέπει να αντεξετασθεί.

 

7.   Ειδικότερα, ο κύριος Νικόλας Τουμπουρής θα πρέπει να παρέχει σαφείς διευκρινήσεις και να τοποθετηθεί ως προς τα όσα ενόρκως αναφέρει στις παραγράφους 11 έως 15, αμφότερες συμπεριλαμβανόμενες, της Ένορκης Δήλωσης. Ειδικότερα, θα πρέπει να αντεξετασθεί, ανάμεσα σ’ άλλα, επί του ισχυρισμού του ότι «Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2 δεν προέβησαν στην απαιτούμενη καταβολή του ποσού των €15.000 και ούτε προέβησαν στις απαραίτητες ενέργειες για προώθηση της διαδικασίας ενώπιον των αρμόδιων αρχών με αποτέλεσμα η προτεινόμενη διάθεση να μην υπογράφει ποτέ μεταξύ των μερών...». Εν τέλει, κρίνεται καίρια και η αντεξέταση του κύριου Νικόλα Τουμπουρή επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1 το οποίο συνοδεύει την Ένορκη Δήλωση.

 

8.  Επιθυμώ σ’ αυτό το σημείο να τονίσω εμφατικά ότι εγώ ήμουν πτωχεύσας ο οποίος αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια και το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνετο στην πτωχευτική περιουσία. Συνεπώς, πληροφορήθηκα ότι η αναδιάρθρωση με την Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση (εφεξής «η Ενάγουσα») μπορεί να προχωρήσει δεδομένου ότι δοθεί η σύμφωνος γνώμη του Επίσημου Παραλήπτη και δοθεί προς τον Επίσημο Παραλήπτη το ποσό των Ευρώ 27.000 (είκοσι επτά χιλιάδων ευρώ), ήτοι ήταν προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της συμφωνίας που είχε επέλθει. Σχετικά επ’ αυτής της πτυχής η πλευρά μας με την πλευρά της Ενάγουσας και τον Επίσημο Παραλήπτη είχε καταλήξει σε συμφωνία (Τεκμήριο 1 της Ένορκης Δήλωσής μου ημερομηνίας 26/03/2026 η οποία συνοδεύει την Αίτηση), η οποία δολίως ή και εσκεμμένα δεν υλοποιήθηκε και ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μας η πλευρά της Ενάγουσας κωλύεται λόγω συμπεριφοράς ή και εγγράφων να προβάλλει ισχυρισμούς περί υπαιτιότητας της πλευράς μας για μη υλοποίηση του πλαισίου διευθέτησης. Ανάμεσα σ’ άλλα σημειώνω ότι εγώ είχα στην διάθεσή μου και ήμουν έτοιμος να καταβάλλω σημαντικό μέρος από το ποσό των Ευρώ 27.000 (είκοσι επτά χιλιάδων ευρώ) προς τον Επίσημο Παραλήπτη, ήτοι του ποσό των Ευρώ 8.000 (οκτώ χιλιάδων ευρώ), πλην όμως εξ υπαιτιότητας της πλευράς της Ενάγουσας και του Επίσημου Παραλήπτη, για τον οποίο επιφυλάσσω πλήρως τα δικαιώματά μας, αυτό δεν κατέστη εφικτό. Συγκεκριμένα, ο Επίσημος Παραλήπτης απαιτούσε την καταβολή ολόκληρου του ποσού ενώ η Ενάγουσα μολονότι συζητήθηκε εκτεταμένα να δώσει το εναπομείναν ποσό των Ευρώ 21.000 (είκοσι μία χιλιάδων ευρώ) το οποίο θα προστίθετο στο συνολικό ποσό της αναδιάρθρωσης, αναιτιολόγητα, εσκεμμένα και δολίως δεν συγκατατέθηκε. Παρενθετικά αναφέρω ότι για να επιτευχθεί το πλαίσιο διευθέτηση μεσολάβησε πολυετής διαβούλευση μεταξύ των δύο πλευρών και πάντοτε είμασταν και παραμένουμε στη διάθεση της Ενάγουσας. Επιφυλάσσω το δικαίωμά μου να επεκταθώ εκτενώς επ’ αυτής της πτυχής κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας.

 

9.  Υπό το φως των ανωτέρω, υπογραμμίζω ότι καταχωρίστηκε από την πλευρά μας, ήτοι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2/Αιτητές, η υπό κρίση Αίτηση Αντεξέτασης, σε συνάρτηση με τις οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω στην παράγραφο 4 της παρούσας.

 

10. Πιστεύω, και ως λαμβάνω νομικής συμβουλής, πως υπάρχει καλός λόγος προς το συμφέρον και της δικαιοσύνης για να εγκριθεί το αίτημα της πλευράς μας ως η Αίτηση για αντεξέταση του κύριου Νικόλα Τουμπουρή καθότι διαφαίνεται ότι επιχειρείται να διαστρεβλωθεί η αλήθεια από την Εναγόμενη/Καθ’ ης η Αίτηση ως προς τα πραγματικά γεγονότα και περιστατικά τα οποία περιβάλλουν την παρούσα Απαίτηση.

 

11.  Ως εκ τούτου είναι ισχυρή πεποίθησή μου ότι τα ανωτέρω αποτελούν σοβαρά ζήτημα τα οποία πρέπει να τεθούν ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου στην ορθή τους διάσταση για να αποσαφηνισθεί η αλήθεια. Μέσω αυτής της οδού θα καταδειχθεί ότι υφίσταται καλή και γνήσια υπεράσπιση από την πλευρά μας.

 

12. Υπογραμμίζω ότι η πλευρά μας προσέρχεται ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και η υπό κρίση Αίτηση Αντεξέτασης δεν αποσκοπεί στην κατασπατάληση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Στον αντίποδα σημειώνω ότι η αναγκαίοτητα αυτής ανέκυψε με την Ένορκη Δήλωση, για σκοπούς αποκατάστασης της αλήθειας.

 

13. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ευσεβάστως εξαιτούμαι την έκδοση του αιτούμενου με την υπό κρίση Αίτηση Αντεξέτασης Διατάγματος. »

 

Η ένσταση

Η Ενάγουσα αντέδρασε στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης, προβάλλοντας 11 λόγους ένστασης, οι οποίοι είναι οι εξής:

 

« 1. Η Αίτηση για αντεξέταση ημερομηνίας 23/04/2026 (η Αίτηση) είναι απαράδεκτη ή/και νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη ή/και παράτυπη ή/και παντελώς αδικαιολόγητη ή/και η νομική και πραγματική της βάση δεν μπορεί να στηρίξει τις εξαιτούμενες θεραπείες.

 

2.  Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και/ή δεν συντρέχει οποιοσδήποτε καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

3. Οι παράγραφοι για τις οποίες ζητείται η αντεξέταση δεν χρήζουν οποιασδήποτε αντεξέτασης ή/και διευκρίνισης ζητημάτων.

 

4.  Οι Αιτητές είχαν το δικαίωμα να απαντήσουν στους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η Αίτηση δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης - αν υπήρχε οτιδήποτε που θεωρούσαν έπρεπε να διευκρινιστεί - κάτι που δεν έπραξαν εσκεμμένα.

 

5.     Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αιτιολογία ή/και επαρκής αιτιολογία ή/και δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια ή/και δεν επεξηγούνται με πληρότητα ή/και κατά τρόπο συγκεκριμένο οι λόγοι που δικαιολογούν ή/και καθιστούν αναγκαία την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

 

6.    Δεν υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα που να χρήζει διευκρίνισης και επομένως δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εφόσον:

 

6.1.           στις παραγράφους 11 - 15 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 07/04/2026 που καταχωρήθηκε προς αποσαφήνιση του ισχυρισμού που εμπεριέχεται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση των Εναγομένων/ Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 26/03/2026, αναφέρονται γεγονότα ή/και θέσεις που επιβεβαιώνονται από τα επισυνημμένα σε αυτήν τεκμήρια·

 

6.2.           η αιτούμενη αντεξέταση δεν θα προσθέσει οτιδήποτε στην εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 20/01/2026·

 

6.3.           δεν υπάρχει ή/και δεν έχει καταδειχθεί καλός ή/και συγκεκριμένος ή/και ικανοποιητικός λόγος για να δοθεί άδεια αντεξέτασης ή/και εν πάση περιπτώσει η έγκριση του αιτήματος θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό της υπόθεσης και την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 20/01/2026·

 

6.4.           υπάρχει σαφής και επαρκής μαρτυρία στο φάκελο του Δικαστηρίου για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 20/01/2026.

 

7.    Δεν συντρέχουν ή/και δεν αποκαλύπτονται εξαιρετικές περιστάσεις ή/και δεν αναφέρονται συγκεκριμένοι λόγοι που να εντάσσουν την υπό εξέταση περίπτωση στην κατηγορία των εξαιρετικών εκείνων περιπτώσεων οι οποίες δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

 

8.    Το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι υπό τις περιστάσεις κατάλληλο ή/και αναγκαίο ή/και απαραίτητο και τυχόν έκδοση του θα πλήξει το συμφέρον της ορθής απονομής δικαιοσύνης και δεν θα συμβάλλει στην αποκρυστάλλωση ή/και διασαφήνιση ή/και διευκρίνιση οποιουδήποτε ζητήματος που εγείρεται στην Αίτηση, ως απαιτεί η σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

9.     Στην ένορκη δήλωση περιέχονται αβάσιμοι ή/και άσχετοι ή/και γενικοί ή/και αόριστοι ισχυρισμοί ή/και ισχυρισμοί που δεν μπορούν ληφθούν υπόψη ούτε μπορούν να υποστηρίξουν την εξαιτούμενη θεραπεία.

 

10. Δεν είναι εύλογο ή/και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

11.  Η Αίτηση είναι καταχρηστική ή/και υπό τις περιστάσεις κακόπιστη ή/και έχει ως αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της αίτησης για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 20/01/2026 και όχι τον προσδιορισμό ζητημάτων, τα οποία είναι επαρκώς προσδιορισμένα. »

 

Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς, Μέρος 1, Μέρος 2, Μέρος 3, Μέρος 4, Μέρος 6, Μέρος 7, Μέρος 9, Μέρος 17, Μέρος 22, Μέρος 23, Μέρος 24, Μέρος 25, Μέρος 28, Μέρος 32.2, 32.6.και 32.7, Μέρος 39, στο άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9), στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου ως επίσης και στις γενικές και συμφύεις εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Ν. Τουμουρή, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα:

 

« 1. Είμαι στην υπηρεσία της Ενάγουσας υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και Αιτήτριας στην παρούσα αίτηση.

 

2.  Ειδικότερα εργάζομαι στο τμήμα διαχείρισης ακινήτων ιδιοκτησίας της Αιτήτριας και είμαι εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους της.

 

3.  Έχω πλήρη, προσωπική, απευθείας και θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης ως εκ της ιδιότητας μου καθώς και όλων των γεγονότων που αναφέρω στα πλαίσια της παρούσας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.

 

4.  Ταυτόχρονα, έχω στην κατοχή μου το σύνολο των εγγράφων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, τα οποία διατηρούσαμε και διατηρούμε σε σχετικό φάκελο που τηρεί η Αιτήτρια για το επίδικο ακίνητο και ο οποίος βρίσκεται στην κατοχή μου. Έχω προσωπική και θετική γνώση επίσης και του περιεχομένου των εγγράφων που διατηρούνται στον προαναφερόμενο φάκελο, ο οποίος βρίσκεται στην κατοχή μου.

 

5.   Όσον δεν αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, διατυπώνω τη γνώμη και συμβουλή των δικηγόρων που χειρίζονται την υπόθεση.

 

6.  Τα γεγονότα και τα ζητήματα που αναφέρω πιο κάτω είναι εντός της δικής μου προσωπικής και θετικής γνώσης και δηλώνω ότι αυτά είναι αληθή. Αν ένα οποιοδήποτε γεγονός που δεν είναι εντός της δικής μου γνώσης, το δηλώνω ρητά κατωτέρω αναφέροντας ότι το συγκεκριμένο γεγονός δεν είναι δικής μου γνώσης καθώς και την πηγή της πληροφόρησης μου. Όπου γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σημαίνει ότι τα γεγονότα και τα ζητήματα εμπίπτουν εντός της δικής μου προσωπικής και θετικής γνώσης.

 

7. Έχω αναγνώσει την Αίτηση αντεξέτασης ημερομηνίας 23/04/2026 (η Αίτηση) καθώς και τη συνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση του Κυπριανού Κυπριανού (η ΕΔ ΚΚ). Για τους σκοπούς της παρούσας ένορκης δήλωσης, επαναλαμβάνω και υιοθετώ ως αληθή, ακριβή και ορθά όλα όσα αναφέρονται στην αρχική ένορκο μου δήλωση ημερομηνίας 20/01/2026 που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 20/01/2026 καθώς και στην Συμπληρωματική ένορκη δήλωση μου ημερομηνίας 07/04/2026 (η ΣΕΔ ΝΤ).

 

8.   Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω αλλά και ως συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους της Καθ’ ης η αίτηση, διαφωνώ με τις αξιούμενες θεραπείες στην Αίτηση για τους λόγους που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης τους οποίους επαναλαμβάνω και υιοθετώ στο σύνολο τους. Περαιτέρω, επιθυμώ να αναφέρω τα ακόλουθα και εξ’ όσων με ενημερώνουν οι δικηγόροι της Καθ’ ης η αίτηση:

 

8.1.        Η Αίτηση για αντεξέταση ημερομηνίας 23/04/2026 δεν θεμελιώνει οποιοδήποτε ειδικό λόγο που να δικαιολογεί την κατ’ εξαίρεση διαταγή αντεξέτασης επί της ΣΕΔ ΝΤ.

 

8.2.        Στην παράγραφο 7 της ΕΔ ΚΚ αναφέρεται ότι κρίνεται αναγκαία η αντεξέτασή μου. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις θέσεις των δικηγόρων της Καθ’ ης η Αίτηση, η εν λόγω αντεξέταση δεν αφορά συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσής μου, αλλά γενικώς το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1. Το Τεκμήριο 1 της ΣΕΔ ΝΤ έχει συγκεκριμένο και σαφώς προσδιορισμένο περιεχόμενο, το οποίο, κατά την άποψή μου και ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Καθ’ ης η Αίτηση, δεν είναι υποκείμενο σε αντεξέταση και εν πάση περιπτώσει δεν περιέχει σημεία που χρήζουν αντεξέτασης εφόσον το περιεχόμενό του είναι ξεκάθαρο. Περαιτέρω, στην ΕΔ ΚΚ δεν προσδιορίζεται σε κανένα σημείο, πέραν της γενικής αναφοράς στο Τεκμήριο 1, σε ποια συγκεκριμένα σημεία των παραγράφων 11 έως 15 της ένορκης δήλωσής μου καθίσταται αναγκαία η αντεξέτασή μου, ούτε παρατίθενται λόγοι που να δικαιολογούν την αναγκαιότητα αυτή.

 

8.3.        Η παράγραφος 8 της ΕΔ ΚΚ είναι άσχετη και εκφεύγει των πλαισίων της παρούσας Αίτησης. Εάν οι Αιτητές επιθυμούσαν να καταχωρήσουν σχετική Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, είχαν τη δυνατότητα να το πράξουν στο προβλεπόμενο διαδικαστικό στάδιο, πλην όμως δεν το έπραξαν. Ως εκ τούτου, η παράθεση μαρτυρίας η οποία δεν σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας Αίτησης είναι ανεπίτρεπτη και δεν δύναται να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

 

8.4.        Εξ όσων συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους της Καθ’ ης η αίτηση, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση και κυρίως επειδή η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει περιέχει γενικούς, αόριστους, αβάσιμους και ανεδαφικούς ισχυρισμούς αλλά και επειδή δεν υπάρχει οτιδήποτε στις παραγράφους 11 – 15 της ΣΕΔ που να χρήζει διευκρίνισης. Οι ισχυρισμοί περί δήθεν αντιφάσεων ή ασάφειας στην ΣΕΔ είναι γενικοί, αόριστοι και μη συγκεκριμένοι.

 

8.5.  Τα θέματα που εγείρονται περί ύπαρξης ή μη συμφωνίας, αποτελούν ζητήματα αξιολόγησης αποδεικτικού υλικού και νομικής κρίσης, και όχι ζητήματα που απαιτούν αντεξέταση.

 

8.6.    Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και την επιβάρυνση της Ενάγουσας με πρόσθετο κόστος, χωρίς να εξυπηρετεί πραγματική ανάγκη αποσαφήνισης γεγονότων και χωρίς ανάλογο όφελος στην απονομή της Δικαιοσύνης.

 

9. Εξ’ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω αλλά και ως συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους της Καθ’ ης η αίτηση, δεν υπάρχει καλός λόγος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης ούτε θα εξυπηρετηθεί το συμφέρον της δικαιοσύνης αλλά αντίθετα θα προκληθούν αχρείαστα έξοδα και θα σπαταληθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και θα καθυστερήσει η εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 20/01/2026.

 

10. Είναι έκδηλο ότι η Αίτηση είναι παντελώς αβάσιμη και γίνεται παντελώς κακόπιστα και καταχρηστικά με σκοπό να προκαλέσει ταλαιπωρία στην Καθ’ ης η αίτηση και να καθυστερήσει την προώθηση της διαδικασίας.

 

11. Είναι η θέση της Καθ’ ης η Αίτησης ότι όλα τα ουσιώδη γεγονότα έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των ένορκων δηλώσεων και τεκμηρίων και ως εκ τούτου είναι σε θέση να αποφασίσει χωρίς την ανάγκη προφορικής αντεξέτασης.

 

12. Υιοθετώ το σύνολο των λόγων ένστασης που έχουν περιληφθεί στο σώμα της ένστασης και απορρίπτω τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει.

 

13. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ευσεβάστως εισηγούμαι ότι η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση. »Top of Form

Bottom of Form

 

Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις

Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. 

 

Νομική Πτυχή

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 23.13 (1) (2) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023:

 

« 23.13. Ακρόαση της αίτησης

 

(1) Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση.

 

(2) Το δικαστήριο δύναται για καλό λόγο να επιτρέψει την αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου δίδει γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου η αντεξέταση του οποίου επιτρέπεται από οποιοδήποτε κανονισμό ή νόμο. »

(έμφαση δοθείσα)

 

Στον Κανονισμό 23.1 των εν λόγω Κανονισμών, προβλέπεται ότι:

 

« "γραπτή μαρτυρία"  σημαίνει ένορκη δήλωση ή, όπου κανονισμός το επιτρέπει, δήλωση μάρτυρα και οποιαδήποτε τεκμήρια συνοδεύουν αυτή. »

 

Ο Κανονισμός 32.6 (1) δε, των ίδιων Κανονισμών, προνοεί ότι:

« 32.6. Διάταγμα αντεξέτασης

 

(1) Όταν σε ακρόαση άλλη από δίκη δίδεται γραπτή μαρτυρία, οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο άδεια αντεξέτασης του προσώπου το οποίο δίδει τη μαρτυρία. »

 

Στην απόφαση ημερομηνίας 26/2/2025, που εκδόθηκε στην Αγωγή 581/2024[1], η κα Γ. Π. Κορφιώτη, Π.Ε.Δ., ανέφερε τα εξής ως προς το ζήτημα της αντεξέτασης, με τα οποία συμφωνώ:

 

« Μελέτη του Κανονισμού 23.13(1) καταδεικνύει πως η γενική αρχή συνίσταται στο ότι η ακρόαση διεξάγεται στη βάση των γεγονότων και της μαρτυρία τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση και επομένως η αντεξέταση μπορεί να επιτραπεί  στη βάση των προνοιών των Μερών 23 και 32 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας κατόπιν σχετικού αιτήματος. 

 

Το όλο ζήτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.  Τούτο προκύπτει από τον Κανονισμό 23.13(2), εφόσον το Δικαστήριο «δύναται» για «καλό λόγο» να παραχωρήσει τέτοια άδεια.  Την ίδια στιγμή, στον Κανονισμό 32.6 δεν καθορίζονται οποιαδήποτε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. 

 

Από την έρευνα την όποια έχω διενεργήσει, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε απόφαση του Εφετείου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου να δίδεται ερμηνεία στους πιο πάνω Κανονισμούς ή τον όρο «καλός λόγος» ή να θέτει τις αρχές στη βάση των οποίων ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Έχω, επίσης, ανατρέξει στο White Book 2021, Volume 1, όπου γίνεται εκτενής ανάλυση των Civil Procedures Rules του 1998 της Αγγλίας, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό περιέχουν προσομοιαζουσες πρόνοιες με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας.  Σε σχέση με τον Κανονισμό 23.13 το πιο πάνω σύγγραμμα δεν μπορεί να αποτελέσει απόλυτα χρήσιμο οδηγό  αφού στους αγγλικούς κανονισμούς δεν περιέχεται αντίστοιχη πρόνοια.  Ωστόσο, ο αγγλικός 32.7 είναι πανομοιότυπος με τον δικό μας 32.6, και επίσης δεν καθορίζει κάποιο κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.  Τα κριτήρια αυτά καθορίστηκαν μέσα από την αγγλική νομολογία. 

 

Αναφορά στο πλαίσιο αυτό γίνεται στην υπόθεση Jenington International Inc. v. Assaubayeu (2010) ENHC 2351 όπου το Δικαστήριο διατύπωσε τις ακόλουθες προϋποθέσεις προκειμένου να επιτραπεί αίτημα αντεξέτασης:

 

  1.  Η διαταγή για αντεξέταση αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον Κανόνα.
  2. Άδεια για αντεξέταση δίδεται όταν αυτή θα εξυπηρετήσει κάποιο σκοπό. 
  3. Η αντεξέταση θα πρέπει να είναι δίκαιη και αναλογική, υπό την έννοια ότι δεν  επιδιώκεται καταχρηστικά προκειμένου να εξυπηρετηθεί κάποιος αλλότριος σκοπός. 

 

Η αρχή πως η άδεια για αντεξέταση παραχωρείται ως η εξαίρεση του κανόνα διατυπώθηκε και στην πρόσφατη υπόθεση Hunt vAnnolight Ltd and others (2022) 2 All ER 649.

 

Αξίζει να σημειωθεί πως  οι Κανονισμοί 23.13 και 32.6  έχουν ανάλογο περιεχόμενο με την Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σε συνάρτηση με τη Δ.48 Θ.4(2).  Συνεπώς, η νομολογία που έχει αναπτυχθεί σε σχέση με την ερμηνεία του όρου «καλός λόγος» στη βάση των «παλαιών» Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι άκρως βοηθητική.

 

Με βάσει τις αρχές της νομολογίας, ως έχουν μέχρι σήμερα, διατυπωθεί, το δικαίωμα αντεξέτασης δεν παρέχεται κάθε φορά που το ζητά ένας διάδικος, αλλά το ζήτημα επαφίεται  στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία μάλιστα μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από τυχόν συναίνεση των διαδίκων (βλέπε Αναφορικά με την αίτηση του Λευτέρη Μήλου κ.α. (2008) 1 Α.Α.Δ 280 και Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1) (2004) 1 Α.Α.Δ. 1660). 

 

Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά και σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, τη φύση της υπό κρίση αίτησης, τις ανάγκες της και τα επίδικα σε αυτήν ζητήματα.  Πρέπει να υπάρχουν ειδικοί λόγοι που δικαιολογούν το αίτημα, στο οποίο θα πρέπει να προσδιορίζονται επαρκώς τα προς αντεξέταση σημεία, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η εξέταση του υπό το πρίσμα της νομολογίας.  Ό,τι προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι η αντεξέταση είναι επιτρεπτή επί ζητημάτων τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό εξέταση αίτηση, αλλά δεν θα πρέπει να δίδεται άδεια για αντεξέταση όταν αυτή εμφανώς θα επεκτείνει τη συζήτηση της αίτησης σε μη αναγκαία για την εξέταση της αίτησης ζητήματα, πολύ δε περισσότερο όταν η αντεξέταση αφορά σε ζητήματα που άπτονται της ουσίας της αγωγής και της διαφοράς των διαδίκων.   »

 

Εξέταση της αίτησης

Έχοντας μελετήσει την επίδικη αίτηση, την ένσταση και τις σχετικές ένορκες δηλώσεις, σε συνδυασμό με την κυρίως αίτηση, την ένσταση επ’ αυτής και τις σχετικές ένορκες δηλώσεις, καθώς και τις αγορεύσεις των συνηγόρων, και με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο, αφού στάθμισε το σύνολο του ενώπιόν του υλικού, καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Εξηγώ.

 

Ο Εναγόμενος 1 στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση, αναφέρει ότι είχε συμφωνηθεί πλαίσιο διευθέτησης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης και της σχετικής υποθήκης, όμως η εν λόγω συμφωνία δεν υλοποιήθηκε ποτέ εξ υπαιτιότητας του Τμήματος Αφερεγγυότητας, το οποίο εμπλεκόταν στη διαδικασία ένεκα του γεγονότος ότι ο ίδιος στο παρελθόν ήταν πτωχεύσας, που πλέον έχει αποκατασταθεί αυτοδίκαια και το ακίνητο περιλαμβάνετο στην πτωχευτική διαδικασία και ως εκ τούτου θα έπρεπε να καταβληθεί συγκεκριμένο ποσό προς τον Επίσημο Παραλήπτη. Συγκεκριμένα, σημειώνει ότι αποτάθηκαν μέσω των δικηγόρων τους στο Τμήμα Αφερεγγυότητας για έκδοση του σχετικού Πιστοποιητικού το οποίο θα επέτρεπε την ολοκλήρωση της εν λόγω συμφωνίας διευθέτησης και παράλληλα αιτήθηκαν τη ρύθμιση της καταβολής μέρους του ποσού το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί προς τον Επίσημο Παραλήπτη, παρόλα ταύτα το Τμήμα Αφερεγγυότητας παράνομα ή και κατά παράβαση της νομοθεσίας ή και αντικανονικά δεν έκανε αποδεκτό το αίτημά τους. Επισυνάπτει δε αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας διευθέτησης ημερομηνίας 30/10/2024 ως Τεκμήριο 1.

 

Όπως αναφέρει ο Τουμπουρής στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην εν λόγω παράγραφο 6 στόχο έχουν να παραπλανήσουν και να παρουσιάσουν μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα. Ως αναφέρει, από την ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερ.23/9/2024 προκύπτει ότι η Ενάγουσα υπέβαλε συγκεκριμένη και ολοκληρωμένη πρόταση αναδιάρθρωσης προς τους Εναγόμενους, η οποία προνοούσε σαφείς όρους και προυποθέσεις. Η εν λόγω πρόταση προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την άμεση καταβολή του ποσού των €15.000 από ιδίους πόρους, καθώς και την προώθηση των αναγκαίων διαδικασιών για υλοποίηση της συμφωνίας, περιλαμβανομένης της εξασφάλισης της σύμφωνης γνώμης του Επίσημου Παραλήπτη. Επισυνάπτει δε την ηλεκτρονική αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των μερών ως τεκμήριο 1.

 

Περαιτέρω, σημειώνει ότι η εξασφάλιση της σύμφωνης γνώμης του Επίσημου Παραλήπτη αποτελούσε προϋπόθεση για να μπορούσε να συμφωνηθεί και υλοποιηθεί το πλαίσιο της διευθέτησης και η οποία θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί μόνο κατόπιν συμμόρφωσης των Εναγόμενων με τους ουσιώδεις όρους που προβλέποντο σε αυτή. Οι Εναγόμενοι όμως δεν προέβησαν στην απαιτούμενη καταβολή του ποσού των €15.000 και ούτε προέβησαν στις απαραίτητες ενέργειες για προώθηση της διαδικασίας ενώπιον των αρμοδίων αρχών, με αποτέλεσμα η προτεινόμενη διευθέτηση να μην υπογραφεί ποτέ μεταξύ των μερών και εν πάση περιπτώσει να μην ολοκληρωθεί. Από τις 23/9/2024 που στάλθηκε το προτεινόμενο πλαίσιο διευθέτησης, οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν, δεν το υπέγραψαν και δεν προέβησαν σε κάποια ενέργεια για την αποδοχή και υλοποίηση του εντός των επτά (7) ημερών που δόθηκαν ως χρονικό περιθώριο για την ανταπόκρισή τους.

 

Συνεπώς, είναι η θέση της Ενάγουσας ότι:

- Ο ισχυρισμός ότι η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε εξ υπαιτιότητας του Τμήματος Αφερεγγυότητας είναι εσφαλμένος.

- Η μη προώθηση και υλοποίηση της διευθέτησης οφείλεται αποκλειστικά στη μη συμμόρφωση ή/και στην αδράνεια των Εναγόμενων.

- Οι πιο πάνω ισχυρισμοί των Εναγόμενων, αποτελούν εκ των υστέρων προσπάθεια μετακύλισης ευθύνης και δεν δημιουργούν οποιοδήποτε πραγματικό ή υπερασπίσιμο ζήτημα.

 

Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, κατ’ αρχάς αναφέρεται ότι κρίνεται ορθή η θέση της Ενάγουσας ότι η παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση εκφεύγει των πλαισιών της παρούσας αίτησης. Η θέση του Εναγόμενου 1 ως προς την συμφωνία, έχει τεθεί στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση, στην οποία έγινε αναφορά ανωτέρω και δεν προβλήθηκε ποτέ ζήτημα δόλιας ή εσκεμμένης μη υλοποίησης της από μέρους της Ενάγουσας και γενικότερα όσα καινοφανή εγείρονται στην εν λόγω παράγραφο 8. Εάν οι Εναγόμενοι επιθυμούσαν να καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση και να θέσουν τα ζητήματα αυτά, είχαν τη δυνατότητα να το πράξουν με βάση το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας που καθορίστηκε, πλην όμως δεν το έπραξαν.

 

Από εκεί και πέρα, σημειώνω ότι το τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Τουμπουρή, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν προκύπτει αναγκαιότητα αντεξέτασης επί του περιεχομένου του. Η διαφωνία των μερών δεν αφορά το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1, ούτε την ύπαρξη της σχετικής αλληλογραφίας, αλλά το κατά πόσο η μη ολοκλήρωση της διευθέτησης οφείλεται στους Εναγόμενους ή σε τρίτο πρόσωπο. Πρόκειται όμως για ζήτημα αξιολόγησης του ενώπιον του Δικαστηρίου υλικού και όχι για ζήτημα που, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μου, καθιστά αναγκαία την προφορική αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος.

 

Υπό το φως και των όσων αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω, θεωρώ πως ό,τι παραμένει σαν υπόβαθρο για την αίτηση είναι η γενική αναφορά ότι θα πρέπει να αντεξεταστεί ο Τουμπουρής σε σχέση με την αναφορά του ότι οι Εναγόμενοι δεν προέβησαν στην καταβολή του ποσού των €15.000 και στις απαραίτητες ενέργειες για προώθηση της διαδικασίας ενώπιον των αρμοδίων αρχών, καθώς και επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1.

 

Με αυτά υπόψη, αποτελεί συμπέρασμα μου ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους τους και δεν κατέδειξαν ότι συντρέχει καλός λόγος που να καθιστά την αντεξέταση αναγκαία και δικαιολογημένη.

 

Συναφώς, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω πεισθεί ότι η αιτούμενη αντεξέταση θα συμβάλει στην επίλυση οποιουδήποτε συγκεκριμένου πραγματικού ζητήματος που δεν μπορεί να αξιολογηθεί επί τη βάσει της έγγραφης μαρτυρίας και των τεκμηρίων που ήδη βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε έχει καταδειχθεί από τους Εναγόμενους ότι η έγκριση της αίτησης επιβάλλεται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.  

 

Δεν κρίνεται, υπό το φως όλων των ανωτέρω, σκόπιμη η εξέταση άλλων λόγων ένστασης.  

 

Κατάληξη

Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος της Καθ’ ης η Αίτηση (Ενάγουσας / Αιτήτριας στην κυρίως αίτηση) και σε βάρος των Αιτητών (Εναγόμενων 1 και 2 / Καθ’ ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση).

 

Ως προς το ύψος των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη την κλίμακα της αγωγής και τους σχετικούς πίνακες δικηγορικής αμοιβής καθώς και τη φύση και την πορεία της αίτησης, κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €2.000.- πλέον ΦΠΑ.

 

 

(Υπ.) Μιχάλης Παπαθανασίου

                                                                                    Μ. Παπαθανασίου, A.Ε.Δ.

 

 

Πιστόν αντίγραφον

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] Moshe Bar Shilton v. M.C.S Quality Holdings Limited και άλλοι.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο