Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Y. Points Studio Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 4664/2017, 11/6/2026
print
Τίτλος:
Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Y. Points Studio Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 4664/2017, 11/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.                      

 

                                                                                                         Αγωγή αρ.: 4664/2017

 

Mεταξύ:

 

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ

 

                                                                                                                        Ενάγουσα

και

 

                                        1. Y. Points Studio Ltd

                                        2. Χριστιάνα Λάνα Μιχαηλίδου

                                        3. Γιάγκος Παπαδημητρίου

Εναγόμενοι

-----------------------------------------------------

Αίτηση ημερομηνίας 24/11/2025 για παραμερισμό απόφασης

 

Ημερομηνία: 11/6/2026

Εμφανίσεις:

Για τους Εναγόμενους 1-3 / Αιτητές: κ. Π. Αριστοτέλους.

Για την Ενάγουσα / Καθ’ ης η αίτηση: κα Τ. Κεντέλη για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

Η παρούσα αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 6/10/2025 και οι Εναγόμενοι 1-3 δεν εμφανίστηκαν κατά την ακρόαση. Για το λόγο αυτό, κατόπιν αιτήματος της Ενάγουσας και σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα προχώρησε σε απόδειξη της απαίτησης της. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας, κατά την εν λόγω ημερομηνία ακούστηκε η μαρτυρία του Α. Ζαρή, υπαλλήλου της Ενάγουσας, όμως το Δικαστήριο δεν εξέδωσε απόφαση επί της απαίτησης αφού ζήτησε να διευκρινιστεί το επιτόκιο που αξιωνόταν. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ορίστηκε στις 9/10/2025 και αφού το εν λόγω ζήτημα διευκρινίστηκε μέσω ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι η απαίτηση είχε αποδειχθεί και εξέδωσε απόφαση εναντίον των Εναγόμενων 1-3.

 

Με την εν λόγω απόφαση επιδικάστηκε υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1-3 το ποσό των €22.081,03, πλέον τόκος προς 4,184% από 3/10/2025 επί του ποσού των €21.845,64 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων μία φορά ετησίως, ήτοι την 31/12, πλέον έξοδα.

  

Η επίδικη αίτηση

Οι Εναγόμενοι 1-3 / Αιτητές (στο εξής οι Αιτητές) με την επίδικη αίτηση τους ζητούν τον παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9/10/2025 ανωτέρω.

 

Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως έχουν τροποποιηθεί και συγκεκριμένα στην Δ.48 θ. 1 – 4, 8 και 9, Δ.33 θ. 1 - 5, Δ.39 και Δ.64, στα άρθρα 30(1)(2)(3) του Συντάγματος και 6(1)(3) της Ε.Σ.Δ.Α, στο άρθρο 29 (1) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (14/60) ως έχει τροποποιηθεί, στην συμφυή εξουσία και γενική πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα και ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 1 και 2 να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό τους, διευκρινίζοντας ότι η Εναγόμενη 2 είναι η σύζυγος του, ενώ είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της Εναγόμενης 1 (τεκμήριο 1).

 

Περαιτέρω, αναφέρει ότι εκκρεμούν άλλες δύο αγωγές μεταξύ της Καθ’ ης η αίτηση και της εταιρείας Semelia Estate Ltd, του ίδιου και της συνεταίρας του Σ. Αβρααμίδου, ήτοι οι αγωγές 4662/2017 και 4663/2017 και ότι η Καθ’ ης η αίτηση εκπροσωπείται σε όλες τις αγωγές από το ίδιο δικηγορικό γραφείο. Όπως επίσης αναφέρει, ξεκίνησε μια προσπάθεια διακανονισμού των υποθέσεων πριν η παρούσα οριστεί για ακρόαση στις 6/10/2025 και παραπέμπει σε ηλεκτρονική αλληλογραφία που στάλθηκε στις 2/5/2025 στη στενοτυπίστρια του Δικαστηρίου (με προηγούμενη σύνθεση), μέσω της οποίας ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης που ήταν ορισμένη στις 6/5/2025 (τεκμήριο 2).

 

Στη συνέχεια αναφέρεται σε σοβαρές προσπάθειες από μέρους τους για εξώδικη διευθέτηση και σε σχετική συνάντηση στα γραφεία της Καθ’ ης η αίτηση την 1/9/2025 (βλ. την ηλεκτρονική αλληλογραφία τεκμήριο 3), όπου συμφωνήθηκε ότι η Καθ’ ης η αίτηση μέσω των δικηγόρων τους θα ζητούσαν αναβολή των ακροάσεων των τριών  αγωγών, οι οποίες γνώριζε ότι ήταν ορισμένες τον Οκτώβριο, ώστε να συνεχιστούν οι προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης.  Από τα τέλη Σεπτεμβρίου επικοινωνούσε με τον δικηγόρο Β. Τσαγγαρίδη ρωτώντας τον για τα αιτήματα αναβολής και μετά από επιμονή ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι η αγωγή με αρ. 4662/2017 ορίστηκε την 11/12/2025, χωρίς να τον ενημερώσει για την ώρα και το όνομα του Δικαστή, ενώ για την αγωγή με αρ. 4663/2017 τον παρέπεμψε σε συνάδελφο του (κ. Καλλένο), ο οποίος με τη σειρά του τον ενημέρωσε ότι ορίστηκε στις 16/12/2025 ενώπιον της Δικαστού κας Ταλαρίδου. Λόγω της δυσκολίας που αντιμετώπισε για να εξασφαλίσει τις πιο πάνω ημερομηνίες, τηλεφώνησε στο γραφείο της κας Ταλαρίδου για να επιβεβαιώσει την ορθότητα της ημερομηνίας που του δόθηκε. Ως προς την παρούσα αγωγή ρωτούσε συνεχώς τον κ. Τσαγγαρίδη, αλλά εντέχνως απέφευγε να του αναφέρει οτιδήποτε και του έλεγε ότι έψαχνε και θα τον ενημέρωνε.

 

Από εκεί και πέρα, ο μάρτυρας αναφέρει τα ακόλουθα:

 

« 8. Μετά από παρέλευση κάποιων ημερών επικοινώνησα ξανά με τον κον. Τσαγγαρίδη για να ενημερωθώ πότε ορίστηκε η παρούσα αγωγή και μου ανάφερε ότι την παρούσα αγωγή την έχει αναλάβει η Συνάδελφος του κα. Κέντελη, αποκρύβοντας μου ότι την χειρίζονται μαζί. Σε όλες τις δικασίμους στην παρούσα αγωγή το Δικαστήριο γνώριζε ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 εμφανιζόμαστε προσωπικά και δεν εκπροσωπούμαστε από Δικηγόρο. Ένεκα της μη ορθής και εύλογης ενημέρωσης από τους Δικηγόρους της Ενάγουσας για την νέα ημερομηνία που θα επαναπροσδιοριζόταν η παρούσα υπόθεση (παραπέμπω στην ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ εμένα και του κου. Τσαγγαρίδη την 16/10/2025, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4), ούτε καν σε αυτήν την ημερομηνία 16/10/2025 ενημερώθηκα από τον κον. Τσαγγαρίδη ότι εκδικάστηκε η υπόθεση και προφανώς δεν ήθελαν να ενημερωθώ για την εκδίκαση αυτής της υπόθεσης για να εκπνεύσει ο χρόνος εμένα και των Εναγομένων 1 και 2, ώστε να έχουμε το δικαίωμα να προσβάλουμε αυτή την απόφαση με οποιοδήποτε νομικό μέσο. Μετά την παρέλευση της ημερομηνίας 16/10/2025 τελευταίας ημερομηνίας που είχα επικοινωνία με τον κον. Τσαγγαρίδη και υποψιασμένος ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αφού δεν με ενημέρωνε το γραφείο της Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., επικοινώνησα με το Πρωτοκολλητείο και με ενημέρωσαν ότι αυτή η υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον του Έντιμου Δικαστού κου. Παπαθανασίου και ζήτησα να λάβω τα πρακτικά. Μόλις ενημερώθηκα από το Πρωτοκολλητείο απέστειλα ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην στενοτυπίστρια του Δικαστού κου. Παπαθανασίου την 20/10/2025 ενημερώνοντας την για τα πραγματικά γεγονότα και της εξαπάτησης που έτυχα από το γραφείο της Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 5 την ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερ. 20/10/2025 και 21/10/2025 με την στενοτυπίστρια του Δικαστού κου. Παπαθανασίου. Αφού ζήτησα τα πρακτικά ημερ. 06/10/2025 από το Πρωτοκολλητείο τελικά τα παρέλαβα την 31/10/2025. Όταν διάβασα τα πρακτικά και αντιλήφθηκα ότι έγιναν 2 συνεδρίες ήτοι μία την 06/10/2025 και μία την 09/10/2025, γεγονός το οποίο πραγματικά με εξέπληξε για το πόσο μέγεθος και σοβαρότητα είχε αυτή η εξαπάτηση στο πρόσωπο μου και στην εταιρεία μου από τον κον. Τσαγγαρίδη και την κα. Κέντελη. Μαθαίνοντας από το Πρωτοκολλητείο ότι όφειλε το Δικαστήριο να μας ενημερώσει αφού δεν εκπροσωπούμαστε με Δικηγόρο, όφειλε να μας ενημερώσει τουλάχιστον για την δεύτερη συνεδρία για να μπορέσω να παρευρεθώ. Διαπίστωσα για ακόμη μία φορά ότι οι Δικηγόροι κος. Τσαγγαρίδης και κα. Κέντελη από το γραφείο της Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. χωρίς να τηρήσουν τα όσα συμφωνήθηκαν στην συνάντηση μας την 01/09/2025 με την Ενάγουσα, προχώρησαν εν αγνοία εμένα και των Εναγομένων 1 και 2 σε απόδειξη της απαίτησης εναντίον μας και με δόλο απέκρυψαν από το Δικαστήριο τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων την 01/09/2025 για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης και οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 πιστεύαμε καλόπιστα και εύλογα ότι οι Δικηγόροι της Ενάγουσας όπως και στις αγωγές με αρ. 4662/2017 και 4663/2017 θα αιτούνταν αναβολή της ακρόασης και θα ζητούσαν νέα ημερομηνία για να εξάντληση όλων των περιθωρίων με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση όλων των πιο πάνω αγωγών.

 

9. Στην ουσία οι δύο αυτοί Δικηγόροι (κος. Τσαγγαρίδης και κα. Κέντελη) διέπραξαν πειθαρχικά αδικήματα κατά παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων, αφού συμπεριφέρθηκαν δολίως και εξαπάτησαν εμένα και τους Εναγόμενους 1 και 2 και απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία από το Δικαστήριο για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης και επέδειξαν πέραν των άλλων ανάρμοστη συμπεριφορά που δεν τιμά το λειτούργημα του Δικηγόρου, ο οποίος οφείλει να δρα έντιμα, ειλικρινά και να μην προσπαθεί να εξαπατεί τους αντιδίκους του. Για αυτή την ανάρμοστη συμπεριφορά των πιο πάνω Δικηγόρων σίγουρα θα προχωρήσω σε καταγγελία στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων για ανάρμοστη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά έναντι μου και των Εναγομένων 1 και 2.

 

10. Αν εγώ και οι Εναγόμενοι 1 και 2 γνωρίζαμε ότι οι Δικηγόροι από το γραφείο της Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. κατά την 06/10/2025 θα έπρατταν με δόλο και θα απέκρυβαν από το Δικαστήριο το τι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης, τότε σαφώς και το τονίζω κατηγορηματικά ότι θα εμφανιζόμασταν και σε καμία περίπτωση όπως φαίνεται και από τις προηγούμενες δικασίμους δεν επιδείξαμε αδιαφορία. Τα πρακτικά ημερ. 06/10/2025 της παρούσας αγωγής επισυνάπτω ως Τεκμήριο 6. Τις ημερομηνίες που επικοινωνούσα με το γραφείο των Δικηγόρων της Ενάγουσας η παρούσα αγωγή εκδικαζόταν εν αγνοία μου και των Εναγομένων 1 και 2 και ο κος. Τσαγγαρίδης μου το απέκρυβε εσκεμμένα και με δόλο και μαζί με την Συνάδελφο του κα. Κέντελη έχουν παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο, ενεργώντας ανέντιμα και διαπράττοντας σοβαρά πειθαρχικά αδικήματα. Από τα πρακτικά ημερ. 06/10/2025 που έχω παραλάβει έχω διαπιστώσει ότι για την δικάσιμο την 09/10/2025 δεν ενημερώθηκα ούτε εγώ ούτε και οι Εναγόμενοι 1 και 2, παρόλο που οι Δικηγόροι της Ενάγουσας και το Πρωτοκολλητείο έχουν όλα τα στοιχεία επικοινωνίας εμένα και των Εναγομένων 1 και 2.

 

11.  Από τα πρακτικά ημερ. 06/10/2025 της υπόθεσης έχω διαπιστώσει ότι την αγωγή έχει αναλάβει ο Έντιμος Δικαστής κος. Παπαθανασίου και την 05/11/2025 απέστειλα επιστολή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην στενοτυπίστρια του παρόντος Δικαστηρίου ενημερώνοντας το πλήρως για την παραπλάνηση που έτυχα εγώ και οι Εναγόμενοι 1 και 2 όπως έχω περιγράψει πιο πάνω και ζητούσα από το Δικαστήριο να μελετήσει προσεχτικά το περιεχόμενο της επιστολής μου και τα έγγραφα που έχω επισυνάψει. Στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο ημερ. 05/11/2025 μου απάντησε η στενοτυπίστρια του Έντιμου Δικαστή κου. Παπαθανασίου με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερ. 06/11/2025 και μου ανάφερε ότι η υπόθεση έχει περατωθεί και αν επιθυμώ, να προβώ στα δέοντα δικονομικά διαβήματα. Η ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερ. 05/11/2025 και 06/11/2025 μεταξύ εμένα και του παρόντος Δικαστηρίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7.

 

12. Έχω αιτηθεί στο Πρωτοκολλητείο να λάβω τα πρακτικά ημερ. 09/10/2025 και την απόφαση που έχει εκδοθεί από το παρόν Δικαστήριο εις βάρος εμένα και των Εναγομένων 1 και 2 και ακόμη δεν μου έχουν παραδοθεί τα πιο πάνω έγγραφα, ούτε και στους Εναγομένους 1 και 2 εννοείται. Περαιτέρω η Ενάγουσα δεν έχει ειδοποιήσει επίσημα εμένα και τους Εναγόμενους 1 και 2 για την έκδοση απόφασης εναντίον μας στην παρούσα αγωγή και ούτε έχει κοινοποιήσει και/ή επιδώσει την απόφαση ημερ. 09/10/2025 σε μας. Αν τα πιο πάνω για την παραπλάνηση που τύχαμε οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν ήταν αλήθεια, τότε δεν θα είχα την ευθύτητα και την τόλμη να αποστείλω την επιστολή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την 05/11/2025 στον Δικαστή που παραπλανήθηκε και εξέδωσε απόφαση εις βάρος εμένα και των Εναγομένων 1 και 2.

13. Η Διαταγή 33 Κανονισμός 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι τυχόν αίτηση για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε λόγω μη εμφάνισης, μπορεί να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την έκδοση της απόφασης. Μπορεί να έχει παρέλθει η πιο πάνω προθεσμία, όμως μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν λάβαμε, ούτε μας κοινοποιήθηκε επίσημα η απόφαση ημερ. 09/10/2025 και εγώ το έμαθα την 31/10/2025 όταν έλαβα τα πρακτικά ημερ. 06/10/2025. Αν δεν μας επιτραπεί να καταχωρήσουμε την παρούσα ενδιάμεση αίτηση, τότε παραβιάζεται κατάφωρα το δικαίωμα μας να εμφανιστούμε και να έχουμε πρόσβαση στην δικαιοσύνη, καθώς το μάθαμε μόλις την 31/10/2025 και βρισκόμασταν σε αναζήτηση Δικηγόρου για να μας συμβουλεύσει για το ορθό δικονομικό διάβημα και εν τέλει προσεγγίσαμε τον κον. Πέτρο Αριστοτέλους μόλις την 20/11/2025. Ένεκα των εν λόγω περιστάσεων όπως αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο αλλά και γιατί εγώ και οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξαπατηθήκαμε από τους Δικηγόρους της Ενάγουσας, οι οποίοι κατά παράβαση της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για τον χειρισμό της υπόθεσης παραπλάνησαν το Σεβαστό Δικαστήριο, θα πρέπει η παρατυπία αυτή της προθεσμίας να θεραπευθεί και/ή διορθωθεί με βάση την Διαταγή 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αλλιώς το θεμελιώδες δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη εμένα και των Εναγομένων 1 και 2 θα παραβιαστεί κατάφωρα όπως και η αρχή της φυσικής δικαιοσύνης που ανήκουν στον πυρήνα του δικαιώματος στην δίκαιη δίκη.

 

14. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια με βάση τις καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές και να παραμερίσει την απόφαση ημερ. 09/10/2025 λόγω μη εμφάνισης των Εναγομένων 1, 2 και 3 την 06/10/2025, καθώς οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 καλόπιστα και εύλογα δεν εμφανιστήκαμε αφού αναμέναμε από τους Δικηγόρους της Ενάγουσας να μας ενημερώσουνε για την νέα ημερομηνία ορισμού και ακρόασης της παρούσας αγωγής κατόπιν αιτήματος τους για αναβολή, όπως έγινε και με τις αγωγές με αρ. 4662/2017 και 4663/2017, καθώς αυτό συμφωνήθηκε την 01/09/2025 στην συνάντηση που είχα εγώ και εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 με τους λειτουργούς της Ενάγουσας και τις κυρίες Κέλεντη και Νικολάου Δικηγόρους από την Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. μιας και βρισκόμασταν σε σοβαρές διαπραγματεύσεις για εξώδικη διευθέτηση όλων των υποθέσεων μεταξύ μας, ήτοι της παρούσας αγωγής και των αγωγών 4662/2017 και 4663/2017. Αντί αυτού οι Δικηγόροι κος. Τσαγγαρίδης και κα. Κέλεντη απέκρυψαν την προφορική συμφωνία και συνεννόηση μεταξύ των διαδίκων για υποβολή αιτήματος για αναβολή της ακρόασης της δικασίμου την 06/10/2025 ένεκα σοβαρών διαπραγματεύσεων για εξώδικη διευθέτηση όλων των υποθέσεων που βρίσκονταν σε εξέλιξη, παραπλάνησαν τόσο εμένα όσο και τους Εναγόμενους 1 και 2, παραπλάνησαν επίσης και το Σεβαστό Δικαστήριο και έδρασαν ανέντιμα και με δολιότητα καταπατώντας το φυσικό δικαίωμα εμένα και των Εναγομένων 1 και 2 να ακουστούμε στην ακρόαση. Προφανώς η συγκεκριμένη αγωγή εκδικάστηκε από τους προαναφερόμενους Δικηγόρους για σοβαρούς λόγους μη παρουσίας εμένα που θα παρουσίαζα ως τεκμήρια στο Δικαστήριο τις πραγματικές συμφωνίες που είχα συνάψει εγώ και οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την πρώην Λαϊκή και όχι τις χαλκευμένες και μη αληθινές συμφωνίες που παρουσίασαν οι πιο πάνω Δικηγόροι ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

15.  Με βάση τα πιο πάνω υπάρχει καλός και σοβαρός λόγος που οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν εμφανιστήκαμε στην δικάσιμο την 06/10/2025 και θα πρέπει το Σεβαστό Δικαστήριο να παραμερίσει την απόφαση ημερ. 09/10/2025 και να μας δώσει το δικαίωμα και την ευκαιρία να ακουστούμε, αλλιώς θα υπάρχει κατάφωρη παραβίαση του δικαιώματος μας στην φυσική δικαιοσύνη και του θεμελιώδους δικαιώματος μας πρόσβασης στην δικαιοσύνη, αφού τόσο εγώ όσο και οι Εναγόμενοι 1 και 2 σε καμία περίπτωση δεν επεδείξαμε αδιαφορία για την πορεία της παρούσας υπόθεσης και δράσαμε έγκαιρα και σε εύλογα πλαίσια για την καταχώρηση της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης. Είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης με βάση τα πιο πάνω η απόφαση ημερ. 09/10/2025 εις βάρος των Εναγομένων 1, 2 και 3 να παραμεριστεί. »

 

Η ένσταση

Η Ενάγουσα / Καθ’ ης η αίτηση (στο εξής η Καθ’ ης η αίτηση) αντέδρασε στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης, προβάλλοντας 19 λόγους ένστασης.

 

Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.17 θ.10, Δ.33 θ.1-15, Δ.34, Δ.38, Δ.48, θ.1-9, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, στα άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος, στον περί Συμβάσεων Νόμο, στους Γενικούς Κανόνες και/ή Γενικές Αρχές της Νομολογίας και/ή του Δικαίου της Επιεικείας, και επί των Κανόνων Επιείκειας, και στις Συμφυείς Εξουσίες, Νομολογία, Διακριτική Ευχέρεια και Πρακτική του Δικαστηρίου, καθώς και στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Α. Ζαρή, ο οποίος είναι υπάλληλος της Καθ’ ης η αίτηση. Ως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά την υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση, ενώ απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 3.

 

Σύμφωνα με το μάρτυρα, τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

« (α) Η παρούσα αγωγή ήταν ορισμένη για Ακρόαση στις 6.5.2025. Εκείνη την ημερομηνία ζητήθηκε από κοινού αναβολή της Ακρόασης μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων προς το Δικαστήριο καθώς τα μέρη βρίσκονταν σε συζητήσεις για διευθέτηση τόσο της παρούσας υπόθεσης όσο και άλλων υποθέσεων που αφορούν τα ίδια μέρη. Το Δικαστήριο ενέκρινε το εν λόγω αίτημα των μερών και όρισε την υπόθεση εκ νέου για Ακρόαση στις 6.10.2025 και ώρα 11:00. Επισυνάπτω την εν λόγω αλληλογραφία ως Τεκμήριο Α.

 

(β) Ως με ενημερώνει η Δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση κ. Τόνια Κέντελη, κανένας εκ των Εναγόμενων δεν επικοινώνησε την την προηγούμενη ημέρα ορισμού της υπόθεσης, ήτοι στις 5.10.2025, για αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων προς το Δικαστήριο, ως εκ τούτου εμφανιστήκαμε ενώπιον του Δικαστηρίου την ώρα που το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση εφόσον αυτή ήταν ορισμένη για Ακρόαση. 

 

Οι Εναγόμενοι στις 6.10.2025 ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για Ακρόαση και ενώ είχαν δεόντως ενημερωθεί από το Δικαστήριο για την ημέρα και ώρα ορισμού της υπόθεσης παρέλειψαν να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστήριο σύμφωνα με τα σχετικά στενοτυπημένα πρακτικά ημερ. 6.10.2025 τα οποία έχουν επισυναφθεί ως Τεκμήριο 6 στην ΕΔ Παπαδημητρίου.

 

Περαιτέρω, οι Αιτητές παρέλειψαν να επικοινωνήσουν, ως με ενημερώνει η Δικηγόρος μας, με το γραφείο Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε και/ή με την ίδια και επέλεξαν να το πράξουν κάποιες μέρες αργότερα ως άλλωστε αναφέρουν και οι ίδιοι στην ΕΔ Παπαδημητρίου.

 

(γ)  Το Δικαστήριο στην συνέχεια ανέμενε τους Εναγόμενους να παρουσιαστούν ενώπιον του μέχρι και τις 11:25 ως το Τεκμήριο 6 της ΕΔ Παπαδημητρίου οι Εναγόμενοι φωνάχθηκαν και ήταν απόντες. Ως εκ της απουσίας των Εναγόμενων και κατά συνέπεια της παράλειψης προώθησης της υπεράσπισης τους, η Δικηγόρος μας αιτήθηκε την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 ως φαίνεται και στο πρακτικό του Δικαστηρίου  (Τεκμήριο 6 της ΕΔ Παπαδημητρίου)

 

(δ) Το Δικαστήριο ανέτρεξε στα πρακτικά του και αρχικά βεβαιώθηκε ότι οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν για την προγραμματισμένη ώρα και ημερομηνία της ακρόασης της υπόθεσης. Στην συνέχεια, αφότου φωνάχθηκαν και ήταν απόντες έκρινε ότι με βάση την μαρτυρία που είχε παρουσιαστεί ενώπιον του από την Ενάγουσα και αφού μελέτησε αυτή στην ολότητα της, όρισε την υπόθεση στις 9.11.2025 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να διευκρινιστεί το ζήτημα του επιτοκίου με το οποίο επιβαρύνεται ο επίδικος λογαριασμός.

(ε) Στις 9.11.2025 αφού διευκρινίστηκε και περιορίστηκε το επιτόκιο με την ένορκη δήλωση μου ημερ. 9.11.2025 την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο Β  το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η Ενάγουσα είχε αποδείξει την υπόθεση της στο βαθμό και στο επίπεδο που επιβάλλεται σε αστικής φύσεως υποθέσεις. Συνεπακόλουθα, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 9.10.2025 απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3.

 

(στ) Όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις για τυχόν διευθέτηση των υποχρεώσεων των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες, ως με ενημερώνει η Δικηγόρος που χειρίζεται την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και η οποία ήταν παρούσα κατά την ημερομηνία συνάντησης των μερών ήτοι την 1.9.2025 και περαιτέρω ως με ενημερώνουν από οι Τραπεζικοί  λειτουργοί που χειρίζονται τις υποθέσεις των Εναγομένων αυτές δεν τελεσφόρησαν μέχρι και σήμερα και ούτε υπάρχει οποιαδήποτε προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών ως ψευδώς και παραπλανητικά αναφέρει ο Εναγόμενος 3. Συγκεκριμένα στον Εναγόμενο 3 αναφέρθηκε επανειλημμένως πως για να προχωρήσουμε σε εξέταση οποιασδήποτε πρότασης για διευθέτηση θα έπρεπε να μας προσκομίσει συγκεκριμένα στοιχεία και/ή έγγραφα. Ειδικότερα, οι Εναγόμενοι προσκόμισαν κάποια από τα έγγραφα που ζητήθηκαν ελλιπώς και κάποια εξ αυτών ουδέποτε προσκομίστηκαν. Ως εκ τούτου η θέση μας είναι ότι τα μέρη ναι μεν διενήργησαν κάποιες διαπραγματεύσεις πλην όμως αυτές δεν ήταν επιτυχείς εξ υπαιτιότητας των Εναγομένων με αποτέλεσμα να συνεχίσουμε στην προώθηση τόσο της παρούσας όσο και των άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν και δεν υπήρχε λόγος περαιτέρω αναβολής και/ή καθυστέρησης της υπόθεσης της διαδικασίας.

 

Σημειώνω ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συνεννόηση για αναβολή της προώθησης των Αγωγών που εκκρεμούν στο Δικαστήριο και πως να υπάρξει άλλωστε τέτοια συνεννόηση από την στιγμή που η εξέταση του εκάστοτε αιτήματος που υποβάλλετε αναφορικά με την προώθηση τους επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. »

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο μάρτυρας αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι ήταν ενήμεροι για τη δικαστική διαδικασία και «Παρ’ όλα αυτά επέδειξαν πλήρη αδιαφορία και αδράνεια για την διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον τους και δεν επέδειξαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον για να προωθήσουν την υπεράσπιση τους στην καθορισμένη ημέρα και ώρα ενώπιον του Δικαστηρίου σε βαθμό κατάχρησης και καταφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων της Καθ’ης η αίτηση.»  Επίσης, αναφέρει ότι δεν παρουσιάστηκαν στις 6/10/2025 για την προώθηση της υπεράσπισης τους και δεν επικοινώνησαν με τους δικηγόρους της Καθ’ ης η αίτηση και επέλεξαν να επικοινωνήσουν με το Δικαστήριο άλλη μέρα, ήτοι στις 20/10/2025, όπως αναφέρουν οι ίδιοι, επιδεικνύονταν ασέβεια σε βαθμό κατάχρησης και καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της Καθ’ ης η αίτηση. Ούτε υπήρχε υποχρέωση, συνεχίζει, να τους ενημερώσουν οι συνήγοροι για την ημερομηνία της ακρόασης από τη στιγμή που ενημερώθηκαν προηγουμένως οι ίδιοι και όφειλαν να είναι παρόντες.

 

Περαιτέρω, αναφέρει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, αφού παρέλειψαν να την καταχωρήσουν εντός 15 ημερών από την έκδοση της απόφασης, ως προνοούν οι διαδικαστικοί κανονισμοί.

 

Είναι επίσης η θέση του ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον αποτελεί προσπάθεια των Εναγόμενων να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους και να καθυστερήσουν τη διεκπεραίωση της υπόθεσης.

 

Σχολιάζοντας τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 3, ο μάρτυρας αναφέρει κατ’ αρχάς ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν πολύ καλά πως διενεργείται η διαδικασία, εφόσον εμφανίζονταν προσωπικά στις τρεις αγωγές και επιπρόσθετα χειρίστηκαν προσωπικά την υπόθεση 3175/2015, η οποία εκδικάστηκε (τεκμήριο Γ). Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι ανέμεναν από τους δικηγόρους ενημέρωση, οι οποίοι εξάλλου δεν είχαν καμία υποχρέωση να τους ενημερώνουν. Σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι έπρεπε να εμφανιστούν στις 6/10/2025 και ώρα 11:00 π.μ. και αν εκωλύοντο θα έπρεπε να υποβάλουν το αίτημα τους με ηλεκτρονικό μήνυμα. Ως προς τις διαπραγματεύσεις που αναφέρει ο Εναγόμενος 3, σημειώνει ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν καταλήξει, ούτε εκκρεμεί οποιαδήποτε πρόταση των Εναγόμενων για εξέταση και αντίθετα δόθηκαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να μην συναινέσουν σε οποιοδήποτε αίτημα αναβολής αλλά να προχωρήσουν στην εκδίκαση των υποθέσεων. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 3 είναι ψευδείς και έχουν να κάνουν με την προσπάθεια του να δικαιολογήσει τη μη εμφάνιση τους. Περαιτέρω, οι δικηγόροι τους κανένα πειθαρχικό αδίκημα δεν έχουν διαπράξει.       

 

Τέλος, προβάλει τη θέση ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ζητά την απόρριψη της αίτησης.

 

 

Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Αιτητών

Η πλευρά των Αιτητών, κατόπιν άδεια του Δικαστηρίου, προέβη στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αυτή τη φορά ορκίζεται η Εναγόμενη 2, η οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη και από τους Εναγόμενους 1 και 3 για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η ενόρκως δηλούσα δε, αναφέρει ότι έχει στην κατοχή της ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 17/10/2025 που απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ο κ. Βασίλης Τσαγγαρίδης, δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ’ ης η αίτηση, στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της στενογράφου της κας Ταλαρίδου, Α.Ε.Δ, για την αγωγή με αρ. 4663/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και το οποίο κοινοποιήθηκε και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της Εναγόμενης 1 εταιρείας και στο προσωπικό της ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (Τεκμήριο 1).

 

Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Καθ’ ης η αίτηση

Με άδεια του Δικαστηρίου, καταχωρίστηκε επίσης συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση.  Ο Ζαρής αναφέρει σε αυτήν ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα που κατέθεσαν οι Αιτητές με την συμπληρωματική τους ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 1, δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα εφόσον τα μέρη ναι μεν διενήργησαν κάποιες συναντήσεις  και  διαπραγματεύσεις σε μια προσπάθεια εξεύρεσης εξώδικης διευθέτησης πλην όμως δεν είχαν καταλήξει σε οποιαδήποτε συμφωνία, κάτι που οφείλεται στους Αιτητές εφόσον δεν προσκόμισαν τα απαραίτητα στοιχεία και έγγραφα που τους ζητήθηκαν, ενώ κάποια άλλα που παρουσίασαν ήταν ελλιπή, γεγονός που καθιστούσε εκ των πραγμάτων αδύνατη την αξιολόγηση της «πρότασης» που είχε υποβληθεί από τους Εναγόμενους. Ως αναφέρει επίσης, οι αναφορές των δικηγόρων τους στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα ότι διεξάγονται σοβαρές προσπάθειες για διευθέτηση, έγιναν με σκοπό να δοθεί η ευκαιρία στους Εναγόμενους να υποβάλουν ολοκληρωμένη πρόταση με όλα τα απαιτούμενα υποστηρικτικά στοιχεία και έγγραφα κάτι που ουδέποτε έγινε μέχρι σήμερα.

 

Σε κάθε περίπτωση αναφέρει ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης των υποθέσεων των Αιτητών δεν θα μπορούσε να αναστείλει ή να περιορίσει καθ’ οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα της Τράπεζας να προωθήσει τις εκκρεμούσες  υποθέσεις στο Δικαστήριο, ούτε αναιρούσε τη συνεχή υποχρέωση των Αιτητών να εμφανίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την προγραμματισμένη δικάσιμο των υποθέσεων τους, με σκοπό την προώθηση των ισχυρισμένων δικαιωμάτων τους. Ιδιαίτερα από την στιγμή που αυτοί διατηρούσαν γνώση και εν πάση περιπτώσει είχαν ενημερωθεί δεόντως από το Δικαστήριο για την προγραμματισμένη ημέρα και ώρα ακρόασης της παρούσας αγωγής. 

 

Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις

Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. 

 

Νομική Πτυχή

Η Δ.33, θ.θ. 3 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοούν τα ακόλουθα:

 

« 3. If on the day fixed for trial the plaintiff appears when the trial is called on but the defendant does not, then upon proof being given of the defendant having been given notice of such day, the plaintiff may prove his claim, so far as the burden of proof lies upon him and judgment may be given accordingly.

………….

5. Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial. »

 

Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση AnnClair Developments Ltd v. Στέλιου Κυριακίδη (1999) 1 ΑΑΔ 537, η Δ.33, θ.3 περιέχει την ειδική ρύθμιση σε σχέση με τις επιπτώσεις και, ακολούθως, τις δυνατότητες όταν κατά την ημέρα της δίκης δεν εμφανίζεται ο εναγόμενος. Εφόσον ο εναγόμενος ειδοποιήθηκε κανονικά για την ημερομηνία της δίκης και παρέλειψε να εμφανιστεί, τότε ενεργοποιούνται οι πρόνοιες της Δ.33, θ.3 και ο ενάγοντας έχει δικαίωμα να αποδείξει την υπόθεση του, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του, και μπορεί να εκδοθεί απόφαση ανάλογα. 

 

Στην δε υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2003) 1 ΑΑΔ 1596, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

« Στην περίπτωση παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη, δεν εγείρεται θέμα αποκάλυψης της υπεράσπισής του εφόσον αυτή έχει καταχωριστεί. Το κρίσιμο ερώτημα στην περίπτωση εκείνη είναι κατά πόσο η απουσία του υποδηλώνει εγκατάλειψη της υπεράσπισής του ή αδιαφορία για την προώθησή της. Γύρω από αυτά τα ζητήματα περιστρέφεται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, ως αποκαλύπτει η αποδοθείσα από τα αγγλικά δικαστήρια ερμηνεία του αγγλικού θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος αποτέλεσε και το πρότυπο για τη διαμόρφωση της Δ.33, θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (Βλ. Ord.36 r.33 των παλαιών αγγλικών θεσμών. The Annual Practice 1958, σελ. 831.[1]) Αυτό είναι λογικό εφόσον η υπεράσπιση έχει προβληθεί στην έκθεση υπεράσπισης. Τα κρίσιμα γεγονότα για τον παραμερισμό της απόφασης είναι εκείνα που άπτονται του λόγου της μη εμφάνισης του εφεσείοντος κατά τη δίκη. »

 

Εξέταση της αίτησης

Έχοντας μελετήσει την επίδικη αίτηση, την ένσταση και τις σχετικές ένορκες δηλώσεις, σε συνδυασμό με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, και με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο, αφού στάθμισε το σύνολο του ενώπιόν του υλικού, καταλήγει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εξηγώ.

 

Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι Αιτητές γνώριζαν ότι η αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση στις 6/10/2026 και ώρα 11:00 π.μ.. Ο Εναγόμενος 3 επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του το ηλεκτρονικό μήνυμα που στάλθηκε στις 5/5/2026 από την στενοτυπίστρια του Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση) και με το οποίο ενημερώνονται σχετικά. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι οι Αιτητές δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο κατά την εν λόγω ημερομηνία και ώρα, και ότι αφού φωνάχθηκαν η ώρα 11:25 π.μ. προέκυψε ότι ήταν απόντες (βλ. τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3). Εξάλλου, οι Αιτητές δεν προβάλλουν τη θέση ότι ήταν παρόντες στο Δικαστήριο κατά την εν λόγω ημερομηνία και ώρα ή οποιαδήποτε ώρα.  

 

Σημειωτέον ότι οι Αιτητές πέραν του ότι δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία, δεν  επικοινώνησαν με το Δικαστήριο ούτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για να ενημερώσουν ότι δεν θα παρουσιαστούν για οποιοδήποτε λόγο και εν πάση περιπτώσει προκειμένου να υποβάλουν αίτημα αναβολής της ακρόασης. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου είναι σαφές ότι ήταν σε γνώση των Αιτητών η δυνατότητα επικοινωνίας με το Δικαστήριο με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

 

Με δεδομένη την απουσία των Αιτητών, το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα των συνηγόρων της Καθ’ ης η αίτηση να προχωρήσουν σε απόδειξη και άκουσε προς το τούτο τον μάρτυρα που κλήθηκε. Επειδή όμως χρειάστηκε να δοθούν διευκρινίσεις ως προς το επιτόκιο που αξιωνόταν, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για περαιτέρω απόδειξη στις 9/10/2026. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, η Καθ’ ης η αίτηση παρουσίασε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, περιορίζοντας τόσο τον τόκο όσο και το αξιούμενο ποσό και το Δικαστήριο αφού ικανοποιήθηκε, εξέδωσε απόφαση υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση ως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας.

 

Παρενθετικά, αναφέρεται εδώ ότι οι Αιτητές μέχρι και τις 9/10/2026 που εκδόθηκε η απόφαση, δεν επικοινωνήσαν με το Δικαστήριο για την υπόθεση τους.

 

Ως προς τη θέση του Εναγόμενου 3 ότι το Δικαστήριο όφειλε να τους ενημερώσει τουλάχιστον για τη δεύτερη συνεδρία για να μπορέσει να παρευρεθεί, πέραν του ότι πρόκειται για μια γενική και αόριστη θέση με επίκληση μια αόριστη ενημέρωση που έλαβε από το Πρωτοκολλητείο, σε κάθε περίπτωση η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι δεν προέκυπτε οποιαδήποτε υποχρέωση εκ μέρους του Δικαστηρίου να ειδοποιήσει εκ νέου τους Αιτητές. Όπως σαφώς προκύπτει από την υπόθεση AnnClair Developments Ltd (ανωτέρω), στις 6/10/2025 συντελέστηκε πλήρως η μη εμφάνιση κατά την ορισθείσα ημερομηνία και «με τροχιοδρομημένη πλέον τη διαδικασία της απόδειξης, την οποία ρητά προσδιορίζει ο Κανονισμός ως ξεχωριστή έννοια, θα μπορούσε να είχε προσαχθεί η οποιαδήποτε μαρτυρία χρειαζόταν αυθημερόν ή σε περισσότερες της μιας ημερομηνίες, ή σε άλλη ημερομηνία, ανάλογα με τις ανάγκες της περίπτωσης.» 

 

Έχει σημασία δε να επισημανθεί ότι στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο, απαντώντας σε σχετικό επιχείρημα των εφεσειόντων, ξεκαθάρισε ότι «ο ορισμός νέας ημερομηνίας για απόδειξη, κατά ενάσκηση διακριτικής εξουσίας από το Δικαστήριο, ή ακόμα το γεγονός της μη συμπλήρωσης της απόδειξης σε μια ημερομηνία, δεν την αποχαρακτηρίζει για να τη μεταβάλει σε "δίκη" με την έννοια της Δ.33 θ.3» και επίσης ότι «στην παρούσα περίπτωση, η νέα ημερομηνία αφορούσε στην απόδειξη, όρος που στο πλαίσιο της Δ.33 θ. 3 ενέχει την έννοια της προσαγωγής μαρτυρίας από τον ένα μόνο από τους διαδίκους. τον ενάγοντα που εμφανίστηκε κατά την ημερομηνία που ορίστηκε για τη δίκη. »

 

Ως εκ των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η απόδειξη δεν συμπληρώθηκε στις 6/10/2025, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για περαιτέρω απόδειξη στις 9/10/2025 και δεν είχε καμία υποχρέωση να ειδοποιήσει τους Αιτητές, οι οποίοι γνώριζαν πότε ορίστηκε η υπόθεση τους και ήταν δική τους υποχρέωση να εμφανιστούν.

 

Με αυτά υπόψη, θεωρώ ότι η απόφαση εναντίον των Αιτητών εκδόθηκε κανονικά δυνάμει της Δ.33 θ.3. Το επόμενο ζήτημα που τίθεται αφορά κατά πόσο συντρέχουν λόγοι παραμερισμού της εν λόγω απόφασης δυνάμει της Δ.33 θ.5. Πριν εξεταστεί όμως η ουσία του ζητήματος αυτού, θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα το ζήτημα του εκπρόθεσμου της αίτησης.

 

Πρόκειται για ζήτημα που ήγειρε εξ αρχής η Καθ’ ης η αίτηση με την ένσταση της (βλ. τρίτο λόγο ένστασης) και εμμένει σ’ αυτό. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, με βάση τη Δ.33 θ.5 η αίτηση παραμερισμού θα πρέπει να καταχωρείται εντός 15 ημερών μετά την ημέρα της δίκης.

 

Οι Αιτητές δέχονται ότι η καταχώριση της αίτησης ήταν εκπρόθεσμη, όμως αναφέρουν ότι δεν τους κοινοποιήθηκε η απόφαση και το έμαθαν όταν έλαβαν τα πρακτικά στις 31/10/2025. Βεβαίως, από τα όσα αναφέρει ο Εναγόμενος 3 στην παράγραφο 8 της ένορκης του δήλωσης είναι ξεκάθαρο ότι είχε λάβει πληροφόρηση από το Πρωτοκολλητείο στις 16/10/2025 για την εκδίκαση της υπόθεσης.

 

Εν πάση περιπτώσει, ό,τι άλλο αναφέρουν είναι ότι μετά τις 31/10/2025 βρίσκονταν σε αναζήτηση δικηγόρου και μόλις στις 20/11/2025 προσέγγισαν τον νυν δικηγόρο τους. Παρενθετικά, σημειώνω ότι καμία εξήγηση δεν έχει δοθεί για την κοινοποίηση του τεκμηρίου 4 στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3 προς τον εν λόγω δικηγόρο στις 19/11/2025, δηλαδή την προηγούμενη μέρα της ημερομηνίας που ισχυρίζεται ότι τον προσέγγισαν.

Εν τέλει, ενόψει των ανωτέρω και των όσων γενικότερα αναφέρουν, ζητούν την θεραπεία και/ή διόρθωση της παρατυπίας δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Ευθέως αναφέρω ότι από τη νομολογία που και οι ίδιοι παραθέτουν στην αγόρευση τους, προκύπτει ότι όλα όσα θέτουν θα ήταν σχετικά στο πλαίσιο αίτησης για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης της αίτησης και όχι για να παρακαμφθεί το γεγονός ότι η αίτηση ήταν εκπρόθεσμη, κατ’ επίκληση της Δ.64.

 

Όπως αναφέρθηκε στην AnnClair Developments Ltd (ανωτέρω):

 

« ΄Οπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (ανωτέρω) και τις άλλες που αναφέρθηκαν δεν ήταν δυνατό να παρακαμφθεί το γεγονός ότι η αίτηση για παραμερισμό ήταν εκπρόθεσμη, κατ΄επίκληση της Δ.64. Το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας, όπως παρατηρήθηκε και στην πιο πάνω υπόθεση, θα μπορούσε να ήταν σχετικός παράγοντας στο πλαίσιο αίτησης για παράταση της προθεσμίας. Θα σημειώναμε εδώ και την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Evand Promotions κ.α. ν. Frank Rutman Πολ. ΄Εφ. 9397 ημερομηνίας 16.11.98 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για παράταση. Αφορούσε σε προθεσμία για αναθεώρηση ψήφισης εξόδων που παρατάθηκε αφού κρίθηκε πως το σφάλμα του δικηγόρου αναφορικά με τα ένδικα μέσα που προσφέρονταν, δεν θα έπρεπε να αποβεί μοιραίο. »

 

Η Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου (1991) 1 ΑΑΔ 945, η οποία μνημονεύεται στην πιο πάνω απόφαση, αφορούσε αίτηση για να δοθούν οδηγίες για διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας. Η αίτηση καταχωρήθηκε την ενδέκατη ημέρα μετά την ημερομηνία κατά την οποία οι γραπτές προτάσεις θεωρούνταν ότι έκλεισαν, και κατά συνέπεια, ήταν εκπρόθεσμη κατά μία ημέρα, διότι, σύμφωνα με την Δ.30, θ.1(β), έπρεπε να υποβληθεί μέσα σε δέκα μέρες από το κλείσιμο των γραπτών προτάσεων. Η εφεσείουσα στην ένστασή της ήγειρε, μεταξύ άλλων, το θέμα του εκπρόθεσμου της αίτησης και επέμενε στο θέμα αυτό μέχρι τέλους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η εκπρόθεσμη κατάθεση της αίτησης ήταν απλή παρατυπία και όχι θεμελιώδες ελάττωμα που επέφερε ακυρότητα, προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και εξέδωσε διάταγμα για επιτόπια έρευνα.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

« To πρωτόδικο Δικαστήριο μετά τη διάγνωση του πως η εκπρόθεσμη αίτηση ήταν παράτυπη και όχι άκυρη, απλώς παράκαμψε το θέμα και προχώρησε στην εξέταση της ουσίας. Ο χειρισμός αυτός ήταν λανθασμένος. Η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανηλειμμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλμεταξύ άλλων The Attorney-General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another (1973) 1 CLR 1.

 

Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της*.

 

* Βλ.και Eleftheriades and another v. Mavrellis and another (1985) 1 CLR 440, αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία τον Δικαστηρίου.

 

Η Δ.64 δεν είναι εναλλακτικός τρόπος για την εξασφάλιση τέτοιου αποτελέσματος. Θα λέγαμε ότι η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο, μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας, (Βλ. Δ.64 κ. 2)), το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό.

 

Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση από την πλευρά της εφεσείουσας να εγείρει το θέμα ή για νέα βήματα στη διαδικασία. Αμέσως μετά την επίδοση της εκπρόθεσμης αίτησης η εφεσείουσα είχε εγείρει το θέμα. Θα αναμέναμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εφεσίβλητη θα απέσυρε την αίτηση προκειμένου να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας. Η εφεσίβλητη όμως απλώς προώθησε την αίτησή της υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η παρατυπία θα έπρεπε να αγνοηθεί μια και δεν καθιστούσε άκυρη την αίτηση.

Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα ακυρώσει μια παράτυπη διαδικασία ή το κατά πόσο θα επιτρέψει κάποια τροποποίηση ή θα επιλέξει άλλο χειρισμό. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής.

 

Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα μπορούσε στα πλαίσια αίτησης για παράταση της προθεσμίας, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, να θεωρήσει ως σχετικούς παράγοντες τόσο το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας όσο και τις πρόνοιες της Δ.30 κ.7. Θα προσθέταμε όμως πως με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Δ.30 κ.7  αποδυναμώνει τη Δ.30 κ.2 ως προς την οριζόμενη προθεσμία η ότι εισάγει μηχανισμούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τους κανονισμούς. »

 

Περαιτέρω, σημειώνω ότι στην υπόθεση Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd κ.α., Πολ. Έφ. 283/10, ημερομηνίας 3/7/2014, λέχθηκαν και τα εξής:

 

«Μετά την τροποποίηση της Δ.64 και την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου, ενδεχομένως στην παρούσα περίπτωση η παράλειψη να μπορούσε να θεραπευθεί. Όμως καμία αίτηση δεν υποβλήθηκε από την Αιτήτρια ζητώντας να θεραπευθεί η παράλειψη, ώστε να αποκτήσει η αίτηση το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο. Υπάρχουν περιπτώσεις που το δικαστήριο κατ' εξαίρεση μπορεί αυτεπάγγελτα να θεωρήσει ότι η παράλειψη έχει ήδη θεραπευθεί, αλλά η παρούσα δεν είναι μια τέτοια περίπτωση. Στην υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/10, ημερ. 17.12.2013, τονίσαμε ότι οι παρατηρήσεις μας ως προς την ευχέρεια που πάντοτε έχει το δικαστήριο να θεραπεύει παρατυπία «δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το δικαστήριο».»

 

Η νομολογία έχει καταστήσει σαφές προ πολλού ότι η Διαταγή 64 δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πανάκεια για τη διόρθωση των οποιωνδήποτε λαθών. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι η τήρηση της προθεσμίας της Δ.33 θ.5 αποτελεί προϋπόθεση που δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης να παρακαμφθεί μέσω της γενικής διακριτικής ευχέρειας της Δ.64, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν έχουν ζητήσει παράταση της προθεσμίας καταχώρησης της αίτησης, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη.

 

Δεν κρίνεται, υπό το φως όλων των ανωτέρω, αναγκαία η εξέταση των λοιπών  λόγων ένστασης.  

 

Κατάληξη

Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1-3/Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 (Υπ.)  ……………..……..………….

Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

 

Πιστόν αντίγραφον

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο