Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας
Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.
Αρ. Απαίτησης (Μέρος 8): 1544/2025
Μεταξύ:
Armada OJSC
Ενάγουσας
και
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 165)
Εναγόμενης
Ημερομηνία: 3 Αυγούστου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσας – Αιτήτριας: κ. Χάρης Παπαχριστοδούλου για ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε
Για Καθ’ ης η Αίτηση / Εναγόμενη: κ. Βερζανλής για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Ενδιάμεση Απόφαση στην Αίτηση Ημερομηνίας 07/11/2025
Στις 7.11.2025 η Ενάγουσα/Αιτήτρια καταχώρησε με βάση το Μέρος 8 την παρούσα Απαίτηση η οποία περιέχει τις αξιώσεις της. Ουσιαστικά τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση είναι τα ίδια με τα αιτούμενα διατάγματα που επιζητούνται στην υπό εκδίκαση αίτηση.
Κατά την ίδια ημέρα καταχωρίστηκε μονομερώς η παρούσα Αίτηση, με την οποία ζητούνται τα ακόλουθα:
1. Ενδιάμεσο διάταγμα, μέχρι την έκδοση νέας διαταγής του Δικαστηρίου, με το οποίο:
1.1. ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ, εκτός για τον σκοπό λήψης νομικής συμβουλής, να ενημερώσει άμεσα ή έμμεσα οποιονδήποτε για την παρούσα διαδικασία ή για το περιεχόμενο του Διατάγματος ή να προειδοποιήσει οποιονδήποτε ότι έχει εγερθεί ή μπορεί να εγερθεί εναντίον του διαδικασία από την Αιτήτρια.
1.2. ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ να απωλέσει και/ή καταστρέψει και/ή παραποιήσει και/ή να ακυρώσει και/ή να παραιτηθεί από την κατοχή και/ή εξουσία και/ή επιμέλεια και/ή έλεγχο και/ή να επιτρέψει να χαθεί και/ή να καταστραφεί οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή έγγραφα τα οποία θα μπορούσαν να είναι σχετικά με και/ή τα οποία θα έπρεπε να δοθούν στην Αιτήτρια στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αίτησης ή απαίτησης.
2. Τελικό ή ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ ΤΗΝ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ ΟΠΩΣ παραδώσει, εντός 20 (είκοσι) εργάσιμων ημερών από την επίδοση του Διατάγματος, αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχει στην κατοχή της τα οποία αφορούν την εταιρεία DENERHEY INVESTMENTS CORP από Βρετανικές Παρθένες Νήσους αρ. Εγγραφής 1640167 (η “Denerhey”) η οποία διατηρούσε, μεταξύ άλλων, λογαριασμούς με αριθμό [ ], [ ], και [ ] με την Εναγόμενη:
2.1. Πληροφορίες και έγγραφα σχετικά με κάθε είδος λογαριασμού ή περιουσιακά κατείχε η Εναγόμενη για την Denerhey περιλαμβανομένων:
i. Τραπεζικούς λογαριασμούς,
ii. Λογαριασμούς αξιογράφων,
iii. Θυρίδες ή οποιουδήποτε άλλου είδους λογαριασμούς που τηρήθηκαν ή άνοιξαν στο όνομα της Denerhey.
2.2. Εταιρικών εγγράφων της Denerhey που υποβλήθηκαν στην Εναγόμενη, περιλαμβανομένων:
i. Των ψηφισμάτων/αποφάσεων (resolutions) των Εταιρειών (είτε στο επίπεδο διοικητικού συμβουλίου, είτε στο επίπεδο γενικής συνέλευσης/μετόχων ή άλλως πως), και/ή
ii. Των Πρακτικών.
2.3. Αναλυτικές καταστάσεις των Τραπεζικών Λογαριασμών των Εταιρειών από την ημερομηνία ανοίγματος τους μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης του Διατάγματος.
2.4. Έγγραφα ή πληροφορίες σχετικά με οδηγίες μεταφοράς και/ή εμβάσματος και/ή μηνύματα τύπου SWIFT (είτε αφορούν εισερχόμενα είτε εξερχόμενα ποσά).
2.5. Όλα τα συμβόλαια που υποβλήθηκαν στην Εναγόμενη.
2.6. Όλα τα πληρεξούσια που υποβλήθηκαν στην Εναγόμενη.
2.7. Πληροφορίες και έγγραφα σχετικά με τη χρηματοδότηση της μεταβίβασης 100.000 μετοχών από την Ενάγουσα στην Denerhey και την εκ νέου μεταβίβαση των 100.000 μετοχών από την Denerhey στην Commercial Alliance Inc., και οι δύο το 2011, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών που δόθηκαν στην Εναγόμενη και σε οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο όργανο σχετικά με τη μεταβίβαση, έγγραφα που δόθηκαν και/ή κατατέθηκαν σε οποιονδήποτε άλλο αρμόδιο φορέα σχετικά με τη (χρηματοδότηση της) μεταβίβασης μετοχών, έγγραφα αγοράς και/ή άλλα έγγραφα βάσει των οποίων η Denerhey πλήρωσε για τις μετοχές από την Ενάγουσα και όλη η σχετική αλληλογραφία (ηλεκτρονική ή άλλη) με την Τράπεζα Κύπρου σχετικά με τη μεταβίβαση μετοχών.
3. ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΕΙ την Αιτήτρια να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο, που θα λάβει δυνάμει των Διαταγμάτων προς ιχνηλάτιση (tracing) των περιουσιακών της στοιχείων και/ή υποστήριξη αγωγής και/ή λήψης νομικών μέτρων εναντίον των Εταιρειών και/ή των Φυσικών Προσώπων και/ή οιωνδήποτε άλλων αδικοπραγούντων των οποίων η ταυτότητα τα αποκαλυφθεί ως αποτέλεσμα της παρούσης διαταγής.
Στις 20.11.2025 το Δικαστήριο έκδωσε μονομερώς μόνο το αιτητικό σε σχέση με το διάταγμα φίμωσης (Gagging Order) και Διαφύλαξης μαρτυρίας (Evidence Preservation Order) και διέταξε όπως οι λοιπές αιτούμενες θεραπείες επιδοθούν στην Καθ’ ης η Αίτηση.
Η αίτηση στηρίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Μέρος 23 και Μέρος 25.6, 25.7, στα Άρθρα 4, 9 και 22 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ. 6), στα Άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο Άρθρο 7 του Bankers’ Books Evidence Act 1879, στο άρθρο 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Εργασιών Νόμου (Ν. 66(Ι)/97) και στον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, στους περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1977 έως 2013, Άρθρα 1 έως 29, στις αρχές που διέπουν τα Διατάγματα τύπου Norwich Prarmacal, στις νομολογιακές αρχές της Bankers Trust v Shapira (1980) 1 WLR 1274, στις αρχές του εντοπισμού και/ή ιχνηλάτησης (tracing principles), όπως και στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Την μονομερή Αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του κ. Alexander Morgulchikh ημερ. 07/11/2025 (εφεξής, «ΕΔ ΑΜ»), όπου περιγράφεται το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας/Αιτήτριας εταιρείας (στο εξής η «Ενάγουσα») και πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Όπως διακηρύττει, η γνώση του για τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης απορρέει από την προσωπική του εμπλοκή, την επιθεώρηση των εγγράφων και αρχείων της Ενάγουσας, τις συναφείς δικαστικές διαδικασίες σε Κύπρο, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και Αυστρία, καθώς και από τις πληροφορίες και νομικές συμβουλές που έλαβε από τους διορισμένους δικηγόρους της Ενάγουσας σε κάθε εμπλεκόμενη δικαιοδοσία.
Η παρούσα απαίτηση αποτελεί την 3η δικαστική διαδικασία στην σειρά. Πιο συγκεκριμένα, εγέρθηκαν προηγουμένως ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας, οι δύο Aπαιτήσεις Αρ. 3399/2023 και Αρ. 645/2024 (εφεξής, «Πρώτη Απαίτηση» και η «Δεύτερη Απαίτηση», αντίστοιχα). Εξασφαλίστηκαν στις δύο Απαιτήσεις διατάγματα φίμωσης και διαφύλαξης μαρτυρίας στην βάση διάπραξης αδικοπραξίας εναντίον της Ενάγουσας.
Ο ομνύων αναφέρει ότι, η Ενάγουσα αποτελεί εταιρεία εγγεγραμμένη στη Ρωσική Ομοσπονδία, η οποία υπήρξε μητρική εταιρεία ομίλου με αντικείμενο την ανάπτυξη λογισμικού και τεχνολογίας πληροφορικής. Κατά το έτος 2012, ο όμιλος Armada κατατάσσετο μεταξύ των κορυφαίων παρόχων στον τομέα του στη Ρωσία, με ετήσιους κύκλους εργασιών που προσήγγιζαν τα 180 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, ενώ οι μετοχές της ήταν διαπραγματεύσιμες στο Διατραπεζικό Χρηματιστήριο της Μόσχας (MICEX). Εντούτοις, κατά την περίοδο 2012–2014, η Ενάγουσα υπήρξε θύμα ενός εκτεταμένου και οργανωμένου δόλιου σχεδίου υπεξαίρεσης και αποστράγγισης των περιουσιακών της στοιχείων, το οποίο ενορχηστρώθηκε από την τότε ανώτερη διοίκηση και ειδικότερα από τον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, Alexey Kuzovkin (στο εξής ο «AK»), σε συνεργασία με συνδεδεμένα πρόσωπα. Η μεθοδολογία της καταχρηστικής αυτής συμπεριφοράς εξειδικεύεται ως ακολούθως:
Εικονικές Συναλλαγές και Εταιρείες-Κέλυφος: Διοχέτευση εταιρικών κεφαλαίων που προέρχονταν από συμβάσεις ανάπτυξης λογισμικού προς ένα δίκτυο άνω των σαράντα (40) εταιρειών «κελύφους» (shell companies) σε διάφορες υπεράκτιες δικαιοδοσίες, οι οποίες εμφανίζονταν ψευδώς ως πάροχοι υπηρεσιών, χωρίς να παρέχουν πραγματικό έργο.
Καταχρηστικός Ενδοομιλικός Δανεισμός: Χορήγηση δανείων προς θυγατρικές εταιρείες με επιτόκια σημαντικά χαμηλότερα των αγοραίων, τα οποία στη συνέχεια επαναδιοχετεύονταν μέσω αδιαφανών διαδρομών, προκαλώντας στην Ενάγουσα άμεση οικονομική ζημία που εκτιμάται σε 42 εκατομμύρια ρούβλια (περί το 1 εκατομμύριο Ευρώ).
Απόσπαση Εμπορικών Ευκαιριών και Συμβολαίων: Ουσιαστική κατάληψη της θυγατρικής εταιρείας Programmny Produkt LLC (PPL) μέσω εικονικών διευθυντών (όπως η Galina Ischun) υπό τον έλεγχο της προηγούμενης διοίκησης, με αποτέλεσμα την εκτροπή κερδοφόρων έργων προς την PPL, ενώ η Ενάγουσα επωμιζόταν το λειτουργικό κόστος και το κόστος προσωπικού.
Χρήση Εμπλεκόμενων Τραπεζικών Ιδρυμάτων: Εκτέλεση των παράνομων χρηματικών μεταφορών μέσω ρωσικών τραπεζών (CJSC Promsberbank και CB Intercommerz Ltd), των οποίων οι άδειες λειτουργίας ανακλήθηκαν μεταγενέστερα λόγω εμπλοκής σε υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Η ανάμειξη της Denerhey, η οποία προκάλεσε την υποβολή των δύο προηγούμενων Αγωγών, ήρθε στην επιφάνεια μόνο περί τα τέλη του έτους 2022 και με περισσότερες λεπτομέρειες τον Οκτώβριο του 2023, όταν ο AK αναγκάστηκε να αποκαλύψει τις Ρωσικές φορολογικές δηλώσεις εισοδήματος του σε Αυστριακές και Αμερικανικές Διαδικασίες αναφορικά με ισχυρισμούς για ξέπλυμα μαύρου χρήματος εναντίον αυτού και άλλων συνδεδεμένων προσώπων με τα υποκείμενα αδικήματα του δόλιου σχεδίου. Η Denerhey Investments Corporation, μια εταιρεία BVI (Βρετανικών Παρθένων Νήσων) με αριθμό μητρώου 1640167 («Denerhey»), ήταν μία από τις εταιρείες «άδειο κέλυφος» που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή την απάτη. Τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στη Δεύτερη Αγωγή, τώρα με μεγάλη βεβαιότητα, σχεδόν αδιαμφισβήτητα, δεικνύουν ότι η Denerhey αποτελούσε όχημα απάτης το οποίο χρησιμοποίησαν ο AK και οι συνεργάτες του για να συγκαλύψουν τα έσοδα από δόλιες συναλλαγές, να στερήσουν την Armada από τα περιουσιακά της στοιχεία και τις μετοχές της, και να ανακυκλώσουν τα παράνομα κεφάλαια μέσω διεθνών δομών και αγορών ακινήτων.
Οι πληροφορίες που αποκαλύπτονται στη Δεύτερη Αγωγή δεικνύουν ότι η Denerhey διατηρούσε λογαριασμούς σε Κυπριακές τράπεζες, και ιδίως στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ. Δυστυχώς, η WSC δεν είχε στη διάθεσή της καμία κατάσταση λογαριασμού από την κρίσιμη περίοδο. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί αποκάλυψη από την ίδια την τράπεζα, ώστε η Ενάγουσα να μπορεί να εντοπίσει τα περιουσιακά της στοιχεία. Οι πληροφορίες που αποκαλύφθηκαν στη Δεύτερη Αγωγή έδειξαν ότι η WCS - WORLDWIDE CORPORATE SERVICES LIMITED (WSC) η οποία εμπλέκεται ως πάροχος εταιρικών υπηρεσιών-διαχειριστής που χρησιμοποιήθηκε από την Προηγούμενη Διοίκηση της Armada για τη σύσταση και διαχείριση υπεράκτιων εταιρειών-«κελυφών», διαχειριζόταν ή διοικούσε οντότητες, εκτός από τη Denerhey, για λογαριασμό του AK και της ομάδας του. Σε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της WSC και του κ. Andrei Predtechenskiy (AP), τα οποία αποκαλύφθηκαν δυνάμει της Δεύτερης Αγωγής υπάρχουν αναφορές σε διάφορες άλλες οντότητες. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα η παρούσα Αγωγή δεν αποτελεί μεμονωμένο διάβημα, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων προσπαθειών της Armada για την ανίχνευση των υπεξαιρεθέντων περιουσιακών της στοιχείων: Η Αγωγή 3399/2023 (Πρώτη Αγωγή) στρεφόταν κατά των προσώπων που εμφανίζονταν ως εκκαθαρίστρια και μέτοχος της εταιρείας Denerhey Investments Corporation (BVI). Κατόπιν έκδοσης διαταγμάτων, οι εναγόμενες δήλωσαν άγνοια των λεπτομερειών, υποδεικνύοντας τους εργοδότες τους. Η Αγωγή 645/2024 (Δεύτερη Αγωγή) στρεφόταν κατά των παρόχων διοικητικών υπηρεσιών (WCS κ.ά.). Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας αποκαλύφθηκε αλληλογραφία που επιβεβαιώνει ότι η Denerhey αποτελούσε όχημα απάτης που χρησιμοποιήθηκε από τον AK και τους συνεργάτες του για τη διοχέτευση και νομιμοποίηση παράνομων κεφαλαίων (συμπεριλαμβανομένης απευθείας μεταφοράς ποσού €700.000 προς τον AK το έτος 2011). Παράλληλα, αποκαλύφθηκε η εμπλοκή πρόσθετων συνδεδεμένων υπεράκτιων εταιρειών BVI που διαχειριζόταν ο ίδιος κύκλος προσώπων, ήτοι των Marimee Capital Inc.(Marimee) και Garco Financial Ltd, (Garco).
Οι εταιρείες Garco και Marimee φαίνεται να είναι στενά συνδεδεμένες με την εταιρεία Denerhey η οποία αποτελούσε βασικό «όχημα-κέλυφος» (shell company) για την υπεξαίρεση και το ξέπλυμα των περιουσιακών στοιχείων της Armada από την Προηγούμενη Διοίκηση (ιδίως τον Alexey Kuzovkin - ΑΚ). Συστάθηκαν περίπου την ίδια περίοδο με τη Denerhey (το 2011). Και για τις δύο εταιρείες ενήργησε ως εγγεγραμμένος αντιπρόσωπος (registered agent) η ίδια εταιρεία (Commonwealth Trust Limited), η οποία διαχειριζόταν και τη Denerhey. Από έγγραφα και μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (2011–2013) που αποκαλύφθηκαν μεταξύ της εταιρείας διαχείρισης WCS και του AP, συνδέσμου με Κύπριους παρόχους, προκύπτει συντονισμένη διαχείριση. Όσον αφορά την Marimee εκδίδονταν ταυτόχρονα και ως «σύνολο» πληρεξούσια έγγραφα (Power of Attorney - POA) και αποφάσεις Διοικητικού Συμβουλίου μαζί με τη Denerhey. Επίσης, κάποιος κ. Tokarev κατείχε πληρεξούσιο για τη Marimee. Σε σχέση με την Garco υπήρχε ενεργή αλληλογραφία για το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών της εταιρείας (Garco Bank), καθώς και για τη συνεχή έκδοση νέων αποσφραγισμένων (apostilled) πληρεξουσίων εγγράφων και αποφάσεων Δ.Σ. Η Marimee ιδρύθηκε το 2011 και διαλύθηκε/εκκαθαρίστηκε το 2016, χωρίς να υπάρχει διαθέσιμο μητρώο μελών ή διευθυντών. Η Garco ιδρύθηκε το 2011 και διαλύθηκε το 2023. Όταν η Armada ζήτησε το μητρώο διευθυντών/μελών από το Μητρώο Εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων (BVI) το 2025, της στάλθηκε ένα ελλιπές/κενό έγγραφο χωρίς αναγραφόμενους διευθυντές, με την αρμόδια αρχή να περιορίζεται απλώς στην επιστροφή των χρημάτων της αναζήτησης.
Η πιο πάνω αλληλογραφία και η αποκάλυψη στη Δεύτερη Αγωγή υποδηλώνουν ότι η WCS πιθανόν διατηρεί έγγραφα όπως Πληρεξούσια Έγγραφα, Συμφωνίες Εμπιστεύματος, Καταλόγους Διευθυντών, και τραπεζικά αρχεία που σχετίζονται με αυτές τις Εταιρείες και σύμφωνα με τον ομνύοντα είναι πολύ πιθανό ότι η Marimee, η Garco και άλλες οντότητες που διαχειριζόταν η WSC για λογαριασμό του AP, να χρησιμοποιήθηκαν επίσης ως μέσα για την κατάχρηση των περιουσιακών στοιχείων της Armada από τον AK και άτομα που συνδέονται με αυτόν.
Όσον αφορά την αναγκαιότητα των ζητούμενων Διαταγμάτων, ο ενόρκως δηλών υπογραμμίζει ότι η λήψη διαταγμάτων αποκάλυψης από την Εναγόμενη Τράπεζα Κύπρου καθίσταται αναγκαία, καθώς η Τράπεζα αποτελεί τη μόνη διαθέσιμη πηγή από την οποία η Ενάγουσα δύναται να λάβει τα απαραίτητα τραπεζικά στοιχεία και καταστάσεις λογαριασμών. Πιο συγκεκριμένα, η Armada χρειάζεται πληροφορίες που θα της επιτρέψουν: i. Να εντοπίσει/προσδιορίσει όλους τους παραβάτες. ii. Να εντοπίσει/προσδιορίσει πλήρως τη φύση και την έκταση των παραβάσεων. iii. Να δικογραφήσει την υπόθεση της. iv. Να ανιχνεύσει/ιχνηλατίσει τα περιουσιακά στοιχεία και να εγείρει απαιτήσεις εναντίων των αδικοπραγούντων. Ξεκαθαρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν καταλογίζει πρόθεση απάτης στην Εναγόμενη Τράπεζα.
Τέλος, ο ενόρκως δηλών αιτιολογεί την ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση (ex parte):
Είναι προφανές ότι ο ΑΚ θα χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα για να εμποδίσει και να καθυστερήσει την αποκάλυψη. Το Δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει δύο φορές το έννομο συμφέρον (locus standi) του, μία φορά με την Απόφαση για τη Δεύτερη Αγωγή και μία φορά με την αίτηση αναστολής. Ωστόσο, εάν επιτραπεί στον ΑΚ να παρέμβει, είναι προφανές ότι θα καθυστερήσει τη διαδικασία, όπως έχει κάνει μέχρι τώρα. Ενδεχομένως ο AK το έχει κάνει αυτό με σκοπό να αποφύγει την ευθύνη ή να αποξενώσει περαιτέρω τα υπεξαιρεμένα κεφάλαια και περιουσιακά στοιχεία και να κρύψει τα ίχνη του, ώστε να είναι αδύνατη η ανίχνευση του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ζητείται το διάταγμα φίμωσης χωρίς ειδοποίηση. Επιπλέον, εάν δεν εκδοθούν διατάγματα διατήρησης μαρτυρικού υλικού, οι Εναγόμενες ενδέχεται εν τω μεταξύ να καταστρέψουν τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία είναι πλέον αρκετά παλιά, μερικά από τα οποία χρονολογούνται από το έτος 2012.
Επαναλαμβάνει ότι η Ενάγουσα αγωνίζεται να αποκτήσει τις πληροφορίες που απαιτούνται για να συνθέσει την πλήρη εικόνα του δόλιου σχεδίου, ότι η αποκάλυψη στις ΗΠΑ διήρκησε αρκετά χρόνια και ότι στην Αυστριακή Διαδικασία, ο AK παρουσίασε μόνο την Ρωσική φορολογική δήλωσή του για το έτος 2008 τον Οκτώβριο του 2023 στην οποία οι πληροφορίες σχετικά με τις πηγές εισοδήματος (εταιρείες-βιτρίνες ως μέσο απάτης) είχαν αφαιρεθεί χωρίς κανένα ίχνος (δηλαδή χωρίς να έχουν σβηστεί ή να υπάρχει οποιαδήποτε άλλη ένδειξη της διαγραφής τους). Αυτό έγινε εμφανές μόνο όταν ο ΑΚ παρουσίασε τις Ρωσικές φορολογικές δηλώσεις του για τα έτη 2008, 2011 και 2014 στη διαδικασία στις ΗΠΑ. Οι πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την απόκτηση μετοχών σε σχέση με την Denerhey έγιναν εμφανείς μόνο τον Οκτώβριο του 2023. Στη Ρωσία, σχεδόν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και τα εταιρικά έγγραφα της Armada καταστράφηκαν πριν από την αποχώρηση της Προηγούμενης Διοίκησης το 2014. Οι αδικοπραγούντες σύμφωνα με τη θέση τους προφανώς δεν φοβούνται να αποκρύψουν ή να καταστρέψουν αποδεικτικά στοιχεία.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το διάταγμα φίμωσης και το διάταγμα διατήρησης μαρτυρίας θα επιτρέψουν στην Ενάγουσα να εργαστεί υπό καθεστώς μυστικότητας, προκειμένου να εντοπίσει τα περιουσιακά στοιχεία και να τα ανακτήσει πριν ο AK και η ομάδα του προλάβουν να τα αποκρύψουν ή να τα διασκορπίσουν περαιτέρω. Εάν ενημερωθούν, οι παραβάτες θα προσπαθήσουν σίγουρα να συγκαλύψουν τα γεγονότα, να καταστρέψουν τα αποδεικτικά στοιχεία, και να διασκορπίσουν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας.
Ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώνει ότι η Ενάγουσα είναι πρόθυμη να καλύψει τα εύλογα διοικητικά έξοδα και δαπάνες των Εναγομένων για να συμμορφωθεί με την απαιτούμενη αποκάλυψη, ότι θα χρησιμοποιήσει τις αποκαλυφθείσες πληροφορίες μόνο για τους σκοπούς της ανίχνευσης ή της ανάκτησης των περιουσιακών στοιχείων και για την ανάληψη δικαστικών μέτρων έναντι των αδικοπραγούντων και ότι θα παράσχει οποιαδήποτε αμοιβαία δέσμευση κριθεί απαραίτητη για την έκδοση του διατάγματος.
Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι, αυτούσιοι, οι ακόλουθοι:
1. Η υπό κρίση αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπες και/ή ανεπίτρεπτες και/ή αντίθετες των Διαδικαστικών Κανονισμών και/ή ουσία αβάσιμες και/ή η παρούσα αίτηση δέον όπως απορριφθεί καθότι το σεβαστό Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μαρτυρία που να στηρίζει την υπό κρίση αίτηση αφού δεν υπάρχει και/ή δεν έχει προσκομιστεί πιστοποιημένη μετάφραση της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση, στα ελληνικά από ορκωτό μεταφραστή και/ή σε κάθε περίπτωση κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό κρίσης Αίτησης το σεβαστό Δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του τις ορθές ένορκες δηλώσεις.
2. Η υπό κρίση αίτηση και/ή απαίτηση, καταχωρούνται με υπέρμετρη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση, η οποία δεν έχει δικαιολογηθεί από τους Αιτητές, καθότι τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται δια την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, έχουν ήδη επισυμβεί από το 2014 και/ή οι Αιτητές γνώριζαν αυτά και μάλιστα οι ίδιοι αναφέρουν ότι ήδη έχουν εκκινήσει δικαστικές διαδικασίες στο εξωτερικό ενώπιον των αδικοπραγούντων αλλά και διαδικασίες αποκάλυψης στην Κύπρο ήδη το 2023 και 2024, ενώ μάλιστα έχουν ενδείξεις για την εταιρεία Denerhey από το 2022.
3. Η υπό κρίση αίτηση δέον όπως απορριφθεί καθότι η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι ελλιπής και/ή δεν παραθέτει το ολοκληρωμένο ιστορικό και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά παραπέμπει σε ένορκες δηλώσεις άλλων δικαστικών διαδικασιών και επομένως δεν παρατίθεται ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου το πραγματικό υπόβαθρο προς εκδίκαση της παρούσας αίτησης και/ή σε κάθε περίπτωση δεν επεξηγούνται και αναλύονται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
4. Η καταχώρηση και/ή η προώθηση της υπό κρίση αίτησης και απαίτησης για έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και διατάγματος φίμωσης αποτελούν κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, καθότι οι Αιτητές ήδη κίνησαν άλλες δύο διαδικασίες και/ή αιτήσεις αποκάλυψης σε σχέση με έγγραφα και πληροφορίες σε σχέση με την εταιρεία Denerhey ήδη από το 2023 και 2024 και οι ίδιοι αναφέρουν ότι έχουν λάβει πληροφορίες και έγγραφα που αιτούνταν για την αποκάλυψη της αδικοπραξίας.
5. Η καταχώρηση και/ή προώθηση της υπό κρίση αίτησης και απαίτησης για έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και διατάγματος φίμωσης αποτελούν κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, καθότι οι Αιτητές προωθούν ήδη δικαστικές διαδικασίες, όπως οι ίδιοι παραδεκτά αναφέρουν, σε δικαιοδοσίες του εξωτερικού, ήτοι στην Αυστρία και Αμερική σε σχέση με την αδικοπραξία για την οποία ισχυρίζονται ότι αποζητούν περαιτέρω πληροφορίες.
6. Η υπό κρίση Αίτηση καθώς και η Απαίτηση υπ’ αρ. 1544/2025 του Ε.Δ. Λευκωσίας είναι νόμω και ουσία αβάσιμες και/ή αστήριχτες και δεν συνάδουν με την ισχύουσα Νομολογία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου και/ή τις εκ της νομολογίας τιθέμενες προϋποθέσεις δια την έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal καθότι και/ή χωρίς περιορισμό:
(α) Οι Αιτητές δεν προωθούν την παρούσα διαδικασία με σκοπό την έγερση αγωγής εναντίον οποιουδήποτε αδικοπραγούντος αλλά ουσιαστικά επιχειρούν την αλίευση περαιτέρω μαρτυρίας προς υποβοήθηση ανίχνευσης περιουσιακών στοιχείων και υποβοήθησης των διαδικασιών που εκκρεμούν στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να ασκηθεί σε καμία περίπτωση η διακριτική ευχέρεια του σεβαστού Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης, καθότι πουθενά δεν εντοπίζεται και/ή δεν αποδεικνύεται με οποιοδήποτε τρόπο η πρόθεση έγερσης αγωγής είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξία.
(β) Οι Αιτητές γνωρίζουν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν όλες τις πληροφορίες των οποίων την αποκάλυψη επιδιώκουν μέσω της παρούσας Αίτησης και/ή κατονομάζουν τους κατ’ ισχυρισμό αδικοπραγούντες και/ή οι Αιτητές έχουν στην κατοχή τους και/ή παραθέτουν με εκτενείς λεπτομέρειες όλα τα γεγονότα και/ή ζητήματα τα οποία χρειάζονται για να εγείρουν και/ή δικογραφήσουν αγωγές εντός η έκτος δικαιοδοσίας και/ή παραθέτουν λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με το κατ΄ισχυρισμό δόλιο σχέδιο και τα αιτούμενα με την υπό κρίση αίτηση αιτητικά δεν δικαιολογούνται από την προσκομισθείσα μαρτυρία καθότι οι Αιτητές έχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, τις οποίες έλαβαν από προηγούμενες διαδικασίες αποκαλύψεων και/ή γνωρίζουν και κατονομάζουν τον αδικοπραγούντα και/ή δεν θα εξυπηρετήσουν οι αιτούμενες πληροφορίες την εξεύρεση και εντοπισμό των αδικοπραγούντων αλλά απλώς τον εντοπισμό ορισμένων ποσών, γεγονός παραδεκτό από τους ίδιους τους Αιτητές.
(γ) Η Καθ’ ης η Αίτηση δεν δύναται και/ή δεν είναι σε θέση να παράσχει πληροφορίες οι οποίες θα εξυπηρετήσουν την έγερση αγωγής για κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξία καθότι ακόμα κι αν οι Αιτητές αποσκοπούν στην έγερση τέτοιας αγωγής (που θέση της Καθ’ ης η Αίτηση είναι ότι δεν αποσκοπούν στην έγερση αγωγής για την αδικοπραξία καθαυτή και στην ολότητά της) οι πληροφορίες που θα λάβουν σε σχέση με την Εταιρεία Denerhey, δεν θα υποβοηθήσουν σε καμία περίπτωση τους Αιτητές στην έγερση αγωγής για την ολική αδικοπραξία καθότι το περιγραφόμενο – κατ’ ισχυρισμό - στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση, δόλιο σχέδιο, δεν αφορά την εν λόγω εταιρεία μόνο και/ή σε κάθε περίπτωση έχουν ήδη λάβει χώρα παραδεκτά, δύο σχετικές αποκαλύψεις εγγράφων και πληροφοριών για την εν λόγω εταιρεία και οι Αιτητές γνωρίζουν όλα τα σχετικά γεγονότα και πληροφορίες.
(δ) Δεν έχει καταδειχθεί και/ή αποδειχθεί θετικά και/ή στοιχειοθετηθεί η οποιαδήποτε αδικοπραξία και/ή σύνδεση των όσων οι Αιτητές αναφέρουν σε σχέση με το κατ΄ ισχυρισμό δόλιο σχέδιο, με την εταιρεία Denerhey.
7. Δεν έχει καταδειχθεί η αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι οι Αιτητές γνωρίζουν και/ή αναφέρουν στην ΕΔ που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση:
(α)όλες τις εταιρείες που κατ’ ισχυρισμό χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς του κατ’ ισχυρισμό παράνομου σχεδίου,
(β)ποιος είναι ο τελικός δικαιούχος των εν λόγω εταιρειών και άρα ο κατ’ ισχυρισμό αδικοπραγών,
(γ)που κατέληξαν και που βρίσκονται σήμερα όλα τα ποσά που κατ’ ισχυρισμό αποσπάστηκαν από αυτόν,
(δ)έχουν ήδη κινήσει δικαστικές διαδικασίες εναντίον του αδικοπραγούντος στο εξωτερικό σε σχέση με την επίδικη δήθεν αδικοπραξία.
8. Τα αιτούμενα διατάγματα ουσιαστικά αποτελούν προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας (fishing expedition) από τους Ενάγοντες / Αιτητές και/ή δεν καταδεικνύεται και/ή δεν δικαιολογείται η αναγκαιότητα του εγχειρήματος, καθότι οι Αιτητές επιθυμούν απλά, όπως οι ίδιοι παραδέχονται, να εντοπίσουν περιουσιακά στοιχεία και/ή να λάβουν πρόσθετες πληροφορίες για υποβοήθηση των ήδη εκκινημένων δικαστικών διαδικασιών εναντίον των αδικοπραγούντων, τους οποίους γνωρίζουν.
9. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 λόγω (α) της μη απόδειξης από τους Αιτητές της οποιασδήποτε αδικοπραξίας η οποία να συνδέεται με την εταιρεία Denerhey και/ή λόγω του (β) ότι οι Αιτητές δεν κατέδειξαν ότι υφίσταται αναγκαιότητα λήψης των αιτούμενων πληροφοριών και (γ) ότι οι Αιτητές δεν κατέδειξαν ότι η Τράπεζα είναι σε θέση να παρέχει τις αιτούμενες πληροφορίες χωρίς τις οποίες δεν μπορούν οι Αιτητές να προωθήσουν δικαστική διαδικασία και κατά συνέπεια θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
10. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης και/ή ειδικότερα, με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση (σε σχέση με την εταιρεία Denerhey), δεν θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η προώθηση διαδικασιών εναντίον του αδικοπραγούντος και/ή των αδικοπραγούντων τους οποίους ήδη οι Αιτητές γνωρίζουν, είτε εναντίον της εν λόγω εταιρείας, καθότι εκτός από το γεγονός ότι οι Αιτητές γνωρίζουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και παρουσιάζουν αυτές, έχουν ήδη προωθήσει σωρεία δικαστικών διαδικασιών σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξία και οι οποίες διαδικασίες τεχνηέντως δεν απαριθμούνται και επεξηγούνται λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση.
11. Η υπό κρίση αίτηση προωθείται αποκλειστικά δια τον εντοπισμό και/ή την ανίχνευση κεφαλαίων όπως παραδεκτά αναφέρουν οι Αιτητές και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης ή/και η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να οδηγηθεί σε απόρριψη. Οι αιτούμενες πληροφορίες, δεν θα εξυπηρετήσουν στην έγερση αγωγής εναντίον των αδικοπραγούντων, αφού ήδη έχουν κινηθεί οι εν λόγω διαδικασίες και μπορούν να ληφθούν με άλλους διαθέσιμους τρόπους και/ή η έγκριση της υπό κρίση αίτησης δεν είναι αναγκαία και/ή υπάρχουν άλλα διαθέσιμα μέσα προς εντοπισμό των κεφαλαίων και/ή των περιουσιακών στοιχείων, ήτοι στα πλαίσια των διαδικασιών που οι Αιτητές έχουν ήδη έχουν προωθήσει στο εξωτερικό.
12. Η Καθ’ ης η Αίτηση δεσμεύεται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο και η παρούσα αίτηση δεν εμπίπτει εντός οιασδήποτε των εξαιρέσεων του αρ. 29(2) του Νόμου Περί Τραπεζικών Εργασιών Ν. 66(Ι)/97.
13. Τα αιτούμενα διατάγματα στην ουσία, έκταση και χρονικά περιθώρια που θέτουν είναι άκρως καταπιεστικά και/ή προκαλούν αδικία στην Καθ’ ης η Αίτηση καθότι είναι γενικά στην ολότητά τους και καλύπτουν ένα πολύ ευρύ φάσμα οδηγιών και/ή ενδεχόμενων πληροφοριών και/ή κινήσεων των διαφόρων τυχόν διατηρούμενων στην Καθ’ ης η Αίτηση τραπεζικών λογαριασμών τρίτων προσώπων και/ή πληροφοριών που αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
14. Η υπό κρίση αίτηση και οι πληροφορίες που ζητείται να δοθούν, συνιστούν συγκεκαλυμμένη προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας για σκοπούς εκτέλεσης οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί στο μέλλον και εγείρεται καταχρηστικά με τον τρόπο που επιδιώκεται, ενόψει και των λοιπών εκκρεμουσών διαδικασιών τις οποίες έχει εγείρει και τροχοδρομήσει η Ενάγουσα/Αιτήτρια.
15. Άνευ βλάβης των ανωτέρω λόγων ένστασης, σε περίπτωση οριστικοποίησης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος φίμωσης (Gagging Order) και έκδοσης των λοιπών διαταγμάτων περιλαμβανομένου του διατάγματος αποκάλυψης Norwich Pharmacal, είναι πρέπον και/ή επιβεβλημένο όπως το Σεβαστό Δικαστήριο θέσει όρους προς αποτροπή και/ή αποφυγή επιπτώσεων στα επηρεαζόμενα πρόσωπα και δη στους Καθ’ ων η Αίτηση και/ή οιοδήποτε πρόσθετο όρο ήθελε κρίνει αναγκαίο, ειδικότερα δε τους ακόλουθους όρους, με χρόνο συμμόρφωσης 90 ημέρες:
ii. Οι Αιτητές αναλάβουν όπως καταβάλουν τα έξοδα που οι Καθ’ ων η Αίτηση ήθελε υποστούν ένεκα της συμμόρφωσης των επί των οριστικοποιούμενων ή εκδιδομένων διαταγμάτων.
iii. Οι Αιτητές δεν θα ενασκήσουν και/ή συμβάλουν και/ή επιτρέψουν και/ή καθοδηγήσουν την προώθηση ποινικών διώξεων υφ’ αυτών ή έτερων προσώπων εξουσιοδοτημένων από τους Αιτητές προς τούτο, εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση μετά την τυχόν εγκρινόμενη αποκάλυψη των απαιτούμενων πληροφοριών και/ή στοιχείων και/ή εγγράφων.
iv. Οι Αιτητές δεν δύνανται να χρησιμοποιήσουν τα έγγραφα και/ή πληροφορίες και/ή στοιχεία που τυχόν αποκαλυφθούν εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση σε οποιαδήποτε αστικής ή ποινικής φύσεως διαδικασία.
v. Οι Αιτητές δύναται να χρησιμοποιήσουν και/ή προωθήσουν τα έγγραφα και/ή πληροφορίες και/ή στοιχεία που τυχόν αποκαλυφθούν δυνάμει του διατάγματος αποκάλυψης Norwich Pharmacal μόνο σε αστική διαδικασία, δικαστική, στη ημεδαπή ή αλλοδαπή η οποία θα εγερθεί μετά τη λήψη τούτων σχετικά με το ζήτημα και/ή την κατ’ ισχυρισμόν αδικοπραξία της παρούσης Αγωγής, και ουδόλως σε εκκρεμούσα διαδικασία, οιασδήποτε φύσεως, εντός της ημεδαπής ή αλλοδαπής και/ή εγερθεί από τους Αιτητές σε οποιαδήποτε αλλοδαπή δικαιοδοσία, παρά μόνο αν έχει προηγουμένως εξασφαλιστεί άδεια του Δικαστηρίου.
Η ένσταση εδράζεται επί των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας Μέρος 1, 2, 3, 23, 25, των Άρθρων 29 (1) (γ), 31, 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, των Άρθρων 4, 9 και 22 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, του Άρθρου 29 (1), (2) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, Ν. 66(Ι)/1997, του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (Ν. 125(Ι)/2018), του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου του 2019 (45(Ι)/2019), των νομικών αρχών που σχετίζονται με τα διατάγματα αποκάλυψης φύσης Norwich Pharmacal, των νομολογιακών αρχών προς Bankers Trust Co v. Shapira, του κοινοδικαίου και του δικαίου προς επιείκειας (equity law), των συμφυών και εγγενών εξουσιών και διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Αδαμίδη, υπαλλήλου της Καθ’ ης η Αίτηση ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτήν.
Εγείρονται δύο προδικαστικές ενστάσεις. Πρώτον η έλλειψη μαρτυρίας που να στηρίζει την αίτηση. Προβάλλεται ότι δεν υφίσταται νόμιμο μαρτυρικό υπόβαθρο, καθώς η αρχική ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε στα αγγλικά, ενώ η μετέπειτα μεταφρασμένη στα ελληνικά ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο των Αιτητών, χωρίς να έχει προσκομιστεί πιστοποιημένη μετάφραση από ορκωτό μεταφραστή. Επιπλέον, κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης απουσίαζε η απαραίτητη ένορκη δήλωση μετάφρασης (καταχωρίστηκε μεταγενέστερα στις 18/11/2025), γεγονός που συνιστά μη θεραπεύσιμη παρατυπία. Δεύτερον η υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Επισημαίνεται ότι τα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα ανατρέχουν στα έτη 2012–2014, ενώ οι Αιτητές γνώριζαν για την εμπλοκή της εταιρείας Denerhey τουλάχιστον από το 2022. Η πολυετής καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης παραμένει, σύμφωνα με τον ομνύοντα εντελώς αδικαιολόγητη.
Όσον αφορά τους ουσιαστικούς λόγους ένστασης αναφέρεται ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, οι αιτητές δεν προωθούν την παρούσα διαδικασία με σκοπό την έγερση αγωγής εναντίον οποιουδήποτε αδικοπραγούντος, αλλά ουσιαστικά επιχειρούν την αλίευση περαιτέρω μαρτυρίας προς υποβοήθηση ανίχνευσης περιουσιακών στοιχείων και υποβοήθησης των διαδικασιών που εκκρεμούν στο εξωτερικό ή τυχόν διαδικασίες εκτέλεσης που πιθανό να απαιτηθούν μελλοντικά. Πουθενά δεν εντοπίζεται και δεν αποδεικνύεται η πρόθεση έγερσης αγωγής είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξία.
Επιπρόσθετα, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν δύναται και δεν είναι σε θέση να παράσχει πληροφορίες οι οποίες να εξυπηρετούν την έγερση αγωγής για κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξία, καθότι οι πληροφορίες που θα λάβουν σε σχέση με την Εταιρεία Denerhey, δεν θα υποβοηθήσουν σε καμία περίπτωση τους Αιτητές στην έγερση αγωγής για την ολική αδικοπραξία καθότι το περιγραφόμενο στην ένορκη δήλωση, δόλιο σχέδιο, δεν αφορά την εν λόγω εταιρεία μόνο. Όπως οι ίδιοι οι Αιτητές αναφέρουν, δεν αποζητούν τις εν λόγω πληροφορίες με σκοπό τον εντοπισμό των αδικοπραγούντων και οι πληροφορίες που ενδεχομένως να κατέχει η Καθ’ ης η Αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι μπορούν να καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.
Υποστηρίζει ότι, σε κάθε περίπτωση, έχουν ήδη λάβει χώρα παραδεκτά, δύο σχετικές αποκαλύψεις εγγράφων και πληροφοριών για την εν λόγω εταιρεία και οι Αιτητές γνωρίζουν όλα τα σχετικά γεγονότα και πληροφορίες. Μάλιστα, οι Αιτητές, στο Αιτητικό της υπό κρίση Αίτησης, γνωρίζουν και παραθέτουν και τους αριθμούς λογαριασμών της εν λόγω εταιρείας, ενώ οι πληροφορίες που αιτούνται είναι ιδιαίτερα στοχευμένες και καταδεικνύουν ότι οι ίδιοι γνωρίζουν όλα τα σχετικά και απαραίτητα στοιχεία. Περαιτέρω, σημειώνει ότι δεν έχει καταδειχθεί θετικά η οποιαδήποτε αδικοπραξία και σύνδεση των όσων οι Αιτητές αναφέρουν σε σχέση με το κατ΄ισχυρισμό δόλιο σχέδιο, με την εταιρεία Denerhey. Ειδικότερα, δεν παρατίθενται απτά και θετικά στοιχεία που να αφορούν την σχέση της εν λόγω εταιρείας με τα όσα κατ’ ισχυρισμό αναφέρουν οι Αιτητές και ουδόλως προβάλλονται ισχυρισμοί ότι η εν λόγω εταιρεία προχώρησε στην οποιαδήποτε αδικοπραξία εναντίον των Αιτητών, αλλά απλώς η εν λόγω εταιρεία συνδέεται με τον αδικοπραγούντα εναντίον του οποίου οι Αιτητές έχουν ήδη κινήσει δικαστικές διαδικασίες. Η απλή σύνδεση της Εταιρείας Denerhey με τον αδικοπραγούντα δεν στοιχειοθετεί σύνδεση της εταιρείας αυτής με την κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξία. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι οι Αιτητές έχουν ήδη επιχειρήσει με άλλες δύο διαδικασίες να λάβουν και έλαβαν έγγραφα σε σχέση με την εν λόγω εταιρεία και παρόλα αυτά εξακολουθούν να μην μπορούν να την συνδέσουν άμεσα με την αδικοπραξία, αλλά αντίθετα επιχειρούν και τρίτη αποκάλυψη, καταδεικνύει το εύρος της κατάχρησης, του αυτοσκοπού αλλά και του γεγονότος ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
Επιπλέον, ο ενόρκως δηλών επικαλείται ότι δεν έχει καταδειχθεί η αναγκαιότητα της έκδοσης των Διαταγμάτων. Έχουν ήδη διεξαχθεί δύο προηγούμενες διαδικασίες αποκάλυψης το 2023 και 2024 για την εταιρεία Denerhey, από τις οποίες οι Αιτητές έλαβαν όλα τα σχετικά στοιχεία και έγγραφα, γνωρίζουν δε και κατονομάζουν τον αδικοπραγούντα και δεν θα εξυπηρετήσουν οι αιτούμενες πληροφορίες την εξεύρεση και εντοπισμό των αδικοπραγούντων αλλά απλώς τον εντοπισμό πιθανών περιουσιακών στοιχείων, γεγονός παραδεκτό από τους ίδιους τους Αιτητές. Οι Αιτητές αναφέρουν στην ΕΔ που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση όλες τις εταιρείες που κατ’ ισχυρισμό χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς του κατ’ ισχυρισμό παράνομου σχεδίου, ποιος είναι ο τελικός δικαιούχος των εν λόγω εταιρειών και άρα ο κατ’ ισχυρισμό αδικοπραγών, που κατέληξαν και που βρίσκονται σήμερα όλα τα ποσά που κατ’ ισχυρισμό αποσπάστηκαν από αυτόν και έχουν ήδη κινήσει δικαστικές διαδικασίες εναντίον του αδικοπραγούντος στο εξωτερικό σε σχέση με την επίδικη δήθεν αδικοπραξία. Προσθέτει ότι σε κάθε περίπτωση, οι αιτούμενες πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με άλλους διαθέσιμους τρόπους και ειδικότερα, στα πλαίσια των ήδη εκκρεμούσων δικαστικών διαδικασιών του εξωτερικού, από τις οποίες οι Αιτητές ήδη παραδεκτά αναφέρουν ότι λαμβάνουν νέες πληροφορίες.
Περαιτέρω είναι η θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση Αίτησης. Συγκεκριμένα, λόγω της έλλειψης τεκμηρίωσης αδικοπραξίας σε σχέση με την εταιρεία Denerhey, δεν πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32.
Λόγω της μη απόδειξης από τους Αιτητές της οποιασδήποτε αδικοπραξίας η οποία να συνδέεται με την εταιρεία Denerhey, λόγω του ότι οι Αιτητές δεν κατέδειξαν ότι υφίσταται αναγκαιότητα λήψης των αιτούμενων πληροφοριών και ότι οι Αιτητές δεν κατέδειξαν ότι η Τράπεζα είναι σε θέση να παρέχει τις αιτούμενες πληροφορίες χωρίς τις οποίες δεν μπορούν οι Αιτητές να προωθήσουν δικαστική διαδικασία και κατά συνέπεια θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εισηγείται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Ειδικότερα και όσον αφορά στην 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, δεν έχει αποδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν δοθούν οι πληροφορίες από την Καθ’ ης η Αίτηση, διότι σε κάθε περίπτωση, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν κατέχει καθοριστικές πληροφορίες για την κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξία, αλλά πληροφορίες σε σχέση μόνο με μία εταιρεία η οποία δεν έχει καταδειχθεί ότι συνδέεται με την κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξία. Περαιτέρω, σημειώνει ότι, ως έχει προαναφέρει, οι Αιτητές έχουν ήδη κινήσει δικαστικές διαδικασίες στο εξωτερικό, σε διάφορες δικαιοδοσίες και επομένως ουδεμία ανεπανόρθωτη βλάβη θα προκληθεί στους ίδιους, αφού ήδη γνωρίζουν τους αδικοπραγούντες και έχουν ήδη κινηθεί νομικά εναντίον τους.
Τέλος, συνιστά θέση τους ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Ειδικότερα, με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση (σε σχέση με την εταιρεία Denerhey) δεν θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η προώθηση διαδικασιών εναντίον του αδικοπραγούντος και των αδικοπραγούντων τους οποίους ήδη οι Αιτητές γνωρίζουν, είτε της εν λόγω εταιρείας, καθότι εκτός από το γεγονός ότι οι Αιτητές γνωρίζουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και παρουσιάζουν αυτές, έχουν ήδη προωθήσει σωρεία δικαστικών διαδικασιών σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξία και οι οποίες διαδικασίες τεχνηέντως δεν απαριθμούνται και επεξηγούνται λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση.
Ο ενόρκως δηλών επικαλείται επίσης απόπειρα αλίευσης μαρτυρίας και καταχρηστικότητα του εγχειρήματος των Αιτητών. Ως αναφέρει, οι Αιτητές ήδη κίνησαν άλλες δύο διαδικασίες και αιτήσεις αποκάλυψης σε σχέση με έγγραφα και πληροφορίες σε σχέση με την εταιρεία Denerhey, ήδη από το 2023 και 2024 και έχουν λάβει πληροφορίες και έγγραφα που αιτούνταν για την αποκάλυψη της αδικοπραξίας. Επιπρόσθετα, οι Αιτητές προωθούν ήδη δικαστικές διαδικασίες, όπως οι ίδιοι παραδεκτά αναφέρουν, σε δικαιοδοσίες του εξωτερικού, ήτοι στην Αυστρία και Αμερική σε σχέση με την αδικοπραξία για την οποία ισχυρίζονται ότι αποζητούν περαιτέρω πληροφορίες. Ως εκ των ανωτέρω, τα αιτούμενα διατάγματα ουσιαστικά αποτελούν προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας (fishing expedition) από τους Αιτητές και δεν καταδεικνύεται ή δικαιολογείται η αναγκαιότητα του εγχειρήματος, καθότι οι Αιτητές επιθυμούν απλά, όπως οι ίδιοι παραδέχονται, να εντοπίσουν περιουσιακά στοιχεία και να λάβουν πρόσθετες πληροφορίες για υποβοήθηση των ήδη εκκρεμούσων δικαστικών διαδικασιών εναντίον των αδικοπραγούντων, τους οποίους γνωρίζουν.
Επίσης, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, διαφαίνεται πιθανότητα παράβασης του τραπεζικού απορρήτου. Η Καθ’ ης η Αίτηση δεν μπορεί να συναινέσει στην παραχώρηση των αιτούμενων πληροφοριών, καθώς θα έχει παράνομα κοινοποιήσει δεδομένα που ανήκουν στην εταιρεία Denerhey, σε τρίτα πρόσωπα, ειδικά από τη στιγμή που η εν λόγω εταιρεία δεν έχει καταδειχθεί ότι συνδέεται με την κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξία. Επίσης, τυχόν συναίνεση της Καθ’ ης η Αίτηση στην παραχώρηση των αιτούμενων πληροφοριών σε τρίτα άτομα, ενδεχομένως να συνιστούσε και παραβίαση της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα, καθότι το εύρος των αιτούμενων πληροφοριών είναι πολύ εκτενές και ενδέχεται να αφορά και φυσικά πρόσωπα.
Τέλος, σύμφωνα με τον ομνύοντα, τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν αδικία στην Καθ’ ης η Αίτηση, τόσο λόγω του περιεχομένου τους, συμπεριλαμβανομένης της γενικότητας τους, όσο και λόγω του περιορισμένου χρόνου που αναφέρεται σε αυτό, ήτοι είκοσι (20) ημέρες, καθώς επεκτείνεται σε τραπεζικούς λογαριασμούς, κίνηση αυτών και οδηγίες που μπορεί να υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Ο χρόνος ο οποίος αιτούνται οι Αιτητές, είναι υπερβολικά σύντομος και δεν παραχωρούνται σε καμία περίπτωση ικανοποιητικά περιθώρια συμμόρφωσης προς την Καθ’ ης η Αίτηση. Και αν ακόμα ήθελε εκδοθεί οιονδήποτε των αιτουμένων διαταγμάτων εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση, παρόλο που η Καθ’ ης η Αίτηση πιστεύει ότι αυτά τα διατάγματα δεν δικαιολογούνται υπό τας περιστάσεις, θα πρέπει να δοθεί τουλάχιστον προθεσμία στην Καθ’ ης η Αίτηση 90 ημερών για να ανευρεθούν όλες οι σχετικές πληροφορίες. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι σε διαδικασίες όπως η παρούσα, η Καθ’ ης η Αίτηση αποτελεί σε κάθε περίπτωση αθώο τρίτο μέρος. Συνεπώς, σε περίπτωση έκδοσης και οριστικοποίησης των εκδοθέντων διαταγμάτων, το Δικαστήριο θα πρέπει να θέσει όρους προς αποτροπή και αποφυγή επιπτώσεων στην Καθ’ ης η Αίτηση.
Η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν, αντίστοιχα, την αίτηση και την ένσταση, ως οι σχετικές οδηγίες που δόθηκαν κατά την ΑΔΟ. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με την υποβολή εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, καθώς και προφορικών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτό όπου το κρίνω απαραίτητο. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι κατά την προφορική του αγόρευση ο συνήγορος της Καθ’ ης η αίτηση ήγειρε, για πρώτη φορά, θέμα επιβεβλημένης ανάληψης ρητής υποχρέωσης από την Αιτήτρια ότι οι αποκαλυφθείσες πληροφορίες δεν θα χρησιμοποιηθούν εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση καθώς και θέμα αυξημένων εξόδων λόγω του ότι δεν δόθηκε η εν λόγω ανάληψη υποχρέωσης.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Θεωρώ ότι προτού προχωρήσω στην ουσία της αίτησης θα πρέπει να εξεταστεί ο λόγος ένστασης 1, ήτοι ότι δεν υφίσταται μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς η αρχική ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε στα αγγλικά, ενώ η μετέπειτα μεταφρασμένη στα ελληνικά ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο των Αιτητών, χωρίς να έχει προσκομιστεί πιστοποιημένη μετάφραση από ορκωτό μεταφραστή.
Επί του προκειμένου σημειώνεται, αφενός, ότι ο ομνύων στην ένορκη δήλωση στην αίτηση Alexander Morgulchikh, ως αναφέρει, γνωρίζει άπταιστα την αγγλική γλώσσα και, αφετέρου, ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν αμφισβήτησε είτε την ικανότητα του δικηγόρου να μεταφράσει την προαναφερθείσα ένορκη δήλωση στα ελληνικά είτε την ακρίβεια της μετάφρασης.
Με όλο το σέβας στον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ’ ης η Αίτηση η πιο πάνω εισήγηση του δεν βρίσκει έρεισμα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση AC Prospecta Homes Services Ltd v. Kharima Limited κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E118/2020, ημερομηνίας 12.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:A439. Στην εν λόγω υπόθεση είχε εγερθεί ισχυρισμός ότι η μονομερής αίτηση έπασχε εξ υπαρχής καθότι, όπως καταγράφεται στην απόφαση, οι «μεταφραστές της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα δεν ήταν αδειούχοι ορκωτοί μεταφραστές».
Λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:
«Ως καλώς υπέδειξε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ο [περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου] 45(Ι)/19 δεν ορίζει πουθενά πως η εγκυρότητα ενός εγγράφου εξαρτάται από το αν η μετάφραση του διενεργείται μέσω ορκωτού μεταφραστή ή όχι, και τούτο, πέραν του ότι το Άρθρο 5, Ν.67/88 διαλαμβάνει πως σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία μπορεί να γίνει αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο (συμπεριλαμβανόμενης ένορκης δήλωσης), έγγραφο που είναι συνταγμένο σε ξένη γλώσσα (Bitonic Ltd ν. Bank of Moscow Bank-Joint Stock Company, Π.Ε. 117/18, ημ. 16.3.22, ECLI:CY:AD:2022:A113).
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως ακολούθως:
«Έχω μελετήσει τον περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμο του 2019 (Ν.45(Ι)/2019) και κρίνω ότι οι εισηγήσεις της πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Καταρχάς η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση δεν διευκρινίζει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ποια πρόνοια του εν λόγω νόμου έχει παραβιαστεί εκ μέρους των Εναγόντων Αιτητών. Ούτε στην γραπτή της αγόρευση διευκρινίζει το ζήτημα αυτό. Έχω υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 17(1) του Νόμου που προβλέπει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να χρησιμοποιούν αποκλειστικά υπηρεσίες ορκωτών μεταφραστών για σκοπούς των αναγκών τους σε πιστοποιημένες μεταφράσεις. Έχω επίσης υπόψη μου ότι το άρθρο 14(2) του νόμου προβλέπει ότι δικηγόρος που δεν είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο ορκωτών μεταφραστών δύναται να διενεργεί μεταφράσεις οι οποίες αφορούν υποθέσεις που χειρίζεται ο ίδιος ή το δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργάζεται και οι εν λόγω μεταφράσεις δύνανται κατ' εξαίρεση να γίνονται δεκτές από τα Δικαστήρια ως πιστοποιημένες μεταφράσεις εφόσον συνοδεύονται από ένορκο δήλωση στην οποία αναφέρεται ο εξαιρετικός λόγος για τον οποίο διενεργείται η συγκεκριμένη σε κάθε περίπτωση μετάφραση. Όμως ο Νόμος δεν εξαρτά την εγκυρότητα ενός εγγράφου από τη μετάφραση του μέσω ορκωτού μεταφραστή ενώ ο περί Επισήμων γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμος του 1988 (Ν.67/1988) στο άρθρο 5 προβλέπει ότι σε οποιαδήποτε Δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα και ότι ο όρος έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση. Τέλος δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε πρόνοια στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς που να υποστηρίζει τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση. Ένα επίσης στοιχείο το οποίο συνηγορεί υπέρ της μη αποδοχής της θέσης των Καθ΄ ων η αίτηση είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η μετάφραση των ενόρκων δηλώσεων από τα Κινέζικα στα Αγγλικά και ακολούθως στα Ελληνικά δεν είναι επαρκής ή ακριβής. Δεν αμφισβητείται δηλαδή η επάρκεια ή η ακρίβεια της μετάφρασης».
Δεν έχουμε να συμπληρώσουμε κάτι.
Το πρωτόδικο σκεπτικό είναι περιεκτικό και εύστοχο».
Στη βάση των πιο πάνω ο λόγος ένστασης 1 απορρίπτεται.
Στο επίκεντρο κάθε αιτήματος για την έκδοση προσωρινού Διατάγματος βρίσκεται το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and another (1982) 1 C.L.R. 557, ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου προτού εξετάσει τους υπόλοιπους παράγοντες που θα πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (Jonitexo v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).
Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα που θα καταδείξουν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης.
Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αυτή η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζει στην ουσία τη νομική θεμελίωση που απορρέει από το καταχωρημένο δικόγραφο με την πραγματική διαθέσιμη μαρτυρία όπως αυτή καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις για να θεμελιώσει την αγωγή. Αν ο αιτητής μπορεί να δείξει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τότε το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται.
Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο - όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Αν αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρηση του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ’ ανάγκην την έκδοση διατάγματος. (Βλ. ΚΟΤ v. Θεωρή (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 255).
Εφόσον ληφθούν υπόψη οι πιο πάνω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση, είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω), αυτό εμπίπτει στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ίδιας της αγωγής. (Βλ. επίσης Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, 269-270).
Οι πιο πάνω αρχές και το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζονται αιτήσεις για προσωρινά Διατάγματα έχουν εύστοχα συνοψισθεί στην πρόσφατη απόφαση του Νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου MERIDIAN GAMING LTD κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Πολ. Εφ. αρ. Ε179/2017, ημερ.2/5/24.
Όταν η αίτηση αφορά σε διατάγματα αποκάλυψης, αυτά εκδίδονται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Τα διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, τα οποία έλαβαν το όνομα τους από την ομώνυμη υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise [1973] 2 All E.R. 943 (βλ. επίσης Banker's Trust v. Shabira [1980] 1 W.L.R. 1274) αποτελούν σημαντικό εργαλείο για τους διάδικους αφού επιτρέπουν στο θύμα αδικοπραξίας να λάβει πληροφορίες και/ή έγγραφα με τα οποία να αποκαλύπτεται ο αδικοπραγούντας και με τα οποία δύναται να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Τα διατάγματα αυτά μπορούν να εκδοθούν, όχι μόνο εναντίον του καθ' αυτού αδικοπραγούντα, αλλά και εναντίον κάθε ατόμου που αποδεικνύεται ότι έλαβε μέρος ή αναμείχθηκε στην παράνομη πράξη, έστω και άθελα του.
Η θεραπεία που ζητείται με αίτηση έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, μπορεί να εγκριθεί όταν η αίτηση επιζητεί αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών, ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώριση της απαίτησης.
Οι αρχές με βάση τις οποίες εκδίδεται διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd. v. Nexen Petroleum UK Ltd (2005) EWHC 625, η οποία υιοθετείται στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά. (πιο πάνω). Οι αρχές αυτές, όπως παρατίθενται στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, είναι οι ακόλουθες:
«(i) πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (ii) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.»
Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. (πιο πάνω) τονίζεται το επιβεβλημένο καθήκον ατόμου, το οποίο αναμείχθηκε σε αδικοπραξίες άλλων, χωρίς κατ' ανάγκη να υπέχει προσωπική ευθύνη, να διευκολύνει δίνοντας πλήρεις πληροφορίες, συμβάλλοντας έτσι στην επιτυχή προώθηση αξιώσεων μέσω της λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον όλων όσων ενέχονται σε αδικοπραξίες.
Η θεραπεία της αποκάλυψης βάσει της αρχής της Νorwich Pharmacal παρέχεται από το Δίκαιο της Επιείκειας ως ένα όπλο υποβοήθησης ενός διαδίκου σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή διευκόλυνσης στην τέλεση της παράνομης πράξης έστω και αν τα ίδια δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Δεν περιορίζεται σε υποθέσεις όπου η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι άγνωστη. Μπορεί η θεραπεία να δοθεί ακόμη και εκεί όπου επιδιώκεται αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο Αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από τη όλη υπόθεση.
Τα διατάγματα Norwich επενεργούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των κατ’ ισχυρισμό αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής. Στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc, VDC Ltd (2003) EWHC 616 (Ch) αναφέρονται τα εξής:
"So, Norwich Pharmacal is not limited simply to the case of finding out of the name of a wrong-doer. It also extends to cases where there is a good indication of wrong-doing, but not every piece of what the claimant needs to plead a case is fully in position".
Όσον αφορά το εύρος της καθιερωθείσας από την υπόθεση Norwich αρχής πολύ κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση METAQUOTES SOFTWARE LTD κ.α. V DARABOU, Πολιτική Έφεση αρ. Ε324/16, ημερ. 14.11.2018, ECLI:CY:AD:2018:A501, ECLI:CY:AD:2018:A501:
«Η έκδοση διατάγματος της μορφής Norwich Pharmacal, το οποίο συνιστά κατ΄ ουσίαν διάταγμα αποκάλυψης, προϋποθέτει την ύπαρξη τρίτου μέρους («Norwich Pharmacal respondent») το οποίο, έστω και αν είναι αθώο, είχε ανάμειξη στην αδικοπραξία άλλων, προκειμένου να αποκαλύψει στον εν δυνάμει ενάγοντα την ταυτότητα του αδικοπραγήσαντα και, σε κάποιες περιπτώσεις, περαιτέρω πληροφορίες, αναλόγως της υπόθεσης και των γεγονότων που την περιβάλλουν. Είναι γνωστό ότι αυτού του τύπου τα διατάγματα έλκουν την ονομασία τους από την υπόθεση Norwich Pharmacal Co v. Commissioners of Customs & Excise (1974) AC 133. H εταιρεία Norwich Pharmacal, ιδιοκτήτες πατέντας, αντελήφθησαν ότι εμπορεύματα που παραβίαζαν την εν λόγω πατέντα εισήχθησαν στη Βρετανία. Εμμεση ανάμειξη είχε το βρετανικό τελωνείο, μέσω του οποίου είχαν εκτελωνισθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές η προαναφερόμενη εταιρεία ενήγαγε το τελωνείο ζητώντας, μεταξύ άλλων, και διάταγμα που να το υποχρεώνει στην αποκάλυψη του ονόματος του προσώπου που εκτελώνισε τα εμπορεύματα. Οι αρμόδιοι του τελωνείου παραδέχθηκαν την εισαγωγή των προϊόντων και τη γνώση ως προς την ταυτότητα των προσώπων που τα εισήξαν. Προέβαλαν όμως ότι δεν είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν τα ονόματα των εν λόγω προσώπων. Το Δικαστήριο, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, όπου τελικά ήχθη η όλη υπόθεση, ομόφωνα ανέτρεψε την προηγηθείσα απόφαση του Εφετείου και εξέδωσε σχετικό διάταγμα αποκάλυψης, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του αδικοπραγήσαντος. Κρίθηκε ότι η αποκάλυψη ως μορφή θεραπείας εξαρτάται από το βαθμό σύνδεσης μεταξύ του Norwich Pharmacal εναγόμενου και του αδικοπραγήσαντα και όχι από την ύπαρξη βάσης αγωγής εις βάρος του υπό αναφορά εναγόμενου.
……..
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονισθεί ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης δεν μπορεί να περιορισθεί με την επιβολή άκαμπτων κανόνων. Κύριο οδηγό στην άσκηση της διακριτικής δυνατότητας του Δικαστηρίου συνιστούν σε κάθε περίπτωση τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης και το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Περαιτέρω, η ισοζυγία αλληλοσυγκρουόμενων δικαιωμάτων είναι επιβεβλημένη και προς την κατεύθυνση αυτή η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας συνιστά χρήσιμο οδηγό στην πορεία άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.»
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
Η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες, όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντος (Interbrew S.A. v. Financial Times Ltd, The Times 04/01/2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη.
Οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος Norwich Pharmacal έχουν τεθεί με ευκρίνεια στις πιο πρόσφατες αποφάσεις Λ. Πρωτοπαππά & Σια ΔΕΠΕ κ.α. v. George Pamborides LLC, Πολ. Εφ. Ε190/21 ημερ. 10/04/2024 και RPM Services Europe Ltd v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία κ.α. Πολ. Εφ. Ε.137/21 ημερ. 31/01/2024.
Υπό το φως των πιο πάνω προχωρώ στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ’ ης η αίτηση προέβαλε το επιχείρημα ότι αφενός οι Αιτητές γνωρίζουν τον τελικό αδικοπραγούντα και έχουν ήδη κινήσει αγωγές και άλλες διαδικασίες εναντίον του και αφετέρου ότι αποζητούν πληροφορίες σε σχέση με την εταιρεία Denerhey για τον εντοπισμό κεφαλαίων και όχι για την αποκάλυψη της αδικοπραξίας με σκοπό την έγερση αγωγής. Πρόσθετα, ότι σε κάθε περίπτωση, έχουν ήδη λάβει χώρα παραδεκτά, δύο σχετικές αποκαλύψεις εγγράφων και πληροφοριών για την εν λόγω εταιρεία και οι Αιτητές γνωρίζουν όλα τα σχετικά γεγονότα και πληροφορίες. Μάλιστα, οι Αιτητές, στο Αιτητικό της υπό κρίση Αίτησης, γνωρίζουν και παραθέτουν και τους αριθμούς λογαριασμών της εν λόγω εταιρείας, ενώ οι πληροφορίες που αιτούνται είναι ιδιαίτερα στοχευμένες και καταδεικνύουν ότι οι ίδιοι γνωρίζουν όλα τα σχετικά και απαραίτητα στοιχεία.
Στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας καταδεικνύεται ότι έχει διαπραχθεί σωρεία αδικοπραξιών εκ μέρους του ΑΚ, μελών της Προηγούμενης Διοίκησης, ή άτομα συνδεδεμένα με αυτά εναντίον της Ενάγουσας. Οι πράξεις που αποδίδονται στους αδικοπραγούντες εντάσσονται στο πλαίσιο ενός προσχεδιασμένου δόλιου σχεδίου, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς εις βάρος της Ενάγουσας. Το δόλιο σχέδιο, αναλύεται εκτενέστερα στις παραγράφους 27-51 της ΕΔ ΑΜ.
Στις παρα.53-69 της ίδιας Ε.Δ. επεξηγείται δε ότι αλληλογραφία και η αποκάλυψη στη Δεύτερη Αγωγή υποδηλώνουν ότι η WSC πιθανόν διατηρεί έγγραφα όπως Πληρεξούσια Έγγραφα, Συμφωνίες Εμπιστεύματος, Καταλόγους Διευθυντών, και τραπεζικά αρχεία που σχετίζονται με τις Εταιρείες Marimee, Garco αλλά και άλλες άγνωστες οντότητες που διαχειριζόταν η WSC για λογαριασμό του AP, οι οποίες ενδεχομένως να χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα για την κατάχρηση των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας από τον AK και άτομα που συνδέονται με αυτόν. Στη βάση των πιο πάνω είναι σαφές ότι υπολείπονται στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία για να δώσουν την πλήρη εικόνα αναφορικά με όλα τα εμπλεκόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, το βαθμό συμμετοχής τους, τη διακρίβωση της φύσης και της έκτασης των επίδικων αδικοπραξιών, καθώς και την ιχνηλάτηση των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν ή προέρχονται από την Ενάγουσα. Ορθά λοιπόν εισηγείται η Αιτήτρια ότι στερείται γνώσης αναφορικά με το ακριβές ύψος των υπεξαιρεμένων ποσών, τις συναφείς χρηματοοικονομικές συναλλαγές, τον τρόπο διαχείρισης και διάθεσης των εν λόγω ποσών από τους κατόχους των σχετικών λογαριασμών ή/και πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτούς, καθώς και τα αναγκαία στοιχεία προς εντοπισμό και διερεύνηση των σχετικών λογαριασμών, περιλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την Denerhey. Υπενθυμίζεται ότι η εμβέλεια των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal έχει διευρυνθεί και καλύπτει πλέον όχι μόνο την αποκάλυψη της ταυτότητας του κατ’ ισχυρισμό αδικοπραγούντα αλλά και την υποβοήθηση ανεύρεσης γεγονότων που συμπληρώνουν την εικόνα της συνολικής αδικοπραξίας.
Την ευελιξία της δικαιοδοσίας και την προσέγγιση του «χαμένου κομματιού του παζλ» επιβεβαίωσε το Εφετείο πρόσφατα στην υπόθεση Λ. Πρωτοπαππά & Σια ΔΕΠΕ κ.α. v. George Pamborides LLC (πιο πάνω):
«… τέτοια διατάγματα δεν περιορίζονται μόνον στις περιπτώσεις που αναζητείται η ταυτότητα του τελικού αδικοπραγήσαντος, αλλά είναι πιο ευέλικτα και επεκτείνονται και σε περιπτώσεις όπου επιζητούνται πληροφορίες ώστε να μπορέσει ο ενάγοντας να συμπληρώσει την εικόνα «missing piece of the jigsaw» του μεγέθους της συνολικής αδικοπραξίας εναντίον του, αλλά και για πλήρη απονομή δικαιοσύνης.»
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, με σεβασμό στον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ’ ης η αίτηση, δεν ευσταθούν οι πιο πάνω εισηγήσεις του. Δέον να σημειωθεί ότι, oπως έχει ήδη αναφερθεί, η έκδοση διαταγμάτων μορφής Norwich Pharmacal, προϋποθέτει την ύπαρξη τρίτου μέρους το οποίο έστω και αν είναι αθώο, είχε ανάμειξη στην αδικοπραξία άλλων, προκειμένου να αποκαλύψει στον εν δυνάμει ενάγοντα την ταυτότητα του αδικοπραγούντα και σε κάποιες περιπτώσεις περαιτέρω πληροφορίες, αναλόγως της υπόθεσης και των γεγονότων που την περιβάλλουν. Σημειώνεται δε ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από την Καθ’ ης η αίτηση ότι μέσω των υπηρεσιών που παρέχουν διευκολύνουν, αθώα έστω, τις αναφερόμενες αδικοπραξίες ή ότι είναι σε θέση να παράσχουν τις αιτούμενες πληροφορίες. Γι’ αυτό εξάλλου φαίνεται πως έχουν επικαλεστεί το τραπεζικό απόρρητο (βλ. RPM Services Europe Ltd v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία κ.α. (πιο πάνω). Κατά συνέπεια δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση ότι με την παρούσα αίτηση επιχειρείται η αλίευση μαρτυρίας. Οι πληροφορίες που επιζητούνται κρίνονται αναγκαίες καθότι αποσκοπούν στον εντοπισμό όλων των εμπλεκόμενων προσώπων, στη διακρίβωση της φύσης και της έκτασης των επίδικων αδικοπραξιών, καθώς και την ιχνηλάτηση των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν ή προέρχονται από την Ενάγουσα.
Προχωρώντας στην εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, κρίνω ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Στη βάση της ένορκης δήλωσης του ΑΜ προκύπτει εμφανώς η ύπαρξη αδικοπραξίας, συγκεκριμένα ότι τίθεται ζήτημα συνομωσίας, δόλου και απάτης, αδικαιολόγητου πλουτισμού, σφετερισμού και υπεξαίρεσης χρημάτων από άτομα που ανήκουν ή ανήκαν στο Armada Group και τα ονόματα των οποίων δεν είναι γνωστά στην Ενάγουσα, ζήτημα περίπλοκων εταιρικών δομών προς αποξένωση των κεφαλαίων εις βάρος της Ενάγουσας και μεταβίβασης σε αυτές τις εταιρείες κεφαλαίων δήθεν προς αποπληρωμή υπηρεσιών οι οποίες παραχωρηθήκαν στην Ενάγουσα.
Συνεκτιμώντας τα γεγονότα, ως έχουν τεθεί και από τις δύο πλευρές, έχω ικανοποιηθεί ότι οι ζητούμενες πληροφορίες είναι ζωτικής σημασίας για τους σκοπούς που ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Φαίνεται να έχει λάβει κάποια δικαστικά μέτρα προς διαφύλαξη και προάσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων της, προφανώς όμως δεν έχει ιχνηλατήσει την πορεία των περιουσιακών στοιχείων που ενδεχομένως να αποξενώθηκαν ως αποτέλεσμα των κατ’ ισχυρισμό δόλιων ενεργειών τρίτων. Κρίνω δε ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 αφού η Ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, καθότι η καθυστέρηση που θα επέλθει συνεπεία της μη αποκάλυψης των αναγκαίων πληροφοριών δημιουργεί πραγματικό και άμεσο κίνδυνο απώλειας και καταστροφής κρίσιμου αποδεικτικού υλικού ενώ υπάρχει σοβαρή πιθανότητα τα εμπλεκόμενα στο δόλιο σχέδιο πρόσωπα, περιλαμβανομένου του ΑΚ, να προβούν σε ενέργειες απόκρυψης, αλλοίωσης ή καταστροφής στοιχείων, με αποτέλεσμα την οριστική στέρηση της Ενάγουσας από ουσιώδη μέσα απόδειξης, γεγονός που θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα της Ενάγουσας. Προσθέτω ότι κανένα δικαίωμα της Εναγόμενης δεν θα πληγεί από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ενώ η Εναγόμενη δεν έχει δώσει ίχνος μαρτυρίας για δυσμενή επηρεασμό ή ζημιά της από το Διάταγμα.
Προκύπτει επίσης πως η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει την προϋπόθεση που τίθεται στους ώμους της να καταδείξει ότι δεν είναι δυνατό να εξευρεθούν οι πληροφορίες με άλλο τρόπο. Έχει επίσης πετύχει να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων του είδους και της έκτασης που ζητούνται.
Όσον αφορά τον λόγο ένστασης που αφορά στην καθυστέρηση της Ενάγουσας να προσέλθει στο Δικαστήριο, συνεκτιμώ τα όσα κατέγραψε ο ΑΜ στις ένορκες δηλώσεις του. Ειδικότερα επισημαίνω το γεγονός ότι η ύπαρξη της Denerhey αποκαλύφθηκε το 2023, ότι δυνάμει της Δεύτερης Απαίτησης η Ενάγουσα εξασφάλισε εκ νέου διατάγματα αποκάλυψης στη βάση των οποίων επιβεβαιώθηκε η σύνδεση του ΑΚ με την Denerhey, καθώς και η χρήση της τελευταίας από τον ΑΚ ως ένα όχημα απάτης, προς εκτέλεση του δόλιου σχεδίου τους καθώς και ότι η Denerhey διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς σε διάφορες τράπεζες, μεταξύ αυτών και στην Εναγόμενη. Στη βάση αυτών των πληροφοριών, οι οποίες δεν αποκαλύφθηκαν παρά με την πάροδο αρκετών χρόνων και με την χρήση πολλών δικαστικών διαδικασιών, η Ενάγουσα κινεί την παρούσα Απαίτηση, ζητώντας τα αιτούμενα στοιχεία προς συμπλήρωση του «παζλ» της υπόθεσης της. Επομένως, δεν θεωρώ ότι η Ενάγουσα επέδειξε οποιαδήποτε καθυστέρηση ή ολιγωρία αναφορικά με τις προσπάθειες εξασφάλισης των αιτούμενων πληροφοριών.
Ενόψει όλων των ανωτέρω συμπερασμάτων, στην προκειμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Ενάγουσας, η οποία προσπαθεί να λάβει τις απαραίτητες πληροφορίες για ένα ισχυριζόμενο δόλιο σχέδιο συνωμοσίας εις βάρος της, το οποίο της προκάλεσε τεράστια ζημιά και για την οποία επιθυμεί να λάβει δικαστικά μέτρα, εναντίον οποιωνδήποτε προσώπων ήθελε καταδειχθεί ότι έχουν ανάμειξη και εμπλοκή. Από την άλλη η Εναγόμενη δεν κατέδειξε ποια θα είναι η ζημιά της από την συγκεκριμένη αποκάλυψη. Ισοζυγίζοντας τα αλληλοσυγκρουόμενα δικαιώματα, ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια καταλήγω ότι τα αιτούμενα διατάγματα Norwich Pharmacal ενδείκνυται να εκδοθούν.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Εναγομένης ότι η αιτούμενη αποκάλυψη προσκρούει στο τραπεζικό απόρρητο, και δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν. 66(Ι)/1997), αναφέρω ότι το άρθρο αυτό απαγορεύει, πλην συγκεκριμένων περιπτώσεων, σε υπαλλήλους ή εκπροσώπους τραπεζών να παρέχουν ή αποκαλύπτουν οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη στην Τράπεζα.
Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αιτουμένων πληροφοριών, στη βάση των όσων η Αιτήτρια ισχυρίζεται, φαίνεται ότι είναι τέτοια ώστε να εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων ή παράνομων πράξεων και, σε τέτοιες περιπτώσεις, το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη.
Η αρχή ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη καθιερώθηκε στην υπόθεση Tournier v. National Provincial and Union Bank of England Ltd (1923) All E.R Rep. 550 όπου στη σελ. 554 αναφέρονται τα εξής:
"In my opinion it is necessary in a case like the present to direct the jury what are the limits, and what are the qualifications of the contractual duty of secrecy implied in the relation of banker and customer. There appears to be no authority on the point. On principle I think that the qualifications can be classed under four heads: (a) where disclosure is under compulsion by law; (b) where there is a duty to the public to disclose; (c) where the interests of the bank require disclosure; (d) where the disclosure is made by the express or implied consent of the customer."
Στη σελ. 558 της πιο πάνω απόφασης, συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στις περιπτώσεις που μπορεί να γίνει αποκάλυψη η επιδίωξη σκοπού καταστολής δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων ως στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον για αποκάλυψη.
Στην υπόθεση I.B.L. v. Planet (1990) JLR294 τονίστηκαν τα εξής σχετικά:
"The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice.
The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary..."
Στην υπόθεση Norwich (ανωτέρω) τονίστηκε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημόσιου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η θέση της Τράπεζας ότι δεν μπορεί να δώσει τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τον πελάτη της δεν ευσταθεί.
Τέλος, κρίνω ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ’ ης η αίτηση ότι υφίσταται επιβεβλημένη ανάληψη ρητής υποχρέωσης από την Αιτήτρια ότι οι αποκαλυφθείσες πληροφορίες δεν θα χρησιμοποιηθούν εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση δεν βρίσκουν έρεισμα στα λεχθέντα στην απόφαση VECTRONIX AG v. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. 104/2017, 17/11/2025 την οποία επικαλέστηκε ούτε και στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Όπως επιβεβαιώθηκε ρητά στην εν λόγω απόφαση :
«Ενόψει δε του ότι η εξυπακουόμενη υποχρέωση ενυπάρχει στα διατάγματα Norwich Pharmacal όπως και στα διατάγματα απλής αποκάλυψης, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς παρέπεμψε και σε σχετική αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η εξυπακουόμενη υποχρέωση δύναται να αρθεί είτε με τη συγκατάθεση του προσώπου που προέβη στην αποκάλυψη είτε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου.»
Υπενθυμίζεται περαιτέρω ότι η Ενάγουσα τόσο μέσω της ένορκης δήλωσης της στην αίτηση όσο και μέσω της γραπτής της αγόρευσης δήλωσε έτοιμη να δεχθεί τις νομολογιακά καθιερωμένες δεσμεύσεις.
Για όλους τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται ανωτέρω, καταλήγω ότι ικανοποιούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, όσο και αυτές για την έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal στην υπό κρίση Αίτηση, καθώς επίσης και ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης ως η Αίτηση.
Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι 2 και 3 της Αίτησης. Ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε 40 μέρες από την επίδοση των διαταγμάτων. Με την συμμόρφωση της Εναγομένης η όλη Απαίτηση ικανοποιείται πλήρως και παράλληλα εξυπηρετείται και ο πρωταρχικός σκοπός, όπως αυτός περιγράφεται στο Μέρος 1, Κανονισμός 1(2) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023. Το προσωρινό διάταγμα φίμωσης και διαφύλαξης μαρτυρίας ως η παράγραφος 1 της αίτησης καθίσταται απόλυτο.
Η Αιτήτρια δύναται να χρησιμοποιήσει τα αποκαλυφθέντα στοιχεία μόνο για τους σκοπούς της ανίχνευσης ή της ανάκτησης των Περιουσιακών Στοιχείων και για την ανάληψη δικαστικών μέτρων έναντι των αδικοπραγούντων.
Η Αιτήτρια αναλαμβάνει όπως καλύψει την Εναγόμενη για οποιαδήποτε έξοδα αυτή ήθελε υποστεί λόγω της συμμόρφωσης της προς τα διατάγματα. Τα έξοδα αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή στη βάση στοιχείων που η Εναγόμενη θα προσκομίσει και τα οποία έξοδα στη συνέχεια θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Όσον αφορά στα έξοδα, αφού έλαβα υπόψη την επιτυχία της Αίτησης αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Τράπεζα έχει καταστεί διάδικος, και ενόψει του ότι η Τράπεζα κατά την άποψη μου, καταχώρισε Ένσταση για να αποφύγει τυχόν απαιτήσεις από τους πελάτες της σε περίπτωση που έδιδε τις πληροφορίες χωρίς δικαστικό διάταγμα, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της, και εκδίδεται ανάλογη διαταγή.
(Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο