Γεωργίου Ρούμπα ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 3011/17, 24/7/2026
print
Τίτλος:
Γεωργίου Ρούμπα ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 3011/17, 24/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ.Γεωργίου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 3011/17

                                                            

Μεταξύ:

Γεωργίου Ρούμπα

Ενάγοντα

 

-και-

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ

Εναγομένων

 

Αίτηση ημερομηνίας 19/02/26 για τροποποίηση της υπεράσπισης

 

Ημερομηνία: 24 Ιουλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για εναγόμενους - αιτητές:                          κος Ν.Καλλένος διά

                                                                        ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΒΙΟΥ ΔΕΠΕ

Για ενάγοντα- καθ’ ου η αίτηση:                 κος Α.Μ.Κλεάνθους

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την υπό εξέταση αίτηση οι εναγόμενοι – αιτητές ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της υπεράσπισης τους διά της προθήκης νέας παραγράφου με αριθμό 1Α.

 

 

 

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Η αγωγή κινήθηκε με την καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου στις 28/07/17. Οι εναγόμενοι  καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 24/08/17 και υπεράσπιση στις 12/09/17. Ο ενάγοντας καταχώρισε απάντηση στην υπεράσπιση στις 15/12/17.

 

Ακολούθως καταχωρίστηκαν κλήση για οδηγίες, παράρτημα, ονομαστικοί κατάλογοι μαρτύρων σύμφωνα με τους Θεσμούς και η υπόθεση ορίστηκε αρκετές φορές για ακρόαση. Την 10/02/26 ζητήθηκε από τους εναγόμενους άδεια για καταχώριση της υπό κρίση αίτησης και το Δικαστήριο χορήγησε τη σχετική άδεια και την 19/02/26 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. 

 

Η πλευρά του ενάγοντα καταχώρισε ένσταση στην αίτηση την 11/03/26 και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις.

 

Η ΑΙΤΗΣΗ

Στις 19/02/26 καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση, με την οποία αιτητές ζητούν τροποποίηση της υπεράσπισης τους διά της προσθήκης της ακόλουθης παραγράφου υπό τον αριθμό 1Α, μετά την υφιστάμενη παράγραφο 1:

«Οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται και λέγουν ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται και/ή στερείται αγώγιμου δικαιώματος να προωθεί την παρούσα Αγωγή εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ («Τράπεζα Κύπρου» ή «Εναγόμενοι»),

Ειδικότερα, οι δύο επίδικες δανειοδοτήσεις σε ελβετικό φράγκο (CHF), οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής, ήτοι τα δάνεια που συνήφθησαν μεταξύ της Marfin Popular Bank Public Co Ltd («Λαϊκή Τράπεζα») και του Ενάγοντα με αρ. λογ. [ ] εκ CHF322.000,00 ημερ. 31/07/2007 και με αρ. λογ. [ ] εκ CHF145.000,00 ημερ. 07/10/2008 εξοφλήθηκαν και οι σχετικοί λογαριασμοί έκλεισαν το έτος 2012. Πιο συγκεκριμένα, ο λογαριασμός δανείου με αρ. λογ. [ ] έκλεισε στις 23/07/2012 ενώ ο λογαριασμός δανείου με αρ. λογ. [ ] έκλεισε στις 24/07/2012.

Η εξόφληση των ανωτέρω δανείων επήλθε κατόπιν χορήγησης προς τον Ενάγοντα, κατά ή περί το έτος 2012 και κατόπιν αιτημάτων του ιδίου, δύο νέων δανείων σε ευρώ, ήτοι, το δάνειο με αρ. λογ. [ ] (μεταγενέστερος αρ. [ ]) ποσού €193.000,00, και το δάνειο με αρ. λογ. [ ] (μεταγενέστερος αρ. [ ]) ποσού €97.000,00.

 

 

 

Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του Διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου το οποίο εκδόθηκε στις 29/03/2013, δυνάμει των άρθρων 5 (12) (α) 7 (1) και 9 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, το οποίο αναφέρεται ως το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως ΚΔΠ 104/13, καθώς και μεταγενέστερα των Διαταγμάτων που ακολούθησαν αυτό (ΚΔΠ 133/13 ημερ. 21/04/2013, ΚΔΠ 156/13, ημερ. 14/05/2013, ΚΔΠ 276/13 ημερ. 30/07/2013, Κ.Δ.Π. 462/13 ημερ. 20/12/2013), βάσει των οποίων μεταβιβάστηκαν και περιήλθαν, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των εν λόγω Διαταγμάτων, συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου η οποία ως αποκτών πρόσωπο υποκατέστησε και αντικατέστησε την Λαϊκή Τράπεζα, τα επίδικα δάνεια σε CHF δεν υφίσταντο πλέον.

Ως εκ τούτου, τα εν λόγω δάνεια σε CHF δεν συγκαταλέγονταν μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου από τη Λαϊκή Τράπεζα, καθότι είχαν ήδη εξοφληθεί και οι σχετικοί λογαριασμοί είχαν κλείσει πριν την εν λόγω μεταβίβαση. Αντιθέτως, αυτό που περιήλθε και/ή μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου ήταν τα μεταγενέστερα δάνεια του Ενάγοντα σε ευρώ, ήτοι τα δάνεια με αρ. λογ. [ ] (μεταγενέστερος αρ. λογ. [ ]) εκ €193.000,00 και τα δάνεια με αρ. λογ. [ ] (μεταγενέστερος αρ. λογ. [ ]) εκ €97.000,00 και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτά, μετά των συναφών εξασφαλίσεων.

Υπό τις περιστάσεις, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η παρούσα Αγωγή, καθ’ όσον αφορά τα επίδικα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Τράπεζας Κύπρου, καθότι τα εν λόγω δάνεια, παραχωρήθηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα, είχαν εξοφληθεί πριν την έκδοση της ΚΔΠ 104/13, και ουδέποτε μεταβιβάστηκαν στους Εναγόμενους.

Συνεπώς, η ισχυριζόμενη απαίτηση του Ενάγοντα με βάση την παρούσα Αγωγή σε σχέση με τα επίδικα δάνεια σε Ελβετικά Φράγκα (CHF) δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου από τη Λαϊκή Τράπεζα και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να καταλογίζεται στην Τράπεζα Κύπρου ευθύνη για τα εν λόγω δάνεια σε Ελβετικά Φράγκα (CHF) τα οποία δεν αποτελούν περιουσιακά στοιχεία και/ή δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις που έχουν μεταβιβαστεί στους εναγόμενους με βάση την ΚΔΠ 104/13.

Ως εκ των ανωτέρω, εγείρεται προδικαστική ένσταση, η οποία υιοθετείται και επαναλαμβάνεται και ως βασική υπεράσπιση των Εναγομένων, εν όψει των πιο πάνω, ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο ως παντελώς αβάσιμη, ανυπόστατη και ατεκμηρίωτη.

Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, εν πάση περιπτώσει, ο Ενάγοντας, με τη λήψη των δύο μεταγενέστερων δανείων σε ευρώ κατά το έτος 2012 προς εξόφληση και οριστικό κλείσιμο των δανείων σε ελβετικό φράγκο, αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα το ύψος των τότε παρουσιαζόμενων υπολοίπων των εν λόγω δανείων σε CHF, μετά των

εκάστοτε χρεώσεων, τόκων και συναφών επιβαρύνσεων. Ως εκ τούτου, ο Ενάγων κωλύεται και/ή παρεμποδίζεται (estopped) να αμφισβητεί εκ των υστέρων τα εν λόγω υπόλοιπα ή να προβάλλει ισχυρισμούς ασύμβατους με την προγενέστερη συμπεριφορά και αποδοχή του»

Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (Civil Procedure Rules) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στην Δ.1, Δ.2, Δ.15, Θ.Θ. 1,2,3 και 4, Δ.19 Θ.Θ. 14, 26, Δ.20, Δ.23 Θ. 2, Δ.25, Θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, Δ.27 Θ.Θ. 1, 2 και 3, Δ.38 Θ. 1, Δ.39 Θ.Θ. 2 και 10, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8(ν), 8 (1)(u), 9, 10,11,12 Δ.57, Δ.59, Δ.60 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6, Δ.64, στο περί της Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 Κ.Δ.Π. 103/2013, στο Περί της Πώλησης Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 Κ.Δ.Π. 93/2013, και όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την Κ.Δ.Π. 278/2013 και στα σχετικά εκδοθέντα Διατάγματα που ακολούθησαν και/ή σχετίζονται μ’ αυτό, στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν.17(Ι)/2013) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 2Α(2), 3(1 )(α), (β), (γ), και (ζ), 3(2), 5, 6, 7, 9, 14-20, 22, 25, 29, στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών και Συναφή Θέματα Νόμο του 2016 (Ν. 22(Ι)/2016), στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 69Α, 70, 71, 169Α, 169Γ, Μέρος II, 102(1), (2), (2Α), (3), (4), στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60, στα άρθρα 23, 26, 30 και 179 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στις Αρχές και Νομολογία του Κοινοδίκαιου και επί των κανόνων επιείκειας, στους Γενικούς Κανόνες και/ή Γενικές Αρχές της Νομολογίας των Δικαστηρίων της Κύπρου και/ή του Δικαίου της Επιείκειας και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου, Διακριτική Ευχέρεια και Πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου των αιτητών (στο εξής η «ΕΔ-ΑΖ»), στην οποία αναφέρει ότι στις 06/02/2026, κατά τη μελέτη και προετοιμασία της παρούσας υπόθεσης από κοινού με τους δικηγόρους των αιτητών, στο πλαίσιο ετοιμασίας καταλόγου παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων ενόψει της ορισμένης ακρόασης στις 10/02/2026 ενώπιον του Δικαστηρίου και κατόπιν λεπτομερέστερης εξέτασης των δικογράφων σε συνδυασμό με τα έγγραφα που τηρούν οι Αιτητές στο αρχείο τους, διαπιστώθηκε ότι εκ λάθους και εκ παραδρομής δεν είχαν ενημερώσει τους δικηγόρους τους, κατά τον χρόνο σύνταξης της υπεράσπισης, ότι οι επίδικες δανειοδοτήσεις σε ελβετικό φράγκο (CHF), οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής, ήτοι τα δάνεια που συνήφθησαν μεταξύ της Marfin Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής η «Λαϊκή Τράπεζα») και του ενάγοντα με αρ. λογ. [ ] ποσού CHF 322.000,00 ημερ. 31/07/2007 και με αρ. λογ. [ ] ποσού CHF 145.000,00 ημερ. 07/10/2008— είχαν εξοφληθεί προ πολλού και οι σχετικοί λογαριασμοί είχαν κλείσει στις 23/07/2012 και 24/07/2012 αντίστοιχα.

 

Ως εκ τούτου, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι τα εν λόγω δάνεια σε CHF δεν μεταφέρθηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στους αιτητές δυνάμει του Διατάγματος του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ημερομηνίας 29/03/2013, που εκδόθηκε βάσει των άρθρων 5(12)(α), 7(1) και 9 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (γνωστό ως το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013, ΚΔΠ 104/13), καθώς και των μεταγενέστερων σχετικών Διαταγμάτων (ΚΔΠ 133/13, ΚΔΠ 156/13, ΚΔΠ 276/13 και ΚΔΠ 462/13), με τα οποία μεταβιβάστηκαν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας στους αιτητές.

 

Επιπλέον ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι, παρότι στις παραγράφους 6 και 8 της υφιστάμενης υπεράσπισης δικογραφήθηκε ότι οι επίδικες δανειοδοτήσεις σε ελβετικό φράγκο είχαν μετατραπεί το 2012, κατόπιν παραχώρησης νέων δανείων σε ευρώ στον ενάγοντα από τη Λαϊκή Τράπεζα, εντούτοις δεν αναφέρθηκε ρητά, λόγω μη έγκαιρης ενημέρωσης των δικηγόρων των αιτητών κατά την αποστολή οδηγιών για τη σύνταξη της υπεράσπισης, ότι τα επίδικα δάνεια σε CHF είχαν ήδη εξοφληθεί και οι σχετικοί λογαριασμοί είχαν κλείσει όσο ακόμη τηρούνταν στη Λαϊκή Τράπεζα. Συνεπώς, τα εν λόγω δάνεια δεν αποτελούσαν περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις που μεταφέρθηκαν στους αιτητές κατόπιν των γεγονότων του 2013 και της ΚΔΠ 104/2013, σε αντίθεση με τα υφιστάμενα δάνεια σε ευρώ του ενάγοντα, τα οποία πράγματι μεταφέρθηκαν στους αιτητές. Η παράλειψη ενημέρωσης των δικηγόρων των αιτητών για το ουσιώδες αυτό στοιχείο συνιστά, σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που λαμβάνει ο ενόρκως δηλών, «νέο δεδομένο», το οποίο δεν ήταν γνωστό στους δικηγόρους τους κατά τον χρόνο σύνταξης της υπεράσπισης των αιτητών. Σημειώνει περαιτέρω ότι το ηλεκτρονικό αρχείο της Λαϊκής Τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσιο στους αιτητές, γεγονός που επιτρέπει την προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων σε σχέση με τους εν λόγω λογαριασμούς. Προς υποστήριξη των ανωτέρω, επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 αντίγραφα καταστάσεων των επίδικων λογαριασμών (αρ. [ ] και [ ]), στα οποία εμφαίνεται ρητά κάτω δεξιά ότι οι λογαριασμοί έκλεισαν το 2012, δηλαδή πριν από την έκδοση της ΚΔΠ 104/2013. Ως Τεκμήριο 2 ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει ενδεικτικά επιστολή/προσφορά της Λαϊκής Τράπεζας ημερομηνίας 22/06/2012, από την οποία προκύπτει η χορήγηση νέων δανείων σε ευρώ προς τον ενάγοντα, γεγονός που οδήγησε στην εξόφληση και το κλείσιμο των δανείων σε CHF.

Συνεπώς, η μη προηγούμενη δικογράφηση των προαναφερθέντων οφείλεται στο γεγονός ότι αυτά τα δεδομένα εκ παραδρομής δεν τέθηκαν υπόψη των δικηγόρων των αιτητών κατά την ετοιμασία και σύνταξη της υφιστάμενης υπεράσπισης τους και είναι δεδομένα τα οποία εντοπίστηκαν μεταγενέστερα από τους αιτητές και τέθηκαν υπόψη των δικηγόρων τους, όταν ξεκινήσαν μαζί με τους δικηγόρους τους την προετοιμασία για την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης που ήταν προγραμματισμένη να ξεκινήσει στις 10/02/2026.

 

Ως εκ των όσων έχουν εκτεθεί ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη την φύση της απαίτησης του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι καθίσταται αναγκαία η έκδοση του επιζητούμενου Διατάγματος τροποποίησης της υπεράσπισης προκειμένου να μπορέσουν να προβάλουν ολοκληρωμένα την υπεράσπιση τους ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον τα ως άνω αναφερόμενα γεγονότα αποτελούν ουσιώδεις γεγονότα και στοιχεία για σκοπούς υπεράσπισης των αιτητών.

 

Επίσης, είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα, ότι τα ως άνω γεγονότα καθιστούν ξεκάθαρο ότι ο ενάγοντας δια της λήψης των νέων δανείων σε ευρώ και την εξόφληση των επίδικων δανείων σε CHF είχε αποδεχθεί από το έτος 2012, την δημιουργηθείσα κατάσταση πραγμάτων, κατά τρόπο που κωλύεται και παρεμποδίζεται σήμερα να εγείρει οποιεσδήποτε αξιώσεις εναντίον των αιτητών σε σχέση με δανειοδοτήσεις σε CHF, που είχαν εξοφληθεί και κλείσει από το 2012 και οι οποίες σε κάθε περίπτωση ουδέποτε αναλήφθηκαν ή μεταβιβάστηκαν στους αιτητές.

 

Ως εκ τούτου ο ενάγοντας, σύμφωνα με νομική συμβουλή που λαμβάνει ο ενόρκως δηλών, παρεμποδίζεται και/ή κωλύεται δια της συμπεριφοράς και/ή διαγωγής και/ή των ενεργειών του ("waiver or estopped by conduct, by deed, acquiescence") από το να θέτει τα όσα ζητήματα προωθεί μέσω της παρούσας αγωγής.

Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντος και από νομικής συμβουλής που λαμβάνει, ότι η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί μέρος της υπόθεσης των αιτητών και δεν θα επηρεάσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον ενάγοντα, αφού τα δεδομένα αυτά, τα οποία επιχειρούνται να δικογραφηθούν, ήταν εις γνώση αυτού μέσω της λήψης από τον ίδιο, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, των επίδικων καταστάσεων λογαριασμών και μέσω της
υπογραφής της επιστολής - προσφοράς της Λαϊκής Τράπεζας ημερ. 22/06/2012 και
των άλλων συναφών εγγράφων τα οποία οι αιτητές προτίθενται να παρουσιάσουν κατά την ακρόαση, κατά τρόπο που αυτός δεν βρίσκεται εξαπίνης. Αντιθέτως, η
χορήγηση της αιτούμενης τροποποίησης θα βοηθήσει στην ορθότερη και πιο σωστή
διαχείριση της παρούσας διαδικασίας στην υπό κρίση αγωγή, δεδομένου ότι η αγωγή
βρίσκεται σε στάδιο όπου δεν έχει ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης
και ως εκ τούτου τα δικαιώματα των διαδίκων δεν παραβλάπτονται και δεν θα
προξενηθεί καμία ζημιά στον ενάγοντα.

 

Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει πως η παρούσα αίτηση γίνεται καλόπιστα και για να αποδοθεί πλήρης Δικαιοσύνη μεταξύ των μερών και είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης των αιτητών. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο αρνηθεί να επιτρέψει την
αιτούμενη τροποποίηση, οι αιτητές θα αποστερηθούν του δικαιώματος τους να
παρουσιάσουν ολοκληρωμένα την υπεράσπιση τους ενώπιον του Δικαστηρίου στην
βάση ορθών αναφορών και εγγράφων.

 

Η ΕΝΣΤΑΣΗ

 

Ο ενάγοντας καταχώρισε ένσταση στην αίτηση εγείροντας τους ακόλουθους λόγους:

1.    Η αίτηση καταχωρίστηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και δέκα σχεδόν χρόνια μετά την καταχώριση υπεράσπισης την 12/09/2017, καθώς και από την καταχώριση της αγωγής την 28/07/2017.

2.    Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.25 Θ. 1(3).

3.    Τα δεδομένα των οποίων επιχειρείται η προσθήκη ήταν υπαρκτά κατά την λήψη των οδηγιών για καταχώριση υπεράσπισης.

4.    Οι ισχυρισμοί περί δήθεν μη έγκαιρης ενημέρωσης των δικηγόρων των εναγόμενων κατά την αποστολή οδηγιών για την σύνταξη της υπεράσπισης, περί διαπίστωσης ότι εκ λάθους και εκ παραδρομής δεν είχαν ενημερωθεί οι δικηγόροι των εναγόμενων και ότι η εν λόγω παράλειψη συνιστά «νέο δεδομένο» δεν είναι παραδεκτός και σε κάθε περίπτωση οι ισχυρισμοί των οποίων ζητείται η προσθήκη, δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση καλόπιστο λάθος, ούτε μικρές ή τυπογραφικές παραλείψεις, ούτε νέα δεδομένα τα οποία δεν ήταν υπαρκτά κατά την λήψη των οδηγιών κατά την καταχώριση, προ δέκα σχεδόν ετών, της υπεράσπισης.

5.    Δεν παρέχεται καμία και/ή ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης.

6.    Η παρούσα αίτηση γίνεται κακή τη πίστη (mala fide) καθότι τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση τροποποίησης ήταν γνωστά στους αιτητές - εναγόμενους από το 2017 τουλάχιστον και αφού η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένα από το Δικαστήριο.

7.    Τυχόν έγκριση της αίτησης θα ζημιώσει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του καθ'ου η αίτηση - ενάγοντα καθότι πρόκειται για υπόθεση του 2017, η οποία εμπίπτει στον κατάλογο των αγωγών backlog, η εκδίκαση της οποίας θα ξεκινούσε και σε περίπτωση τροποποίησης θα προκληθεί τεράστια καθυστέρηση.

8.    Η καταπάτηση του συνταγματικού δικαιώματος των καθ' ου η αίτηση - ενάγοντα για την εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου δεν μπορεί να αποζημιωθεί μόνο με διαταγή ως προς τα έξοδα.

9.    Δεν λήφθηκε προηγουμένως η άδεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με τις πρόνοιες των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) (Τροποποιητικών) (Αρ. 1) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022

10. Το λεκτικό της Δ.25 Θ.1 (3) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν αφήνει περιθώρια ερμηνείας της φράσης «καλόπιστο λάθος» που να επιτρέπει την προσθήκη ισχυρισμών γνωστών στο διάδικο που επιδιώκει την τροποποίηση και ότι η εξαίρεση του καλόπιστου λάθους δεν περιλαμβάνει την προσθήκη νέων ισχυρισμών.

11. Η έννοια του καλόπιστου λάθους δεν περιορίζεται μόνο στην έλλειψη κακής πίστης, αλλά αφορά σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου υπάρχει μια εκ παραδρομής μικρή παράλειψη ή ασάφεια κατά την σύνταξη του δικογράφου και όχι η προσθήκη ισχυρισμών στην έκταση που επιχειρείται να γίνει με την υπό κρίση αίτηση.

12. Οι αιτητές - εναγόμενοι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρούν να προσθέσουν βασικούς ισχυρισμούς στην έκταση που μεταβάλλεται η θέση της υπεράσπισης, γεγονός το οποίο δεν είναι επιτρεπτό.

13. Η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί νέα βάση υπεράσπισης και αλλάζει ουσιωδώς τη βάση της ήδη καταχωρισθείσας υπεράσπισης.

 

Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2, Δ.15, Θ. 1, 2, 3 και 4, Δ.19, Θ. 14 και Θ.26, Δ.20, Δ.23, Θ.2, Δ.25, Θ.1 -9, Δ.27, Θ. 1, 2, και 3, Δ.38, Θ. 1, Δ.39, Θ. 2 και 10, Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8(V), (8 (l)(u), 9,10,11, και 12, Δ.57, Δ.59, Δ.60, Θ. 1, 2,3,4,5 και 6 και Δ.64, στο περί της Διάσωσης με ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 103/2013), στο περί της Πώλησης Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 93/2013), και όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την ΚΔΠ 278/2013 και στα σχετικά εκδοθέντα διατάγματα που ακολούθησαν και/ή σχετίζονται με αυτόν, στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 2013 (Ν.17(Ι)/2013) και ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό, στα άρθρα 2, 2Α(2), 3(1)(α), (β), (γ) και (ζ), 3(2), 5, 6, 7, 9,14-20, 22, 25 και 29, στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών και Συναφή Θέματα Νόμο του 2016 (Ν.22(Ι)/2016), στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 69Α, 70, 71,169Α, 169Γ, Μέρος II, 102(1), (2), (2Α), (3) και (4), στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/1960), στα άρθρα 23, 26, 30 και 179 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στις Αρχές και Νομολογία του Κοινοδικαίου, στους Κανόνες Επιείκειας, στους Γενικούς Κανόνες και/ή Γενικές Αρχές της Νομολογίας των Δικαστηρίων της Κύπρου, και/ή του Δικαίου της Επιείκειας, στον Περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) (Τροποποιητικών) (Αρ. 1) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022 και στις Γενικές, συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα (στο εξής η «ΕΔ-ΓΡ») στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα.

Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των αιτητών περί «εκ λάθους και παραδρομής» (παράγραφος 2 της ΕΔ-ΑΖ), «μη έγκαιρης ενημέρωσης των δικηγόρων κατά την αποστολή οδηγιών κατά την σύνταξη της υπεράσπισης» (παράγραφος 4 της ΕΔ-ΑΖ), «εκ παραδρομής δεν τέθηκαν υπόψη των δικηγόρων κατά την ετοιμασία και σύνταξη της υφιστάμενης υπεράσπισης των εναγόμενων και είναι δεδομένα τα οποία εντοπίστηκαν μεταγενέστερα από τους εναγόμενους» (παράγραφος 5 της ΕΔ-ΑΖ), της κατ' ισχυρισμό «υπογραφής της επιστολής/ προσφοράς της Λαϊκής Τράπεζας ημερομηνίας 22.6.2012» (παράγραφος 9 της ΕΔ-ΑΖ), ο ενόρκως δηλών αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 της ΕΔ-ΑΖ.

Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 28/07/2017, η υπεράσπιση των εναγόμενων καταχωρίστηκε την 12/09/2017, η δε παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε μόλις την 19/02/2026 αφού η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένα από το Δικαστήριο, ήτοι δεκαεννέα φορές, εκ των οποίων οι δώδεκα για ακρόαση, χωρίς σε οποιοδήποτε στάδιο να εγερθεί θέμα ανάγκης τροποποίησης της υπεράσπισης.

Επιπλέον αναφέρει ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι λήφθηκε προηγουμένως η άδεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με τις πρόνοιες των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) (Τροποποιητικών) (Αρ. 1) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022 και ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε κατά παράβαση της αυστηρής ερμηνείας της Δ.25 Θ.1(3) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

Προς τούτο ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι η αίτηση είναι απορριπτέα, επαναλαμβάνοντας στην ΕΔ-ΓΡ όλους τους λόγους ένστασης.

 

Η ΑΚΡΟΑΣΗ

Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου της αίτησης, της ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων που τις υποστηρίζουν και με την παράδοση στο Δικαστήριο γραπτών αγορεύσεων από τα δύο μέρη.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

Η Δ.25 Θ.1(3) προνοεί τα ακόλουθα:

«(3) Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»

 

Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για  τροποποίηση δικογράφων βάσει της Δ.25, έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία Αποφάσεων του ΑΔ. Σύμφωνα με τις αρχές που έχει καθιερώσει η Νομολογία, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας,  νοουμένου  ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις  που την καθιστούν αναγκαία. Γνώμονας πάντοτε είναι το συμφέρον της Δικαιοσύνης το οποίο αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation (2013) 1ΑΑΔ543 και KYRIAKOS ANDREOU ARSIOTIS DEVELOPMENTS & CONSTRUCTIONS LIMITED (ΠΡΩΗΝ KYRIAKOS ANDREOU ARSIOTIS DEVELOPMENTS LIMITED) κ.α. ν. HIGHWAY GARDENS CITY LTD, ΠΟΛ.ΕΦ.106/2012, ημερ.18/04/2018). 

 

Τα Δικαστήρια μπορούν επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & άλλης (1991) 1 ΑΑΔ 934 και ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ν. ΑDBOARD MEDIA LTD κ.α. (2014) 1ΑΑΔ2038).  

 

Στην KYRIAKOS ANDREOU ARSIOTIS DEVELOPMENTS & CONSTRUCTIONS LIMITED ανωτέρω, το ΑΔ ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν:

«Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά. (1989) 1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36, 37.   Παραθέτουμε  πιο κάτω  το σχετικό  απόσπασμα από την απόφαση αυτή:

"Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:

1.    Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.

2.    Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. 

3.   Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.

4.    Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη".»

 

Περαιτέρω στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνεταίροι (2012) 1ΑΑΔ817 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.»

 

Επιπλέον στην Πρωτόδικη Απόφαση Οδυσσέως ν. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ κ.α., Αρ.Αγ.813/17, ημερ.30/12/19, η Λ.Δημητριάδου, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα:

«Η νέα Δ.25 και Δ.30 αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων με τα περιθώρια άσκησης από πλευράς Δικαστηρίου διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης να είναι ιδιαίτερα περιορισμένα. Η εν λόγω προσέγγιση συνάδει και με την αρχή της υψίστης σημασίας στόχευση (overriding principle) που φαίνεται να καθοδηγεί το πλαίσιο εφαρμογής της νέας Δ.25 και Δ.30.Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων απαιτεί από όλους να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη των αναγκαίων στα δικόγραφά τους.»

 

 

Περαιτέρω στην επίσης Πρωτόδικη Απόφαση, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Χλόης Ιωάννου Νεοφύτου κ.α., Αρ.Αγ.911/16, ημερ.28/07/17, η Ρ.Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε, ανέφερε τα κάτωθι:

«Τόσο το περιεχόμενο της  προτεινόμενης Έκθεσης Υπεράσπισης όσο και της Ανταπαίτησης δεν μπορεί να αφορούν  καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης αφού με την αίτηση επιζητείται μια ριζική τροποποίηση.  Καλόπιστο  λάθος θα ήταν μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια και όχι προσθήκη ισχυρισμών σε τέτοια έκταση.

 

Ούτε όμως και ως νέα γεγονότα  μπορεί να χαρακτηριστούν τα όσα ζητείται  να προστεθούν αφού οι εναγόμενοι  ανέφεραν  όπως ο ίδιος  ο ενόρκως δηλών αναφέρει, τα γεγονότα στον πρώτο δικηγόρο   τους όταν τον επισκέφθηκαν και του παρέδωσαν όλα τα σχετικά έγγραφα.

 

Η ανάγκη για τροποποίηση  προέκυψε  όπως φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση  μετά που ο νέος δικηγόρος     των εναγομένων ανέλαβε  την υπόθεση και εισηγήθηκε την τροποποίηση   με τον τρόπο που περιλαμβάνεται   στην αίτηση και όπως ο ίδιος  την επιθυμεί.   Είναι η κρίση μου ότι τα πιο πάνω δεν μπορεί να ερμηνευθούν ως οι προϋποθέσεις της Δ.25 θ.1(3).   Οποιαδήποτε άλλη  ερμηνεία εκτός από την αυστηρή ερμηνεία   της Διαταγής όπως αναφέρω πιο πάνω, θα ήταν αντίθετη  τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα  και τον σκοπό της Δ.25  και ιδιαίτερα το θ.1(3) που αφορά την παρούσα υπόθεση.»

 

Επιπρόσθετα στη σχετικά πρόσφατη Απόφαση MONOKO (ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΤΔ v. C & S AMART MOVE DEVELOPERS LTD, Πολ.Έφ.Ε99/2022, ημερ.03/10/25 το Εφετείο, υιοθετώντας το σκεπτικό της Πρωτόδικης Απόφασης στην Οδυσσέως ανωτέρω, ανέφερε τα ακόλουθα:

«Η νέα διαταγή 25 δεν αναφέρεται ειδικά, στην ερμηνεία της φράσης  «καλόπιστο λάθος». Κατά την κρίση μου, το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε παραλείψεις και σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση της Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην αγωγή 813/2017 Οδυσσέως ν. Σ.Κ.Τ., ημερ. 30/12/2019, στην οποία αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους.

Στην ίδια υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), διατυπώνεται η άποψη ότι οι νέες Δ.25 και Δ.30, αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στους συνηγόρους κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων, αφού τα περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης από πλευράς Δικαστηρίου, είναι πλέον ιδιαίτερα περιορισμένα. Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων, απαιτεί από όλους τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη όλων των αναγκαίων ισχυρισμών στα δικόγραφά τους, ούτως ώστε να αποφεύγεται η τροποποίηση δικογράφων, σε προχωρημένο στάδιο της δίκης.»

 

Με γνώμονα τις πιο πάνω Νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω και να αξιολογήσω τα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης.

 

ΤΟ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΜΑ

Αρχικώς να αναφέρω ότι ο λόγος ένστασης που προβάλλεται περί μη λήψης άδειας από το Δικαστήριο για την καταχώριση της παρούσας, καθίσταται ανεδαφικός, εφόσον την 10/02/26 κατόπιν σχετικού αιτήματος των εναγομένων και μη έγερσης ένστασης στο αίτημα από πλευράς του ενάγοντα, το Δικαστήριο έδωσε άδεια για καταχώριση της υπό κρίσιν αίτησης.

 

Προχωρώ να εξετάσω τα όσα αναφέρονται στην ΕΔ-ΑΖ. Η θέση των εναγομένων είναι ότι τα όσα θέλουν να εισάξουν διά νέας παραγράφου στην υπεράσπιση τους, διαπιστώθηκαν κατόπιν λεπτομερέστερης εξέτασης των δικογράφων σε συνδυασμό με τα έγγραφα που τηρούν οι αιτητές στο αρχείο τους και ότι εκ λάθους και εκ παραδρομής δεν είχαν ενημερώσει τους δικηγόρους τους, κατά τον χρόνο σύνταξης της υπεράσπισης. Περαιτέρω είναι η θέση τους ότι η παράλειψη ενημέρωσης των δικηγόρων των αιτητών για το ουσιώδες αυτό στοιχείο συνιστά, σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που λαμβάνει ο ενόρκως δηλών, «νέο δεδομένο», το οποίο δεν ήταν γνωστό στους δικηγόρους τους κατά τον χρόνο σύνταξης της υπεράσπισης των αιτητών.

 

Είναι ξεκάθαρο ότι η αιτούμενη τροποποίηση αφορά γεγονότα και δεδομένα τα οποία δεν προέκυψαν την 06/02/26, αλλά γεγονότα και δεδομένα τα οποία ήταν γνωστά και υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώριση υπεράσπισης. Συνεπώς θα μπορούσαν να δικογραφηθούν στην υπεράσπιση όταν αυτή καταχωρίστηκε και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν αυτά να θεωρηθούν, ως είναι η θέση των εναγομένων, ως «νέο δεδομένο».

 

Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε αιτήσεις όπως η παρούσα, σύμφωνα με τη Νομολογία, δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από αριθμό παραγόντων, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, εκεί όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε καθυστέρηση, αμέλεια ή απροσεξία που τυχόν έχει επιδειχθεί, ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, νοουμένου βέβαια πάντοτε ότι η βλάβη ή η αδικία η οποία θα προκληθεί στην άλλη πλευρά μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα και ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα.

 

Στην προκείμενη περίπτωση η καταχώριση της αίτησης έχει γίνει με καθυστέρηση οκτώ ετών και 4 μηνών από την καταχώριση της υπεράσπισης των εναγομένων.  Σύμφωνα με τη Νομολογία, το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση της καθυστέρησης, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση και όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση Διατάγματος τροποποίησης (βλ. KYRIAKOS ANDREOU ARSIOTIS DEVELOPMENTS & CONSTRUCTIONS LIMITED ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση μόνο η δικαιολογία ότι η ανάγκη τροποποίησης διαπιστώθηκε κατά την πιο λεπτομερή εξέταση των δικογράφων, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που τηρούν οι αιτητές στο αρχείο τους, δεν θεωρώ ότι είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την μεγάλη αυτή καθυστέρηση. Στις 04/07/18 είχαν δοθεί οδηγίες να καταχωριστούν ονομαστικοί κατάλογοι μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας, η πλευρά των εναγομένων καταχώρισε τον κατάλογο της την 30/07/18 και την 04/10/18 το Δικαστήριο όρισε την αγωγή στις 27/03/19 για ακρόαση για πρώτη φορά. Από την 27/03/19 μέχρι και την 10/02/26 η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση δώδεκα φορές και δύο φορές για οδηγίες. Η υπέρμετρη αυτή καθυστέρηση θεωρώ δεν έχει δικαιολογηθεί επαρκώς.

 

Επιπλέον το ότι με την επιζητούμενη τροποποίηση επιχειρείται να εισαχθεί και η έγερση προδικαστικής ένστασης ότι ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται και/ή στερείται αγώγιμου δικαιώματος να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον των αιτητών με βάση τα γεγονότα τα οποία ζητείται να προστεθούν, θεωρώ δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους (βλ. MONOKO (ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΤΔ  και Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ανωτέρω). Τα όσα επιχειρούν να προσθέσουν οι εναγόμενοι αποτελούν γεγονότα και δεδομένα τα οποία όφειλαν να είχαν καταγραφεί στην υπεράσπιση τους, ειδικότερα εφόσον αυτά μπορούν, κατά τη δική τους θέση, να τεκμηριώσουν προδικαστική ένσταση μη νομιμοποίησης αγώγιμου δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντα (βλ. KYRIAKOS ANDREOU ARSIOTIS DEVELOPMENTS & CONSTRUCTIONS LIMITED ανωτέρω).

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Για όλους τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, η υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης απορρίπτεται.

 

Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.

 

 

(Υπ.)

 

Κ.Γεωργίου, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο