ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 1597/25
Μεταξύ:
FEATCO INVESTMENTS LIMITED
Ενάγουσας
ΚΑΙ
NICHOLAS PROPERTIES (UK) LIMITED
Εναγόμενης
Αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημ. 19/11/2025
Ημερομηνία: 15/6/2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα Αιτήτρια: κ. Α. Δημητριάδης
Για Εναγόμενη Καθ’ ης η αίτηση: κα. Α. Ζερβού
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Η Αίτηση
Η Αιτήτρια αξιώνει με την αγωγή της:
«Α. Διάταγμα που να απαγορεύει την Εναγόμενη, είτε απευθείας είτε μέσω των αξιωματούχων, υπαλλήλων ή αντιπροσώπων της, από το να καταχωρήσει, προωθήσει, δημοσιεύσει και κοινοποιήσει ή επιδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο αίτηση για εκκαθάριση της Ενάγουσας στη βάση του χρέους που αναφέρεται στην απαίτηση πληρωμής της Εναγόμενης κατά της Ενάγουσας ημερ. 30/10/2025, μέχρι τελικής απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο απαίτηση ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Β. Αποζημιώσεις αναφορικά με την ζημιά που η Ενάγουσα υφίσταται ή θα υποστεί αναφορικά με την Απαίτηση Πληρωμής ή ενδεχόμενη καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης της Ενάγουσας»
Ταυτόσημο με το αιτητικό (Α) είναι και το διάταγμα που ζητήθηκε με την υπό εξέταση αίτηση και εκδόθηκε μονομερώς την 20/11/2025.
2. Η μαρτυρία της Αιτήτριας
Η Αίτηση υποστηρίζεται από εκτενείς ένορκες δηλώσεις του κ. Γεώργιου Γεωργίου, υπεύθυνου του οικονομικού τμήματος της Αιτήτριας. Ό,τι αναδεικνύεται από αυτές είναι τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια είναι κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με εγγεγραμμένο γραφείο στη Λευκωσία. Το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της Αιτήτριας ανέρχεται σε €2,000, και είναι διαιρεμένο σε 2000 συνήθεις μετοχές €1 έκαστη. 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Αιτήτριας κατέχεται από την Καθ’ ης η αίτηση, και το άλλο 50% από την Aspasion Properties Limited (Aspasion).
Μόνος διευθυντής της Αιτήτριαςς είναι ο Yaron Strauss, ο οποίος είναι ο πρώην άντρας της αδελφής του Assaf Laznik. Στο παρεθλόν διατέλεσε διευθυντής της Aspasion και άλλων εταιρειών συμφερόντων του Assaf Laznik και κοινών εταιρειών που δραστηριοποιήθηκαν στα πλαίσια συνεργασίας μεταξύ των μερών στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω.
Η μόνη δραστηριότητα της Αιτήτριας είναι να «κρατάει» (sic) ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της αγγλικής εταιρείας Filena Limited (Filena), της οποίας είναι και ο μόνος μέτοχος. Μόνος διευθυντής της Filena είναι η Veronika Sazonova, η οποία εργοδοτείται από την Septentrium Services Ltd, εταιρεία συμφερόντων του Assaf Laznik.
Η Filena είναι εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία συστάθηκε για υλοποίηση της επένδυσης στο ακίνητο 226 Whitehorse Road, Λονδίνο (Ακίνητο). Τα περιουσιακά στοιχεία της Αιτήτρια υπερβαίνουν τις υποχρεώσεις της κατά πέραν των £2 εκατομμυρίων, είναι αξιόχρεη και σε θέση να αποπληρώσεις τα ποσά που οφείλει, αν και αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα ρευστότητας, όπως παραδέχεται ο ομνύοντας. Η ρευστότητα της βασίζεται εξ ολοκλήρου στα μετρητά που παράγει η Filena μέσω της επένδυσης της.
Η Καθ’ ης η αίτηση είναι Αγγλική εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο Λονδίνο. Στις δραστηριότητες της περιλαμβάνεται η κατοχή επενδύσεων σε ακίνητα. Οι πλείστες συνομιλίες μεταξύ των μερών, καθώς και αυτές μεταξύ Καθ’ ης η αίτηση και Aspasion γίνονταν με τον Nick Nicholas, με ή χωρίς τη συμμετοχή του Peter Petrou, και ενίοτε με τον Peter Petrou με ή χωρίς τη συμμετοχή του Nick Nicholas. Η Aspasion είναι κυπριακή εταιρεία. Τελικός δικαιούχος της Aspasion είναι ο Assaf Laznik, πρόσωπο το οποίο χειρίζεται και τις υποθέσεις της.
Η συνεργασία των ως άνω εταιρειών έγκειτο στην υλοποίηση επενδύσεων σχετικών με την ανάπτυξη και αξιοποίηση ακινήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η κάθε επένδυση θα γινόταν μέσω κοινής εταιρείας. Όταν χρειάζονταν κεφάλαια από τους μετόχους, πέραν αυτών που θα δανειζόταν η κοινή εταιρεία από εξωτερικές πηγές, αυτά θα παρέχονταν στα ποσοστά που εκάστοτε συμφωνείτο. Η πλευρά των δικαιούχων της Aspasion θα ήταν υπεύθυνη για την διοίκηση και διαχείριση της κάθε επένδυσης και της εταιρείας που την κατείχε, και η πλευρά των δικαιούχων της Καθ’ ης η αίτηση θα παρείχε νομικές και λογιστικές υπηρεσίες όταν ήταν σε θέση να το πράξει (δεδομένων των επαγγελμάτων των Peter Petrou και οι Nick Nicholas). Εξ ου και στην Filena, στην οποία θα κάνω αναφορά πιο κάτω, ελεγκτές ήταν το γραφείο του Peter Petrou, και δικηγόροι το γραφείο του Nick Nicholas (31).
Τα ως άνω δεδομένα όπως τέθηκαν από τον κ. Γεωργίου δεν αμφισβητούνται ουσιαστικά από την Καθ’ ης η αίτηση. Δεν αμφισβητείται επίσης το γεγονός ότι υπογράφηκαν γραπτές συμφωνίες δανείων από την Καθ’ ης η αίτηση προς την Αιτήτρια, οι οποίες περιλάμβαναν συγκεκριμένη ημερομηνία αποπληρωμής ως εξής:
(α) συμφωνία δανείου μεταξύ Αιτήτριας και Καθ’ ης η αίτηση που φέρει ημερομηνία 12/3/2015 για το ποσό των £900,000. Η συμφωνία αυτή προνοεί για αποπληρωμή του ποσού του δανείου στις 12/3/2017
(β) συμπληρωματική συμφωνία της πιο πάνω συμφωνίας δανείου μεταξύ Αιτήτριας και Καθ’ ης η αίτηση που φέρει ημερομηνία 20/12/2016, η οποία προνοεί για αλλαγή της ημερομηνίας αποπληρωμής για τις 31/12/2020.
(γ) συμπληρωματική συμφωνία της πιο πάνω συμφωνίας δανείου μεταξύ Αιτήτριας και Καθ’ ης η αίτηση που φέρει ημερομηνία 21/12/2017, η οποία προνοεί για αλλαγή της ημερομηνίας αποπληρωμής για τις 31/12/2021 και αύξηση του ποσού του δανείου σε £2.700,000.
(δ) συμπληρωματική συμφωνία της πιο πάνω συμφωνίας δανείου μεταξύ Αιτήτριας και Καθ’ ης η αίτηση που φέρει ημερομηνία 14/05/2020, η οποία προνοεί για αύξηση του ποσού του δανείου σε £3.410,000.
Τις ως άνω συμφωνίες επικαλείται η Καθ’ ης η αίτηση στην Απαίτηση Πληρωμής της, όπως θα εξηγηθεί περαιτέρω. Ο κ. Γεωργίου αποκάλυψε και τις κάωθι συμφωνίες:
(ε) συμφωνία δανείου μεταξύ Αιτήτριας και Καθ’ ης η αίτηση που φέρει ημερομηνία 27/9/2016 για το ποσό των £132,778. Η συμφωνία αυτή προνοεί για αποπληρωμή του ποσού του δανείου στις 31/12/2017
(στ) συμπληρωματική συμφωνία της πιο πάνω συμφωνίας δανείου μεταξύ Αιτήτριας και Καθ’ ης η αίτηση που φέρει ημερομηνία 20/12/2016, η οποία προνοεί για αλλαγή της ημερομηνίας αποπληρωμής για τις 31/12/2020.
Η κύρια αμφισβητούμενη θέση, όπως ο κ. Γεωργίου την ήγειρε είναι ότι αν και τα κεφάλαια καταβάλλονταν για κάθε επένδυση υπό την μορφή μετοχικών δανείων (shareholders loans), ήταν πάντοτε η κοινή πρόθεση και αντίληψη της εκάστοτε κοινής εταιρείας-παραλήπτη των χρημάτων και των μετόχων ότι τα ποσά αυτά συνιστούσαν οιονεί κεφάλαιο (quasi capital), και δεν θα είχαν στην πραγματικότητα συγκεκριμένη ημερομηνία αποπληρωμής, αλλά θα αποπληρώνονταν από την εκάστοτε σχετική εταιρεία προς τους μετόχους μόνο αν, και στον βαθμό που, η σχετική επένδυση παρήγαγε διαθέσιμα μετρητά, είτε κατόπιν πωλήσεων είτε κατόπιν αναχρηματοδότησης (refinance). Για τον λόγο αυτό, οποτεδήποτε κάποιος εξωτερικός δανειστής ζητούσε από τους μετόχους τα δάνεια που παρείχαν να ήταν υποδεέστερα σε προτεραιότητα αποπληρωμής (subordinated) από το δάνειο του εξωτερικού δανειστή, δηλαδή να μην αποπληρωθούν μέχρι την αποπληρωμή του εξωτερικού δανείου, οι μέτοχοι πάντοτε το αποδέχονταν.
Αυτή η διευθέτηση λάμβανε χώρα γιατί από πρακτικής άποψης ήταν πολύ πιο εύκολο να καταβάλλονται ή να αποπληρώνονται μετοχικά δάνεια, κάθε φορά που η κοινή εταιρεία χρειαζόταν ή επέστρεφε χρήματα στους μετόχους αντίστοιχα, παρά να αυξάνεται και να μειώνεται μετοχικό κεφάλαιο. Γίνονταν και γραπτές συμφωνίες, στις οποίες καταγραφόταν και η ημερομηνία αποπληρωμής, μόνο κατ’ απαίτηση των ελεγκτών των εταιρειών, χωρίς να αποτυπώνεται σε αυτές η πραγματική πρόθεση των μερών.
Όσον αφορά την επένδυση που αφορά την Αιτήτρια ο κ. Γεωργίου εξηγεί ότι Aspasion και Καθ’ ης η αίτηση, κατείχαν από 50% της Αιτήτριας, αρχικά τo ακίνητο που αφορούσε η επένδυση το αγόρασε η Αιτήτρια, και εισέπραττε τα ενοίκια που παρήγε μέχρι να αδειοδοτηθεί για οικιστική ανάπτυξη. Η Αιτήτρια συνέστησε την Filena, ως εταιρεία ειδικού σκοπού, για να αγοράσει το ακίνητο από την Αιτήτρια και να προχωρήσει με την ανάπτυξη του. Περί το 2018, όταν εκδόθηκε η απαιτούμενη πολεοδομική άδεια, η Αιτήτρια πώλησε στη θυγατρική της Filena το Ακίνητο, η οποία και το ανάπτυξε. Πωλήθηκαν 40 από τις 55 μονάδες που αναπτύχθηκαν, αλλά στη συνέχεια, το 2021 η ροή πωλήσεων σταμάτησε με την τελευταία πώληση να έγινε πριν δύο χρόνια περίπου. Το υπόλοιπο του εξωτερικού δανεισμού ανέρχεται περίπου σε £3 εκατομμύρια, και ο Assaf Laznik παρείχε προσωπική εγγύηση ύψους £1 εκ. για τον εν λόγω δανεισμό.
Το ποσό που θα συνείσφεραν τελικά οι μέτοχοι δεν ήταν γνωστό εξ αρχής, και προέκυπτε ανάλογα με τις ανάγκες της επένδυσης. Η μια πλευρά συνείσφερε το μερίδιο της μέσω της Αιτήτρια, και η άλλη μέσω της Aspasion. Θέση της Αιτήτριας είναι ότι οι παροχές ποσών από τους μετόχους δεν αποτελούσαν κλασσική περίπτωση δανείων αφού οι μέτοχοι κατέβαλλαν ποσά ανάλογα με το ποσοστό τους κάθε φορά που υπήρχε ανάγκη της Filena, και κατ' επέκταση της Αιτήτριας.
Αυτά υπογράφονταν κατόπιν απαίτησης των ελεγκτών της Αιτήτριας. Τα μέρη ποτέ δεν επιθυμούσαν να καταρτίζουν γραπτές συμφωνίες δανείων και μετά να της επεκτείνουν κάθε φορά.
Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι οι ελεγκτές της ζητούσαν να καταγράφεται συγκεκριμένη ημερομηνία αποπληρωμής, συνήθως 2 ή 3 χρόνια μετά το τέλος του έτους που έλεγχαν εκείνη τη στιγμή. Ζητούσαν επίσης οι μέτοχοι να εκδίδουν βεβαιώσεις με τα υπόλοιπα κατά 31/12 του σχετικού έτους, όπου επίσης να καταγράφεται συγκεκριμένη ημερομηνία αποπληρωμής. Όταν στα πλαίσια ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων φαινόταν ότι ο δανεισμός δεν καλυπτόταν από γραπτή συμφωνία ή ότι η ημερομηνία αποπληρωμής είχε εκπνεύσει ή δεν ήταν αρκετά μελλοντική, τότε οι ελεγκτές ζητούσαν να καταρτηστεί νέα συμφωνία για επιπλέον ποσό ή μεταγενέστερη ημερομηνία αποπληρωμής.
Οι μέτοχοι υπέγραφαν τις σχετικές συμφωνίες επειδή ακριβώς δεν θεωρούσαν ότι υπήρχε συγκεκριμένη ημερομηνία αποπληρωμής. Η Καθ’ ης η αίτηση σταμάτησε να υπογράφει αφού προέκυψε η ρήξη στις σχέσεις μεταξύ των μετόχων, και έπαψε γενικά να συνεργάζεται αρνούμενη μεταξύ άλλων να παρέχει πληροφορίες για σκοπούς KYC κλπ, ενώ η Aspasion συνέχισε να το πράττει όπως προηγουμένως. Ο ομνύοντας παραπέμπει σε αλληλογραφία που κατά τη θέση του αποδεικνύει τα ως άνω, αλλά και στις αποπληρωμές οι οποίες γίνονταν πάντοτε όταν προέκυπταν διαθέσιμα ποσά.
Τελικώς περί το 2020 υπήρξε ρήξη στις σχέσεις των μετόχων, αργότερα έγινε προσπάθεια διευθέτησης των διαφορών τους, η οποία δεν καρποφόρησε. Την 30/10/25, επιδότης παρέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας επιστολή της Καθ’ ης η αίτηση ίδιας ημερομηνίας, η οποία συνιστούσε απαίτηση πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 212(a) του Κεφ. 113. Η Καθ’ ης η αίτηση απαίτησε από την Αιτήτρια την πληρωμή ποσού £1,018,993, ως υπόλοιπο των μετοχικών δανείων που η Καθ’ ης η αίτηση παραχώρησε κατά καιρούς στην Αιτήτρια, και σε αυτή αναφέρει πως αν αυτό δεν γίνει εντός 21 ημέρων, θα προχωρήσει με την καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης της Αιτήτριας.
Κύρια θέση της Αιτήτριας είναι ότι αν και οφείλει χρήματα στους μετόχους της ως υπόλοιπα μετοχικών δανείων, αμφισβητεί ότι τα υπόλοιπα είναι άμεσα πληρωτέα, λόγω των ως άνω θέσεων της αναφορικά με την χρηματοδότηση των επενδύσεων από τους μετόχους της. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι τα ποσά αυτά θα αποπληρώνονταν μόνο αν υπήρχαν διαθέσιμα ποσά από την αξιοποίηση του ακινήτου.
Προς επίρρωση του εν λόγω επιχειρήματος του ο κ. Γεωργίου αναφέρει ότι από το 2021 όταν και παρήλθε η ημερομηνία αποπληρωμής, μόλις το 2025 έγινε η απαίτηση, ενώ το ζήτημα της αποπληρωμής δεν είχε εγερθεί ούτε κατά τη συζήτηση για διευθέτηση μεταξύ των μετόχων. Συνεπώς θεωρεί ότι η αποστολή της επιστολής απαίτησης είναι ασυμβίβαστη με την πρόθεση των μερών και αναλόγως απάντησε σε αυτήν.
Τέλος ο κ. Γεωργίου επιχειρηματολογεί για τις συνέπειες τις οποίες δύναται να φέρει τυχόν αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της Αιτήτριας, ήτοι πελάτες θα είναι πιο επιφυλακτικοί να συναλλαχθούν με την τελευταία, πιθανές αντιδράσεις του εξωτερικού δανειστή αλλά και ότι θα διδόταν η εικόνα αφερέγγυας εταιρείας.
3. Η ένσταση
Οι λόγοι ένστασης τους οποίους εγείρει η Καθ’ ης η αίτηση είναι συνοπτικά οι εξής: Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αίτηση, δεν έχει δικαιοδοτικό έρεισμα (locus standi), δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση για να εγείρει την παρούσα Απαίτηση, ούτε έχει πιθανότητες επιτυχίας. Δεν έχει καταδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του διατάγματος. Επίσης υποστηρίζει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, γέρνει σαφώς υπέρ της μη οριστικοποίησης του διατάγματος η αίτηση έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά, δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Η Αιτήτρια παραπλάνησε το Δικαστήριο με αναλήθειες, απέτυχε να προβεί σε πλήρη και/ή ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Τέλος δεν υπήρξε από πλευράς της Καθ’ ης η Αίτηση οποιαδήποτε απειλή ή εκφοβισμός η οποία δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος τύπου Quia Timet και με την έκδοση των διαταγμάτων έχει διαταραχθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων (status quo).
4. Η μαρτυρία της Καθ’ ης η αίτηση
Οι θέσεις της Καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζονται από την ένορκη της κας. Όλγας Ζαχαρίου, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί την πρώτη. Η κα. Ζαχαρίου συμφωνεί με το ιστορικό όπως τέθηκε από τον κ. Γεωργίου. Διαφωνεί όμως στα κάτωθι:
Δεν συμφωνεί με τον χαρακτηρισμό των πληρωμών από τους μετόχους ως «οινοεί κεφάλαιο» (quasi capital). Ενώ θεωρεί ορθό ότι οι επενδύσεις απαιτούσαν χρηματοδότηση τόσο από εξωτερικό δανεισμό όσο και από πληρωμές από τους μετόχους, εντούτοις, οποιαδήποτε κεφάλαια παραχωρήθηκαν από τους μετόχους καταβλήθηκαν ως δάνεια. Οι πληρωμές των μετόχων αντιμετωπίζονταν ανά πάσα στιγμή ως δάνεια μετόχων και τεκμηριώνονταν αναλόγως μέσω έγγραφων και υπογεγραμμένων συμφωνιών δανείου μετόχων. Παραπέμπει και στο σώμα των συμφωνιών δανείων, όπου καταγράφεται η πρόθεση των μερών, ήτοι την ανάληψη υποχρέωσης από την Αιτήτρια όπως επιστρέψει τα ποσά που καταβλήθηκαν ως δανειολήπτης, ενώ προβλέπεται τόκος και ημερομηνία αποπληρωμής.
Η πρόθεση των μερών καταδεικνύεται και από τη διαπραγμάτευση που έγινε πριν υπογραφούν οι συμφωνίες δανείων, όπως προκύπτει από αλληλογραφία Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση Ζαχαρίου. Υπήρχε άλλωστε διαφωνία των μερών ακόμα και για το κατά πόσον τα σχετικά κεφάλαια όντως μεταφέρθηκαν, με τρόπο που προκύπτει πως ουδέποτε υπήρχε κοινή, συγκεκριμένη ή σταθερή αντίληψη μεταξύ των μερών για μετατροπή των δανείων των μετόχων σε οιονεί κεφάλαια. Ακόμα και στις οικονομικές καταστάσεις της Αιτήτριας, τα ποσά αυτά καταγράφονται ως δάνεια από μετόχους και ενέχουν ημερομηνία αποπληρωμής όπως και συγκεκριμένο επιτόκιο, πράγμα που γεννά και κώλυμα για την έγερση διαφορετικών ισχυρισμών. Και στις συζητήσεις για διευθέτηση μεταξύ των μετόχων η Καθ’ ης η αίτηση θεώρησε το χρέος ως διαπραγματευτικό χαρτί, ενώ ανέμενε να ολοκληρωθούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι συζητήσεις πριν προβεί στο διάβημα της απαίτησης του ποσού.
Εγείρεται επιπλέον ότι τα δάνεια έχουν ως εφαρμοστέο δίκαιο το αγγλικό και δεν προσφέρθηκε συγκεκριμένη μαρτυρία ως προς την εφαρμογή του δικαίου αυτού. Η Αιτήτρια, δε, βασίζει τους ισχυρισμούς της σε εξωγενή, υποκειμενική μαρτυρία, κατά ανεπίτρεπτο τρόπο, ως η ομνύουσα ισχυρίζεται. Οι ισχυρισμοί της κας. Ζαχαρίου για μη αποκάλυψη έγκεινται στην παράλειψη αναφοράς της Αιτήτριας ότι στις οικονομικές καταστάσεις τα δάνεια καταγράφονται ως δάνεια από μετόχους, στη διαφωνία περί της πρόθεσης των μερών σε σχέση με το χρέος και στο ότι κατά τις διαπραγματεύσεις τα μέρη θεώρησαν το χρέος ως γνήσιο.
5. Οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις
Μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του ο κ. Γεωργίου αρνείται τα όσα αναφέρει η κα. Ζαχαρίου και ερμηνεύει διαφορετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν. Επιπρόσθετα εγείρεται ότι η ανάληψη από την μια πλευρά υποχρέωσης για κάλυψη τυχόν ευθύνης από προσωπική εγγύηση που παρείχε προς δανειστές η άλλη πλευρά ήταν η συμφωνημένη ρύθμιση μεταξύ των μερών όταν κάποια πλευρά, αλλά όχι και οι δύο, παρείχε προσωπική εγγύηση προς τον εξωτερικό δανειστή για χρέη της κοινής εταιρείας, και ήταν προαπαιτούμενο για να πάρει η πλευρά που δεν έδινε την εγγύηση το μερίδιο που της αναλογούσε από τα διαθέσιμα κεφάλαια. Επιπλέον ως προς το κύριο επίδικο ανέφερε ότι η Αιτήτρια ποτέ δεν αρνήθηκε ότι τα χρήματα παρέχονταν από τους μετόχους προς αυτή ως δάνεια. Η θέση της είναι ότι στην πραγματικότητα τα δάνεια αυτά προσομοίαζαν περισσότερο με κεφάλαιο αντί με δάνειο, επειδή δεν υπήρχε συγκεκριμένη ημερομηνία ή υποχρέωση αποπληρωμής εκτός αν προκύπταν διαθέσιμα μετρητά κατόπιν ορισμένων εξελίξεων.
Η κα. Ζαχαρίου στη δική της ένορκη δήλωση επιμένει στις θέσεις της, χωρίς να προσθέτει οτιδήποτε επί της ουσίας.
Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν λεπτομερείς και εναργείς γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τα επιχειρήματα τους. Αναφορά σε αυτές θα γίνεται όπου κριθεί σκόπιμο.
6. Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων
Κατά προτεραιότητα θα εξεταστεί ο ισχυρισμός της Καθ’ ης η αίτηση για απόκρυψη γεγονότων από την Αιτήτρια. Η σχετική αρχή ορίζει ότι: δεν είναι η κάθε παράλειψη που οδηγεί στην ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε ex parte. Το γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε πρέπει να είναι ουσιώδους σημασίας ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση. Το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής[1]. Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι’ αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος χωρίς την εξέταση της ουσίας της αίτησης[2]. Είναι δε άσχετο αν η παράλειψη αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή έγινε χωρίς πρόθεση εξαπάτησης[3]. Η μη αποκάλυψη, όμως, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που τον εξαπατά[4]. Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα[5]. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται και σε εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία η άλλη πλευρά, αν λάμβανε μέρος στη διαδικασία, εύλογα να έφερνε σε γνώση του δικαστηρίου[6].
Ό,τι άπτεται αυτού του ζητήματος είναι οι ισχυρισμοί της Καθ’ ης η αίτηση αναφορικά με την παράλειψη αναφοράς της Αιτήτριας ότι στις οικονομικές καταστάσεις τα δάνεια καταγράφονται ως δάνεια από μετόχους, στη διαφωνία περί της πρόθεσης των μερών σε σχέση με το χρέος και στο ότι κατά τις διαπραγματεύσεις τα μέρη θεώρησαν το χρέος ως γνήσιο. Τα ως άνω θέματα όμως δεν έγκεινται μη αποκάλυψης αλλά διαφορετικής ερμηνείας, τεκμηρίων που η Αιτήτρια αποκάλυψε. Συγκεκριμένα οι οικονομικές καταστάσεις αποκαλύφθηκαν ως Τεκμήριο ΓΓ 2, επομένως το Δικαστήριο τις είχε ενώπιον του και δύναται να τις αξιολογήσει. Το ίδιο και η αλληλογραφία που αφορά τις διαπραγματεύσεις των μερών αποκαλύφθηκε ως Τεκμήριο ΓΓ 23. Η πρόθεση λοιπόν των μερών όπως προκύπτει και από τα πιο πάνω τεκμήρια, είναι μεταξύ των επίδικων ζητημάτων και τα μέρη αναπτύσσουν τις θέσεις τους αναλόγως του πως ερμηνεύουν τα τεκμήρια αυτά. Η μη ερμηνεία τεκμηρίων που αποκαλύφθηκαν, με τον τρόπο που η Καθ’ ης η αίτηση την κάνει, δεν γεννά ζήτημα μη αποκάλυψης, αλλά ακριβώς δεικνύει ποια είναι τα αμφισβητούμενα, τα επίδικα εν προκειμένω.
7. Νομική Βάση
Εξουσία για έκδοση διατάγματος της φύσεως του επίδικου παρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (14/1960). Εξετάζεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και αν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του Διατάγματος.
Ως προς τον τρόπο εξέτασης των προϋποθέσεων που το άρθρο 32 θέτει, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της[7].
Ως προς την συζητήσιμη υπόθεση ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αυτό είναι αλληλένδετο με την βάση της αγωγής ή της κυρίως αίτησης. Η έννοια του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση» δεν αφορά στη «σοβαρότητα της υπόθεσης», αλλά στο κατά πόσον το δικόγραφο του Αιτητή αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα[8]. Αναφορικά με το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1940, η έννοια της ορατής πιθανότητας έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις[9]. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του[10]. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού[11]. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη[12].
Επιπλέον το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει το ίδιο που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας δηλαδή υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, με γνώμονα μεταξύ άλλων ποιος διάδικος θα υποστεί την μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή μη του Διατάγματος[13].
Αδιαμφισβήτητα τα αξιούμενα διατάγματα είναι ιδιαίτερα, δραστικά και δεν εκδίδονται συχνά σε κυπριακά τουλάχιστον Δικαστήρια. Στη νομολογία, και ειδικότερα σε ότι αφορά αιτήσεις εκκαθάρισης εταιρειών για χρέος, πράγματι συστήνεται όπως ο έχων τη βούληση να ενεργήσει ως πιστωτής να καταχωρήσει πρώτα αγωγή και μετά από την υπέρ του εκδοθείσα απόφαση, να προχωρήσει με αίτηση διάλυσης. Η εταιρεία μάλιστα δύναται να επιτύχει παραμερισμό της αίτησης εκκαθάρισης ή ακόμη και προληπτικά να επιτύχει διάταγμα απαγορευτικό της καταχώρησης τέτοιας Αίτησης (Petition)[14].
Τέτοια διατάγματα καλούνται ως διατάγματα παρεμπόδισης έγερσης αγωγής ή άλλης διαδικασίας, anti-suit injunctions από τη νομολογία και τη βιβλιογραφία[15]. Τα δικαστήρια έχουν την εξουσία να εκδίδουν προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στον εναγόμενο να εγείρει άλλη αγωγή, κυρίως στο εξωτερικό, για το ίδιο θέματα διατάγματα αυτά, τα οποία έγιναν γνωστά ως anti-suit. Δεν θεωρούνται αγώγιμα δικαιώματα αλλά απλή θεραπεία η οποία συνήθως δίνεται για προστασία άλλου νόμιμου δικαιώματος, π.χ. συμβατικού όρου για αποκλειστική δικαιοδοσία. Παραβίαση ενός τέτοιου ρητού όρου σε σύμβαση θεωρείται ασυνείδητη συμπεριφορά και προστατεύεται από το δίκαιο της επιείκειας.[16].
Όπως έχει ξεκαθαριστεί στην αγγλική νομολογία αλλά και υπονοείται με την κυπριακή, τέτοια διαβήματα δύναται να ληφθούν και για εγχώριες διαδικασίες, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ειδικότερα στην Fujifilm Kyowa Kirin Biologics Company Ltd v Abbvie Biotechnology Ltd and another [2016] EWHC 2204 (Pat) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«61. The conclusion I draw from this review of the law is that the court has power to grant a domestic anti-suit injunction against a defendant in respect of whom it has in personam jurisdiction on the ground that the proceedings which the defendant threatens to bring are vexatious or oppressive or an abuse of process. This power must be exercised with considerable caution. In particular, it will rarely be justified to grant an injunction which restrains the commencement of proceedings other than the presentation of a winding up petition without the qualification that the restraint only applies if the defendant does not obtain the permission of the court first. But I do not accept that the power should only be exercised in circumstances where there are existing proceedings in which the relevant issue can be determined (even if only as against different parties to those against whom the proceedings are threatened).»
Το επίπεδο απόδειξης τέτοιων αιτήσεων είναι ιδιαίτερα υψηλό και ορίζεται ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι μια αίτηση εκκαθάρισης είναι καταδικασμένη να αποτύχει ή υπάρχουν άλλες διαθέσιμες θεραπείες, πέραν της εκκαθάρισης, ώστε έστω προσωρινά να περιοριστεί το δικαίωμα καταχώρησης αιτήσεως εκκαθάρισης[17]. Τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία θα πρέπει να αποδεικνύουν έστω εκ πρώτης όψεως ότι η Αιτήτρια εταιρεία πέτυχε να αποδείξει ότι οι διαδικασίες που επιδιώκει να περιστείλει, αποτελούν ή θα απολήξουν σε κατάχρηση διαδικασίας[18].
Συγκεφαλαιώνοντας τις ως άνω αρχές, παρατηρώ τα εξής ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διαταγμάτων παρεμπόδισης έγερσης αγωγής ή άλλης διαδικασίας:
Α. Τα μέρη προτρέπονται[19] ή και οφείλουν[20] όπως ξεκαθαρίζουν με άλλες διαδικασίες το κατ’ ισχυρισμό χρέος, πριν καταχωρηθεί αίτηση εκκαθάρισης λόγω αδυναμίας αποπληρωμής χρέους.
Β. Δίδεται η ευχέρεια παρεμπόδισης της έγερσης αίτησης για εκκαθάριση ή άλλης διαδικασίας, για την προστασία νόμιμου δικαιώματος, π.χ. συμβατικού όρου[21].
Γ. Τέτοια διατάγματα δύναται να εκδοθούν ακόμη και πριν εκκινήσει η διαδικασία, πλην όμως εκδίδονται σπάνια, με ιδιαίτερη φειδώ και αν αποδειχθεί ότι η διαδικασία που επαπειλείται είναι καταχρηστική και κακόβουλη ή αν εκ πρώτης όψεως διαφανεί με μαρτυρία ότι οι διαδικασίες που επιδιώκεται να περισταλούν θα αποτελέσουν κατάχρηση διαδικασία[22].
Δ. Το Δικαστήριο εκδίδει διατάγματα παρεμπόδισης της έγερσης αίτησης εκκαθάρισης, μόνο εάν αποδειχθεί ότι τέτοια αίτηση είναι καταδικασμένη να αποτύχει[23].
8. Υπαγωγή των πραγματικών δεδομένων της αίτησης στη νομική βάση
Δεδομένων και των ιδιαίτερων προϋποθέσεων που απαιτούνται ώστε να εκδοθούν τα επίδικα διατάγματα θεωρώ ότι δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση για να εξεταστεί κάθε μια από τις προϋποθέσεις, που το άρθρο 32 του 14/1960, θέτει ξεχωριστά. Κρίνω ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθει και η αίτηση να αποτύχει για τους πιο κάτω λόγους:
Α. To επίδικο ζήτημα όπως αναφύεται από τις θέσεις των μερών, ήτοι το αν το χρέος της Αιτήτριας προς την Καθ’ ης η αίτηση είναι πληρωτέο, είναι τέτοιας φύσεως που δεν δύναται να καταδειχθεί η όποια κακοπιστία ή κατάχρηση εκ μέρους της τελευταίας. Ειδικότερα εξηγείται ότι η θέση της Καθ’ ης η αίτηση στηρίζεται στο λεκτικό της ίδιας της συμφωνίας των μερών. Υποστηρίζει ότι δεδομένης της παρόδου της ημερομηνίας αποπληρωμής, η Αιτήτρια της οφείλει συγκεκριμένο ποσό, δυνάμει της σύμβασης τους και προς τούτο προβαίνει στην ειδοποίηση απαίτησης. Τούτη της η συμπεριφορά, ακόμα και αν γίνει δεκτή η θέση της Αιτήτριας ότι υπήρχε συνεννόηση μη απαίτησης του ποσού μεταξύ των μερών, δεν καταδεικνύει κακοβουλία, κακοπιστία ή κατάχρηση. Τουναντίον προκύπτει ότι με την ειδοποίηση απαίτησης η Καθ’ ης η αίτηση επιζητεί πληρωμή ποσού που δάνεισε στην Αιτήτρια, χωρίς να αποδέχεται ότι υπήρξε η όποια άλλη συνεννόηση μεταξύ των μερών. Επιζητεί ότι συμβατικά προκύπτει να δικαιούται, όπως άλλωστε και οι συνήγοροι της Αιτήτριας παραδέχονται, με την όποια αμφισβήτηση να έγκειται σε κατ’ ισχυρισμό εξωσυμβατική συνεννόηση των μερών. Είναι λοιπόν παραδεκτό το χρέος και αυτό που αμφισβητείται είναι κάτι τόσο ιδιαίτερο που δεν μπορεί να αποδοθεί ότι η μη αποδοχή του από την Καθ’ ης η αίτηση καθιστά τη δικονομική ή άλλη συμπεριφορά της μεμπτή, κακόβουλη, καταχρηστική ή καταπιεστική, με την μέχρι στιγμής ενώπιον μου μαρτυρία.
Β. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον μου, όπως συμπληρώθηκε με τις ένορκες δηλώσεις Ζαχαρίου και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, δεν επαρκεί για να στοιχειοθετήσει καταχρηστική συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση. Η ειδοποίηση απαίτησης και η θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι το χρέος της Αιτήτριας είναι απαιτητό, υποστηρίζεται από μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και δεικνύει πως και οι ελεγκτές της Αιτήτριας θεωρούσαν, τα επίδικα δάνεια, ως δάνεια από μετόχους, των οποίων η ημερομηνία αποπληρωμής παρήλθε, αλλά και ότι υπήρχαν σε ισχύ διαπραγματεύσεις που μετακύλησαν την απαίτηση των οφειλόμενων ποσών. Τούτη η μαρτυρία επί του παρόντος δεν αξιολογείται, ούτε γίνεται αποδεκτή υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. Κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται άλλωστε σε αυτό το στάδιο. Είναι μαρτυρία όμως που καταδεικνύει, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, ότι η ειδοποίηση απαίτησης των Καθ’ ων η αίτηση, ως αφετηρία για την διαδικασία εκκαθάρισης, δεν απεστάλη καταχρηστικά.
Γ. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω θεραπείες όπως η αξιούμενη παρέχονται προς προστασία δικαιώματος, ακόμα και συμβατικού δικαιώματος. Στην προκείμενη περίπτωση όμως η σύμβαση καθιστά ληξιπρόθεσμο το χρέος της Αιτήτριας σε συγκεκριμένη ημερομηνία, η οποία παρήλθε. Επομένως εκείνο που ζητείται είναι να περιοριστεί το συμβατικό δικαίωμα της Καθ’ ης η αίτηση να αναζητήσει αποπληρωμή με την ειδοποίηση απαίτησης, και να ασκήσει στη συνέχεια τα όποια δικονομικά μέσα της παρέχονται. Η όποια συνεννόηση μεταξύ των μερών πέραν των όρων που υπογράφηκαν μεταξύ τους και αποτυπώνονται στις μεταξύ τους συμβάσεις, δύναται να αποτελέσει επιχείρημα σε σχέση με την αμφισβήτηση του χρέους, σε πιθανή καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης. Δεν επαρκεί όμως, τούτο το επιχείρημα, για να καταδείξει καταχρηστική συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση, τουλάχιστον με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου στο παρόν στάδιο.
Δ. Έχω την άποψη ότι αν τα επίδικα διατάγματα καθιστούν απόλυτα, σε αυτό το στάδιο θα παραβιαστεί και το δικαίωμα της Καθ’ ης η αίτηση σε πρόσβαση στο Δικαστήριο. Το ΕΔΔΑ κατά την ερμηνεία του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αναφορικά με το δικαίωμα σε πρόσβαση στο Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι αυτό το δικαίωμα δεν είναι απόλυτο και δύναται να περιοριστεί. Πλην όμως ορίζει ότι τέτοιος περιορισμός θα πρέπει να επιδιώκει νόμιμο σκοπό και να καταδεικνύεται αναλογική σχέση μεταξύ του σκοπού που επιδιώκεται και των μέσων που λαμβάνονται[24]. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει διαφανεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση συμπεριφέρονται καταχρηστικά. Επιπλέον αν ληφθεί υπόψη ότι η γνησιότητα του χρέους και το αν αυτό είναι πληρωτέο, δύναται να αποφασιστεί και σε πιθανή διαδικασία εκκαθάρισης της Αιτήτριας, κρίνω ότι ο αιτούμενος περιορισμός του δικαιώματος της Καθ’ ης η αίτηση σε πρόσβαση στο Δικαστήριο, δεν είναι αναλογικός και θα παραβίαζε το σχετικό δικαίωμα της[25].
Ε. Ακόμα και αν πληρούνταν όλες οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του άρθρου 32, αλλά και οι ειδικότερες προϋποθέσεις για έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων, όπως η νομολογία τις θέτει, το ισοζύγιο της ευχέρεια γέρνει υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση για μια σειρά από λόγους. Η ίδια η Αιτήτρια αναφέρει ότι είναι εταιρεία ειδικού σκοπού, της οποίας η μόνη εργασία είναι να διατηρεί το μετοχικό κεφάλαιο άλλης εταιρείας, με την τελευταία να διαχειρίζεται μόλις μια επένδυση που σκοπό έχει την πώληση ακινήτων. Ο σκοπός λοιπόν της Αιτήτριας επιτεύχθηκε στον βαθμό που έγινε μέχρι σήμερα με κεφάλαιο που παρείχε η Καθ’ ης η αίτηση, δυνάμει δανείου και σήμερα το απαιτεί. Οι διαφωνίες μεταξύ των μετόχων της Αιτήτριας δεν μπορούν να γείρουν το βάρος υπέρ της. Το αντίθετο. Προκύπτει και από τις συζητήσεις τους για διευθέτηση των διαφορών τους αλλά και από τον τρόπο που λειτουργούσε η Αιτήτρια, όπως η ίδια τον έθεσε, ότι καταβλήθηκαν ποσά από την Αιτήτρια όπως τα δανείστηκε από τους μετόχους και κάποιοι εξ αυτών σήμερα τα απαιτούν. Περιορισμός αυτής της απαίτησης, μέσω του οποιουδήποτε δικονομικού ή άλλου μέτρου, θα τους αποστερούσε την διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους, όπως αυτά απορρέουν από τις επίδικες συμβάσεις. Σε κάθε περίπτωση παρέχονται διαβήματα στην Αιτήτρια για να αντιμετωπίσει τις όποιες συνέπειες μπορεί να προκαλέσει αίτηση για εκκαθάριση της. Συνέπειες που δεν καταδείχθηκε με επαρκή μαρτυρία πως θα επηρεάσουν την μόνη δραστηριότητα της, ήτοι την κατοχή του μετοχικού κεφαλαίου τρίτης εταιρείας. Δεν καταδείχθηκαν πιθανές συναλλαγές που να επηρεάζονται από πιθανή αίτηση εκκαθάρισης, ενώ η ίδια η Αιτήτρια παραδέχθηκε ότι στο παρόν στάδιο περιμένει ανάκαμψη των τιμών και γενικά της αγοράς για να γίνουν οι πωλήσεις των τελευταίων μονάδων.
Στ. Τέλος με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα επιζητείται ταυτόσημη θεραπεία με την τελική. Το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται. Εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων[26]. Επίσης είναι ορθό ότι δεν χορηγείται ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, και κάτω από τον μανδύα της αίτησης για προσωρινό μέτρο[27]. Όταν τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της κυρίως αίτησης, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται[28]. Εξουσία, υπέρ της έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και εκεί όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης επιβάλλει[29].
Εν προκειμένω οι αξιούμενες ενδιάμεσες θεραπείες είναι διατυπωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε η απόφαση να επηρεάζει δραστικά την διαφορά μεταξύ των διαδικών, αν συνυπολογιστεί ότι απώτερος σκοπός αμφότερων των διαδικασιών είναι η περιστολή καταχώρησης αίτησης εκκαθάρισης από την Καθ’ ης η αίτηση. Μάλιστα για να αποφασιστούν τα ζητήματα, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει πιθανή καταχρηστική ή κακόβουλη συμπεριφορά και στις δύο διαδικασίες, έστω με διαφορετική φύση μαρτυρίας, ενόρκων δηλώσεων στην ενδιάμεση και επ’ ακροατηρίω κατά την εκδίκαση της Απαίτησης και την τελική απόφαση. Επομένως η υπό εξέταση είναι κλασσική περίπτωση απόφασης σε ενδιάμεσο στάδιο που καλείται να αποφασίσει και ζητήματα που τίθενται με τις θεραπείες της ίδιας της Απαίτησης.
9. Κατάληξη
Στην βάση των ως άνω, τα εκδοθέντα την 20/11/2025 διατάγματα ακυρώνονται. Επιδικάζονται έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση. Το ποσό καθορίζεται ως ο κατάλογος που κατέθεσαν οι συνήγοροι της Καθ’ ης η αίτηση την 30/3/2026.
(Υπ.)………………………………
Α. Λουκά Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Resola v. Χρίστου [1998] 1 A.A.Δ. 598
[2] Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G v Adeona Holdings Limited, [2015] 1 ΑΑΔ 386
[3] Electromatic Constructions Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας [2009]1Α ΑΑΔ 258, 266.
[4] Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστόφορου κ.α. [1995] 1 ΑΑΔ 248
[5] Ο.π.π.
[6] Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Διατάγματα, Πρώτη Έκδοση, 2016, σελ. 165
[7] Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2015, ECLI:CY:AD:2021:A119, 5/4/2021
[8] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Cybarco Contracting LTD κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. E53/2021, ECLI:CY:AD:2022:A81, 10/2/2022
[9] Odysseos v. Pieris Estates and Others [1982] 1 C.L.R. 557
[10] T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation [2002] 1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D. [1999] 1 A.A.Δ. 225
[11] βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co [1997] 1 A.A.Δ. 1791
[12] Κυρίσαββα κ.α ν Χάρη Γεώργιου Κύζη [2001]1Α.Α.Δ.1245
[13] American Cyanamid Co v Ethicon Ltd (1975) 1 All ER 504, Parico v. Muskita (2002) 1Γ Α.Α.Δ.
[14] G. Paraskevaides (1966) Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 2/2014, ημερ. 9.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:A82, ECLI:CY:AD:2021:A82
[15] Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Διατάγματα, Πρώτη Έκδοση, 2016, σελ. 183 επ.
[16] Ο.π.π.
[17] Bryanston Finance Ltd v de Vries (No 2) [1976] 1 All ER 25
[18] Coulon Sanderson & Ward Ltd v Ward [1985] Lexis Citation 1669
[19] G. Paraskevaides, ο.π.π. υποσμ. 14 και
[20] Αργυλεων Εργοληπτικής Εταιρείας Λτδ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 400/2017, 16/3/2026 και Rostex Enterprises Limited, Πολ. Έφ. Αρ. 116/2015, ημερ. 31.1.2024,
[21] Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, ο.π.π. υποσημ. 15
[22] Fujifilm, πιο πάνω και ο.π.π. υποσημ. 18
[23] Ο.π.π. υποσημ. 17
[24] Βλ. μεταξύ άλλων την LUPENI GREEK CATHOLIC PARISH AND OTHERS v. ROMANIA 76943/11, 29/11/2016, παρ. 89
[25] Βλ. σχετικά και In re Pelmako Development Ltd (1991) 1 ΑΑΔ 246
[26] Penderhill Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκίνα [2014] 1 ΑΑΔ 118
[27] Michael v. Brevinos [1969] 1 C.L.R. 578
[28] Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd [1998] 1 Α.Α.Δ. 149
[29] Σταυράκης Χάρης και Άλλος ν. Δήμου Λευκωσίας [2015] 1 ΑΑΔ 731
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο