“MILANA 2022” LTD ν. G.V.G. PHARMACEUTICALS LIMITED, Αρ. Απαίτησης: 270/2024, 8/5/2026
print
Τίτλος:
“MILANA 2022” LTD ν. G.V.G. PHARMACEUTICALS LIMITED, Αρ. Απαίτησης: 270/2024, 8/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ.

 

                                                            Αρ. Απαίτησης: 270/2024

 

Μεταξύ:

 

 

MILANA 2022” LTD (ΙΝ:412771111)

Εναγόντων

 

-και-

 

 

G.V.G. PHARMACEUTICALS LIMITED (ΗΕ251708)

Εναγομένων

 

 

Εκδίκαση προδικαστικού σημείου – δικαιοδοσίας

 

 

Ημερομηνία: 8/5/2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες: κ. B. Gokhan

Για Εναγόμενους: ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Κ. ΑΥΓΟΥΣΤΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εκ των δικογράφων παραδεκτώς προκύπτει ότι οι Ενάγοντες, φαρμακευτική εταιρεία από την Γεωργία και οι Εναγόμενοι, φαρμακευτική εταιρεία από την Κύπρο, είχαν συνάψει συμφωνία διανομής. Οι Ενάγοντες εγείρουν ότι προέβησαν σε δύο παραγγελίες στους Εναγόμενους, καταβάλλοντας τους ποσά, €6.875 και €36,000, χωρίς να τους αποσταλούν τα όσα παρήγγειλαν. Προς τούτο τερμάτισαν την μεταξύ των μερών συμφωνία και αξιώνουν αποζημιώσεις για «συμβατική ζημιά».

 

Ως προδικαστική ένσταση οι Εναγόμενοι ήγειραν το ζήτημα της δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων. Ειδικότερα υποστηρίζουν ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι αναρμόδια για την εκδίκαση της παρούσας Απαίτησης και ότι τα κατά τόπο και καθ’ ύλην αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση της διαφοράς αυτής είναι τα Ελληνικά Δικαστήρια και εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό.

Στηρίζουν αυτή τους τη θέση στο γεγονός ότι τα μέρη, μέσω της συμφωνίας διανομής, επέλεξαν ως δικαιοδοσία αυτή των ελληνικών δικαστηρίων. Επικαλούνται τον όρο 14 της συμφωνίας ο οποίος έχει ως εξής:

«(1) This AGREEMENT shall be governed and interpreted in accordance with the laws of Greece. 

(2) Any disputes arising out or in connection with this Agreement shall be exclusively settled by arbitration according to the Greek laws in the Greek courts.»

Οι Ενάγοντες αντιτείνουν τα ακόλουθα, όπως τα εκθέτουν στην απάντηση στην υπεράσπιση, στη γραπτή δήλωση μαρτυρίας τους και στην αγόρευση τους: Ούτε ο Ενάγων ούτε ο Εναγόμενος έχουν  οποιαδήποτε  εμπορική  ή  νομική  σύνδεση  με  την  Ελλάδα  ή  με  την ελληνική  έννομη  τάξη.  Οι  συμβατικές  υποχρεώσεις και  η  εκτέλεση της σύμβασης δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την Ελλάδα, ούτε αποτελεί συνήθη πρακτική στο διεθνές εμπορικό δίκαιο ο ορισμός της Ελλάδας ως δικαστήριο αποκλειστικής δικαιοδοσίας όταν κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν έχει οποιονδήποτε δεσμό με αυτήν. Ως εκ τούτου, τα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας  έχουν  δικαιοδοσία  επί  της  παρούσας  υπόθεσης. 

Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι η ρήτρα δικαιοδοσίας είναι τεχνητή και στερείται οποιουδήποτε γνήσιου συνδετικού στοιχείου με την Ελλάδα. Η εφαρμογή της θα υπονόμευε την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την διαδικαστική αποδοτικότητα, καθότι οποιαδήποτε απόφαση εκδιδόταν από τα ελληνικά δικαστήρια θα έπρεπε να τύχει αναγνώρισης  και  εκτέλεσης  στην  Κυπριακή  Δημοκρατία  προτού  καταστεί εκτελεστή. Τούτο θα οδηγούσε σε διπλασιασμό των διαδικαστικών ενεργειών, περιλαμβανομένης της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, η οποία θα απαιτούσε πρόσθετα δικαστικά διατάγματα και διαδικασίες, με αποτέλεσμα την πρόκληση αχρείαστων εξόδων, καθυστερήσεων και διαδικαστικής αναποτελεσματικότητας.

Το Δικαστήριο ασκώντας τις εξουσίες που ο Κανονισμός 3.2 (θ) παρέχει, αποφάσισε να επιδικάσει προδικαστικώς το ζήτημα της δικαιοδοσίας, ως ζήτημα δημοσίας τάξεως[1] το οποίο θα πρέπει να αποφασίζεται το συντομότερο δυνατόν[2].

Εν προκειμένω δεν σημειώθηκε επί του σημειώματος εμφάνισης η επιλογή που υποδηλώνει την πρόθεση αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας (Κανονισμός 12.2 των ΚΔΠ) και δεν καταχωρήθηκε αίτηση σε 14 μέρες από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης (Κανονισμός 12.3). Πλην όμως ο Κανονισμός 12.5 των ΚΔΠ ορίζει ότι «Η αποδοχή από διάδικο δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου.» Δίδεται λοιπόν η ευχέρεια στο Δικαστήριο, ακόμη και αυτεπάγγελτα να ελέγξει αν έλκει δικαιοδοσία εκδίκασης μιας υπόθεσης.

Αυτό άλλωστε ορίζει και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ότι η κατά τόπο αρμοδιότητα του δικαστηρίου αποτελεί προϋπόθεση έγκυρης ανάληψης δικαιοδοσίας που, αφορά ζήτημα που άπτεται του κύρους της διαδικασίας. Το θέμα μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμα και αυτεπάγγελτα από το ίδιο το δικαστήριο[3]. Είναι με αυτές τις αρχές, φρονώ, που εν τη σοφία του ο νομοθέτης πρόσθεσε τον Κανονισμό 12.5, ο οποίος δεν συναντάται στους ανάλογους αγγλικούς κανονισμούς.

Όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του, ή εδώ την έδρα του, σε κράτος μέλος της Ε. Έ, οι κοινοί κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας θα πρέπει, κατά κανόνα, να εφαρμόζονται[4]. Έχει επίσης στον Κανονισμό ΕΕ 1215/12 απαλειφθεί η πρόνοια που απαιτούσε ότι έστω ένα μέρος της σύμβασης πρέπει να έχει την έδρα του σε κράτος μέλος, όπως αυτή η διάταξη υφίστατο στο άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001.  Συνεπώς στην υπό κρίση υπόθεση τίθενται σε ισχύ οι πρόνοιες του Κανονισμού για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ΕΕ1215/2012. Σχετικό είναι το άρθρο 25 (1) του Κανονισμού[5].

Αρχικά για να καταδειχθεί αν η ρήτρα που τον καθιστά αρμόδιο Δικαστήριο υπήρξε πράγματι αντικείμενο συμφωνίας των μερών, αυτή πρέπει να εκδηλώνεται κατά τρόπο σαφή και ακριβή[6]. Είναι, δε, αρκετό η ρήτρα να προσδιορίζει τα αντικειμενικά στοιχεία ως προς τα οποία τα μέρη ήλθαν σε συμφωνία για να επιλέξουν το δικαστήριο ή τα δικαστήρια στα οποία επιθυμούν να υποβάλουν τις διαφορές που έχουν ανακύψει ή πρόκειται να ανακύψουν μεταξύ τους[7].

Εν προκειμένω τόσο οι Ενάγοντες όσο και οι Εναγόμενοι συμφωνούν ότι υφίσταται ο ως άνω όρος στη μεταξύ τους συμφωνία. Επισυνάπτουν την συμφωνία, οι Ενάγοντες στην αποκάλυψη εγγράφων τους και οι Εναγόμενοι με την μαρτυρία τους. Συνεπώς είναι δεδομένο ότι ο όρος αυτός αποτελούσε μέρος της σύμβασης και αποτυπώνει την πρόθεση των μερών, ενώ πληροί και την προϋπόθεση γραπτής επιβεβαίωσης, ως το άρθρο 25.1 (α) του Κανονισμού ορίζει.

Όσον αφορά το επιχείρημα των Εναγόντων ότι η ρήτρα δικαιοδοσίας είναι τεχνητή, αφενός δεν καταδείχθηκε μέσω μαρτυρίας ή με τον οποιοδήποτε άλλο τρόπο η έννοια της τεχνητής ρήτρας και ποιο σκοπό εξυπηρετεί. Αφετέρου η νομολογία του ΔΕΕ αποκλείει συμπληρωματικό έλεγχο της ορθότητας της ρήτρας και του επιδιωκόμενου από τον συμβαλλόμενο που την ενσωμάτωσε στόχου, αποκλείει δε και τη δυνατότητα να ασκούν επιρροή, ενόψει της εγκυρότητας της ρήτρας αυτής, ουσιαστικοί κανόνες περί ευθύνης που τυγχάνουν εφαρμογής ενώπιον του επιλεγέντος δικαστηρίου[8]. Επιπλέον η σχετική ρήτρα αποτελεί συμφωνία ανεξάρτητη από τους λοιπούς όρους της σύμβασης, καθιστώντας την ενεργή ακόμη και σε περίπτωση αμφισβήτησης της ίδιας της κυρίως σύμβασης, στην οποία περιέχεται[9]. Επομένως η σχετική θέση των Εναγόντων δεν δύναται να γίνει αποδεκτή.

Ούτε το επιχείρημα των Εναγόντων ότι κανένας εκ των διαδίκων δεν έχει σχέση με την Ελλάδα, δύναται να λειτουργήσει υπέρ της ανάληψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση του ΔΕΕ, Cabris Investments Ltd v Revetas Capital Advisors LLP, C540/24, όπου παρά το γεγονός ότι αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι ήταν εγκατεστημένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε τρίτη χώρα, μη κράτος μέλος, κρίθηκε ότι δικαιοδοσία κέκτειται το Δικαστήριο του Κράτους Μέλους που αναφέρεται στην μεταξύ των μερών συμφωνία, δυνάμει του Κανονισμού.

Στην  RENAT FATKHULLIN κ.α. v. IPTP LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. E104/2017, E105/2017, 8/12/2023, επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές όπως καθορίστηκαν στην Display Arts Ltd v. Companie Maritime D' Affretement (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 151[10], ως εξής:

«(1) Όπου οι ενάγοντες έχουν εγείρει αγωγή στα Κυπριακά δικαστήρια κατ' αθέτηση συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε αλλοδαπό δικαστήριο και οι εναγόμενοι έχουν υποβάλει, όπως στην παρούσα περίπτωση, αίτηση για αναστολή της διαδικασίας, το Κυπριακό δικαστήριο με την προϋπόθεση ότι η αξίωση άλλως ευρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του, δεν είναι υποχρεωμένο να παράσχει την αναστολή, αλλά έχει διακριτική ευχέρεια να πράξει αναλόγως.

(2) Η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να εξασκείται υπέρ της παροχής της αναστολής, εκτός εάν αποδειχθεί σοβαρός λόγος περί του αντιθέτου.

(3) Το βάρος απόδειξης του σοβαρού αυτού λόγου κείται επί των ώμων των εναγόντων.

(4) Κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπ' όψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Συγκεκριμένα πρέπει να εξετάσει:

(α) Σε ποια χώρα βρίσκεται η μαρτυρία για απόδειξη των διαφόρων θεμάτων που εγείρονται ή πού είναι πιο εύκολα διαθέσιμη μια τέτοια μαρτυρία και την επίδραση που θα έχει πάνω στην άνεση των ενδιαφερομένων και τη δικαστική δαπάνη η σύγκριση μεταξύ του Κυπριακού και του ξένου δικαστηρίου,

(β) κατά πόσο εφαρμοστέος τυγχάνει ο νόμος του ξένου δικαστηρίου και αν εφαρμόζεται κατά πόσο διαφέρει από τον ημεδαπό νόμο σε οποιαδήποτε ουσιαστικά σημεία,

(γ) με ποια χώρα τα μέρη είναι συνδεδεμένα και πόσο στενά,

(δ) κατά πόσο οι εναγόμενοι γνήσια επιθυμούν να δικαστούν στη ξένη χώρα ή αν επιδιώκουν μόνο δικονομικά πλεονεκτήματα,

(ε) κατά πόσο οι ενάγοντες θα επηρεαστούν αν από το ότι θα έχουν να εγείρουν την αγωγή στο αλλοδαπό δικαστήριο γιατί (ί) θα στερηθούν της εξασφάλισης της αξίωσης τους, (ii) θα είναι ανίκανοι να επιβάλουν οποιαδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εξασφαλίσουν, (iii) θα βρεθούν ενώπιον παραγραφής που δεν εφαρμόζεται στην Κύπρο, ή (ίν) ότι είναι πιθανόν να μην τύχουν δίκαιης δίκης για πολιτικούς, φυλετικούς, θρησκευτικούς ή άλλους λόγους.»

Η νομολογία του ΔΕΕ, όμως, επιτάσσει ότι ο σκοπός της ασφάλειας δικαίου θα υπονομευόταν και σε περίπτωση κατά την οποία, το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 θα είχε εφαρμογή μόνον υπό την προϋπόθεση ότι υφίστανται, πέραν της συμφωνίας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους, επιπλέον στοιχεία δυνάμενα να καταδείξουν τις διασυνοριακές επιπτώσεις της σχετικής διαφοράς[11].

Εξηγεί δηλαδή το ΔΕΕ, ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να σέβονται την εκπεφρασμένη βούληση των μερών, ως είχε διατυπωθεί και να μην αναζητούν επιπλέον στοιχεία και κριτήρια, ώστε να αποφασίσουν την κατά τόπο δικαιοδοσία. Αυτό άλλωστε συνάδει και με την απαίτηση του άρθρου 25 του Κανονισμού για αποκλειστική δικαιοδοσία, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση, που τα μέρη ρητώς συμφώνησαν το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία για να εκδικάσει τις διαφορές τους. Αξίζει να αναφερθεί ότι η C566/22 στην οποία διατυπώνεται η ως άνω αρχή εκδόθηκε την 8/2/2024, δηλαδή μεταγενέστερα της Fatkhullin. πιο πάνω, ενώ σημειώνεται και η αυξημένη ισχύς του ευρωπαϊκού έναντι του κυπριακού δικαίου.

Με τις αρχές που διατυπώνονται πιο πάνω, καθορίζεται και η τύχη του ζητήματος, υπέρ της συμφωνίας των μερών, ήτοι ότι δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια που συμφώνησαν, τα ελληνικά.  Ακόμα όμως και αν κριθεί ότι τα ως άνω κριτήρια που θέτει η κυπριακή νομολογία δεν αντίκεινται με τη νομολογία του ΔΕΕ, εξέταση τους και πάλι θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αρμοδιότητα εν προκειμένω έχουν τα ελληνικά δικαστήρια, όπως τα μέρη συμφώνησαν.

Δεν έχει καταδειχθεί σοβαρός λόγος που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποφασίσει αντίθετα της εκπεφρασμένης και ενυπόγραφης πρόθεσης των μερών, όπως αυτή τέθηκε στη μεταξύ του συμφωνία. Εναγόμενοι και Ενάγοντες έχουν την έδρα τους σε διαφορετικές χώρες, αλλά είναι προφανές ότι η μαρτυρία τους είναι διαθέσιμη και μπορεί να κατατεθεί προς υποστήριξη της υπόθεσης τους, σε οποιοδήποτε φόρουμ, όπως ηλεκτρονικώς κατατέθηκαν και στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου. Δεν καταδείχθηκε ο ελληνικός νόμος να μην είναι εφαρμόσιμος στην, απλή κατά τα άλλα, διαφορά των μερών. Μπορεί να μην έχουν διαφανεί σχέσεις των μερών με την Ελλάδα, την οποία εν πάση περιπτώσει επέλεξαν ως χώρα εκδίκασης των διαφορών τους, αλλά οι Ενάγοντες, δεν έχουν υποδείξει ούτε την όποια σχέση τους με την Κύπρο, όπου καταχώρησαν την υπό εξέταση αγωγή.

Οι Εναγόμενοι δεν προκύπτει να επιδιώκουν την εκδίκαση σε άλλη δικαιοδοσία, για αλλότριους σκοπούς, ούτε φαίνεται να αποκτούν το όποιο δικονομικό πλεονέκτημα στο ελληνικό δίκαιο. Τέλος οι Ενάγοντες δεν έχουν παρουσιάσει μαρτυρία που να δεικνύει ότι θα επηρεαστούν αν εγείρουν την αγωγή στο αλλοδαπό δικαστήριο. Δεν καταδείχθηκε σοβαρός λόγος αθέτησης της συμφωνίας των μερών και ανάληψης δικαιοδοσίας από το παρόν Δικαστήριο.

Αξίζει, δε, να υπομνησθεί ότι και η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει το σπάνιο της ανατροπής της συμφωνίας των μερών ως προς την δικαιοδοσία. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα της ΜD Shipmanagement Ltd ν. Του πλοίου "Londa" υπό σημαία Μάλτας και Άλλων [2001] 1 ΑΑΔ 1469:

«Το πιο κάτω απόσπασμα από το βιβλίο Norton Rose on Civil Jurisdiction and Judgments, των καθηγητών Briggs και Rees, στη σελίδα 171, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο:

«As the choice of court agreement will have been one of the contractual terms bargained for, it is not easy to see what right the court has to sanction its breach and rewrite the contract. The ancient precept of pacta sunt servanda is entitled to respect, and in this respect the retreat from it in the El Amria is wrong in principle.»

Συνεπώς το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτησης. Συνακόλουθα αναστέλλεται[12] η ενώπιον μου διαδικασία ως η εξουσία που ο Κανονισμός 12.6 (δ) παρέχει, αφού το παρόν Δικαστήριο δεν έλκει δικαιοδοσία εκδίκασης της διαφοράς των μερών.

Ως προς τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος αυτά να μην έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με την Αίτηση. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον των Εναγόντων στο ποσό των €1500, ως ο συνοπτικός υπολογισμός στον οποίο προέβη το Δικαστήριο (Βλ. Θεσμό 39.4 (1) (α) και 39.7). Το ποσό αυτό αφορά το σύνολο της Απαίτησης. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι δεν καταχωρήθηκε σχετικός κατάλογος ως ήταν καθήκον των μερών και ο Θεσμός 39.9 ορίζει.

 

(Υπ.)………………………………

Α. Λουκά Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Όπως αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και στην ΦΟΙΒΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ, Ν. ΠΙΡΙΛΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ κ.α. v. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. E37/2021, 22/6/2021

[2] Κούρου ν. Κόνου [2014] 1 Α.Α.Δ. 2192, ECLI:CY:AD:2014:A764

[3] Κουκούνη κ.ά. ν. Νικολάου κ.ά. [2003] 1 Α.Α.Δ

[4] Εισαγωγική σκέψη 13 του Κανονισμού Ε.Ε. 1215/2012

[5] 1. Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η

συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας καταρτίζεται:

α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση·

β) είτε υπό μορφή ανταποκρινόμενη στην πρακτική που έχουν

καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις· ή

γ) είτε, στο διεθνές εμπόριο, υπό μορφή ανταποκρινόμενη στιςσυνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ’ αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις του είδους για το οποίο πρόκειται στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα.

[6] Estasis Salotti di Colzano Aima e Giamano Colzano v RÜWA Polstereimaschinen GmbH C-24/76 παρ. [7]

[7] Hoszig Kft v Alstom C-222/15, παρ. 43

[8] Trasporti Castelletti Spedizioni Internazionali v Hugo Trumpy C-159/97, παρ. 51

[9] Άρθρο 25 (5) του Κανονισμού 1215/12 και Benincasa v Dentalkit Srl [1998] All ER (EC) 135

[10] Εκεί αναλύεται και η The Eleftheria [1969] 2 All Ε. R. 641 στην οποία παρέπεμψε και ο συνήγορος των Εναγόντων

[11] Inkreal s. r. o. ν. Dúha reality s. r. o. C‑566/22 παρ. 32

[12] Βλ. Michaelidou v. Gregoriou and Others [1982] 1 C.L.R. 88 και Lexicon Shipping Company Limited ν. Remontowa Gdansk Shiprepair Yard [1999] 1 ΑΑΔ 1666


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο