ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ
Αριθμός Αγωγής: 437/2023
Μεταξύ:
ΟΛΓΑ ΑΝΤΡΕΟΥ
Ενάγουσας
KAI
C. VARNAVA CARS SALES L.K.M LTD
Εναγόμενων
Ημερομηνία: 4/5/2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε
Για Εναγόμενους: ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Δικόγραφα
Δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας είναι ότι την 28/2/2020, στη Λευκωσία, υπεγράφη μεταξύ της και των Εναγόμενων, γραπτή συμφωνία παραγγελίας για αγορά συγκεκριμένης μάρκας και χαρακτηριστικών οχήματος εξ Αγγλίας, για το ποσό των €14.000. Οι Εναγόμενοι δεσμεύτηκαν να παραγγείλουν το εν λόγω όχημα, το οποίο δεν υπήρχε διαθέσιμο στην μάντρα αυτοκινήτων τους. Ήτο ρητός και εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι η Ενάγουσα θα λάμβανε προσωρινά το όχημα KRP 486 μάρκας BMW 520ί (στο εξής «το επίδικο όχημα»), μέχρι να παραλάβει το όχημα που παρήγγειλε. Από τις αρχές Μαρτίου το επίδικο όχημα, παρουσίασε προβλήματα για τα οποία οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν και παρέπεμψαν την Ενάγουσα σε μηχανικό της επιλογής τους. Κατόπιν ελέγχου από τον μηχανικό το επίδικο όχημα κρίθηκε ότι δεν μπορεί να επισκευαστεί. Η Ενάγουσα το επέστρεψε αμέσως στους Εναγόμενους, οι Εναγόμενοι το παρέλαβαν, αφήνοντας την Ενάγουσα χωρίς όχημα ή άλλο μέσο κυκλοφορίας.
Την 28/2/2020, ταυτόχρονα με την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας και κατόπιν απαίτησης των Εναγομένων, η Ενάγουσα κατέβαλε προκαταβολή ύψους €1.700 για την παραγγελία του οχήματος από την Αγγλία. Την 3/4/2020, κατόπιν απαίτησης των Εναγομένων, η Ενάγουσα κατέβαλε το επιπρόσθετο ποσό των €1.000.
Οι Εναγόμενοι κατά παράβαση της ως άνω συμφωνίας ουδέποτε προέβηκαν στην παραγγελία του εν λόγω οχήματος ή οποιουδήποτε άλλου οχήματος για την Ενάγουσα και δεν εκτέλεσαν όλα όσα είχαν δεσμευτεί να πράξουν προκαλώντας ζημιές στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα δικογραφεί δόλο και ψευδείς παραστάσεις των Εναγόμενων, ισχυριζόμενη ότι οι Εναγόμενοι της απέσπασαν το ποσό των €2.700, χωρίς να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα, παραδίδοντας της το ελαττωματικό επίδικο όχημα και προβαίνοντας σε σειρά δικαιολογιών για την καθυστέρηση στην έλευση του οχήματος που παρήγγειλε.
Παρά τις οχλήσεις της Ενάγουσας οι Εναγόμενοι δεν επέστρεψαν το ποσό των €2.700 το οποίο η πρώτη αξιώνει ως χρέος και/ή αναγνωρισμένη οφειλή και/ή δυνάμει σύμβασης ημερομηνίας 28/2/2020. Αξιώνει επίσης γενικές αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης συμφωνίας και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζονται οι Εναγόμενοι να πληρώσουν αποζημιώσεις ένεκα δολίων πράξεων τους οι οποίες επέφεραν ζημία στην Ενάγουσα, όπως και τιμωρητικές αποζημιώσεις.
Οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση και συγκεκριμένα ότι η αγωγή είναι παράνομη εφόσον δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες της Διάταξης Θ 2.6 (4), η οποία προνοεί ότι αγωγές που αφορούν δόλο δεν μπορούν να καταχωρηθούν με Κλητήριο ένταλμα Τύπου 2.6.
Επιπλέον αντιτείνουν ότι ο ιδιοκτήτης των Εναγόμενων είχε εξηγήσει στην Ενάγουσα ότι το εν λόγω όχημα που επιθυμούσε να παραγγείλει στοιχίζει €14.000 και ότι για να το παραγγείλει από την Αγγλία θα χρειαζόταν τα μισά χρήματα της αξίας, ήτοι το ποσό των €7.000 ως προκαταβολή. Η Ενάγουσα δεν είχε το ποσό των €7.000 που χρειαζόταν να καταβάλει ως προκαταβολή και συμφώνησε προφορικά με τον Διευθυντή των Εναγομένων όπως αγοράσει προσωρινά το επίδικο όχημα μέχρι να εξεύρει το ποσό των €7.000. Έναντι της προσωρινής αγοράς του επίδικου οχήματος η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €2.700 και παρέμενε οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €1500. Τα μέρη συμφώνησαν ότι οι Εναγόμενοι θα αγόραζαν πίσω το επίδικο όχημα στην αξία των €4200 νοουμένου ότι η Ενάγουσα θα το επέστρεφε στην καλή κατάσταση που το παρέλαβε. Η Ενάγουσα επέστρεψε το επίδικο όχημα ενάμιση χρόνο μετά την αγορά του σε πολύ κακή κατάσταση εξ υπαιτιότητας της, συγκεκριμένα η «κοιλιά» του οχήματος είχε κτυπηθεί και η μηχανή του έσταζε λάδια.
Οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα κατάβαλε €2.700 για το όχημα που επιθυμούσε να παραγγείλει και υποστηρίζουν ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε για την προσωρινή αγορά του επίδικου οχήματος. Ανταπαιτούν το ποσό των €1.500 που αφορά το υπόλοιπο ποσό το οποίο η Ενάγουσα οφείλει στην Εναγομένη προς πλήρη εξόφληση της αγοράς του επίδικου οχήματος.
Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι τα €1.700 που κατέβαλε για τον σκοπό της παραγγελίας του οχήματος από την Αγγλία. Τα περαιτέρω €1.000 τα κατέβαλε για τα μεταφορικά του πλοίου και οι υπόλοιπες δόσεις θα καταβάλλονταν όταν έφτανε το όχημα και για να το παραλάβει. Επίσης ισχυρίζεται ότι έλαβε ελαττωματικό το επίδικο όχημα και το παρέδωσε μόλις λίγες μέρες μετά, αφού μηχανικός της επιλογής των Εναγομένων επιβεβαίωσε ότι δεν μπορεί να επισκευαστεί. Επιμένει η Ενάγουσα ότι το ποσό των €1.000 το κατέβαλε όχι για την αγορά του επίδικου οχήματος αλλά για τα έξοδα μεταφοράς του οχήματος που παρήγγειλε.
2. Επίδικα και παραδεκτά
Για σκοπούς περιορισμού των επίδικων θεμάτων, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι μέσω των δικογράφων, της μαρτυρίας των μερών, αλλά και των θέσεων που προωθήθηκαν από τους διάδικους κατά τις τελικές τους αγορεύσεις, προκύπτει παραδεκτώς ότι:
Α. Την 28/2/2020, ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ των μερών η Ενάγουσα κατέβαλε στους Εναγόμενους το ποσό των €1.700. Την 3/4/2020 η Ενάγουσα κατέβαλε το επιπρόσθετο ποσό των €1.000. Οι αποδείξεις για τα ως άνω ποσά κατατέθηκαν από αμφότερους τους διαδίκους.
Β. Έλαβε το επίδικο όχημα και σκοπό είχε να παραγγείλει άλλο όχημα από την Αγγλία με συγκεκριμένες προδιαγραφές.
Γ. Ουδέποτε παραγγέλθηκε το όχημα που επιθυμούσε η Ενάγουσα, ούτε η ίδια αποπλήρωσε το ποσό των €14.000, ποσό που συμφωνήθηκε ότι ήταν η αξία του επίδικου οχήματος.
Τα ως άνω, ως παραδεκτά και αναντίλεκτα, καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Παραμένουν λοιπόν, ως επίδικα τα κάτωθι:
Α. Αν το επίδικο όχημα ήταν ελαττωματικό με την παραλαβή του και επεστράφη στους Εναγόμενους λίγο μετά την παραλαβή του από την Ενάγουσα, αφού κρίθηκε ότι δεν μπορεί να επισκευαστεί. Σε αυτό τον ισχυρισμό οι Εναγόμενοι αντιτείνουν ότι η Ενάγουσα αποδέχτηκε το επίδικο όχημα και το επέστρεψε με ζημιές ενάμιση χρόνο μετά.
Β. Αν η συμφωνία μεταξύ των μερών προνοούσε ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν να παραγγείλουν συγκεκριμένο όχημα για την Ενάγουσα και συνακόλουθα ότι το ποσό των €2.700 που κατέβαλε η τελευταία αποτελούσε την προκαταβολή. Στον αντίποδα οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι το ως άνω ποσό δόθηκε για την αγορά του επίδικου οχήματος και ότι η Ενάγουσα δεν κατέβαλε την αναγκαία προκαταβολή για να προβούν σε παραγγελία οχήματος από την Αγγλία.
- Μαρτυρία
Δεν θα παρατεθούν με λεπτομέρεια τα όσα ισχυρίστηκε ο κάθε μάρτυρας, αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται στις ένορκες δηλώσεις των μαρτύρων και τις έχω υπόψη μου. Έχω αναγνώσει τις γραπτές αγορεύσεις των διαδίκων και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου κριθεί σκόπιμο.
Προχωρώ στην ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα, με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά, καθοριστικά για το αποτέλεσμα, γεγονότα[1]. Ως είναι νομολογιακά καθιερωμένο η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα[2]. Η ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει με αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων, με αναφορά στα Τεκμήρια ώστε να εξαχθούν σχετικά ευρήματα, ενώ θα αξιολογηθεί κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, ως και η νομολογία εισηγείται[3].
Η ακρόαση της υπόθεσης έχει διεξαχθεί ως ταχείας εκδίκασης, ως η Διάταξη 30 Θεσμός 5 επόμενοι ορίζει, χωρίς δηλαδή την διενέργεια επ’ ακροατηρίω διαδικασίας, αλλά με την κατάθεση γραπτών δηλώσεων και αγορεύσεων. Γραπτές δηλώσεις κατέθεσαν η Ενάγουσα και ο διευθυντής των Εναγόμενων, κ. Χρήστος Βαρνάβα.
3.1. Το επίδικο όχημα
Τα μέρη κατέθεσαν τις αποδείξεις που δόθηκαν από τους Εναγόμενους στην Ενάγουσα, με την πληρωμή των €1.700 ευρώ την 28/2/2020 και των €1.000 την 3/4/2020. Τα όσα αναγράφονται επί των αποδείξεων έχουν σημασία αφού επ’ αυτών ρητώς αναφέρεται ότι αφορούν πληρωμές για το επίδικο όχημα και όχι για το όχημα που είχε σκοπό να παραγγείλει η Ενάγουσα. Ρητώς δηλαδή δηλώνεται στις αποδείξεις είσπραξης Τεκμήριο 3, όπως τις κατέθεσε η Ενάγουσα, ότι κατέβαλε τα ποσά εκείνα για να αγοράσει το επίδικο όχημα.
Με το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου συμφωνεί και το λεκτικό του Τεκμηρίου 2 που κατέθεσε η Ενάγουσα. Εκεί, επίσης ρητώς αναφέρεται ότι θα αγοράσει, έστω προσωρινά, το επίδικο όχημα για το ποσό των €4.200. Από μόνη της η αναφορά αυτή στη συμφωνία των μερών γεννούσε υποχρέωση καταβολής του εν λόγω ποσού προς αποπληρωμή του επίδικου οχήματος. Η θέση της Ενάγουσας ότι θα λάμβανε προσωρινά το επίδικο όχημα KRP 486, μέχρι να παραλάβει το όχημα που παρήγγειλε, δεν συνάδει με τα ενώπιον μου τεκμήρια. Η συμφωνία των μερών αναφέρεται σε αγορά του επίδικου οχήματος, με καθορισμένο ποσό και όχι προσωρινή χρήση του, ενώ οι αποδείξεις για τα όποια ποσά πληρώθηκαν αφορούσαν το επίδικο όχημα και όχι την παραγγελία άλλου.
Η μόνη λογική εξήγηση για την αναφορά σε «προσωρινή αγορά» δόθηκε από τον διευθυντή των Εναγομένων. Εξήγησε ότι θα δεχόταν επιστροφή του επίδικου οχήματος σε καλή κατάσταση και θα υπολογιζόταν η αξία του, στις €4.200, σε περίπτωση που η Ενάγουσα προχωρούσε στην καταβολή του ποσού της προκαταβολής, ήτοι €7.000, για την αγορά του οχήματος που επιθυμούσε να παραγγείλει. Αυτό άλλωστε αναφέρεται και στη συμφωνία των μερών, ότι οι Εναγόμενοι θα λάμβαναν πίσω το επίδικο όχημα στην αρχική αξία που το έχει αγοράσει η Ενάγουσα με την προϋπόθεση πως το αυτοκίνητο είναι όπως της το παρέδωσαν. Συνεπώς από τα τεκμήρια που αμφότερα τα μέρη κατέθεσαν προκύπτει ότι το συνολικό ποσό των €2.700 καταβλήθηκε έναντι του συνολικού τιμήματος των €4.200 για την αγορά του επίδικου οχήματος.
Ούτε ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι το επίδικο όχημα παραλήφθηκε ελαττωματικό και επιστράφηκε λίγες μέρες μετά την παραλαβή του προκύπτει να έχει έρεισμα, για τους κάτωθι λόγους: Αρχικά η ίδια η Ενάγουσα κατέβαλε ποσό την 3/4/2020, ένα και πλέον μήνα, μετά την παραλαβή, για την αγορά του επίδικου οχήματος. Στερείται λοιπόν λογικής ο ισχυρισμός της ότι ενώ είχε επιστρέψει το επίδικο όχημα κατέβαλλε ποσά με σκοπό την αγορά του. Το περιεχόμενο, δε, το λεκτικό της εν λόγω απόδειξη ημερομηνίας 3/4/2020 (μέρος του Τεκμηρίου 3 στη γραπτή της δήλωση), ότι δηλαδή το ποσό των €1.000, καταβλήθηκε έναντι της αγοράς του επίδικου οχήματος, καταρρίπτει και τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι το ποσό πληρώθηκε για «το πλοίο», που θα έφερνε το όχημα που παρήγγειλε. Ο εν λόγω ισχυρισμός, δε, δεν είχε δικογραφηθεί.
Ένας άλλος λόγος που καταδεικνύει ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της Ενάγουσας περί ελαττωματικότητας του επίδικου οχήματος από την παραλαβή του, προκύπτει και από το Τεκμήριο 1 που κατέθεσε ο διευθυντής των Εναγόμενων. Το εν λόγω Τεκμήριο είχε αποκαλυφθεί από τους Εναγόμενους πέραν του ενός μήνα πριν η Ενάγουσα καταθέσει τη μαρτυρία της. Αν και στη γραπτή της δήλωση δεν σχολιάζει το εν λόγω Τεκμήριο, στις αγορεύσεις οι δικηγόροι της αμφισβητούν την εγκυρότητα του, αναφέροντας ότι δεν φέρει μονογραφές στις πρώτες σελίδες, υπογραφή πωλητή και η Ενάγουσα δεν συμφωνεί ότι το υπέγραψε. Ως προς τον τελευταίο ισχυρισμό της Ενάγουσας, αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφού δεν δύναται η Ενάγουσα να εισάγει μαρτυρία μέσω της αγόρευσης της. Η θέση της, δε, ότι δεν υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο, υπονοεί πλαστογραφία, η οποία φέρει υψηλό επίπεδο απόδειξης και μαρτυρία ειδικού για να αποδειχθεί. Σε κάθε περίπτωση το εν λόγω Τεκμήριο φέρει την υπογραφή της Ενάγουσας στις 2 από τις 4 σελίδες. Ούτε στο Τεκμήριο 1 στην γραπτή δήλωση της Ενάγουσας, το οποίο η ίδια κατέθεσε ως τη συμφωνία των μερών δεν υπάρχει υπογραφή πωλητή παρά μόνο η σφραγίδα των Εναγόμενων. Δεν ισχύει δηλαδή η θέση της Ενάγουσας ότι για να υπάρχει σύμπτωση βουλήσεων θα πρέπει να υπάρχει και υπογραφή εκ μέρους των Εναγόμενων, αφού αφενός σε κανένα έγγραφο δεν φέρεται η υπογραφή τους και αφετέρου γιατί οι ίδιοι παρουσιάζουν έγγραφο που έχουν στην κατοχή τους και οι όροι του δεσμεύουν αμφότερα τα μέρη, με την υπογραφή της Ενάγουσας, έστω χωρίς υπογραφή των Εναγόμενων. Συνεπώς το Τεκμήριο 1 στη γραπτή δήλωση του διευθυντή των Εναγόμενων γίνεται αποδεκτό και θα τύχει αξιολόγησης.
Το Τεκμήριο 1 στη γραπτή δήλωση του διευθυντή των Εναγόμενων τιτλοφορείται ως Σύμβαση Αγοραπωλησίας Οχημάτων. Αναφέρει τα στοιχεία του επίδικου οχήματος και της Ενάγουσας, το ποσό που συμφωνήθηκε, ήτοι €4.200 και τον τρόπο πληρωμής χειρόγραφα. Συνοδεύεται από δακτυλογραφημένους όρους μεταξύ των οποίων και οι ακόλουθοι σημαντικοί:
«Σε περίπτωση μη συμμορφώσεις του Αγοραστή, εντός 3 μηνών, ο πωλητής έχει το δικαίωμα απαίτησης της επιστροφής του οχήματος, χωρίς ο Αγοραστής να έχει καμιά απαίτηση» και
«Το όχημα παραδόθηκε στον Αγοραστή, μετά από δικό του έλεγχο (μηχανικό η άλλο), στην κατάσταση που είναι και δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση από τον πωλητή. Από τώρα και στο εξής οτιδήποτε προκύψει με το όχημα είναι ευθύνη του Αγοραστή, η επιδιόρθωση του σχήματος.»
Αξίζει να αναφερθεί ότι κάτω από αμφότερους του όρους φαίνεται η υπογραφή της Ενάγουσας, η οποία δεν αμφισβητήθηκε μέσω μαρτυρίας ή με οποιονδήποτε τρόπο πριν την κατάθεση των αγορεύσεων. Οι ως άνω όροι καταρρίπτουν τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι από τις πρώτες μέρες που έλαβε το επίδικο όχημα αυτό είχε μηχανικά προβλήματα. Τουναντίον καταδεικνύεται ότι η ίδια προέβη σε μηχανικό έλεγχο, ενέκρινε το όχημα και για οτιδήποτε προέκυψε στη συνέχεια, ανέλαβε η ίδια την ευθύνη. Καμία, δε, μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε, από ειδικό που να καταδεικνύει τα προβλήματα του επίδικου οχήματος, το οποίο η Ενάγουσα αγόρασε προσωρινά και η αξία του θα αποκοπτόταν από πιθανή μελλοντική αγορά άλλου οχήματος. Ούτε συγκεκριμένος μηχανικός που θα επιβεβαίωνε, κατά την Ενάγουσα, την βλάβη του επίδικου οχήματος, δεν παρουσίασε την όποια μαρτυρία.
Επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι έλαβε ελαττωματικό, μη αποδεκτής ποιότητας όχημα και μάλιστα σε σημείο που οι ζημιές του ήταν ανεπανόρθωτες και το επέστρεψε αμέσως[4]. Γίνεται, δε, αποδεκτός ο ισχυρισμός των Εναγόμενων ότι η Ενάγουσα επέστρεψε το επίδικο όχημα σε μεταγενέστερο χρόνο, σε κατάσταση χειρότερη από ότι το έλαβε.
3.2. Η παραγγελία οχήματος
Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι με την συμφωνία, Τεκμήριο 2 στην γραπτή της δήλωση, οι Εναγόμενοι όφειλαν να παραγγείλουν το όχημα της αρεσκείας της και δεν το έπραξαν παραβιάζοντας την εν λόγω συμφωνία. Καθίσταται απαραίτητη η ερμηνεία της συμφωνίας των μερών, ώστε να καταδειχθεί η όποια υποχρέωση των Εναγόμενων.
Οι αρχές της ερμηνείας των όρων συμβάσεων επιτάσσουν όπως το Δικαστήριο μέσα από το λεκτικό, αναζητά τις προθέσεις των συμβαλλομένων, με κριτήριο πάντοτε να είναι η έννοια την οποία μεταδίδει στο μέσο λογικό άνθρωπο[5]. Οι όροι της σύμβασης δεν θα πρέπει να διαβάζονται απομονωμένοι από το όλο πνεύμα της σύμβασης και την πρόθεση των συμβαλλομένων, αλλά να δίδεται η ερμηνεία η οποία οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο το οποίο εξετάζεται ως ενιαίο σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση[6]. Οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου, είναι ασαφές[7].
Το λεκτικό της επίδικης συμφωνίας, ως η Ενάγουσα την κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1 που κατέθεσαν οι Εναγόμενοι είναι σύντομο και έχει ως ακολούθως:
«Η Όλγα Ανδρέου θα αγοράσει προσωρινά το BMW 520ΐ KRP486 αξίας €4.200.
Αν η Όλγα επιθυμεί να αγοράσει άλλο αυτοκίνητο θα πάρουμε πίσω το BMW στην αρχική αξία που το έχει αγοράσει με την προϋπόθεση πως το αυτοκίνητο είναι όπως της το παραδώσαμε.
Παράγγειλε BMW 318 ή 320 Diesel, 2011-2013, Άσπρο ή Μαύρο»
Εκείνο που προκύπτει από το λεκτικό της ως άνω συμφωνίας είναι ότι η Ενάγουσα αγόρασε προσωρινώς το επίδικο όχημα. Η παραγγελία νέου οχήματος θα γινόταν υπό προϋποθέσεις. Δηλαδή αν η ίδια θα επιθυμούσε την αγορά άλλου οχήματος, θα έπρεπε να παραδώσει πίσω το επίδικο όχημα στην κατάσταση που το έλαβε. Η παραγγελία δηλαδή νέου οχήματος επαφύετο αφενός στην πρόθεση της Ενάγουσας και αφετέρου στην επιστροφή του επίδικου οχήματος. Μπορεί η συμφωνία να ολοκληρώνεται με την αναφορά στο ότι παραγγέλνει συγκεκριμένο όχημα, αλλά αυτή η αναφορά δεν αναιρεί τις προϋποθέσεις που τίθενται αμέσως παραπάνω ώστε να λάβει χώρα η αγορά του οχήματος που η Ενάγουσα επιθυμούσε. Από το λεκτικό δηλαδή της ως άνω συμφωνίας δεν εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να παραγγείλουν συγκεκριμένο όχημα που θα αγόραζε η Ενάγουσα. Για να γεννηθεί αυτή τους η υποχρέωση θα έπρεπε να αποταθεί η Ενάγουσα στους Εναγόμενους επιστρέφοντας τους το επίδικο όχημα στην κατάσταση που το έλαβε. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Τουναντίον η Ενάγουσα έλαβε το επίδικο όχημα σε κατάσταση που ήταν της αρεσκείας της, όπως αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 1 στην γραπτή δήλωση του διευθυντή της Εναγόμενης και το επέστρεψε σε χειρότερη κατάσταση από αυτήν που το έλαβε.
Ακόμα και στην επιστολή Τεκμήριο 4 που απέστειλε δικηγόρος εκ μέρους της Ενάγουσας, δεν προκύπτει ισχυρισμός για υποχρέωση παραγγελίας οχήματος από τους Εναγόμενους, αλλά για πώληση του αναλόγως διαθεσιμότητας. Τέτοια διαθεσιμότητα βέβαια επαφίεται στη λειτουργία των ίδιων των Εναγόμενων, δεδομένο για το οποίο δεν παρουσιάστηκε σχετική μαρτυρία. Στη βάση των πιο πάνω δεν προκύπτει ότι δυνάμει της συμφωνίας των μερών οι Εναγόμενοι είχαν ευθύνη να παραγγείλουν και να πωλήσουν συγκεκριμένο όχημα στην Ενάγουσα, αλλά τέτοια ευθύνη θα είχαν μόνο με την πλήρωση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, οι οποίες δεν πληρώθηκαν.
3.3. Αξιολόγηση μαρτύρων
Όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί από τα πιο πάνω η μαρτυρία της Ενάγουσας έρχεται σε αντίφαση με τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενώ αναφέρει ότι κατέβαλε €1.000 την 3/4/2020 για τα μεταφορικά οχήματος που παρήγγειλε στην ίδια την απόδειξη φαίνεται αυτό το ποσό να πληρώθηκε έναντι της προσωρινής αγοράς του επίδικου οχήματος (Τεκμήριο 3 της ένορκης της δήλωσης). Ενώ αναφέρει ότι το επίδικο όχημα είχε προβλήματα από τις πρώτες μέρες που το παρέλαβε και το επέστρεψε άμεσα, από το Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του κ. Βαρνάβα προκύπτει ότι προέβη σε μηχανικό έλεγχο και το επίδικο όχημα ήταν της αρεσκείας της. Ενώ αναφέρει ότι επέστρεψε αμέσως το επίδικο όχημα, ένα μήνα μετά, την 3/4/2020 κατέβαλε ποσό €1.000, για την αγορά του (βλ. απόδειξη Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης της). Ενώ ήταν ο ισχυρισμός της ότι έλαβε το επίδικο όχημα απλώς για να έχει μεταφορικό μέσο μέχρι να της δοθεί το όχημα που παρήγγειλε, στη συμφωνία Τεκμήριο 2 που κατέθεσε καταγράφεται ρητώς ότι αγοράζει προσωρινά το επίδικο όχημα και αν επιθυμεί να αγοράσει άλλο θα το επιστρέψει σε καλή κατάσταση ώστε να αποκοπεί συγκεκριμένο ποσό. Οι ως άνω αντιφάσεις της άπτονται καίριων, επίδικων ζητημάτων και καθιστούν την μαρτυρία της μη αποδεκτή.
Από την άλλη η μαρτυρία του κ. Βαρνάβα, εκ μέρους των Εναγόμενων, επίσης είχε συγκεκριμένες αδυναμίες αλλά επί των επίδικων ζητημάτων υπήρξε σταθερή. Ειδικότερα, στην παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης γίνεται αναφορά σε προφορική συμφωνία για την παράδοση του επίδικου οχήματος, ενώ όπως είναι παραδεκτό η συμφωνία ήταν γραπτή και μάλιστα την επισυνάπτει. Η προφορική συμφωνία, φαίνεται να αφορά το κόστος, το τίμημα του οχήματος που επιθυμούσε η Ενάγουσα να παραγγείλει και όχι την προσωρινή αγορά του επίδικου οχήματος. Ακόμα κατά προσέγγιση όρισε τον χρόνο της επιστροφής του επίδικου οχήματος στον ενάμιση χρόνο, κάτι που δεν μπορεί να ισχύει αφού ένα χρόνο μετά την προσωρινή πώληση είχε σταλεί επιστολή από τη δικηγόρο της Ενάγουσας και είχε ήδη επιστραφεί το επίδικο όχημα. Ο εν λόγω υπολογισμός χρόνου όμως γίνεται κατά προσέγγιση, χωρίς να μπορεί να εκληφθεί αυτό το λάθος ως καίριο.
Από την άλλη οι ισχυρισμοί του κ. Βαρνάβα συνάδουν με τα ενώπιον μου τεκμήρια και είναι λογικοί. Η θέση του ότι πωλήθηκε προσωρινά το επίδικο όχημα και θα επιστρεφόταν για να αποκοπεί η αξία του από μελλοντική παραγγελία, προκύπτει από το λεκτικό της συμφωνίας των μερών. Λογικά, δε, απαιτούσε να λάβει σημαντική προκαταβολή για την παραγγελία οχήματος, γι’ αυτό και θα λάμβανε πίσω το επίδικο όχημα, όταν η Ενάγουσα θα μπορούσε να του πληρώσει το ποσό της προκαταβολής. Μέσω των τεκμηρίων που κατέθεσε κατέδειξε ότι την ημερομηνία παραλαβής του επίδικου οχήματος και τουλάχιστον για ένα μήνα μετά, η Ενάγουσα είχε αποδεχτεί το επίδικο όχημα, μετά από έλεγχο και χρήση του και μάλιστα πλήρωνε το συμφωνημένο τίμημα. Τέλος μέσω των αποδείξεων Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση κατέδειξε ότι οι όποιες πληρωμές της Ενάγουσας έγιναν για την αγορά του επίδικου οχήματος. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή.
4. Νομική βάση
Αναφορικά με το ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες της Διάταξης Θ 2.6 (4), ακόμα και αν ευσταθεί αυτός ο ισχυρισμός των Εναγομένων, η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6(4) ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση[8]. Ειδικά στην υπό κρίση περίπτωση, όπου η αγωγή έχει και άλλη βάση αγωγής, ήτοι την παράβαση σύμβασης, δεν κρίνεται ότι η μη συμμόρφωση με την ως άνω διαταγή, δύναται αφ’ αυτής να οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής.
Γίνεται ευρεία αναφορά στην αγόρευση της Ενάγουσας στον περί Πώλησης Αγαθών Νόμο του 1994 (Ν. 10(I)/1994). Ο Νόμος δεν είναι παρά μόνο μια ειδική πτυχή του περί Συμβάσεων Νόμου και των γενικών αρχών του. Το δικαίωμα επιστροφής αγαθών που δεν είναι "of merchantable quality", συνιστά ευρύτερη αρχή του δικαίου των συμβάσεων[9]. Ως αγαθά στο άρθρο 2 του Νόμου ορίζονται κάθε είδος κινητής περιουσίας, όπως είναι και τα αυτοκίνητα. Όταν ο πωλητής πωλεί αγαθά κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του, υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά τα οποία προμηθεύει δυνάμει της σύμβασης είναι αποδεκτής ποιότητας. Όμως, όταν ο αγοραστής εξετάζει τα αγαθά πριν τη σύναψη της σύμβασης, ο όρος αυτός δεν εκτείνεται σε οποιοδήποτε θέμα που καθιστά την ποιότητα των αγαθών απαράδεκτη, το οποίο η εξέταση όφειλε να αποκαλύψει[10]. Αναλόγως στη νομολογία αποφασίστηκε ότι για να διαταχθεί επιστροφή ολόκληρου του τιμήματος αγοράς, θα πρέπει να υπάρχει ισχυρισμός για ολική αποτυχία της αντιπαροχής ή να καταγγελθεί η σύμβαση και να προσφερθεί η επιστροφή του κινητού[11]. Η γνώση των πωλητών ως προς το ελάττωμα κινητού έχει καθοριστεί ως σημαντικός παράγοντας από τη νομολογία[12]. Επιπλέον έχει κριθεί ότι η πώληση του αγαθού σε τρίτο, είναι παράγοντας αποφασιστικός για να κριθεί ότι ο αγοραστής αποδέχτηκε το αγαθό[13]. Και ο ίδιος ο Νόμος ορίζει ότι ο αγοραστής θεωρείται ότι αποδέχτηκε τα αγαθά, αν αυτός δηλώσει στον πωλητή την αποδοχή αυτών[14].
Εν προκειμένω η Ενάγουσα αποδέχτηκε το επίδικο όχημα για μια σειρά από λόγους. Αρχικά το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Βαρνάβα αναφέρει ότι η ίδια έλεγξε το επίδικο όχημα πριν το παραλάβει, με αποτέλεσμα να έπρεπε να αποκαλυφθούν τα προβλήματα του, όπως η ίδια ισχυρίζεται. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τη μαρτυρία, ενώ η ίδια η Ενάγουσα ένα και πλέον μήνα μετά την αγορά κατέβαλε επιπλέον ποσό για την αγορά του επίδικου οχήματος. Ούτε η Ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση που προέβλεπε προσωρινή πώληση του επίδικου οχήματος, ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι ήταν μη αποδεκτής ποιότητας. Η αποδοχή της ποιότητας του επίδικου οχήματος, λοιπόν, προκύπτει και από τη συμπεριφορά της Ενάγουσας, ήτοι το ότι συνέχισε να πληρώνει για την αγορά του ένα μήνα μετά την παραλαβή, ότι περιέλαβε το επίδικο όχημα στην συμφωνία για αγορά άλλου οχήματος η οποία τελικά δεν καρποφόρησε, ότι ρητώς αναφέρεται στη συμφωνία των μερών ότι έλεγξε το επίδικο όχημα πριν το παραλάβει αλλά και στο γεγονός ότι ουδέποτε κατήγγειλε τη σύμβαση προσωρινής αγοράς του επίδικου οχήματος.
Με τα ως άνω δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη τους όρους της συμφωνίας είναι η Ενάγουσα που παραβίασε την επίδικη συμφωνία. Συγκεκριμένα στη συμφωνία Τεκμήριο 2 που η ίδια κατέθεσε υπάρχει όρος ότι θα καταβάλει €4.200 για την αγορά του επίδικου οχήματος. Αντ’ αυτού κατέβαλε μόλις €2.700, ενώ είχε λάβει και αποδεχτεί το επίδικο όχημα. Συνεπώς η Ενάγουσα έχει παραβιάσει την μεταξύ των μερών σύμβαση και οι Εναγόμενοι δικαιούνται αποζημίωσης για τη ζημιά που υπέστησαν συνεπεία της παράβασης αυτή[15].
5. Κατάληξη
Η αγωγή απορρίπτεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον της Ενάγουσας για το ποσό των €1500 που αφορά το υπόλοιπο ποσό το οποίο η Ενάγουσα οφείλει στην Εναγόμενη προς πλήρη εξόφληση της αγοράς του επίδικου οχήματος.
Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, ένα σετ καθώς αγωγή και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν.
(Υπ.)………………………………
Α. Λουκά Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Barry Wyne v. David Costaki Mavronicola [2009] 1 ΑΑΔ 1138
[2] Χριστίνα Ρασποπουλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, 11/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171
[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα [1992] 1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa Mossa (Mussa) Mohammed ν. Ανδρέα Κακουρή και Άλλων [2002] 1 ΑΑΔ 165
[4] Βλ. σελ. 11 της γραπτής αγόρευσης της Ενάγουσας.
[5] Χατζησωτηρίου Γιολάντα ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ [2011] 1 ΑΑΔ 1406
[6] Δ. Κυθρεώτης & Συνεργάτες ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Πολιτική Έφεση αρ. 352/2014, 16/3/2023, ECLI:CY:AD:2023:A104 και MARK ASHLEY SAUL κ.α. v. NICOS DEMETRIOU FINANCE AND CONSTRUCTION LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2015, 4/6/2024
[7] Amethyst Distributors Ltd ν. Iεράς Mονής Kύκκου [2011] 1 ΑΑΔ 199
[8] Φαλέκκος Γιώργος ν. Κυριάκου Χριστοφίδη [2013] 1 ΑΑΔ 2534
[9] Κυριάκου ν. Φιλή [2004] 1Γ Α.Α.Δ
[10] Georgiades A P Ltd. ν. Space Bakery Plant & Equipment Ltd [2001] 1 ΑΑΔ 916
[11] Airtec Airconditioning Ltd v. Παπακόκκινου [2015] 1(Β) Α.Α.Δ. 1746 και DICKRAN OUZOUNIAN AND COMPANY LIMITED, EΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ LEXUS CYPRUS, Πολιτική Έφεση Αρ. 372/2016, 1/8/2025
[12] A A Pilottos Ltd και Άλλος ν. George Houghton και Άλλη, εμπορευόμενοι υπό την εμπορική επωνυμία Sports Car Consultants [2007] 1 ΑΑΔ 783
[13] CATERTEC CATERING EQUIPMENT SERVICES LTD v. PGSHOP RIGHT DISCOUNT STORES LTD, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 337/2013, 12/2/2021
[14] Άρθρο 42 (1) (α) του Νόμου 10(Ι)/1994
[15] Άρθρο 73 (1) του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφάλαιο 149
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο