ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 204/25
Μεταξύ:
BANK OF CYPRUS PUBLIC COMRANY LIMITED, υπό την ιδιότητα της ως Επίτροπος του Εμπιστεύματος μεταξύ του κ. Νέαρχου Νεάρχου ως Διευθυντής του Παγκυπρίου Γυμνασίου και Τράπεζας Κύπρου
Ενάγουσας
και
1. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
2. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
3. Παγκύπριο Γυμνάσιο (Λευκωσία)
Εναγόμενων
Αίτηση της Σχολικής Εφορίας Λευκωσίας, ημ. 12/9/2025, για να προστεθεί ως Εναγόμενη στη διαδικασία.
Ημερομηνία: 6/7/2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια: κ. Γ. Πασιάς
Για Καθ’ ων η αίτηση 3: κα. Κ. Αθηαινήτη
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την κυρίως Απαίτηση επιζητείται από την Ενάγουσα η παροχή άδειας, ώστε να παραδώσει ποσό που κατέχει ως Επίτροπος Εμπιστεύματος στο Πρωτοκολλητείο, να απαλλαχθεί από αυτή της την ιδιότητα και τελικώς όπως ο πρωτοκολλητής πληρώσει τα χρήματα που θα έχουν καταβληθεί σε Εναγομένο ή οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο ήθελε κρίνει πρέπον, με την υπόδειξη όπως, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, τα ποσά που θα πληρωθούν από τον Πρωτοκολλητή, τύχουν χρήσης αποκλειστικά προς τον σκοπό δημιουργίας του Εμπιστεύματος.
Η Αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση αξιώνει την έκδοση διατάγματος ώστε να προστεθεί ως νέος διάδικος - Εναγόμενη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο απαίτηση, όπως και παρεπόμενες οδηγίες του Δικαστηρίου σχετικά με την καταχώριση και επίδοση του εντύπου απαίτησης και όλων των σχετικών εγγράφων.
Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Νικόλαου Μεγάλεμου, Πρόεδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας. Προκύπτει ότι ο κ. Μεγάλεμος και η Αιτήτρια έχουν γνώση του Εντύπου Απαίτησης, γνώση που έλαβαν από τη Διευθύντρια του Παγκυπρίου Γυμνασίου, ενώ μετά από συνεννόηση των δικηγόρων Αιτήτριας και Ενάγουσας, το Έντυπο Απαίτησης επιδόθηκε στην Αιτήτρια. Ο κ. Μεγάλεμος αναφέρει ότι η Απαίτηση αφορά το Εμπίστευμα μεταξύ του κ. Νέαρχου Νεάρχου ως Διευθυντή του Παγκύπριου Γυμνασίου και της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ημερομηνίας 31/05/2001, ως κληρονόμος της διαθήκης του κ. Σταύρου Τουφεξή. Μοναδικός Επίτροπος του Εμπιστεύματος είναι η Τράπεζα Κύπρου.
Επιχειρηματολογεί ως προς το δικαίωμα παρέμβασης της Αιτήτριας στη διαδικασία, καθώς και τους λόγους για τους οποίους δεν είναι δυνατό να προχωρήσει η διαδικασία χωρίς την παρέμβαση ή προσθήκη της Αιτήτριας ως νέου διάδικου. Ειδικότερα εισηγείται ότι ως προκύπτει ο δικαιούχος του Εμπιστεύματος είναι το Παγκύπριο Γυμνάσιο (Λευκωσίας), το οποίο συμπεριλαμβάνεται ως υφιστάμενος Εναγόμενος 3 στην παρούσα υπόθεση. Το Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας ωστόσο δεν αποτελεί ανεξάρτητη νομική οντότητα, ούτε διαθέτει ιδίαν νομική υπόσταση και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να ενεργεί αυτοτελώς ή να παρίσταται ως διάδικος ενώπιον Δικαστηρίου. Αντιθέτως, είναι σχολείο μέσης εκπαίδευσης, το οποίο υπάγεται στην αρμοδιότητα και δικαιοδοσία της Αιτήτριας. Συμφώνως των περί Σχολικών Εφορειών Νόμων του 1997 (Ν. 108(Ι)/1997), πάσης φύσεως περιουσία (κινητή ή ακίνητη) που ανήκει σε οποιοδήποτε σχολείο δημοτικής ή μέσης εκπαίδευσης ή που θα αποκτηθεί από αυτό και οποιοδήποτε άλλο συναφές δικαίωμα ή συμφέρον, περιέρχεται στην κατοχή και εξουσία της οικείας σχολικής εφορείας, εν προκειμένω της Αιτήτριας.
Η Αιτήτρια δυνάμει του Νόμου είναι επιφορτισμένη, μεταξύ άλλων, με την οικονομική διαχείριση όλων των σχολείων που βρίσκονται ή υπάγονται στα όρια και την αρμοδιότητα της, συμπεριλαμβανομένου και του Παγκύπριου Γυμνασίου, το οποίο εδρεύει εντός των ορίων του Δήμου Λευκωσίας. Παρέχεται αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, να αποδέχεται με την έγκριση του Υπουργού δωρεές και κληροδοτήματα οποιοσδήποτε περιουσίας, να διαχειρίζεται την περιουσία αυτή και να χρησιμοποιεί το εισόδημα της για τους σκοπούς για τους οποίους δωρίσθηκε και γενικά για σκοπούς που σχετίζονται και προάγουν την εκπαίδευση.
Είναι η θέση λοιπόν της Αιτήτριας ότι σε περίπτωση τερματισμού ή διάλυσης του επίδικου Εμπιστεύματος, ως προωθείται δια της Απαίτησης, η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος θα πρέπει να γίνει προς όφελος του δικαιούχου, ήτοι του Παγκύπριου Γυμνασίου Λευκωσίας, ως ηταν η επιθυμία του κ. Τουφεξή, η οποία προκύπτει από το έγγραφο Εμπιστεύματος. Αφ’ ης στιγμής την οικονομική διαχείριση και την διαχείριση της περιουσίας του Παγκύπριου Γυμνασίου Λευκωσίας την έχει αποκλειστικά η Αιτήτρια, η τελευταία έχει νόμιμα δικαιώματα ή και οικονομικά συμφέροντα επί των περιουσιακών στοιχείων του επίδικου Εμπιστεύματος, τα οποία ενδεχομένως να επηρεαστούν αρνητικά από πιθανή έκδοση απόφασης στην Απαίτηση, χωρίς την προσθήκη ή συμμετοχή της ίδιας στην παρούσα διαδικασία.
Ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Αιτήτρια σχετικά με το επίδικο Εμπίστευμα, ο κ. Μεγάλεμος αναφέρει ότι απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 04/07/2025 προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας / Εναγόμενο 2 (Τεκμήριο 1). Ως προς το ιστορικό της εμπλοκής της Αιτήτριας αναφέρει ότι ο τότε Διευθυντής του Παγκύπριου Γυμνασίου Λευκωσίας, κ. Νέαρχος Νεάρχου, απέστειλε στην Αιτήτρια επιστολή ημερομηνίας 17/02/2000, με συνημμένο αντίγραφο της διαθήκης του αποβιώσαντος κ. Σταύρου Τουφεξή ημερομηνίας 23/12/1999, με την οποία ενημέρωνε ότι από την τελική εκκαθάριση της εν λόγω διαθήκης βρέθηκε ποσό $64,498.93 στο όνομα του Παγκύπριου Γυμνασίου. Στην ίδια επιστολή ενημέρωνε περαιτέρω την Αιτήτρια ότι το πιο πάνω ποσό είχε αποσταλεί με επιταγή στο εν λόγω σχολείο, το οποίο επρόκειτο να την καταθέσει σε ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου με ρητό όρο το μεν 90% των ετήσιων τόκων να αποστέλλονται στο σχολείο για την αντιμετώπιση τρεχουσών αναγκών, το δε 10% των ετήσιων τόκων να κεφαλοποιείται. Επιπροσθέτως στην επιστολή καταγράφετο ότι το ποσό αυτό θα κατατεθεί σε ειδικό Λογαριασμό του Παγκυπρίου Γυμνασίου στην Αιτήτρια και θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το σχολείο για τις μικρές και τρέχουσες ανάγκες του (Τεκμήριο 2).
Ο τότε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας, με επιστολή ημερομηνίας 02/03/2000, κοινοποίησε στον κ. Νεάρχου την απόφαση της Αιτήτριας, ληφθείσα κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 28/02/2000, ότι αποδέχονταν το εν λόγω κληροδότημα να κατατεθεί ως Εμπίστευμα, βάσει εγγράφου το οποίο θα προσυπογράφετο και από την Αιτήτρια υπό τον όρο δε ότι το 80% του ετήσιου εισοδήματος θα κατατίθεται από το Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας στην Αιτήτρια, σε ειδικό λογαριασμό, και θα διατίθετο για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του σχολείου, ενώ το υπόλοιπο 20% θα προστίθετο στο Εμπίστευμα για αύξηση του κεφαλαίου του (Τεκμήριο 3).
Σχετική απάντηση εκ μέρους του Παγκύπριου Γυμνασίου Λευκωσίας εστάλη από τον κ. Νέαρχο Νεάρχου, δια της οποίας ενημέρωνε τον Πρόεδρο και τα Μέλη της Αιτήτριας ότι το εν λόγω Κληροδότημα είχε κατατεθεί σε Εμπίστευμα στην Τράπεζα Κύπρου με ρητό όρο όπως το 80% των ετήσιων τόκων αποστέλλεται στο σχολείο για κάλυψη τρεχουσών αναγκών και το υπόλοιπο 20% να κεφαλοποιείται (Τεκμήριο 5). Σο μεταξύ ο κ. Νεάρχου είχε υπογράψει το επίδικο εμπίστευμα χωρίς να ενημερώσει την Αιτήτρια.
Στη βάση των πιο πάνω ο κ. Μεγάλεμος εισηγείται ότι αν δεν εγκριθούν τα αξιούμενα διατάγματα θα επέλθουν πιθανές επιπτώσεις στα νόμιμα δικαιώματα και οικονομικά συμφέροντα της Αιτήτριας, το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να επιλύσει όλα τα επίδικα ζητήματα, ενώ δεν θα τηρηθούν και οι κανόνες φυσικές δικαιοσύνης, παραβιάζοντας δικαιώματα της Αιτήτριας.
Οι Ενάγουσα δεν ενίσταται στην υπό εξέταση αίτηση. Ούτε οι Εναγόμενοι, πλην των Εναγομένων 3. Στους λόγους ένστασης επαναλαμβάνονται ταυτόσημα λεκτικά. Κοντολογίς όσα εγείρονται ως λόγοι ένστασης είναι τα κάτωθι: Δεν πλήρούνται οι προϋποθέσεις επιτυχίας της αίτησης. Το επίδικο Εμπίστευμα αφορά κληροδότημα και δυνάμει του άρθρου 10 (3) του Ν. 108(Ι)/1997, η Αιτήτρια δεν δύναται να έχει καμία εμπλοκή ή εξουσία. Δικαιούχος του επίδικου εμπιστεύματος είναι και παραμένει μέχρι σήμερα το Παγκύπριο Γυμνάσιο και επίτροπος του Εμπιστεύματος είναι και παραμένει μέχρι σήμερα η Τράπεζα Κύπρου. Ουδέποτε η Αιτήτρια είχε οποιαδήποτε εμπλοκή, παρέμβαση και ούτε δικαιούται να έχει, δεν είναι αναγκαίος διάδικος, ούτε έχει έννομο συμφέρον ή locus standi. Το αντικείμενο του εμπιστεύματος είναι κληροδότημα που έχει δοθεί στο Παγκύπριο Γυμνάσιο μέσω διαθήκης του μακαριστού Σταύρου Τουφεξή και η Αιτήτρια επιδιώκει να παρακάμψει τη βούληση του κληροδότη.
Επιπλέον οι Καθ’ ων η αίτηση 3 εισηγούνται ότι η Κυρίως Απαίτηση της Ενάγουσας δεν μπορεί να έχει καμία πιθανότητα για επιτυχία, ενόψει του ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή εξουσίας να παρέμβει στο επίδικο Εμπίστευμα, ούτε να το διαλύσει, ούτε να το λύσει, ούτε να το ακυρώσει, ούτε να το τροποποιήσει και/ή επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο.
Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν καταχώρησαν την όποια ένορκη δήλωση, αλλά βασίζονται στα γεγονότα τα οποία προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, την Απαίτηση της Ενάγουσας και την Αίτηση Παρέμβασης της Αιτήτριας.
Οι συνήγοροι των μερών καταχώρησαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις στις οποίες θα γίνεται αναφορά όπου κριθεί σκόπιμο.
Νομική βάση της αίτησης είναι το Μέρος 20 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023[1]. Ως έχει νομολογηθεί τα Δικαστήριο πλέον έχουν υποχρέωση όπως κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας λαμβάνουν υπόψη και τον Πρωταρχικό Σκοπό[2]. Τούτη η υποχρέωση των Δικαστηρίων δεν υπήρχε πριν την εφαρμογή των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Συνεπώς φρονώ ότι καθίσταται αναγκαία η αντιπαραβολή των αρχών που καθορίστηκαν στα κυπριακά δικαστήρια με τους παλαιούς θεσμούς, με νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων, το κείμενο των οποίων συνάδει, σχεδόν αυτολεξεί, με τις σχετικές διατάξεις του Μέρους 20.
Όπως και στην κυπριακή νομολογία[3], έτσι και στην αγγλική[4] οικονομικά συμφέροντα, έστω και έμμεσα επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν την προσθήκη διαδίκου. Δεν επενεργεί εναντίον της προσθήκης το γεγονός ότι άλλο μέρος δύναται να εγείρει τα ίδια επιχειρήματα[5]. Εναπόκειται βεβαίως στον έχοντα απαίτηση διάδικο να κρίνει εναντίον ποιου ή ποιων εναγόμενων επιθυμεί να εγείρει την αγωγή[6].
Οι Καθ’ ων η αίτηση επιχειρούν να συνδέσουν, να ταυτίσουν την υπό κρίση αίτηση με την ενδιάμεση απόφαση μου στην Αγωγή 1481/25. Η ουσιώδης διαφορά των 2 όμως είναι ότι στην 1481/25 ο Ενάγων ενίστατο στην αίτηση για προσθήκη Εναγόμενης. Έτσι τέθηκαν σε ισχύ οι αρχές της νομολογίας που επιτάσσει όπως μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, επιτυγχάνει σχετική αίτηση όταν ο Ενάγων ενίσταται[7]. Εν προκειμένω η Ενάγουσα δεν ενίσταται στην προσθήκη της Αιτήτριας ως Εναγόμενης. Συνεπώς τίθενται σε εφαρμογή οι αρχές της νομολογίας που προνοούν ότι παρέχεται πολύ ευρεία εξουσία προσθήκης μερών που δύναται να επηρεαστούν από τη διαδικασία[8].
Το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει ότι όλα τα μέρη, τα δικαιώματα των οποίων δύναται να επηρεαστούν από την απόφαση, θα πρέπει να ακουστούν[9]. Έχουν ερμηνευθεί οι διατάξεις του εν λόγω Θεσμού με τόσο ευρύ τρόπο ώστε να καλύπτουν και περιπτώσεις όπου προστίθενται μέρη που μπορεί να μην έχουν δικαιώματα που να δύνανται να επηρεαστούν, αλλά η παρουσία τους ενώπιον του Δικαστηρίου είναι επιθυμητή ώστε να διασφαλιστεί η απονομή δικαιοσύνης και ο πρωταρχικός σκοπός, υποβοηθώντας το Δικαστήριο να επιλύσει κάθε επίδικο ζήτημα που πιθανόν να εγερθεί[10]. Ακόμα και με τη νομολογία που ίσχυε με τους προηγούμενους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, το κριτήριο ήταν κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα[11].
Δίδεται, περαιτέρω, σημασία στην αγγλική νομολογία στη φράση «επιθυμητό», ως και το λεκτικό του Κανονισμού 22.2 (α), να προστεθεί διάδικος σε αντιπαραβολή με το «αναγκαίο»[12], για να καταδειχθεί η ελαστικότητα με την οποία τα Δικαστήρια οφείλουν να αποδέχονται την προσθήκη διαδίκων.
Οι άνω αρχές θα πρέπει να ιδωθούν και με την ευαισθησία που αντιμετωπίζει η κυπριακή νομολογία το δικαίωμα σε ακρόαση, με το Ανώτατο Δικαστήριο να τονίζει ότι, το δικαίωμα του καθενός να λαμβάνει γνώση για οιαδήποτε δικαστική διαδικασία τον αφορά ή μπορεί να επηρεάσει τα δικαιώματα του και να παραστεί στη διαδικασία και να ακουστεί, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης στην Κύπρο[13]. Η λυδία λίθος της δίκαιης δίκης είναι το δικαίωμα ακρόασης[14].
Στην βάση των ως άνω αρχών κρίνω ότι θα πρέπει να επιτύχει η αίτηση για τους εξής λόγους:
Α. Εκ του Νόμου 108(Ι)/1997, κάθε περιουσία που λαμβάνουν σχολεία όπως αυτό των Καθ’ ων η αίτηση 3 περιέρχεται στην κατοχή και εξουσία της οικείας σχολικής εφορείας, ήτοι της Αιτήτριας. Επομένως η Αιτήτρια έχει οικονομικό συμφέρον από την εξέλιξη και κατάληξη της Απαίτησης.
Β. Κύριο επιχείρημα των Καθ’ ων η αίτηση 3 είναι ότι το άρθρο 10 (3) του εν λόγω νόμου εξαιρεί την Αιτήτρια από όποιο συμφέρον σε κληροδότημα ή άλλη δωρεά. Τούτο όμως είναι ένα νομικό ζήτημα για το οποίο η Αιτήτρια θα πρέπει να εκφέρει τη θέση της στην κυρίως διαδικασία, με όλα τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι στο πλαίσιο της υπό εξέταση αίτησης. Ειδικότερα ανάμεσα στα αιτητικά που η Ενάγουσα προωθεί είναι και η καταβολή του ποσού που κατέχει ως Επίτροπος, σε Εναγομένο ή οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο ήθελε κρίνει το Δικαστήριο πρέπον. Θέτει δηλαδή στην κρίση του Δικαστηρίου το σε ποιον θα παραδοθεί το επίδικο ποσό, αν επιτύχει η αίτηση της, ενώ μάλιστα το Εμπίστευμα θα έχει λυθεί. Το Δικαστήριο δεν καταστρατηγεί το άρθρο 10 (3) του Νόμου 108(Ι)/1997, παρέχοντας άδεια στην Αιτήτρια να προστεθεί ως Εναγόμενη, ως οι Καθ’ ων η αίτηση εισηγούνται, αλλά της δίδει την ευχέρεια να τοποθετηθεί σχετικά, σε σχέση με αυτή τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση 3, θέση που άπτεται ζητήματος που θα αποφασιστεί κατά την κυρίως αίτηση. Καθίσταται λοιπόν επίδικο θέμα το ποιος θα είναι ο αποδέκτης του ποσού, αν πάντα επιτύχει η αίτηση, και θα ήταν λάθος το Δικαστήριο να προβεί σε τελικά ευρήματα σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο[15]. Αναλόγως σε αυτό το στάδιο, δεν κρίνεται ότι η Απαίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία από αυτό το στάδιο, ως οι Καθ’ ων η αίτηση 3 υποστηρίζουν.
Γ. Το ότι η Αιτήτρια έχει ρόλο να διαδραματίσει στη διαδικασία, προκύπτει και από τη συμπεριφορά των ίδιων των Καθ’ ων η αίτηση 3. Ο υπογράφων το Εμπίστευμα, τότε διευθυντής των Καθ’ ων η αίτηση 3, ενημέρωσε την Αιτήτρια για το κληροδότημα και πρότεινε να κατατεθεί το ποσό σε ειδικό λογαριασμό. Η Αιτήτρια απάντησε ότι αποδέχονταν το εν λόγω κληροδότημα να κατατεθεί ως Εμπίστευμα, βάσει εγγράφου το οποίο θα προσυπογράφετο και από την Αιτήτρια υπό τον όρο ότι το 80% του ετήσιου εισοδήματος θα κατατίθεται από το Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας στην Αιτήτρια, σε ειδικό λογαριασμό, και θα διατίθετο για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του σχολείου, ενώ το υπόλοιπο 20% θα προστίθετο στο Εμπίστευμα για αύξηση του κεφαλαίου του, παρά τη διαφορετική ρύθμιση που είχε προτείνει ο κ. Νεάρχου. Τελικά ο τελευταίος υπέγραψε το εμπίστευμα και ενημέρωσε την Αιτήτρια, ότι το εν λόγω Κληροδότημα είχε κατατεθεί σε Εμπίστευμα στην Τράπεζα Κύπρου με ρητό όρο όπως το 80% των ετήσιων τόκων αποστέλλεται στο σχολείο για κάλυψη τρεχουσών αναγκών και το υπόλοιπο 20% να κεφαλοποιείται, ως η Αιτήτρια είχε αποδεχτεί. Εξ’ άλλου οι Καθ’ ων η αίτηση 3 μέσω της διευθύντριας τους ενημέρωσαν την Αιτήτρια για την Απαίτηση. Τα ως άνω παρέμειναν αναντίλεκτα, αφού δεν αμφισβητήθηκαν με μαρτυρία από τους Καθ’ ων η αίτηση 3 και καταρρίπτουν τον ισχυρισμό τους ότι η Αιτήτρια δεν είχε καμία εμπλοκή στο επίδικο Εμπίστευμα. Τουναντίον οι ίδιοι την ενημέρωσαν για το κληροδότημα, ακολούθησαν, έστω εν μέρει, τις οδηγίες της ως προς το επίδικο Εμπίστευμα και τελικώς ενημέρωσαν για την Απαίτηση.
Δ. Επιπλέον η προσθήκη της Αιτήτριας καθίσταται αναγκαία και για την επίλυση όλων των επίδικων ζητημάτων, αφού όπως ο κ. Μεγάλεμος θέτει, το Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας δεν αποτελεί ανεξάρτητη νομική οντότητα, ούτε διαθέτει ιδίαν νομική υπόσταση και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να ενεργεί αυτοτελώς ή να παρίσταται ως διάδικος ενώπιον Δικαστηρίου. Αντιθέτως, είναι σχολείο μέσης εκπαίδευσης, το οποίο υπάγεται στην αρμοδιότητα και δικαιοδοσία της Αιτήτριας. Τούτο είναι ένα ζήτημα το οποίο δύναται να καταστεί επίδικο στο πλαίσιο της Απαίτησης και η Αιτήτρια έχει νομικό συμφέρον να προωθήσει. Επομένως είναι αναγκαία η προσθήκη της Αιτήτριας ως διαδίκου και για να επιλυθούν όλα τα επίδικα ζητήματα της Απαίτησης.
Ε. Τα ζητήματα της διαχείρισης της περιουσίας των Καθ’ ων η αίτηση 3 από την Αιτήτρια, ως εμφαίνονται ως άνω στο στοιχείο (Α) αλλά και της νομικής υπόστασης των τελευταίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και με το ποιος έλκει δικαιώματα από το επίδικο Εμπίστευμα. Με δεδομένο ότι στις ερμηνευτικές διατάξεις του περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμος (ΚΕΦ.193) ως «ιδιοκτησία» ορίζεται και «οποιοδήποτε συμφέρον σε οποιαδήποτε ιδιοκτησία, κινητή ή ακίνητη, και οποιοδήποτε χρέος και αγώγιμο δικαίωμα και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ή συμφέρον, είτε κατεχόμενο είτε όχι», καθίσταται αναγκαία η προσθήκη της Αιτήτριας, ως πρόσωπο που υποστηρίζει, ότι έχει δικαιώματα στην περιουσία του Εμπιστεύματος και μάλιστα δυνάμει Νόμου.
Βάσει των πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η Αιτήτρια προστίθεται ως Εναγόμενη με αριθμό 4 στην Απαίτηση. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάζεται η Ενάγουσα όπως καταχωρήσει τροποποιημένο Έντυπο Απαίτησης και Έκθεση Απαίτησης, στο οποίο να προστίθεται η Αιτήτρια ως Εναγόμενη 4, εντός 14 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος και όπως επιδώσει όλα τα σχετικά έγγραφα στον νέο διάδικο και αντίγραφο του διατάγματος σε κάθε διάδικο στη διαδικασία.
Δεδομένων των επιχειρημάτων των μερών και ειδικά του ότι την όποια περιουσία των Καθ’ ων η αίτηση 2 διαχειρίζεται η Αιτήτρια αλλά και ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 2 δεν διαθέτουν αυθύπαρκτη νομική υπόσταση, δεν επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Αιτήτριας ως επιτυχόντα διαδίκου. Θα ήταν οξύμωρο να επιδικάζονταν υπέρ της έξοδα αφού θα σήμαινε ότι, πάντα στη βάση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, το όποιο ποσό εξόδων θα διαταζόταν να καταβληθεί από ανύπαρκτο νομικά πρόσωπο και θα καλυπτόταν από την ίδια την περιουσία της Αιτήτριας.
(Υπ.)………………………………
Α. Λουκά Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1]Ο Κανονισμός 20.2 προνοεί ότι: Αλλαγή διαδίκων: γενικά
(1) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται όταν διάδικος πρόκειται να προστεθεί ή να υποκατασταθεί ή να αφαιρεθεί, εκτός όταν η υπόθεση εμπίπτει στο πλαίσιο του κανονισμού 20.6 (ειδικές διατάξεις για την αλλαγή διαδίκων μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής).
(2) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη προσώπου ως νέου διαδίκου αν:
(α) η προσθήκη του νέου διαδίκου είναι επιθυμητή, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει όλα τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία· ή
(β) υφίσταται ζήτημα, το οποίο αφορά στον νέο διάδικο και στον υφιστάμενο διάδικο, το οποίο συνδέεται με τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία, και είναι επιθυμητό να προστεθεί ο νέος διάδικος, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει το εν λόγω ζήτημα….
[2] CHRISTOS HADJIPANAYI LIMITED v. ΜΑΡΙΑΣ ΠΕΡΣΙΑΝΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 247/24, 31/10/2025 και XIE SHAODAN v. PETER LAWSON, Πολιτική Έφεση Αρ. E50/2024, 19/12/2025
[3] Korkut Perihan Mustafa ή Eyiam Perihan ν. Aπόστολου Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Xαράλαμπου X Zόππου [2008] 1 ΑΑΔ 905
[4] Davies v DTI [2007] 1WLR 3232 par. 12 and 13, Nottingham City Council v Bottomley [2010] EWCA Civ 756 και The Joint Administrators of LB Holdings Intermediate 2 Ltd v Lehman Brothers Holdings Scottish LP 3 And Another [2018] EWHC 2017 (Ch)
[5] PNPF Trust Co Limited v Taylor [2009] EWHC 1693 (Ch) και The Joint Administrators of LB Holdings Intermediate 2 Ltd v Lehman Brothers Holdings Scottish LP 3 And Another [2018] EWHC 2017 (Ch)
[6] ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. MALAK κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012, 21/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:A297
[7] Pawley v Whitecross Dental Care Ltd and another [2021] EWCA Civ 1827
[8] Davies and others v Department of Trade & Industry and another [2006] EWCA Civ 1360 παρ. 12
[9] Welsh Ministers v Price and another [2017] EWCA Civ 1768 και Re Blenheim Leisure (Restaurants) Ltd [2000] BCC 554
[10] PDVSA Servicious SA v Clyde & Co LLP and another [2020] EWHC 2322 (Ch) και Republic of Uganda v Rift Valley Railways (Uganda) Ltd (in liquidation) [2020] EWHC 3653 (Comm)
[11] Ο.π.π. υποσημ. 3
[12] Lemos v Church Bay Trust Company Ltd and others [2021] EWHC 1173 (Ch)
[13] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ NIKOLAI IVANOVICH KAZAKOV, Πολιτική Έφεση Αρ. 72/2022, 17/7/2023, ECLI:CY:AD:2023:A252
[14] Χριστοφίδης (Αρ.1) [1993] 1 Α.Α.Δ. 613, 617
[15] Aerocandia Aviation Services Ltd v. Γκιόκα και Άλλου, Π.Ε. Ε136/20, ημ. 24.1.22
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο