ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ.
Αρ. Διαιτητικής Απαίτησης: 516/25
Μεταξύ:
Πωλίνα Λοίζου
Ενάγουσας
ΚΑΙ
Μ.ΑΧΙΛΛΕΩΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ
Εναγόμενης
Ημερομηνία: 19/5/2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: κ. Κ. Καλλής με κ. Γ. Γεωργίου
Για Εναγόμενη: κ. Μ. Λοϊζίδης
ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Αξιώσεις Ενάγουσας
Η Ενάγουσα αξιώνει τα ακόλουθα:
«Α. Διάταγμα και/ή δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην και/ή να εμποδίζει την Εναγόμενη και/ή τους διευθυντές και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους εκπροσώπους της από του να προωθούν και/ή να συνεχίζουν την διαιτητική και/ή άλλη εξωδικαστική διαδικασία επίλυσης διαφορών μέσω των κυρίων Κωνσταντίνου Μέσσιου και Κλεάνθη Δημοσθένους ως διαιτητών και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου για το σκοπό εξέτασης και/ή εκδίκασης και/ή επίλυσης ισχυριζόμενης διαφοράς που κατ’ ισχυρισμό προκύπτει από τη συμφωνία ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου 2022 Ε1(Α) Έντυπο Κυρίως Συμβολαίου ΓΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ (ΜΕ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ) ΑΥΞΩΝ ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ 0997 μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης η οποία αφορά την ανέγερση της κατοικίας της Ενάγουσας.
Β. Διάταγμα και/ή δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει του κυρίους Κωνσταντίνο Μέσσιο και Κλεάνθη Δημοσθένους να προωθούν και/ή συνεχίζουν διαιτητική και/ή άλλη εξωδικαστική διαδικασία επίλυσης διαφορών μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου για το σκοπό εξέτασης και/ή εκδίκασης και/ή επίλυσης ισχυριζόμενης διαφοράς που κατ’ ισχυρισμό προκύπτει από τη συμφωνία ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου 2022 Ε1 (Α) Έντυπο Κυρίως Συμβολαίου ΓΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ (ΜΕ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ) ΑΥΞΩΝ ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ 0997 μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης η οποία αφορά την ανέγερση της κατοικίας της Ενάγουσας.»
2. Μαρτυρία Ενάγουσας
Με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση η Ενάγουσα αναφέρει ότι τα μέρη υπέγραψαν συμφωνία με τίτλο Ε1(Α) Έντυπο Κυρίως Συμβολαίου ΓΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ (ΜΕ ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ) ΑΥΞΩΝ ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ 0997 (Τεκμήριο 1). Σκοπός ήταν η ανέγερση της κατοικίας της Αιτήτριας από την Καθ’ ης η αίτηση. Η προσωρινή παράδοση της κατοικίας έλαβε χώρα την 21/3/2025 και η Αιτήτρια μετακόμισε σ’ αυτή την 2/4/2025.
Από τον Ιανουάριο του 2025 είχε διαπιστώσει υγρασίες στο πάτωμα και από την 14/3/2025 υγρασίες στους τοίχους. Την 24/3/2025 διαπιστώθηκε ότι υπήρχε νερό στο φρεάτιο του ανελκυστήρα. Οι αρχιτέκτονες του Έργου την 8/4/2025 σε πρώτη επιστολή (Τεκμήριο 2) προς την Εναγόμενη την ενημέρωναν για τις ζημιές που προκλήθηκαν σε σχέση με την διαρροή του νερού αναφερόμενοι επίσης και σε μεθόδους αποκατάστασης της ζημιάς. Καθώς τα ως άνω προβλήματα εντείνονταν η Ενάγουσα εγκατέλειψε την κατοικία. Ο Αρχιτέκτονας του Έργου με εκ νέου επιστολή του ημερ. 15/4/2025 προς την Εναγόμενη, της έδωσε λεπτομερείς οδηγίες με χρονοδιαγράμματα για τις ενέργειες της προς άμεση αποκατάσταση των ζημιών (Τεκμήριο 3). Την 23/4/2025 η Εναγόμενη δια μέσω των δικηγόρων της απέστειλε επιστολή στους Αρχιτέκτονες με την οποία απέρριπτε τα όσα ανάφεραν και υποστήριζε πως δεν έχει την οποιαδήποτε ευθύνη. Την 29/4/2025 η Εναγόμενη δια των δικηγόρων της απέστειλε δύο επιστολές (Τεκμήρια 5 και 6) στους Αρχιτέκτονες με τις οποίες μεταξύ άλλων του ανάφεραν πως θα παραπέμψουν την εν λόγω διαφορά τους στον Αρχιτέκτονα για έκδοση απόφασης.
Την 2/5/2025 οι δικηγόροι της Ενάγουσας με ηλεκτρονικό τουw μήνυμα (e-mail) προς την Εναγόμενη, τους δικηγόρους της και στον Αρχιτέκτονα έδωσαν σαφείς οδηγίες στον Αρχιτέκτονα πως αν με την πάροδο 7 ημερών από τη λήψη του ηλεκτρονικού μηνύματος η Εναγόμενη συνεχίζει να μην συμμορφώνεται με τις οδηγίες του Αρχιτέκτονα, θα προχωρήσει με την αποκατάσταση των ζημιών στην κατοικία, θα τις επιδιόρθωνε μέσω τρίτων (Τεκμήριο 7). Στην εν λόγω επιστολή αναφερόταν ότι το κόστος επιδιόρθωσης θα έπρεπε να επωμιστεί η Εναγόμενη. Η Εναγόμενη δεν αποκατέστησε τις ζημιές.
Την 14/5/2025 η Εναγόμενη δια μέσω των δικηγόρων της απέστειλε επιστολή στους Αρχιτέκτονες την οποία κοινοποίησαν και στην Αιτήτρια, με την οποία καλούσαν και ειδοποιούσαν τον Αρχιτέκτονα όπως εκδώσει «Απόφαση Αρχιτέκτονα» για 12 συγκεκριμένες ισχυριζόμενες αμφισβητήσεις και διαφορές (Τεκμήριο 8). Κρίνεται χρήσιμο να παρατεθούν αυτούσιες οι κατ’ ισχυρισμό διαφορές για τις οποίες κλήθηκε ο Αρχιτέκτονας να εκδώσει απόφαση ως ακολούθως:
«a. Αρχικά ο Αρχιτέκτονας να δηλώσει ποια από τι δύο (2) επιστολές για το ίδιο ζήτημα ισχύει, 8.5.2025 ή 15.5.2025, και ακολούθως να δηλώσει δυνάμει ποιου άρθρου του Συμβολαίου έχει εκδοθεί η εν λόγω οδηγία.
b. Πότε εντοπίστηκε η εν λόγω βλάβη και/ή ζημία στο ακίνητο και ποια οδηγία δόθηκε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο από τον Αρχιτέκτονα.
c. Επί τη βάσει ποιων οδηγιών και/ ή σχεδίων και/ ή μελετών εκτελέσθηκαν οι εργασίες αυτές.
d. Εάν οι εργασίες εκτελέσθηκαν σύμφωνα με τις οδηγίες και/ή σχέδια και/ή μελέτες τότε ποιο είναι το κόστος επιδιόρθωσης τους και ποιος θα το καταβάλει στον Εργολάβο.
e. Εάν θα ήταν ορθό να διοριστεί ειδικός εμπειρογνώμονας για να διερεύνηση των αιτιών απώλειας και διαρροής, όπως τούτο ζητά ο Εργολάβος και αρνείται η εργοδότης και/ή ο σύμβουλος της κος Γιώργος Ροδίτης.
f. Πως ερμηνεύει ο αρχιτέκτονας την σχετική πρόνοια κάλυψης του ασφαλιστηρίου,
g. Κατά πόσο η εργοδότης έθεσε σε ισχύ νέα ασφαλιστική κάλυψη μετά που παρέλαβε το έργο.
h. Ποιες ακριβώς εργασίες έγιναν στο Έργο από απευθείας εργοδοτούμενους από την εργοδότη, ήτοι τους υπεργολάβους και/ή προμηθευτές και/ή καλλιτέχνες και άλλους,
ί. Ποιες οδηγίες απευθύνθηκαν από την εργοδότην και/ή αντιπροσώπους της και/ή συμβούλους της προς τρίτους για εκτέλεση εργασιών, είτε πριν, είτε μετά την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών,
j. Ποιος είναι ο διαχειριστής του Συμβολαίου; Ο Αρχιτέκτονας ή η Εργοδότης ή ο Σύμβουλος της εργοδότη κ. Ροδίτης;
k. Ποια η θέση του σύμβουλου/μελετητή/επιβλέποντα μηχανολογικών εργασιών του έργου επι του θέματος των αιτιών πρόκλησης, διαρροών, ως ο καθ' ύλην αρμόδιος σύμβουλος/μελετητής για τις μηχανολογικές εργασίες και άρα, συμπεριλαμβανομένων κοιτών δικτύων από σωλήνες νερού;
l. Ο Αρχιτέκτονας να καθορίσει που εντοπίζεται η ζημία, να καθορίσει την έκταση της ζημιά αυτής και από που προκύπτει η ανάγκη εκτέλεσης των εργασιών που σημειώνει στις επιστολές του 8.5.2025 και 15.5.2025.»
Την 2/6/2025 ο Αρχιτέκτονας του Έργου με απαντητική του επιστολή (Τεκμήριο 9) προς τους δικηγόρους της Εναγόμενης ζητούσε διευκρινήσεις και ειδικότερα να διευκρινίσει ποια είναι η διαφορά που επικαλείτο με τη επιστολή Τεκμήριο 8.
Την 10/6/2025 η Εναγόμενη μέσω των δικηγόρων της απέστειλε 2 επιστολές στον Αρχιτέκτονα τις οποίες κοινοποίησαν και στην Ενάγουσα. Με αυτές αφενός ζητούσαν έκδοση απόφασης από τον Αρχιτέκτονα, ως το άρθρο 36 του Συμβολαίου ορίζει και αφετέρου του εφιστούσαν την προσοχή, αφού είχαν αντιληφθεί ότι άλλοι εργολάβοι διεξήγαγαν εργασίες στο έργο. Με απαντητική του επιστολή ημ. 18/6/2025 ο Αρχιτέκτονας ανέφερε ότι είναι η Εναγόμενη που αρνήθηκε να προβεί στην επιδιόρθωση της ζημιάς και απέστειλε «εκ νέου κατάλογο εργασιών (snagging list)». Η Εναγόμενη με ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Ενάγουσα ημ. 21/6/2025 (Τεκμήριο 14), εξέφρασε την επιθυμία, ώστε τα ζητήματα που έθεσαν με το Τεκμήριο 8 παραπεμφθούν σε διαιτησία.
Κύρια θέση της Ενάγουσας είναι ότι πουθενά από τα ως άνω δεν προκύπτει ποια είναι η διαφορά των μερών, ώστε αυτή να δύναται να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Αυτό θα αποτελέσει και το κύριο επίδικο ζήτημα. Την 25/6/2025 οι δικηγόροι της Ενάγουσας απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στους δικηγόρους της Εναγόμενης τους ανέφεραν πως δεν διευκρίνισαν ποια είναι η διαφορά που έχει προκύψει επί του Έργου, πως με την επιστολή τους ημερ. 10/6/2025 οι διευκρινήσεις ήταν και πάλι γενικές και αόριστες και πως κατά την συνάντηση που θα λάμβανε χώρα θα έπρεπε να διευκρινιστεί η απαίτηση και η διαφορά που ισχυρίζονται ότι προέκυψε (Τεκμήριο 16). Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ποτέ δεν διευκρινίστηκε η διαφορά από την Εναγόμενη ούτε σε συνάντηση που έλαβε χώρα.
Την 2/10/2025 οι δικηγόροι της Εναγόμενης με επιστολή τους στην Ενάγουσα και τους δικηγόρους της, τους καλούσαν να τοποθετηθούν κατά πόσο θα προχωρούσαν σε διορισμό από κοινού Διαιτητή αλλιώς σε διαφορετική περίπτωση θα προχωρούσαν σε διορισμό δικού τους Διαιτητή (Τεκμήριο 20). Τελικώς την 10/10/2025 με επιστολή των δικηγόρων της Εναγόμενης, τους πληροφόρησαν ότι προχώρησαν στο διορισμό του κ, Κωνσταντίνου Μέσσιου ως Διαιτητή (Τεκμήριο 21). Επειδή στη επιστολή αυτή τέθηκε προθεσμία 7 ημερών για διορισμό Διαιτητή από την Ενάγουσα, αλλιώς θα προχωρούσαν ως οι πρόνοιες του Νόμου και μετά από συμβουλή του δικηγόρου της την 16/10/2025 με ηλεκτρονικό μήνυμα ο δικηγόρος της Ενάγουσας πληροφόρησε την Εναγόμενη ότι παρά το γεγονός ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε διαφορά, διορίζει εκ μέρους της Ενάγουσας τον κ. Κλεάνθη Δημοσθένους ως Διαιτητή (Τεκμήριο 22).
Επισημαίνει η Αιτήτρια ότι με το εναρκτήριο έγγραφο της Διαιτησίας ημερ. 27/10/2025 οι διαιτητές αποφασίζουν ότι η διαιτησία είναι «νομότυπη» και στο επισυνημμένο σ’ αυτό Συμφωνητικό Έγγραφο Διαιτησίας την καλούσαν να υπογράψει και να παρουσιαστεί στις 17/11/2025. Στο Παράρτημα 5 του συμφωνητικού υπό τον τίτλο «Παράρτημα «XX» «Σύντομη περιγραφή των επιδίκων Θεμάτων τα οποία παραπέμπονται σε Διαιτησία:» δεν έχει καταγραφεί τίποτα και η κόλλα είναι λευκή (Τεκμήριο 23).
Τέλος η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι το κατά πόσο έχουν ενεργοποιηθεί οι πρόνοιες της συμφωνίας για παραπομπή της οποιοσδήποτε διαφοράς σε διαιτησία δεν αποτελεί θέμα που μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια μιας διαιτησίας εφόσον για να αποφασιστεί κάτι τέτοιο ενώπιον διαιτητή θα πρέπει πρώτα να συμφωνηθεί ότι το θέμα εμπίπτει στην δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του, κάτι που αμφισβητείται. Η οποιαδήποτε εμπλοκή της στη διαδικασία διαιτησίας, στο παρόν στάδιο, δημιουργεί σοβαρό ενδεχόμενο να λειτουργήσει ως κώλυμα εναντίον της για να αμφισβητήσει είτε τη δικαιοδοσία του διαιτητή είτε αυτήν καθ’ αυτήν την εγκυρότητα της διαιτησίας.
3. Ένσταση Εναγόμενης
Η Εναγόμενη εγείρει μια σειρά λόγων ένστασης, οι οποίοι συγκεφαλαιώνονται ως εξής: Εγείρουν κακοπιστία και παρανομία στην καταχώρηση της αίτησης, προσπάθεια κατάργησης της εθελούσιας φύσης της διαιτησίας, προσπάθεια κατάργησης του συνυποσχετικού από την Ενάγουσα, απόκρυψη γεγονότων, έλλειψη νομιμοποίησης της Ενάγουσας και ότι σε κάθε περίπτωση η όποια απόφαση των διαιτητών δύναται να προσβληθεί.
4. Μαρτυρία Εναγόμενης
Με την ένορκη του δήλωση ο κ. Μιχάλης Αχιλλέως εκ μέρους της Εναγόμενης, προβαίνει στη δική του ερμηνεία και ανάλυση των Τεκμηρίων που καταχώρησε η Ενάγουσα. Προβαίνει επιπλέον στην καταγραφή όρων του συμβολαίου τους οποίους επίσης αναλύει, όπως το άρθρο 36 (1) το οποίο προβλέπει την έκδοση απόφασης από τον Αρχιτέκτονα σε σχέση με διαφορές που προκύπτουν μεταξύ Εργοδότη και Εργολάβου και τη δυνατότητα παραπομπής σε διαιτησία αν ο Αρχιτέκτονας δεν απαντήσει (36(4)). Τα ως άνω δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν ή σχολιαστούν, αφού δεν αποτελούν μαρτυρία, αλλά επιχειρήματα και θέσεις της Εναγόμενης.
Ό,τι, ως πραγματικό υπόβαθρο, προστίθεται από τον κ. Αχιλλέως είναι ότι την 18/3/2025, πραγματοποιήθηκε επιθεώρηση των εργασιών από τον Αρχιτέκτονα, όπου κρίθηκε ικανοποιητική η κατάσταση της κατοικίας της Ενάγουσας. Κατόπιν λοιπόν, της επιθεώρησης, την 19/3/2025 εκδόθηκε από τον Αρχιτέκτονα, Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης των εργασιών (Τεκμήριο 2). Σε αυτό καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι η κατάσταση της κατοικίας είναι ικανοποιητική βάσει της επιθεώρησης, ημερομηνίας 18/3/2025 και βεβαιώνεται η Έμπρακτη Συμπλήρωση των Εργασιών. Εντός της περιόδου μέχρι 21/3/2026, η επιδιόρθωση τυχόν ελαττωμάτων που ενδέχεται να εμφανιστούν θα τύγχαναν επιδιόρθωσης από τον Εργολάβο σύμφωνα με τους όρους του Συμβολαίου. Επισυνάπτεται snagging list με τις διορθωτικές εργασίες, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται το όποιο ζήτημα υγρασιών. Το εν λόγω πιστοποιητικό είχε αποσταλεί δις στην Ενάγουσα.
Επιπλέον κατέθεσε το ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Μέσσιου, ημερομηνίας 16/10/2025, όπου σημείωνε ότι θα ακολουθήσει σχέδιο συμφωνίας διαιτησίας καθώς και πρόσκληση για πρώτη συνάντηση με σκοπό να καθοριστεί η διαδικασία που θα ακολουθηθεί, να γίνει διορισμός επιδιαιτητή αν θα προκύψει και οποιαδήποτε άλλα θέματα ήθελαν τα μέρη να εγείρουν (Τεκμήριο 5).
Υποστηρίζει ο κ. Αχιλλέως ότι οι θέσεις της Ενάγουσας αντιφάσκουν, αφού αφενός ισχυρίζεται ότι η διαφορά που έχει παραπεμφθεί από την Εναγόμενη δεν εμπίπτει στην έννοια του Συνυποσχετικού Διαιτησίας και αφετέρου ότι η ίδια δεν αντιλαμβάνεται ποια είναι αυτή η διαφορά. Θέση της Εναγόμενης είναι ότι όχι μόνο οι διαφορές ως έχουν παραπεμφθεί σε διαιτησία, εμπίπτουν στην έννοια των προνοιών του Συνυποσχετικού Διαιτησίας αλλά ουδεμία άγνοια έχει η Ενάγουσα. Σε κάθε περίπτωση ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι το Δικαστήριο δύναται να καθορίσει τη διαφορά των μερών.
Αξίζει να αναφερθεί ότι προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε υπέρ της Ενάγουσας και με το οποίο αναστελλόταν η διαδικασία διαιτησίας ακυρώθηκε, κυρίως, λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, με ενδιάμεση απόφαση την 16/2/2026.
5. Οι όροι του Συμβολαίου/ Συνυποσχετικό Διαιτησίας
Αμφότερα τα μέρη παραπέμπουν στο άρθρο 36(1) το οποίο αποτελεί το συνυποσχετικό μεταξύ των μερών και προβλέπει τα ακόλουθα:
«Άρθρο 36: Επίλυση διαφορών
(1) Εις περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του Εργοδότη ή του Αρχιτέκτονα εκ μέρους του αφενός και του Εργολάβου αφ' ετέρου (εξαιρουμένης οποιοσδήποτε αμφισβήτησης ή διαφοράς βάσει του Αρθρου 14Α των παρόντων Όρων) είτε κατά την διάρκεια της εκτέλεσης είτε μετά την συμπλήρωση ή την εγκατάλειψη των Εργασιών και είτε πριν είτε μετά την λύση ή την ισχυριζόμενη λύση της εργοδότησης του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου, εις ότι αφορά
(α) την δομή του παρόντος Συμβολαίου, ή
(β) οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα οποιασδήποτε φύσης το οποίο αναφύεται με βάση ή σχέση με το παρόν Συμβολαίου και/ή σε σχέση με την εκτέλεση των Εργασιών συμπεριλαμβανομένων οποιουδήποτε θέματος ή πράγματος το οποίο επαφίεται βάσει του παρόντος Συμβολαίου εις την κρίση του Αρχιτέκτονα ή της κατακράτησης από τον Αρχιτέκτονα οποιοσδήποτε Πιστοποιητικού το οποίο ο Εργολάβος δύναται να ισχυρισθεί ότι το δικαιούται ή της ρύθμισης του Ποσού Συμβολαίου βάσει του Αρθρου 31(6)(γ) των παρόντων Όρων ή των δικαιωμάτων και των ευθυνών των μερών εις το παρόν Συμβόλαιον βάσει των Άρθρων 26, 27,33 ή 34 των παρόντων Όρων ή της παράλογης είτε προβολής ένστασης είτε άρνησης παροχής συγκατάθεσης ή συμφωνίας από τον Εργοδότη ή τον Αρχιτέκτονα εκ μέρους του ή από τον Εργολάβο,
τότε το θέμα τέτοιας αμφισβήτησης ή διαφοράς θα υποβάλλεται εγγράφως από οποιοδήποτε μέρος ή και από τα δύο μέρη, ανάλογα με την περίπτωση, εις τον Αρχιτέκτονα (με ρητή αναφορά εις το ότι η υποβολή αυτή γίνεται συμφώνως προς τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου του παρόντος Αρθρου και, ανάλογα με την περίπτωση, με αντίγραφο προς το άλλο μέρος) προς επίλυση και έκδοση από τον ίδιο γραπτής σχετικής απόφασης (εις το εξής καλούμενη «η Απόφαση του Αρχιτέκτονα»).»
Σχετικές είναι και επόμενες παράγραφοι του άρθρου 36, όπου τα μέρη έχουν συμφωνήσει όπως συνεχίζεται το έργο όταν παραπεμφθεί διαφορά προς απόφαση από Αρχιτέκτονα (36.2). Σε περίπτωση που ο Αρχιτέκτονας για οποιοδήποτε λόγο παραλείψει να συμπληρώσει και να κοινοποιήσει την απόφαση του προς τα μέρη εντός 28 ημερών, το ενδιαφερόμενο μέρος δικαιούται με ειδοποίηση προς το άλλο μέρος να αξιώσει την άμεση παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς σε διαιτησία (36.4).
6. Τα επίδικα ζητήματα
Τα μέρη καταχώρησαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προς επίρρωση των θέσεων τους, στις οποίες θα γίνεται αναφορά όπου κριθεί σκόπιμο. Προς σκιαγράφηση των επιδίκων οι θέσεις των μερών αυτές έχουν ως εξής. Η Ενάγουσα αιτιάται ότι ενώ δεν έχει ξεκαθαριστεί, διευκρινιστεί συγκεκριμένη διαφορά της με την Εναγόμενη, την οποία να δύναται να αποφασίσει ο Αρχιτέκτονας και στη συνέχεια διαιτητές, δεν συνάδει με τους όρους της σύμβασης των μερών η παραπομπή σε διαιτησία. Προς τούτο επιζητεί την απαγόρευση διεξαγωγής της διαιτησίας. Στον αντίποδα η Εναγόμενη αφενός εισηγείται ότι υφίσταται διαφορά και η Ενάγουσα την γνωρίζει και αφετέρου ότι η διαφορά των μερών δύναται να καθοριστεί και από τους διαιτητές.
Τα γεγονότα, όπως παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις, δεν αμφισβητούνται. Η ερμηνεία των επιστολών, του συμβολαίου και της συμπεριφοράς των μερών εκλαμβάνεται και παρουσιάζεται διαφορετικά από τα μέρη, αλλά αυτή κάθε αυτή η αποστολή των επιστολών, οι όροι του συμβολαίου και τα διαβήματα που κάθε μέρος έλαβε, παραμένουν αδιαμφισβήτητα και καταδεικνύονται παραπάνω, στην έκθεση των όσων περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις.
7. Νομικές Αρχές
Στην κυπριακή νομολογία ορίζεται ότι για να υπάρχει "διαφορά" αυτή πρέπει να αφορά είτε στα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την ευθύνη, ή την υποχρέωση, είτε στις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων[1]. Η ρήτρα διαιτησίας, εκφράζοντας τη συμφωνία των μερών, έχει μόνο τέτοια και τόση έκταση όση της δίδουν οι όροι της και όχι άλλη ή περισσότερη[2]. Η ύπαρξη διαφοράς προϋποθέτει κάποιο βαθμό επικοινωνίας μεταξύ των μερών. Πρέπει δηλαδή να τεθεί το θέμα στο άλλο μέρος και να συναντήσει την αντίρρηση του, έστω και εμμέσως. Η άρνηση από μόνη της όμως, χωρίς να παρέχεται δικαιολογία, δεν μπορεί να θεωρηθεί τελειωτικά ότι ισοδυναμεί με την ύπαρξη διαφοράς γιατί μπορεί να οφείλεται σε κάποιο άλλο λόγο, ο οποίος δεν συνιστά διαφορά[3].
Οι ως άνω νομολογιακές αρχές, όμως, αφορούσαν αιτήσεις για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή σε διαιτησία. Σε ανάλογες αιτήσεις για παύση της διαδικασίας διαιτησίας, στην αγγλική νομολογία εφαρμόζονται κατ’ αναλογία όσα προβλέπονται σε υποθέσεις αναστολής διαιτητικής διαδικασίας στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα στην Elektrim SA v Vivendi Universal SA and others [2007] EWHC 571 (Comm) αποφασίστηκαν τα ακόλουθα:
«Although the present case involves a claim for a final injunction to restrain an arbitration, I think it is useful at this stage to consider, by analogy, the basis on which the court grants an injunction (often interim) to restrain proceedings in a foreign court. An injunction can be granted on one of two bases. First, if the proceedings are an infringement of a legal or equitable right of a party; secondly, where those proceedings are vexatious, oppressive or unconscionable.
Ανάλογα διατάγματα, για αναστολή διαδικασίας διαιτησίας, εκδόθηκαν στην Αγγλία σε περιπτώσεις όπως δεν υπήρχε συνυποσχετικό[4], τα μέρη είχαν συμφωνήσει να μην παραπεμφθεί διαφορά τους σε διαιτησία[5] και όταν επιχειρήθηκε να αποφασιστούν ζητήματα που είχαν ήδη εκδικαστεί[6]. Σε περιπτώσεις όπου χωρίς ένσταση στη δικαιοδοσία των διαιτητών, τα μέρη λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία της διαιτησίας, δεν εκδίδεται διάταγμα αναστολής ή παύσης της διαιτησίας[7]. Τέτοια διατάγματα εκδίδονται με ιδιαίτερη φειδώ[8].
Μεταξύ των ζητημάτων που δύναται να αποφασίσει το Δικαστήριο στη βάση του Μέρους 44.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας είναι το κατά πόσο κατά πόσον έχει συγκροτηθεί νόμιμα διαιτητικό δικαστήριο. Συνεπώς κρίνεται ότι η αίτηση στηρίζεται σε νομική βάση που δικαιοδοτεί το Δικαστήριο να αποφασίσει το επίδικο ζήτημα.
Εδώ αμφισβητούμενο είναι αν υφίσταται διαφορά για να την αποφασίσουν οι διαιτητές. Σε αυτό το ζήτημα η αγγλική νομολογία έχει εξελιχθεί και έχει καθορίσει συγκεκριμένα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη, ώστε να αποφασιστεί αν υφίσταται διαφορά. Θα πρέπει στη λέξη διαφορά «dispute» να δίδεται η συνήθης ερμηνεία της, χωρίς νομικίστικη ανάλυση της[9]. Το γεγονός ότι ένα μέρος ειδοποιεί το άλλο για μια απαίτηση, δεν δύναται από μόνο του να γεννήσει διαφορά, η ολιγωρία στην απάντηση τέτοιας απαίτησης δύναται όμως να αποτελέσει το έναυσμα της διαφοράς. Αν όμως η απαίτηση είναι νεφελώδης και απροσδιόριστη ούτε η σιωπή ούτε η απόρριψη της δίδουν έρεισμα για να υπάρξει διαφορά[10]. Η προσέγγιση όμως που το Δικαστήριο πρέπει να διατηρεί είναι συμπεριληπτική στο τι αποτελεί διαφορά[11], η σχετική απόφαση θα λαμβάνεται με ευρείς όρους[12]. Το Δικαστήριο ανατρέχει στο ουσιώδες της απαίτησης, για να αποφασίσει[13]. Οι συζητήσεις μεταξύ των μερών είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη στην διάγνωση αν υφίσταται ή όχι διαφορά[14]. Σημαντικό κατά την άποψη μου είναι το κάτωθι απόσπασμα της CC Construction Ltd v Mincione [2021] EWHC 2502 (TCC) παρ. 110:
«In my judgment this requires me to look to the reality of the parties' positions and to consider whether in truth there was a dispute or difference about the relevant matter before the adjudication. That requires consideration of the substance of the parties' positions and is not to be constrained by an artificial or unduly narrow reading. »
Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω αρχές προκύπτει ότι στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται διαφορά μεταξύ των μερών. Ειδικότερα, το άρθρο 36 της συμφωνίας των μερών προβλέπει ότι πριν παραπεμφθεί διαφορά σε διαιτησία, το θέμα υποβάλλεται στον Αρχιτέκτονα για απόφαση. Η Εναγόμενη υπέβαλε μια σειρά θεμάτων, τα οποία προέκυψαν από τις μεταξύ των μερών συζητήσεις, για απόφαση με την επιστολή της ημ. 14/5/2025 (Τεκμήριο 8 Ενάγουσας), καταγράφοντας 12 συγκεκριμένες ισχυριζόμενες αμφισβητήσεις και διαφορές. Πριν την εν λόγω επιστολή υπήρξαν συζητήσεις των μερών σχετικά με διαρροές που κατά τον Αρχιτέκτονα υπήρχαν στο έργο. Ο ίδιος ο Αρχιτέκτονας κάλεσε την Εναγόμενη να τις διορθώσει, δίδοντας μάλιστα λεπτομερείς οδηγίες με χρονοδιαγράμματα για τις ενέργειες της προς άμεση αποκατάσταση των ζημιών (Τεκμήριο 3 στην ε/δ της Ενάγουσας). Η Εναγόμενη απέρριψε τους ισχυρισμούς του Αρχιτέκτονα και από τότε ανέφερε ότι θα παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία (Τεκμήρια 5 και 6 στην ε/δ της Ενάγουσας), μη αποδεχόμενη ευθύνη.
Στο Τεκμήριο 8 πράγματι αναφέρονται μια σειρά ζητημάτων τα οποία ο Αρχιτέκτονας καλείται να απαντήσει, κάποια από τα οποία μπορούν να ιδωθούν και ως διευκρινιστικά. Αυτά όμως τα ζητήματα απολήγουν στην ουσία της διαφοράς των μερών όπως εκτίθεται στο τελευταία σημείο της επιστολής Τεκμήριο 8, ήτοι ο εντοπισμός και καθορισμός των ζημιών, η έκταση τους και από που προκύπτει η ανάγκη εκτέλεσης των εργασιών από την Εναγόμενη. Όπως, δε, προκύπτει και από τη μαρτυρία η διαφορά επενεργεί στη συμβατική σχέση των μερών αφού ο επίδικος χρόνος ήταν εντός της Περιόδου Ευθύνης, και στη συνέχεια θα έπρεπε να εκδοθεί Τελικό Πιστοποιητικό, με το οποίο θα καταδεικνυόταν ποια ποσά δικαιούται να λάβει η Εναγόμενη από την Ενάγουσα. Η Εναγόμενη δεν αποδέχεται ευθύνη ως προς τις διαρροές και την υγρασία, όπως ο Αρχιτέκτονας της ανέθεσε να τα επιδιορθώσει, ενώ αυτές οι ζημιές δεν καταγράφονται στη λίστα με τις εργασίες που όφειλε η Εναγόμενη να διεξάγει κατά την Περίοδο Ευθύνης. Μέσω του Τεκμηρίου 8 στην ε/δ της Ενάγουσας και τη μαρτυρία λοιπόν, προκύπτει να υφίσταται διαφορά, η οποία είναι καθοριστική για την συμβατική σχέση των μερών, όπως αυτή προκύπτει από τη μεταξύ τους συμφωνία.
Επιπλέον η Ενάγουσα προχώρησε και η ίδια στο διορισμό διαιτητή (Τεκμήριο 22 στην ε/δ της). Μπορεί να εξέφρασε τη θέση της ότι δεν υπάρχει διαφορά και ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματα της, αλλά αναφέρεται επίσης ότι θα θέσει το θέμα ενώπιον των διαιτητών. Με αυτό τον τρόπο Η Ενάγουσα, αποδέχεται την έναρξη της διαδικασίας διαιτησίας και συμμετέχει ενεργά σε αυτή. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω όταν μέρος λαμβάνει μέρος σε διαιτησία και στη συνέχεια εξαιτείται διάταγμα για να ανασταλεί η περαιτέρω διαδικασία, τέτοιο διάταγμα δεν δύναται να εγκριθεί[15]. Αναλόγως και εν προκειμένω η συμμετοχή της Ενάγουσας στη διαδικασία διορισμού διαιτητή καθίσταται μοιραία για την υπό εξέταση αίτηση.
Σε κάθε περίπτωση, η Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει κακοβουλία, κατάχρηση ή την παραβίαση του όποιου δικαιώματος της. Ούτε έχει καταδείξει τέτοιες, ιδιαίτερες και εξαιρετικές περιστάσεις που να επιτρέπουν έκδοση των εξαιτούμενων διαταγμάτων. Μια σειρά ζητημάτων έχουν παραπεμφθεί σε διαιτησία, αυτή έχει διορίσει διαιτητή και η όποια απόφαση εκδοθεί δύναται να προσβληθεί από την ίδια, ενώ για να είναι η δυνατή η εκτέλεση της θα πρέπει να δοθεί άδεια από το Δικαστήριο[16].
Η Εναγόμενη εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δύναται να καθορίσει τη διαφορά ως ο Κανονισμός 44.2 (1) (β) (iii) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Φρονώ ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να λάβει χώρα στην υπό κρίση αίτηση καθώς, δεν υφίσταται σχετικό αιτητικό, δεν υπάρχει πρόνοια που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να καθορίσει τη διαφορά αυτεπαγγέλτως και χωρίς να το αιτηθεί διάδικος.
Στη βάση των ως άνω η Απαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας. Το ποσό καθορίζεται στα €500 πλέον ΦΠΑ ως ο συνοπτικός υπολογισμός στον οποίο προέβη το Δικαστήριο (Βλ. Θεσμό 39.4 (1) (α) και 39.7). Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι οι διάδικοι δεν καταχώρησαν σχετικό κατάλογο ως ήταν καθήκον τους και ο Θεσμός 39.9 ορίζει.
(Υπ.)………………………………
Α. Λουκά Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Oteram Limited v Χριστοδουλίδη [2002] 1 ΑΑΔ 1081
[2] STEAMER SHIPPING CO LTD ν. SIBYL TRADING SHIPPING LTD κ.α., Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Αρ. 128/97, 13 Ιουλίου 1999
[3] Ν. Α. CHANCE LIMITED ν. ΕLECTROMONTAJ S.A., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 229/2012, 20/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A180, ECLI:CY:AD:2018:A180
[4] Claxton Engineering Services Ltd v TXM Olaj-és Gázkutató Kft [2011] EWHC 345 (Comm), [2011] 2 All ER (Comm) 128, [2011] 1 Lloyd’s Rep 510.
[5] Huyton SA v Peter Cremer GmbH & Co [1999] 1 Lloyd’s Rep 620
[6] Nomihold Securities Inc v Mobile Telesystems Finance SA [2012] EWHC 130 (Comm), [2012] 1 Lloyd’s Rep 442, [2012] Bus LR 1289
[7] A v B and others [2006] EWHC 2006 (Comm), παρ. 121-122
[8] J Jarvis & Sons Ltd v Blue Circle Dartford Estates Ltd [2007] EWHC 1262 (TCC) παρ. 40 (iii)
[9] Cantillon Ltd v Urvasco Ltd [2008] EWHC 282 (TCC) παρ. 55 (a)
[10] AMEC Civil Engineering Ltd v Secretary of State for Transport [2004] EWHC 2339 (TCC) παρ. 68, όπως επικυρώθηκε στην πιο κάτω απόφαση.
[11] AMEC Civil Engineering Ltd v Secretary of State for Transport [2005] EWCA Civ 291 παρ. 31
[12] Ο.π.π. υποσημ. 9 παρ. 55 (b)
[13] BDW Trading Ltd v Ardmore Construction Ltd [2024] EWHC 3235 (TCC) παρ. 31 (b)
[14] Ο.π.π. υποσημ. 10 παρ. 68.4 και
[15]Ο.π.π. υποσημ. 7 και Russel on Arbitration 24th Edition par. 7-065
[16] Άρθρα 20 και 21 του Κεφαλαίου 4
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο