ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 1398/24
Μεταξύ:
Ηρούλλας Χρίστου
Ενάγουσας
και
Χαράλαμπου Χρίστου
Εναγόμενου
Εκδίκαση του ζητήματος της δικαιοδοσίας
Ημερομηνία: 23/7/2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: κα. Ε. Καρτελιά
Για Εναγόμενο: κα. Χ. Κανέλλα
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Την 29/5/2026 και αφού οι συζητήσεις των μερών για εξώδικη διευθέτηση ναυάγησαν το Δικαστήριο αποφάσισε όπως προδικαστεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας, δυνάμει των εξουσιών που του παρέχει ο Κανονισμός 3.1 (2) (θ). Συγκεκριμένα αν και δεν δικογραφείται τέτοιο ζήτημα κατά τη συνεδρία διαχείρισης ημ. 23/5/2025, τέθηκε το ζήτημα αυτό, συζητήθηκε με τους δικηγόρους των μερών και για αυτό το λόγο, αλλά και γιατί αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως, κρίθηκε ότι θα πρέπει να αποφασιστεί από αυτό το αρχικό στάδιο.
Είναι παραδεκτό ότι τα μέρη είναι εν διαστάσει σύζυγοι από το 2020. Την 30/6/2020 συνήψαν γραπτή συμφωνία με την οποία η ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου Ενάγουσα, παρέχει άδεια χρήσης στον Εναγόμενο, με την οποία δικαιούται να χρησιμοποιεί τον ενιαίο χώρο του ισογείου, με αντάλλαγμα να πληρώνει τη δόση συγκεκριμένου δανείου.
Με την Απαίτηση της η Ενάγουσα αξιώνει διατάγματα ως εξής:
« A. Προστακτικό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή εντολοδόχων και/ή των κατόχων του ακινήτου και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή κατόπιν οδηγιών του, όπως εντός 10 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος άρει την παράνομη επέμβαση, ήτοι να κατεδαφίσει οποιαδήποτε παράνομη κατασκευή και/ή οικοδομή που έχει κατασκευάσει και/ή κτίσει στον χώρο στάθμευσης του κτιριακού συμπλέγματος ….., που είχε ως αποτέλεσμα την μετατροπή του χώρου στάθμευσης σε περίκλειστο δωμάτιο, δηλαδή να επαναφέρει τον στεγασμένο χώρο στάθμευσης στην προτέρα κατάσταση.
Β. Προστακτικό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή εντολοδόχων και/ή των κατόχων του ακινήτου και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή κατόπιν οδηγιών του όπως εντός 10 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος άρει την παράνομη επέμβαση, ήτοι να κατεδαφίσει οποιαδήποτε παράνομη κατασκευή και/ή οικοδομή, δηλαδή το μη αδειούχο λυόμενο υποστατικό, που έχει κατασκευάσει και/ή κτίσει στην πίσω αυλή του κτιριακού συμπλέγματος ….
Г. Απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή εντολοδόχων και/ή των κατόχων του ακινήτου και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή κατόπιν οδηγιών του από το να επεμβαίνει παράνομα στο κτιριακό σύμπλεγμα … με το να ανεγείρει παράνομα προεκτάσεις και/ή προσαρτήσεις στα υφιστάμενα αδειούχα υποστατικά και/ή με το να ανεγείρει νέα μη αδειούχα υποστατικά.
Δ. Γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση που υπέστη και/ή υπόκειται το ακίνητο της Ενάγουσας εξαιτίας της συμπεριφοράς και/ή ενεργειών του Εναγόμενου.»
Περαιτέρω η Ενάγουσα δικογραφεί ότι η άδεια χρήσης που παραχώρησε στον Εναγόμενο δεν περιλάμβανε και δεν επεκτεινόταν στον στεγασμένο χώρο στάθμευσης που βρισκόταν δίπλα από τα καταστήματα του ισογείου ούτε στην πίσω αυλή. Ο Εναγόμενος επενέβη παράνομα σε αυτούς τους χώρους. Ανέγειρε κτίσματα για τα οποία δεν εξασφαλίστηκε άδεια και παρεμποδίζει την 2η έξοδο της ανώγειας οικίας. Τα όποια κτίσματα ανεγέρθηκαν χωρίς η ίδια η Ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια να δώσει άδεια, αλλά και χωρίς να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής. Αποτέλεσμα των ενεργειών του Εναγόμενου είναι η Ενάγουσα να μένει εκτεθειμένη προς τις αρμόδιες Αρχές ως η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, παρόλο που ουδέποτε έδωσε άδεια στον Εναγόμενο να προβεί στις πιο πάνω ενέργειες.
Ο Εναγόμενος μέσω της Υπεράσπισης του εγείρει σωρεία προδικαστικών ενστάσεων. Πέραν αυτών αναφέρεται λεπτομερώς στο ιστορικό της σχέσης των μερών και του χειρισμού του ακινήτου από αυτούς. Ειδικότερα εξηγεί ότι o ίδιος ανήγειρε με δικές του αποκλειστικές δαπάνες, το αποτελούμενο από την ανώγεια κατοικία, η οποία αποτελεί την οικογενειακή στέγη των διαδίκων και το ισόγειο του οικοδομήματος προς διαμόρφωση και χρήση ως κατάστημα για τις ανάγκες εξάσκησης της εργασίας του, που ευρίσκεται επί του επίδικου ακινήτου. Καταβάλλει μηνιαίες δόσεις του δανείου για την ανέγερση του επίδικου ακινήτου, προβαίνει στην καταβολή των λογαριασμών κοινής ωφελείας του αλλά και όλων των εξόδων, δαπανών και τελών που αφορούν το επίδικο ακίνητο.
Με τη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 30/6/2020 η Ενάγουσα του παραχωρούσε και γραπτώς εφ' όρου ζωής την άδεια χρήσης και κατοχής του καταστήματος επί του ισόγειου του επίδικου ακινήτου, για το οποίο συμφώνησαν περαιτέρω όπως ο Εναγόμενος καταβάλλει το ήμισυ της δόσης στεγαστικού δανείου. Υποστηρίζει έτσι ο Εναγόμενος ότι έχει δημιουργηθεί συμβατική σχέση από την οποία απορρέει το δικαίωμα χρήσης και κατοχής του ισόγειου του καταστήματος. Κάποια από τα κτίσματα στα οποία αναφέρεται η Ενάγουσα, δε, έγιναν πολύ πριν τη σύναψη της σύμβασης και τα χρησιμοποιούσε και η ίδια.
Ο Εναγόμενος ανταπαιτέι διατάγματα με τα οποία να αναγνωρίζεται το δικαίωμα χρήσης του επί του επίδικου ακινήτου όπως προκύπτει από τη σύμβαση των μερών και να διασφαλίζεται η χρήση αυτή, αποζημιώσεις λόγω εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης, αλλά και αδικαιολόγητου πλουτισμού της Ενάγουσας.
Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα, πέραν της άρνησης των ισχυρισμών του Εναγόμενου και των λοιπών ισχυρισμών της εξηγεί ότι το οικόπεδο επί του επίδικου ακινήτου της δωρίστηκε από τη μητέρα της, όπως και ένα ποσό για την ανέγερση οικοδομής. Το στεγαστικό δάνειο για το επίδικο ακίνητο αποπληρώθηκε το 1999 και η συμφωνία ήταν όπως ο Εναγόμενος αποπληρώνει τα στεγαστικά δάνεια των τέκνων τους, για τα οποία υποθηκεύτηκε το επίδικο ακίνητο.
Οι ευπαίδευτες συνήγοροι των μερών καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις, η μεν εκ μέρους της Ενάγουσας υποστηρίζοντας ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της διαφοράς των μερών και η δε εκ μέρους του Εναγόμενου το αντίθετο. Αναφορά στις αγορεύσεις των μερών θα γίνεται όπου κριθεί σκόπιμο.
Αξίζει αρχικά να αναφερθώ στα ζητήματα δικαιοδοσίας, όπως θεσμοθετήθηκαν πρόσφατα με τους Κανονισμούς Πολιτική Δικονομίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν σημειώθηκε επί του σημειώματος εμφάνισης η επιλογή που υποδηλώνει την πρόθεση αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας από τον Εναγόμενο (Κανονισμός 12.2 των ΚΔΠ) και δεν καταχωρήθηκε αίτηση σε 14 μέρες από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης (Κανονισμός 12.3). Πλην όμως ο Κανονισμός 12.5 των ΚΔΠ ορίζει ότι «η αποδοχή από διάδικο δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου.»
Η εν λόγω πρόνοια είναι κυπριακής προέλευσης και δεν συναντάται στους ανάλογους αγγλικούς Κανονισμούς. Φρονώ ότι τούτη η ιδιαιτερότητα των κυπριακών Κανονισμών προέκυψε ως αναγκαιότητα αφενός του νομικού μας συστήματος και αφετέρου της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το κυπριακό θεωρείται ως μεικτό δικαιικό σύστημα με το ιδιωτικό δίκαιο να ακολουθεί σχεδόν κατά πόδας το κοινοδίκαιο και το δημόσιο να έλκει ρίζες και από το ηπειρωτικό δίκαιο[1]. Στη νομολογία τονίζεται άλλωστε η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα του δικαίου[2].
Επίσης, σε αντίθεση με την Αγγλία, στην Κύπρο άλλα Δικαστήρια έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα εκδίκασης υποθέσεων, δεδομένο που γεννά συχνά ζητήματα δικαιοδοσίας μεταξύ των εγχώριων Δικαστηρίων, ενώ οι ανάλογοι αγγλικοί Κανονισμοί, αφορούν κυρίως την κατά τόπο δικαιοδοσία, την καταχώρηση υπόθεσης παρά την ύπαρξη συμφωνίας για διαιτησία και την ελαττωματική επίδοση. Οφείλω, δε, να σημειώσω ότι ακόμα και με την πιο αυστηρή, αγγλική προσέγγιση, έχει αποφασιστεί ότι ανά περίπτωση το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την ευχέρεια του και να αποφασίσει ως προς τη δικαιοδοσία, ακόμα και σε περιπτώσεις που ο Εναγόμενος απέτυχε να εφαρμόσει τους σχετικούς Κανονισμούς, με αποτέλεσμα διαδικαστικά να αποδεχτεί δικαιοδοσία[3].
Προκύπτει λοιπόν ανάγκη στους κυπριακούς Κανονισμούς, σε αντίθεση με τους αγγλικούς, όπως δοθεί η ευχέρεια στο Δικαστήριο, ακόμη και αυτεπάγγελτα να ελέγξει αν έλκει δικαιοδοσία εκδίκασης μιας υπόθεσης. Αυτό άλλωστε ορίζει και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έχει καθιερωθεί ως αρχή ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημόσιας τάξης, εγείρεται και αυτεπαγγέλτως και δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων, ούτε στη συμπεριφορά ή στην τυχόν καθυστέρηση που επιδεικνύεται[4].
Το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας, ως ζήτημα δημόσιας τάξης. Παράλειψη του να το πράξη, έστω λόγω παράβασης των όσων προνοούνται στους Κανονισμούς, ελλοχεύει τον κίνδυνο εκδίκασης χωρίς δικαιοδοσία και την συνακόλουθη ακύρωση της όποιας του απόφασης[5]. Η καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εξετάζεται και οριοθετείται από την έκθεση απαιτήσεως και από τα όποια αποδεκτά γεγονότα[6]. Τα δικόγραφα των μερών, αποτελούν τον οδηγό, ορίζουν το υπόβαθρο στη βάση του οποίου το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας[7] και εν προκειμένω όπως καταδεικνύεται ανωτέρω υπάρχει ασφαλές υπόβαθρο, ώστε να αποφασιστεί το υπό εξέταση ζήτημα.
Το άρθρο 11 (1) (2) (ε) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμος του 1990 (23/1990) προβλέπει ότι τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν εξουσία να επιλαμβάνονται θέματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία. Ως “περιουσιακές σχέσεις” ορίζονται οι σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους.
Ο περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991 (232/1991) ρυθμίζει τις εξουσίες των Οικογενειακών Δικαστηρίων σε ζητήματα περιουσιακών διαφορών, σε ότι αφορά την αξίωση συμμετοχής σε περιουσία[8] αλλά και την έκδοση διαταγμάτων παρεμπόδισης[9] και ακύρωσης της μεταβίβασης ή αποξένωσης ακινήτων[10].
Ανάλογες περιπτώσεις όπως την υπό κρίση, έχουν αποφασιστεί κατά καιρούς από το Ανώτατο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα στην Κωνσταντίνου v. Κωνσταντίνου [2004] 1(Β) Α.Α.Δ. 1192, αποφασίστηκε ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν καλείται να αποφασίσει επί των ιδιοκτησιακών συμφερόντων των συζύγων. Εκείνο που καλείται να αποφασίσει είναι το κατά πόσο ο αιτητής σύζυγος έχει συμβάλει με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση της περιουσίας της οποίας ιδιοκτήτης είναι ο άλλος σύζυγος. Περαιτέρω το Οικογενειακό Δικαστήριο καλείται να αποδώσει στον αιτητή σύζυγο το μέρος της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Στην Κοζάκη v. Κοζάκη [2003] 1(Β) Α.Α.Δ. 1047, αποφασίστηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης, αφού οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, στις οποίες αναφέρεται ο νόμος που παρέχει δικαιοδοσία στα Οικογενειακά Δικαστήρια, ρυθμίστηκαν με τη γραπτή σύμβαση στη βάση της οποίας διεκπεραιώθηκε η δικαστική διαδικασία που αφορούσε ακριβώς αυτές τις περιουσιακές σχέσεις. Η περιουσιακή λοιπόν διαφορά, που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από σύμβαση η ερμηνεία και εφαρμογή της οποίας ανήκει πια αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο.
Στην Ιορδάνους ν. Ζαχαρία [2013] 1 ΑΑΔ 897, το Εφετείο σημειώνει ότι η βάση αγωγής, όπως προέκυπτε από το δικόγραφό, ήταν το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε κινητά (trespass to goods) και της παράνομης κατακράτησης κινητών (conversion), με αποτέλεσμα να μην υφίσταται ζήτημα περιουσιακής διαφοράς.
Στην πιο πρόσφατη Β.Π.Α.Ο. v. Α.Ο., Πολιτική Έφεση Αρ. E229/2016, 17/1/2024, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι εξέταση της ίδιας της φύσης της απαίτησης καταδείκνυε ότι ουσιαστικά αυτή επρόκειτο για περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων και όχι για παράνομη επέμβαση. Όπως εκεί εξηγήθηκε όμως επί των δικογράφων των μερών ο Εφεσίβλητος αναφερόταν σε συζυγική κατοικία η οποία αποκτήθηκε μετά την τέλεση του γάμου του με την Εφεσείουσα και την οποία διεκδικεί, ισχυριζόμενος ότι η εν λόγω κατοικία ανηγέρθη με την αποκλειστική συνεισφορά του ιδίου και ότι η Εφεσείουσα ουδεμία συνεισφορά προσέφερε είτε στην αγορά του οικοπέδου είτε στην ανέγερση της κατοικίας. Η Εφεσείουσα αντέτεινε ότι το ακίνητο αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους και ότι σε αυτό είχαν κοινή συμμετοχή τόσο στα χρήματα με τα οποία αποκτήθηκε όσο και στις εργασίες που έγιναν για την ανέγερση της κατοικίας.
Στη βάση των πιο πάνω αποφάσεων προκύπτουν οι κάτωθι αρχές:
1. Κρίσιμος παράγοντας είναι η απόφανση στη βάση της πραγματικής φύσης των δικογράφων και της απαίτησης και όχι ο απλός χαρακτηρισμός τους από τα μέρη (Κωνσταντίνου και ΒΠΑΟ, πιο πάνω).
2. Δικαιοδοσία έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει τη συνεισφορά συζύγου. Το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν δύναται να αποφασίσει επί των ιδιοκτησιακών συμφερόντων των συζύγων (Κωνσταντίνου, πιο πάνω).
3. Όταν αποκρυσταλλώνεται ότι η βάση της αγωγής είναι αστικό αδίκημα, τότε δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο (Ιορδάνους, πιο πάνω).
4. Ακόμη και στην περίπτωση που οι διάδικοι προβαίνουν σε συμφωνία σε σχέση με τις περιουσιακές τους διαφορές η εφαρμογή της σύμβασης ανήκει πια αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο (Κοζάκη, πιο πάνω).
Λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω δεδομένα κρίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της Απαίτησης και της Ανταπαίτησης γιατί: ναι μεν οι διάδικοι είναι εν διαστάσει σύζυγοι αλλά στην προκείμενη Απαίτηση έχουν ρυθμίσει την επίδικη σχέση τους με συμφωνία. Αυτή η συμφωνία παρέχει δικαιώματα και υποχρεώσεις στον Εναγόμενο. Αυτές τους τις υποχρεώσεις είναι που αναφέρει η Ενάγουσα ότι παραβίασε ο Εναγόμενος, παρεμβαίνοντας σε χώρο ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στη συμφωνία των μερών. Όπως άλλωστε παραδέχεται και ο Εναγόμενος, ο επίδικος χώρος, ο χώρος στον οποίο λαμβάνει χώρα η κατά τη θέση της Ενάγουσας η παράνομη επέμβαση, δεν αποτελεί τη συζυγική κατοικία αλλ χώρους καταστημάτων, των ίδιων καταστημάτων στα οποία παραχώρησε άδεια χρήσης στον Εναγόμενο.
Εκείνο, λοιπόν, που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο, το επίδικο στην προκείμενη περίπτωση, είναι αν ήταν παράνομη η επέμβαση του Εναγόμενου σε χώρους που κατά την Ενάγουσα δεν του παραχωρήθηκαν με τη μεταξύ τους συμφωνία. Αναλόγως άλλωστε ανταπαιτεί με τα πλείστα αιτητικά του και ο Εναγόμενος, ήτοι να δηλωθεί από το Δικαστήριο ότι έχει δικαίωμα χρήσης του χώρου του ισογείου. Επομένως τόσο η Απαίτηση όσο και η Ανταπαίτηση περιστρέφονται γύρω από τα ιδιοκτησιακά συμφέροντα του Εναγόμενου στον χώρο του ισογείου και όχι σε ζητήματα περιουσιακών διαφορών ως αυτά ορίζονται από τους σχετικούς νόμου. Τούτα είναι ζητήματα που όπως καταγράφεται και πιο πάνω εμπίπτουν στην δικαιοδοσία του Επαρχιακού και όχι του Οικογενειακού Δικαστηρίου.
Συνεπώς αποφασίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο έλκει δικαιοδοσίας εκδίκασης της Απαίτησης και της Ανταπαίτησης. Εφόσον το ίδιο το Δικαστήριο αποφάσισε την εξέταση του ζητήματος αυτού προδικαστικά, κρίνω δικαιότερο όπως τα έξοδα της διαδικασίας αυτής να επιφυλαχθούν και να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Απαίτησης και της Ανταπαίτησης (βλ. Κανονισμό 39.5). H υπόθεση ορίζεται εκ νέου για συνεδρία διαχείρισης την 11/9/2026, στις 8:15.
(Υπ.)………………………………
Α. Λουκά Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Hatzimihail, N. (2013). Cyprus as a mixed legal system. J. Civil Law Studies, vol. 6
[2] Λανίτης Λτδ κ.ά ν Γεν. Εισαγγελέα [1991] 1 Α.Α.Δ. 225
[3] Cook v Virgin Media Ltd, [2015] EWCA Civ 1287, 2015 WL 8131796
[4] Κούρου Ελευθέριος ν. Αντωνίας Ξενή Κόνου [2014] 1 ΑΑΔ 2192, Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου ν. Ορέστη Σοφοκλέους [2016] 1 ΑΑΔ 105 και Κεραμοποιεία Παλαίκυθρου «Ο Γίγας» Λτδ ν. Χαλίλ Μουσταφά και Άλλων [2016] 1 ΑΑΔ 1590
[5] ΠΟΠ v. Ευτυχιου, Πολιτική Έφεση ΑΡ. E205/2014, ECLI:CY:AD:2020:A334, 6/10/2020, ECLI:CY:AD:2020:A334
[6] Κούρου v. Κόνου [2014] 1(Γ) Α.Α.Δ. 2192
[7] Κωνσταντίνου v. Κωνσταντίνου [2004] 1(Β) Α.Α.Δ. 1192
[8] Άρθρο 14
[9] Άρθρο 14 Γ (1)
[10] Άρθρο 14 Γ (2)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο