R. ST. ESTATE LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Απαίτησης: 1481/25, 13/7/2026
print
Τίτλος:
R. ST. ESTATE LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Απαίτησης: 1481/25, 13/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον:  Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ.

                                                                                              Αρ. Απαίτησης: 1481/25

 

Μεταξύ:

1. R. ST. ESTATE LIMITED,

2. Χάρης Σταυράκης

Εναγόντων

και

 

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

Εναγόμενων

Αίτηση Εναγόντων ημ. 27/10/2025, για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων

 

Ημερομηνία: 13/7/2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες Αιτητές: κ. Δ. Καλλής

Για Εναγόμενους Καθ’ ων η αίτηση: κ. X. Iωάννου

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

1.    Οι αξιώσεις των Αιτητών

 

Οι Αιτητές ενάγουν τους Καθ’ ων η αίτηση προς «διεκδίκηση γενικών αποζημιώσεων  για παράνομες ή/και αυθαίρετες ή/και μη εξουσιοδοτημένες παρεμβάσεις στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας 1… στον οποίον ο Ενάγων 2 είναι δικαιούχος ή/και έχει άμεσο οικονομικό συμφέρον ή/και δικαίωμα σαν 50% μέτοχος της Ενάγουσας 1.» Περαιτέρω αξιώνουν δηλωτική απόφαση με ανάλογο του ως άνω λεκτικού, διάταγμα που να απαγορεύει στους Καθ’ ων η αίτηση να επεμβαίνουν στον τραπεζικό λογαριασμό, χωρίς εξουσιοδότηση του Αιτητή 2 και τιμωρητικές αποζημιώσεις.

Με την υπό εξέταση αίτηση επιζητούνται τα ακόλουθα:

«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγομένη ή / και τους αξιωματούχους της ή / και τους υπαλλήλους της ή / και τους αντιπροσώπους της ή / και τους εντολείς της από το να προβούν άμεσα σε αποδέσμευση του λογαριασμού της Ενάγουσας 1 …. μέχρις εκδίκασης και / ή πλήρους αποπεράτωσης της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγομένη ή/και τους αξιωματούχους της ή / και τους υπαλλήλους της ή / και τους αντιπροσώπους της ή / και τους εντολείς της όπως επαναφέρουν την πλήρη και εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας 1 … ως ήταν πριν την αδρανοποίηση του από την Εναγομένη μέχρις εκδίκασης και / ή πλήρους αποπεράτωσης της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και / ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.»

2.    Η μαρτυρία των Αιτητών

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή 2. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι είναι Εκτελεστικός Σύμβουλος της Αιτήτριας 1 και κάτοχος του 50% των μετοχών της, αφού χειρίζεται όλα τα θέματα που την αφορούν τόσο νομικής όσο και οικονομικής φύσεως και έχει νόμιμη εξουσία. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού επεσύναψε το Τεκμήριο 1 από το οποίο προκύπτει ότι την 1/12/2015 διορίστηκε Εκτελεστικός Σύμβουλος της Αιτήτριας 1 για χειρισμό των καθημερινών θεμάτων της. Μόνη δραστηριότητα της εταιρείας είναι η είσπραξη ενοικίων από συγκεκριμένο ακίνητο. Το μετοχικό της κεφάλαιο κατέχεται πλέον εξ ημισείας από τον Αιτητή 2 και την αδερφή του. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι από τις αρχές του 1990 και εντεύθεν και ήταν ο μόνος έκτοτε εξουσιοδοτημένος να χειρίζεται τον λογαριασμό και να υπογράφει εκ μέρους της Αιτήτριας 1, κάτι που γνώριζαν οι Καθ’ ων η αίτηση.

Τον Ιούλιο του 2024 λειτουργός των Καθ’ ων η αίτηση, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Αιτητή 2, ώστε να του ζητήσει να προβεί σε επικαιροποίηση των λογαριασμών της Αιτήτριας 1. Την 23/7/24 ο ομνύοντας απέστειλε επιστολή στους Καθ’ ων η αίτηση, μετά από συμβουλή των ελεγκτών, με επισυνημμένα management accounts για τα έτη 2022 και 2023 (Τεκμήριο 4) ενώ τους είχε ήδη αποστείλει κατά την 20/6/24 οικονομικές καταστάσεις του 2021. Οι Καθ΄ ων η αίτηση με επιστολή τους ημερομηνίας 8/8/24 ζητούσαν από τους εναπομείναντες διευθυντές της Αιτήτριας 1, αφού κάποιοι είχαν αποβιώσει, να προσέλθουν στην Τράπεζα μέχρι 30/8/2024 και να αποστείλουν σειρά εγγράφων. Οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαιναν μάλιστα στην εν λόγω επιστολή ότι θα αδρανοποιούσαν τον λογαριασμό και δεν θα μπορούσαν να διεκπεραιώνονται ή να εκτελούνται συναλλαγές μέσω του, αν οι διευθυντές δεν προσέρχονταν. O Αιτητής 2 απάντησε με επιστολή του ημ. 30/8/2024, διαμαρτυρόμενος για τα περαιτέρω έγγραφα που του ζητούνταν και αναφέροντας ότι η όλη διεργασία των Καθ’ ων η αίτηση σκοπό είχε να εξυπηρετήσει συμφέροντα της άλλης μετόχου και διευθύντριας, αδερφής του, η οποία δεν συνεργαζόταν για να ετοιμαστούν οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας.

Ο Αιτητής 2 είχε πρόσβαση στο επίδικο λογαριασμό στη διαδικτυακή εφαρμογή των Καθ’ ων η αίτηση και την 31/8/2024 σε προσπάθεια του να προβεί σε συναλλαγή δεν του επετράπη με το εξής λεκτικό «You are not authorized for this transaction/no eligible products found for this transaction». Την 12/9/2024 ο Αιτητής 2 απέστειλε νέα επιστολή στους Καθ’ ων η αίτηση παραπονούμενος για την αδρανοποίηση του λογαριασμού του. Στη συνέχεια υπήρξε επικοινωνία μεταξύ Αιτητή 2 και Καθ’ ων η αίτηση, μέσω τηλεφώνου, συναντήσεων και επιστολών, η οποία δεν κατέληξε σε συμφωνία, αφού οι Καθ’ ων η αίτηση επέμεναν στην αποστολή συγκεκριμένων εγγράφων και ο Αιτητής 2, δεν μπορούσε να τα παρουσιάσει, λόγω μη συνεργασίας της άλλης μετόχου και διευθύντριας. Ο Αιτητής 2 προέβη σε επίσημες καταγγελίες σε αρχές, ενώ ξεκίνησε και τη δικαστική διαδικασία.

Ο Αιτητής 2 αναφέρει ότι το κτηριακό συγκρότημα της Αιτήτριας 1, ενόψει του ότι δεν επιδιορθώθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, άρχισε να διαβρώνεται δραστικά με αποτέλεσμα κατά τα τέλη Ιουλίου 2025 να πέσουν μεγάλα και βαρετά κομμάτια από το μωσαϊκό περίβλημα της ταράτσας, κάτι που εμπεριέχει σοβαρότατο κίνδυνο για την σωματική ακεραιότητα του ιδίου. Όπως, δε, ενημερώθηκε από τους ενοικιαστές καταστήματος επί του ακινήτου έπεσε κομμάτι μπετόν από το ταβάνι του Καταστήματος μέσα σε αυτό. Λόγω της αδρανοποίησης του λογαριασμού η Αιτήτρια 1 δεν δύναται να πληρώσει λογαριασμούς, ανεξάρτητους επαγγελματίες και παρόχους υπηρεσιών, ενώ δεν θα πληρωθούν ούτε μερίσματα. Με συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10/11/2025 ο Αιτητής 2 επισυνάπτει έκθεση ειδικού όπου καταγράφει τα σημεία του κτηρίου που χρήζουν άμεσης επιδιόρθωσης ως και την κοστολόγηση εκάστου.

3.    Λόγοι Ένστασης

Οι λόγοι ένστασης όπως εγείρονται από τους Καθ’ ων η αίτηση συνοψίζονται στους κάτωθι: Οι Αιτητές κωλύονται από το να προωθούν την παρούσα Αίτηση και δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα (locus standi) να προωθούν την Απαίτηση καθότι δεν εξασφαλίστηκε η απαιτούμενη θετική ψήφος ή η συγκατάθεση διευθύντριας, γραμματέως και κατά 50% μέτοχου στην Αιτήτρια 1 ούτε εξασφαλίστηκε ψήφισμα ή σχετική απόφαση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της. Η Αίτηση δεν έχει επιδοθεί σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης της παρούσας Αίτησης καθότι δεν έχει προηγηθεί επικαιροποίηση στοιχείων από τους διευθυντές και μετόχους της Εταιρείας.

Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, υποστηρίζουν οι Καθ’ ων η αίτηση, θα οδηγήσει σε σύγκρουση επιτακτικών υποχρεώσεων της Τράπεζας όπως αυτές πηγάζουν από τη Νομοθεσία. Σε περίπτωση που η Τράπεζα εκτελέσει τις οδηγίες του Αιτητή 2 θα τελεί σε σύγκρουση με τις οδηγίες της εταίρου μετόχου, αφήνοντας του Καθ’ ων η αίτηση εκτεθειμένους σε τυχόν διαδικασίες που θα εγερθούν εναντίον τους, καθότι η κα. Παπαμιχαήλ έχει γραπτώς ενημερώσει ότι δεν συναινεί η διαχείριση του Λογαριασμού της Εταιρείας να γίνεται εξ ολοκλήρου από τον Αιτητή 2 και αιτήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση την από κοινού και εξίσου διαχείριση του λογαριασμού. Το Ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει σαφέστατα υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στον Δικαστήριο με καθαρά χέρια.

Οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι κάλεσαν τους νέους διευθυντές και μέτοχους της Αιτήτριας 1 να υπογράψουν νέες επικαιροποιημένες οδηγίες ως οι σχετικοί κανονισμοί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που σχετίζονται μεταξύ άλλων με τον Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο του 2007 (188(1)/2007).

Δεν φέρουν, δε, οποιαδήποτε ευθύνη για οτιδήποτε σχετίζεται με το ακίνητο και για τις οποιεσδήποτε κατ' ισχυρισμό διαβρώσεις, ζημιές ή επιδιορθώσεις αφορούν αυτό. Τέλος είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

4.    Η μαρτυρία των Καθ’ ων η αίτηση

Την ένορκη δήλωση εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση υπογράφει ο υπάλληλος τους κ. Σάββας Δημητριάδης. Ως προς τα επίδικα γεγονότα αναφέρει ότι κατά τον Μάρτιο του 2022, στάλθηκε φαξ από την κα. Στέλλα Παπαμιχαήλ προς το Κατάστημα Φανερωμένης, με το οποίο ενημέρωνε τους Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με την αλλαγή του καθεστώτος στην Αιτήτρια 1. Εξέφραζε επίσης τις διαφορές της με τον αδερφό της Αιτητή 2 και τόνιζε την επιθυμία της να αποκτήσει δικαίωμα υπογραφής, μεταξύ άλλων, στον επίδικο λογαριασμό. Με επιστολή της ημ. 22/08/2022 η κα. Παπαμιχαήλ ζητούσε παγοποίηση του λογαριασμού.

Σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 22/11/2023, η κα. Παπαμιχαήλ ενημέρωσε του Καθ’ ων η αίτηση ότι οι γονείς της, προηγούμενοι μέτοχοι και διευθυντές της Αιτήτριας 2, είχαν αποβιώσει και ενόψει αυτής της αλλαγής πλέον υπάρχουν 2 διευθυντές που είναι και κατά 50% μέτοχοι ζήτησαν. Ζητούσε επίσης όπως η διαχείριση του επίδικου λογαριασμού να διεκπεραιώνεται και από τους 2 διευθυντές. Τέθηκε επίσης στους Καθ’ ων η αίτηση ότι τα έγγραφα που θα πρέπει να υπογραφτούν τόσο από την κα. Παπαμιχαήλ όσο και από τον Αιτητή 2 και θα πρέπει να δίνουν και στους δύο διευθυντές από κοινού ίδιες εξουσίες καθώς και ίσες δυνατότητες πληροφόρησης σε σχέση με τους λογαριασμούς των Εταιρειών.

Οι Καθ’ ων η αίτηση κάλεσαν επανειλημμένα και τους δύο διευθυντές τόσο τηλεφωνικώς όσο και γραπτώς στα γραφεία τους προκειμένου να υπογράψουν νέες επικαιροποιημένες οδηγίες, χωρίς ανταπόκριση. Τότε είναι που απεστάλη η επιστολή ημερομηνίας 8/8/2024 με την οποία, όπως υποστηρίζει ο κ. Δημητριάδης, θέτονταν σαφώς και επακριβώς τα στοιχεία και έγγραφα που πρέπει να παραδοθούν και υπογραφούν προκειμένου να επαναφέρουν την εύρυθμη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Τα έγγραφα που ζητούνταν με την επιστολή ημ. 8/8/2024 ήταν τα εξής: Έντυπο επικαιροποίησης των στοιχείων των εταιρειών, κοινοποίηση πελατών, νέα έγγραφα Συμφωνιών τρεχούμενων λογαριασμών και έγγραφα νέων εξασφαλίσεων (προσωπικές εγγυήσεις νέων διευθυντών), νέες οδηγίες (Mandate) όπου να καθορίζονται ποιοι θα υπογράφουν εκ μέρους των εταιρειών, νέο καρτελλάκι με δείγματα υπογραφών και νέες οδηγίες για διαχείριση των λογαριασμών των εταιρειών μέσω της Υπηρεσίας 1Bank.

Οι Αιτητές δεν απέστειλαν τα σχετικά στοιχεία και λόγω του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν είχαν επικαιροποιημένα στοιχεία, προχώρησαν στην αδρανοποίηση της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού. Στον επίδικο λογαριασμό δεν επιτρέπονται χρεώσεις (Debits Not Allowed) παρά μόνο καταθέσεις προκειμένου να γίνονται αποδεκτές καταθέσεις / εισπράξεις των ενοικίων που αφορούν το ακίνητο ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 1.

Ο κ. Δημητριάδης αναφέρει ότι ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος αποφάσισε τον τερματισμό της διαδικασίας εξέτασης του παραπόνου το οποίο υποβλήθηκε από τον Αιτητή 2 εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση, το οποίο επιβεβαιώνει τη θέση τους για επικαιροποίηση στοιχείων.

Ο ομνύοντας υποστηρίζει επιπλέον ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ενεργούν πάντοτε καλόπιστα και ακολουθούν την πάγια πρακτική ως η Νομοθεσία και οι σχετικοί κανονισμοί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που σχετίζονται μεταξύ άλλων με τον Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο του 2007 (188(1)/2007).

Ακολούθως ο κ. Δημητριάδης αναλύει νομικές θέσεις όπως ότι ο Αιτητής 2 δεν είναι εξουσιοδοτημένος από το Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας 1 για την έγερση είτε της παρούσας διαδικασίας είτε οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας εκ μέρους και για λογαριασμό της, κάτι που καθιστά άκυρο και τον διορισμό δικηγόρων για έγερση της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση η έτερη μέτοχος και διευθύντρια της Αιτήτριας 1 δεν αναγνωρίζει τον Αιτητή 2 ως υπογραφέα (signatory) του επίδικου λογαριασμού και ότι έχει σχετική εξουσιοδότηση να ενεργεί ως τέτοιος. Υπάρχουν σοβαρές διαφορές μεταξύ τους αναφορικά με τη διοίκηση και λειτουργία της Αιτήτριας 1, αλλά και τη διαχείριση του Επίδικου Λογαριασμού. Εναπόκειται στους διευθυντές της Αιτήτριας 1 να επαναφέρουν την εύρυθμη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, η οποία μπορεί να επιτευχθεί με την συνεργασία των διευθυντών και την πλήρη συμμόρφωση τους στις εκκλήσεις της Τράπεζας για επικαιροποίηση στοιχείων και υπογραφή των απαραίτητων εγγράφων.

Τέλος ο κ. Δημητριάδης υποστηρίζει ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα, ήτοι: ότι η έτερη μέτοχος δεν αναγνωρίζει τον Αιτητή 2 ως μοναδικό υπογράφοντα στον επίδικο λογαριασμό και ότι μεταξύ τους έχουν διαφορές ως προς τον χειρισμό της Αιτήτριας 1.

 

5.    Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωσης του Αιτητή 2

Με τρίτη ένορκη δήλωση του ο Αιτητής 2, απαντά και απορρίπτει ισχυρισμούς του κ. Δημητριάδη. Ό,τι ουσιαστικό αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2 ημερομηνίας 22/1/2026 είναι ότι δεν είχε ενημερωθεί για τις επιστολές που η άλλη διευθύντρια και μέτοχος της Αιτήτριας 1 είχε αποστείλει στους Καθ’ ων η αίτηση και απορρίπτει το περιεχόμενο αυτών. Είχε και σε προγενέστερο στάδιο αδρανοποιηθεί ο λογαριασμός της Αιτήτριας 1 και μετά από επιστολή του Αιτητή 2 ενεργοποιήθηκε. Θέση του που επαναλαμβάνεται είναι πως προέβη σε επικαιορποίηση στοιχείων και τα όσα ζητήθηκαν περαιτέρω με την επιστολή ημ. 8/8/2024 ήταν εκ του πονηρού για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της έτερης μετόχου και διευθύντριας, αδερφής του. Χαρακτηρίζει τις ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση ως κακόπιστες και ισχυρίζεται ότι παραβιάζουν τόσο την πάγια τραπεζική πρακτική, την ισχύουσα νομοθεσία και τους σχετικούς κανονισμούς της ΚΤΚ.

Οι συνήγοροι των μερών καταχώρησαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες θα γίνεται όπου κριθεί σκόπιμο.

6.    Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων

Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Διατάγματα, Πρώτη Έκδοση, 2016, σελ. 164:

«η υποχρέωση αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε μονομερείς αιτήσεις και όχι σε περιπτώσεις αιτήσεων ex parte οι οποίες μετατρέπονται σε δια κλήσεως.»

Την αρχή αυτή ανευρίσκουμε σε απόφαση του Α. Πασχαλίδη Δικαστή Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε, στην Αναφορικά με τη Γαβριέλλα Βαλεντίνα Μιχαήλ [2012] 1 ΑΑΔ 1943, η οποία υιοθετήθηκε σε μεταγενέστερη νομολογία. Συνεπώς το Δικαστήριο, δεν δύναται να εξετάσει εν προκειμένω ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, αφού δεν έχει εκδοθεί μονομερώς διάταγμα. Ούτε έχει καταδειχθεί ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια, αφού στα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2 αναφέρεται εκτεταμένα ότι η έτερη διευθύντρια και μέτοχος της Αιτήτριας 1 δεν συνεργάζεται και δημιουργεί προβλήματα (βλ. Τεκμήρια 6,7 και 8 της ε/δ ημ. 27/10/2025).

7.    Νομική βάση

Εξουσία για έκδοση διατάγματος της φύσεως του επίδικου παρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (14/1960). Εξετάζεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και αν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του Διατάγματος.

Ως προς τον τρόπο εξέτασης των προϋποθέσεων που το άρθρο 32 θέτει, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της[1].

Ως προς την συζητήσιμη υπόθεση ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αυτό είναι αλληλένδετο με την βάση της αγωγής ή της κυρίως αίτησης. Η έννοια του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση» δεν αφορά στη «σοβαρότητα της υπόθεσης», αλλά στο κατά πόσον το δικόγραφο του Αιτητή αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα[2]. Αναφορικά με το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1940, η έννοια της ορατής πιθανότητας έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις[3]. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του[4].

Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού[5]. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη[6].

Επιπλέον το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει το ίδιο που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας δηλαδή υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, με γνώμονα μεταξύ άλλων ποιος διάδικος θα υποστεί την μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή μη του Διατάγματος[7].

Ως προς το ζήτημα της μη εξουσιοδότησης έγερσης αγωγής από την Αιτήτρια 1, λόγω μη απόφασης του Διοικητικού της Συμβουλίου, τούτο είναι ζήτημα που άπτεται της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου και δεν θα αποφασιστεί σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Θα ήταν λάθος το Δικαστήριο να προβεί σε τελικά ευρήματα σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο[8].

Ακόμα όμως και αν κριθεί ότι παραβιάζονται δικαιώματα των Αιτητών με τρόπο που να κατακρατούνται ποσά, περιουσία τους, και τούτο να γεννά αγώγιμο δικαίωμα υπέρ τους αλλά και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Ειδικότερα η μόνη σχετική με την υπόθεση ζημιά που δύναται να υποστούν οι Αιτητές είναι χρηματική, ήτοι η κατακράτηση ποσών από τους Καθ’ ων η αίτηση. Τα έξοδα και οι ανάγκες της Αιτήτριας 1 δύναται να εξυπηρετηθούν αφού καταβάλλονται σε αυτήν ενοίκια, χωρίς να έχει τεθεί ενώπιον μου η όποια συμφωνία με ενοικιαστές ή άλλους χρεώστες, ώστε τα ποσά που καταβάλλουν στην Αιτήτρια 1 να πρέπει να εμβάζονται στον επίδικο λογαριασμό. Μάλιστα ο ένας εκ των ενοικιαστών είναι ο ίδιος ο Αιτητής 2.

Δεν μπορεί, λοιπόν, να συνδεθεί η για χρόνια μη επιδιόρθωση του ακινήτου της Αιτήτριας 1, με την αδρανοποίηση του λογαριασμού από τους Καθ’ ων η αίτηση μόλις πριν 2 έτη. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν ευθύνονται για τις ζημιές του εν λόγω ακινήτου και δεν είναι οι ίδιοι που θα τις επιδιορθώσουν. Η Αιτήτρια 1 έχει εισοδήματα και αυτά δύναται να τα λάβει και να τα διαθέσει προς επιδιόρθωση του, κατά παραδοχή της για χρόνια ασυντήρητου, ακινήτου της. Οι συνέπειες που οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι θα επέλθουν, ως ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι ασύνδετες με τις τελικές τους θεραπείες και σε κάθε περίπτωση με τα όσα δύνανται οι Καθ’ ων η αίτηση να πράξουν, συνεπώς δεν υπάρχουν περιθώρια έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος[9].

Και το ισοζύγιο της ευχέρειας όμως γέρνει υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση. Διαφωνώ με τους Αιτητές ότι δεν κοστίζει τίποτα και καμία συνέπεια δεν θα έχουν οι Καθ’ ων η αίτηση αν ενεργοποιήσουν, χωρίς να επικαιροποιηθούν τα στοιχεία, τον επίδικο λογαριασμό.

Οι Καθ’ ων η αίτηση ως Πιστωτικό Ίδρυμα, ανήκουν στις υπόχρεες οντότητες, ως το άρθρο 2 Α του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188(I)/2007), ορίζει. Ως υπόχρεη οντότητα, οφείλουν να συλλέγουν και να κατέχουν επαρκή στοιχεία και πληροφορίες για έναν πελάτη, με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του, τη δημιουργία του οικονομικού του προφίλ και του προφίλ κινδύνου[10]. Οι Καθ’ ων η αίτηση, υποχρεούνται να βεβαιώνονται ότι τα στοιχεία ταυτότητας που κατέχουν για τους πελάτες τους, καθώς και οι πληροφορίες που συνθέτουν το οικονομικό τους προφίλ και το προφίλ κινδύνου, παραμένουν πλήρως επικαιροποιημένα καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχειρηματικής σχέσης[11].

Επιπλέον οφείλουν να εξετάζουν και ελέγχουν σε τακτική βάση, την εγκυρότητα και την επάρκεια των στοιχείων ταυτότητας, του οικονομικού προφίλ και προφίλ κινδύνου των πελατών τους, καθώς και άλλων πληροφοριών για τους πελάτες που έχουν στην κατοχή τους, ώστε να είναι σε θέση να εντοπίζουν εάν ο κίνδυνος που συνδέεται με την επιχειρηματική σχέση έχει μεταβληθεί[12]. Οι διαδικασίες προσδιορισμού ταυτότητας, δε, και τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη εφαρμόζονται τόσο σε νέους πελάτες όσο και στους υφιστάμενους πελάτες των Καθ’ ων η αίτηση, την κατάλληλη χρονική στιγμή, μεταξύ άλλων και όταν μεταβάλλονται οι σχετικές περιστάσεις του πελάτη[13]. Ως σημαντική αλλαγή στην κατάσταση ή/και νομική υπόσταση του πελάτη ορίζονται μεταξύ άλλων η αλλαγή διευθυντών/ γραμματέα και η αλλαγή εγγεγραμμένων μετόχων ή πραγματικών δικαιούχων[14]. Όταν δε, η υπόχρεη οντότητα δεν μπορεί να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη της δεν πραγματοποιεί συναλλαγή μέσω τραπεζικού λογαριασμού, δεν συνάπτει επιχειρηματική σχέση ή δεν πραγματοποιεί τη συναλλαγή, ενώ ανάλογα με την περίπτωση, τερματίζει την εν λόγω επιχειρηματική σχέση[15].

Με δεδομένη λοιπόν τη Νομοθεσία που ισχύει σε σχέση με τους Καθ’ ων η αίτηση, αυτοί είχαν θέσμιο καθήκον να επιδιώξουν την επικαιροποίηση του λογαριασμού της Αιτήτριας 1, δεδομένης της αλλαγής στο μετοχικό της κεφάλαιο και στους διευθυντές της. Συνεπώς οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν ευθύνη να ζητήσουν επικαιροποιημένα στοιχεία από την Αιτήτρια 1 και όταν δεν ήταν σε θέση να συμμορφωθούν με τους κανόνες δέουσας επιμέλειας που τέθηκαν, δεν είχαν άλλη επιλογή από του να μην πραγματοποιούν συναλλαγές, ως και το άρθρο 62 (4) του Νόμου 188(I)/2007 ορίζει.

Πέραν τούτου όμως είχαν και καθήκον επιμέλειας, όπως γεννάται από τις αρχές της νομολογίας, ώστε να εξισορροπήσουν την εντολή του πελάτη τους με πιθανή ακατάλληλη χρήση ποσού[16]. Να εξισορροπήσουν την εντολή που τους δόθηκε από τον Αιτητή 2 με την πληροφόρηση που τους δόθηκε ότι αυτός δεν ενεργεί ως ο μόνος εξουσιοδοτημένος της Αιτήτριας 1. Θα έφεραν ευθύνη αν εκτελούσαν εντολή, κλείνοντας τα μάτια (shut its eyes) ή ενεργώντας απρόσεκτα (recklessly)[17] σε πιθανή μη εξουσιοδοτημένη χρήση ποσού. Έχει και στην Κύπρο νομολογηθεί ύπαρξη του καθήκοντος της Τράπεζας ακόμα και χωρίς ισχυρισμό για δόλια εντολή πληρωμών, να οφείλει να αντιληφθεί το λανθασμένο των ενεργειών του εντολέα[18].

Αξίζει, δε, να αναφερθεί ότι τα όσα ζητήθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση προς επικαιροποίηση των λογαριασμών της Αιτήτριας 1, δεν ήταν ούτε πολλά ούτε δύσκολο να παραδοθούν. Αποτελούσαν έγγραφα που απαιτούσαν απλώς συνεργασία των αξιωματούχων της εταιρείας για να συμπληρωθούν. Όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Αιτητής 2 παραδέχεται ο λόγος που δεν είναι σε θέση η Αιτήτρια 1 να παραδώσει τα εν λόγω έγγραφα είναι οι προστριβές που έχει με την άλλη διευθύντρια και μέτοχο, αδερφή του, έστω και αν καταλογίζει στην τελευταία όλη την ευθύνη για δημιουργία προβλημάτων «με τεχνητό τρόπο εκ του πονηρού». Επομένως το βάρος που εναπόθεσαν στην Αιτήτρια 1 οι Καθ’ ων η αίτηση δεν ήταν δυσανάλογο, ούτε ιδιαίτερα μεγάλο και είναι τα προβλήματα στη διοίκηση της που δεν καθιστούν εφικτή την επικαιροποίηση και όχι η συμπεριφορά των Καθ’ ων η αίτηση. Συμπεριφορά άλλωστε, η οποία σκοπό έχει την νομότυπη λειτουργία των Καθ’ ων η αίτηση, ως το νομοθετικό πλαίσιο που αναλύεται παραπάνω.

Εκ των ως άνω λοιπόν προκύπτει καθήκον της τράπεζας, αφενός για επικαιροποίηση λογαριασμών της Αιτήτριας 1, με συγκεκριμένο τρόπο που ζητεί, αφού άλλαξαν αξιωματούχοι και μέτοχοι της και αφετέρου για να μην προβεί σε εκτέλεση εντολών που έχει πληροφόρηση ότι δεν είναι εξουσιοδοτημένες.

Στο ζύγι, αυτά τα καθήκοντα των Καθ’ ων η αίτηση υπερισχύουν της αδρανοποίησης του λογαριασμού της Αιτήτριας 1. Τα τρέχοντα έξοδα της Αιτήτριας 1, άλλωστε, δύνανται να καλυφθούν από ενοίκια που εισπράττει, ενώ η μη επικαιροποίηση έγκειται στα προβλήματα που η ίδια η Αιτήτρια 1 αντιμετωπίζει. Οι ευθύνες όμως που υπέχουν οι Καθ’ ων η αίτηση είναι τέτοιες, που δύναται να οδηγήσουν σε παραβιάσεις νόμου, αμελείς πράξεις και τελικώς σε παραβίαση θέσμιων καθηκόντων τους, αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

 

8.    Κατάληξη

Η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση. Το ποσό καθορίζεται στα €1000 πλέον ΦΠΑ ως ο συνοπτικός υπολογισμός στον οποίο προέβη το Δικαστήριο (Βλ. Κανονισμοί 39.4 (1) (α) και 39.7), καταβλητέα αμέσως. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι οι διάδικοι δεν καταχώρησαν σχετικό κατάλογο ως ήταν καθήκον τους και ο Θεσμός 39.9 ορίζει.

 

(Υπ.)………………………………

Α. Λουκά Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2015, 5/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A119

[2] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Cybarco Contracting LTD κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. E53/2021, ECLI:CY:AD:2022:A81, 10/2/2022

[3] Odysseos v. Pieris Estates and Others [1982] 1 C.L.R. 557

[4] T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation [2002] 1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D. [1999] 1 A.A.Δ. 225

[5] βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co [1997] 1 A.A.Δ. 1791

[6] Κυρίσαββα κ.α ν Χάρη Γεώργιου Κύζη [2001]1Α.Α.Δ.1245

[7] American Cyanamid Co v Ethicon Ltd (1975) 1 All ER 504, Parico v. Muskita (2002) 1Γ Α.Α.Δ.

[8] Aerocandia Aviation Services Ltd v. Γκιόκα και Άλλου, Π.Ε. Ε136/20, ημ. 24.1.22

[9] Βλ. κατ αναλογία την Preford Ltd. ν. Bomar Navigation Co Ltd [1994] 1 ΑΑΔ 277

[10] Άρθρο 24 (3) της  Κ.Δ.Π. 120/2025

[11] Άρθρο 25 (1) της  Κ.Δ.Π. 120/2025

[12] Άρθρο 25 (2) της  Κ.Δ.Π. 120/2025

[13] Άρθρο 62 (6) του Νόμου 188(I)/2007

[14] Άρθρο 25 (5) της Κ.Δ.Π. 120/2025, όπου διευκρινίζονται ορισμοί που εμφαίνονται στο άρθρο 62 (6) του Νόμου ανωτέρω.

[15] ‘Αρθρο 62 (4) του Νόμου 188(I)/2007

[16] Barclays Bank plc v Quincecare Ltd and another [1992] 4 All ER 363

[17] Singularis Holdings Ltd v Daiwa Capital Markets Europe Ltd 30 Oct 2019 [2019] UKSC 50, SC(E)

[18] Hellenic Bank Public Company v. xxx Ζαχαριάδου Π.Ε. 13/2014 ημερ. 11.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:A92, ECLI:CY:AD:2021:A92


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο