Αγωγή: 2037/2022
Μεταξύ:
DEMIN ALEXEY ALEKSEYEVICH
Ενάγοντας
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
Εναγόμενος
24 Αυγούστου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Εναγόμενο/Αιτητή: κα Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα
Για Ενάγοντα/Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Ταμπούρλας
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
στην αίτηση του Εναγόμενου ημερομηνίας 17.3.2026
για παροχή ασφάλειας εξόδων
Μέσω της παρούσας αγωγής ο Ενάγοντας διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση των δικαιωμάτων του καθώς και για ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη ως αποτέλεσμα της παράνομης (όπως ισχυρίζεται) κράτησης του στη Δημοκρατία και της μεταχείρισης που έτυχε ενόσω ήταν κρατούμενος.
Με την υπό κρίση Αίτηση, η πλευρά του Εναγόμενου ζητά την έκδοση διατάγματος για παροχή ασφάλειας εξόδων. Υποστηρίζει ότι ο Ενάγων, που είναι αλλοδαπός, δεν διαμένει στη Δημοκρατία ή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν διαθέτει προοπτικές επιτυχίας στην αγωγή και δεν κατέχει περιουσία από την οποία ο Εναγόμενος να μπορεί να ανακτήσει έξοδα που τυχόν επιδικαστούν υπέρ του. Συνεπώς, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, καθίσταται αναγκαία η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων.
Ο Ενάγοντας έχει εγείρει ένσταση. Ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος προωθεί την Αίτηση καταχρηστικά και κακόπιστα. Υποστηρίζει ότι διαθέτει ισχυρή υπόθεση, προσθέτει ότι διαμένει στη Δημοκρατία για περίπου 6 μήνες κάθε έτος, ενώ τους υπόλοιπους 6 μήνες διαμένει με τη θυγατέρα του στη Γαλλία ή Εσθονία. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να συμμορφωθεί με ενδεχόμενο διάταγμα άρα η έκδοση του θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
Αυτές είναι, συνοπτικά, οι θέσεις των εμπλεκομένων. Πριν προχωρήσω σημειώνω ότι έχω εξετάσει το σύνολο των στοιχείων και μαρτυρίας που τέθηκαν ενώπιον μου μέσω της Αίτησης και της ένστασης και γνωρίζω το περιεχόμενο του φακέλου. Για σκοπούς ακρόασης της Αίτησης, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει μαζί με τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν.
Το πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης αφορά τη θέση του Ενάγοντα περί κακοπιστίας ή κατάχρησης από την πλευρά του Εναγόμενου στην προώθηση αυτής της Αίτησης. Όπου προβάλλονται τέτοιες θέσεις, εναπόκειται στον διάδικο που τις προβάλλει να τις αποδείξει. Στην παρούσα περίπτωση, δεν διαπιστώνω κακοπιστία ή κατάχρηση. Αυτό που φαίνεται είναι ότι ο Εναγόμενος προωθεί αυτό το διάβημα εντός του πλαισίου των δικαιωμάτων του.
Προχωρώ επομένως να εξετάσω εάν στη βάση της Δ.60, Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (ως ισχύουν για την παρούσα αγωγή) μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Οι σχετικές διατάξεις της Δ.60 Θ.1 προνοούν τα ακόλουθα:
«A plaintiff [...] ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής ένωσης may, at any stage of the action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus ή σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. […]»
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό και επιβεβαιώνεται από τη νομολογία[1], η απόφαση αν θα εκδοθεί ή όχι διάταγμα για παροχή ασφάλειας εξόδων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (may be ordered). Βοηθητική για τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια είναι η ακόλουθη ανάλυση στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 4η έκδοση, παρ. 304:
«Discretion to order security for costs. The court may order security for costs in the cases in which power to do so exists, only if, having regard to all the circumstances of the case, it thinks it just to do so. The court thus has discretion whether or not to order the security for costs to be given... Thus, if there is a strong prima facie likelihood that the defendant will fail in his defence, he may be refused security, and so also if he admits his liability, even where he counterclaims or admits an amount equal to the security that would have been ordered or if the plaintiff has an unsatisfied judgement against the defendant…»
Όπως περαιτέρω επεξηγήθηκε στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2011) 1 AAD 1314[2]:
«Η παροχή ασφάλειας εξόδων συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέτοια ασφάλεια διατάσσεται κατά κανόνα όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού ή έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας… Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία.»
Σε κάθε περίπτωση, είναι πρωταρχικής σημασίας να διαφυλαχτεί η ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση διαδίκων στο Δικαστήριο[3].
Με δεδομένες τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την ουσία της Αίτησης.
Ο Εναγόμενος σημειώνει ότι ο Ενάγοντας δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Ο Ενάγοντας το επιβεβαιώνει. Όπως αναφέρει απέκτησε Χιλιανή υπηκοότητα το 2024.
Ο Εναγόμενος επίσης υποστηρίζει ότι ο Ενάγοντας δεν διαμένει στη Δημοκρατία. Ο Ενάγοντας επίσης το επιβεβαιώνει. Δηλώνει επίσης ότι «δεν έχω πράγματι μόνιμη διαμονή στην Κύπρο εν τη εννοία του Νόμου πλην όμως έχω τη συνήθη διαμονή μου στην Κύπρο και/ή σε Ευρωπαϊκή χώρα» (παράγραφος 3 της ένορκης δήλωσης της ένστασης).
Ενόψει αυτής της αναφοράς πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση, για τους σκοπούς της Δ.60 Θ.1, ο Ενάγοντας είναι πρόσωπο που έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους Μέλους). Μόνο σε τέτοια περίπτωση μπορεί να τύχει εφαρμογής η Δ.60 Θ.1.
Από τα ενώπιον μου στοιχεία θεωρώ ότι ο Ενάγοντας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει συνήθη διαμονή στην Κύπρο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξηγώ ακολούθως τους λόγους που με οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα.
Ο Ενάγοντας αναφέρει ότι κατά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής το 2022 αλλά και το 2023 «όταν έφευγα από την Κύπρο, δεν είχα σταθερή διεύθυνση, ούτε γνώριζα σε ποια χώρα θα κατέληγα». Παραδέχεται ότι μέχρι και σήμερα δεν διαθέτει άδεια παραμονής στη Δημοκρατία. Υποστηρίζει ότι αυτό οφείλεται στην παράλογη (ως εισηγείται) απαίτηση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών να έχει τραπεζικό λογαριασμό στη Δημοκρατία και την επίσης παράλογη (ως η θέση του πάντα) άρνηση των τραπεζικών ιδρυμάτων στη Δημοκρατία να του ανοίξουν λογαριασμό. Δεν είναι αυτό το κατάλληλο πεδίο για να κριθεί εάν δικαιούται σε άδεια παραμονής ή όχι. Το δεδομένο είναι ότι δεν διαθέτει άδεια παραμονής. Συνεπώς, μόνο ως επισκέπτης μπορεί να βρίσκεται στη Δημοκρατία. Υποστηρίζει ότι «ευρίσκομαι στην Κύπρο για 3 μήνες κάθε φορά, αναχωρώ από τη Δημοκρατία για 3 μήνες και στην συνέχεια επανέρχομαι για άλλους 3 μήνες και ούτω καθεξής. Εν τω μεταξύ ενοικίασα διαμέρισμα στη Λάρνακα από τον Ιούλιο 2025… και ενέγραψα εταιρεία τον Μάρτιο του 2026, στην προσπάθεια μου να αποκτήσω μόνιμη διαμονή» (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης).
Όμως, το ενοικιαστήριο έγγραφο που παρουσίασε (που δεν είναι χαρτοσημασμένο) έχω την άποψη ότι δεν επαρκεί για να στοιχειοθετήσει συνήθη διαμονή, ιδιαίτερα εάν ιδωθεί σε συνδυασμό με την έλλειψη άδειας παραμονής. Λογαριασμός κοινής ωφέλειας στο όνομα του, στη διεύθυνση του ενοικιαστηρίου, δεν έχει παρουσιαστεί. Η διεύθυνση που αναγράφεται στα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών για την εταιρεία που έχει εγγράψει είναι διαφορετική από τη διεύθυνση του ενοικιαζόμενου υποστατικού. Η ύπαρξη δε της εταιρείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη συνήθους διαμονής. Η ασφάλεια υγείας που έχει παρουσιάσει ο Ενάγοντας τον περιγράφει ως «visitor/επισκέπτη». Κανένα επίσης υποστηρικτικό στοιχείο, π.χ. αεροπορικά εισιτήρια ή θεωρήσεις διαβατηρίου, έχει παρουσιάσει ο Ενάγοντας που να δείχνουν ότι αναχωρεί και επιστρέφει στην Κύπρο ανά τρίμηνο, ως αναφέρει.
Συνεπώς, δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Ενάγοντας έχει τη συνήθη διαμονή του στη Δημοκρατία.
Αναφέρει επίσης ο Ενάγοντας ότι «έχω τη συνήθη διαμονή μου στην Κύπρο όσο μου επιτρέπουν οι Κυπριακές αρχές και τον υπόλοιπο καιρό διαμένω στην Εσθονία και στην Γαλλία όπου σπουδάζει η κόρη μου», ήτοι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης).
Προς υποστήριξη της αναφοράς του ότι διαμένει στην Εσθονία, παρουσιάζει ένα ενοικιαστήριο έγγραφο. Σε αυτό ως ενοικιαστής αναγράφεται η θυγατέρα του και η ενοικίαση φαίνεται να ξεκινά από 1.11.2025 για απροσδιόριστη διάρκεια (unspecified term). Επίσης το ενοικιαστήριο αυτό είναι ανυπόγραφο. Σε σχέση με τη Γαλλία, παρουσιάζει αντίγραφο βεβαίωσης «Accommodation certificate», ότι η θυγατέρα του διέμενε σε συγκεκριμένη διεύθυνση την περίοδο από 31.7.2025 (που συμπίπτει με την περίοδο που αφορά το ενοικιαστήριο στην Εσθονία) μέχρι 31.2.2026 (ήτοι πριν από την παρούσα Αίτηση). Αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποδεικνύουν διαμονή του Ενάγοντα σε εκείνες τις διευθύνσεις.
Συνεπώς, κρίνω ότι ο Ενάγοντας δεν είναι πρόσωπο που έχει τη διαμονή του στην Κύπρο ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εφόσον ο Ενάγοντας είναι αλλοδαπός, χωρίς συνήθη διαμονή στην Κύπρο ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε παρέχεται η δυνατότητα να διαταχθεί να δώσει εξασφάλιση για τα έξοδα του Εναγόμενου στη βάση της Δ.60 Θ.1.
Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι με ποιο τρόπο, με τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Αναφέρθηκα στην αρχή στις αξιώσεις που εγείρει με την αγωγή ο Ενάγοντας. Στην έκθεση απαίτησης παραθέτει σωρεία γεγονότων που ισχυρίζεται ότι δικαιολογούν τις αξιώσεις που εγείρει. Ο Εναγόμενος παραδέχεται κάποια από αυτά τα γεγονότα αλλά τα θέτει υπό διαφορετικό νομικό και πραγματικό πλαίσιο, υποστηρίζοντας ότι δεν παρέχουν δικαίωμα για έγερση αξιώσεων. Τους υπόλοιπους ισχυρισμούς η πλευρά του Εναγόμενου τους αρνείται πλήρως. Η έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων και νομικών σημείων δεν μου επιτρέπουν σε αυτό το στάδιο να διαμορφώσω άποψη για το βάσιμο ή όχι των αξιώσεων. Σημειώνω, προς παράδειγμα, την αξίωση για ποσό €1.250.000 που αφορά σε ισχυριζόμενη απώλεια εισοδήματος από σύμβαση που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι είχε υπογράψει στις 21.12.2018. Μόνο εκ του ισχυρισμού στην έκθεση απαίτησης για την ύπαρξη αυτής της σύμβασης, δεν μπορώ να εξετάσω το βάσιμο της ισχυριζόμενης απώλειας. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες ειδικές ζημιές που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται. Συνεπώς αυτός ο παράγοντας, που αφορά στις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής, δεν μπορεί να είναι καθοριστικός στην απόφαση μου στην υπό κρίση Αίτηση.
Περαιτέρω, ο Ενάγοντας παραδέχεται ότι «δεν έχω οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία στην Κύπρο» (παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης). Συνεπώς είναι εύλογη η ανησυχία της πλευράς του Εναγόμενου ότι τυχόν διαταγή εξόδων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να ικανοποιηθεί.
Από την άλλη, η κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάζει ο Ενάγοντας (Τεκμήριο 7) δείχνει ότι διαθέτει χρήματα (π.χ. πληρωμή ποσού €52.000 στις 2.3.2026). Συνεπώς, δεν μπορώ να δεχτώ τη θέση ότι τυχόν έκδοση διατάγματος θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη[4].
Τέλος, δεν διαπιστώνω καθυστέρηση στην προώθηση της Αίτησης τέτοιας έκτασης που να δικαιολογεί αφ’ εαυτού απόρριψη της. Η Αίτηση καταχωρήθηκε σε σχετικά σύντομο χρόνο μετά το κλείσιμο των δικογράφων και ο Εναγόμενος είχε δηλώσει την πρόθεση για καταχώρηση της κατά το στάδιο της κλήσης για οδηγίες.
Συνυπολογίζοντας όλα όσα προανέφερα, κρίνω ότι στην προκείμενη περίπτωση είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων.
Έχοντας καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, εξετάζω ακολούθως το ύψος του ποσού εξόδων για το οποίο ζητείται η παροχή ασφάλειας από τον Εναγόμενο. Αυτό γίνεται σε συνάρτηση με τον προτεινόμενο κατάλογο εξόδων που επισυνάπτεται στην Αίτηση.
Έχω υπόψη τα διαβήματα που έχουν περατωθεί και αυτά που ενδέχεται να προκύψουν μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Έχω επίσης υπόψη τις δικάσιμους που ενδέχεται να απαιτηθούν για την ακρόαση με δεδομένο το εύρος και πολυπλοκότητα των επίδικων θεμάτων. Συνυπολογίζοντας την κλίμακα της αγωγής, κρίνω ότι τα ποσά στον προτεινόμενο κατάλογο εξόδων είναι εντός του πλαισίου. Σταθμίζοντας όλους αυτούς τους παράγοντες, κρίνω ως εύλογο ποσό εξόδων €32.000.
Καταληκτικά, η Αίτηση εγκρίνεται.
Ο Ενάγοντας διατάσσεται να παράσχει ασφάλεια εξόδων για ποσό €32.000.
Η ασφάλεια εξόδων να παρασχεθεί είτε με κατάθεση του εν λόγω ποσού είτε με την παροχή τραπεζικής εγγύησης, στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, εντός 60 ημερών από σήμερα. Κρίνω το χρονικό αυτό διάστημα λογικό υπό τις περιστάσεις.
Μέχρι τη συμμόρφωση του Ενάγοντα ή την εκπνοή του χρόνου που έχει καθοριστεί, η διαδικασία της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής αναστέλλεται.
Αν ο Ενάγοντας παραλείψει να παράσχει τη διαταχθείσα ασφάλεια εντός της καθορισμένης προθεσμίας, τότε η αγωγή θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί και θα καταστεί αυτομάτως απορριφθείσα. Σε τέτοια περίπτωση ο Εναγόμενος θα δικαιούνται τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν.
Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Στην περίπτωση που υπάρξει συμμόρφωση με τη διαταγή για την παροχή της ασφάλειας εξόδων, τότε οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να ζητήσει όπως ο φάκελος τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για περαιτέρω χειρισμό.
(Υπ.) ……………………………………………
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Sally Line v Greenmar Navigation Ltd, (1993) 1 Α.Α.Δ. 633, Alahmari v Alia The Royal Jordanian Airline (1990) 1Β Α.Α.Δ. 633, Stejaru v Ιωάννου, (2002) 1Β Α.Α.Δ. 909.
[2] Σχετική και η The Continental Insurance Company of Hampshire v Sac Eugene O' Regan (1998) 1 Α.Α.Δ. 1087
[3] Conway v Ηλία (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1653.
[4] Θεμιστοκλής Σολωμού Χαραλαμπίδης ν. Ιάκωβου Πέτρου κ.α (2003) 1 Α.Α.Δ. 1698
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο