TRUSTDON INVESTMENTS LIMITED ν. EUROBANK LIMITED, Αγωγή αρ.: 3380 / 2017, 9/9/2026
print
Τίτλος:
TRUSTDON INVESTMENTS LIMITED ν. EUROBANK LIMITED, Αγωγή αρ.: 3380 / 2017, 9/9/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.

 

Αγωγή αρ.: 3380 / 2017

Μεταξύ:

 

TRUSTDON INVESTMENTS LIMITED

Ενάγουσα

και

EUROBANK LIMITED

(HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD)

Εναγόμενη

 

Ημερομηνία:  09 Σεπτεμβρίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Ενάγουσα:      κος Ε. Ευσταθίου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Εναγόμενη:     κα Ε. Ανδρέα για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Α.  ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.         Δια της παρούσης αγωγής η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης απόφαση για το ποσό των €36.990 πλέον έξοδα ύψους €72, το οποίο κατά την Ενάγουσα έχει αποξενωθεί από τον λογαριασμό της ο οποίος τηρείτο στην Εναγόμενη, χωρίς τη συγκατάθεση της προς όφελος τρίτου προσώπου.

 

2.         Ζητείται επίσης η έκδοση απόφασης η οποία να ακυρώνει καταχρηστικές πρόνοιες στους όρους και κανονισμούς ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού στην Εναγόμενη και στο έγγραφο αποδοχής οδηγιών και εγγύησης / αποζημίωσης (acceptance of instructions and indemnity agreement), καθώς και παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις.

 

3.         Στην ουσία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της υπόθεσης ο κανόνας του res ipsa loquitur και εάν η Ενάγουσα δικαιούται σε επιστροφή των χρημάτων τα οποία πληρώθηκαν από το λογαριασμό της με βάση τη νομοθεσία  περί υπηρεσιών πληρωμών.

Β.  ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

4.         Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης:

 

4.1      Η Ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτης και/ή καταθέτης της Εναγόμενης.

 

4.2      Από τις 24.05.2012 η Ενάγουσα διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη παρέχει στην Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες ηλεκτρονικής τραπεζικής (electronic banking services).

 

4.3      Ο μοναδικός δικαιούχος και διαχειριστής του τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας είναι ο Γεώργιος Παντελιός ο οποίος είναι και μοναδικός δικαιούχος της (εφεξής «ΓΠ»).

 

4.4      Για το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού η Ενάγουσα δια του ΓΠ συμπλήρωσε και υπέγραψε αριθμό εγγράφων περιλαμβανομένης αίτησης παροχής υπηρεσίας ηλεκτρονικής τραπεζικής, έντυπο πληροφοριών πελάτη, απόφαση διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας και έγγραφο αποδοχής οδηγιών και αποζημίωσης (acceptance of instructions and indemnity agreement).

 

4.5      Στις 03.05.2017 περί τις 23:50 ο ΓΠ εισήλθε στο λογαριασμό της Ενάγουσας μέσω της υπηρεσίας ηλεκτρονικής τραπεζικής και διαπίστωσε ότι από αυτόν είχε αποξενωθεί το ποσό των €36.990 μέσω τεσσάρων συναλλαγών προς όφελος ενός προσώπου αγνώστου προς τον ίδιο ο οποίος διατηρούσε λογαριασμό στη Lloyds Bank Plc (εφεξής «Lloyds»). 

 

4.6      Ειδικότερα:

 

4.6.1            Στις 27.04.2017 αποξενώθηκε το ποσό των €8.930, πλέον €27 ως έξοδα,

 

4.6.2            Στις 28.04.2017 αποξενώθηκε το ποσό των €9.130, πλέον €5 ως έξοδα,

 

4.6.3            Στις 02.05.2017 αποξενώθηκε το ποσό των €9.450, πλέον €20 ως έξοδα,

 

4.6.4            Στις 03.05.2017 αποξενώθηκε το ποσό των €9.480, πλέον €20 ως έξοδα.

 

4.7      Ο ΓΠ κάλεσε αμέσως την υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών η οποία δεν λειτουργούσε. Στις 00:30 της 04.05.2017 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Ενάγουσα και ζήτησε την ακύρωση των συναλλαγών. Περί τις 01:00 ενημέρωσε τη Γενική Διεύθυνση Ασφάλειας Αθηνών και την Αστυνομία Κύπρου. Ακολούθως και προκειμένου να προστατεύσει τα ποσά τα οποία είχαν παραμείνει στον λογαριασμό προέβη σε εντολές πληρωμής μέσω της ηλ. τραπεζικής. Στις 04:29 της 04.05.2017 απέστειλε και δεύτερο ηλ. μήνυμα αναφέροντας ακριβώς τις συναλλαγές και τα ποσά που αποξενώθηκαν και ζητώντας την άμεση ακύρωση τους. Στις 05:02 έλαβε αυτοματοποιημένο ηλ. μήνυμα το οποίο τον καλούσε να επικοινωνήσει με την αρμόδια υπηρεσία της Εναγόμενης σε ώρες εργασίας.

 

4.8      Στις 08:00 ενημέρωσε τηλεφωνικώς την Εναγόμενη (τμήμα διεθνών συναλλαγών) και επανέλαβε το αίτημα του για ακύρωση των μη εξουσιοδοτημένων συναλλαγών. Στις 10:00 λειτουργός της Εναγόμενης επικοινώνησε με τον ΓΠ και του ζήτησε να αναλάβει τα έξοδα διαβίβασης  αιτημάτων επιστροφής χρημάτων προς την Lloyds και ο πρώτος τα πλήρωσε.

 

4.9      Στις 04.05.2017 ο λογιστής της Ενάγουσας κατέθεσε καταγγελία στο ΤΑΕ Λευκωσίας και το ΤΑΕ προέβη σε αποστολή διαβήματος για δικαστική συνδρομή προς τις αρχές του Η.Β.. Η εκτέλεση του αιτήματος και η ποινική διερεύνηση ακόμα εκκρεμούν.

 

4.10    Η μόνη ενημέρωση που έλαβε ο ΓΠ είναι ότι η Lloyds δεν επιθυμεί να δώσει στοιχεία για τον πελάτη της. Καμία ουσιαστική ενημέρωσε έδωσε η Εναγόμενη στην Ενάγουσα π.χ. για τους λόγους για τους οποίους επέτρεψαν την ολοκλήρωση των συναλλαγών, ή για τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν για την επιστροφή των χρημάτων.

 

4.11    Στις 25.05.2017 διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ των νομικών εκπροσώπων της Ενάγουσας και των λειτουργών της Εναγόμενης. Κατά τη συνάντηση δεν δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις ως προς το γιατί εγκρίθηκαν οι ανεξήγητες συναλλαγές ούτε και για τις ενέργειες που έγιναν για επιστροφή των χρημάτων τα οποία αποξενώθηκαν.

 

4.12    Η Εναγόμενη δεν αποκατέστησε την Ενάγουσα και συνεχίζει να παραλείπει ή να αρνείται να παράσχει τις προαναφερόμενες πληροφορίες.

 

4.13    Η αποξένωση του προαναφερόμενου ποσού χωρίς τη συγκατάθεση και/ή εξουσιοδότηση της Ενάγουσας και η άρνηση της Εναγόμενης να αποκαταστήσει τη ζημιά αποτελούν:

 

4.13.1     παραβίαση της συμβατικής σχέσης πιστωτή οφειλέτη,

 

4.13.2     παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας τραπεζικού οργανισμού για την ασφαλή τήρηση και προστασία των καταθέσεων των πελατών του,

 

4.13.3     παραβίαση του καθήκοντος επιμέλειας θεματοφύλακα των υπό παρακαταθήκη με την ευρεία έννοια καταθέσεων της Ενάγουσας.

 

4.14    Η αποξένωση των χρημάτων της Ενάγουσας οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά και επαγγελματική αμέλεια της Εναγόμενης. Δικογραφούνται λεπτομέρειες αμέλειας (παρ. 17 Α – Ε):

 

4.14.1     Η Εναγόμενη δεν επεξήγησε με σαφήνεια και/ή εξαντλητικά τους μηχανισμούς ελέγχου των συναλλαγών ηλ. τραπεζικής κατά τη διαδικασία ανοίγματος λογαριασμού.

 

4.14.2     Η Εναγόμενη οφείλει να διαθέτει άρτιο οργανωτικό πλαίσιο για την έκδοση ηλ. χρήματος και για τις υπηρεσίες πληρωμών με αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων που αναλαμβάνει. Το οργανωτικό πλαίσιο της Εναγόμενης απεδείχθη ανεπαρκές αφού ενέκρινε συναλλαγές με τρίτο πρόσωπο με το οποίο η Ενάγουσα ουδέποτε συναλλάχθηκε και ανεξήγητες συναλλαγές. Οι συναλλαγές θεωρούνται ανεξήγητες με βάση την προηγούμενη συναλλακτική πρακτική της Ενάγουσας καθότι διεκπεραίωνε αποκλειστικά συναλλαγές προς νομικά πρόσωπα για εξόφληση τιμολογίων.

 

4.14.3     Δεν λειτούργησαν αποτελεσματικά τα αυτοματοποιημένα συστήματα παρακολούθησης των συναλλαγών  τα οποία θα έπρεπε να παράξουν σε πραγματικό χρόνο προειδοποιητικά μηνύματα (alerts)  για τη διερεύνηση ενδεχόμενων περιπτώσεων απάτης.

 

4.14.4     Ο ΓΠ αδυνατούσε να επικοινωνήσει με υπάλληλους και/ή λειτουργούς της Εναγόμενης σε μη εργάσιμες ώρες.  Η Εναγόμενη όφειλε ως πάροχος υπηρεσιών ηλ. χρήματος να παρέχει 24ωρη υπηρεσία χειρισμού επειγόντων περιστατικών ούτως ώστε να μπορούν να ακυρωθούν άμεσα συναλλαγές μη εξουσιοδοτημένες.

 

4.14.5     Οι υπάλληλοι της Εναγόμενης ενήργησαν με βραδύτητα και χωρίς να προβούν σε άμεσες ενέργειες ακύρωσης των συναλλαγών και επιστροφής των χρημάτων.

 

4.15    Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το έγγραφο με τίτλο “Acceptance of Instructions and Indemnity Agreement” περιλαμβάνει όρους οι οποίοι είναι καταχρηστικοί και ως εκ τούτου άκυροι με βάσει το Νόμο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις, Ν. 93(Ι)/1996 και την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες που συνάπτονται με καταναλωτές:

 

4.15.1     Το έγγραφο είναι προδιατυπωμένο από την Εναγόμενη, δεν αποτελεί αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων,

4.15.2     Δεν διατυπώνει ευκρινώς και/ή δεν παρουσιάζει κατά τρόπο σαφή  ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να αντιληφθεί υπό ποιες προϋποθέσεις θα ζητείτο πιστοποίηση της αυθεντικότητας των οδηγιών του καταναλωτή,

 

4.15.3     Οδηγεί σε σημαντική και/ή ουσιώδη και/ή υπέρμετρη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης και παραβιάζει τα δικαιώματα της πρώτης διότι την υποχρεώνει να αποδεχθεί αποκλειστικά την ευθύνη για οποιαδήποτε παρεξήγηση ή λάθος κατά την αποστολή οδηγιών προς την Εναγόμενη και για το ρίσκο αποδοχής από την Εναγόμενη οδηγιών από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, αποκλείει οποιαδήποτε ευθύνη της Εναγόμενης για αποδοχή και εκτέλεση μη εξουσιοδοτημένων εντολών  και δεν επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον πιστοποίησης της αυθεντικότητας των οδηγιών στην Εναγόμενη.

 

5.         Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση της, μεταξύ άλλων:

 

5.1      Παραδέχεται ότι η Ενάγουσα διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Εναγόμενη από την 24.05.2012 και μοναδικός δικαιούχος και διαχειριστής του είναι ο ΓΠ.

 

5.2      Στο πλαίσιο ανοίγματος του λογαριασμού η Ενάγουσα υπέβαλε προς την Εναγόμενη  «Δήλωση εγγεγραμμένων μετόχων και/ή του επαγγελματία διαμεσολαβητή» η οποία υπογράφθηκε από την S.I. CYLAW SERVICES και τον ΣΙ ως επαγγελματία διαμεσολαβητή και στην οποία δήλωσε ότι ενεργεί εκ μέρους της Ενάγουσας και ότι επιθυμεί άνοιγμα λογαριασμού. Στο πλαίσιο αυτής της δήλωσης, αναφέρθηκε ότι ο σκοπός του λογαριασμού είναι η λειτουργία επιχείρησης της Ενάγουσας και ότι αναμενόμενη χώρα προέλευσης των χρημάτων θα ήταν η Ευρώπη, Ανατολική και Κεντρική Ασία, Βόρειος και Νότιος Αφρική. Χώρα προορισμού θα ήταν η Ευρώπη, Αμερική, Ασία, Αφρική και Αυστραλία.

 

5.3      Η Ενάγουσα παρείχε στην Εναγόμενη ψήφισμα (company resolution) σύμφωνα με το οποίο αποφάσιζε, μεταξύ άλλων, ότι το άνοιγμα λογαριασμού θα γίνει σύμφωνα με τους Βασικούς Όρους και Προϋποθέσεις Χρήσης των Υπηρεσιών της Εναγόμενης και ότι οι όροι αυτοί έχουν εξεταστεί από τους παρόντες στη συνέλευση και εγκρίθηκαν από την Ενάγουσα. Οι όροι περιλαμβάνουν και όρους και προϋποθέσεις για τη λειτουργία ηλεκτρονικών τραπεζικών συναλλαγών. Ο ΓΠ θα ήταν ο εξουσιοδοτημένος υπογράφων της Ενάγουσας.

 

 

 

 

5.4      Η Ενάγουσα δια του ΓΠ υπέγραψε τα ακόλουθα έγγραφα:

 

5.4.1        Αίτηση Παροχής Υπηρεσίας Ηλεκτρονικής Τραπεζικής – Application for Hellenic Bank Electronic Banking Services.

 

5.4.2        Έντυπο Πληροφοριών Πελάτη – Hellenic Bank Customer Information στο πλαίσιο του οποίου ο ΓΠ  συμφώνησε και αποδέχθηκε ότι έχει λάβει το Έντυπο Βασικών Όρων και Προϋποθέσεων  Χρήσης Υπηρεσιών της Εναγόμενης και ότι αποδέχεται τους εν λόγω όρους με ελεύθερη βούληση και χωρίς διαμαρτυρία.

 

5.4.3        Έντυπο Αλλαγών – Ηλεκτρονικές Τραπεζικές Υπηρεσίες Ελληνικής Τράπεζας – Hellenic Electronic Banking – Amendment Form σύμφωνα με το οποίο ο ΓΠ εκ μέρους της Ενάγουσας υπέγραψε ότι θα είναι ο ίδιος εξουσιοδοτημένο πρόσωπο  για να έχει πρόσβαση στο λογαριασμό της Ενάγουσας ως εξουσιοδοτημένος χρήστης.

 

5.4.4        Έγγραφα σχετικά με την έκδοση και τους όρους χρήσης χρεωστικής κάρτας.

 

5.4.5        Έγγραφο Αποδοχής Όρων και Εγγύησης Αποζημίωσης – Acceptance of Instructions and Indemnity Agreement ημερ. 23.05.2012 (εφεξής “Indemnity”). Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δια του Indemnity συμφώνησε και αποδέχθηκε ότι:

 

5.4.5.1    Οι κίνδυνοι οι οποίοι μπορεί να προκληθούν από παρεξηγήσεις (misunderstandings) και λάθη και οι κίνδυνοι που εμπεριέχονται ή μπορεί να προκληθούν από οδηγίες μη εξουσιοδοτημένων προσώπων αποτελούν αποκλειστικά δική της ευθύνη και η Εναγόμενη δεν θα ευθύνεται για οποιαδήποτε ζημιά,

 

5.4.5.2    Θα αποζημιώσει την Εναγόμενη από οποιεσδήποτε πράξεις, έξοδα, διαδικασίες, ζημιές και απώλειες τις οποίες θα υποστεί η Εναγόμενη από την εκτέλεση τέτοιων οδηγιών,

 

5.4.5.3    Αναλαμβάνει να διαφυλάξει τους κωδικούς και να λαμβάνει επαρκή και/ή δέοντα μέτρα ώστε να τους κρατά και/ή να τους διαφυλάσσει από του να γίνουν γνωστοί σε πρόσωπα άσχετα με τη χρήση τους καθώς και ανέλαβε να αποζημιώσει την Εναγόμενοι για οποιασδήποτε ζημιά υποστεί εξαιτίας της παράλειψης διαφύλαξης των κωδικών.

 

5.5      Η Εναγόμενη παραδέχεται ότι έλαβαν χώρα οι τέσσερεις επίδικες συναλλαγές αναφέροντας ότι έγιναν κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας. Οι συναλλαγές εκτελέστηκαν επί τη βάσει Εξερχόμενων Εντολών Πληρωμών (Swift outgoing credit transfer) και έγινε πληρωμή του δικαιούχου επ’ ονόματι VASILE BOGDAN, 11 THE BROADWAY LOUGHTON ESSEX με τράπεζα δικαιούχου τη Lloyds. Οι συναλλαγές έλαβαν χώρα την 27.04.2017 (αρ. αναφοράς ΤΤ0140/3835710), την 28.04.2017 (αρ. αναφοράς EP0140/2046019), την 02.05.2017 (αρ. αναφοράς ΕΡ140/2047366) και την 03.05.2017 (αρ. αναφοράς ΕΡ140/2049984).

 

5.6      Ο ΓΠ απέστειλε ηλ. μήνυμα την 04.05.2017 η ώρα 00:42 διά μέσου του ηλ. συστήματος της Εναγόμενης και ζήτησε να ακυρωθούν άμεσα οι τέσσερεις συναλλαγές καθότι επρόκειτο για δόλιες και/ή απατηλές πληρωμές. Παραδέχεται επίσης ότι ο ΓΠ απέστειλε δεύτερο μήνυμα (ηλ. μήνυμα) την 04.05.2017 στο οποίο ανέφερε ότι έχουν λάβει χώρα παράνομες συναλλαγές οι οποίες έγιναν χωρίς εντολή της Ενάγουσας σε πρόσωπο το οποίο δεν γνωρίζει και/ή δεν έχει σχέση μαζί του.

 

5.7      Ο ΓΠ επικοινώνησε με υπάλληλο της Εναγόμενης τον οποίο ενημέρωσε για τις απατηλές συναλλαγές και ζήτησε την ακύρωση τους.  Ο υπάλληλος της Εναγόμενης την ίδια ημέρα προώθησε ηλεκτρονικό μήνυμα στο Τμήμα Πληρωμών της Εναγόμενης έτσι ώστε να αποστείλει αίτημα για ακύρωση των συναλλαγών στην Lloyds. Ακολούθως, υπάλληλος της Εναγόμενης επικοινώνησε με τον ΓΠ και τον ενημέρωσε ότι για να αποστείλει αίτημα για ακύρωση των επίδικων συναλλαγών θα έπρεπε να πληρώσει €60 για την κάθε συναλλαγή, ωστόσο επειδή ο λογαριασμός της Ενάγουσας είχε μόνο €63.78 ως διαθέσιμο υπόλοιπο χρεώθηκε μόνο το ποσό των €60 και προχώρησε με την αποστολή των αιτημάτων στην Lloyds.

 

5.8      Οι κωδικοί του ΓΠ ακυρώθηκαν την 25.05.2017 και εκδόθηκαν νέοι κωδικοί πρόσβασης  συνδρομητή. Δόθηκε επίσης νέα συσκευή DigiPin στον ΓΠ.

 

5.9      Η Εναγόμενη αρνείται κατηγορηματικά του ισχυρισμούς περί παράλειψης ενημέρωσης του ΓΠ και αναφέρει ότι ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον ΓΠ για την απάντηση της Lloyds στην οποία ζητούσε από την Εναγόμενη να αποστείλει μήνυμα SWIFT στο οποίο να αναφέρει ότι θα αποζημιώσει την Lloyds για οποιαδήποτε ζημιά υποστεί λόγω της επιστροφής του εμβάσματος χωρίς την εξουσιοδότηση του πελάτη της Lloyds. Στη συνέχεια, η Εναγόμενη ενημέρωσε στις 13.06.2017 τον ΓΠ ότι η Lloyds για να επιστρέψει τα χρήματα θα έπρεπε να της παρασχεθεί  αποζημίωση και/ή κάλυψη κάτι το οποίο η Εναγόμενη δεν μπορούσε να παρέχει. Εν πάση περιπτώσει, βάσει των όρων και/ή της συμφωνίας για άνοιγμα του λογαριασμού και των λοιπών εγγράφων τα οποία υπεγράφησαν από τα μέρη η Εναγόμενη ουδεμία ευθύνη έχει να παρέχει τέτοια αποζημίωση ή κάλυψη.

 

5.10    Στις 25.05.2017 έγινε συνάντηση στα γραφεία της Εναγόμενης στην οποία παρευρέθηκε ο ΓΠ με το δικηγόρο του. Απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι δεν δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις στην Ενάγουσα. Η Εναγόμενη επεξήγησε στην Ενάγουσα δεόντως και/ή με κάθε λεπτομέρεια και/ή σαφήνεια ότι:

 

5.10.1  Τα συστήματα της Εναγόμενης κατέδειξαν ότι για τις επίδικες συναλλαγές χρησιμοποιήθηκαν οι κωδικοί της Ενάγουσας ήτοι η ταυτότητα συνδρομητή, κωδικός και κωδικός πρόσβασης ορισμένου χρόνου (subscriber ID, hardware token one time password). Χωρίς τη χρήση τους δεν θα ήταν δυνατή η διενέργεια των συναλλαγών.

 

5.10.2  Με βάση τις πληροφορίες της Εναγόμενης, η ίδια η Ενάγουσα παρείχε και/ή προμήθευσε με τα στοιχεία πιστοποίησης της ηλεκτρονικής τραπεζικής της σε κακόβουλο εισβολέα ο οποίος διενήργησε τις συναλλαγές.

 

5.10.3  Το σύστημα της Εναγόμενης προσφέρει τη δυνατότητα στον πελάτη ως ασφαλιστική δικλείδα να λαμβάνει αμέσως μετά τη διενέργεια συναλλαγής  ενημερωτικό μήνυμα (sms alert), ωστόσο η Ενάγουσα δεν είχε ενεργοποιήσει αυτή τη λειτουργία.

 

5.10.4  Το ηλεκτρονικό της τραπεζικό σύστημα είναι ασφαλές και δεν θα επέτρεπε σε εισβολέα να διενεργήσει μη εξουσιοδοτημένες συναλλαγές και οι έλεγχοι ασφαλείας δεν μπορούν να διακυβευθούν κατά τρόπο που να επιτραπούν μη εξουσιοδοτημένες συναλλαγές.

 

5.10.5  Είναι διατεθειμένη να παρέχει όλη τη σχετική μαρτυρία στις Αρχές

 

5.11    Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το σύστημα ηλεκτρονικής τραπεζικής της Εναγόμενης είναι απόλυτα ασφαλές με πολλαπλές ασφαλιστικές δικλείδες και ήταν αποκλειστική ευθύνη της Ενάγουσας να διαφυλάξει τους κωδικούς της ως η συμφωνία τους κατά το άνοιγμα του λογαριασμού. Η ίδια έδωσε τους κωδικούς της σε κακόβουλο εισβολέα και η Εναγόμενη δεν φέρει καμία ευθύνη για τη διενέργεια των επίδικων συναλλαγών. Το σφάλμα και/ή η αμέλεια ήταν της Ενάγουσας.

 

5.12    Λόγω των προαναφερόμενων, καμία συμβατική υποχρέωση δεν παραβίασε η Εναγόμενη. Περαιτέρω, απορρίπτει τις λεπτομέρειες αμέλειας αναφέροντας ότι δεν παραβίασε κανένα καθήκον επιμέλειας προς την Ενάγουσα ούτε και το καθήκον της να προστατεύσει της καταθέσεις των πελατών της. Επαναλαμβάνει ότι παρέχει αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου και παρέχει τη δυνατότητα αποστολής προειδοποιητικών μηνυμάτων στους πελάτες της κατά την συναλλαγή ωστόσο η Ενάγουσα αμέλησε ή παρέλειψε να τα ενεργοποιήσει. Διαθέτει ένα άρτιο οργανωτικό πλαίσιο ηλεκτρονικού χρήματος και εφαρμόζει αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων και διαθέτει επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου.

 

5.13    Η Εναγόμενη δεν διέπραξε οποιοδήποτε σφάλμα. Δεν είχε άλλη επιλογή παρά να εκτελέσει τις εν λόγω πληρωμές εφόσον είχα καταχωριστεί στο σύστημα ορθά οι κωδικοί πρόσβασης  της Ενάγουσας καθώς και όλα τα στοιχεία ταυτοποίησης και πιστοποίησης της αυθεντικότητας της Ενάγουσας. Η δε Ενάγουσα εμποδίζεται (estopped) να εγείρει τέτοιους ισχυρισμούς καθότι η ίδια συμφώνησε ότι η ασφαλής φύλαξη των κωδικών είναι δική της ευθύνη.

 

5.14    Ούτε ισχύει το ότι ο ΓΠ αδυνατούσε να επικοινωνήσει με υπαλλήλους της Εναγόμενης σε μη εργάσιμες ώρες δεδομένου του ότι ο ίδιος αναφέρει πως απέστειλε μήνυμα και κατήγγειλε τις εν λόγω συναλλαγές ως απατηλές. Όταν περιήλθε σε γνώση των λειτουργών της το συμβάν δεν ενήργησαν με βραδύτητα αλλά προέβησαν σε άμεσες ενέργειες για ακύρωση των συναλλαγών επικοινωνώντας με την Lloyds.

 

5.15    Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα για την επιστροφή των χρημάτων στον λογαριασμό της Ενάγουσας και/ή έλαβε όλα τα μέτρα τα οποία θα ελάμβανε ένα τραπεζικό ίδρυμα το οποίο λειτουργεί με επαγγελματισμό και/ή προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες από το νόμο και τους κανονισμούς και ενήργησε με καλή πίστη.

 

5.16    Τέλος, η Εναγόμενη απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί καταχρηστικών ρητρών. Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα αποδέχθηκε το εν λόγω έγγραφο κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας και με την ελεύθερη συναίνεση της. Το δε έγγραφο δεν είναι προδιατυπωμένο και ο καταναλωτής μπορεί να κατανοήσει πλήρως τους όρους του.  

 

Γ.  ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ

 

6.         Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας προσφέρθηκε μαρτυρία από τον κύριο Γεώργιο Παντελιό (ΜΕ). Για την Εναγόμενη έδωσε μαρτυρία ο κύριος Παναγιώτης Α. Παναγίδης (ΜΥ).

 

7.         Η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την υποβολή από τους συνήγορους των διαδίκων γραπτών αγορεύσεων στις οποίες προωθούν και υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και παραπέμπουν σε σχετική νομολογία.

 

8.         Επισημαίνω, ότι τα επιχειρήματα τα οποία τέθηκαν και η μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε από τους διάδικους εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση τη οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικών θεμάτων (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY, Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).

 

9.         Θα προχωρήσω με την παράθεση μιας σύνοψης της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα.

 

i.         ΜΕ -  Γεώργιος Παντελιός

 

10.      Ο ΜΕ κατά την κυρίως εξέταση του ανέγνωσε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και στην οποία εν πολλοίς επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας.

 

11.      Ανέφερε ότι είχε στην κατοχή του όλους τους κωδικούς πρόσβασης οι οποίοι χρειάζονται για πρόσβαση στις ηλεκτρονικές τραπεζικές υπηρεσίες της Εναγόμενης περιλαμβανομένου του hardware mini token (εφεξής “TOKEN” ή “DigiPIN”).

 

12.      Κατέθεσε ως τεκμήρια έξι έγγραφα τα οποία συμπλήρωσε και υπέγραψε στο πλαίσιο του ανοίγματος του επίδικου λογαριασμού. Τα έγγραφα κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και επίσης έγινε αποδεκτό από την Εναγόμενη ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτά είναι αληθή.

 

13.      Μεταξύ άλλων, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της αίτησης παροχής υπηρεσίας ηλεκτρονικής τραπεζικής ημερομηνίας 23.05.2012. Στο Τεκμήριο 1, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται η επιλογή ο συνδρομητής της υπηρεσίας ηλεκτρονικής τραπεζικής να λαμβάνει SMS alerts στο τηλέφωνο του. Επίσης, περιλαμβάνεται η εξής δήλωση: «Δηλώνω υπεύθυνα ότι έχω διαβάσει και κατανοήσει πλήρως και αποδέχομαι χωρίς καμία επιφύλαξη τους Όρους Χρήσης των Ηλεκτρονικών Τραπεζικών Υπηρεσιών της Ελληνικής Τράπεζας που περιλαμβάνονται στο έντυπο με κωδικό ΗΒ1068 – 12/2009 το οποίο μου έχει δοθεί από την Τράπεζα.»

 

14.      Παρόμοια δήλωση υπάρχει στα Τεκμήρια 2 και 3. Το έγγραφο με τίτλο Acceptance of Instructions and Indemnity Agreement κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4. Στο εν λόγω έγγραφο το οποίο για σκοπούς συντομίας θα αποκαλώ “Indemnity” το οποίο υπογράφεται από τον ΜΕ αναφέρεται ότι συμφωνεί με τους όρους και προϋποθέσεις οι οποίοι τίθενται στο έγγραφο και περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

 

14.1    “…The Bank has the right but not the obligation to verify the authenticity of the instructions by telephone or any other means that the Bank may decide, before executing the instructions….”

 

14.2    “We accept the risk that may be the result of a mechanical fault, including paper shortage, transmission errors, omissions and distortions.”

 

14.3    “I/We agree that the risks by misunderstandings and errors and the risk of instructions being given by unauthorized persons are exclusively my/our own and that your Bank shall not be responsible for any loss, liability or expense that may result from such misunderstandings, errors an unauthorized instructions. I/We undertake to indemnify the Bank from and against any actions, proceedings, costs, expenses, claims, damages and losses which the bank may suffer, incur or sustain by reason of the execution of such instructions”.

 

14.4    “… The Bank shall be fully protected and shall incur no liability to me / us, for acting upon instructions, which the Bank in good faith believes to have been given by me / us (or by any of us) or by any of my / our authorized signatory/ies, representative/s.”

 

14.5    “I/We undertake to safeguard the codes and to take adequate precautions for their keeping and to prevent their becoming known to persons who are not related to their use. I/we hereby engage and agree to hold the Bank harmless and indemnified from any claims, expenses, damages and losses which the Bank may incur by reason of me/ us not adequately protecting the codes.”

 

14.6    “10. I/We agree not to take any action against the Bank by reason or on account of it having acted on the said instructions wrongly or mistakenly or because it did not act wholly, or in part in accordance with such instructions.”

 

15.      Ως Τεκμήριο 7, o ME κατέθεσε τις τέσσερεις εξερχόμενες εντολές πληρωμής. Η πρώτη εντολή αποτελεί SWIFT outgoing credit transfer ενώ οι υπόλοιπες τρεις είναι με τη χρήση του συστήματος SEPA (SEPA outgoing credit transfer).

 

16.      Ο ΜΕ περαιτέρω ανέφερε ότι είχε πρόσβαση στο λογαριασμό στις 23:50 της 03.05.2017. Διαπίστωσε ότι έγιναν οι τέσσερεις συναλλαγές προς ένα άγνωστο πρόσωπο με το όνομα Vasile Bogdan ο οποίος διατηρούσε λογαριασμό στη Lloyds. Κάλεσε την υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών της Εναγόμενης η οποία δεν λειτουργούσε προκαλώντας του αναστάτωση. Στις 00:42 απέστειλε email προς την Εναγόμενη μέσω της ιστοσελίδας της ζητώντας την ακύρωση  των τεσσάρων συναλλαγών (Τεκμήριο 8). Ενημέρωσε την Αστυνομία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο. Στις 04:29 απέστειλε email προς την Εναγόμενη και ζήτησε όπως ενεργήσουν άμεσα (Τεκμήριο 9).

 

17.      Στις 05:02 (04.05.2017) έλαβε αυτοματοποιημένο μήνυμα το οποίο τον καλούσε να  επικοινωνήσει με την τράπεζα τηλεφωνικώς σε ώρες εργασίας. Για να προστατεύσει τα χρήματα τα οποία παρέμειναν στο λογαριασμό της Ενάγουσας προέβη σε εντολές πληρωμών (εξόφληση τιμολογίων) επειδή η Εναγόμενη δεν ανταποκρινόταν και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν θα ενέκρινε και θα ολοκλήρωνε και άλλες συναλλαγές χωρίς την έγκριση του.

 

18.      Περί τις 08:00 ενημέρωσε τηλεφωνικά για το συμβάν το τμήμα διεθνών συναλλαγών της Εναγόμενης και ζήτησε την ακύρωση των συναλλαγών. Περί τις 10:00 επικοινώνησε μαζί του ο κ. Ζαμπάς λειτουργός της Εναγόμενης και του ζήτησε να αναλάβει τα έξοδα διαβίβασης των αιτημάτων επιστροφής των χρημάτων προς την Lloyds. Αφού πλήρωσε τα έξοδα του αναφέρθηκε ότι η τράπεζα προχώρησε στο εν λόγω διάβημα. Σημειώνει ότι ο κ. Ζαμπάς τον ρωτούσε επίμονα αν είχε χάσει ή αν του είχαν αφαιρέσει το ΤΟΚΕΝ του καθότι θεωρούσε πως οι συναλλαγές έγιναν με τη χρήση του ΤΟΚΕΝ. Τον διαβεβαίωσε ότι το είχε στην κατοχή του και ότι θα το επιδείκνυε στην τράπεζα. Ζήτησε επίσης να συναντηθεί άμεσα με εκπροσώπους της τράπεζας ωστόσο αυτοί αρνήθηκαν και όρισαν ημερομηνία συνάντησης την 25.05.2017.

 

19.      Στις 04.05.2017 ο λογιστής της Ενάγουσας κατέθεσε καταγγελία στο ΤΑΕ στη Λευκωσία. Ως Τεκμήριο 10 κατέθεσε έκθεση γεγονότων του ΤΑΕ. Μέχρι και την ημέρα που έδωσε μαρτυρία δεν υπήρξε καμία εξέλιξη και η μόνη ενημέρωση την οποία έλαβε ήταν ότι οι αρχές του Η.Β. δεν ανταποκρίθηκαν.

 

20.      Ο ΜΕ παραπονείται ότι δεν έχει λάβει καμία ενημέρωση ως προς το γιατί η Εναγόμενη ενέκρινε και ολοκληρώθηκαν οι συναλλαγές χωρίς την έγκριση του και για τις ενέργειες στις οποίες είχαν προβεί για επιστροφή των χρημάτων. Ούτε κατά την συνάντηση μεταξύ των μερών που έλαβε χώρα στις 25.05.2017 λήφθηκε οποιαδήποτε ενημέρωση. Όταν ο ΜΕ τους έδειξε ότι είχε στην κατοχή του το ΤΟΚΕΝ οι λειτουργοί της Εναγόμενης εξεπλάγησαν καθότι πίστευαν ότι το είχε απωλέσει.

 

21.      Οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης περί παράλειψης του να διαφυλάξει τους κωδικούς του καταρρίπτονται από τη στιγμή που είχε στην κατοχή του το TOKEN. Επίσης κατά τη συνάντηση με λειτουργούς της Εναγόμενης σε κάποια στιγμή αναφέρθηκε ότι κατόπιν επικοινωνίας τους με την Lloyds διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν τα στοιχεία του παραλήπτη των χρημάτων.

 

22.      Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της συνάντησης οι εκπρόσωποι της Εναγόμενης αποφάσισαν να ακυρώσουν το ΤΟΚΕΝ και να τον εφοδιάσουν με καινούριο (Τεκμήριο 11). Ο ΜΕ διερωτάται γιατί τον εφοδίασαν με καινούρια συσκευή δεδομένου του ότι του ανέφεραν πως η υφιστάμενη δεν ήταν ελαττωματική αλλά και ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση ή διακύβευση των σχετικών συστημάτων της τράπεζας (Τεκμήριο 12). Προσθέτει ότι μέχρι σήμερα δεν τον πληροφορούν για το τι ακριβώς έγινε.

 

23.      Ζήτησε από τη Εναγόμενη όπως ελέγξει το σύστημα ασφαλείας της. Επισήμανε επίσης ότι όλες οι μεταφορές χρημάτων στις οποίες προέβαινε ανέφεραν την αιτιολογία (π.χ. εξόφληση τιμολογίου), όμως οι συγκεκριμένες τέσσερεις συναλλαγές δεν ανέφεραν καμία αιτιολογία και γενικότερα ήτο ανεξήγητες με βάση τη συναλλακτική συμπεριφορά της Ενάγουσας. Έκτοτε, όσες φορές επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Εναγόμενη του ανέφεραν ότι δεν υπήρχε καμία εξέλιξη και ότι ανέμεναν απάντηση από την Lloyds.

 

24.      Τονίζει ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει υπό ποιες συνθήκες η Εναγόμενη ενέκρινε και ολοκλήρωσε τις επίδικες συναλλαγές  χωρίς την έγκριση του από τη στιγμή που το DigiPIN ήταν στην κατοχή του. Επίσης, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι ήταν αυτό που έθεσε σε κίνηση τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην αποξένωση των χρημάτων. Επομένως, προσθέτει, δεν μπορεί να κατονομάσει συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη της Εναγόμενης αλλά μπορεί να αναφέρει μόνο ότι δεν μερίμνησε για την ασφαλή τήρηση και προστασία των υπό φύλαξη καταθέσεων της Ενάγουσας και ένεκα τούτου επήλθε η απώλεια χρημάτων προς όφελος τρίτου προσώπου χωρίς τη συγκατάθεση του.

 

25.      Από τη στιγμή που ουδέποτε έδωσε τους κωδικούς του σε οποιοδήποτε πρόσωπο και είχε στην κατοχή του το TOKEN χωρίς να έχει παράξει κωδικό πρόσβασης ορισμένου χρόνου, η αποξένωση των χρημάτων δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς κάποιο λάθος από την Εναγόμενη.

 

26.      Επανέλαβε ότι τους κωδικούς του τους φύλαγε «ως κόρην οφθαλμού» και γι’ αυτόν τον λόγο αναφέρει ότι η ολοκλήρωση των συναλλαγών προκλήθηκε εκ πρώτης όψεως λόγω αμέλειας της Εναγόμενης. Η λογική επιτάσσει ότι είναι πιο πιθανό το ζημιογόνο γεγονός να οφείλεται σε αμέλεια της Εναγόμενης να διασφαλίσει την ασφαλή τήρηση και προστασία των καταθέσεων της Ενάγουσας παρά οτιδήποτε άλλο. Όλη η κατάσταση ήταν υπό τον έλεγχο της Εναγόμενης και δεν μπορεί να αναμένεται από την Ενάγουσα να γνωρίζει τη φύση του λάθους.

 

27.      Η Εναγόμενη ισχυρίστηκε πρώτη φορά μέσω της Υπεράσπισης της και ο ίδιος ενημερώθηκε για πρώτη φορά ότι η Lloyds τους ζήτησε να παρασχεθεί κάλυψη για την επιστροφή χρημάτων της Ενάγουσας  και διερωτάται γιατί δεν το έπραξε η Εναγόμενη αφού συζητούσε με την Lloyds  για λογαριασμό της Ενάγουσας. Η δε θέση της Εναγόμενης ότι δεν έφερε καμία ευθύνη να παρέχει τέτοια κάλυψη είναι εσφαλμένη και προκλητική καθότι δείχνει αδιαφορία για τα συμφέροντα της Ενάγουσας και ως τυγχάνει νομικής συμβουλής υπάρχει εξυπακουόμενος όρος ότι η Εναγόμενη θα έπρεπε να συμβάλει στην αποκατάσταση της ζημιάς και τη διαφύλαξη των συμφερόντων της Ενάγουσας.

 

28.      Κατέθεσε επίσης επιστολές τις οποίες απέστειλαν οι νομικοί σύμβουλοι της Ενάγουσας στην Εναγόμενη. Επανέλαβε επίσης τα όσα αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσα σε σχέση με το Indemnity (Τεκμήριο 4) προσθέτοντας ότι τέθηκε ενώπιον του μεταξύ πολλών εγγράφων και η Εναγόμενη δεν προέβη σε καμία ενέργεια να του γνωστοποιήσει πως σε αυτό υπήρχε όρος αποκλεισμού ευθύνης.

29.      Κατά την αντεξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η Ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό για να διεκπεραιώνει πληρωμές προς τους συνεργάτες της που ήταν άλλες εταιρείες. Ωστόσο, ανέφερε πως δεν θυμάται να είχε δηλώσει κάπου ότι θα συναλλάσσεται αποκλειστικά με νομικά πρόσωπα. Στο Τεκμήριο 5, δεύτερη σελίδα, παρ. 1 σημείο γίνεται αναφορά σε ηπείρους οι οποίες αποτελούν πιθανούς προορισμούς των πληρωμών από τον λογαριασμό. Δέχθηκε ότι δεν δήλωσε πουθενά ότι θα πληρώνονταν μόνο νομικά πρόσωπα ή ο σκοπός των συναλλαγών.

 

30.      Εξήγησε επίσης τον τρόπο με τον οποίο προέβαινε σε πληρωμές. Ανέφερε πως τον κωδικό του δεν τον θυμάται καθότι πέρασαν πολλά χρόνια. Τον κωδικό του τον γνώριζε μόνο ο ίδιος ενώ χρησιμοποιείτο κωδικός τον οποίο παρήγαγε το ΤΟΚΕΝ για να ολοκληρωθεί οποιαδήποτε συναλλαγή. Επανέλαβε ότι είχε συνέχεια το ΤΟΚΕΝ μέσα στο σακίδιο του το οποίο είναι συνέχεια κοντά του.

 

31.      Υποβλήθηκε ότι για την διενέργεια των συγκεκριμένων συναλλαγών χρησιμοποιήθηκε τόσο το id number, ο κωδικός πρόσβασης όσο και ο μοναδικός κωδικός που λάμβανε το ΤΟΚΕΝ. Ο ΜΕ ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πώς έγιναν οι συναλλαγές και όταν συναντήθηκε με τους εκπρόσωπους της Εναγόμενης τους πρότεινε να εξετάσουν το ΤΟΚΕΝ για να διαπιστώσουν ότι δεν είχαν εκδοθεί από αυτό οι κωδικοί των συναλλαγών αλλά αυτοί αρνήθηκαν και το ακύρωσαν.

 

32.      Ανέφερε ότι δεν μελέτησε τους όρους για το άνοιγμα του λογαριασμού δεδομένου του ότι θεωρούσε πως δεν είναι διαπραγματεύσιμοι. Παρά ταύτα δεν ζήτησε την τροποποίηση οποιουδήποτε όρου. Επομένως, σε σχετική ερώτηση, αποδέχθηκε ότι αυτό είναι δικό του συμπέρασμα. Σε μεταγενέστερο στάδιο, ανέφερε ότι δεν είχε χρόνο να διαβάσει τα έγγραφα κατά το άνοιγμα του λογαριασμού αν και δεν ζήτησε χρόνο για να του αρνηθούν.

 

33.      Ως προς το Τεκμήριο 4 (Indemnity), απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι κατανόησε πλήρως το περιεχόμενο του.

 

34.      Υποβλήθηκε ότι για όλες τις συναλλαγές είχε χρησιμοποιηθεί το ΤΟΚΕΝ του. Ο ΜΕ αρνήθηκε καθότι το είχε μαζί του συνέχεια και δεν το είχε χρησιμοποιήσει αναφέροντας ότι δεν γνωρίζει πως έγιναν οι συναλλαγές.

 

35.      Όταν υποβλήθηκε πως στις εντολές πληρωμής δίδονται λεπτομέρειες, ο ΜΕ συμφώνησε, ωστόσο, ανέφερε ότι δεν συνάδουν με τις προηγούμενες εντολές που είχε δώσει καθότι ο ίδιος έγραφε τον αριθμό του τιμολογίου.

 

36.      Ανέφερε ότι δεν είχε ζητήσει να ακυρωθεί η κάρτα ή να ακυρωθεί το user ID και ο κωδικός πρόσβασης επειδή δεν του είχε συμβεί ξανά τέτοιο πράγμα και δεν ήξερε πως να το χειριστεί.

 

37.      Επέμεινε ότι το μήνυμα που έλαβε στις 05:00 το πρωί της 04.05.2017 ήταν αυτοματοποιημένο. Μετά τις 08:00 κατάφερε να μιλήσει με κάποιον τηλεφωνικά. Περαιτέρω, επέμεινε στο ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει αν είχαν ολοκληρωθεί οι συναλλαγές. Πρόσθεσε ότι οι δύο τελευταίες ήταν της προηγούμενης ημέρας.

 

38.      Όταν υποβλήθηκε ότι υπήρχε δυνατότητα λήψης ειδοποιήσεων στο τηλέφωνο του κάθε φορά που διεκπεραιωνόταν μια συναλλαγή ο ΜΕ ανέφερε πως δεν το γνώριζε και εάν το γνώριζε ότι υπήρχε η δυνατότητα αυτή θα το είχε πράξει και ενδεχομένως να είχε σταματήσει κάποιες από τις συναλλαγές.

 

39.      Όταν υποβλήθηκε ότι η Τράπεζα ενέκρινε τις συναλλαγές καθότι χρησιμοποιήθηκαν όλες οι ασφαλιστικές δικλείδες που υπήρχαν και δεν μπορούσε να μην τις επιτρέψει, ο ΜΕ ανέφερε «αποδέχομαι αυτά που λέτε».

 

40.      Υποβλήθηκε επίσης ότι ο ίδιος έδωσε πληροφορίες σε κακόβουλό εισβολέα, υποβολή την οποία αρνήθηκε ο ΜΕ. Επίσης, ανέφερε ότι δεν έχει γνώση ως προς το κατά πόσον το ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας είναι ασφαλές. Αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη προέβη σε όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για να επιστραφούν τα χρήματα εφόσον δεν ήταν διατεθειμένη να παράσχει εγγύηση στην Lloyds. Ανέφερε ότι από τον ίδιο δεν είχε ζητηθεί να πληρωθεί εγγύηση. Η συνήγορος της Εναγόμενης υπέβαλε ότι του προτάθηκε να δώσει εγγύηση και εν τέλει απάντησε ότι δεν θυμάται. 

 

ii.         MY - Παναγιώτης Παναγίδης

 

41.      O MY, ο οποίος είναι Διευθυντής του Κέντρου Διεθνών Επιχειρήσεων Λευκωσίας της Εναγόμενης, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση την οποία ετοίμασε (Έγγραφο Β). Στο Έγγραφο Β μεταξύ άλλων αναφέρει ότι:

 

41.1    Με βάση τα έγγραφα τα οποία υπέγραψε ο ΓΠ κατά το άνοιγμα του λογαριασμού ο σκοπός ανοίγματος ήταν η λειτουργία της επιχείρησης της Ενάγουσας και ως αναμενόμενες χώρες προέλευσης αλλά και προορισμού περιέλαβε την Ευρώπη, Ανατολική και Κεντρική Ασία, Βόρειο και Νότιο Αφρική και Αυστραλία (Τεκμήριο 5).

 

41.2    Η Ενάγουσα στο πλαίσιο της αίτησης για άνοιγμα λογαριασμού, έδωσε στην Εναγόμενη ψήφισμα (Τεκμήριο 3) το οποίο επιβεβαιώνει ότι επιθυμούσε να ανοιχθεί τραπεζικός λογαριασμός σύμφωνα με τους βασικούς όρους και προϋποθέσεις χρήσης των υπηρεσιών της Εναγόμενης μαζί με οποιουσδήποτε άλλους ειδικούς όρους τους οποίους είχαν εξετάσει και εγκρίνει μέσω της συνέλευσης της. Όλα τα έγγραφα υπογράφηκαν αφού είχαν μελετηθεί και εγκριθεί από τον ΓΠ και από την Ενάγουσα μέσω της συνέλευσης της. Ο ΓΠ ήταν σε θέση να διαπραγματευτεί τη συμπερίληψη ή παράλειψη κάποιου όρου  κάτι το οποίο δεν έπραξε και δεν ζήτησε. Επομένως, όλοι οι όροι οι οποίοι έχουν υπογραφεί εκ μέρους του ΓΠ για λογαριασμό της Ενάγουσας είναι νόμιμοι, έγκυροι, εκτελεστοί και δεσμευτικοί.

 

41.3    Οι δε όροι στα έγγραφα τα οποία υπεγράφησαν είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο σαφή και κατανοητό και δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε από τον ΓΠ ότι δεν αντιλήφθηκε ή ότι δεν αποδέχεται κάποιο όρο.

 

41.4    Με την υπογραφή του Indemnity (Τεκμήριο 4) η Ενάγουσα αποδέχθηκε ότι οι κίνδυνοι που εμπεριέχονται και μπορεί να προκληθούν από παρεξηγήσεις  και λάθη και οι κίνδυνοι που εμπεριέχονται και μπορεί να προκληθούν από οδηγίες οι οποίες δίνονται από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα είναι αποκλειστικά δική της ευθύνη και καμία ζημιά δεν θα πρέπει να καλύψει η Εναγόμενη ως αποτέλεσμα. Περαιτέρω, η Ενάγουσα δια της υπογραφής του Indemnity αποδέχθηκε ότι αναλαμβάνει να διαφυλάξει τους κωδικούς και να λάβει επαρκή και δέοντα μέτρα ώστε να τους διαφυλάττει για να μην κοινοποιηθούν σε άγνωστα και μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα. Επίσης, η Ενάγουσα αποδέχθηκε ότι η Εναγόμενη μπορεί και έχει το δικαίωμα να χρεώσει το λογαριασμό της με οποιοδήποτε ποσό ως αποτέλεσμα οδηγιών που θα λάμβανε εφόσον γινόταν η χρήση όλων των ασφαλιστικών δικλείδων που είχε θέσει.

 

41.5    Η Εναγόμενη εκτέλεσε τις τέσσερεις πληρωμές κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας.  Σύμφωνα με τα συστήματα ασφαλείας της Εναγόμενης οι συναλλαγές δεν ήταν δυνατό να ολοκληρωθούν εάν δεν χρησιμοποιούνταν οι κωδικοί πρόσβασης της Ενάγουσας καθώς και οι μοναδικοί κωδικοί πρόσβασης που είχαν σταλεί στο ΤΟΚΕΝ. Μάλιστα, από τα συστήματα της Εναγόμενης προκύπτει ότι έχουν χρησιμοποιηθεί μοναδικοί κωδικοί ορισμένου χρόνου από το ΤΟΚΕΝ κατά τη διενέργεια των συγκεκριμένων συναλλαγών.

 

41.6    Κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 μια έκθεση με πίνακες οι οποίοι εξάχθηκαν από τα συστήματα της Εναγόμενης και αποδεικνύουν τη χρήση των εν λόγω μοναδικών κωδικών. Προσθέτει ότι η αποστολή των κωδικών προϋποθέτει την πρόσβαση στο λογαριασμό με τη χρήση των μοναδικών κωδικών (username & password) τους οποίους είχε η Ενάγουσα.

 

41.7    Επανέλαβε ότι οι συναλλαγές έγιναν με τη χρήση των κωδικών πρόσβασης αλλά και με τη χρήση του μοναδικού κωδικού ορισμένοι χρόνου που είχαν σταλεί στο ΤΟΚΕΝ. Για να σταλεί κωδικός σημαίνει ότι ο ΓΠ ή κάποιος στον οποίο είχαν ηθελημένα ή άθελα κοινοποιηθεί οι κωδικοί είχε πρόσβαση στο λογαριασμό και προέβη στις συναλλαγές. Η Εναγόμενη δεν θα προέβαινε στη συναλλαγή αν δεν είχαν χρησιμοποιηθεί όλες οι δικλείδες ασφαλείας οι οποίες τέθηκαν για την προστασίας του λογαριασμού.

 

41.8    Η Εναγόμενη προώθησε αίτημα για ακύρωση των συναλλαγών στην τράπεζα του δικαιούχου. Οι συναλλαγές είχαν ολοκληρωθεί και δεν μπορούσαν να δεσμευθούν εκ νέου τα χρήματα από το λογαριασμό του δικαιούχου χωρίς την απαραίτητη εγγύηση από τον καταγγέλλοντα. Όταν αναφέρθηκε αυτό στον ΓΠ ο ίδιος αρνήθηκε να παρέχει την οποιαδήποτε εγγύηση και ζήτησε από την Εναγόμενη να παρέχει την εγγύηση. Όμως, η Εναγόμενη ήταν βέβαιη με βάση τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της ότι οι συναλλαγές έγιναν αφού είχαν χρησιμοποιηθεί όλες οι δικλείδες ασφαλείας.

 

41.9    Ο ΓΠ ήταν ενήμερος για τα διαβήματα που γίνονταν από την Εναγόμενη. Στις 13.06.2017 ενημερώθηκε για την απάντηση της τράπεζας του δικαιούχου όπου ζητήθηκε να αποσταλεί μήνυμα swift το οποίο να αναφέρει ότι θα αποζημιωνόταν η τράπεζα του δικαιούχου για οποιαδήποτε ζημιά υποστεί λόγω της επιστροφής των εμβασμάτων χωρίς την εξουσιοδότηση του δικαιούχου – πελάτη τους. Ως Τεκμήριο 17 κατέθεσε το μήνυμα το οποίο στάλθηκε στην Ενάγουσα. Το Τεκμήριο 17 αποτελεί εκτύπωση του μηνύματος το οποίο στάλθηκε στην Ενάγουσα στις 13.06.2017 από την “S. Kalimera”. Ως θέμα αναγράφεται ο κωδικός «ft06801309» που είναι ο αριθμός αναφοράς της τέταρτης συναλλαγής από τις επίδικες. Στο μήνυμα αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

“Dear Sirs,

In relation to the outgoing payment, with reference number EPO140/2046019 by order of the subject company, please be informed that the following information is received by our correspondent bank regarding the payment cancellation:

 

THE BANK CAN NOT (sic) RETURN THE FUNDS WITHOUT BANK INDEMNITY. WE DO NOT PROVIDE BANK INDEMNITY, THEREFORE IT IS A MATTER YOU, AS THE CLIENT, HAS (sic) ΤΟ RESOLVE.

 

Kind regards,

 

Payments and Investigations Department

International Business Centre Athalassa – Nicosia Hellenic Bank Public Company Limited”

 

41.10 Αναφέρει επίσης ότι η πολιτική της Εναγόμενης ήταν να χρεώνει €60 για κάθε ακύρωση συναλλαγής αλλά την Ενάγουσα την χρέωσε μόνο για την ακύρωση μίας συναλλαγής επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα. Την ίδια ημέρα (04.05.2017) η Εναγόμενη προχώρησε και αιτήθηκε την ακύρωση των συναλλαγών και την επιστροφή των χρημάτων με την αιτιολογία ότι οι συναλλαγές ήταν δόλιες και απατηλές. Περαιτέρω, η Εναγόμενη ουδέποτε αρνήθηκε να παράσχει πληροφόρηση στην Αστυνομία.

 

41.11 Κατά τη συνάντηση που έλαβε χώρα στις 25.05.2017 δόθηκαν επαρκείς απαντήσεις σχετικά με τις επίδικες συναλλαγές και τις ενέργειες που έγιναν από την Εναγόμενη για την επιστροφή των χρημάτων. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με το αρχείο της Εναγόμενης, επεξηγήθηκε ότι το σύστημα έδειξε πως για τις επίδικες συναλλαγές είχαν χρησιμοποιηθεί οι κωδικοί πιστοποίησης της Ενάγουσας (τόσο η ταυτότητα συνδρομητή, ο κωδικός πρόσβασης, όσο και ο κωδικός ορισμένου χρόνου από το ΤΟΚΕΝ) καθώς και ότι χωρίς τη χρήση των κωδικών αυτών θα ήταν αδύνατη η ολοκλήρωση των συναλλαγών. Για να προστατευθεί ο λογαριασμός της Ενάγουσας, του προτάθηκε να αλλάξει κωδικούς πρόσβασης και ΤΟΚΕΝ πράγμα το οποίο αποδέχθηκε ο ΓΠ χωρίς διαμαρτυρία και γι’ αυτό υπέγραψε τα σχετικά έντυπα.

 

41.12 Οι τέσσερεις επίδικες συναλλαγές δεν ήταν δυνατό να κινήσουν την υποψία στην Εναγόμενη καθότι τα χρήματα στέλνονταν σε δικαιούχο εντός των ορίων που είχαν τεθεί από την Ενάγουσα και η κάθε συναλλαγή είχε αιτιολογία. Είχαν χρησιμοποιηθεί όλες οι ασφαλιστικές δικλείδες, είχαν θεωρηθεί νόμιμες και η Εναγόμενη είχε την υποχρέωση να τις ολοκληρώσει αφού η χρήση των εν λόγω δικλείδων έδειχνε ότι είχαν γίνει με τη συγκατάθεση του ΓΠ.

 

41.13 Ο ΓΠ δεν ενεργοποίησε τη λειτουργία αποστολής SMS όταν λαμβάνει χώρα συναλλαγή παρότι ήταν διαθέσιμο (Τεκμήριο 1).

 

41.14 Το ηλεκτρονικό σύστημα της Εναγόμενης είναι τόσο ασφαλές που δεν θα επέτρεπε να λάβει χώρα μη εξουσιοδοτημένη συναλλαγή, χωρίς τη χρήση δηλαδή των δικλείδων ασφαλείας που είχαν τεθεί. Η ευθύνη βαραίνει τον ΓΠ που είχε την ευθύνη ασφαλούς φύλαξης των κωδικών και του ΤΟΚΕΝ πράγμα που είχε συμφωνήσει.

 

41.15 Αναφέρει επίσης ότι η διενέργεια των συναλλαγών ουδεμία σχέση έχει το καθήκον για ασφαλή φύλαξη των καταθέσεων.

 

42.      Κατά την κυρίως εξέταση του επεξήγησε σε έκταση τα περιεχόμενα του Τεκμηρίου 16 το οποίο ως ανέφερε εξάχθηκε από τα συστήματα της τράπεζας με σκοπό να καταδειχθεί ότι είχαν χρησιμοποιηθεί οι κωδικοί της Ενάγουσας για την εκτέλεση των συναλλαγών. Επίσης, αντεξετάστηκε εν εκτάσει σε σχέση με το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης.

 

43.      Αρχίζοντας από την πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 16 ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως το USER ID είναι αυτό του ΓΠ, ο αρ. λογαριασμού είναι αυτός της Ενάγουσας και επειδή παράχθηκε SESSION ID φαίνεται ότι ο πελάτης είχε προχωρήσει σε μία πράξη στο σύστημα. Στη δεύτερη σελίδα φαίνεται το ποσό της κάθε συναλλαγής, το νόμισμα, η διεύθυνση του δικαιούχου και της τράπεζας του δικαιούχου.

 

44.      Στην τρίτη σελίδα καταγράφεται, μεταξύ άλλων, η ημερομηνία και ώρα ολοκλήρωσης των συναλλαγών και οι περιγραφές των συναλλαγών. Στην τέταρτη σελίδα αναγράφεται το κατά πόσον ανέκυψε κάποιο σφάλμα (error), εν προκειμένω επεξηγήθηκε πως δεν υπήρξε σφάλμα, η ημερομηνία αξίας του εμβάσματος (value date), δηλαδή η ημερομηνία που ο δικαιούχος παρέλαβε τα χρήματα, η ημερομηνία στην οποία το σύστημα της τράπεζας χρέωσε τον λογαριασμό, το κατά πόσον χρησιμοποιήθηκε το VTOKEN που σε όλες τις σειρές αναγράφεται  το γράμμα «Υ» δηλαδή «ναι», πράγμα που επιβεβαιώνει ότι χρησιμοποιήθηκε κωδικός από το ΤΟΚΕΝ. Το Source IP ανέφερε ότι είναι η ταυτότητα του υπολογιστή που χρησιμοποιήθηκε για να δοθούν οι οδηγίες στο σύστημα της τράπεζας για την εκτέλεση των πράξεων. Η στήλη του OTP Password είναι κενή διότι χρησιμοποιήθηκε το ΤΟΚΕΝ. Στη στήλη VTOKEN SERIAL NUMBER αναγράφεται ο αριθμός σύνδεσης ΤΟΚΕΝ ο οποίος δόθηκε στον πελάτη ο οποίος είναι συνδεδεμένος με τον αριθμό του χρήστη. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει ταύτιση μεταξύ του αριθμού του ΤΟΚΕΝ που χρησιμοποιήθηκε και του σειριακού αριθμού του ΤΟΚΕΝ του ΓΠ.  Η πρώτη συναλλαγή έγινε με SWIFT ενώ οι υπόλοιπες μέσω του συστήματος SEPA.

 

45.      Ως προς την τελευταία σελίδα στην οποία δεν υπήρχε καμία καταχώριση κάτω από τις στήλες της, ανέφερε ότι δεν μπορεί να τα εξηγήσει καθότι είναι τεχνικά δεδομένα του συστήματος και δεν εργάζεται στο τμήμα πληρωμών για να μπορεί να τα εξηγήσει.  

 

46.      Το ότι δεν μπορεί να εξηγήσει τεχνικά ζητήματα ήταν κάτι το οποίο επανέλαβε ο ΜΥ κατά την αντεξέταση του. Ανέφερε ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω της θέσης του. Δεν ήταν παρών στη συνάντηση η οποία έλαβε χώρα στις 25.05.2017. Ενημερώθηκε όμως από συναδέλφους του οι οποίοι ήταν παρόντες και οι οποίοι είχαν εμπλακεί στην υπόθεση το 2017.

 

47.      Το Τεκμήριο 16 εξήγησε ότι εξάχθηκε από το σύστημα web banking της τράπεζας από τη διευθύντρια του εν λόγω τμήματος, εν ονόματι Βαρβάρα Θεοδωρίδη στην παρουσία κάποιου Κυριάκου Κούλλη ο οποίος είναι στο τμήμα Information Security and Fraud. Διευκρίνισε ότι οι πληροφορίες στην εν λόγω έκθεση καταγράφονται ζωντανά και ότι εξάχθηκε από το σύστημα χωρίς να υπάρξει ανθρώπινη παρέμβαση επί του περιεχομένου του.

 

48.      Tα IP addresses που χρησιμοποιήθηκαν δεν αντιπαραβλήθηκαν με τα IP addresses που είχαν χρησιμοποιηθεί σε προηγούμενες συναλλαγές.

 

49.      Το ΤΟΚΕΝ που είχε δοθεί στον ΓΠ πλέον έχει καταργηθεί λόγω εισαγωγής καινούριας τεχνολογίας. Εξήγησε ότι οι κωδικοί που παράγει το ΤΟΚΕΝ δεν είναι καταχωρημένοι στο σύστημα της τράπεζας. Το ΤΟΚΕΝ συνδέεται με συγκεκριμένο αριθμό χρήστη και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από άλλον χρήστη για να εγκρίνει πράξεις. Εν ολίγοις, το ΤΟΚΕΝ «παντρεύεται» με τον αριθμό χρήστη. Με βάση το Τεκμήριο 16 χρησιμοποιήθηκε το συγκεκριμένο μηχανάκι – ΤΟΚΕΝ για τη διενέργεια των συναλλαγών.

 

50.      Σημειώνω ακόμα ότι ο ΜΥ συμφώνησε ότι ο ΓΠ είχε στην κατοχή του το ΤΟΚΕΝ κατά τη συνάντηση.

51.      Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι μία συναλλαγή μπορεί να ακυρωθεί πριν να πιστωθεί ο λογαριασμός του δικαιούχου. Από τη στιγμή όμως που πιστώνεται ο δικαιούχος, η τράπεζα πρέπει να πάρει έγκριση από τον κάτοχο του λογαριασμού για να επιστρέψει τα χρήματα, αν τα ζητήσει ο αποστολέας / πληρωτής.  Όταν ζήτησαν ακύρωση της συναλλαγής η Lloyds ανέφερε ότι τα χρήματα είχαν ήδη πιστωθεί στον λογαριασμό του δικαιούχου.

 

52.      Σε σχέση με το Τεκμήριο 17 το bank email ανέφερε ότι στάλθηκε από την Στέλλα Καλημέρα η οποία εργαζόταν στο τμήμα πληρωμών και αναφέρει τον αριθμό της τελευταίας επίδικης συναλλαγής που φαίνεται στο Τεκμήριο 16.

 

53.      Ως προς τα διαφορετικά IP addresses, ο ΜΥ σημείωσε ότι οι πελάτες της ηλεκτρονικής τραπεζικής μπορούν να χρησιμοποιήσουν το σύστημα σε οποιαδήποτε τοποθεσία, είτε από το κινητό τους είτε από σταθερό υπολογιστή. Χρειάζεται όμως κάθε φορά να χρησιμοποιηθεί σωστά ο κωδικός χρήστη, μυστικός κωδικός και το ΤΟΚΕΝ για να διενεργηθεί συναλλαγή. Εν προκειμένω, σημειώνω ότι και στις τέσσερεις περιπτώσεις το IP number ξεκινά με τους αριθμούς 85.74. Σε δύο από τις τέσσερεις συναλλαγές το IP number ήταν 85.74.205.7.

 

54.      Σε υποβολή ότι πλέον όταν γίνεται login σε εφαρμογές όπως το facebook από άλλο κινητό από αυτό που χρησιμοποιείται συνήθως λαμβάνεις ειδοποίηση, ο ΜΥ ανέφερε ότι πλέον όταν αλλάξεις συσκευή πρέπει να ενημερώσεις την τράπεζα για να προχωρήσει σε κάποια εσωτερική αλλαγή και να συνδεθεί η εφαρμογή με το νέο κινητό. Το 2017 όμως δεν υπήρχε εφαρμογή στο κινητό. Ήταν διαδικτυακή (web based) η εφαρμογή και χρησιμοποιείτο μέσω του περιηγητή (browser).

 

55.      Τέλος, υποβλήθηκε ότι η Ενάγουσα δεν απώλεσε τους κωδικούς της και ο ΜΥ απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν τους απώλεσε ή όχι. Περαιτέρω, συμφώνησε ότι ο κος ΓΠ είχε πάντοτε στην κατοχή του το ΤΟΚΕΝ.

 

Δ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 

56.      Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα προκειμένου να προβεί το Δικαστήριο σε ευρήματα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και στη συνέχεια στηριζόμενο σε αυτά να εξετάσει εάν ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον απαιτούμενο βαθμό. Ζητήματα αξιοπιστίας εγείρονται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (Wynne Barry v. David Costaki Mavronicola (2009) 1 ΑΑΔ 1138).  Η αξιοπιστία αποτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως του βάρους απόδειξης.

 

57.      Επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων τα οποία προκύπτουν και δεν επεκτείνεται σε θέματα τα οποία δεν δικογραφούνται, ή σε θέματα τα οποία εγείρονται για πρώτη φορά είτε μέσω της μαρτυρίας είτε μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας το οποίο δεν καλύπτεται από τις έγγραφες προτάσεις ή δεν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα δεν λαμβάνεται υπόψη  (Γεώργιου Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investment Services Ltd) (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, Πηλίνα ν. Pascal Education Ltd, Πολ. Εφ. 222 / 2015, 22.11.2023).

 

58.      Η δε μαρτυρία η οποία κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και η οποία εν τέλει διαφαίνεται ότι δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία θα πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου (Μελάς v. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826, DEMARI KRONOS LIMITED v. MICHAEL LESLIE GRAY κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 264/2014, 22.02.2023, ECLI:CY:AD:2023:A62).

 

59.      Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, θετική ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273). Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.

 

60.      Η συμπεριφορά ενός μάρτυρα κατά την προφορική του μαρτυρία μπορεί αφενός να προσδώσει θετικότητα στη μαρτυρία του αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (C & A Pelecanos Associates Ltd,  ανωτέρω, Νικολάου Νίκος ν. Αντώνη Παπαϊωάννου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506).

 

61.      Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Οι εκατέρωθεν θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

62.      Ειδικότερα, το Δικαστήριο επικεντρώνεται εξ αντικειμένου σε άλλους νομολογιακά αναγνωρισμένους παράγοντες οι οποίοι είναι εξίσου σημαντικοί, αν όχι πιο σημαντικοί, όπως την πληρότητα και σαφήνεια και αμεσότητα στον τρόπο περιγραφής των γεγονότων την ύπαρξη γενικών και αορίστων αναφορών, υπεκφυγών ή ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών στη σχετική μαρτυρία,  αλλά και την γενικότερη λογικοφάνεια της εκδοχής που προβάλλεται καθώς και την ύπαρξη ή την απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος του προσώπου που προσκομίζει την μαρτυρία (Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 ΑΑΔ 2192,  Ομήρου ανωτέρω, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ. 185/2012, 19.04.2018).

 

63.      Το Δικαστήριο προχωρεί με προσοχή στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία και το περιεχόμενο, η πειστικότητα και η ποιότητα της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων ενώ υπόκειται και στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056,  Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Εφ. 328/2011,. 31.05.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ v. ΚΩΣΤΑ ΘΕΟΔΟΤΟΥ, Πολ. Εφ. 40 / 2014, 08.06.2022)

 

64.      Έχει νομολογηθεί ότι για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύουν την φιλαλήθεια ενός μάρτυρα καθότι δείχνουν πως δεν υπάρχει προσχεδιασμός στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320). Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές αφ’ εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

65.      Επισημαίνω επίσης ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (Φάρμα Ρένος Χ “Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331, ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολ. Εφ. Αρ. 158/2013, 26.10.2022), ECLI:CY:AD:2022:A403.

 

66.      Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720, Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527).

 

i.          Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ

 

67.          Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του ΜΕ επί των αμφισβητούμενων θεμάτων για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων. Η μαρτυρία του ΜΕ χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, κενά, μεταβολή θέσεων επί ουσιωδών ζητημάτων, υπερβολή καθώς και ισχυρισμούς τους οποίους δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει κατά την αντεξέταση.

 

68.          Είναι σημαντικό επίσης να αναφερθεί ότι μέρος της μαρτυρίας του είναι αντίθετο τόσο με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας όσο και με το περιεχόμενο εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια.

 

69.          Σημειώνω ότι από τη γραπτή δήλωση του ΜΕ (Έγγραφο Α) προκύπτει μια αλλαγή στην τακτική και στην προσέγγιση της Ενάγουσας. Ενώ στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφούνται λεπτομέρειες αμέλειας π.χ. ανεπαρκές οργανωτικό πλαίσιο χωρίς διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων και χωρίς προειδοποιητικά μηνύματα, στο Έγγραφο Α επαναλαμβάνει αρκετές φορές ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι ήταν αυτό που έθεσε σε κίνηση τα γεγονότα που οδήγησαν στην αποξένωση των χρημάτων, δεν γνωρίζει τι δεν λειτούργησε σωστά αφού αυτό εμπίπτει στη γνώση της Εναγόμενης. Κατά τ’ άλλα προωθεί τη θέση ότι η εκ πρώτης όψεως η έγκριση των συναλλαγών οφείλεται σε αμέλεια της Ενάγουσας καθώς και ότι η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι η Ενάγουσα διέρρευσε τους κωδικούς. Ενώ δεν δικογραφείται η πρόθεση της Ενάγουσας να επικαλεστεί το res ipsa loquitur από το Έγγραφο Α προκύπτει ξεκάθαρα η πρόθεση επίκλησης του εν λόγω κανόνα. Παράλληλα αποδίδει ευθύνη στην Εναγόμενη διότι ολοκλήρωσε και ενέκρινε τις συναλλαγές οι οποίες κατά τον ίδιο ήτο ασυνήθιστες και αναφέρει επίσης ότι οι κωδικοί της τράπεζας κάπου διέρρευσαν.

 

70.          Έχει νομολογηθεί ότι η προώθηση θέσεων που δεν καλύπτονται από τη δικογραφία επηρεάζουν δυσμενώς την αξιοπιστία του μάρτυρα. Στην απόφαση Παπά ν. D. STAVRINOS CONSTRUCTIONS LTD, Πολ. Έφ. 217/08, 21.02.2017 αναφέρθηκε ότι «[ο]ι θέσεις που προέβαλε ο εφεσείοντας περί προφορικής συμφωνίας και εκτελεσθείσες εργασίες πριν την σύναψη γραπτής σύμβασης παραμένουν χωρίς την ανάλογη δικογραφική κάλυψη και επίσης επηρεάζουν την αξιοπιστία του μάρτυρα».  Εν προκειμένω, υπάρχει κάποια αντίφαση μεταξύ της Έκθεσης Απαίτησης και της μαρτυρίας του ΜΕ καθότι ενώ στο δικόγραφο υπάρχουν λεπτομέρειες αμέλειας στο Έγγραφο Α ο ΜΕ προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από αυτές.

 

71.          Ωστόσο, κατά την αντεξέταση του αναφέρει ότι με βάση τι δική του απλή λογική και σκέψη το λάθος της Εναγόμενης είναι ότι «οι κωδικοί της τράπεζας που διοχετεύει το Token κάπου διέρρευσαν.» Αυτό στην ουσία αποτελεί μεταβολή στη θέση του ΜΕ. Είτε δεν μπορεί να γνωρίζει τι ήταν αυτό που οδήγησε στην αποξένωση των χρημάτων της Ενάγουσας, είτε η απλή λογική επιτάσσει ότι η τράπεζα υπέστη υποκλοπή των κωδικών του ΤΟΚΕΝ. Το ότι διέρρευσαν οι κωδικοί της Εναγόμενης είναι ένας πολύ σοβαρός ισχυρισμός ο οποίος συνεπάγεται ότι η Εναγόμενη δεν το κοινοποίησε και δεν ενημέρωσε τους πελάτες της αλλά ούτε και τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές. Ταυτόχρονα αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι ο ΜΕ έχει άποψη ως προς το τι έγινε και αυτό είναι σε ευθεία αντίφαση με τη θέση του ότι δεν μπορεί να γνωρίζει καθότι τον έλεγχο τον είχε η Εναγόμενη.

 

72.          Το ότι ο ΜΕ δεν μπορεί να γνωρίζει τι έγινε προέκυψε για πρώτη φορά κατά την ακρόαση και αυτό σε συνάρτηση με τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε σε σχέση με αυτό το ζήτημα, μου δίδουν τη εντύπωση ότι η μαρτυρία του ΜΕ δεν είναι φυσική, πηγαία και ειλικρινής αλλά επιτηδευμένη και τεχνητή υπό την έννοια ότι την προσάρμοσε με τέτοιο τρόπο ώστε να μεγιστοποιήσει την πιθανότητα να αποδοθεί ευθύνη στην Εναγόμενη για επιστροφή των χρημάτων.

 

73.          Επιπρόσθετα, δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του ότι οι συναλλαγές που έγιναν ήταν ανεξήγητες. Παραδέχθηκε ότι ουδέποτε δήλωσε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού ότι η Ενάγουσα θα συναλλάσσεται μόνο με νομικά πρόσωπα. Περαιτέρω, δέχθηκε πως κατά το άνοιγμα του λογαριασμού είχε δηλωθεί ως προς τον προορισμό των χρημάτων σε εξερχόμενες συναλλαγές αριθμός ηπείρων και χωρών (πρακτικά 10.10.2025, σελ. 19, γραμμές 9 – 17). 

 

74.          Πράγματι στο Τεκμήριο 5, στοιχείο (f) στη δεύτερη σελίδα του εν λόγω τεκμηρίου δηλώνονται ως προορισμός των χρημάτων τα ακόλουθα: “Destination: USA, EUROPE, ASIA, AFRICA AND AUSTRALIA”. Οι παραδοχές του αυτές αποτελούν αντίφαση σε σχέση με τη θέση του ότι οι συναλλαγές που έγιναν ήταν και θα έπρεπε να θεωρηθούν ανεξήγητες. Κατά συνέπεια, υπάρχει και αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας του ΜΕ κατά την κυρίως εξέταση του και του περιεχομένου των τεκμηρίων στα οποία είχε δηλώσει πως ο προορισμός των χρημάτων θα είναι μεταξύ άλλων στην Ευρώπη και στα οποία δεν είχε δηλώσει πως η Ενάγουσα θα συναλλάσσεται αποκλειστικά με νομικά πρόσωπα. Υπενθυμίζω ότι τότε το Η.Β. ήταν μέλος της Ε.Ε.

 

75.          Κατά την αντεξέταση του επίσης παραδέχθηκε ότι δεν ζήτησε να τροποποιηθεί κάποιος όρος στα έγγραφα που δόθηκαν προς υπογραφή και η τράπεζα να αρνηθεί. Επομένως, μετέβαλε τη θέση του ως τίθεται γραπτή του δήλωση και στην έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας. Αποκαλύφθηκε ότι δεν υπήρχε καμία βάση για να αναφέρει ότι τα έγγραφα αυτά δεν τίθενται προς διαπραγμάτευση και ότι η θέση αυτή κατ’ ουσία αποτελεί δική του εικασία. Μάλιστα, παραδέχθηκε πως το ότι οι όροι είναι αδιαπραγμάτευτοι είναι δικά του συμπεράσματα και μόνο (σελ. 23, τελευταία γραμμή, πρακτικά 10.10.2025).

 

76.          Παραδέχθηκε ότι δεν μελέτησε τους όρους των εγγράφων που υπέγραψε επί τη βάσει της δικής του εικασίας ότι οι όροι είναι αδιαπραγμάτευτοι (σελ. 23, πρακτικά 10.10.2025, γραμμές 5 – 20). Η παραδοχή του αυτή έρχεται σε αντίφαση με τη δήλωση του στην οποία αναφέρει ότι τα έγγραφα τέθηκαν ενώπιον του  «με ιδιάζουσα κεκτημένη τραχύτητα προς υπογραφή». Είναι διαφορετικό να μην δοθεί χρόνος για να διαβαστεί ένα έγγραφο από την προσωπική επιλογή ενός προσώπου να μην αναγνώσει ένα έγγραφο επειδή θεωρεί (αβάσιμα εν προκειμένω) πως δεν υπάρχει χώρος για διαπραγμάτευση. Πρόκειται για μεταβολή στη θέση του ΜΕ η οποία πλήττει την αξιοπιστία του. Οι μεταβολές αυτές δίδουν την εντύπωση ότι ο ΜΕ είναι διατεθειμένος να αναφέρει πράγματα τα οποία γνωρίζει ότι δεν ευσταθούν με σκοπό να πείσει ότι έχει αυτός δίκαιο και ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει την αλήθεια σε σχέση με αυτά που γνωρίζει.

 

77.          Στην παρ. 26 του Εγγράφου Α αφήνει να νοηθεί ότι η Εναγόμενη του έδωσε μεγάλο αριθμό εγγράφων να υπογράψει χωρίς να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος για μελέτη, χωρίς να δέχεται οποιαδήποτε διαπραγμάτευση και χωρίς να του γνωστοποιήσει ότι μέσα στα έγγραφα αυτά υπήρχε όρος αποκλεισμού ευθύνης προφανώς προσπαθώντας να ζωγραφίσει μια αρνητική εικόνα για την τράπεζα και τις πρακτικές της, ενώ στην πραγματικότητα ο ίδιος επέλεξε να μην διαβάσει τα έγγραφα για δικούς του λόγους οι οποίοι διαφάνηκε ότι δεν βασίζονταν σε γεγονότα αλλά σε εικασία. Η ευκολία με την οποία ο ΜΕ ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη ενήργησε εις βάρος του με τον τρόπο που περιγράφει και η ευκολία με την οποία αναίρεσε τη θέση του αυτή επηρεάζει δυσμενώς την αξιοπιστία του.

 

78.          Σημειώνω επίσης ότι στην παράγραφο 26 του Εγγράφου Α αναφέρει ότι η Εναγόμενη δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να του γνωστοποιήσει ότι στο έγγραφο Indemnity υφίστατο όρος αποκλεισμού ευθύνης. Παράλληλα, δεν έχει αμφισβητήσει ότι τα έγγραφα αυτά φέρουν την υπογραφή του. Από τη στιγμή που υπέγραψε το Indemnity δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν του γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο του εγγράφου. Πρόκειται για εγγενώς αντιφατική μαρτυρία σε σχέση με αυτό το ζήτημα.

 

79.          Η μαρτυρία του δηλαδή έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα οποία φέρουν την υπογραφή του και ειδικότερα με το Τεκμήριο 3 στο οποίο αναφέρεται ότι η Ενάγουσα έχει εξετάσει τους όρους και προϋποθέσεις για την παροχή των υπηρεσιών περιλαμβανομένου και του Indemnity (“…such terms and conditions have been thoroughly examined by all present at the meeting and have been approved by the Company”).

 

80.          Όταν δε ερωτήθηκε αν κατανόησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 – Indemnity ο ΜΕ απάντησε καταφατικά και έδωσε και τη δική του ερμηνεία για το περιεχόμενο του. Οι απαντήσεις του αυτές έρχονται σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο της παρ. 27 της δήλωσης του Έγγραφο Α στην οποία ουσιαστικά γίνεται αναφορά σε ασάφεια στις περιπτώσεις που η Ενάγουσα δεν βαρύνεται με οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα. Επομένως, ο ΜΕ αναίρεσε το περιεχόμενο της παρ. 27 με την μεταβολή της θέσης του.

 

81.          Διαπιστώθηκε επίσης κατά την αντεξέταση του ότι δεν ισχύει η θέση του πως στις εντολές πληρωμής δεν περιλαμβάνονται λεπτομέρειες εφόσον ξεκάθαρα αναγράφεται μέρος του ονόματος της εταιρείας (TRUSTDON) και δίπλα η συντομογραφία INV. Στη δεύτερη εντολή αναγράφεται και η φράση “Second Part”. Αναφέρεται επίσης η διεύθυνση του προσώπου που λαμβάνει πληρωμή καθώς και το όνομα του ως επίσης και το ΙΒΑΝ του. Συνεπώς, ο ΜΕ φάνηκε ότι είναι διατεθειμένος να αγνοήσει κάποια γεγονότα επειδή δεν συνάδουν με το δικό του αφήγημα γεγονός το οποίο αναπόφευκτα πλήττει την αξιοπιστία του.  

 

82.          Όταν υποβλήθηκε πως είχε τη δυνατότητα να λαμβάνει μηνύματα SMS με ειδοποίηση για τη διενέργεια συναλλαγής ο ΜΕ απάντησε ότι δεν το γνώριζε και αν το γνώριζε θα το είχε πράξει από την πρώτη μέρα (σελ. 38 πρακτικά 10.10.2025). Στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται σε ειδικό κουτάκι η επιλογή «Λήψη μηνυμάτων SMS / Receive SMS Alerts on phone» και με βάση το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου δεν επιλέγηκε. Το έγγραφο επαναλαμβάνω φέρει την υπογραφή του ΜΕ1. Επομένως, δεν μπορεί να ευσταθεί ότι δεν το γνώριζε πως υπήρχε αυτή η επιλογή.

 

83.          Σημειώνω ότι στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας περιλαμβάνεται στις λεπτομέρειες παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας της Εναγόμενης ότι «δεν λειτούργησαν αποτελεσματικά τα αυτοματοποιημένα συστήματα παρακολούθησης των συναλλαγών, τα οποία θα έπρεπε παράξουν σε πραγματικό χρόνο προειδοποιητικά μηνύματα (alerts) για τη διερεύνηση ενδεχόμενων περιπτώσεων απάτης. Αντίθετα ουδέν προειδοποιητικό μήνυμα είχε παραχθεί και η Εναγόμενη ενέκρινε τις εν λόγω πληρωμές, με καταστροφικές συνέπειες για την Ενάγουσα». Στη γραπτή του δήλωση ο ΜΕ φαίνεται να εγκαταλείπει αυτή τη θέση, παρουσιάζει το Τεκμήριο 1 που στο σώμα του αναφέρει ρητά πως υπάρχει αυτή η επιλογή αλλά δεν την επέλεξε και παράλληλα ισχυρίζεται ότι δεν το ήξερε πως υπήρχε αυτή η επιλογή. Οι μεταβολές στις θέσεις της Ενάγουσας και του ΜΕ δημιουργούν αντιφάσεις στην εκδοχή του και εγείρουν αμφιβολίας ως προς την ειλικρίνεια του σε σχέση με αυτό το ζήτημα.

 

84.      Ενώ στη δήλωση του καταλογίζει στην Εναγόμενη ότι ήταν αμελής επειδή ενέκρινε τις συναλλαγές (παρ. 21 «…Δια τούτο και η θέση της Ενάγουσας είναι ότι η έγκριση και η ολοκλήρωση των συναλλαγών προκλήθηκε εκ πρώτης όψεως λόγω αμέλειας της Εναγόμενης») τις οποίες απεκάλεσε ασυνήθιστές, κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι δεν μπορούσε να μην τις επιτρέψει η Εναγόμενη (σελ. 5 – 6, δεύτερο πρακτικό 10.10.2025):

 

E.       Με την άδειά σας, κύριε Πρόεδρε, να δω τι... να προχωρήσω με τις υποβολές, κύριε Πρόεδρε, και ολοκληρώνω. Κύριε μάρτυς, σας υποβάλλω ότι η τράπεζα ενέκρινε τις συγκεκριμένες συναλλαγές, καθότι είχαν χρησιμοποιηθεί όλες οι ασφαλιστικές δικλείδες που έχετε και δεν μπορούσε να μην τις επιτρέψει. Συμφωνείτε, διαφωνείτε;

A.       Αποδέχομαι αυτά που λέτε.

 

85.      Αυτή η παραδοχή του είναι σημαντική και αναιρεί τις θέσεις του σε σχέση με το ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να εντοπίσει ότι οι συναλλαγές ήταν ασυνήθιστες και μη εξουσιοδοτημένες.

 

86.      Είναι επίσης άξιο αναφοράς ότι ο ΜΕ κατά την αντεξέταση του άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο άθελα του να παρείχε το ID number, κωδικό πρόσβασης και κωδικό ΤΟΚΕΝ σε κακόβουλο εισβολέα.  Σε μια γενική υποβολή απάντησε με πολύ συγκεκριμένο τρόπο αναφέροντας ότι επειδή δεν έχει τη γνώση δεν μπορεί να διακρίνει εάν η εικόνα στον υπολογιστή δεν είναι αυθεντική ή ψεύτικη: 

 

E.        Είτε ηθελημένα, είτε άθελά σας, εσείς το πράξατε. 

A.       Όπως το θέσατε ήταν σαν να το έκανα εις γνώση μου, που το αρνούμαι.

E.       Δεν αποκλείεται όμως το ενδεχόμενο αυτό να έγινε χωρίς να λάβετε γνώση.

A.       Δεν έχω τη γνώση να δω εάν η εικόνα του υπολογιστή είναι αυθεντική ή είναι κάτι άλλο.

 

87.      Η συγκεκριμένη του απάντηση σε μια γενική υποβολή σε συνάρτηση με την παραδοχή του ότι η τράπεζα δεν μπορούσε να μην εγκρίνει τις συναλλαγές διότι χρησιμοποιήθηκαν όλες οι ασφαλιστικές δικλείδες, εγείρει υποψίες ότι ο ΜΕ δεν ανέφερε στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά γεγονότα δίδοντας την πλήρη εικόνα των όσων διαμείφθηκαν.

 

88.      Επιπρόσθετα, όταν  ο ΜΥ κατέθεσε το Τεκμήριο 17 που είναι το μήνυμα το οποίο στάλθηκε στον ΜΕ σχετικά με την απαίτηση της τράπεζας του δικαιούχου για παροχή εγγύησης, διαφάνηκε ότι δεν ευσταθεί το περιεχόμενο της παραγράφου 24 του Εγγράφου Α στην οποία ο ΜΕ αναφέρει πως για πρώτη φορά περιήλθε σε γνώση του ότι η Lloyds ζήτησε την παροχή κάλυψης μετά από την καταχώριση της Υπεράσπισης. Και κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν του ζητήθηκε ποτέ να παράσχει ο ίδιος εγγύηση. Επομένως, η μαρτυρία του σε σχέση με αυτό το θέμα είναι αντίθετη με το Τεκμήριο 17. Σημειώνω ότι δεν ισχυρίστηκε ότι δεν έλεγχε το bank email του, αντιθέτως έδωσε μαρτυρία πως απέστειλε bank email στην Εναγόμενη μέσω του συστήματος.

 

89.      Συνεπακόλουθα, εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΕ στο σύνολο της και παραθέτοντας πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων και ζητημάτων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται.

 

ii.         Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ

 

90.      Ο ΜΥ προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο καθότι κατά την μαρτυρία του ήταν σαφής, κατατοπιστικός και επεξηγηματικός. Απαντούσε στις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν με αμεσότητα, ευθύτητα, αυθορμητισμό και χωρίς ενδοιασμούς. Παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του κατά την αντεξέταση του και δεν κλονίστηκε η εκδοχή του.

 

91.      Πρέπει να τονιστεί ότι δεν αμφισβητήθηκε η αυθεντικότητα των εγγράφων τα οποία κατέθεσε ήτοι του Τεκμηρίου 16 (έκθεση σε σχέση με τις τέσσερεις επίδικες συναλλαγές) και του Τεκμηρίου 17 (bank email προς τον ΓΠ σε σχέση με την απαίτηση της Lloyds για παροχή εγγύησης).

 

92.      Η μαρτυρία του συνάδει με τα περιεχόμενα των τεκμηρίων τα οποία κατατέθηκαν και ο ΜΥ δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση ικανή να πλήξει την αξιοπιστία του.

 

93.      Δεν δίστασε να απαντήσει ότι φαίνεται πως ο ΓΠ είχε στην κατοχή του το ΤΟΚΕΝ κατά τη συνάντηση στην τράπεζα και δεν το απώλεσε, πράγμα που θεωρώ ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρίνειας και της φιλαλήθειας του καθότι μπορεί να θεωρηθεί ότι η απάντηση αυτή ενδεχομένως να προκαλέσει κάποια ζημιά στην εκδοχή της Εναγόμενης.

 

94.      Απάντησε σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία μπορεί να γνωρίζει και δεν δίστασε να απαντήσει ότι δεν γνωρίζει τα πιο τεχνικά ζητήματα. Για τα τεχνικά ζητήματα εξήγησε ότι δεν είναι αρμόδιος και δεν μπορεί να απαντήσει σε ερωτήσεις. Εξήγησε όμως με επάρκεια, σαφήνεια και συνεκτικότητα το Τεκμήριο 16 και εξήγησε πως εξάχθηκε η εν λόγω έκθεση και από ποιον. Εξήγησε επίσης όλα τα σχετικά στοιχεία που αναφέρονται στο Τεκμήριο 16 και πως γίνεται η ταύτιση με το συγκεκριμένο ΤΟΚΕΝ τεκμηριώνοντας τη θέση του ότι η τράπεζα ήταν βέβαιη πως τηρήθηκαν όλες οι ασφαλιστικές δικλείδες και γι’ αυτό προχώρησε με την εκτέλεση των εντολών.

 

95.      Εξήγησε επίσης με πειστικό τρόπο ότι το Τεκμήριο 17 είχε σταλεί στον ΓΠ και γιατί προκύπτει η βεβαιότητα του για αυτό. Εν τέλει, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΥ ότι το Τεκμήριο 17 όντως είχε σταλεί στον ΓΠ. Επομένως, δέχομαι ότι ο ΜΕ πληροφορήθηκε για την απαίτηση της Lloyds για παροχή εγγύησης.

 

96.      Παρέμεινε σταθερός και ήταν πειστικός ως προς το ότι στην παρούσα περίπτωση είχαν τηρηθεί όλες οι ασφαλιστικές δικλείδες υπό την έννοια ότι χρησιμοποιήθηκαν οι κωδικοί της Ενάγουσας για τις επίδικες συναλλαγές σε συνδυασμό με τον κωδικό από το ΤΟΚΕΝ – digiPIN device το οποίο είχε δοθεί στον κύριο ΓΠ.

 

97.      Έπεισε σε σχέση με το ότι οι τέσσερεις επίδικες συναλλαγές δεν ήταν δυνατό να κινήσουν την υποψία στην Εναγόμενη καθότι τα χρήματα στέλνονταν σε δικαιούχο εντός των ορίων που είχαν τεθεί από την Ενάγουσα και η κάθε συναλλαγή είχε αιτιολογία. Είχαν χρησιμοποιηθεί όλες οι ασφαλιστικές δικλείδες, είχαν θεωρηθεί νόμιμες και η Εναγόμενη είχε την υποχρέωση να τις ολοκληρώσει αφού η χρήση των εν λόγω κωδικών και το πάντρεμα τους με το συγκεκριμένο ΤΟΚΕΝ έδειχνε ότι είχαν γίνει με τη συγκατάθεση του ΓΠ.

 

98.      Σημειώνω ότι ο ΜΥ παραδέχθηκε αρκετές φορές ότι δεν μπορεί να εκφέρει άποψη επί τεχνικών ζητημάτων και δεν έδωσε μαρτυρία σε σχέση με την ασφάλεια των συναλλαγών – δεν προσπάθησε να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες σε σχέση με μέτρα ασφαλείας. Περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι δεν μπορεί να ολοκληρωθεί συναλλαγή αν δεν χρησιμοποιηθούν σωστά το username, password και εισαχθούν οι κωδικοί από το ΤΟΚΕΝ το οποίο έχει εκδοθεί στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Ο ΜΥ ήταν αρκετά προσεκτικός και περιορίστηκε στην αναφορά ότι η τράπεζα είναι συστημική και εκτελεί όλους τους ελέγχους ασφάλειας συστημάτων, έτσι ώστε για να πληροί τους κανονισμούς των εποπτικών αρχών. Αυτή του η δήλωση δεν αμφισβητήθηκε ούτε καν με υποβολή ότι η τράπεζα δεν πληροί τους κανονισμούς και τις απαιτήσεις που θέτουν οι εποπτικές αρχές.

 

99.      Ο συνήγορος της Ενάγουσας στην αγόρευση του αναφέρει ότι ο ΜΥ προσήγαγε εξ ακοής μαρτυρία.  Ο λόγος είναι επειδή ο ΜΥ ήτο αναρμόδιος σε σχέση με θέματα ασφαλείας. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση αυτή. Το κατά πόσον η μαρτυρία είναι εξ ακοής έχει να κάνει με το εάν προσαγάγεται δήλωση προσώπου άλλου από εκείνου που καταθέτει στη διαδικασία ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτήν (άρθρο 23, Κεφ. 9). Δεν έχει να κάνει με την πραγματογνωμοσύνη, ή την έλλειψη αυτής, του μάρτυρα που καταθέτει. Οφείλω να υπενθυμίσω ωστόσο, ότι ο ΜΥ είναι διευθυντής του Κέντρου Διεθνών Επιχειρήσεων της Εναγόμενης στη Λευκωσία  και ως ανέφερε, και δεν αμφισβητήθηκε, μία από τις υπηρεσίες που παρέχει το τμήμα του είναι και η ηλεκτρονική τραπεζική (σελ. 6, γραμμές 16 – 18, πρακτικά 11.11.2025) και τα καθήκοντα του περιλαμβάνουν και τη διερεύνηση αμφισβητούμενων συναλλαγών (σελ. 7, γραμμή 13, πρακτικά 11.11.2025).

 

100.    Ως προς το Τεκμήριο 16, πρόκειται για έκθεση  / δεδομένα τα οποία εξάχθηκαν από ηλεκτρονικό υπολογιστή χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση και επομένως αποτελεί πραγματική μαρτυρία και όχι εξ ακοής μαρτυρία (ίδετε σελ. 229 και 330, Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β’ έκδοση). Ο δε ΜΥ εξήγησε επαρκώς το πως εξάχθηκαν από ποιον εξάχθηκαν καθώς και ότι τα δεδομένα καταγράφονται ζωντανά την ώρα της συναλλαγής πράγμα το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την Ενάγουσα. Επομένως, πρόκειται για αναμετάδοση πληροφοριών οι οποίες έχουν καταχωριστεί ή παραχθεί από ηλεκτρονικό υπολογιστή χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση και το Τεκμήριο 16 αποτελεί πραγματική μαρτυρία.

 

101.    Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας ούτε οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του ΜΥ ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Κατά την κρίση μου, η μαρτυρία του σε σχέση με το Τεκμήριο 16 αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων.

 

 

 

 

 

iii.        ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

102.    Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

 

102.1       Η Ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτης και/ή καταθέτης της Εναγόμενης.

 

102.2       Η Εναγόμενη είναι Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο λειτουργούσε σύμφωνα με τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο, Ν. 66(Ι) / 1997, ως έχει τροποποιηθεί και, μεταξύ άλλων, παρέχει και ασκεί τραπεζικές εργασίες, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες ηλεκτρονικής τραπεζικής τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.

 

102.3       Από τις 24.05.2012 η Ενάγουσα διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Εναγόμενη και μοναδικός δικαιούχος και διαχειριστής του εν λόγω λογαριασμού είναι  ο ΓΠ.

 

102.4       Κατά το άνοιγμα του λογαριασμού στις 23.05.2017 ο ΓΠ υπέγραψε τα ακόλουθα έγγραφα:

 

-     Αίτηση Παροχής Υπηρεσίας Ηλεκτρονικής Τραπεζικής – Application for Hellenic Bank Electronic Banking Services (Τεκμήριο 1).

-     Έντυπο Πληροφοριών Πελάτη – Hellenic Bank Customer Information (Τεκμήριο 2).

-     Ψήφισμα (Company Resolution) των διευθυντών της Ενάγουσας (Τεκμήριο 3) σύμφωνα με το οποίο η εταιρεία αποφάσιζε μεταξύ άλλων ότι το άνοιγμα λογαριασμού θα γίνει σύμφωνα με τους Βασικούς Όρους και Προϋποθέσεις Χρήσης των Υπηρεσιών της Εναγόμενης και ότι οι όροι αυτοί έχουν εξεταστεί από τους παρόντες στη συνέλευση και εγκρίθηκαν από την Ενάγουσα. Οι όροι περιλαμβάνουν και όρους και προϋποθέσεις για τη λειτουργία ηλεκτρονικών τραπεζικών συναλλαγών. Ο ΓΠ θα ήταν ο εξουσιοδοτημένος υπογράφων της Ενάγουσας.

-     Έγγραφο Αποδοχής Όρων και Εγγύησης Αποζημίωσης – Acceptance of Instructions and Indemnity Agreement ημερ. 23.05.2012 (Indemnity – Τεκμήριο 4).  

-     Δήλωση εγγεγραμμένων μετόχων και/ή του επαγγελματία διαμεσολαβητή – Declaration Given by Professional Intermediary and/or Registered Shareholder η οποία υπογράφθηκε από την S.I. CYLAW SERVICES τον ΣΙ ως επαγγελματία διαμεσολαβητή και στην οποία δήλωσε ότι ενεργεί εκ μέρους της Ενάγουσας και ότι επιθυμεί άνοιγμα λογαριασμού (Τεκμήριο 5). Η δήλωση φέρει και την υπογραφή του ΓΠ. Στο πλαίσιο της δήλωσης αυτής αναφέρθηκε ότι ο σκοπός του λογαριασμού είναι η λειτουργία επιχείρησης της Ενάγουσας και ότι αναμενόμενη χώρα προέλευσης των χρημάτων θα ήταν η Ευρώπη, Ανατολική και Κεντρική Ασία, Βόρειος και Νότιος Αφρική. Χώρα προορισμού θα ήταν η Ευρώπη, Αμερική, Ασία, Αφρική και Αυστραλία.

 

102.5       Έλαβαν χώρα οι ακόλουθες συναλλαγές – πληρωμές από τον λογαριασμό της Ενάγουσας μέσω της χρήσης της ηλεκτρονικής τραπεζικής κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας (Τεκμήριο 7):

 

-     Στις 27.04.2017 μεταφέρθηκε το ποσό των €8.930 πλέον €27 ως έξοδα,

-     Στις 28.04.2017 μεταφέρθηκε το ποσό των €9.130 πλέον €5 ως έξοδα,

-     Στις 02.05.2017 μεταφέρθηκε το ποσό των €9.450 πλέον €20 ως έξοδα,

-     Στις 03.05.2017 μεταφέρθηκε το ποσό των €9.480 πλέον €20 ως έξοδα.

 

102.6       Οι συναλλαγές εκτελέστηκαν επί τη βάσει Εξερχόμενων Εντολών Πληρωμών (Swift outgoing credit transfer η πρώτη και SEPA outgoing credit transfer, οι υπόλοιπες τρεις). Τα πιο πάνω ποσά μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό του δικαιούχου επ’ ονόματι VASILE BOGDAN, 11 THE BROADWAY LOUGHTON ESSEX με τράπεζα δικαιούχου την Lloyds. Οι συναλλαγές έγιναν την 27.04.2017 (αρ. αναφοράς ΤΤ0140/3835710), την 28.04.2017 (αρ. αναφοράς EP0140/2046019), την 02.05.2017 (αρ. αναφοράς ΕΡ140/2047366) και την 03.05.2017 (αρ. αναφοράς ΕΡ140/2049984).

 

102.7       Ο δικαιούχος ήταν εντός Ε.Ε. ήτοι ήταν σε χώρα η οποία είχε δηλωθεί ως προορισμός για εξερχόμενες πληρωμές από το λογαριασμό κατά το άνοιγμα του. Δεν είχε δηλωθεί κατά το άνοιγμα του λογαριασμού ότι θα αποστέλλονταν χρήματα μόνο σε νομικά πρόσωπα.

 

102.8       Στο σημείο που αναγράφονται οι λεπτομέρειες συναλλαγής αναφέρονταν τα ακόλουθα σε κάθε συναλλαγή: “TRUSTDONINV”, “TRUSTDONINV SECOND PART”, “TRUSTDONINV2”, “TRUSTDONINV3”.

 

102.9       Σύμφωνα με τα συστήματα της Εναγόμενης οι συναλλαγές δεν ήταν δυνατό να ολοκληρωθούν εάν δεν χρησιμοποιούνταν οι κωδικοί πρόσβασης της Ενάγουσας καθώς και οι μοναδικοί κωδικοί πρόσβασης που είχαν σταλεί στο ΤΟΚΕΝ. Μάλιστα από τα συστήματα της Εναγόμενης προκύπτει ότι έχουν χρησιμοποιηθεί μοναδικοί κωδικοί ορισμένου χρόνου από το ΤΟΚΕΝ κατά τη διενέργεια των συγκεκριμένων συναλλαγών (Τεκμήριο 16). 

 

102.10    Για να εκτελεστούν οι συναλλαγές έγινε χρήση των κωδικών πρόσβασης αλλά και χρήση του μοναδικού κωδικού ορισμένοι χρόνου που είχαν σταλεί στο συγκεκριμένο ΤΟΚΕΝ το οποίο είχε εκδοθεί στον ΓΠ.

 

102.11    Και στις τέσσερεις περιπτώσεις το IP number του χρήστη που εκτέλεσε τις συναλλαγές ξεκινά με τους αριθμούς 85.74. Σε δύο από τις τέσσερεις συναλλαγές το IP number ήταν 85.74.205.7.

 

102.12    Στις 00:30 της 04.05.2017 ο ΓΠ απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Ενάγουσα μέσω της ηλεκτρονικής τραπεζικής (bank email) και ζήτησε την ακύρωση των συναλλαγών (Τεκμήριο 8).

 

102.13    Στις 04:29 της 04.05.2017 ο ΓΠ απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Εναγόμενη αναφέροντας ότι οι συναλλαγές έγιναν χωρίς να δώσει ο ίδιος εντολή (Τεκμήριο 9).

 

102.14    Στις 05:02 της 04.05.2017 ο ΓΠ έλαβε μήνυμα το οποίο τον καλούσε να  επικοινωνήσει με την τράπεζα τηλεφωνικώς σε ώρες εργασίας. Για να προστατεύσει τα χρήματα τα οποία παρέμειναν στο λογαριασμό της Ενάγουσας προέβη σε εντολές πληρωμών (εξόφληση τιμολογίων) αφήνοντας μέσα στο λογαριασμό ένα υπόλοιπο γύρω στα €60.

 

102.15    Το πρωί της 04.05.2017 ο ΓΠ επικοινώνησε με υπάλληλο της Εναγόμενης τον οποίο ενημέρωσε για τις συναλλαγές και ζήτησε την ακύρωση τους. Ο υπάλληλος της Εναγόμενης την ίδια ημέρα προώθησε ηλεκτρονικό μήνυμα στο Τμήμα Πληρωμών της Εναγόμενης έτσι ώστε να αποστείλει αίτημα για ακύρωση των συναλλαγών στην Lloyds. Ακολούθως, υπάλληλος της Εναγόμενης επικοινώνησε με τον ΓΠ και τον ενημέρωσε ότι για να αποστείλει αίτημα για ακύρωση των επίδικων συναλλαγών θα έπρεπε να πληρώσει €60 για την κάθε συναλλαγή, ωστόσο επειδή ο λογαριασμός της Ενάγουσας είχε μόνο €63.78 ως διαθέσιμο υπόλοιπο χρεώθηκε μόνο το ποσό των €60 και προχώρησε με την αποστολή των αιτημάτων στην Lloyds.

 

102.16    Στις 25.05.2017 έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ του ΓΠ του δικηγόρου της Ενάγουσας και λειτουργών της τράπεζας. Επεξηγήθηκε ότι το σύστημα έδειξε πως για τις επίδικες συναλλαγές είχαν χρησιμοποιηθεί οι κωδικοί πιστοποίησης της Ενάγουσας (τόσο η ταυτότητα συνδρομητή, ο κωδικός πρόσβασης, όσο και ο κωδικός ορισμένου χρόνου από το ΤΟΚΕΝ) καθώς και ότι χωρίς τη χρήση των κωδικών αυτών θα ήταν αδύνατη η ολοκλήρωση των συναλλαγών. Για να προστατευθεί ο λογαριασμός της Ενάγουσας του προτάθηκε να αλλάξει κωδικούς πρόσβασης και ΤΟΚΕΝ πράγμα το οποίο αποδέχθηκε ο ΓΠ χωρίς διαμαρτυρία και γι’ αυτό υπέγραψε τα σχετικά έντυπα (Τεκμήριο 11). Επομένως, εκδόθηκε καινούριο ΤΟΚΕΝ- DigiPIN device.

 

102.17    Στις 13.06.2017 η Εναγόμενη απέστειλε στον ΓΠ μέσω bank-email την απάντηση της τράπεζας του δικαιούχου όπου ζητήθηκε να αποσταλεί μήνυμα swift το οποίο να αναφέρει ότι θα αποζημιωνόταν η τράπεζα του δικαιούχου για οποιαδήποτε ζημιά υποστεί λόγω της επιστροφής των εμβασμάτων χωρίς την εξουσιοδότηση του δικαιούχου – πελάτη τους (Τεκμήριο 17).

 

102.18    Το ΤΟΚΕΝ – DigiPIN device ήταν συνέχεια στην κατοχή του ΓΠ.

 

102.19    Ο ΓΠ δεν ενεργοποίησε τη λειτουργία αποστολής SMS όταν λαμβάνει χώρα συναλλαγή παρότι ήταν διαθέσιμο (Τεκμήριο 1).

 

E. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

103.    Στις αστικές υποθέσεις η απόδειξη της υπόθεσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εκάστοτε ενάγοντα, να αποδείξει τους ισχυρισμούς του που θεμελιώνουν την αξίωση του.

 

104.    Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614).

 

105.    Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not) (Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΧΛΩΡΑΚΑΣ, Πολ. Εφ. Αρ. 214/2013, 224.06.2019).

 

I.          Αμέλεια και Res Ipsa Loquitur

 

106.    Η αγωγή της Ενάγουσας έχει ως βάση και το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Η αμέλεια, ως αστικό αδίκημα, ορίζεται από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.  Στο Κεφ. 148 κωδικοποιείται το αγγλικό κοινοδίκαιο, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στην Κύπρο βάσει των προνοιών του Άρθρου 29(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, όχι όμως κατά τρόπο εξαντλητικό.

 

107.    Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 51(1) του Κεφ. 148:

 

«Αμέλεια συνίσταται – 

 

(α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘  ή

 

(β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής:

 

Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.

 

108.    Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω οριζόμενα η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι και όχι θεωρητικό. Εξετάζεται σε κάθε περίπτωση η γενεσιουργός αιτία και ό,τι πραγματικά επέδρασε παραδείγματος χάριν στην πρόκληση του ατυχήματος (βλ. Κυριάκου v. Κανάρη (1997) 1 ΑΑΔ 1436).

 

109.    Στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν.  Μιχαήλ (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 453, δόθηκε η ακόλουθη ερμηνεία των πιο πάνω προνοιών του άρθρου 51 του Κεφ. 148:

 

«Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου περί Αστικών Αδικημάτων που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος.

 

Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του "μέσου συνετού ανθρώπου" και του "πλησίον" διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας της οποίας όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα».

 

110.    Σύμφωνα με τη νομολογία (μεταξύ άλλων Ξενοφώντος ν. K. N. Zoo Bar Restaurant κ.ά (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2786)  αμέλεια δύναται να θεμελιωθεί αν ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

(α) Η υποχρέωση επίδειξης μέριμνας και φροντίδας οφειλόμενη από τον  εναγόμενο στον ενάγοντα για την προστασία του τελευταίου (duty of care  - καθήκον επιμέλειας το οποίο οριοθετείται από το κριτήριο το οποίο καθιερώθηκε στην Caparo Industries plc v. Dickman [1990] 1 All E.R. 568).

 

(β)   Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής (breach of the duty of care).

 

(γ)   Η απόδειξη ότι η ζημιά - βλάβη που ακολουθεί είναι το αποτέλεσμα της ζημιογόνου ενέργειας του εναγόμενου και είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτή (causation).

 

111.    Η κλασσική διατύπωση του res ipsa loquitur εντοπίζεται στην απόφαση  της υπόθεσης Scott v London & St Katherine's Docks (1865) 3 H & C 596, 601:

 

«There must be reasonable evidence of negligence. But where the thing is shown to be under the management of the defendant or his servants, and the accident is such as in the ordinary course of things does not happen if those who have the management use proper care, it affords reasonable evidence, in the absence of explanation by the defendants, that the accident arose from want of care.»

 

112.    Το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, ως έχει τροποποιηθεί καθιερώνει τον κανόνα του αγγλικού κοινοδικαίου res ipsa loquitur ως μέρος και του Κυπριακού δικαίου (Morides v. Ioannou (1973) 1  C.L.R. 177) και η Κυπριακή νομολογία δέχεται την εφαρμογή του κατά τρόπο ανάλογο προς εκείνο που ισχύει στο Αγγλικό δίκαιο (Αθανασίου κ.ά ν Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614). 

 

113.    Το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148  με πλαγιότιτλο «βάρος της απόδειξης αμέλειας σε ορισμένες περιπτώσεις» προνοεί τα ακόλουθα:

 

« 55. Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται-

 

(α)   Ότι o εvάγovτας στερείται γvώσης ή μέσων γvώσης τωv πραγματικώv περιστατικώv, τα oπoία πρoκάλεσαv τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά, και

 

(β)   ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία, επί της oπoίας o εvαγόμεvoς είχε πλήρη έλεγχo, και κρίvεται από τo Δικαστήριo ότι η επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι o εvαγόμεvoς παρέλειψε vα καταβάλει εύλoγη επιμέλεια παρά πρoς τηv καταβoλή τέτoιας επιμέλειας, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίστατo αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά.»

 

114.    Πρέπει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι επειδή πρόκειται κατ' ουσίαν περί κανόνα απόδειξης, με βάση τη νομολογία δεν χρειάζεται η δικογράφηση του res ipsa loquitur. Πρόκειται περί ενός inference - συμπεράσματος ή συναγωγής - η οποία προκύπτει από τη φύση του ατυχήματος και την ευθύνη του Εναγόμενου. 

 

115.     Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Επίσημου Παραλήπτη, ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας GSK MECHANICAL SERVICES LTD κ.ά. ν. Αντωνίου, Π.Ε. αρ. 377/2012, 383/2012, 20.09.2019, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς το κατά πόσον απαιτείται η δικογράφηση του res ipsa loquitur:

 

«Δεν απαιτείται η δικογράφησή του, αρκεί να προκύπτει από τα δικογραφημένα και αποδεδειγμένα γεγονότα ότι το ατύχημα προκλήθηκε, εκ πρώτης όψεως, λόγω αμέλειας εκ μέρους του εναγομένου. Όπως λέχθηκε από το δικαστή Davies LJ, στην υπόθεση Bennett v. Chemical Construction (G.B.) Ltd, [1971] 1 W.L.R. 1571

 

"I have said that in my opinion it is not necessary to plead res ipsa loquitur. If the facts pleaded and the facts proved show that the cause of the accident was apparently and on its face due to some negligence, that is sufficient ..."»

 

116.    Παρά το ότι δεν χρειάζεται η δικογράφηση του κανόνα εντούτοις, ως αναφέρθηκε στην Σάββα ν. Κυριακίδη (2008) 1 ΑΑΔ 83:

 

 «…στην έκθεση απαίτησης αν δεν αναφερθεί οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει τουλάχιστον να αναφερθεί ότι ο ενάγων θα ισχυριστεί ότι δεν γνωρίζει όλα τα γεγονότα, εφόσον οι περιστάσεις που προκάλεσαν το ατύχημα ήταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο και εποπτεία του εναγομένου. Διαφορετικά ο ενάγων αφήνει να νοηθεί ότι γνωρίζει όλα τα γεγονότα, με αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα αναφέρθηκαν στην Αθανασίου ν. Κουκούνης, ανωτέρω, ότι, όπου τα γεγονότα είναι γνωστά και ο ενάγων βασίζεται σ' αυτά και τα παραθέτει, θα πρέπει να τα αποδεικνύει για να πετύχει. Ενώ στην περίπτωση επίκλησης της αρχής του res ipsa loquitur, δεν νοείται η κλήση πραγματογνωμώνων μαρτύρων προς απόδειξη της αμέλειας. (Βλ. Garner v. Morrell, The Times, October 31, 1953).

 

Στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε, μέσα από την έκθεση απαίτησης, να είχε γίνει γνωστό στον εναγόμενο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η πρόθεση της εφεσείουσας να στηριχθεί στην αρχή, ώστε να μπορεί ο εναγόμενος να καθορίσει έγκαιρα τη στάση του έναντι των διαφόρων επίδικων θεμάτων. Όμως, ακόμη και αν δεν υπήρχε το διαδικαστικό αυτό κώλυμα, η αρχή ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί, αφού ενόψει της ύπαρξης λεμφώματος στην περιοχή και της υποψίας ότι αυτό ενδεχομένως να προϋπήρχε, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καθαρά, με αποτέλεσμα να μην ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, σύμφωνα με την οποία το συμβάν πρέπει να είναι τέτοιας φύσης ώστε να είναι αδύνατο να συμβεί κάτω από κανονικές συνθήκες, αν δεν υπήρχε αμέλεια.»  

 

117.     Στην απόφαση Χρίστος Ζαχαροπλάστης v Κοινοτικό Συμβούλιο Κακοπετριάς, Πολ. Εφ. 330 / 2011, 04.10.2017 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στην υπόθεση Κώστα κ.ά. ν. Δημητρίου κ.ά. (2009) 1 ΑΑΔ 1073 τονίστηκε ότι το άρθρο 55 του Κεφ. 148 καθιερώνει την αρχή res ipsa loquitur του Αγγλικού Κοινοδικαίου, ως μέρος του Κυπριακού Δικαίου, και ότι η εφαρμογή της εν λόγω αρχής δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη της αμέλειας του εναγομένου. Η απλή παράθεση λεπτομερειών αμέλειας, στην έκθεση απαίτησης, δεν συνιστά κώλυμα για την επίκληση του προαναφερόμενου αξιώματος (βλ. επίσης, Πολυξένη Τομαρίδου-Ηλιάδου ν. Δήμου Πάφου, Πολ. Έφεση Αρ. 355/2011, ημερομηνίας 24.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:A109, ECLI:CY:AD:2017:A109) … Η παράθεση λεπτομερειών αμέλειας των εφεσιβλήτων, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία που δόθηκε από τον ΜΕ1 προς απόδειξη του επίδικου θέματος, δεν παρέχει καμία δυνατότητα διαζευκτικής επίκλησης του res ipsa loquitur (βλ. Pambis Fellas Sports Ltd v. Karyatis Centre Ltd (πιο πάνω)).»

 

118.    Είναι πολύ σημαντικό να αναφερθεί ότι για να εφαρμοστεί το res ipsa loquitur η ζημιογόνα κατάσταση πραγμάτων πρέπει να βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο του Εναγόμενου. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, 21st edition, σελ. 585 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

« To establish the defendant’s responsibility, it is necessary to show that the damage has been caused by something under the sole management and control of the defendant or someone for whom he is responsible or whom he has a right of control. The defendant’s control need only exist at the time of the hypothetical negligence, e.g. manufacturing the product, rather than at the time of the accident or injury.»

 

119.    Περιγράφοντας τον κανόνα στη Lloyde v West Midlands Gas Board [1971] 1 WLR 749, η οποία έχει υιοθετηθεί από την κυπριακή νομολογία (Σεντ Μαρίνα Σπόρτινγκ Προμόσιονς Λτδ ν. Φιλίππου [2004] 1 ΑΑΔ 1330) ο δικαστής Megaw, LJ παρατήρησε τα ακόλουθα:

 

«I doubt whether it is right to describe res ipsa loquitur as a "doctrine." I think that it is no more that an exotic, although convenient, phrase to describe what is in essence no more than a common sense approach, not limited by technical rules, to the assessment of the effect of evidence in certain circumstances. It means that a plaintiff prima facie establishes negligence where: (i) it is not possible for him to prove precisely what was the relevant act or omission which set in train the events leading to the accident; but (ii) on the evidence as it stands at the relevant time it is more likely than not that the effective cause of the accident was some act or omission of the defendant or of someone for whom the defendant is responsible, which act or omission constitutes a failure to take proper care for the plaintiff's safety.»

 

120.    Επί του ιδίου θέματος αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22nd edn., παράγραφος 8-195:

 

«It is only a convenient label to apply to a set of circumstances in which a claimant proves a case so as to call for a rebuttal from the defendant without having to allege and prove any specific act or omission on the part of the defendant. He merely proves a result, not any particular act or omission producing the result».

 

121.    Η φράση res ipsa loquitur δεν παραπέμπει σε αρχή δικαίου, γεγονός που επισημαίνεται και στην πιο σύγχρονη αγγλική νομολογία. Στην απόφαση O’ Connor v. Pennine Acute Hospitals NHS (2015) EWCA Civ. 1244 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:

 

«More recent authority has tended to the view that res ipsa loquitur is not a principle of law at all. There is no reversal of the burden of proof. The so-called res ipsa loquitur cases are merely cases in which, on the totality of the evidence, the court was able to make a finding of negligence. It has always been the position that courts can make findings of fact by means of inference when there is no direct evidence of the events in issue.» 

 

122.    Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, το αποδεικτικό βάρος της αμέλειας παραμένει στους ώμους του ενάγοντα (ίδετε Lloyde, πιο πάνω).

 

123.    Περαιτέρω,  χρήσιμη αναφορά για το ζήτημα μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Hobson LJ στην υπόθεση Ratcliffe v Playmouth & Torbay Health Authority; Exeter & North Devοn Health Authority [1998] P.I.Q.R. 170:

 

«Res ipsa loquitur is no more than a convenient Latin phrase used to describe the proof of facts which are sufficient to support an inference that a defendant was negligent and therefore to establish a prima facie case against him.

[...]

 

The burden of proving the negligence of the defendant remains throughout upon the plaintiff. The burden is on the plaintiff at the start of the trial and absent an admission by the defendant is still upon the plaintiff at the conclusion of the trial. At the conclusion of the trial the judge has to decide whether upon all the evidence adduced at the trial he is satisfied upon the balance of probabilities that the defendant was negligent and that his negligence caused the plaintiff's injury. If he is so satisfied he gives judgment for the plaintiff: if not, he gives judgment for the defendant. 

 

Whether or not the plaintiff has at some earlier stage relied upon a prima facie case does not alter this position. The plaintiff may or may not have needed to call evidence to establish a prima facie case. The admitted facts may suffice for that purpose. Conversely, the defendant may have chosen to call no evidence, in which case the court will have to decide whether the evidence adduced by the plaintiff suffices to satisfy the court, in the absence of any evidence to contradict it, that the defendant was negligent and that his negligence caused the plaintiff's injury. In all these situations the task of the judge at the end of the trial is the same. The only difference is that he may be left without direct evidence of what occurred and may have to act upon inferences to be drawn from incomplete evidence. Where the defendant is in a position to adduce evidence as to what occurred but has refrained from doing so, the court will be more willing to draw inferences adverse to the defendant than might otherwise be the case. Where the plaintiff is not in a position himself to give an account himself of what occurred and where the relevant situation was under the control of the defendant and the relevant facts are known to the defendant, the case may come fairly and squarely within the statement of Erle C.J. quoted above. But it does so because the facts proved have given rise to an inference that the defendant was negligent. Where there is direct evidence as to what occurred there is no need to rely upon inferences ( Barkway v. South Wales Transport [1950] 1 All E.R. 392 ).»

 

II.         Υπαγωγή  - Το κατά πόσον αποδείχθηκε αμέλεια και εάν τυγχάνει εφαρμογής το res ipsa loquitur

 

124.    Εν προκειμένω, δεν έχει δικογραφηθεί το res ipsa loquitur ούτε και υπήρξε κάποια ειδοποίηση στην Έκθεση Απαίτησης ότι η Ενάγουσα προτίθετο να προβεί στην επίκληση του ή ότι δεν γνωρίζει όλα τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στη ζημιά η οποία προκλήθηκε. Αντιθέτως δικογραφούνται λεπτομέρειες αμέλειας οι οποίες αφορούν τόσο το ανεπαρκές οργανωτικό πλαίσιο της Εναγόμενης το οποίο επέτρεψε τις συναλλαγές προς όφελος τρίτου προσώπου το οποίο ουδέποτε συναλλάχθηκε με την Ενάγουσα, την απουσία προειδοποιητικών μηνυμάτων, όσο και την αμέλεια της Εναγόμενης κατά την διάρκεια των όσων επακολούθησαν των συναλλαγών.

125.    Ο δε ΓΠ κατά τη μαρτυρία του, ως προαναφέρθηκε, δεν εγκατέλειψε αυτές τις λεπτομέρειες αμέλειας. Έδωσε μαρτυρία ως προς το ότι δεν έπρεπε να είχαν επιτραπεί οι πληρωμές καθότι ήτο ανεξήγητες, αφήνει να νοηθεί ότι δεν ευσταθεί το ότι δεν υπήρξε παραβίαση ή διακύβευση των συστημάτων της Εναγόμενης (παρ. 18, Εγγράφου Α), ότι η Εναγόμενη δεν μερίμνησε για την προστασία και ασφαλή φύλαξη των καταθέσεων και ότι λογικά αυτό που συνέβη ήταν ότι η Εναγόμενη κατά κάποιον τρόπο διέρρευσε τους κωδικούς.

 

126.    Τίθεται επίσης ζήτημα ως προς το κατά πόσον η ζημιογόνα κατάσταση βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Εναγόμενης. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής δεν προσομοιάζουν με υποθέσεις όπως η Morides v. Ioannou (1973) 1 C.L.R. 117 και Σεντ Μαρίνα Σπόρτινγκ Προμόσιονς Λτδ ν Κέη (Κυριακή) Φιλίππου (2004) 1 ΑΑΔ 1330. Εν προκειμένω, ο ΓΠ ως το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου είχε πάντοτε στην κατοχή του τόσο το ΤΟΚΕΝ – digiPIN device όσο και τους σχετικούς κωδικούς για να εισέλθει στο σύστημα. Η δε Τράπεζα δεν κατείχε τους κωδικούς τους οποίους παρήγαγε το ΤΟΚΕΝ.

 

127.    Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ούτε μπορεί να συναχθεί ότι η Εναγόμενη ήταν αμελής επειδή παραδείγματος χάριν υπέστη υποκλοπή δεδομένων ή επειδή κάποιος επιτήδειος εξασφάλισε παράνομα πρόσβαση στα συστήματα της. Εν προκειμένω, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για κάποια πράξη ή παράλειψη της τράπεζας η οποία να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως inference – συναγωγή αμέλειας - ώστε να μπορεί να μετατεθεί το βάρος απόδειξης στην Εναγόμενη να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής.

 

128.    Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας η Εναγόμενη απλώς εκτέλεσε τις συναλλαγές με βάση τις οδηγίες της Ενάγουσας αφού επιβεβαιώθηκε ότι είχαν χρησιμοποιηθεί τόσο οι κωδικοί για την είσοδο στην ηλεκτρονική τραπεζική όσο και το συγκεκριμένο μηχάνημα το οποίο παρήγαγε κωδικό. Στην παρούσα περίπτωση όχι μόνο δεν υπάρχει μαρτυρία επί τω ότι η συναλλαγές ήταν μη εξουσιοδοτημένες αλλά υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία ότι οι συναλλαγές είχαν τύχει της δέουσας εξουσιοδότησης χρησιμοποιώντας τους κωδικούς τους οποίους κατείχε μόνο η Ενάγουσα. Δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς το ότι η Εναγόμενη υπέπεσε σε κάποιο σφάλμα.

 

129.    Για παράδειγμα στην Morides υπήρξε η κατάρρευση του γειτονικού σπιτιού. Στην απόφαση Σεντ Μαρίνα,  η σέλλα βρέθηκε με κομμένα τα λουριά που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα λάμβανε χώρα εάν δεν υπήρχε αμέλεια από μέρους του ιδιοκτήτη της. Στην G.S.K. Mechanical Services, υπήρξε η κατάρρευση της στέγης η οποία παρέσυρε τον ενάγοντα και κρίθηκε ότι με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε αποκαλύφθηκαν τα γεγονότα στα οποία στοιχειοθετείτο η κατ’ ισχυρισμό αμέλεια εκ πρώτης όψεως ενώ δεν υπήρχε άμεση μαρτυρία για τις πραγματικές περιστάσεις που προκάλεσαν το ατύχημα.

 

130.    Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχουν τα γεγονότα τα οποία είναι ικανά να θεμελιώσουν το inference – συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη ήταν αμελής (ίδετε Ratcliffe, ανωτέρω) εκ πρώτης όψεως. Εν ολίγοις, δεν αποδείχθηκε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή ότι οι συναλλαγές έγιναν χωρίς την εξουσιοδότηση της Ενάγουσας, ώστε να μην χρειαστεί να καταδείξει η Ενάγουσα συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη η οποία προκάλεσε το αποτέλεσμα και τα πράγματα να μιλήσουν από μόνα τους. Η Εναγόμενη όμως απέδειξε ότι εκτέλεσε τις συναλλαγές με βάση τις οδηγίες της Ενάγουσας.

 

131.    Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Savvides v. Μesaritis (1985) 1 C.L.R. 261 το res ipsa loquitur “[i]t is intended to relax in appropriate circumstances the burden cast on the plaintiff to prove his case. And as the Latin emblem of the rule suggests, the facts must be vocal in themselves not only with regard to what happened but about the negligence of the defendant as well.”

 

132.    Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει αυτό το υπόβαθρο γεγονότων. Σημειώνω επίσης ότι ως αναφέρθηκε στην Αθανασίου ν. Κουνούνη, ανωτέρω, «[π]ροϋπόθεση για την εφαρμογή του res ipsa loquitur αποτελεί η αιτιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημίας η οποία προκαλείται. (Βλ. Fish v. Kapur and Another [1948] 2 All E.R. 176)» πράγμα το οποίο απουσιάζει από το πλέγμα των γεγονότων εν προκειμένω.

 

133.    Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία, επί της oπoίας o εvαγόμεvoς είχε πλήρη έλεγχo και επίσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η  επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι o εvαγόμεvoς παρέλειψε vα καταβάλει εύλoγη επιμέλεια παρά πρoς τηv καταβoλή τέτoιας επιμέλειας.

 

134.    Το βάρος απόδειξης παραμένει επί των ώμων της Ενάγουσας και δεδομένης της έλλειψης μαρτυρίας περί ύπαρξης αμέλειας της Εναγόμενης η αγωγή στο μέτρο που στηρίζεται σε αμέλεια της Εναγόμενης δεν μπορεί να πετύχει. Ούτε και υπάρχει παράβαση του συμβατικού καθήκοντος της Εναγόμενης για άσκηση εύλογης φροντίδας και δεξιότητας (reasonable care and skill).

 

135.    Σημειώνω ότι η Ενάγουσα δικογραφεί ως λεπτομέρειες αμέλειας και την παράλειψη ενημέρωσης της σε σχέση με τους μηχανισμούς ελέγχου των συναλλαγών κατά τη διαδικασία ανοίγματος λογαριασμού, την αδυναμία να επικοινωνίας με την τράπεζα σε μη εργάσιμες ώρες και την παράλειψη ενημέρωσης σε σχέση με τις ενέργειες για επιστροφή των χρημάτων και ως προς το γιατί επέτρεψε την συναλλαγή. Εκτός από το ότι το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία της Ενάγουσας σε σχέση με αυτά τα ζητήματα και επομένως δεν αποδείχθηκαν ως γεγονότα, δεν αποδείχθηκε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ π.χ. της ισχυριζόμενης παράλειψης ενημέρωσης με τη ζημιά που υπέστη η Ενάγουσα.

 

136.    Σε σχέση με το ότι η τράπεζα δεν παρείχε 24ωρη γραμμή εξυπηρέτησης, δεν αποδείχθηκε ότι τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά εάν υπήρχε δεδομένου του ότι όλες οι συναλλαγές είχαν ολοκληρωθεί πριν να ζητηθεί η ακύρωση τους. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει αποδειχθεί ότι οι συναλλαγές ήταν μη εξουσιοδοτημένες. Δηλαδή στην ουσία, δεν έχει αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα υπέστη ζημιά. Θα υπήρχε ζημιά αν κρινόταν ότι οι συναλλαγές ήταν μη εξουσιοδοτημένες από την Ενάγουσα. Εν προκειμένω, η Εναγόμενη ενήργησε με βάση το mandate της. 

 

III.        Προκύπτει αμέλεια από το γεγονός της έγκρισης των συναλλαγών από την Τράπεζα; 

 

137.    Στο σύγγραμμα Paget’s Law of Banking, 16th edn., στην παρ. 23.1 αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

“The primary duty of a paying bank is to honour its customer's instructions and make payments as instructed in accordance with its mandate. That duty is a fundamental aspect of the contractual relationship between the bank and its customer. The bank's payment obligation only arises if the instructions comply with the mandate and if there are sufficient funds in the customer's account (or if the bank has agreed to provide the customer with sufficient overdraft facilities) to meet the payment instruction. If so, in the vast majority of cases the bank must comply with its customer's instructions. But there are exceptional circumstances in which the bank's contractual duty to the customer conflicts with other duties owed by the bank, and in those cases the law must strike a balance between the conflicting obligations”

 

138.    Κατ’ αρχάς, πρέπει να αναφερθεί ότι στην παρούσα περίπτωση η Εναγόμενη δεν φαίνεται να παραβίασε το mandate της (Τεκμήριο 4). Όπως έχει προαναφερθεί, οι συναλλαγές αποδείχθηκε ότι έγιναν αφού χρησιμοποιήθηκε το user ID, κωδικός πρόσβασης και ο κωδικός ο οποίος στάλθηκε από το συγκεκριμένο ΤΟΚΕΝ – μηχάνημα digiPIN  το οποίο είχε χορηγηθεί στον ΓΠ.

 

139.     Επιπρόσθετα, ο δικαιούχος ήταν εντός των ορίων που είχαν τεθεί κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και δεν είχαν δοθεί οδηγίες ότι θα γίνονταν πληρωμές μόνο σε νομικά πρόσωπα. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε τη θέση του ΜΥ και εξήγαγε σχετικό εύρημα (και ο ΜΕ εν τέλει παραδέχθηκε) ότι η τράπεζα υπό τις περιστάσεις δεν είχε λόγο να μην εκτελέσει τις συναλλαγές.

 

IV.        Παραβίασε η Εναγόμενη το καθήκον της με βάση την υπόθεση Barclays Bank plc v Quincecare Ltd and another [1992] 4 All ER 363;

 

140.    Υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες η τράπεζα οφείλει να μην συμμορφωθεί με εντολή πληρωμής ακόμα και εάν η εν λόγω εντολή εμπίπτει εντός του mandate της. Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι όταν η τράπεζα έχει την εύλογη υποψία ότι μια εντολή πληρωμής εκδόθηκε με σκοπό την δόλια αποξένωση των χρημάτων τα οποία είναι κατατεθειμένα στο λογαριασμό του πελάτη της. Εάν η τράπεζα παρά την υποψία της προχωρήσει με την ολοκλήρωση της συναλλαγής μπορεί να κριθεί υπεύθυνη για παραβίαση του καθήκοντος της με βάση την υπόθεση Quincecare, ανωτέρω (“Quincecare Duty”) στο μέτρο της αξίας των χρημάτων τα οποία πληρώθηκαν από τον εν λόγω λογαριασμό κατά παράβαση του καθήκοντος.

 

141.    Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Paget’s Law of Banking, παρ. 23.13, είναι αμφίβολο το κατά πόσον το καθήκον της τράπεζας μπορεί να εκτείνεται πέραν των περιπτώσεων που ο αντιπρόσωπος του πελάτη προβαίνει σε μη εξουσιοδοτημένες και απατηλές συναλλαγές και στις περιπτώσεις που ο πελάτης έχει περιπλανηθεί από κάποιον επιτήδειο και δίδει ο ίδιος την εντολή.

 

142.    Ο Δικαστής Steyn  στην απόφαση του στην Quincecare αναγνώρισε ότι η τράπεζα βρίσκεται σε δίλημμα και ότι πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος για την επίλυση αυτού του διλήμματος:

 

''Given that the bank owes a legal duty to exercise reasonable care in and about executing a customer's order to transfer money, it is nevertheless a duty which must generally speaking be subordinate to the bank's other conflicting contractual duties. Ex hypothesi one is considering a case where the bank received a valid and proper order which it is prima facie bound to execute promptly on pain of incurring liability for consequential loss to the customer. How are these conflicting duties to be reconciled in a case where the customer suffers loss because it is subsequently established that the order to transfer money was an act of misappropriation of money by the director or officer?''

 

 

143.    Συμπέρανε ότι το τεστ το οποίο πρέπει να εφαρμόζεται και με το οποίο επιτυγχάνεται μια δίκαιη ισορροπία έχει ως εξής:

 

''In my judgment the sensible compromise, which strikes a fair balance between competing considerations, is simply to say that a banker must refrain from executing an order if and for as long as the banker is “put on inquiry” in the sense that he has reasonable grounds (although not necessarily proof) for believing that the order is an attempt to misappropriate the funds of the company... And, the external standard of the likely perception of an ordinary prudent banker is the governing one.''

 

144.    Πρέπει να γίνει αναφορά στην απόφαση του Supreme Court  στην Philipp v. Barclays Bank UK plc [2023] 4 All ER 847 at 876 όπου ανατράπηκε η απόφαση του Court of Appeal και εν τέλει ξεκαθαρίστηκε από τον Lord Legatt ότι το Quincecare Duty δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που οι εντολές δίδονται από τον ίδιο τον πελάτη ή όπου η εγκυρότητα των οδηγιών του πελάτη δεν επιδέχεται αμφισβήτησης: 

 

«[97] In summary, the duty of a bank which has come to be referred to as the 'Quincecare duty' is not, as that epithet might suggest, some special or idiosyncratic rule of law. Properly understood, it is simply an application of the general duty of care owed by a bank to interpret, ascertain and act in accordance with its customer's instructions. Where a bank is 'put on inquiry' in the sense of having reasonable grounds for believing that a payment instruction given by an agent purportedly on behalf of the customer is an attempt to defraud the customer, this duty requires the bank to refrain from executing the instruction without first making inquiries to verify that the instruction has actually been authorised by the customer. If the bank executes the instruction without making such inquiries and the instruction proves to have been given without the customer's authority, the bank will be in breach of duty. It will also in making the payment be acting outside the scope of its own authority from the customer and will therefore not be entitled to debit the payment to the customer's account.

[…]

 

[100] On the other hand, these principles have no application to a situation where, as in the present case, the customer is a victim of APP fraud. In this situation the validity of the instruction is not in doubt. Provided the instruction is clear and is given by the customer personally or by an agent acting with apparent authority, no inquiries are needed to clarify or verify what the bank must do. The bank's duty is to execute the instruction and any refusal or failure to do so will prima facie be a breach of duty by the bank.

 

145.    Κατά συνέπεια, επειδή στην παρούσα περίπτωση οι οδηγίες του πελάτη για την εκτέλεση των συναλλαγών δεν προήλθαν μέσω αντιπροσώπου αλλά απευθείας από τον πελάτη και η εγκυρότητα αυτών δεν επιδεχόταν οποιασδήποτε αμφισβήτησης, το καθήκον της τράπεζας με βάση την Quincecare δεν τυγχάνει εφαρμογής.

 

146.    Εν πάση περιπτώσει, και ακόμα και να μπορούσε να εφαρμοστεί εν προκειμένω το καθήκον αυτό, δεν καταδείχθηκε ότι η τράπεζα έπρεπε να τεθεί σε εγρήγορση (“put on inquiry”) δεδομένου του ότι οι συναλλαγές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ασυνήθιστές με βάση τις πληροφορίες που είχαν δοθεί στην τράπεζα ως προς τον προορισμό χρημάτων. Ούτε και τέθηκε πως το ποσό των συναλλαγών ήταν ασυνήθιστα μεγάλο.

 

147.    Στην Philipp ο πελάτης της τράπεζας έπεσε θύμα απάτης και συγκεκριμένα Authorised Push Payment (APP) Fraud η οποία λαμβάνει χώρα όταν κάποιος επιτήδειος χειραγωγεί το θύμα στην διεξαγωγή της συναλλαγής με τη θέληση του. Για παράδειγμα μπορεί να προσποιείται ότι είναι υπάλληλος μιας τράπεζας ή αστυνομικός και να παροτρύνει το θύμα να μεταφέρει χρήματα σε ένα «ασφαλές λογαριασμό» ή να προσποιείται ότι είναι συνεργάτης μιας εταιρείας και ζητά πληρωμή τιμολογίου για υπηρεσίες. Το θύμα σε όλες τις περιπτώσεις προβαίνει το ίδιο στη συναλλαγή και επομένως δίδει το ίδιο την οδηγία.

 

148.    Η δε συναλλαγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη εξουσιοδοτημένη. Όπως θα αναφερθεί στην επόμενη ενότητα στην Philipp αναφέρθηκε επίσης ότι επειδή η οδηγία πληρωμής θεωρείται πως εκτελέστηκε ορθά δεν μπορούν να επιστραφούν τα χρήματα με βάση τα Payment Services Regulations.

 

 

 

 

149.    Στην παρ. 63 της εν λόγω απόφασης αναφέρθηκε ότι όταν η τράπεζα λάβει μια έγκυρη εντολή πληρωμής θα πρέπει να την εκτελέσει και το εξυπακουόμενο συμβατικό της καθήκον για εξάσκηση δέουσας φροντίδας και επιμέλειας υποχωρεί μπροστά σε μια έγκυρη οδηγία πληρωμής:

 

“63. … Where the bank receives a valid payment order which is clear and leaves no room for interpretation or choice about what is required in order to carry out the order, the bank’s duty is simply to execute the order by making the requisite payment. The duty of care does not apply.

 

64. In his judgment in Quincecare Steyn J initially appeared to recognise this when he said (at p 376c) that the bank’s duty to exercise reasonable skill and care in and about executing a customer’s order to transfer money “must generally speaking be subordinate” to the bank’s other duties. This is clearly right. The duty to exercise skill and care is subordinate to the bank’s duty to carry out a customer’s order to transfer money because the exercise of skill and care, where there is any scope for it, is directed solely to the effective execution of the order. It cannot therefore provide an independent basis for failing or refusing to execute a valid payment order. It is impossible to derive from a duty to observe reasonable skill and care in and about executing a customer’s order a duty not to execute the customer’s order. Indeed, as Lord Sumption NPJ recently observed in PT Asuransi Tugu Pratama Indonesia TBK v Citibank NA [2023] HKCFA 3, para 14:

 

 “The law cannot coherently treat compliance with an authorised instruction as a breach of duty...”

 

V.        Μπορούν να επιστραφούν τα χρήματα με βάση τον περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμο του 2009, ως είχε τροποποιηθεί (εφεξής «Νόμος Υπηρεσιών Πληρωμών»);

 

150.    Εν πρώτοις, σημειώνω ότι ο εν λόγω νόμος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμο του 2018 (31(I)/2018) ο οποίος ωστόσο τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του (ίδετε άρθρο 112).

 

151.    Παρά ταύτα, επειδή οι επίδικες συναλλαγές έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του, εν προκειμένω θα πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσον εφαρμόζεται ο Νόμος Υπηρεσιών Πληρωμών (ήτοι ο νόμος του 2009). Σημειώνω επίσης ότι δεν δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης ότι η Ενάγουσα θα επικαλεστεί την εφαρμογή του, ωστόσο αποτελεί νομοθεσία και δεν χρησιμοποιείται ως αιτία αγωγής per se.

 

152.    Οι συνήγοροι της Ενάγουσας παραπέμπουν στο Νόμο Υπηρεσιών Πληρωμών στη γραπτή τους αγόρευση και θεωρούν ότι με βάση το άρθρο 57 αυτού η τράπεζα θα πρέπει να επιστρέψει στην Ενάγουσα ως πληρωτή τα ποσά που πληρώθηκαν χωρίς την εξουσιοδότηση της.  Εάν επρόκειτο για παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος (breach of statutory duty) το συγκεκριμένο άρθρο του νόμου θα έπρεπε να δικογραφηθεί (Bullen & Leake & Jacob’s Precedents of Pleadings, 12th edn, σελ. 516).

 

153.     Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει μια απόφαση η οποία να είναι αντίθετη με το νόμο και επομένως θα πρέπει να διερευνηθεί το κατά πόσον μπορεί να τύχει εφαρμογής με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης.

 

154.    Ο Νόμος Υπηρεσιών Πληρωμών θεσπίστηκε ώστε να ενσωματωθεί στην εσωτερική έννομη τάξη η Οδηγία 2007/64/ΕΚ (γνωστή ως PSD1). Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου Υπηρεσιών Πληρωμών αυτός εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, σε υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται στη Δημοκρατία. Το τι περιλαμβάνει η έννοια «υπηρεσία πληρωμής» επεξηγείται στο Παράρτημα του εν λόγω νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4(2) οι τράπεζες, μεταξύ άλλων, έχουν το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών πληρωμών.

 

155.    Σχετικό εν προκειμένω είναι το Μέρος VII του Νόμου Υπηρεσιών Πληρωμών με τίτλο «Δικαιώματα και Υποχρεώσεις των Μερών». 

 

156.    Το άρθρο 50 προνοεί ότι  «ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται επανόρθωση από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών εφόσον ο εν λόγω χρήστης, μόλις πληροφορηθεί οποιαδήποτε πράξη πληρωμής η οποία εκτελέστηκε εσφαλμένα ή χωρίς εξουσιοδότηση, και η οποία θεμελιώνει σχετικό δικαίωμα, συμπεριλαμβανομένων των καθοριζομένων στα άρθρα 57 και 69 έως 71, ειδοποιήσει αμελλητί τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και το αργότερο έως 13 μήνες, ανάλογα με την περίπτωση, από την ημερομηνία χρέωσης ή πίστωσης…»

 

157.    Το άρθρο 51 με πλαγιότιτλο «Στοιχεία που τεκμηριώνουν τη γνησιότητα και την εκτέλεση πράξεων πληρωμής» θεωρώ είναι σημαντικό για την παρούσα υπόθεση και το παραθέτω αυτούσιο:

« 51. Εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αμφισβητεί την ορθή εκτέλεση πράξης πληρωμής ή την ύπαρξη σχετικής εξουσιοδότησης, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών βαρύνεται να αποδείξει ότι εξακριβώθηκε η γνησιότητα της πράξης πληρωμής, ότι η πράξη πληρωμής καταγράφηκε επακριβώς, καταχωρήθηκε στους λογαριασμούς και δεν επηρεάσθηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία:

Νοείται ότι η χρήση ενός μέσου πληρωμών, την οποία κατέγραψε ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, δεν αποτελεί αναγκαστικά από μόνη της επαρκή απόδειξη ότι η πράξη πληρωμής εκτελέστηκε βάσει εξουσιοδότησης του πληρωτή ή ότι ο πληρωτής ενέργησε δόλια ή δεν εκπλήρωσε από πρόθεση ή βαριά αμέλεια μια ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 55.»

158.    Με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις του νόμου «εξακρίβωση γνησιότητας» σημαίνει «διαδικασία η οποία επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να επαληθεύει τη χρήση συγκεκριμένου μέσου πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των εξατομικευμένων στοιχείων ασφαλείας του μέσου πληρωμών».

 

159.    Θεωρώ πως το άρθρο 51 αποτελεί υπεράσπιση για τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών υπό την έννοια ότι αν ο πάροχος είναι σε θέση αν αποδείξει ότι εξακριβώθηκε η γνησιότητα της πράξης πληρωμής, ότι η πράξη πληρωμής καταγράφηκε επακριβώς, καταχωρήθηκε στους λογαριασμούς και δεν επηρεάσθηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία δεν μπορεί να έχει ευθύνη. Το άρθρο 51 πρέπει να διαβαστεί και σε συνάρτηση με το άρθρο 53(2) που εξηγεί πότε η πράξη πληρωμής θεωρείται ότι εκτελέστηκε παρά τη βούληση του.

 

160.    Παρενθετικά αναφέρεται ότι με βάση το άρθρο 52 ο πάροχος ή ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών απαλλάσσεται από την ευθύνη που προβλέπεται στο σχετικό μέρος του Νόμου Υπηρεσιών Πληρωμών σε περιστάσεις που είναι ασυνήθεις και απρόβλεπτες, εκφεύγουν του ελέγχου του και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρ’ όλες τις προσπάθειες για το αντίθετο.

 

161.    Το άρθρο 53 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«53.- (1)   Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή υποχρεούται να εξασφαλίζει την εξουσιοδότηση του πληρωτή πριν από την εκτέλεση της πράξης πληρωμής. Ο πληρωτής και ο οικείος του πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορούν να συμφωνούν στη σύμβαση-πλαίσιο ότι η εξουσιοδότηση θα έπεται της εκτέλεσης.

 

(2)   Η εξουσιοδότηση για την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής ή μιας σειράς πράξεων πληρωμής γίνεται υπό τη μορφή που συμφωνήθηκε μεταξύ του πληρωτή και του οικείου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Σε περίπτωση όπου ελλείπει η εξουσιοδότηση του πληρωτή, η πράξη πληρωμής θεωρείται ότι εκτελείται παρά τη βούλησή του.

 

(3)   Ο πληρωτής μπορεί να ανακαλέσει την εξουσιοδότηση σε οποιαδήποτε στιγμή αλλά όχι αργότερα από το χρόνο κατά τον οποίον η εντολή πληρωμής καθίσταται ανέκκλητη σύμφωνα με το άρθρο 60.

 

(4)   Εξουσιοδότηση για την εκτέλεση σειράς πράξεων πληρωμής μπορεί να ανακληθεί σε οποιαδήποτε στιγμή ως προς τις μελλοντικές πράξεις πληρωμής.

 

(5) Ο πληρωτής συμφωνεί με τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών τη διαδικασία της εξουσιοδότησης.»

 

162.    Εν ολίγοις, για να θεωρείται ότι η πράξη πληρωμής εκτελέστηκε παρά τη βούληση του πληρωτή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι έγινε χωρίς την εξουσιοδότηση του. Αν διενεργηθεί η πληρωμή με τον τρόπο που συμφωνήθηκε για να λαμβάνεται η εξουσιοδότηση σημαίνει ότι η πληρωμή δεν είναι παρά τη βούληση του πληρωτή. Η έννοια «εξουσιοδότηση» έχει το νόημα που της αποδίδει ο νόμος δηλαδή η εξουσιοδότηση με τον τρόπο που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Έπεται ότι εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να δείξει ότι είχε εξουσιοδότηση με βάση τον τρόπο που συμφωνήθηκε για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής σημαίνει ότι δεν μπορεί να του καταλογιστεί ευθύνη.

 

163.    Το άρθρο 55 εναποθέτει και ορισμένες υποχρεώσεις στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τα μέσα πληρωμών. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που χρησιμοποιεί μέσο πληρωμών υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του, μόλις παραλάβει το μέσο πληρωμών, να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων στοιχείων ασφαλείας του, και μόλις αντιληφθεί απώλεια, κλοπή, υποκλοπή ή έκθεση σε κατάχρηση του μέσου πληρωμών ή χρήση αυτού χωρίς εξουσιοδότηση, να ειδοποιεί αμελλητί τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή το πρόσωπο που ο τελευταίος υποδεικνύει.

 

164.    Το άρθρο 57 αφορά την ευθύνη για πράξεις πληρωμής που εκτελέστηκαν χωρίς την εξουσιοδότηση του πληρωτή και προνοεί ότι εάν η πράξη έγινε χωρίς εξουσιοδότηση (εν τη εννοία του Νόμου Πληρωμών, ως επεξηγήθηκε ανωτέρω), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υποχρεούται να επιστρέψει το ποσό το οποίο πληρώθηκε κατά την πράξη πληρωμής:

 

«57.-(1) Χωρίς επηρεασμό του άρθρου 50, εάν πράξη πληρωμής πραγματοποιήθηκε χωρίς την εξουσιοδότηση του πληρωτή, ο οικείος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υποχρεούται να επιστρέψει αμέσως στον πληρωτή το ποσό της πράξης πληρωμής και, ανάλογα με την περίπτωση, να επαναφέρει το χρεωθέντα λογαριασμό πληρωμών στην κατάσταση που θα βρισκόταν εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η πράξη πληρωμής.

 

(2)   Κατά παρέκκλιση από το εδάφιο (1), ο πληρωτής βαρύνεται μέχρι ποσού 150 ευρώ για ζημία από πράξεις πληρωμής που πραγματοποιήθηκαν χωρίς την εξουσιοδότησή του, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

(α)   η ζημία επέρχεται από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών ή, εάν ο πληρωτής δεν κράτησε ασφαλή τα εξατομικευμένα στοιχεία ασφαλείας, μέσου πληρωμών υποκλαπέντος ή εκτεθειμένου σε κατάχρηση από τρίτους∙

(β)   ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέσχε τα κατάλληλα μέσα που επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή την ειδοποίηση για την απώλεια, κλοπή, υποκλοπή ή έκθεση σε κατάχρηση του μέσου πληρωμών, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 56∙ και

(γ)   η ζημία επέρχεται από χρήση του μέσου πληρωμών μέχρι τη χρονική στιγμή κατά την οποία ο πληρωτής ειδοποίησε σχετικά τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών:

Νοείται ότι τα μέρη μπορούν να συμφωνούν μικρότερη ή μηδενική επιβάρυνση του πληρωτή.

 

(3)   Κατά παρέκκλιση από τα εδάφια (1) και (2), ο πληρωτής βαρύνεται για ολόκληρη τη ζημιά από πράξεις πληρωμής που πραγματοποιήθηκαν χωρίς την εξουσιοδότησή του, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

(α)   η ζημιά οφείλεται στο γεγονός ότι ο εν λόγω πληρωτής ενήργησε με δόλο ή η ζημιά επέρχεται κατόπιν παραβίασης από τον πληρωτή μίας ή περισσοτέρων από τις υποχρεώσεις του άρθρου 55 από πρόθεση ή βαριά αμέλεια∙

(β)   ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέσχε τα κατάλληλα μέσα που επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή την ειδοποίηση για την απώλεια, κλοπή, υποκλοπή ή έκθεση σε κατάχρηση του μέσου πληρωμών, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 56∙ και

(γ)   η ζημία επέρχεται από χρήση του μέσου πληρωμών μέχρι τη χρονική στιγμή κατά την οποία ο πληρωτής ειδοποίησε σχετικά τον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.

 

165.    Το δε άρθρο 60 του Νόμου Υπηρεσιών Πληρωμών προνοεί ότι η εντολή πληρωμής καθίσταται ανέκκλητη μόλις ληφθεί από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή. Η εντολή πληρωμής μπορεί να ανακληθεί μόνο με συμφωνία μεταξύ του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών και του οικείου του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.

 

166.    Συνεπώς, εάν  έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις για την εξασφάλιση εξουσιοδότησης, εάν έχουν τηρηθεί οι ασφαλιστικές δικλείδες που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 57 επειδή δεν θεωρείται ότι η πράξη πληρωμής πραγματοποιήθηκε χωρίς την εξουσιοδότηση του πληρωτή.

 

167.    Αυτή ήταν και η προσέγγιση του Supreme Court στην Philipp, ανωτέρω. Δηλαδή όταν η συναλλαγή είναι εξουσιοδοτημένη, η τράπεζα δεν μπορεί να αρνηθεί να την εκτελέσει και δεν θεωρείται ότι είναι μη εξουσιοδοτημένη για σκοπούς των Payment Services Regulations. Επομένως, δεν μπορεί να αποζημιωθεί ο ενάγων με βάση τους εν λόγω κανονισμούς, το περιεχόμενο των οποίων προσομοιάζει με το Νόμο Υπηρεσιών Πληρωμών (δεδομένου του ότι ενσωματώνουν τη σχετική οδηγία στην Αγγλία ενώ ο Νόμος Υπηρεσιών Πληρωμών ενσωματώνει τη σχετική οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη):

 

[16] Although the relationship between a bank and an account holder is one of contract, such contracts are made and performed in a heavily regulated legal environment. For example, where the customer who holds the account is a consumer, any term of the contract which is unfair to the customer is not binding on the customer: see s 62 of the Consumer Rights Act 2015. Banks are also subject to various regulatory duties imposed by or under legislation. The most significant legislation applicable to payments is the Payment Services Regulations 2017 (SI 2017/752). These Regulations, originally introduced to transpose the second EU Payment Services Directive (European Parliament and Council Directive 2015/2366/EU) into national law, have been retained (with minor modifications) following the withdrawal of the United Kingdom from the European Union. They apply to a wide range of payment transactions.

 

The Payment Services Regulations

 

[17] Part 7 of the Payment Services Regulations establishes rights and obligations relating to the provision of payment services by banks and other 'payment service providers'. Among other things, these regulations define when a payment transaction is to be regarded as having been authorised by the payer (reg 67); impose obligations on payment service providers to execute authorised payment transactions promptly (regs 86 and 91); and require a payment service provider to refund to the payer the amount of an unauthorised payment (no later than the end of the business day following the day on which it becomes aware of the unauthorised transaction) (reg 76(2)).

 

[18] The relevant provisions of the Payment Services Regulations are largely concerned with establishing rights and obligations of payment service users and providers in relation to unauthorised payment transactions. They do not provide for reimbursement of any payments which the payer has authorised. They therefore do not offer any means of redress for a customer who is a victim of APP fraud. Indeed, they have been perceived as containing an obstacle to the imposition of a regulatory obligation on payment service providers to reimburse customers who are victims of APP fraud.

 

Regulation 90(1) provides that, where a payment order is executed in accordance with the unique identifier (ie the essential information identifying the account of the payee), the payment order is deemed to have been correctly executed.”

 

168.    Εν προκειμένω, δεδομένου του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι για να εκτελεστούν οι συναλλαγές έγινε χρήση των κωδικών πρόσβασης αλλά και χρήση του μοναδικού κωδικού ορισμένοι χρόνου που είχε σταλεί στο συγκεκριμένο ΤΟΚΕΝ το οποίο είχε εκδοθεί στον ΓΠ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η συναλλαγές ήταν μη εξουσιοδοτημένες.

 

169.    Από τη στιγμή που οι συναλλαγές δεν θεωρούνται μη εξουσιοδοτημένες εν τη εννοία του Νόμου Υπηρεσιών Πληρωμών δεν μπορεί λυσιτελώς να υποστηρίζεται ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 57 αυτού για την επιστροφή των χρημάτων των συναλλαγών. Πρόκειται για ένα κενό το οποίο θα πρέπει να πρέπει να καλυφθεί από την νομοθετική εξουσία είτε της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

ΣΤ.  ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΓΕΡΘΗΚΑΝ

 

170.    Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης παρατίθενται επιγραμματικά ορισμένα σχόλια σε σχέση με διάφορα ζητήματα τα οποία εγέρθηκαν στα δικόγραφα, κατά την ακρόαση καθώς και μέσω των αγορεύσεων των μερών.

 

171.     Δεδομένου του ότι δεν αποδείχθηκε παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας της Εναγόμενης και επειδή διαφάνηκε ότι οι συναλλαγές ήταν εξουσιοδοτημένες, δεν θα ασχοληθώ με την εγκυρότητα της ρήτρας αποκλεισμού ευθύνης για αμέλεια στο Indemnity – Τεκμήριο 4. Θα αναφέρω μόνο ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ένεκα της υπογραφής του εγγράφου, το Indemnity κατέστη μέρος της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και υπενθυμίζω ότι ο ίδιος ο ΜΕ ανέφερε ότι κατανόησε το περιεχόμενο του.

 

172.    Περαιτέρω, επειδή γίνεται αναφορά σε καταχρηστικές ρήτρες στην έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας, πρέπει να αναφερθεί ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν. 93(I)/1996), ως είχε τροποποιηθεί, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω επειδή η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο και ο εν λόγω νόμος εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις μεταξύ πωλητή / προμηθευτή και καταναλωτή. Ο δε όρος «καταναλωτής» περιλαμβάνει αποκλειστικά φυσικά πρόσωπα, ενώ η Ενάγουσα αποτελεί νομικό πρόσωπο. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τον  περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, Ν. 112(Ι) / 2021.

 

173.    Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι διαφάνηκε πως η Εναγόμενη προέβη σε ενέργειες για την επιστροφή των χρημάτων της Ενάγουσας οι οποίες εν τέλει δεν αμφισβητήθηκαν. Οι συναλλαγές είχαν ήδη ολοκληρωθεί και τα χρήματα πιστώθηκαν στο λογαριασμό του δικαιούχου. Επίσης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εικασίες σε σχέση με το τι ενδεχομένως να συνέβαινε εάν οι οδηγίες δίδονταν τα ξημερώματα της 04.05.2017 αντί το πρωί εκείνης της ημέρας. Θα έπρεπε να προσκομιστεί και σχετική μαρτυρία για το κατά πόσον η Lloyds θα ήταν σε θέση να εκτελέσει την οδηγία και να παγοποιήσει τα χρήματα.

 

174.    Ως προς την παροχή εγγύησης δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μου το οποίο να συνηγορεί υπέρ της επιβολής υποχρέωσης στην τράπεζα να καταβάλει εγγύηση για επιστροφή χρημάτων τα οποία μεταφέρθηκαν στο πλαίσιο εξουσιοδοτημένης συναλλαγής από τον πελάτη. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι δεν φαίνεται να προωθείται με την αγόρευση της Ενάγουσας αυτή η βάση.

 

Ζ.  ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

175.    Ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί, η αγωγή δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται.

 

176.    Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

Υπ. ___________________

       Χ. Σατσιάς, Ε. Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο