Σ. Α. ν. Χ. Θ., Αρ. Αγωγής: 2439 / 2020, 31/7/2026
print
Τίτλος:
Σ. Α. ν. Χ. Θ., Αρ. Αγωγής: 2439 / 2020, 31/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 2439 / 2020

(Ταχείας Εκδίκασης)

Μεταξύ:

Σ. Α.

Ενάγοντος

και

 

Χ. Θ.

Εναγόμενου

 

Ημερομηνία: 31 Ιουλίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για τον Ενάγοντα:     κα Ε. Σ. Δρυμιώτου για Στέλιο Δ. Δρυμιώτη

Για τον Εναγόμενο:   κα Χ. Ηλιοφώτου για Χριστάκη Ν. Ματθαίου

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.  ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.         Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των €1.900 ως υπόλοιπο χρέους για υπηρεσίες οι οποίες παρασχέθηκαν και/ή εργασίες και/ή για παράβαση σύμβασης, πλέον νόμιμο τόκο.

 

2.         Δεδομένου του ότι το ύψος της αξίωσης της Ενάγουσας δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή ταξινομήθηκε ως «ταχείας εκδίκασης» και δόθηκαν ανάλογες οδηγίες για την εκατέρωθεν καταχώριση γραπτής μαρτυρίας.

 

Β.  ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ

 

3.         Με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την αναπαλαίωση, ανακατασκευή, επιδιόρθωση κτιρίων. Κατά ή περί τις αρχές του 2018, ο Ενάγων με το συνεργείο του κατόπιν συμφωνίας και/ή οδηγίες από τον Εναγόμενο  προσέφερε υπηρεσίες ανακατασκευής της στέγης της διώροφης κατοικίας του Εναγόμενου.

 

4.         Για τις υπηρεσίες αυτές είχε συμφωνηθεί ως αμοιβή το ποσό των €2.000 ποσό το οποίο ο Εναγόμενος αποδέχθηκε και ανέλαβε να αποπληρώσει δια της παροχής εκ μέρους του υπηρεσιών και/ή της προσφοράς φαγητού και ποτού στο εστιατόριο του με την επωνυμία River Park Tavern στην Κακοπετριά (εφεξής «Εστιατόριο»). Με βάση τη συμφωνία τους, ο Εναγόμενος την 03.05.2018 υπέγραψε και παρέδωσε στον Ενάγοντα 80 κουπόνια (vouchers) αξίας €25 έκαστο. Τα κουπόνια μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τους κομιστές τους στο Εστιατόριο. Όταν παρουσιάζονταν, οι κομιστές θα απολάμβαναν το ποσό του κουπονιού ως έκπτωση στο λογαριασμό τους.

 

5.         Σε τέσσερεις περιπτώσεις ο Εναγόμενος τήρησε τη συμφωνία και πρόσφερε φαγητό και ποτό στους κομιστές κουπονιών όταν αυτά επιδείχθηκαν. Ωστόσο, στη συνέχεια αρνείτο να δεχθεί τα κουπόνια και μάλιστα συμπεριφερόταν απρεπώς και κατά τρόπο προσβλητικό προς τους κομιστές τους και προς τον Ενάγοντα. Επομένως, τα 76 κουπόνια εκ των αρχικών 80 παρέμειναν αχρησιμοποίητα. Η αξία τους ανέρχεται σε €1.900. Είχαν ημερομηνία λήξης την 31.03.2020 και συνεπώς μετά την εν λόγω ημερομηνία κατέστησαν άκυρα.

 

6.         Ο Ενάγων σε διάφορες περιπτώσεις και εγκαίρως διαμαρτυρήθηκε προς τον Εναγόμενο και τον κάλεσε να τιμήσει τη συμφωνία τους ή όπως καταβάλει προς αυτόν το υπόλοιπο του χρέους του για τις εργασίες που είχαν παρασχεθεί. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε τόσο να τηρήσει τη συμφωνία όσο και να αποπληρώσει το χρέος του.

 

7.         Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι ο Ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες της ανακατασκευής της στέγης της κατοικίας του και ότι είχαν συμφωνήσει στο ποσόν των €2.000 καθώς και ότι είχαν συμφωνήσει όπως πληρώσει για τις υπηρεσίες αυτές με τα κουπόνια. «Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα και/ή άνευ βλάβης» ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η σύμβαση μεταξύ τους ήταν παράνομη καθότι ο Ενάγων δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης και ανέλαβε οικοδομικό έργο.

 

8.         Παραδέχεται επίσης ότι εξέδωσε τα κουπόνια και τα παρέδωσε στον Ενάγοντα προς πλήρη εξόφληση του ποσού των €2.000 για την ανακατασκευή της στέγης του. Προσθέτει δε ότι η έκδοση τους έγινε με βάση μια παράνομη συμφωνία.

 

9.         Παραδέχεται ότι τα 4 από τα 80 κουπόνια είχαν εξαργυρωθεί, ωστόσο αρνείται ότι δεν είχε δεχθεί τα υπόλοιπα κουπόνια. Προσθέτει ότι τα 76 κουπόνια δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για λόγους που αφορούν αποκλειστικά τον Ενάγοντα και όχι σε δικές του ενέργειες ή παραλείψεις ως ισχυρίζεται ο Ενάγων.

 

10.      Συμφωνεί ότι τα 76 κουπόνια παρέμειναν αχρησιμοποίητα και ότι την 31.03.2020 έληξαν και ακυρώθηκαν. Ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσόν οφείλει στον Ενάγοντα καθότι τα κουπόνια παραδόθηκαν προς πλήρη εξόφληση των απαιτήσεων του Εναγόντος. Επαναλαμβάνει πως σε κάθε περίπτωση η συμφωνία ήτο άκυρη καθότι ο Ενάγων δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης.

 

11.      Στην Απάντηση του ο Ενάγων αρνείται ότι οι εργασίες τις οποίες εκτέλεσε στην κατοικία του Εναγόμενου αποτελούσαν οικοδομικό έργο. Σε κάθε περίπτωση, αν κριθεί ότι αποτελεί οικοδομικό έργο το οποίο απαιτεί άδεια, τις εργασίες τις διεξήγαγε αδειούχα εταιρεία της οποίας ο Ενάγων είναι μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος και η οποία έλαβε οδηγίες από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων κατέβαλε τη σχετική δαπάνη για λογαριασμό του Εναγόμενου εφόσον οι λοιποί όροι της συμφωνίας τους ήταν μεταξύ των διαδίκων υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Επαναλαμβάνει επίσης ότι ο Εναγόμενος αρνήθηκε να αποδεχθεί τα κουπόνια και το χρέος κατέστη απαιτητό δυνάμει της αρχικής συμφωνίας μεταξύ των δύο διαδίκων.

 

12.      Προκύπτει από τα δικόγραφα ότι τα πλείστα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων είναι παραδεκτά, ήτοι το ότι συμβλήθηκαν και εκτελέστηκαν οι εργασίες ανακατασκευής της στέγης της κατοικίας του Εναγόμενου, το ποσό της σύμβασης καθώς και η έκδοση και οι όροι των κουπονιών. Τα ζητήματα τα οποία τίθενται προς κρίση είναι: (α) το κατά πόσον ο Εναγόμενος δεν δέχθηκε την χρήση / εξαργύρωση των κουπονιών, αν παραβίασε δηλαδή τους όρους της συμφωνίας μεταξύ των δύο μερών καθώς και  (β) το κατά πόσον για την ανακατασκευή της στέγης χρειαζόταν άδεια εργολήπτη και αν ο Ενάγων καλυπτόταν από άδεια εργολήπτη (εφόσον είναι παραδεκτό ότι ο ίδιος δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης).

 

Γ.  ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ

 

13.      Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντος έδωσαν μαρτυρία δια της κατάθεσης ενόρκων δηλώσεων ο ίδιος (ΜΕ1), καθώς και ο κ. Ν.Χ. (ΜΕ2). Για την Υπεράσπιση κατατέθηκε η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου (ΜΥ).  Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Αίτηση για αντεξέταση του Ενάγοντος σε σχέση με το κατά πόσον οι εργασίες οι οποίες εκτελέστηκαν από αυτόν αποτελούσαν οικοδομικό έργο απορρίφθηκε από το Δικαστήριο υπό διαφορετική σύνθεση.

 

i.          Μαρτυρία ΜΕ1 – Ενάγοντος

 

14.      Στην ένορκη του δήλωση ο Ενάγων επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης του καθώς και της Απάντησης του στην Υπεράσπιση σε σχέση με το ζήτημα της άδειας εργολήπτη.

 

15.      Επίσης, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 κοινή δήλωση οι οποία είναι υπογραμμένη από τους διάδικους. Η δήλωση φέρει ημερομηνία 03.05.2018, απευθύνεται προς τον Εναγόμενο και έχει ως θέμα την «Ανακατασκευή στέγης διόροφης [sic] κατοικίας στην Κακοπετριά». Αναφέρει επίσης ότι το κόστος κατασκευής είναι €2.000 καθώς και τα ακόλουθα: «Με την παρούσα επιστολή βεβαιώ ότι έχω εξοφληθεί πλήρως με κουπόνια της ίδιας αξίας τα οποία θα εξαργυρώνονται στο εστιατόριο με την ονομασία» (δεν αναφέρεται το όνομα του εστιατορίου).

 

16.      Ως Τεκμήριο 2 επισυνάπτει δέσμη με κουπόνια τα οποία παραδόθηκαν σε αυτόν και έχει στην κατοχή του μέχρι και σήμερα και τα οποία δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ή εξαργυρωθεί. Το Δικαστήριο μέτρησε 63 κουπόνια τα οποία έχουν αριθμούς από το 18 μέχρι το 80.

 

17.      Το περιεχόμενο των κουπονιών έχει ως ακολούθως (το δακτυλογραφημένο κείμενο του κουπονιού παρατίθεται ως έχει, χωρίς να διορθωθούν τυχόν λάθη, ωστόσο διαγράφηκαν οι αριθμοί τηλεφώνου του Εναγόμενου για σκοπούς αναλογικότητας της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων):

 

«RIVER PARK RESTAURANT

KAKOPETRIA

……………………………………………………………………………………………………………………

VOUCHER NO. [αρ. κουπονιού]

Κουπόνι Αξίας 25 ευρώ για φαγητό και ποτό στο εστιατόρειο.

 

*Το κουπόνι χρησιμοποιείται μόνο μια φορά και ισχύει μέχρι 31/03/2020.

 

*Αν το ποσό του φαγητού είναι περισσότερα από 25 ευρώ πληρώνετε τη διαφορά. Αν είναι λιγότερα από 25 ευρώ δεν επιστρέφονται χρήματα.

 

Για πληροφορίες

 

Θ. Χ.  ([αρ κινητού τηλεφώνου], [αρ. σταθερού τηλεφώνου])

 

[σφραγίδα RIVER PARK TAVERN

AND RESTAURANT

T. T.]

[υπογραφή]»

 

 

 

 

 

ii.         Μαρτυρία ΜΕ2

 

18.      Η μαρτυρία του ΜΕ2 ήταν σύντομη. Αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι κατά ή περί το 2018 παραδόθηκε σε αυτόν εκ μέρους του Ενάγοντος κουπόνι αξίας €25 για να το χρησιμοποιήσει στο Εστιατόριο. Κατά τον ίδιο χρόνο μετέβη στο Εστιατόριο και ζήτησε να το χρησιμοποιήσει για τον σκοπό που αναφέρεται σε αυτό.

 

19.      Ο υπεύθυνος του Εστιατορίου αρνήθηκε να παραλάβει το σχετικό κουπόνι και του ανέφερε ότι δεν μπορεί να το χρησιμοποιήσει  και ότι δεν θα του δώσει σχετική έκπτωση. Όταν τον ρώτησε για ποιο λόγο εφόσον αυτό ήταν υπογραμμένο και έγκυρο δεν του έδωσε καμία απάντηση, παρά μόνο του συμπεριφέρθηκε αγενώς και προσβλητικά, αναφέροντας του διάφορους χαρακτηρισμούς με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να αποχωρίσει.

 

iii.        Μαρτυρία ΜΥ – Εναγόμενου

 

20.      Ο Εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση αναφέρεται σε ανακατασκευή της στέγης της κατοικίας του. Αρχικά η συνεννόηση του με τον Ενάγοντα ήταν ότι το ποσό των €2.000 για την εργασία θα αποπληρωνόταν από «επιχορήγηση του αγροτουρισμού για αναπαλαιώσεις», ωστόσο ο Ενάγων απαίτησε να πληρωθεί με κουπόνια αφού δεν έλαβε χρήματα από «τον αγροτουρισμό». Ουδέποτε συμφώνησε πως θα πλήρωνε ο ίδιος προσωπικά τον Ενάγοντα. Τα κουπόνια τα παρέδωσε στον Ενάγοντα στις 03.05.2018.

 

21.      Αφού τα παρέδωσε σε τέσσερεις περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν κουπόνια και πράγματι έγινε η ανάλογη έκπτωση. Έκτοτε κανένας άλλος δεν ήρθε στο Εστιατόριο και ζήτησε να χρησιμοποιήσει κουπόνια. Αρνείται ότι τα υπόλοιπα κουπόνια δεν χρησιμοποιήθηκαν λόγω των δικών του ενεργειών ή παραλείψεων αναφέροντας ότι ο Ενάγων ψεύδεται στην ένορκη του δήλωση. Προσθέτει ότι επειδή ο Ενάγοντας κρατά 68 κουπόνια τα οποία επισυνάπτει ως τεκμήριο αποδεικνύεται ότι ουδέποτε τα έδωσε προς εξαργύρωση.

 

22.      Ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε παράπονο από τον Ενάγοντα σε σχέση με μη εξαργύρωση κουπονιών. Ο Ενάγων προσπαθεί να αποσπάσει χρήματα από αυτόν.

 

23.      Ως Τεκμήριο 2 καταθέτει επιστολή του Συμβουλίου Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων (εφεξής «Συμβούλιο ») ημερ. 02.06.2021, η οποία υπογράφεται από την Πρόεδρο του εν λόγω Συμβουλίου και στην οποία αναφέρεται ότι ο Ενάγων «δεν είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο εργοληπτών ως εργολήπτης οικοδομικών ή τεχνικών έργων και δεν έχει υποβάλει οποιαδήποτε αίτηση μέχρι σήμερα».

 

24.      Εάν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία αυτή ήταν παράνομη αφού ο Ενάγων δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης και εκτέλεσε οικοδομικές εργασίες.

 

25.      Απορρίπτει το περιεχόμενο της δήλωσης του ΜΕ2 ως ψευδές καθότι το εν λόγω πρόσωπο ουδέποτε ήρθε στο Εστιατόριο για να εξαργυρώσει κουπόνι κατά το χρόνο που αναφέρει.

 

Γ.  ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ

 

26.      Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την υποβολή γραπτών αγορεύσεων από μέρους των δικηγόρων των μερών.

 

27.      Επισημαίνω, ότι τα επιχειρήματα τα οποία τέθηκαν και η μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε από τους διάδικους εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση τη οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικών θεμάτων (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY, Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).

 

Δ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 

28.      Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της.

 

29.      Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα προκειμένου να προβεί το Δικαστήριο σε ευρήματα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και στη συνέχεια στηριζόμενο σε αυτά να εξετάσει εάν ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον απαιτούμενο βαθμό. Ζητήματα αξιοπιστίας εγείρονται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (Wynne Barry v. David Costaki Mavronicola (2009) 1 ΑΑΔ 1138).  Η αξιοπιστία αποτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως του βάρους απόδειξης.

 

30.      Επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων τα οποία προκύπτουν και δεν επεκτείνεται σε θέματα τα οποία δεν δικογραφούνται, ή σε θέματα τα οποία εγείρονται για πρώτη φορά είτε μέσω της μαρτυρίας είτε μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας που δεν καλύπτεται από τις έγγραφες προτάσεις ή δεν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα δεν λαμβάνεται υπόψη  (Γεώργιου Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investment Services Ltd (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, Πηλίνα ν. Pascal Education Ltd, Πολ. Εφ. 222 / 2015, 22.11.2023).

 

31.      Η δε μαρτυρία η οποία κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και η οποία εν τέλει διαφαίνεται ότι δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία θα πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου (Μελάς v. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826, DEMARI KRONOS LIMITED v. MICHAEL LESLIE GRAY κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 264/2014, 22/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:A62).

 

32.      Η ακρόαση της παρούσης αγωγής διεξάχθηκε συμφώνα με τις πρόνοιες της  Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η μαρτυρία είναι γραπτή και δεν έχει προσαχθεί προφορική μαρτυρία ώστε το δικαστήριο να μπορεί να αξιολογήσει έκαστο μάρτυρα ενόσω καταθέτει, εντούτοις το καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία δεν αλλοιώνεται ούτε ατονεί είτε ως θέμα αρχής είτε ως θέμα πρακτικής. Στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης ενόψει του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του ζωντανή μαρτυρία στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης οι καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές προσαρμόζονται ανάλογα χωρίς αναφορά σε εξωτερικές εντυπώσεις ή στην συμπεριφορά και στις αντιδράσεις του μάρτυρα στο εδώλιο.

 

33.      Εν πάση περιπτώσει, η συμπεριφορά ενός μάρτυρα κατά την προφορική του μαρτυρία μπορεί αφενός να προσδώσει θετικότητα στη μαρτυρία του αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506).

 

34.      Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Οι εκατέρωθεν θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

35.      Ειδικότερα, το Δικαστήριο επικεντρώνεται εξ αντικειμένου σε άλλους νομολογιακά αναγνωρισμένους παράγοντες οι οποίοι είναι εξίσου σημαντικοί, αν όχι πιο σημαντικοί, όπως την πληρότητα και σαφήνεια και αμεσότητα στον τρόπο περιγραφής των γεγονότων την ύπαρξη γενικών και αορίστων αναφορών, υπεκφυγών ή ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών στη σχετική μαρτυρία,  αλλά και την γενικότερη λογικοφάνεια της εκδοχής που προβάλλεται καθώς και την ύπαρξη ή την απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος του προσώπου που προσκομίζει την μαρτυρία (Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 ΑΑΔ 2192,  Ομήρου ανωτέρω, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, 19/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179).

 

36.      Το Δικαστήριο προχωρεί με προσοχή στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία και το περιεχόμενο, η πειστικότητα και η ποιότητα της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων ενώ υπόκειται και στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056,  Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Έφ. 328/2011, 31.05.2017, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ v. ΚΩΣΤΑ ΘΕΟΔΟΤΟΥ, Πολ. Έφ. 40/2014, 08.06.2022).   

 

37.      Επισημαίνω επίσης ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (Φάρμα Ρένος Χ" Ιωάννου Δημοσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331, ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολ. Έφ. Αρ. 158/2013, 26.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:A403).

 

i.          Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ1 – Ενάγοντος

 

38.      Δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Ενάγοντος για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων επί των αμφισβητούμενων θεμάτων. Η μαρτυρία του σε σχέση με την άρνηση του Εναγόμενου να δεχθεί τα κουπόνια είναι αόριστη και ασαφής και στερείται της απαραίτητης λεπτομέρειας και επεξήγησης η οποία θα μπορούσε να προσδώσει αξιοπιστία και πειστικότητα στην εκδοχή του.

 

39.      Αφενός, αναφέρει ότι ο Εναγόμενος στην αρχή τήρησε τη συμφωνία τους και δέχθηκε τέσσερα κουπόνια. Ωστόσο, σε αδιευκρίνιστο χρόνο και για άγνωστο λόγο ξεκίνησε να αρνείται να δέχεται τα κουπόνια και μάλιστα «εξεφράζετο απρεπώς και προσβλητικώς προς τους κατόχους των κουπονιών και προς εμένα».  Εκτός από το ότι τα όσα αναφέρονται είναι αόριστα, το Δικαστήριο νιώθει ότι υπάρχει κάποιο κενό στη μαρτυρία του Ενάγοντος και συγκεκριμένα δεν επεξηγείται τι άλλαξε ούτε και το χρονικό διάστημα το οποίο διέρρευσε μεταξύ της αποδοχής των κουπονιών και της αλλαγής στη συμπεριφορά του Εναγόμενου.

 

40.      Επιπρόσθετα, πρέπει να αναφερθεί ότι εάν χρησιμοποιήθηκαν τα τέσσερα εκ των 80 κουπονιών σημαίνει ότι παρέμειναν 76 και αναμενόταν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια, ή κατ’ ελάχιστον να επεξηγηθεί ο λόγος για τον οποίο δεν παρουσιάζονται όλα τα εναπομείναντα κουπόνια. Αντί τούτου, χωρίς εξήγηση, παρουσιάστηκαν μόνο 63 κουπόνια.

 

41.      Το ίδιο γενική, αόριστη και ασαφής είναι η μαρτυρία του Ενάγοντος σε σχέση με τις διαμαρτυρίες του προς τον Εναγόμενο. Αναφέρει ότι «διαμαρτυρήθηκα σε διάφορες περιπτώσεις και εγκαίρως πλειστάκις εις τον Εναγόμενο και εκάλεσα αυτόν όπως τιμήσει την συμφωνίαν ή όπως καταβάλει σε εμένα το υπόλοιπον του χρέους του…» Δεν διευκρινίζεται πότε διαμαρτυρήθηκε και γιατί θεωρεί ότι διαμαρτυρήθηκε «εγκαίρως». Επίσης, δεν αναφέρεται τι απάντησε ή ποιαν αιτιολογία προέβαλε ο Εναγόμενος για την άρνηση του να δεχθεί τα κουπόνια. Η ανθρώπινη εμπειρία και πείρα δείχνει ότι ο αποδέκτης της διαμαρτυρίας θα απαντήσει είτε με λόγια, είτε με συμπεριφορά στις διαμαρτυρίες που δέχεται. Εν προκειμένω, υπάρχει ένα κενό στη μαρτυρία του Ενάγοντος σε σχέση με την αναμενόμενη αντίδραση του Εναγόμενου.

 

42.      Η μαρτυρία του επομένως, χαρακτηρίζεται από έλλειψη συνοχής και από διάφορα σημαντικά κενά επί ουσιωδών ζητημάτων για τα οποία αναμενόταν να δοθεί μαρτυρία για να έχει το Δικαστήριο μια ολοκληρωμένη εικόνα, ειδικότερα εάν ληφθεί υπόψη ότι ο Εναγόμενος τίμησε την υπόσχεση του και αποδέχθηκε την εξαργύρωση αριθμού κουπονιών. Όλα τα πιο πάνω καθιστούν τη μαρτυρία του Ενάγοντος σε σχέση με αυτό το ζήτημα αναξιόπιστη.

 

43.      Η μαρτυρία του Εναγόμενου είναι επίσης ασαφής και χαρακτηρίζεται από έλλειψη συνοχής και συνεκτικότητας σε σχέση με το ζήτημα της άδειας εργολήπτη ή της έλλειψης αυτής. Αφενός αναφέρει ότι για την «επιδιόρθωση στέγης» δεν χρειάζεται άδεια εργολήπτη, αφετέρου τις εργασίες τις διεξήγαγε αδειούχος εταιρεία της οποίας είναι μέτοχος και διευθυντής. Σημειώνω ότι στην Έκθεση Απαίτησης του αναφέρεται σε «ανακατασκευή» στέγης και ότι προέβη στην εκτέλεση της εργασίας με συνεργείο και υπαλλήλους του ιδίου χωρίς καμία αναφορά σε εταιρεία. Η χρήση του όρου «ανακατασκευή» δίδει την εντύπωση ότι πρόκειται για μια πιο μεγάλης κλίμακας εργασία σε σύγκριση με την απλή επιδιόρθωση. Η ανακατασκευή της στέγης έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να επηρεάζει τον φέροντα οργανισμό μιας οικοδομής.

 

44.      Στην ένορκη του δήλωση αναφέρει σε αντίφαση με την Έκθεση Απαίτησης του ότι «τις όλες εργασίες διεξήγαγε αδειούχος προς τούτο Εταιρεία». Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρθηκε σε υπαλλήλους του,  δηλαδή δικούς του και όχι της Εταιρείας. Περαιτέρω, επιχειρεί να πείσει ότι αν και την εργασία τη διεξήγαγε η Εταιρεία (η οποία παραμένει άγνωστη) ήταν ο ίδιος προσωπικά που συμβλήθηκε με τον Εναγόμενο και κατέβαλε ο ίδιος προσωπικά τα έξοδα για τα υλικά.

 

45.      Οι δύο εκδοχές είναι ασύμβατες μεταξύ τους και δίδουν την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ο Ενάγων μεταβάλλει τις θέσεις του αναλόγως των θέσεων που προβάλλει ο αντίδικος του. Σε αυτό προστίθεται το ότι δεν κατονομάζει την Εταιρεία ούτε προβάλλει θετικό ισχυρισμό ως προς το κατά πόσον η άγνωστη αυτή εταιρεία στην οποία είναι μέτοχος και διευθυντής κατέχει άδεια εργολήπτη.

 

46.      Συνεπεία των όσων προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του Ενάγοντος καθότι δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων αναφορικά με τα αμφισβητούμενα θέματα.

 

ii.         Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ2

 

47.      Ούτε στη μαρτυρία του ΜΕ2 μπορώ να βασιστώ για να εξαγάγω οποιοδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αοριστία, ασάφεια και κενά ενώ δεν περιλαμβάνει τις απαραίτητες λεπτομέρειες οι οποίες θα μπορούσαν να προσδώσουν πειστικότητα σε αυτήν όσον αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα.

 

48.      Ο ΜΕ2 αναφέρει ότι το εν λόγω γεγονός έλαβε χώρα κατά ή περί το 2018 χωρίς να προσδιορίζει το πότε ούτε κατά προσέγγιση, ενώ είναι παραδεκτό πως τουλάχιστο για μια περίοδο μετά την 03.05.2018 (όταν είχαν παραδοθεί τα κουπόνια), ο Εναγόμενος δεχόταν τη χρήση τους και τα εξαργύρωνε.

 

49.      Δεν εξηγεί τι ακριβώς διαμείφθηκε μεταξύ του ιδίου και του υπεύθυνου του Εστιατορίου παρά μόνο ότι αυτός συμπεριφέρθηκε «αγενώς και προσβλητικά, αναφέροντας μου διάφορους χαρακτηρισμούς, με αποτέλεσα να αναγκαστώ να αποχωρήσω». Σημειώνω ότι αναφέρεται στον «υπεύθυνο του Εστιατορίου» χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένα στον Εναγόμενο.

 

50.      Με βάση την ανθρώπινη εμπειρία ο αποδέκτης της απρεπούς και προσβλητικής συμπεριφοράς και των διαφόρων χαρακτηρισμών αναμένεται να είναι σε θέση να δώσει πιο συγκεκριμένη και λεπτομερή μαρτυρία σε σχέση με το τι λέχθηκε από το πρόσωπο το οποίο του συμπεριφέρθηκε με αυτόν τον τρόπο. Η δε διένεξη αυτή προκύπτει από τα συμφραζόμενα ότι έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο, ήτοι στο Εστιατόριο το οποίο βρίσκεται σε χωριό της Κύπρου και μετά από αυτήν ο ΜΕ2 αναφέρει ότι αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το χώρο. Δεν επρόκειτο δηλαδή για μια απλή διαφωνία αλλά με βάση τα λεγόμενα του ΜΕ2 δημιουργήθηκε θέμα.

 

51.      Συνεπώς, δεν πρόκειται για ένα γεγονός το οποίο συμβαίνει συχνά στον μέσο άνθρωπο και ως αποτέλεσμα αναμένεται ο αποδέκτης των προσβολών και της κακής συμπεριφοράς να θυμάται και είναι σε θέση να εξηγήσει τι ακριβώς διαμείφθηκε.

 

52.      Γενικώς, η μαρτυρία του ΜΕ2 φαίνεται ότι δόθηκε για να εξυπηρετήσει την εκδοχή του Ενάγοντος και όχι για να ρίξει φως στην υπόθεση.

 

53.      Συνεπακόλουθα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί τη μαρτυρία του ΜΕ2 για την εξαγωγή οποιουδήποτε ευρήματος αναφορικά με τα αμφισβητούμενα θέματα.

 

54.      Σημειώνω επίσης ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 είναι περιορισμένης εμβέλειας καθότι αναφέρεται μόνο σε ένα περιστατικό στο οποίο επιχειρήθηκε να χρησιμοποιηθεί μόνο ένα κουπόνι. Θεωρώ ότι είναι πιο σημαντικό αυτό που δεν αναφέρει ο ΜΕ2. Δεν αναφέρει ότι ο Εναγόμενος εκδήλωσε την πρόθεση του να μην τιμήσει κανένα κουπόνι δηλαδή ότι δεν θα τηρούσε την υποχρέωση που ανέλαβε.

 

55.      Ακόμα και αν έκανα δεκτή τη μαρτυρία του ΜΕ2 θα αποδείκνυε μόνο ότι παραβιάστηκε η σύμβαση μόνο σε σχέση με ένα κουπόνι και όχι ότι υπήρχε πρόθεση να μην τιμηθούν τα υπόλοιπα 75 κουπόνια και επαναλαμβάνω δεν αναφέρεται ότι η συμπεριφορά αυτή προήλθε από τον Εναγόμενο αλλά από τον «υπεύθυνο του εστιατορίου» χωρίς να αναφέρεται ρητά ότι επρόκειτο για τον Εναγόμενο.

 

iii.        Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ – Εναγόμενου

 

56.      Δέχομαι τη μαρτυρία του Εναγόμενου ότι ποτέ δεν αρνήθηκε να εξαργυρώσει / να εφαρμόσει την έκπτωση με τη χρήση κουπονιού καθότι η θέση αυτή συνάδει με το παραδεκτό γεγονός ότι είχε εφαρμόσει τη σχετική έκπτωση σε τέσσερεις περιπτώσεις. Περαιτέρω, από την υπόλοιπη μαρτυρία δεν προέκυψε οποιοσδήποτε λόγος γιατί να σταματήσει να τηρεί τους όρους των κουπονιών και να εφαρμόζει τη σχετική έκπτωση με την επίδειξη τους.

 

57.      Εν ολίγοις, το Δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο για τον οποίο μπορεί να απορρίψει τη θέση αυτή του ΜΥ και η θέση του συνάδει με την προηγούμενη του συμπεριφορά, ήτοι την αποδοχή αριθμού κουπονιών από το Εστιατόριο και την συμφωνία για πληρωμή για τις υπηρεσίες που προσέφερε ο Ενάγων με τη χρήση κουπονιών. Δέχομαι επίσης το ότι ουδέποτε ο ΜΕ2 μετέβη στο Εστιατόριο του και ζήτησε να χρησιμοποιήσει κουπόνι αλλά ο Εναγόμενος του το αρνήθηκε.

 

58.      Δεν αποδέχομαι τα όσα αναφέρει σε σχέση με το ότι η συμφωνία ήταν παράνομη δεδομένου του ότι πρόκειται για νομικό θέμα και στην ουσία αποτελεί μαρτυρία γνώμης σε σχέση με το έσχατο συμπέρασμα στο οποίο θα πρέπει να καταλήξει το Δικαστήριο. Ο δε ΜΥ δεν είναι πραγματογνώμονας για να μπορεί να εκφέρει μαρτυρία γνώμης.

 

59.      Το ότι ο Ενάγων δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης είναι παραδεκτό. Επομένως, η παρουσίαση του Τεκμηρίου 2 δεν κάνει τίποτε άλλο εκτός από το να επιβεβαιώσει ένα παραδεκτό γεγονός.

 

60.      Σε σχέση με το κατά πόσον οι εργασίες που εκτελέστηκαν αποτελούν οικοδομικό έργο δεν μπορώ να δεχτώ τη μαρτυρία του Εναγόμενου. Εκτός από το ότι δεν είναι πραγματογνώμονας για να μπορεί να εκφέρει άποψη σε σχέση με το τι αποτελεί οικοδομικό έργο και τι όχι, δεν διευκρινίζει ποια ακριβώς ήταν η εργασία που εκτελέστηκε, ούτε και αναφέρει εάν για την εργασία αυτή χρειαζόταν η εξασφάλιση άδειας οικοδομής. Δεν δίδεται επαρκής μαρτυρία ως προς το υπόβαθρο επί του οποίου βασίστηκε για να εκφέρει αυτή τη γνώμη. Συνεπώς, ο Εναγόμενος δεν μπορεί να εκφέρει τέτοια γνώμη και η μαρτυρία του σε σχέση με αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

61.      Το κατά πόσον αρχικά είχαν συμφωνήσει πως ο Ενάγων θα πληρωνόταν μέσω προγράμματος επιχορήγησης σε σχέση με αγροτουρισμό θεωρώ ότι δεν έχει σημασία για την υπόθεση δεδομένου του ότι είναι παραδεκτό πως εν τέλει συμφωνήθηκε πως ο Ενάγων θα πληρωνόταν με την έκδοση των κουπονιών.

 

62.      Συνεπακόλουθα, από τη μαρτυρία του Ενάγοντος δέχομαι μόνο την κύρια του θέση ότι δεν αρνήθηκε ποτέ να εξαργυρώσει / να εφαρμόσει την έκπτωση σύμφωνα με τους όρους των κουπονιών όταν αυτά παρουσιάστηκαν και ότι ο ΜΕ2 ουδέποτε επισκέφθηκε το Εστιατόριο και επιχείρησε να χρησιμοποιήσει κουπόνι.

 

iv.        ΕΥΡΗΜΑΤΑ

 

63.      Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των κοινώς παραδεκτών γεγονότων προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα:

 

63.1       O Ενάγων ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την αναπαλαίωση, ανακατασκευή, επιδιόρθωση κτιρίων. Περί τις αρχές του 2018 ο Ενάγων με το συνεργείο του κατόπιν συμφωνίας και/ή οδηγίες από τον Εναγόμενο προσέφερε υπηρεσίες ανακατασκευής της στέγης της διώροφης κατοικίας του Εναγόμενου.

 

63.2       Για τις υπηρεσίες αυτές είχε συμφωνηθεί ως αμοιβή το ποσό των €2.000 ποσό το οποίο ο Εναγόμενος αποδέχθηκε και ανέλαβε να αποπληρώσει δια της παροχής εκ μέρους του υπηρεσιών και/ή της προσφοράς φαγητού και ποτού στο Εστιατόριο.

 

63.3       Με βάση τη συμφωνία τους ο Εναγόμενος την 03.05.2018 υπέγραψε και παρέδωσε στον Ενάγοντα 80 κουπόνια (vouchers) αξίας €25 έκαστο. Όταν δόθηκαν τα κουπόνια θεωρήθηκε ότι υπήρξε πλήρης εξόφληση του Ενάγοντος για τις εργασίες του (Τεκμήριο 1, ΕΔ Ενάγοντος).  

 

63.4       Τα κουπόνια μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τους κομιστές τους στο Εστιατόριο για την αγορά φαγητού και ποτού. Όταν παρουσιάζονταν οι κομιστές τους θα απολάμβαναν το ποσό του κουπονιού ως έκπτωση στο λογαριασμό τους. Με βάση τους όρους των κουπονιών κάθε κουπόνι χρησιμοποιείται μόνο μια φορά, εάν το ποσό του λογαριασμού ξεπερνά τα €25 ο κομιστής του κουπονιού θα έπρεπε να πληρώσει τη διαφορά, ενώ εάν ο λογαριασμός δεν ξεπερνούσε τα €25 δεν επιστρεφόταν η διαφορά.

63.5       Σε τέσσερεις περιπτώσεις ο Εναγόμενος τήρησε τη συμφωνία και πρόσφερε φαγητό και ποτό στους κομιστές κουπονιών όταν αυτά επιδείχθηκαν εφαρμόζοντας τη σχετική έκπτωση.

 

63.6       Τα υπόλοιπα 76 κουπόνια δεν χρησιμοποιήθηκαν. 63 κουπόνια παραμένουν στην κατοχή του Ενάγοντος (Τεκμήριο 2, ΕΔ Ενάγοντος). Όλα τα κουπόνια έληγαν την 31.03.2020. Μετά την 31.03.2020 δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν.

 

63.7       Ο Εναγόμενος ποτέ δεν αρνήθηκε να εξαργυρώσει κουπόνι εφαρμόζοντας τη σχετική έκπτωση αξίας €25 ανά κουπόνι.

 

63.8       Ο Ενάγων δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης.

 

63.9       Παραμένει άγνωστο το τι ακριβώς περιλάμβανε η ανακατασκευή της στέγης ωστόσο, σίγουρα, περιλάμβανε την επιδιόρθωση της.

 

 

Ε.  ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

64.      Στις αστικές υποθέσεις η απόδειξη της υπόθεσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εκάστοτε ενάγοντα, να αποδείξει τους ισχυρισμούς του που θεμελιώνουν την αξίωση του.

 

65.      Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614).

 

66.      Το κριτήριο είναι κατά πόσον ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not) (Μαρσέλ κ.α ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΧΛΩΡΑΚΑΣ, Πολ. Έφ. Αρ. 214/2013, 24.06.2019), ECLI:CY:AD:2019:A238.

 

67.      Κατ’ ακολουθία των ευρημάτων τα οποία εξάχθηκαν κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας στην προηγούμενη ενότητα της απόφασης, καθίσταται ξεκάθαρο ότι η αγωγή δεν μπορεί να πετύχει και πρέπει οδηγηθεί σε απόρριψη.

68.      Υπήρξε εύρημα ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε αρνήθηκε να εφαρμόσει την έκπτωση των €25 όταν χρησιμοποιούνταν τα κουπόνια. Επομένως, δεν υπήρξε εύρημα για παράβαση σύμβασης από μέρους του Εναγόμενου αλλά αντιθέτως φαίνεται ότι εκπλήρωσε τη σύμβαση.

 

69.      Σημειώνω ότι εν προκειμένω, δεν τίθεται ζήτημα χρέους για υπηρεσίες οι οποίες παρασχέθηκαν. Είχαν πληρωθεί οι υπηρεσίες της ανακατασκευής της στέγης οι οποίες προσφέρθηκαν από τον Ενάγοντα δια της έκδοσης των κουπονιών. Τα κουπόνια δόθηκαν προς πλήρη εξόφληση των υπηρεσιών που προσφέρθηκαν (Τεκμήριο 1, ΕΔ Ενάγοντος).

 

70.      Όταν ο δανειστής αποδεχθεί την πληρωμή με αξιόγραφο προς πλήρη εξόφληση, θεωρείται ότι το άλλο μέρος της σύμβασης εκπλήρωσε το δικό του μέρος της σύμβασης. Παραθέτω σχετικά αποσπάσματα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, παρ. 21-075 και 21-079:

 

“Payment by negotiable instrument: Apart from express agreement, a creditor is not bound to accept payment in any way except cash, i.e. legal tender. If, however, the creditor accepts a negotiable instrument, such as a bill of exchange, promissory note or cheque, it is a question of fact depending on the intention of the parties, whether it is taken in absolute satisfaction of the debt, or only in conditional satisfaction. In either event, the acceptance of the instrument gives the debtor a good defence to an action for the debt, at least until the instrument matures.”

 

“Absolute payment: If the creditor accepts a negotiable instrument in absolute satisfaction of the original debt, agreeing expressly or impliedly to take upon itself the risk of the instrument not being paid, the effect is to extinguish its right of action for the debt and to leave it without remedy except upon the instrument. It is a question of fact in each case whether the instrument was accepted as absolute payment or not.”

 

71.      Όταν ο δανειστής αποδεχθεί πληρωμή με αξιόγραφο προς πλήρη εξόφληση του αρχικού χρέους δεν μπορεί να αξιώσει  το αρχικό χρέος εκτός και αν το αξιόγραφο είναι άκυρο ή, παραδείγματος χάριν, πλαστογραφημένο.

 

72.       Εν προκειμένω, για να πετύχαινε η αγωγή θα έπρεπε να αποδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο Εναγόμενος παραβίασε τους όρους των κουπονιών π.χ. αρνήθηκε να εφαρμόσει την έκπτωση όταν αυτά επιδείχθηκαν. Μάλιστα δεν θα ήταν αρκετό να αποδειχθεί ότι παραβίασε τους όρους σε μία  μεμονωμένη περίπτωση αλλά θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι κατά κάποιον τρόπο αποκήρυξε τη σύμβαση – ότι δεν είχε πρόθεση να τηρήσει την υπόσχεση του σε σχέση με όλα τα εναπομείναντα κουπόνια. Θα έπρεπε με άλλα λόγια να αποδειχθεί προκαταβολική παράβαση (anticipatory breach) μέσω αποκήρυξης (renunciation) της σύμβασης.   

73.      Το κουπόνι είναι στην ουσία αξιόγραφο το οποίο προσομοιάζει με συναλλαγματική και είναι πληρωτέο τη εμφανίσει. Ο τρόπος πληρωμής στην προκειμένη περίπτωση είναι με την εφαρμογή έκπτωσης στο λογαριασμό του κομιστή για υπηρεσίες παροχής φαγητού και ποτού στο Εστιατόριο.

 

74.      Προκαταβολική παράβαση (anticipatory breach) λαμβάνει χώρα όταν πριν από την εκπλήρωση ένα μέρος της σύμβασης είτε αποκηρύσσει αυτήν είτε καθιστά τον εαυτό του ανίκανο να την εκπληρώσει. Πρόκειται για παράβαση σύμβασης η οποία διενεργείται από κάποια πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά, η οποία εκδηλώνεται από ένα μέρος της σύμβασης πριν την προκαθορισμένη με τη σύμβαση ημερομηνία ολοκλήρωσής της (Ξενοφώντος ν. Αναστασίου, Πολ. Έφ. 332 / 2012, 22.11.2018, Λενιάνα Τούριστ Σέρβισες Λτδ ν. Ανδρέα Χ. Καρπασίτη & Υιοί (Βιομηχανία) Λτδ (1991) 1 ΑΑΔ 75 και Νεοφύτου ν. Elma Holdings Ltd (2013) 1 ΑΑΔ 1807).

 

75.      Εν προκειμένω, πρόκειται για ισχυρισμό περί αποκήρυξης της σύμβασης από τον Εναγόμενο. Σύμφωνα με τον Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, 2015,  παρ. 17-075 και 17-086 για να υπάρξει renunciation θα πρέπει να υπάρχει μια καθαρή και απόλυτη άρνηση εκπλήρωσης της σύμβασης:

 

“Renunciation. Renunciation requires a “clear” and “absolute” refusal to perform; this need not be express but can take the form of conduct indicating that the party is unwilling, even though he may be able, to perform. A renunciation may even be inferred from silence where it is a “speaking silence”, e.g. the previous conduct of a party in refusing to perform another related contract may give rise to the inference that he will refuse to perform the contract in question. His silence or inactivity can then be a renunciation of that contract unless he takes positive steps to dispel that inference. The conduct must indicate to the other party that the party alleged to have renounced the contract is about to commit a breach of it: an indication given to a third party of an intention to commit a breach at an unspecified time in the future has been held not to amount to a renunciation.”

 

Standard of proof: renunciation. The first form of anticipatory breach is by renunciation, i.e. by a “clear” and “absolute” refusal to perform. This may be inferred from conduct where the party in breach has “acted in such a way as to lead a reasonable man to conclude that [he] did not intend to fulfil [his] part of the contract”. Whether conduct has this effect “is to be considered as at the time when it is treated as terminating the contract, in the light of the then existing circumstances”. The court therefore looks to the time of termination to determine whether the injured party reasonably took the view that the refusal was sufficiently clear and absolute to give him the right to terminate. The assessment is an objective one, but the motive of the party in breach is not irrelevant “if it reflects something of which the innocent party was, or a reasonable person in his or her position would have been, aware and throws light on the way the alleged repudiatory act would be viewed as such by a reasonable person.”

 

76.      Στην παρούσα περίπτωση, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του Ενάγοντος για τους λόγους οι οποίοι αναλύθηκαν στην προηγούμενη ενότητα, δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την αποκήρυξη της σύμβασης από μέρους του Εναγόμενου για να εφαρμοστεί το δόγμα της προκαταβολικής παράβασης. Δεν αποδείχθηκε ότι ο Εναγόμενος αποκήρυξε τη σύμβαση κατά τρόπο ξεκάθαρο και απόλυτο, ή ότι δεν είχε πρόθεση να αποδεχθεί τα εναπομείναντα κουπόνια.

 

77.      Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου παρέκλει η εξέταση του ζητήματος της παρανομίας της σύμβασης.

 

78.      Παρά ταύτα, για σκοπούς πληρότητας και σε περίπτωση που κριθεί ότι το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι εσφαλμένο αναφέρω ότι εν προκειμένω είναι προφανές και στην ουσία παραδεκτό ότι ο Ενάγων ανέλαβε να διεκπεραιώσει οικοδομική εργασία (οικοδομικό έργο) εφόσον στον ορισμό του στο άρθρο 2 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου, Ν. 29(Ι)/2001, ως έχει τροποποιηθεί περιλαμβάνεται  και η επιδιόρθωση οικοδομής.

 

79.      Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ανατέθηκε στον Ενάγοντα τουλάχιστον να επιδιορθώσει τη στέγη. Ο δε όρος «οικοδομή» περιλαμβάνει και τη στέγη της. Το άρθρο του Νόμου 29(Ι)/2001 είναι σαφές: κάθε συμφωνία είτε γραπτή είτε προφορική η οποία αφορά σε ανάθεση της εκτέλεσης οικοδομικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη είναι άκυρη. Επομένως, η αρχική συμφωνία ήταν άκυρη.

 

80.      Με προβλημάτισε το κατά πόσον θα μπορούσε να αποδοθεί θεραπεία επί τη βάσει του ότι η αγωγή αφορά την παράβαση των όρων των κουπονιών τα οποία δόθηκαν προς πλήρη εξόφληση της οικοδομικής εργασίας και όχι την παράβαση της συμφωνίας ανάθεσης οικοδομικού έργου per se.

 

81.      Παρά ταύτα, προκύπτει από τη σχετική νομολογία ότι όταν η σύμβαση επιμολυνθεί με παρανομία δεν μπορεί να ανακτηθεί αμοιβή κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις και/ή οποιαδήποτε μορφή.

 

 

 

82.      Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Γρηγορίου κ.α. ν. Οικοσυνθέσεις Λτδ (2010) 1 ΑΑΔ 1932 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα μεταξύ άλλων (η έμφαση είναι δική μου): 

 

«Ήταν το επιχείρημα των εφεσιβλήτων ότι "εφόσον η συμφωνία ημερομ. 27.12.1999 ήταν άκυρη εξ' υπαρχής, αυτό σημαίνει ότι στα μάτια του νόμου δεν υπάρχει. Άρα η κατάσταση πραγμάτων όσο αφορά στην περίοδο 8.8.2000 μέχρι αρχές Νοεμβρίου 2000 ήταν ότι οι Ενάγοντες εκτελούσαν εργασίες νόμιμα υπό συνθήκες όπου δικαιούνταν εύλογη αμοιβή ..." Το επιχείρημα τούτο δεν έχει νομικό έρεισμα. Η σύμβαση εμολύνετο από παρανομία και ο εργολήπτης δεν νομιμοποιείτο να ανακτήσει δικαστικά αμοιβή για εργασίες οι οποίες εκτελέστηκαν στη βάση της. Η νομιμοποιήση του εργολήπτη σε κάποιο προχωρημένο στάδιο της προόδου των εργασιών δεν ήρε αυτό το εμπόδιο ούτε για την ήδη εκτελεσθείσα εργασία, ούτε για την εργασία η οποία θα εκτελείτο μετά την ημερομηνία νομιμοποίησής του. Ο Νόμος καθορίζει ρητά και για ευνόητους λόγους ποιοι επαγγελματίες δικαιούνται να αναλαμβάνουν την εκτέλεση ποιών έργων, ποιάς έκτασης και ποιάς αξίας. Θα ήταν αδιανόητο να συνάπτει ένας εργολήπτης παράνομα μια σύμβαση για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, η σύμβαση να θεωρείται από το Νόμο και τη νομολογία παράνομη και ανίσχυρη να του προσφέρει δικαστική συνδρομή στην είσπραξη αμοιβής και παρόλον τούτου, το Δικαστήριο να εκβαίνει από τη σύμβαση δυνάμει της οποίας εκτελέστηκαν εργασίες και να αποδίδει σε σχέση με αυτές ή μέρος τους αμοιβή στη βάση των αρχών περί εύλογης αμοιβής, επειδή σε κάποιο στάδιο ο εργολήπτης εξασφάλισε εγγραφή και άδεια. Ο Νόμος, ρητά απαγορεύει την "εργοληψία" έργου από μη εγγεγραμμένο εργολήπτη και ο σκοπός του νομοθέτη αποσκοπεί εμφανώς στην εξασφάλιση και στην κατοχύρωση του επαγγέλματος του εργολήπτη. Δεν μπορεί επομένως ένας μη εγγεγραμμένος εργολήπτης παράνομα να συμβάλλεται για εργοληπτική εργασία την οποία δεν είχε δικαίωμα να αναλάβει, αποστερώντας αυτή την εργασία από άλλο νόμιμο εργολήπτη, και αργότερα να απαιτεί αμοιβή σε βάση άλλη από εκείνη για την οποία συνεβλήθη και για μέρος των εργασιών της ενιαίας εργοληψίας την οποία παράνομα είχε αναλάβει.»

 

83.      Περαιτέρω, τα όσα αναφέρθηκαν στην Γιώργος Χριστοδούλου κ.α. ν. Antonius H.F.M. Vraets (2009) 1 ΑΑΔ 802 τυγχάνουν εφαρμογής και εν προκειμένω (η έμφαση είναι δική μου).  

 

«Το ενιαίο του δικαίου επιβάλλει και ενιαία αντιμετώπιση, επιτάσσει δε ισότιμη και κοινή μεταχείριση. Και ενώ αποδίδει δίκαιη και εύλογη θεραπεία αναδυόμενη από διαπιστωθέντα γεγονότα κατατάσσοντας τα στην ορθή νομική τους βάση, ασχέτως της δικογραφικής τους ανεπάρκειας, (Stylianou v. Papacleovoulou (1982) 1 C.L.R. 542, Vandervell's Trusts (No. 2) [1974] 3 All E.R. 205, Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R. 437 και Κυπριανού v. Βασιλείου (2004) 1 Α.Α.Δ. 1320), οφείλει ταυτόχρονα να αποστερήσει το διάδικο που αναμειγνύεται σε παράνομες ενέργειες από οποιαδήποτε θεραπεία, έστω και αν επιχειρεί τεχνηέντως να θεμελιώσει τέτοια θεραπεία διατρέχοντας μέσα από διάφορες πιθανές νομικές βάσεις.

 

Εδώ, υπό οποιαδήποτε θεώρηση είτε δηλαδή υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, είτε υπήρξε πρόθεση εξαπάτησης του εφεσίβλητου, το γεγονός παρέμενε με βάση τη διαπίστωση του πρωτοδίκου Δικαστήριο ότι ο εφεσίβλητος γνώριζε το παράνομο της όλης επιχείρησης, συμμετείχε σ' αυτή θεληματικά και ήταν συνεπώς in pari delicto με τον εφεσείοντα και τον εναγόμενο 2. Δεν είναι ορθά τα όσα εισηγείται ο εφεσίβλητος ως προς τη θεώρηση της συνομωσίας και της πρόθεσης εξαπάτησης, δόλου και απάτης ως θεραπείες δυνάμενες να αποτελέσουν ανεξάρτητη βάση αγωγής, θεμελιώνοντας έτσι αγώγιμο δικαίωμα. Το επιχείρημα προσκρούει τόσο στο ενιαίο των στοιχείων και γεγονότων που συνέθεταν την όλη επιχείρηση, όσο και στη θέση ότι ακόμη και η εσωτερική πρόθεση εξαπάτησης του εφεσίβλητου από τους άλλους δύο διαδίκους, εξωτερικεύτηκε με τη συνομολόγηση προφορικής παράνομης συμφωνίας, στην οποία θεληματικά και εν γνώσει του έλαβε μέρος ο εφεσίβλητος. Δεν υπάρχει επομένως πεδίο διαχωρισμού.

 

Πρόκειται για περίπτωση εφαρμογής του Λατινικού αξιώματος ex turpi causa non oritur actio, δηλαδή, όπως το έθεσε από πολύ παλιά, ο Lord Mansfield CJ στην Holman v. Johnson [1775] 1 Cowp 341: «no court will lend its aid to a man who founds his cause of action upon an immoral or illegal act.»

 

Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν την επανάκτηση μεταβιβασθέντων οφελημάτων που προέρχονται από παράνομα συμβόλαια. Αυτή η αρχή υπερίσχυσε στην προσπάθεια να εξισορροπηθούν δύο αντικρουόμενες τάσεις, δηλαδή, να εμποδίζεται από τη μια ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και από την άλλη να απαγορεύεται η συνομολόγηση παρανόμων συμβάσεων.»

 

84.      Συνεπακόλουθα, ενόψει της μόλυνσης της συμβατικής σχέσης των διαδίκων με παρανομία λόγω της ανάθεσης οικοδομικής εργασίας στον Ενάγοντα ο οποίος δεν είχε άδεια εργολήπτη δεν θα μπορούσε να αποδοθεί θεραπεία εν προκειμένω.

 

ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

85.      Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, η αγωγή δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και υπόκειται σε απόρριψη.

 

86.      Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντος ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

 

Υπ. ________________

Χ. Σατσιάς, Ε. Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο