Μαρίας Χριστοφόρου ν. L.K. LEOHOME CONSTRUCTIONS & DEVELOPERS LTD, Αρ. Απαίτησης: 3359/23, 5/10/2026
print
Τίτλος:
Μαρίας Χριστοφόρου ν. L.K. LEOHOME CONSTRUCTIONS & DEVELOPERS LTD, Αρ. Απαίτησης: 3359/23, 5/10/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ.

Αρ. Απαίτησης: 3359/23

 

Μεταξύ:

 

Μαρίας Χριστοφόρου

Ενάγουσας

-και-

 

L.K. LEOHOME CONSTRUCTIONS & DEVELOPERS LTD

Εναγόμενης

 

 

Ημερομηνία: 5/10/2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα: Δρ. Α. Ποιητής με κ. Κ. Κότροφο

Για Εναγόμενη: κ. Μ. Λοϊζίδης με κα. Σ. Καρακατσάνη

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

1.    Εισαγωγή

Η Ενάγουσα είχε αναθέσει στην Εναγόμενη την ανέγερση κατοικίας. Την 28/8/2023 η Ενάγουσα τερμάτισε τη σύμβαση με την Εναγόμενη και μέσω της αγωγής της αξιώνει ποσό ύψους €36.452,20, ως ποσό που καταβλήθηκε στην Εναγόμενη χωρίς να το δικαιούται, ως υπερπληρωμές. Η Εναγόμενη αντιτείνει ότι ο τερματισμός της μεταξύ των μερών συμφωνίας ήταν παράνομος. Αξιώνει μέσω ανταπαίτησης ποσό ύψους €14.509,07, ως εκτελεσθείσα εργασία, δηλαδή ως τη διαφορά του ύψους των εργασιών που έλαβαν χώρα μείον του ποσού που εισέπραξε από την Ενάγουσα.

 

2.    Δικόγραφα

Αν και τα ως άνω σκιαγραφούν τα κύρια στοιχεία της υπόθεσης, υπάρχουν μια σειρά δικογραφημένων νομικών και πραγματικών ισχυρισμών που είναι αναγκαίο όπως παρατεθουν. Η Ενάγουσα δικογραφεί ότι την 19/11/2021 υπέγραψε με την Εναγομένη συμφωνητικό έγγραφο και όρους συμβολαίου εργολαβίας για δομικά έργα με ποσότητες για την ανέγερση διώροφης οικοδομής με περίφραξη στην Λακατάμεια υπό την επίβλεψη της αρχιτέκτονος κ. Μαρίας Ονουφρίου, με σχέδια και δελτία ποσοτήτων και συγγραφή υποχρεώσεων που δεικνύουν τις προς εκτέλεση εργασίες. Η προσυμφωνία κατασκευής της κατοικίας που περιλαμβάνει δελτίο ποσοτήτων και σχέδιο αποτελούσε μέρος της συμφωνίας ημερομηνίας 19/11/2021. Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η κατοικία παρέμεινε ατέλειωτη και λόγω της συμπεριφοράς της Εναγομένης η Ενάγουσα τερμάτισε εξ υπαιτητιότητας της Εναγομένης την συμφωνία την 28/8/2023. Η Ενάγουσα κατέβαλε δυνάμει της συμφωνίας, το ποσό των €153.682,28, στην Εναγόμενη, περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. Παρά ταύτα, η Ενάγουσα έπρεπε να είχε καταβάλει στην Εναγομένη €111.647,69 πλέον Φ.Π.Α. και επομένως, η Εναγομένη έχει εισπράξει περισσότερα από όσα δικαιούται, ήτοι επιπλέον ποσό €36.452,20. Αυτό είναι και το ποσό που αξιώνει πλέον τόκο.

Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση της καταγράφει όρους της Προσυμφωνίας ημερομηνίας 5/11/2021 και της Συμφωνίας ημερομηνίας 19/11/2021. Έχει σημασία να αναφερθεί ότι η πρώτη θα αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της δεύτερης. Το ποσό της Προσυμφωνίας ήταν αυτό των €179.861, ενώ της Συμφωνίας €200.000. Η Εναγόμενη εισηγείται ότι ίσχυε το ποσό της Συμφωνίας, ήτοι οι €200.000, ως το συμφωνημένο ποσό μεταξύ των μερών και τα συμφωνημένα ποσά και δελτία ποσοτήτων θα έπρεπε να αυξηθούν κατ’ αναλογία. Όλα τα ποσά πληρώθηκαν στην Εναγόμενη μετά από έκδοση Πιστοποιητικού Πληρωμής από την Αρχιτέκτονα, ενώ ο τερματισμός εκ μέρους της Ενάγουσας είναι παράνομος και έγινε εκδικητικά, λόγω παραπομπής διαφοράς σε διαιτησία από την Εναγόμενη.

Η Εναγόμενη καταγράφει στην υπεράσπιση της λεπτομερώς τα ποσά που κατέβαλε η Ενάγουσα, δυνάμει της συμφωνίας τους. Υποστηρίζει ότι το ύψος των εκτελεσθείσων εργασιών ανέρχεται στα €168.693,24, ήτοι €14.509,07 περισσότερα από όσα έχει καταβάλει η Ενάγουσα. Περαιτέρω εισηγείται η Εναγόμενη ότι λόγω της αύξησης του ποσού της Προσυμφωνίας, με την υπογραφή Συμφωνίας, ήτοι από €179.861 σε €200.000, θα πρέπει να επέλθει ανάλογη αύξηση του ποσού που οφείλεται και αυτό να υπολογιστεί στα €31.744,72. Στη βάση των ως άνω ισχυρισμών η Εναγόμενη ανταπαιτεί ποσό €14.509,07 ως ποσό για  εκτελεσθείσες εργασίες που δεν πληρώθηκαν και διαζευκτικά ποσό €31.744,72, ως ποσό για εκτελεσθείσες εργασίες το οποίο προκύπτει από την αναλογική αύξηση.

Στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και Απάντηση στην Υπεράσπιση της η Ενάγουσα, εισηγείται ότι η Προσυμφωνία εξακολουθεί να είναι δεσμευτική για τους διαδίκους όσον αφορά τις τιμές μονάδος, αφού στην εκ των υστέρων καταρτισθείσα Συμφωνία (το κυρίως συμβόλαιο) δεν περιελάμβανε πρόνοια για οποιεσδήποτε τιμές μονάδας. Ο τρόπος πληρωμής, δε, δεν μπορεί να υπερισχύσει των διατάξεων του κυρίως συμβολαίου, το οποίο περιέχει ρητή πρόνοια ότι η περίοδος ενδιάμεσων πιστοποιητικών ήταν 1 μήνας. Η Προσυμφωνία θα αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του κυρίως συμβολαίου μόνο για οτιδήποτε δεν υπήρχε, στο κυρίως συμβόλαιο, ειδικότερη πρόνοια η οποία θα ήταν μεταγενέστερη, αφού το συμβόλαιο ήταν μετεγενέστερο.

Μέσω της Απάντησης στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Εναγόμενη επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της.

 

3.    Επίδικα και παραδεκτά

Για σκοπούς περιορισμού των επίδικων θεμάτων, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι μέσω των δικογράφων, της μαρτυρίας των μερών, αλλά και των θέσεων που προωθήθηκαν από τους διάδικους κατά τις τελικές τους αγορεύσεις, προκύπτει παραδεκτώς ότι:

Α. Τα μέρη την 5/11/2021 υπέγραψαν Προσυμφωνία Κατασκευής Κατοικίας (Τεκμήριο 2) (στο εξής «η Προσυμφωνία»). Την 19/11/2021 υπέγραψαν Συμβόλαιο Εργολαβίας για Δομικά Έργα (Τεκμήριο 8) (στο εξής «το Συμβόλαιο»). Η Προσυμφωνία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του Συμβολαίου. Η πρώτη κοστολογούσε τις εργασίες στις €179.861, ενώ το ποσό του Συμβολαίου ανερχόταν στα €200.000.

Β. Η Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγομένη το ποσό των €153.682,28, για την ανέγερση της κατοικίας.

Γ. Η Ενάγουσα την 28/8/2023 τερμάτισε την επίδικη σύμβαση με την Εναγόμενη (Τεκμήριο 15) και οι εργασίες προς ανέγερση της κατοικίας δεν ολοκληρώθηκαν από την Εναγόμενη.

Δ. Η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγομένη επιστολή Τύπος | – Πρωτόκολο ημερομηνίας 02/11/2023, η οποία της επεδόθη την 09/11/2023, και η Εναγομένη απάντησε με επιστολή της ημερομηνίας 23/11/2023.

Τα ως άνω, ως παραδεκτά και αναντίλεκτα, καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Παραμένουν λοιπόν ως αμφισβητούμενα, επίδικα στην παρούσα τα κάτωθι:

Α. Τα μέρη διαφωνούν ως προς το πως διαμορφώθηκε το ποσό των €200.000, του Συμβολαίου σε αντιπαραβολή με το ποσό των €179.861 της Προσυμφωνίας. Η Ενάγουσα αναφέρει ότι αυτό το ποσό διαμορφώθηκε λόγω διαφοροποίησης του κόστους κάποιων εκ των εργασιών που συμφωνήθηκαν στο μεσοδιάστημα. Η Εναγόμενη εισηγείται ότι αυξήθηκαν κατ’ αναλογία οι τιμές μονάδας.

Β. Επίδικο καθίσταται και το αν ο τερματισμός του Συμβολαίου ήταν παράνομος ή όχι. Σε αυτό το πλαίσιο θα εξεταστεί αφενός ο λόγος τερματισμού, ήτοι ότι η Εναγόμενη είχε παύσει τις εργασίες της και αφετέρου θα εξεταστούν τα όσα προβλέπονται στο Συμβόλαιο ως προς τον τερματισμό, αν τηρήθηκαν και πως αυτό επενεργεί στη συμβατική σχέση των μερών.

Γ. Επιπλέον έχουν καταθέσει οι ΜΕ 2 και ΜΥ 1, ως προς τις εκτελεσθείσες εργασίες, με την πλευρά της Ενάγουσας να υποστηρίζει ότι πλήρωσε μεγαλύτερο ποσό από αυτό των εργασιών που εκτελέστηκαν και την Εναγόμενη να ισχυρίζεται ότι εκτελέστηκαν εργασίες που δεν αποπληρώθηκαν.

 

  1. Μαρτυρία.

Δεν θα παρατεθούν με λεπτομέρεια τα όσα ισχυρίστηκε ο κάθε μάρτυρας, αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται στα πρακτικά και τα έχω διεξέλθει. Έχω αναγνώσει τις γραπτές αγορεύσεις των διαδίκων και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου κριθεί σκόπιμο. Ως μάρτυρες στο Δικαστήριο για την Ενάγουσα κατέθεσαν η ίδια (Μ.Ε 3), η Αρχιτέκτονας Μαρία Ονουφρίου Κουρούσιη (ΜΕ 1) και η επιμετρητής Αγγέλα Χριστοφόρου (Μ.Ε. 2). Για την Εναγόμενη κατέθεσαν ο διευθυντής της Λεονίδας Καλιάνος και ο Πολιτικός Μηχανικός Παναγιώτης Μητσόπουλος (ΜΥ 1). Οι ΜΕ 1 έως 3 και ΜΥ 1 και 2 κατέθεσαν γραπτές δηλώσεις, τα Έγγραφα Α έως Ε, αντίστοιχα.

Προχωρώ στην ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα, με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά, καθοριστικά για το αποτέλεσμα, γεγονότα[1]. Ως είναι νομολογιακά καθιερωμένο η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα[2].

Η ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει ανά επίδικο ζήτημα, με αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων, με αναφορά στα Τεκμήρια ώστε να εξαχθούν σχετικά ευρήματα, ενώ θα αξιολογηθεί κάθε μάρτυρας ξεχωριστά, ως και η νομολογία εισηγείται[3]. Δεδομένης της φύσης κάθε επίδικου και του ότι αυτό άπτεται συνδυασμού μαρτυρίας όσων κατέθεσαν στο Δικαστήριο, θα διαπιστώνεται το πραγματικό υπόβαθρο κάθε αμφισβητούμενου γεγονότος σχετικό με τα επίδικα και αυτό θα υπάγεται στις νομικές αρχές που θα ακολουθήσουν σε νέο κεφάλαιο.

 

4.1 Οι όροι του Συμβολαίου και της Προσυμφωνίας

Κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν συγκεκριμένοι όροι των επίδικων συμβάσεων, Προσυμφωνίας και Συμβολαίου, ώστε να ξεκαθαριστεί η νομική θέση κάθε μέρους στη διαδικασία, αλλά και προς επίλυση των διαφορών των μερών ως προς την ερμηνεία συγκεκριμένων όρων.

Στην Προσυμφωνία ημ. 5/11/2021, Τεκμήριο 2, προβλέπεται η κατασκευή της κατοικίας στη βάση των Αρχιτεκτονικών Σχεδίων. Ορίζεται ότι αυτή γίνεται για σκοπούς άμεσης έναρξης των εργασιών και αγοράς του εργολαβικού συμβολαίου. Εκεί περιέχεται Πίνακας 21 σελίδων με τις εργασίες που έχουν προσυμφωνηθεί και το κόστος τους. Στην Προσυμφωνία επισυνάπτονται η ταυτότητα της Ενάγουσας και Αρχιτεκτονικά Σχέδια.

Το Συμβόλαιο, Τεκμήριο 8, είναι το σύνηθες συμβόλαιο της ΠΟΕΕΜ. Επ’ αυτού, στην σελίδα 3 φαίνεται καταγεγραμμένο χειρόγραφα το εξής:

«Η προσυμφωνία κατασκευής κατοικίας ημερ. 5/11/2021 που περιλαμβάνει δελτίο ποσοτήτων και Σχέδια και άλλους όρους. Αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας συμφωνίας».

Ο όρος 1.8 του Συμβολαίου ορίζει ότι “Δελτία Συμβολαίου” σημαίνει τα πλήρως τιμολογημένα από τον Εργολάβο Τίποτε που περιλαμβάνεται στη Συγγραφή Υποχρεώσεων ή στα Δελτία Συμβολαίου δεν μπορεί να ακυρώσει ή αλλοιώσει την ερμηνεία ή εφαρμογή του περιεχομένου του Συμβολαίου. Ως ποσό που οφείλει η Ενάγουσα να πληρώσει στην Εναγόμενη συμφωνούνται οι €200.000. Ο όρος 2.2 προβλέπει ότι αν ο Εργολάβος διαπιστώσει οποιαδήποτε διαφορά ή αντίφαση μεταξύ των σχεδίων, δελτίων συμβολαίων, συγγραφής υποχρεώσεων και οποιονδήποτε οδηγιών οφείλει να ειδοποιήσει την Αρχιτέκτονα όπως δώσει οδηγίες σε εύλογο χρονικό διάστημα. Η Αρχιτέκτονας δυνάμει του όρου 10.1 είχε την ευχέρεια να διατάζει προσθήκη ή αφαίρεση εργασιών και να την αποτιμά. Να δίδει επίσης οδηγίες για τροποποίηση της μελέτης, ποσότητας ή ποιότητας των εργασιών.

Αναφορικά με τη λύση του συμβολαίου, στον όρο 23 του Συμβολαίου προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι εάν ο Εργολάβος χωρίς λογική αιτία δεν προβεί έγκαιρα στην έναρξη των Εργασιών ή διακόψει ολοκληρωτικά ή ουσιαστική την εκτέλεση του Έργου ή παραλείψει να προχωρεί κανονικά και με επιμέλεια την εκτέλεση του Έργου, η Αρχιτέκτονας θα μπορεί να δώσει προειδοποίηση στον Εργολάβο με συστημένη επιστολή ή πιστοποιημένη παράδοση, υποδεικνύοντας την παράβαση και ζητώντας τον τερματισμό της παράβασης. Εάν η παράβαση αυτή του εργολάβου δεν σταματήσει εντός 14 ημερών από την λήψη της προειδοποίησης, τότε ο Εργοδότης θα μπορεί με επιπλέον προειδοποίηση 10 ημερών από την εκπνοή των 14 ημερών, να τερματίσει την εργοδότηση του Εργολάβου βάσει του Συμβολαίου, η δε λύση του Συμβολαίου θα ισχύει από την ημέρα λήψης από τον Εργολάβο της επιπλέον προειδοποίησης των 10 ημερών. Νοείται ότι τέτοια προειδοποίηση δεν θα δοθεί παράλογα ή εκδικητικά.

Σύμφωνα με τον όρο 23.4. του Συμβολαίου, σε περίπτωση λύση του Συμβολαίου από τον Εργοδότη, «ο Αρχιτέκτων θα καταγράψει ή θα δώσει οδηγίες στον Επιμετρητή Ποσοτήτων, θα κάμει εκτίμηση των Εργασιών που έγιναν από τον Εργολάβο μέχρι την ημέρα της λύσης καθώς και τον επί τόπου υλικών. Νοείται ότι θα δοθεί η ευκαιρία στον Εργολάβο να παρευρίσκεται κατά την καταμέτρηση των Εργασιών, εάν το επιθυμεί».

 

4.2 Οι ενέργειες των μερών

Η Ενότητα αυτή περικλείει 4 υποενότητες και επιδιώκει να επιλύσει αμφισβητούμενα ζητήματα αναφορικά με το πως προέκυψε η διαφορά στο ποσό της Προσυμφωνίας με το Ποσό του Συμβολαίου, το αν ίσχυαν τα Πιστοποιητικά (Τεκμήριο 5) ή τα Διατακτικά (Τεκμήριο 6) της ΜΕ 1, την πρόοδο των εργασιών της Εναγόμενης και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τερματίστηκε η σύμβαση των μερών.

Αρχικά όπως είναι προφανές και από τα όσα αναφέρονται παραπάνω, υπάρχει μια διαφορά στο ποσό της Προσυμφωνίας από το Συμβόλαιο, της τάξεως των €21.000 περίπου. Η Ενάγουσα το αποδίδει στο γεγονός ότι στο μεταξύ του διαστήματος υπογραφής της Προσυμφωνίας και του Συμβολαίου, αποφάσισε την προσθήκη υποδαπέδιας θέρμανσης αντί πρόνοιες κεντρικής θέρμανσης που συμπεριλαμβάνονταν στην Προσυμφωνία και επίσης, αποφάσισαν ότι δεν θα τοποθετηθούν UPVC, όπως προνοούσε το Συμβόλαιο, αλλά θα τοποθετούνταν αλουμίνια από διορισμένο υπεργολάβο. Η Εναγόμενη αντιτείνει ότι θα γινόταν κατ’ αναλογία αύξηση του κόστους των ποσοτήτων όπως αναφέρονται στην Προσυμφωνία.

Στο Συμβόλαιο δεν επισυνάπτονται δελτία ποσοτήτων, πλην της Προσυμφωνίας Ούτε γίνεται ρητή πρόνοια για αναπροσαρμογή των ποσών της Προσυμφωνίας. Συνεπώς δεν παρουσιάστηκε απτή ή άλλη μαρτυρία που να δεικνύει συμφωνία των μερών για αναπροσαρμογή των ποσών. Μόνο ο ΜΥ 2 είπε ότι είχε καλέσει ΜΕ 1 και Ενάγουσα πριν την υπογραφή του Συμβολαίου, ώστε να αυξήσουν αναλογικά το ποσό και αυτές αποδέχθηκαν. Πλην όμως η θέση αυτή δεν δικογραφείται, δεν υποβλήθηκε κάτι τέτοιο, μια τέτοια συνομιλία στις ΜΕ 1 και ΜΕ 3 και συνεπώς ο ισχυρισμός του ΜΥ 2 δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.

Από την άλλη προσφέρθηκε μαρτυρία που καταδεικνύει τις αλλαγές που αύξησαν το ποσό μεταξύ Προσυμφωνίας και Συμβολαίου. Στο Τεκμήριο 10 ο ΜΥ 1 την 19/11/2021, ημερομηνία υπογραφής του Συμβολαίου αποστέλλει ηλεκτρονικό μήνυμα στην ΜΕ 1 και αναφέρει ότι έχει λάβει υπόψη συγκεκριμένο πάχος δαπέδου, λόγω ενδοδαπέδιας θέρμανσης όπως υπολογίζεται στη σχετική μελέτη. Στην Προσυμφωνία, η οποία υπεγράφη την 5/11/2021 δεν γίνεται πρόνοια για ενδοδαπέδια θέρμανση. Προκύπτει λοιπόν ξεκάθαρα ότι η σχετική πρόνοια προστέθηκε στο μεσοδιάστημα, παρά τις αναφορές του ΜΥ 2 ότι μεταγενέστερα αποφασίστηκε η τοποθέτηση ενδοδαπέδιας θέρμανσης. Αναλόγως το Τεκμήριο 9 αποτελεί συμφωνία της Εναγόμενης με υπεργολάβο για την τοποθέτηση αλουμινίων, εργασία που και πάλι δεν προβλέπεται στην Προσυμφωνία.

Όπως εξηγήθηκε από την ΜΕ 1 λόγω του ότι δεν υπήρχε τελική προσφορά με καθορισμένο ποσό, έγινε μια ενδεικτική κοστολόγηση και συμπεριέλαβαν το επιπλέον ποσό των €21.000. Και η ΜΕ 2 ήταν ενήμερη ότι το ποσό συμβολαίου είναι €200.000 αλλά έχουν προστεθεί μετά την υπογραφή της Προσυμφωνίας υποδαπέδια θέρμανση και αλλαγή υλικού των κουφωμάτων από PVC σε αλουμίνιο.

Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία δηλαδή τα δεδομένα έχουν ως εξής: Δεν υπάρχει πρόνοια στα Τεκμήρια 2 και 8 για το πως αντιμετωπίζεται η διαφορά στο κόστος. Η Προσυμφωνία με το κόστος κάθε εργασίας, ως Δελτίο Ποσοτήτων, επισυνάπτεται στο Συμβόλαιο. Πέραν αυτής της Συμφωνίας και των αλλαγών σε θέρμανση και αλουμίνια, δεν παρουσιάστηκε η όποια οδηγία της ΜΕ 1 ή γενικότερα η όποια αλλαγή στα Δελτία της Προσυμφωνίας. Τουλάχιστον για την ενδοδαπέδια θέρμανση, αλλά στη βάση της μαρτυρίας της Ενάγουσας και για τα αλουμίνια, είχε γνώση η Εναγόμενη στο μεσοδιάστημα της υπογραφής της Προσυμφωνίας μέχρι την υπογραφή της Συμφωνίας. Από τα ως άνω προκύπτει ότι η διαφορά των €21.000, στο ποσό του Συμβολαίου από το συνολικό ποσό της Προσυμφωνίας, έγκειτο στην προσθήκη ενδοδαπέδιας θέρμανσης και αλουμινίων και υπολογίστηκε ενδεικτικά, γιατί τη δεδομένη στιγμή, της υπογραφής του Συμβολαίου, δεν είχαν λάβει τα μέρη τελική προσφορά.

Η ΜΕ 1, Αρχιτέκτονας εξέδιδε τα Πιστοποιητικά Αρχιτέκτονα, Τεκμήριο 5 και τα διατακτικά πληρωμής Τεκμήριο 6. Και τα δύο υπογράφονται από την ΜΕ 1 αλλά έχουν διαφορετική δομή, αναφέρονται σε αυτά διαφορετικές εργασίες που έλαβαν χώρα, διαφορετικά ποσά και κάποιες ημερομηνίες, Πιστοποιητικών και Διατακτικών, ταυτίζονται, ενώ άλλες απέχουν κάποιες μέρες. Η ΜΕ 1 εξήγησε ότι τα πιστοποιητικό Τεκμήριο 5 είναι παρουσιάσιμα ανάλογα με το πώς τα ζητά το τραπεζικό ίδρυμα. Η κάθε τράπεζα έχει τη δική της παρουσίαση πιστοποιητικού αρχιτέκτονα και σαν μελετητές είναι υπόχρεοι να το συμπληρώσουν. Στο διατακτικό πληρωμής από την άλλη πρέπει να φαίνεται ξεκάθαρα ποια οδηγία δίνεται προς την ιδιοκτήτρια ή προς το τραπεζικό ίδρυμα. Περαιτέρω ανέφερε ότι στα Πιστοποιητικά υπάρχουν επιχορηγήσεις και άλλα ποσά που δεν αφορούν το Συμβόλαιο αλλά την Τράπεζα, γι’ αυτό το Τεκμήριο 5 αφορούσε τις πληρωμές στις οποίες θα προέβαινε η Τράπεζα, ενώ το Τεκμήριο 6 διέταζε την πληρωμή από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη.

Προς τούτο επιβεβαίωσε και η ΜΕ 2 ότι τα στοιχεία που υποβάλλονται στην τράπεζα, με τα όσα γίνονται στο εργοτάξιο, είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Οι τράπεζες έχουν δικό τους τρόπο που ετοιμάζουν τα πιστοποιητικά πληρωμής, όπως επίσης περιλαμβάνουν και διαφορετικά, επιπλέον κόστη, για την ανέγερση μίας κατοικίας, από ό,τι περιλαμβάνει το δελτίο ποσοτήτων, που είναι μέρος του συμβολαίου, όπως τις πληρωμές μελετητών.

Η Εναγόμενη άλλωστε πληρωνόταν στη βάση του Τεκμηρίου 6, αφού οι αποδείξεις Τεκμήριο 17 αναφέρονται στα σχετικά Διατακτικά και σε άλλες πληρωμές και όχι σε πιστοποιητικά. Η Εναγόμενη ουδέποτε προκύπτει να διαμαρτυρήθηκε για την έκδοση των διατακτικών ή την εγκυρότητα τους, ενώ λάμβανε τα ποσά που κατέβαλλε η Ενάγουσα, ως πληρωμές δυνάμει αυτών των Διατακτικών Τεκμήριο 6. Συνεπώς είναι τα Διατακτικά Τεκμήριο 6 που εκδίδονταν δυνάμει του Συμβολαίου, αυτά πλήρωνε η Ενάγουσα και είσπραττε αδιαμαρτύρητα η Εναγόμενη. Οι αναφορές στα Πιστοποιητικά Τεκμήριο 5, περιλαμβάνουν πληρωμές σε μελετητές και λάμβαναν υπόψη μεταβλητές οι οποίες δεν άπτονται του Συμβολαίου ή της Προσυμφωνίας, όπως επιχορηγήσεις, με τρόπο που να μην δύνανται να ληφθούν υπόψη για την επίλυση των επιδίκων. Ρύθμιζαν, τέλος, τη σχέση της Ενάγουσας με την Τράπεζα, ζήτημα που δεν αποτελεί επίδικο.

Αναφορικά με την πρόοδο των εργασιών της Εναγόμενης, o MY 2 εκ μέρους της Εναγόμενης την 18/7/2022,  απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Ενάγουσα, Τεκμήριο 11, με το οποίο την καλούσε να πληρώσει συγκεκριμένα ποσά και κατέληγε ότι μη πληρωμή των ποσών θα αποτελέσει ένδειξη ασέβειας προς τις υπηρεσίες που προσφέρουν και λόγο αναστολής των εργασιών. Η ΜΕ 1 με επιστολή της ημερομηνίας 25/6/2023, Τεκμήριο 4, παρακαλεί την Εναγόμενη να προσέλθει για να συνεχίσει τις εργασίες. Με επιστολή ημερομηνίας 12/7/2023, Τεκμήριο 1, η ΜΕ 1 αναφέρει ότι δεν υπάρχει δραστηριότητα στο εργοτάξιο, ότι διακόπηκαν οι εργασίες από την Εναγόμενη, για 5 εβδομάδες, υπάρχει καθυστέρηση πέραν των 5 μηνών και αρνείται η Εναγόμενη να υποβάλει αναθεωρημένο πρόγραμμα εργασιών. Με την επιστολή Τεκμήριο 1 διδόταν προειδοποίηση για τερματισμό της σύμβασης, λόγω παράβασης των όρων του Συμβολαίου. Ανάλογο είναι και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, επιστολής της ΜΕ 1 ίδιας ημερομηνίας. Την ίδια μέρα η Εναγόμενη είχε αποστείλει επιστολή, Τεκμήριο 18, στην ΜΕ 1 για επίλυση διαφορά σχετικά με καθορισμό του ποσού του Συμβολαίου και της απαίτησης της Εναγόμενης για έκδοση πιστοποιητικού, ζητήματα στα οποία η ίδια η Αρχιτέκτονας, ΜΕ 1 αναφέρθηκε στην επιστολή της Τεκμήριο 4.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ως ημερομηνία αποπεράτωσης του έργου αναφερόταν στο Τεκμήριο 8 η 23/1/2023, ήτοι 6 μήνες πριν τις εν λόγω επιστολές. Με δεδομένο ότι το έργο ήταν μέχρι και την ημερομηνία του τερματισμού την 28/8/2023 ημιτελές, αντικρούεται ο ισχυρισμός του ΜΥ 2 ότι οι εργασίες συνεχίζονταν κανονικά (βλ. Έγγραφο Ε) αλλά και ότι δεν υπήρχε καθυστέρηση στο έργο, όπως ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος, αφού εκ των πραγμάτων οι εργασίες είχε συμφωνηθεί να αποπερατωθούν 7 μήνες πριν.

Ο ΜΥ 2 με νεοφυείς ισχυρισμούς επιχείρησε να δικαιολογήσει την μη διεξαγωγή εργασιών από την Εναγόμενη, πίπτοντας σε αντιφάσεις. Είπε μέχρι και ότι άλλαξαν τις κλειδωνιές και του απαγορεύτηκε η είσοδος στο εργοτάξιο πριν τον τερματισμό, ισχυρισμός βέβαια που αντιφάσκει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, ημερομηνίας 1/9/2023, όπου ο ίδιος αναφέρει πως παράδοση των κλειδιών θα γίνει με την επίλυση της διαφοράς. Επικαλέστηκε και αδικογράφητους ισχυρισμούς, ισχυρισμούς που δεν είχαν τεθεί ούτε στους μάρτυρες της Ενάγουσας, όπως ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στις αποφάσεις για τα υλικά από την Ενάγουσα, ότι είχε αλλάξει η στατική μελέτη αλλά και ότι ανέμεναν από προμηθευτές. Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί, βέβαια, αντιφάσκουν με τη θέση του για μη καθυστέρηση του έργου. Σε κάθε περίπτωση ως αδικογράφητοι και ισχυρισμοί που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της Ενάγουσας, δεν δύναται να ληφθούν υπόψη.

Εκ των ως άνω προκύπτει ότι η Εναγόμενη είχε ζητήσει να της καταβληθούν συγκεκριμένα ποσά και ότι θα εκλάμβανε ως ασέβεια την μη καταβολή αυτών των ποσών και θα ανέστελλε τις εργασίες της. Προκύπτει ότι η ΜΕ 1 δεν ενέκρινε την καταβολή των ποσών αυτών και η Εναγόμενη, για κάποιες εβδομάδες ανέστειλε τις εργασίες της, με αποτέλεσμα να προειδοποιηθεί για τερματισμό και τελικώς να τερματιστεί το Συμβόλαιο την 28/8/2023. Στο μεσοδιάστημα η Εναγόμενη αποτάθηκε στη ΜΕ 1 για επίλυση διαφοράς, ενώ η ίδια είχε εκφράσει τη θέση της για τα θέματα που αφορούσε η διαφορά στην επιστολή της Τεκμήριο 4. Ακόμα λοιπόν και αν γίνει αποδεκτό ότι μεγάλο μέρος των εργασιών είχε ολοκληρωθεί, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 5, δεν προκύπτει να λάμβαναν χώρα οι εργασίες προς ολοκλήρωση του έργου για σημαντικό διάστημα για σημαντικό διάστημα και σίγουρα η ολοκλήρωση αυτού είχε καθυστερήσει πέραν των όσων προβλέπονται στο Τεκμήριο 8.

Τέλος με την επιστολή ημερομηνίας 28/8/2023 (Τεκμήριο 15) η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία Τεκμήριο 8 με την Εναγόμενη. Η Ενάγουσα αναφέρει ότι η Εναγόμενη δεν είχε συμμορφωθεί με την επιστολή της ΜΕ 1 Τεκμήριο 1 και επικαλούμενη το Άρθρο 23.1 του Τεκμηρίου 8 τερμάτισε τη σύμβαση. Προκύπτει δηλαδή ότι είχε λάβει χώρα η προειδοποίηση του Τεκμηρίου 1 και στη συνέχεια ο τερματισμός του Τεκμηρίου 8, με επίκληση της παραγράφου 23.1. Θα εξεταστεί στη συνέχεια λοιπόν αν έλαβαν χώρα τα όσα προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο, αν και δεν αξιώνεται συγκεκριμένο ποσό για παράνομο τερματισμό της συμφωνίας.

 

4.3.       Η μαρτυρία των ΜΕ 2 και ΜΥ 1

Οι ως άνω μάρτυρες παρουσιάστηκαν ως πραγματογνώμονες. Αμφισβητήθηκε η ανεξαρτησία αμφότερων. O Κανονισμός 34.4 ορίζει ότι η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να είναι ανεξάρτητο προϊόν της γνώμης του πραγματογνώμονα και ανεπηρέαστη. Αρχίζοντας από τον ΜΥ 1, όπως αποκαλύφθηκε κατά την αντεξέταση του είναι υπάλληλος της Εναγόμενης, δουλεύει αποκλειστικά σε αυτήν και πληρώνεται με μισθό. Ότι απασχολείται στην Εναγόμενη αποκάλυψε και μέσω της γραπτής του δήλωσης Έγγραφο Δ, όπου αναφέρει ότι απασχολείται εκεί ως project manager. Στο Ερωτηματολόγιο της Εναγόμενης αναφέρεται ως πραγματογνώμονας.

Η νομολογία για την μαρτυρία υπάλληλου διαδίκου ως πραγματογνώμονα ορίζει ότι είναι επιθυμητό να μην έχει όφελος από το αποτέλεσμα της διαδικασίας ο ίδιος ο πραγματογνώμονας, αλλά ακόμα και η ύπαρξη τέτοιου οφέλους δεν καθιστά αυτομάτως απαράδεκτη τη μαρτυρία, αλλά αξιλογείται η φύση και η έκταση του οφέλους[4]. Λαμβάνεται επίσης υπόψη το αν δηλώθηκε η ιδιότητα του μάρτυρα ως υπαλλήλου διάδικου, οι όροι της εργοδότησης του, αν κατέχει τα απαραίτητα εχέγγυα για να καταθέσει ως πραγματογνώμονας, το αν η συγκεκριμένη ειδικότητα είναι σπάνια και αν δόθηκε η ευχέρεια στην άλλη πλευρά να αντεξετάσει για το ζήτημα αυτό[5].

Η μαρτυρία του ΜΥ 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για μια σειρά από λόγους. Αρχικά από κάποιο σημείο και μετά ήταν ο πολιτικός μηχανικός που επέβλεπε το έργο, ο project manager της Εναγόμενης. Λάμβανε αποφάσεις για το πως θα περατωθούν οι εργασίες, πως θα εξελιχθεί το έργο. Ο ίδιος μάλιστα ο ΜΥ 1 ανέφερε ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να υπερασπιστεί τον κατασκευαστή έργων στο εργοτάξιο για το οποίο ήταν υπεύθυνος. Δεν μπορεί λοιπόν, με την έκθεση του Τεκμήριο 19, αντικειμενικά να αξιολογήσει τις ίδιες τις εργασίες που επέβλεπε ή στις οποίες συμμετείχε ως υπάλληλος της Εναγόμενης. Δεν είναι δυνατό πρόσωπο εκ της θέσεως του διαχειριστής του έργου, να αποστασιοποιηθεί από τη θέση του αυτή με τρόπο που ανεξάρτητα να κρίνει τις ίδιες τις εργασίες που επέβλεπε. Έχει τέτοιο συμφέρον υπεράσπισης των εργασιών στις οποίες ο ίδιος είχε σημαίνοντα ρόλο, που στερείται της απαραίτητης ανεξαρτησίας.

Περαιτέρω επιχείρησε να καταδείξει ότι έχει γνώσεις επιμετρητή όχι λόγω εμπειρίας ή σπουδών στο αντικείμενο αυτό κάθε αυτό, αλλά λόγω της ιδιότητας του ως Πολιτικός Μηχανικός. Πλην όμως καταδείχθηκε και από την αντεξέταση του, ότι οι δύο ειδικότητες, Πολιτικού Μηχανικού και επιμετρητή αν και ανήκουν στον ίδιο τομέα, των ακινήτων, δεν ταυτίζονται, καθώς όπως και ο ΜΥ 1 παραδέχθηκε δεν γνωρίζει τις σπουδές που κάνουν οι επιμετρητές για να αποκτήσουν τον τίτλο, οπότε δεν μπορεί να γνωρίζει το περιεχόμενο, το αναλυτικό των μαθημάτων που έχουν κάνει. Άλλωστε ο ίδιος επιμετρά μόνο για τους σκοπούς της εργασίας του τα έργα της Εναγόμενης, όπως επίσης παραδέχθηκε. Δεν προβαίνει σε ανεξάρτητες επιμετρήσεις άλλων έργων, αλλά είναι υπό την ιδιότητα του ως project manager της Εναγόμενης που προβαίνει στις όποιες επιμετρήσεις. Δεν είναι εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ ως επιμετρητής αλλά ως Πολιτικός Μηχανικός, με τους δύο κλάδους να διαχωρίζονται στον ίδιο το Νόμο  224/1990[6]. Επομένως δεν υπέχει την κατάλληλη ανεξαρτησία και γνώση ώστε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας ως οι Κανονισμοί ορίζουν.

Ούτε ως προς το περιεχόμενο της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η έκθεση του ΜΥ 1, Τεκμήριο 19. Αρχικά υπολόγισε ότι έλαβε χώρα το 100% των εργασιών των Προκαταρκτικών, ενώ αποδείχθηκε ότι στον χώρο δεν υπήρχε πινακίδα, τουλάχιστον μετά από κάποια φάση του έργου, κατά παράβαση του άρθρου 37 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001 (29(I)/2001). Επιπλέον υπολογίζοντας ότι έλαβε χώρα το 100% εργασιών όπως η γενική καθαριότητα, το πρόγραμμα εργασιών και η διεύθυνση εργασιών, παραγνωρίζει ότι οι εργασίες της Εναγόμενης διακόπηκαν πριν ολοκληρωθεί το έργο.

Επιπλέον δεν παραδόθηκε απόδειξη για την πληρωμή πελεκανικών, ενώ στην κατοικία προκύπτει να μην είχαν τοποθετηθεί. Ο ΜΥ 1 καταγράφει ως ποσό εκτελεσθείσα εργασίας τις €3.500, αναφέροντας ότι είχαν γίνει μετρήσεις, λήφθηκαν προσφορές και είχε κοπεί η ξυλεία, στοιχεία για τα οποία δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία, φωτογραφίες, αποδείξεις ή το όποιο τεκμήριο.

Ως προς τα ηλεκτρολογικά, δε, ενώ παραδέχθηκε ότι δεν είχε γίνει σειρά εργασιών ώστε να ολοκληρωθούν τα ηλεκτρολογικά του έργου, στο Τεκμήριο 19 κατέγραψε ποσό εκτελεσθείσας εργασίας, πέραν αυτού που είχε συμφωνηθεί. Δηλαδή ότι έλαβαν χώρα και επιπλέον εργασίες, πέραν της ολοκλήρωσης των συμφωνημένων Για τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, κρίνεται ότι αφενός η μαρτυρία του ΜΥ 1 δεν ήταν ανεξάρτητη και αφετέρου είχε συμφέρον και με τη μαρτυρία επιχείρησε να καταδείξει ότι έλαβαν χώρα περισσότερες εργασίες από αυτές που είχαν περατωθεί.

Από την άλλη η ΜΕ 2 έσπευσε να ξεκαθαρίσει στο Δικαστήριο ότι δεν έχει καμία συγγενική σχέση με την Ενάγουσα, απλώς διορίστηκε για να υπολογίσει την εκτελεσθείσα εργασία. Παρέμεινε αναντίλεκτη η μόρφωση της, η επαγγελματική της κατάρτιση και η πείρα της ως επιμετρητής ποσοτήτων, όπως την περιγράφει στην παράγραφο 1 του Εγγράφου Β.

Η Εναγόμενη με τις γραπτές της αγορεύσεις επιχειρεί να θέσει θέμα ανεξαρτησίας της ΜΕ 2 γιατί διορίστηκε από την Ενάγουσα, έλαβε έγγραφα από την ΜΕ 1, δεν έλαβε τις θέσεις της Εναγόμενης και επιθεώρησε το ακίνητο χωρίς άδεια της Εναγόμενης. Διαφωνώ, δεν τίθεται ζήτημα ανεξαρτησίας της ΜΕ 2. Η ΜΕ 2 όφειλε να επισκεφθεί τον χώρο για να έχει άποψη και να προβεί στην ετοιμασία της έκθεσης της. Διορίστηκε από την Ενάγουσα, η οποία προς απόδειξη της υπόθεσης της όφειλε να παρουσιάσει επιμετρητή και αυτή να αξιολογηθεί. Έλαβε τέλος έγγραφα από την καθ’ ύλην αρμόδια να το πράξει, την Αρχιτέκτονα ΜΕ 1, η οποία συμπλήρωσε το Τεκμήριο 8, ετοίμασε και εξέδωσε τα Τεκμήρια 5 και 6, όπως και τα σχέδια του έργου. Δεν μπορεί να κριθεί αυτή της η ενέργεια ως δεικνύουσα αμεροληψία, αφού έλαβε έγγραφα από το εκδότη τους, για τους σκοπούς της ετοιμασίας της έκθεσης της. Αντιφατικά, δε, η Εναγόμενη ενώ κατηγορεί την ΜΕ 2 ότι εισήλθε στο εργοτάξιο χωρίς την άδεια της, χαρακτηρίζει ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία της γιατί δεν διήρκησε αρκετό χρόνο η εκεί επιθεώρηση. Όπως και η ΜΕ 2 εύγλωττα απάντησε κατά την αντεξέταση:

«Δεν έχω καμία συγγένεια ούτε κανένα οικονομικό όφελος από κανένα από τα μέρη της αγωγής, δεν έχω συνεργαστεί με κανέναν προηγουμένως, ούτε καν με την αρχιτέκτονα, ούτε καν με οποιονδήποτε άλλο σύμβουλο. Έχω πάρει τα στοιχεία και τις απαιτήσεις του εργολάβου και είχα καλεστεί να κάνω μία εκτίμηση εργασιών για το συγκεκριμένο έργο. Δεν έχω καμία σχέση με κανέναν άλλον, δεν έχω υπογράψει κάτι το οποίο δεν έχω ετοιμάσει εγώ.»

Η ΜΕ 2, κατά την κυρίως της εξέταση έσπευσε να απαντήσει στα σχόλια που προβαίνει για την έκθεση της ο ΜΥ 1. Συγκεκριμένα ο τελευταίος στο Έγγραφο Δ αναφέρεται σε 12 σημεία που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, κατά τη θέση του. Πλην όμως η ΜΕ 2 εξήγησε με λεπτομέρεια και παραπομπή σε φωτογραφίες που κατέθεσε ως Τεκμήριο 13, τι έλαβε υπόψη και πως υπολόγισε τις συγκεκριμένες εργασίες. Ενδεικτικά αναφέρει ότι πελεκανικά δεν υπήρχαν στην κατοικία και πράγματι τέτοια απόδειξη προκαταβολής τους δεν κατατέθηκε. Δεν είχε κατασκευαστεί τοίχος περίφραξης,  οι εργασίες κουφωμάτων δεν είχαν ολοκληρωθεί ώστε να πληρώνεται ποσό ανάλογα της εκτέλεσης της εργασίας και η εξιλασμένη πολυστερίνη, είναι υλικό το οποίο δεν γυρίζει πάνω στα στηθαία. Αναφορικά με τα μηχανολογικά και τα ηλεκτρολογικά, τα είχε υπολογίσει βάσει της έκθεσης των μελετητών. Συνεπώς απάντησε στην όποια κριτική της μελέτης της, Τεκμήριο 12, τεκμηριωμένα με αναφορά στις φωτογραφίες, τις θέσεις των μελετητών, που στη βάση του Συμβολαίου είναι αρμόδιοι για να εγκρίνουν εργασίες, αλλά και με αναφορά στο τι είδε επί τόπου, την περίοδο αμέσως πριν τον τερματισμό.

Όπως σημειώνουν και οι δικηγόροι της Εναγόμενης στις αγορεύσεις τους, κάθε μάρτυρας της Ενάγουσας εξέφρασε διαφορετική θέση ως προς τον διορισμό της ΜΕ 2. Η ΜΕ 1 είπε ότι η ΜΕ 2 διορίστηκε μετά τον τερματισμό, η ΜΕ 2 είπε ότι διορίστηκε πριν τον τερματισμό. Ήρθε όμως τελικά η ΜΕ 3 να θεραπεύσει αυτή τη διχογνωμία αναφέροντας ότι την ΜΕ 3 την είχαν πάει στο εργοτάξιο μέσα στον Ιούλη όπου ο εργολάβος δεν ερχόταν για να προχωρήσει με τις εργασίες και την εργοδότησαν μετά τη λύση συμβολαίου. Αυτή η εκδοχή της ΜΕ 3 εξηγεί τις εκ πρώτης όψεως αντικρουόμενες θέσεις των ΜΕ 1 και ΜΕ 2, ενώ συνάδει και με την υπόλοιπη μαρτυρία, αφού η ΜΕ 2 αναφέρει στο Τεκμήριο 12 ότι επισκέφθηκε το εργοτάξιο μέσα Ιουλίου για έλεγχο των εργασιών πριν τη λύση του συμβοαίου, ενώ η έκθεση της εκπονήθηκε τέλος Οκτωβρίου του 2023, 2 μήνες μετά τον τερματισμό.

Παρά το γεγονός ότι η ΜΕ 2 ανέφερε ότι δεν είχε το αυθεντικό Συμβόλαιο που υπέγραψαν τα μέρη και στην Έκθεση που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 12  δεν επισυνάπτονται τα Παραρτήματα του εν λόγω τεκμηρίου, δεν πλήγηκε σε κανένα σημείο επί της ουσίας της έκθεσης της και η αξιοπιστία της ΜΕ 2. Συγκεκριμένα επανειλημμένως εξήγησε ότι το Συμβόλαιο είναι επαναμετρήσιμο, ότι δηλαδή γίνεται επαναμέτρηση σε ό,τι ποσότητες και άρθρα εκτελούνται στο έργο. Με αυτό ως βάση ενδεικτικά ανέφερε ότι πήγε στο σπίτι, είδε τους τοίχους περίφραξης, πόσα μέτρα είναι, πόσα μέτρα έχουν τοποθετηθεί κεραμικά, πόσα μέτρα έχουν τοποθετηθεί κεραμικά στους τοίχους, πόσες τοιχοποιίες έχουν κατασκευαστεί, πόσα φρεάτια έχουν τοποθετηθεί. Η εντολή της ήταν να δει την ποσότητα που είχε κατασκευαστεί και όχι την ποιότητα. Εξήγησε επιπλέον ότι δεν αρκέστηκε στην μισάωρη επιθεώρηση του έργου, αλλά ξαναπήγε στο χώρο, συνομίλησε με την ΜΕ 1, μελέτησε τα σχέδια και έτσι ετοίμασε την έκθεση της. Κάποιες μετρήσεις γίνονται στο εργοτάξιο και άλλες στα σχέδια.

Προέκυπτε ξεκάθαρα η θέση της ΜΕ 2 ότι δεν ασχολήθηκε με τον τρόπο που είχαν γίνει η πληρωμές αλλά με το τι πληρώθηκε, σε αντιπαραβολή με το τι πραγματοποιήθηκε στο έργο. Επί της ουσίας της Έκθεσης της Τεκμήριο 12 η ΜΕ 2 ήταν απαντούσε με σαφήνεια στο ότι ερωτάτο, χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις, έδειξε να γνωρίζει με λεπτομέρεια τις συμφωνίες των μερών, τις προσθήκες αλουμινίων και υποδαπέδιας θέρμανσης, όπως και άλλα ιδιαίτερα στοιχεία. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στα προνοητικά ποσά για κατασκευή τζακιού, αγορά κεραμικών, ειδών υγιεινής και υποδαπέδια θέρμανση, στις επιπλέον εργασίες, πέραν του Τεκμηρίου 2, που θα χρειάζονταν για την τοποθέτηση της υποδαπέδιας θέρμανσης, αλλά και για τα αλουμίνια ότι δεν είχε πληρωθεί το όποιο ποσό. Εξήγησε γιατί αφαίρεσε το ποσό κράτησης, δυνάμει του άρθρου 30 του Τεκμηρίου 2. Υιοθέτησε τις θέσεις της ΜΕ 1 για τα ηλεκτρολογικά και τα μηχανολογικά, οι οποίες κρίνονται ορθές αφού όπως προέκυψε από τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν και την αντεξέταση του ΜΥ 1, τα ηλεκτρολογικά δεν είχαν ολοκληρωθεί, παρέμενε σημαντική εργασία να λάβει χώρα. Είχε γνώση και έκανε αναφορές στις αποδείξης πληρωμής τόσο της Εναγόμενης όσο και υπεργολάβων. Επέμεινε στην κύρια θέση της ότι οι ποσότητες έχουν καταμετρηθεί και υπολογιστεί με τις τιμές μονάδος από την προσυμφωνία, Τεκμήριο 2.

Είναι αλήθεια ότι με τα πιστοποιητικά της, Τεκμήριο 5, η Αρχιτέκτονας ΜΕ 1 πιστοποίησε ότι είχε λάβει χώρα μεγαλύτερο ποσοστό εργασιών από αυτό που επιμέτρησε η ΜΕ 2. Όπως όμως θα καταδειχθεί και κατωτέρω, τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά αφορούν κατά προσέγγιση αξία και δεν εκλαμβάνονται σαν έγκριση της επιτελεσθείσας εργασίας. Συνεπώς δεν μπορεί να αποδοθεί αντίφαση στην εν λόγω μαρτυρία, δεδομένου ότι τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά της ΜΕ 1 δεν αποτελούν τελική απόφανση ως προς την εργασία που έγινε, ενώ η ΜΕ 2 έκανε ακριβώς αυτό, ήτοι αποφάνθηκε για το μέχρι που έφτασαν οι εργασίες.

Εκ των ως άνω συνάγεται ότι παρά την απουσία των Παραρτημάτων από την Έκθεση της ΜΕ 2 Τεκμήριο 12, η μαρτυρία της στο Δικαστήριο αλλά και το σώμα της Έκθεσης της, ήταν αποτέλεσμα ορθής καταγραφής και κοστολόγησης των εργασιών της Εναγόμενης μέχρι την ημερομηνία τερματισμού. Συνεπώς γίνεται αποδεκτό ως εύρημα του Δικαστηρίου ότι το συνολικό ποσό εργασιών στις οποίες είχε προβεί η Εναγομένη είναι: €116.172,78, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., αν το σύνολο του κόστους υπολογιστεί στο ποσό των €200.000. Το ποσό του Συμβολαίου είναι παραδεκτό ότι ανέρχεται στις €200.000, δεδομένου και του ανωτέρω ευρήματος ότι στο ποσό του Τεκμηρίου 2, προστέθηκαν εργασίες τοποθέτησης υποδαπέδιας θέρμανσης και αλουμινίων. Επομένως και με δεδομένο ότι η Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγόμενη €153.682,28, έχει καταβάλει επιπλέον ποσό, πέραν των εκτελεσθεισών εργασιών.

 

4.4.       Αξιολόγηση μαρτύρων

Παρά το ότι παραπάνω αξιολογείται η θέση κάθε μάρτυρα για τα επίδικα ζητήματα, έστω συνοπτικά θα προβώ και σε αξιολόγηση κάθε μάρτυρα ξεχωριστά. Οι ΜΕ 2 και ΜΥ 1 έχουν αξιολογηθεί ως μάρτυρες γνώσης παραπάνω.

Η ΜΕ 1, ως η Αρχιτέκτονας του έργου αν και παρουσίασε τη μαρτυρία της εκ μέρους της Ενάγουσας δεν προκύπτει να μερολήπτησε υπέρ της, αλλά επιχείρησε να διασφαλίσει την ολοκλήρωση του έργου. Έθετε τις θέσεις της στην Εναγόμενη, όταν η τελευταία απευθυνόταν σε αυτή, έσπευσε να καταστήσει το Τεκμήριο 2 αναπόσπαστο μέρος του Τεκμηρίου 8 και τελικώς προειδοποίησε για λύση του Συμβολαίου όταν η Εναγόμενη έπαυσε τις εργασίες. Πέραν από τη μικροαντίφαση, σχετικά με το πότε διορίστηκε η ΜΕ 2, δεν καταδείχθηκε να ήταν μάρτυρας που ήρθε στο Δικαστήριο για να παραπλανήσει ή να αποκρύψει την αλήθεια.

Η Ενάγουσα, ΜΕ 3, ήταν ήρεμη και απαντούσε σε ότι ερωτάτο. Αδίκως μέσω των αγορεύσεων της η Εναγόμενη επιχειρεί να της καταδείξει αντιφάσεις, οι οποίες έγκεινται αποκλειστικά σε τεχνικά ζητήματα για τα οποία δεν είναι αρμόδια να απαντήσει. Η ΜΕ 3 ξεκαθάρισε πότε διορίστηκε επιμετρητής και πότε της ανατέθηκαν εργασίες, τους λόγους λύσης του συμβολαίου, αλλά και το πως προσέγγιζε η ίδια τη συμβατική σχέση των μερών, χωρίς να υποπέσει σε καίριες αντιφάσεις. Απάντησε μάλιστα και σε ερωτήσεις που αφορούσαν τα ποσά που χρειάστηκε για την ολοκλήρωση του έργου αφού αποχώρησε από αυτό η Εναγόμενη.

Ο ΜΥ 2 από την άλλη, ως ιδιοκτήτης της Εναγόμενης, υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων και ήγειρε σειρά νεοφυών ισχυρισμών. Πρώτη φορά κατά την κατάθεση του και χωρίς να υποβληθεί σε κανένα μάρτυρα είπε ότι κάλεσε την Ενάγουσα και την Αρχιτέκτονα 4 μέρες πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 8 για να αλλάξουν αναλογικώς το ποσό από €179.861 που προβλεπόταν στο Τεκμήριο 2 σε €200.000. Είπε ότι αργότερα αποφασίστηκε η τοποθέτηση υποδαπέδιας θέρμανσης, ήτοι τον Δεκέμβριο του 2011, σε αντίφαση με το Τεκμήριο 10, το οποίο δεικνύει ότι η Εναγόμενη γνώριζε για την τοποθέτηση αυτή πριν από την υπογραφή του Τεκμηρίου 8. Αναφέρθηκε σε επιπλέον εργασίες που δεν έχουν δικογραφηθεί. Τέλος ανέφερε ότι του απαγορευόταν η είσοδος στο εργοτάξιο, αλλάζοντας τις κλειδαριές ενώ ο ίδιος στο Τεκμήριο 3, μετά δηλαδή τον τερματισμό, ανέφερε ότι θα παραδώσει τα κλειδιά όταν επιλυθεί η διαφορά. Η μαρτυρία του ΜΥ 2 δεν δύναται να γίνει αποδεκτή.

 

5.    Νομική Βάση

Η διχογνωμία των μερών έγκειται και στον τρόπο που ερμηνεύονται οι όροι στις μεταξύ των μερών συμβάσεις. Άπτεται του τρόπου που έλαβε χώρα ο τερματισμός, της εμβέλειας της ισχύος των Τεκμηρίων 2 και 8, αλλά και της ίδιας συμπεριφοράς των μερών στο πλαίσιο αυτών.

Οι αρχές της ερμηνείας των όρων συμβάσεων επιτάσσουν όπως το Δικαστήριο μέσα από το λεκτικό, αναζητά τις προθέσεις των συμβαλλομένων, με κριτήριο πάντοτε να είναι η έννοια την οποία μεταδίδει στο μέσο λογικό άνθρωπο[7]. Οι όροι της σύμβασης δεν θα πρέπει να διαβάζονται απομονωμένοι από το όλο πνεύμα της σύμβασης και την πρόθεση των συμβαλλομένων, αλλά να δίδεται η ερμηνεία η οποία οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο το οποίο εξετάζεται ως ενιαίο σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση[8]. Οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου, είναι ασαφές[9]. Είναι ο γενικός κανόνας πως όταν μια συμφωνία είναι γραπτή, εξωγενής μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή για να προσθέσει, να αφαιρέσει, να τροποποιήσει ή να αντικρούσει τους όρους του εγγράφου. Στον κανόνα αυτό υπάρχουν εξαιρέσεις και εξωγενής μαρτυρία είναι επιτρεπτή σε περίπτωση διευκρίνισης ασάφειας ή αμφιβολίας σε ένα έγγραφο με σκοπό τη διευκρίνιση της πρόθεσης των συμβαλλομένων[10].

Το άρθρο 23.1 του Τεκμηρίου 8 προβλέπει μεταξύ των λόγων τερματισμού και το να μην προχωρούν κανονικά οι εργασίες. Ως προς τη διαδικασία που οφείλει ο Αρχιτέκτονας να ακολουθήσει αναφέρονται στο ίδιο άρθρο τα ακόλουθα:

«ο Αρχιτέκτων θα μπορεί να δώσει προειδοποίηση στον Εργολάβο με συστημένη επιστολή ή πιστοποιημένη παράδοση, υποδεικνύοντας την παράβαση και ζητώντας τον τερματισμό της παράβασης. Εάν η παράβαση αυτή του εργολάβου δεν σταματήσει εντός 14 ημερών από την λήψη της προειδοποίησης, τότε ο Εργοδότης θα μπορεί με επιπλέον προειδοποίηση 10 ημερών από την εκπνοή των 14 ημερών, να τερματίσει την εργοδότηση του Εργολάβου βάσει του Συμβολαίου, η δε λύση του Συμβολαίου θα ισχύει από την ημέρα λήψης από τον Εργολάβο της επιπλέον προειδοποίησης των 10 ημερών. Νοείται ότι τέτοια προειδοποίηση δεν θα δοθεί παράλογα ή εκδικητικά.»

Εν προκειμένω πράγματι έχει καταδειχθεί η παύση εργασιών από την Εναγόμενη για κάποιο διάστημα, με αποτέλεσμα μάλιστα να καθυστερήσει σημαντικά η παράδοση του έργου. Δεν έχει αποδειχθεί ότι ο τερματισμός ήταν παράλογος ή εκδικητικός, αφού δεν καταδείχθηκε το όποιο απώτερο κίνητρο[11] της ΜΕ 1 ή της ΜΕ 3, ενώ ο ισχυρισμός τους για παύση των εργασιών έχει αποδειχθεί.

Η μόνη όμως προειδοποίηση που έδωσε ο Αρχιτέκτονας στην Εναγόμενη ήταν αυτή του Τεκμήριου 1. Το άρθρο 23.1 προνοεί επιπλέον προειδοποίηση 10 ημερών η οποία δεν έχει δοθεί στην Εναγόμενη. Προειδοποίηση η οποία δεν προκύπτει να έλαβε χώρα από την ΜΕ 1 ή την Ενάγουσα, τουναντίον η τελευταία τερμάτισε το Συμβόλαιο την 28/8/2023 με το Τεκμήριο 15, μετά την πρώτη προειδοποίηση της ΜΕ 1 ημερομηνίας 12/7/2023, Τεκμήριο 1. Παραδεκτά άλλωστε ούτοι οι όροι του άρθρου 23.4 εφαρμόστηκαν, για εκτίμηση των Εργασιών που έγιναν μέχρι την ημέρα της λύσης καθώς και τον επί τόπου υλικών στην παρουσία της Εναγόμενης.

Όπως έχει νομολογηθεί σε τέτοιου είδους Οικοδομικά Συμβόλαια, οι όροι τερματισμού πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά[12]. Συνεπώς η διαδικασία τερματισμού που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα ήταν λανθασμένη και συνεπώς ο τερματισμός του Συμβολαίου παράνομος. Πλην όμως η Εναγόμενη δεν αξιώνει ποσά για παράνομο τερματισμό, αλλά για εργασίες που διεξάχθηκαν και δεν πληρώθηκαν. Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης δεν αποδείχθηκε αφού δεν έγινε αποδεκτή η σχετική μαρτυρία που προσέφερε, με αποτέλεσμα να είναι έκθετη σε απόρριψη.

Αναφορικά με την αξίωση της Ενάγουσας αυτή στηρίζεται σε υπερπληρωμές προς την Εναγόμενη, δηλαδή ποσά που κατέβαλε χωρίς να έχουν λάβει χώρα οι ανάλογες εργασίες. Η Ενάγουσα κατέβαλλε ποσά δυνάμει ενδιάμεσων διατακτικών που εξέδιδε η ΜΕ Αρχιτέκτονας. Αυτά, όμως, τα πιστοποιητικά αφορούν κατά προσέγγιση αξία και δεν εκλαμβάνονται σαν έγκριση της επιτελεσθείσας εργασίας[13]. Το Δικαστήριο δύναται να επανεξετάσει τις εκεί αναφερόμενες εργασίες[14], ειδικά αν παρουσιαστεί σχετική μαρτυρία.

Όσον αφορά το πως εξετάζεται αν έγιναν ή όχι υπερπληρωμές (overpayments) έχει νομολογηθεί ότι βάρος απόδειξης του σχετικού ισχυρισμού έχει η πλευρά που τον εγείρει[15]. Όπως διαβάζουμε στην Aspect Contracts (Asbestos) Ltd v Higgins Construction plc [2015] UKSC 38, παρ 24.

«I emphasise that, on whatever basis the right arises, the same restitutionary considerations underlie it. If and to the extent that the basis on which the payment was made falls away as a result of the court's determination, an overpayment is, retrospectively, established. Either by contractual implication or, if not, then by virtue of an independent restitutionary obligation, repayment must to that extent be required. The suggested implication, on which the preliminary issue focuses, goes to repayment of the sum (over)paid»

Υιοθετώντας τον λόγο της ως άνω απόφασης στην Bellway Homes Ltd v Surgo Construction Ltd [2024] EWHC 269 (TCC)αποφασίστηκε ότι

«a court and a (validly appointed) adjudicator may, subject always to any contrary provision in the contract in question, undertake what is a true valuation assessment of sums included in an interim payment, whether specifically in relation to that interim payment or in relation to a subsequent interim payment, and, to the extent that they conclude that the interim payment was overstated and that the employer has overpaid, order or decide repayment of that overpayment, either under the terms of the contract, express or implied, or by way of restitution applying the principle of apportionment or applying the decision in Aspect v Higgins.»

Εκ των ως άνω συνάγεται, ότι ανεξαρτήτως των συμβατικών όρων μεταξύ των μερών, η Ενάγουσα δύναται να διεκδικήσει το επιπλέον, πέραν των εργασιών, ποσό που κατέβαλε, ως αποζημίωση. Ενώπιον μου έχει τεθεί αποδεκτή μαρτυρία που αναλύει τις εργασίες που έλαβαν χώρα. Μαρτυρία από την ΜΕ 2 εγγεγραμμένη επιμετρήτρια, η οποία κρίθηκε ως ανεξάρτητη και αξιόπιστη. Το ποσό των εργασιών που καταγράφηκαν υπολογίστηκε με βάση τις τιμές μονάδας, όπως συμφωνήθηκαν από τα μέρη και τεκμηριώνεται με αναφορά σε φωτογραφίες που δεικνύουν την κατάσταση του έργου όταν το επιθεώρησε η ΜΕ 2. Η ΜΕ 2, εξάλλου μέσω της κατάθεσης της φάνηκε να έχει γνώση του συμβολαίου Τεκμήριο 2, των ποσών που καταβλήθηκαν, αλλά και των σχεδίων και τεχνικών όρων ώστε να υπολογίσει με ακρίβεια τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν. Αποδεχόμενο λοιπόν το Δικαστήριο τη μαρτυρία της ΜΕ 2, ως μαρτυρία που αφορά το σύνολο των εργασιών του έργου, είναι σε θέση να αξιολογήσει εκ νέου τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά και να καταλήξει τελικώς στο στάδιο που είχε φτάσει κάθε εργασία. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδεχόμενο τη μαρτυρία της ΜΕ 2 και στη βάση των ως άνω αρχών οφείλει να επιδικάσει ως αποζημίωση, το επιπλέον ποσό που πληρώθηκε από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη, χωρίς να έχουν λάβει χώρα οι ανάλογες εργασίες, για τις οποίες πληρώθηκε αυτό το ποσό.

 

6.    Κατάληξη

Η Αγωγή της Ενάγουσας επιτυγχάνει. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζεται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης ποσό ύψους €36.452,20, ποσό στο οποίο περιόρισε την Απαίτηση της η Ενάγουσα.

Επιδικάζονται επιπλέον έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

(Υπ.)………………………………

Α. Λουκά Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 



[1] Barry Wyne v. David Costaki Mavronicola [2009] 1 ΑΑΔ 1138

[2] Χριστίνα Ρασποπουλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, 11/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171

[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα [1992] 1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa Mossa (Mussa) Mohammed ν. Ανδρέα Κακουρή και Άλλων [2002] 1 ΑΑΔ 165

[4] Armchair Passenger Transport Limited v Helical Bar Plc and another [2003] EWHC 367 (QB) παρ. 29

[5] Gallagher International Ltd v Tlais Enterprises Ltd and another case [2007] EWHC 464 (Comm) παρ. 85 έως 88

[6] Βλ. άρθρο 2 του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου του 1990 (224/1990)

[7] Χατζησωτηρίου Γιολάντα ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ [2011] 1 ΑΑΔ 1406

[8] Δ. Κυθρεώτης & Συνεργάτες ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Πολιτική Έφεση αρ. 352/2014, 16/3/2023, ECLI:CY:AD:2023:A104 και MARK ASHLEY SAUL κ.α. v. NICOS DEMETRIOU FINANCE AND CONSTRUCTION LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2015, 4/6/2024

[9] Amethyst Distributors Ltd ν. Iεράς Mονής Kύκκου [2011] 1 ΑΑΔ 199

[10] Xριστοδούλου κ.ά. ν. Kώστα [1998] 1 ΑΑΔ 1618

[11] Keating on Construction Contracts, 11th Edition, par. 11-005

[12] Struthers and another v Davies (trading as Alastair Davies Building) and another [2022] EWHC 333 (TCC)

[13] New Orchidea Fashion Ltd v. Εργοληπτικής Εταιρείας Βαρνάβας Χ"Κυπριανού Λτδ (1998) 1 A.A.Δ. 202

[14] Beaufort Developments (NI) Ltd v. Gilbert-Ash NI Ltd and Others [1998] 2 All ER 778

[15] SGL Carbon Fibres Ltd v RBG Ltd [2012] ScotCS CSOH_19 (27 January 2012)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο