Arkady Valeryevich Zyryanov ν. Luptoser Ltd κ.α., Αρ. Αγ. 552/25, 14/9/2026
print
Τίτλος:
Arkady Valeryevich Zyryanov ν. Luptoser Ltd κ.α., Αρ. Αγ. 552/25, 14/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

                                                                                                                       Αρ. Αγ. 552/25

Μεταξύ:

Arkady Valeryevich Zyryanov                                                                                                                                                                                                                                                                                                        Ενάγοντος

          και

1.    Luptoser Ltd

2.    Sun Dance Services Ltd

3.    Bazhanova Tatiana

4.    Δημητράκης Παπαδημητρίου

5.    Sepusere Ltd

6.    Σωκράτης Μπαρσεγιαννίδης

 

                                                                      Εναγομένων

 

Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Μ. Παναγίδης, για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ με κ. Κ. Αγαθοκλέους για Κωνσταντίνο Αγαθοκλέους ΔΕΠΕ

Για τον Εναγόμενους 3 και 5/Καθ’ ων η αίτηση: κ. Λύτρας, για Michael Kyprianou & Co LLC

---------------------------------------

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(Αίτηση ημερ. 4.4.25 για προσωρινά διατάγματα)

Ι. Εισαγωγή

Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε αρχικά εναντίον όλων των Εναγομένων όμως κατά την 11.9.25, ο Αιτητής απέσυρε τόσο την Απαίτηση όσο και την Αίτηση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4 ανεπιφύλαχτα και χωρίς έξοδα. Επιπλέον, ο Αιτητής κατά την εν λόγω δικάσιμο δήλωσε ότι δεν θα εγείρει οποιαδήποτε νέα απαίτηση ή αξίωση εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 4 αναφορικά με οποιοδήποτε ζήτημα σχετίζεται με την Εναγόμενη 1 και την Εναγόμενη 3 στην Απαίτηση και με οποιοδήποτε ζήτημα αφορά:

(α)       το διαμέρισμα, το οποίο βρίσκεται στην Λεμεσό και ανήκει στην Εναγόμενη 1,

(β)       τον τραπεζικό λογαριασμό, τον οποίο έχει αποκαλύψει ο Εναγόμενος 4 στην ΕΔ Αποκάλυψης, ημερομηνίας 10.09.2025 (βλ. Τεκμήριο 21),

(γ)       την παροχή υπηρεσιών από τους Εναγόμενους 2 και 4 σε σχέση με και προς την Εναγόμενη 1, και

(δ)       κάθε άλλο ζήτημα εγείρεται ή θα μπορούσε να εγερθεί (γνωστό σήμερα στον Ενάγοντα ή που ενδεχομένως να προκύψει ως γνώση στο μέλλον) μέσω της Απαίτησης και της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση, ημερομηνίας 04.04.2025.
Νοείται ότι ο Ενάγων δύναται να χρησιμοποιήσει την Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων, ημερομηνίας 10.09.2025 και/ή τα συνημμένα αυτής, όχι εναντίον των Εναγόμενων 2 και/ή 4.

Επίσης δηλώθηκε ως επιφύλαξη ότι νοείται ότι ο Ενάγων δεν εμποδίζεται να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή και/η αξίωση και/η απαίτηση  εναντίον των Εναγόμενων 1 και/ή 2 και/ή 4 για τα πιο πάνω ζητήματα σε περίπτωση  παράβασης των δεσμεύσεων και/ή υποσχέσεων στις οποίες προβαίνουν δια της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων, ημερομηνίας 10.09.2025.  Επιπρόσθετα, ότι ο Ενάγων δεν εμποδίζεται να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή και/ή αξίωση και/η απαίτηση εναντίον των Εναγόμενων 1 με σκοπό την εγγραφή και/η μεταβίβασή και/η τη μη αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόμενων 1 εάν αυτό καταστεί αναγκαίο  και/ή μετά από ενημέρωση που λάβει ως οι πρόνοιες της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων, ημερομηνίας 10.09.2025.

Στις 26.1.26 η αίτηση καθώς και η απαίτηση αποσύρθηκαν και σε σχέση με την Εναγόμενη 6 με ανάλογες δηλώσεις/επιφυλάξεις.

Μετά τα πιο πάνω η πλευρά του Αιτητή δήλωσε, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του, ότι προωθεί προς εκδίκαση εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 3 τα αιτητικά Α και ΣΤ της αίτησης και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 5 τα αιτητικά Α, Δ, Ε, Θ και Ι (στο βαθμό που αφορούν βεβαίως τους ως άνω Εναγόμενους/ Καθ΄ ων η αίτηση) και τα οποία παρατίθενται αυτούσια, για σκοπούς εύκολης αναφοράς:

 

«Α. Προσωρινό Απαγορευτικό Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου (Mareva-Freezing) που να απαγορεύει στους Καθ’ ων η Αίτηση 1-6  και/ή στους αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους και/ή υπηρέτες και/ή πληρεξούσιους αυτών από του:

 

  1. να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή μεταφέρουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δεσμεύσουν και/ή προσφέρουν ή παράσχουν ως εξασφάλιση (security) και/ή διαθέσουν και/ή ενεχυριάσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή άλλως πως αποξενώσουν, άμεσα ή έμμεσα, τις μετοχές της Καθ’ ης η Αίτηση 1 και/ή να τροποποιήσουν ή να αλλάξουν με οποιοδήποτε τρόπο το μετοχικό κεφάλαιο και/ή το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Καθ’ ης η Αίτηση 1 μέχρι τελείας αποπεράτωσης της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.

 

  1. Το παρόν διάταγμα υπόκειται στους περιορισμούς που απαριθμούνται στο Παράρτημα A του διατάγματος.

 

  1. Το παρόν διάταγμα ερμηνεύεται σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις που απαριθμούνται στο Παράρτημα B του διατάγματος.

… 

Δ. Προσωρινό Απαγορευτικό Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου (Mareva-Freezing) που να απαγορεύει στους Καθ’ ων η Αίτηση 5 κα 6 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους και/ή υπηρέτες και/ή πληρεξούσιους αυτών από του:

 

  1. να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή μεταφέρουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δεσμεύσουν και/ή προσφέρουν ή παράσχουν ως εξασφάλιση (security) και/ή διαθέσουν και/ή ενεχυριάσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή άλλως πως αποξενώσουν, άμεσα ή έμμεσα, της μετοχές της Καθ’ ης η Αίτηση 5 και/ή να τροποποιήσουν ή να αλλάξουν με οποιοδήποτε τρόπο το μετοχικό κεφάλαιο και/ή το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Καθ’ ης η Αίτηση 5 μέχρι τελείας αποπεράτωσης της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.

 

  1. Το παρόν διάταγμα υπόκειται στους περιορισμούς που απαριθμούνται στο Παράρτημα A του διατάγματος.

 

  1. Το παρόν διάταγμα ερμηνεύεται σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις που απαριθμούνται στο Παράρτημα Β του διατάγματος.

 

Ε. Προσωρινό Απαγορευτικό Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου (Worldwide Mareva Injunction) το οποίο να απαγορεύει στους Καθ’ ων η Αίτηση 5 και 6 και/ή στους αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους και/ή υπηρέτες και/ή πληρεξούσιους αυτών από του:

 

i.              να πωλήσουν και/ή να μεταβιβάσουν και/ή μεταφέρουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δεσμεύσουν και/ή να υποθηκεύσουν και/ή να προσφέρουν ή να παράσχουν ως εξασφάλιση (security) και/ή να διαθέσουν και/ή να ενεχυριάσουν και/ή να εκχωρήσουν και/ή άλλως πως να αποξενώσουν, άμεσα ή έμμεσα οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της Καθ’ ης η Αίτηση 5 μέχρι τελείας αποπεράτωσης της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.

 

ii.             Το παρόν διάταγμα υπόκειται στους περιορισμούς που απαριθμούνται στο Παράρτημα A του διατάγματος.

 

iii.            Το παρόν διάταγμα ερμηνεύεται σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις που απαριθμούνται στο Παράρτημα Β του διατάγματος.

 

 

ΣΤ . Προσωρινό Προστακτικό  Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διαταζει τους Εναγόμενους 2,3, 4 και 6 όπως ανακαλέσουν και/η ακυρώσουν οιοδήποτε πληρεξούσιο και/η άλλο έγγραφο το οποίο εκδόθηκε προς οιοδήποτε πρόσωπο σε σχέση με τις Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 6 μέχρι τελείας αποπεράτωσης της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.

…

Θ.  Ενδιάμεσο ή/και Υποβοηθητικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ’ ων η Αίτηση 5 και 6 όπως αποκαλύψουν, μέσω της σύνταξης ένορκης δήλωσης, η οποία θα καταχωρηθεί στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και θα επιδοθεί στους δικηγόρους του Αιτητή, μέσω της οποίας θα παρέχουν τις πληροφορίες που υποχρεούνται να αποκαλύψουν σύμφωνα με το παρόν Διάταγμα και στην οποία να επισυνάπτονται όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις αποκαλυφθείσες πληροφορίες, όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση 5 στη Κύπρο και/ή σε οποιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία προς υποβοήθηση του Διατάγματος Παγιοποίησης και/ή αποκάλυψη κινητής ή/και ακίνητης περιουσίας που κατέχει επ΄ ονόματι της η Καθ’ ης η Αίτηση 5, είτε αυτά είναι εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι της είτε όχι και είτε κατέχονται εξ΄ ολοκλήρου ή από κοινού με άλλους ("solely or jointly owned"), αποκαλύπτοντας την αξία, την τοποθεσία και τις λεπτομέρειες αυτών των περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου της ταυτότητας οποιουδήποτε προσώπου ή οργανισμού που τα κατέχει και τα κρατεί εκ μέρους και προς όφελος τους.

 

Ι. Ενδιάμεσο ή/και Υποβοηθητικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 5 και 6 όπως αποκαλύψουν, μέσω της σύνταξης ένορκης δήλωσης, η οποία θα καταχωρηθεί στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και θα επιδοθεί στους δικηγόρους του Αιτητή, μέσω της οποίας θα παρέχουν τις πληροφορίες που υποχρεούνται να αποκαλύψουν σύμφωνα με το παρόν Διάταγμα και στην οποία να επισυνάπτονται όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις αποκαλυφθείσες πληροφορίες, όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Καθ ‘ης η Αίτηση 5 που βρίσκονται είτε εξ΄ ολοκλήρου επ΄ ονόματι της ή από κοινού με άλλους ("solely or in joint names") και/ή επί των οποίων ο Καθ’ ου η Αίτηση 6 έχει δικαίωμα να υπογράφει ("is a signatory") και/ή κατέχονται από αντιπρόσωπο εκ μέρους και προς όφελος των Καθ’ ων η Αίτηση 5 και 6 και/ή επί των οποίων αυτοί με άλλο τρόπο έχουν εξουσία να ελέγχουν μεταφορές από και προς τους λογαριασμούς, αποκαλύπτοντας όλες τις λεπτομέρειες συμπεριλαμβανομένων των αριθμών των λογαριασμών, τα ονόματα των κατόχων των λογαριασμών ("account holders"), το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο βρίσκονται οι λογαριασμοί και το υπόλοιπο των λογαριασμών κατά την ημερομηνία επίδοσης.

 

Λ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.

Μ.  Νόμιμο Τόκο.

Ν.  Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης»

 

H Αίτηση

Η αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται μεταξύ άλλων στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στο Μέρος 23.1-23.16, Μέρος 25 Ενότητα Ι (25.1-25.5), Ενότητα ΙΙ (25.6-25.8), Ενότητα ΙΙΙ (25.9-25.16), Μέρος 32.14,32.15,38.1 και 38.5, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4,5,7,8 και 9, στα άρθρα 21, 22, 29, 30, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στις νομικές αρχές που θεσπίστηκαν με την απόφαση Mareva Compania Naviera SA v. International Bulk Carriers SA (1975), στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας (equity), στο Κοινοδίκαιο,  στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου.

Η αίτηση συνοδεύεται από την Ε/Δ της M.T., στην οποία η ομνύουσα αναφέρει ότι η παρούσα συνδέεται με τους ιδιοκτήτες και/ή με πρόσωπα που είναι άμεσα συνδεδεμένα με τη Ρωσική τράπεζα International Bank of Saint Petersburg (στο εξής η «IBSP») η οποία βρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης, ότι κατά την 31.10.18, η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας ακύρωσε την τραπεζική άδεια υπ’ αριθμόν 045-13951-000001 της IBSP, μεταξύ άλλων διότι η IBSP απέτυχε να συμμορφωθεί με την ομοσπονδιακή νομοθεσία στον τομέα των τραπεζών και με τους κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας.  Περαιτέρω αναφέρει ότι σύμφωνα με επίσημες πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής γνωστοποίησης τραπεζικών πληροφοριών, ήτοι μητρώο μετόχων της IBSP (βλ. Τεκμήριο 7) από την ημέρα ανάκλησης της άδειας τα πρόσωπα που είχαν έλεγχο ή σημαντική επιρροή στην IBSP ήταν:

(α) ο κ. Sergey Victorovich Bazhanov (ο «Bazhanov») κατέχοντας το 92,2808% των συνολικών ονομαστικών μετοχών.

(β) Η ανώνυμη εταιρεία Triumph Joint-Stock Company κατέχοντας το 6,9479% του συνόλου των ονομαστικών μετοχών και

(γ) H Hervet Investments Ltd (η «Hervet») με ποσοστό 0,7713% επί του συνόλου των ονομαστικών μετοχών.

Ο Bazhanov ως υποστηρίζει δεν ήταν μόνο πραγματικός δικαιούχος (UBO) της IBSP, αλλά διετέλεσε και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της IBSP ασκώντας καθήκοντα μέχρι και την ημέρα ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της IBSP (βλ. Τεκμήριο 8 ΕΔ Τοφαλή) και αποτελεί σύζυγο της Εναγόμενης / Καθ’ ης η Αίτηση 3.

Υποστηρίζει ακόμα  ότι ο Bazhanov απέσπασε, δολίως, χρηματικά κεφάλαια της IBSP χρησιμοποιώντας την κυπριακή εταιρεία  Hervet, ως όχημα, η οποία βρίσκεται υπό εκκαθάριση μετά από απόφαση κυπριακού Eπαρχιακού Δικαστηρίου (βλ. Τεκμήριο 4).

Περαιτέρω είναι η θέση της ότι στις 6.04.22 στα πλαίσια της υπόθεσης Α56-36577/2021, το Διαιτητικό Δικαστήριο εισήγαγε την αναδιάρθρωση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση 3 το οποίο εκδίκασε, μεταξύ άλλων, το χρέος της Καθ’ ης η Αίτηση 3 προς την IBSP ύψους 44,508,402.17 ρούβλια που αφορούσε το ποσό ορισμένων συναλλαγών που έγιναν νωρίτερα μεταξύ της Καθ’ ης η Αίτηση 3 και της IBSP ως συνδεδεμένων προσώπων και στη συνέχεια κηρύχθηκαν άκυρες από άλλο δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης Α56-140063/2018, συμπεριλαμβανομένου του τόκου που αναλογικά επιβλήθηκε από το Δικαστήριο.

Είναι επίσης η θέση της ότι στις 13.10.21 στα πλαίσια της υπόθεσης Α56-36484/2021 το Διαιτητικό Δικαστήριο κήρυξε την έναρξη του προκαταρκτικού σταδίου πτώχευσης του Bazhanov, ήτοι την αναδιάρθρωση των περιουσιακών του στοιχείων, αναγνωρίζοντας, μεταξύ άλλων το χρέος του Bazhanov έναντι της IBSP ύψους 11.220.134,26 ρουβλιών (βλ. Τεκμήριο 34). Αργότερα, ήτοι στις 09.06.22, το Διαιτητικό Δικαστήριο κήρυξε επισήμως τον Bazhanov ως πτωχεύσαντα και διέταξε την έναρξη διαδικασίας διαχείρισης των περιουσιακών του στοιχείων (βλ. Τεκμήριο 35).

Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι στις 16.10.20 και στις 21.07.20 στα πλαίσια της υπόθεσης Α56-140063/2018 εξεδόθησαν αποφάσεις από το Διαιτητικό Δικαστήριο με τις οποίες αριθμός συναλλαγών που διενεργήθηκαν από την σύζυγο του Bazhanov ήτοι Καθ’ ης η Αίτηση 3 στην παρούσα κηρύχθηκαν άκυρες αναγνωρίζοντας στην IBSP δικαίωμα είσπραξης επί των εν λόγω ποσών (βλ. Τεκμήρια 36 και 37).

Περιπλέον υποστηρίζει ότι στις 22.04.22, στα πλαίσια της υπόθεσης Α56-36577/2021, το διαιτητικό Δικαστήριο εκδίκασε το χρέος της Καθ’ ης η Αίτηση 3 προς την IBSP ύψους 3,182.834 ρουβλιών που αφορούσε την οφειλή που είχε προηγουμένως επιδικάσει από την Καθ’ ης η Αίτηση 3  προς όφελος της IBSP από άλλο δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης Α56-140063/2018 (βλ. Τεκμήριο 38).

Περαιτέρω υποστηρίζει ότι στις 30.04.23 στα πλαίσια της υπόθεσης Α56-36577/2021 το Διαιτητικό Δικαστήριο εκδίκασε το χρέος της Καθ’ ης η Αίτηση 3 προς την LLC “Monolit” ύψους 40,020.000 ρουβλιών που αφορούσε το ποσό των συναλλαγών που είχαν γίνει προηγουμένως μεταξύ της Καθ’ ης η Αίτηση 3  και της LLC “Monolit” ως συνδεδεμένων προσώπων και στη συνέχεια κηρύχθηκαν άκυρα από άλλο δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης Α56-9619/2021 (βλ. Τεκμήριο 39).

Είναι ακόμα η θέση της ότι στις 13.09.23 στα πλαίσια της υπόθεσης Α56-36577/2021 (όπως τροποποιήθηκε από το 13ο Διαιτητικό Εφετείο στις 17.01.24) το Διαιτητικό Δικαστήριο εκδίκασε την οφειλή της  Καθ’ ης η Αίτηση 3 προς την IBSP που ανερχόταν σε 20,227,791 ρούβλια που αφορούσε μπόνους από την IBSP για λανθασμένα δεδουλευμένα προς την Καθ’ ης η Αίτηση 3,  όπως καθορίσθηκε από άλλο δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης Α56-140063/2018, καθώς και τόκο που αναλογικά επιβλήθηκε από το Δικαστήριο ύψους 1,134,103.91 ρούβλια (βλ. Τεκμήρια 40 και 41).

Το ποσό των παραπάνω αξιώσεων είναι ως η ομνύουσα αναφέρει περίπου 109 εκατομμύρια ρούβλια (περίπου 1,1 εκατ. ευρώ), όπως επιβεβαιώθηκε από τη δήλωση του Παραλήπτη της Καθ’ ης η Αίτηση 3 στις 12 Μαρτίου 2024 (βλ. Τεκμήριο 42 ΕΔ Τοφαλή). Επιπλέον, όπως φαίνεται από την αναφερόμενη δήλωση του Παραλήπτη, η διαδικασία πτώχευσης κατά της Καθ’ ης η Αίτηση 3 βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη και το Διαιτητικό Δικαστήριο εξετάζει άλλες απαιτήσεις πιστωτών της Καθ’ ης η Αίτηση 3, που σημαίνει ότι το πιο πάνω ποσό της εκδικαζόμενης οφειλής είναι πιθανό να αυξηθεί περαιτέρω.  Τονίζει δε ότι κατά την εκδίκαση της οφειλής του ποσού των 44,508,402.17 ρουβλιών, το Διαιτητικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη του προηγούμενη απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.10.20 στα πλαίσια της υπόθεσης Α56-140063/2018 η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 3 είναι η σύζυγος του Bazhanov ο οποίος είναι ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της IBSP στον οποίο ανήκει το 92.28% των ψήφων που εμπίπτουν στις μετοχές με δικαίωμα ψήφου στην τράπεζα, κάτι που επιβεβαιώνεται από τον επίσημο ιστότοπο της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και αφορά τα συνδεδεμένα πρόσωπα με την IBSP.

Περαιτέρω υποστηρίζει με αναφορά στην απόφαση ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 3 ήταν η αντιπρόεδρος και διοικητική διευθυντής της IBSP (βλ. Τεκμήριο 5 στην Ε/Δ Ζερταλή που επισυνάπτεται στην Ε/Δ της ομνύουσας ως Τεκμήριο 52). Επομένως, αναφέρει ότι θεωρήθηκε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 3 είναι ενδιαφερόμενο μέρος όσον αφορά την τράπεζα. Ως εκ τούτου, οι επίδικες συναλλαγές ως προς τη χρέωση των λογαριασμών της Καθ’ ης η Αίτηση 3 συνολικού ποσού 36285000 RUR που πραγματοποιήθηκαν εντός ενός μηνός πριν από το διορισμό της προσωρινής διοίκησης, αυτές έγιναν πέρα από τις συνήθεις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Επίσης το δικαστήριο σημειώνει ότι εφόσον τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να γνωρίζουν την πραγματική χρηματοοικονομική θέση της τράπεζας, θα έπρεπε κατά τη στιγμή της συναλλαγής να είχαν γνώση της προτίμησης που λάμβαναν.

Ακόμη υποστηρίζει ότι στην απόφαση αναφέρεται ότι οι ανεξάρτητοι πιστωτές της τράπεζας δεν διέθεταν τον ίδιο όγκο πληροφοριών σχετικά με τις χρηματοοικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες της τράπεζας με τις πληροφορίες που διέθετε η Καθ’ ης η Αίτηση 3 ως ενδιαφερόμενο μέρος σε σχέση με την τράπεζα. Αυτό ως υποστηρίζει εξάγεται από το ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 3, ως σύζυγός του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας και έχοντας την ιδιότητα του αντιπροέδρου, διοικητικής διευθύντριας της τράπεζας είχε προτίμηση στην ικανοποίηση των απαιτήσεων της σε σύγκριση με τους μη συνδεδεμένους πιστωτές αυτής της τράπεζας.  Κατόπιν των ανωτέρω το Δικαστήριο αναγνώρισε τις αμφισβητούμενες συναλλαγές ως άκυρες και αποφάσισε την ανάκτηση των χρηματικών ποσών από την Καθ’ ης η Αίτηση 3  στην πτωχευτική περιουσία της IBSP. 

Περαιτέρω αναφέρει ότι με την απόφαση ημερομηνίας 16.08.22 ο Αιτητής διορίσθηκε ως επίσημος παραλήπτης της περιουσίας της Καθ’ ης η Αίτηση 3.

Ως υποστηρίζει σύμφωνα με γνωμάτευση των MGAP (βλ. Τεκμήριο 43 ), σύμφωνα με το ρωσικό δίκαιο θα έπρεπε η Καθ’ ης η Αίτηση 3 να αποκαλύψει στον Αιτητή όλα τα περιουσιακά της στοιχεία που κατείχε σε όλες τις δικαιοδοσίες για σκοπούς εξόφλησης των πιστωτών της. Με την ίδια γνωμάτευση επιβεβαιώνεται ότι αποκλειστικό έλεγχο επί των περιουσιακών στοιχείων πτωχεύσαντος προσώπου, όπως η Καθ’ ης η Αίτηση 3 έχει ο διαχειριστής της περιουσίας του, ήτοι εν προκειμένω ο Αιτητής. Η Καθ’ ης η Αίτηση 3 ως υποστηρίζει δεν αποκάλυψε στον Αιτητή ότι κατέχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στην Κυπριακή Δημοκρατία ούτε ότι είναι μέτοχος σε οποιαδήποτε κυπριακή εταιρεία.      

Περαιτέρω, ο διαχειριστής της IBSP διεκδίκησε επικουρική ευθύνη (subsidiary liability) τόσο από τον κ. Bazhanov όσο και από την -εδώ- Καθ’ ης η Αίτηση 3 καθώς επίσης και από ορισμένα άλλα πρόσωπα ελέγχου της IBSP, για την πρόκληση της κατάρρευσης της IBSP για το συνολικό ποσό των 12,2 δισεκατομμυρίων ρουβλιών (περίπου 122 εκατομμύρια ευρώ). Στις 18.06.23 στα πλαίσια της υπόθεσης Α56-140063/2018 το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο κ. Bazhanov και η -εδώ- Καθ’ ης η Αίτηση 3, όντως, ήταν από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνοι για την πρόκληση της κατάρρευσης της IBSP και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο επέβαλε επικουρική ευθύνη εναντίον του κ. Bazhanov και της -εδώ- Καθ’ ης η Αίτηση 3, αλλά το δικαστήριο δεν διευκρίνισε το ύψος αυτής της ευθύνης, αφού αποφάσισε ότι το ποσό θα πρέπει να αποκρυσταλλωθεί τη στιγμή που θα ολοκληρωθεί η διαδικασία διακανονισμού με τους πιστωτές της IBSP, αφήνοντας να νοηθεί στην πραγματικότητα ότι οποιεσδήποτε μη διευθετημένες αξιώσεις των πιστωτών θα καλυφθούν από τον κ. Bazhanov και την Καθ’ ης η Αίτηση 3 υπό την ιδιότητά τους ως επικουρικά υπεύθυνων για την κατάρρευση της IBSP.

Αναφέρει ακόμα ότι ο Αιτητής έχει εύλογες αμφιβολίες να μην πιστεύει ότι όλες οι απαιτήσεις εναντίον της IBSP θα διευθετηθούν πλήρως, που ουσιαστικά σημαίνει ότι το υφιστάμενο ποσό οφειλής που εκδικάστηκε εναντίον της εδώ Καθ’ ης η Αίτηση 3 μπορεί να αυξηθεί έως και 122 εκατομμύρια Ευρώ (βλ. Τεκμήρια 44 και 45 ΕΔ). Συγκεκριμένα, στο Τεκμήριο 45, οι DIA εξηγούν ότι ακόμα και αν καταφέρουν να λάβουν όλα τα πιθανά εισπρακτέα\απαιτήσεις στην πτωχευτική διαδικασία της IBSP ως αποτέλεσμα της πτωχευτικής διαδικασίας της IBSP, το μέγεθος των χρεών της IBSP θα εξακολουθεί να μην επαρκεί για τη διευθέτηση των απαιτήσεων των πιστωτών, πράγμα που αναπόφευκτα σημαίνει ότι το ελάχιστο ποσό της επικουρικής ευθύνης της Καθ’ ης η Αίτηση 3 θα είναι τουλάχιστον 12 δισεκατομμύρια ρούβλια (περίπου 120 εκατομμύρια Ευρώ), κάτι που σαφώς συνάδει με τις παραπάνω ανησυχίες του Παραλήπτη της Καθ’ ης η Αίτηση 3, ήτοι του Αιτητή.

Ακόμα υποστηρίζει ότι στα πλαίσια της αγωγής 728/24 που καταχωρήθηκε από τον Αιτητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και ύστερα από την επίτευξη συμβιβασμού στις 06.12.24 καταχωρήθηκε εκ μέρους των LUPTOSER, Μάριου Χαρίδη, IDAZKARI SECRETARIAL LTD και  Μιχάλη Σοφοκλέους ένορκη δήλωση αποκάλυψης (βλ. Τεκμήριο 52 ΕΔ  Μ.Τ.) (η «ΕΔ Ζερταλή») από την οποία, σύμφωνα με την ομνύουσα Μ.Τ., εξάγονται τα εξής, μεταξύ άλλων, με τα προς εκδίκαση Αιτητικά:

Η Καθ’ ης η Αίτηση 3 κατείχε διευθυντική θέση (manager) στην IBSP για την περίοδο 1999-2018 με βάση το βιογραφικό σημείωμα που η ίδια παρέδωσε (βλ. Τεκμήριο 5 ΕΔ Ζερταλή).  Περαιτέρω ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 5 (Sepusere) αποτελεί εταιρεία συνδεδεμένη με την Bazhanova, κάτι το οποίο φαίνεται, εξ όσων πληροφορείται η ομνύουσα από τους MGAP, οι οποίοι είναι γνώστες της ρωσικής γλώσσας από ρωσική αλληλογραφία μεταξύ της IDAZKARI SECRETARIAL LTD και της Καθ’ ης η Αίτηση 3 ημερ. 09.12.2020, η οποία επισυνάφθηκε στην ΕΔ Ζερταλή (βλ. Τεκμήριο 14 ΕΔ Ζερταλή).

Πέραν τούτου, υποστηρίζει ότι στις οικονομικές καταστάσεις της Καθ’ ης η Αίτηση 5, για τα έτη 2021 και 2022 (βλ. Τεκμήριο 55) στη σελίδα 13 υπό τον τίτλο “Investments in Subsidiaries” γίνεται αναφορά στο Balchung Flagship Fund SP με principal activities: finance, με ποσό €2.281.256 το 2021 και ποσό €1.174.079 το 2022, δηλαδή φαίνεται η Καθ’ ης η Αίτηση 3 να έχει ενορχηστρώσει πλάνο χρησιμοποιώντας διάφορες νομικές οντότητες και ταμεία για να καταστήσει τα περιουσιακά της στοιχεία μη ανιχνεύσιμα.

Υποστηρίζεται ακόμα ότι είναι πρόδηλο ότι πρόσωπα της οικογένειας Bazhanov και/ή πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτούς να ενέγραψαν εταιρεία στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω εμπιστευματοδόχων, στη συνέχεια η εταιρεία να έλαβε τραπεζικό δάνειο με σκοπό να επενδύσουν σε ακίνητη ιδιοκτησία και/ή να αποκτήσουν ακίνητη ιδιοκτησία στην Κυπριακή Δημοκρατία αποκρύπτοντας αυτό το γεγονός από τους διορισμένους παραλήπτες τους κάτι το οποίο με βάση το ρωσικό δίκαιο και την γνωμάτευση της MGAP μπορεί να αποτελεί όχι μόνο αστικό αλλά και ποινικό αδίκημα (βλ. Τεκμήριο 43 ΕΔ Τοφαλή).

Περαιτέρω υποστηρίζεται ότι είναι αναγκαία η έγκριση της Αίτησης αφού από την  ΕΔ Ζερταλή,  επιβεβαιώνεται ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 3 τροχιοδρόμησε και συνεχίζει να προσπαθεί δολίως να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία, τα οποία κατέχονται έμμεσα από αυτή, και τα οποία αποτελούν μέρος της περιουσίας της που τελεί υπό την αποκλειστική διαχείριση του Αιτητή και η οποία πρέπει με βάση τη ρωσική νομοθεσία, όπως συμβουλεύουν τον Αιτητή οι MGAP, να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση των πιστωτών της Εναγόμενης / Καθ’ ης η Αίτηση 3.

Είναι η θέση της ομνύουσας ότι η άρνηση της Καθ’ ης η Αίτηση 3 να συμμορφωθεί με την ρωσική πτωχευτική νομοθεσία, ενεργώντας δολίως προς τον σκοπό αποξένωσης περιουσιακών της στοιχείων, αποσκοπεί σε αδικαιολόγητο και παράνομο πλουτισμό. Η Καθ’ ης η Αίτηση 3 στοχεύει είτε να κρατήσει τα περιουσιακά στοιχεία για τον εαυτό της, περιλαμβανομένης της Καθ’ ης η Αίτηση 5, είτε να πουλήσει τα περιουσιακά στοιχεία και να ιδιοποιηθεί τα έσοδα από την πώληση.

Η Καθ’ ης η Αίτηση 5 εναντίον της οποίας εκκρεμεί επίσης η Αίτηση και η οποία ανήκει και ελέγχεται από την Καθ’ ης η Αίτηση 3 εμπλέκεται στην παρούσα διαδικασία και πιο συγκεκριμένα στην προσπάθεια της Καθ’ ης η Αίτηση 3 να αποκρύψει τα περιουσιακά της στοιχεία από τον Αιτητή.

Η Ένσταση

Οι Καθ’ ων η αίτηση 3 και 5 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης:

«1.     Ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 3 και 5 υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην Απαίτηση. Ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32(1) του Νόμου 14/60. Ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό:

 

(α)       Ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η αίτηση 5 ανήκουν στην και/ή αποτελούν περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η αίτηση 3 και/ή ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής οι αρχές της υπόθεσης Chabra.

 

(β)       Δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 5.

 

(γ)        Ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι η Καθ’ ης η αίτηση 5 ανήκει και/ή ότι ελέγχεται από την Καθ’ ης η αίτηση 3 και/ή εν πάση περιπτώσει ο Αιτητής απέτυχε να προσδιορίσει και/ή να διασαφηνίσει τη σχέση της Καθ’ ης η αίτηση 5 με την Καθ’ ης η αίτηση 3.

 

(δ)        Άνευ βλάβης των ανωτέρω, ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις και/ή ότι δικαιολογείται η άρση του εταιρικού πέπλου αναφορικά με την Καθ’ ης η αίτηση 5.

 

(ε)        Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο τα αιτούμενα διατάγματα παγοποίησης εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 5 θα διασφάλιζαν την Απαίτηση εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 3.

 

(στ)      Δεν δικογραφούνται και/ή δεν καταδεικνύονται στον απαιτούμενο βαθμό οι λεπτομέρειες της κατ’ ισχυρισμό συνωμοσίας και/ή του δόλου και/ή της απάτης που υποτίθεται ότι διέπραξαν οι Καθ’ ων η αίτηση 3 και 5.

 

2      Ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι ενυπάρχει ο κίνδυνος να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό:

 

(α)       Ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει επαρκώς την ύπαρξη κινδύνου αποξένωσης των μετοχών της Καθ’ ης η αίτηση 5 και/ή των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η αίτηση 5.

 

(β)       Εν πάση περιπτώσει, τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η αίτηση 3 υπερκαλύπτουν την οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της. Ως εκ τούτου δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32(1) του Νόμου 14/60.

 

3.     Το αιτούμενο προστακτικό διάταγμα υπό το αιτητικό «ΣΤ» της Αίτησης είναι γενικό και/ή αόριστο και/ή ασαφές και/ή ευρύ και ως τέτοιο δεν δύναται να εκδοθεί και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του προστακτικού διατάγματος εφόσον δεν είναι επαρκώς συγκεκριμένο αναφορικά με το τι διατάσσεται να πράξουν οι Καθ’ ων η αίτηση.

 

4.     Δεν δύνανται να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων ως οι παράγραφοι «Δ» και «Ε» της Αίτησης, καθότι δεν ορίζεται ανώτατο όριο του ποσού που πρόκειται να δεσμευτεί σε περίπτωση έκδοσης τους και/ή δεν δύναται να εκδοθεί διάταγμα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων για απεριόριστο ποσό.

 

5.     Εν όψει του ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων παγοποίησης, δεν δικαιολογείται η έκδοση επικουρικά των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης ως οι παράγραφοι «Θ» και «Ι» της Αίτησης.

 

6.     Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και/ή το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. »

 

Η ένσταση συνοδεύεται από την Ε/Δ της Μ.Κ. η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη για να προβεί στην Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση.

Είναι η θέση της ομνύουσας ότι στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση γίνονται αναφορές σε σειρά εταιρειών με τις οποίες οι Καθ’ ων η αίτηση 3 και 5 δεν έχουν καμία σχέση ενώ αναφορικά με τις αποφάσεις των ρωσικών Δικαστηρίων που αναφέρονται στις παραγράφους 84 – 89 της Ε/Δ Τοφαλή, υποστηρίζει ότι οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις βασίστηκαν, όπως αναφέρει η ίδια η Μ.Τ., στις αποφάσεις των Ρωσικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ. Α56-140063/2018. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε την πτώχευση της τράπεζας International Bank of Saint Petersburg (‘IBSP’). Είναι η θέση της ότι οι δικαστικές αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 84 – 89 της ένορκης δήλωσης Τοφαλή έχουν εκδοθεί επί λανθασμένης βάσης για τους λόγους που εξηγεί και είναι το αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Καθ’ ης η αίτηση 3 και του συζύγου της και της παραβίασης των αρχών της δίκαιης δίκης και της φυσικής δικαιοσύνης.

Κατ’ επέκταση ισχυρίζεται ότι και ο ισχυρισμός για τις αξιώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 85 της Ε/Δ Τοφαλή ύψους 109 εκατομμυρίων ρουβλιών (περίπου 1,1 εκατομμύριο Ευρώ) και τα ποσά των αποφάσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 84 – 89 της Ε/Δ Τοφαλή σε σχέση με την Καθ’ ης η αίτηση 3 είναι τουλάχιστον επισφαλή.

Εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση της ότι ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι το ποσό των περίπου 109 εκατομμυρίων ρουβλιών (περίπου 1.1 εκατομμύρια Ευρώ) που υποτίθεται ότι αποτελεί το σύνολο των αξιώσεων των πιστωτών της Καθ’ ης η αίτηση 3 είναι ορθό, όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής στην παράγραφο 85 της Ε/Δ Τοφαλή και στο Τεκμήριο 42 αυτής, η περιουσία της Καθ’ ης η αίτηση 3 υπερβαίνει κατά πολύ αυτό το ποσό. Επισυνάπτει δε ως τεκμήριο αναφορά της Pokazanova ημερομηνίας 5.11.25 όπου αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων της διαχείρισης (bankruptcy estate) της Καθ’ ης η αίτηση 3 που ανήκουν από κοινού στην Καθ’ ης η αίτηση 3 και στον σύζυγο της Sergey Bazhanov ανέρχονται περίπου στα 3.6 δισεκατομμύρια Ρούβλια, ξεπερνώντας το ποσό των εν λόγω αξιώσεων κατά 30 φορές περίπου.

Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ότι δεν είναι αντιληπτό πως ακριβώς δημιουργείται η ανάγκη για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σημειώνει δε, ότι τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 92 για το δήθεν ενδεχόμενο οι απαιτήσεις εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 3 να αυξηθούν σε περίπου 12 δισεκατομμύρια ρούβλια (περίπου 120 εκατομμύρια Ευρώ) ότι αυτά αποτελούν αβάσιμα θεωρητικά σενάρια χωρίς καμία απολύτως τεκμηρίωση και τονίζει πως σύμφωνα με την Ε/Δ για τον Αιτητή το Ρωσικό δικαστήριο δεν διευκρίνισε το ύψος της επικουρικής ευθύνης που δυνατό να βαραίνει την Καθ’ ης η αίτηση 3 ή τον Sergey Bazhanov αναφορικά με την κατάρρευση της IBSP.

Κατά συνέπεια, είναι η θέση της ότι τα ποσά που αναφέρει η Μ.Τ. στην εν λόγω παράγραφο είναι αβάσιμα και ατεκμηρίωτα και δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 3 στα πλαίσια της παρούσας Απαίτησης. Άλλωστε, αυτό που ο ίδιος ο Αιτητής αξιώνει στην παράγραφο (Δ) της Απαίτησης είναι αναγνωριστική απόφαση ότι το χρηματικό ποσό των Ρουβλιών 110,140,272.98 (και όχι οποιοδήποτε άλλο μεγαλύτερο ποσό) αποτελεί οφειλή προς τον ίδιο υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης της Καθ’ ης η αίτηση 3.

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς στις παραγράφους 93 – 102, αναφέρει ότι πέραν του ότι απορρίπτονται, αυτοί αφορούν την Εναγόμενη 1 LUPTOSER LTD εναντίον της οποίας τόσο η Αίτηση όσο και η Απαίτηση έχουν αποσυρθεί. Κατ’ επέκταση, υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν πλέον επίδικα ζητήματα ούτε και αφορούν ή σχετίζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.

Στη βάση των πιο πάνω υποστηρίζει ότι ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32(1) του Νόμου 14/60 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ενώ ως προς τα διατάγματα που αφορούν (1) την παγοποίηση των μετοχών και των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η αίτηση 5 και (2) προστακτικό διάταγμα εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 3, υποστηρίζει ότι κατ’ αρχάς ότι  μεγαλύτερο μέρος της Ε/Δ Μ.Τ. αποτελείται από γενικόλογους ισχυρισμούς, εντελώς άσχετους με τα επίδικα θέματα, οι οποίοι ουδόλως αφορούν τις Καθ’ ων η αίτηση 3 και 5 και οι οποίοι προβάλλονται μόνο για σκοπούς δημιουργίας εντυπώσεων. Επομένως, από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν καταδεικνύεται στον απαιτούμενο βαθμό ότι πράγματι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας στην Απαίτηση.

Περαιτέρω τονίζει ότι στην Ε/Δ της Μ.Τ. σχεδόν καμία αναφορά δεν γίνεται στην Καθ’ ης η αίτηση 5. Σε κάθε περίπτωση, ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει πως ακριβώς συνδέεται η Καθ’ ης η αίτηση 5 με την Καθ’ ης η αίτηση 3 αλλά αρκέστηκε σε ασαφείς και αόριστες αναφορές (βλ. παράγραφος 99 (xiii) και 110 της ένορκης δήλωσης ). Υποστηρίζει ακόμα ότι για να ικανοποιηθεί η παράγραφος (Β) της Απαίτησης για μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η αίτηση 5 στον Αιτητή, ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει καταρχάς ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για άρση του εταιρικού πέπλου (lift of corporate veil) της Καθ’ ης η αίτηση 5 ενώ στην Ε/Δ της Μ.Τ. ουδόλως καταδεικνύεται ποια ακριβώς είναι η σχέση της Καθ’ ης η αίτηση 5 με την Καθ’ ης η αίτηση 3, ούτε και οι λόγοι που θα δικαιολογούσαν την άρση του εταιρικού πέπλου της Καθ’ ης η αίτηση 5.

Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι από την ένορκη δήλωση Τοφαλή και το Έντυπο Απαίτησης δεν καταδεικνύεται η ύπαρξη οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος (cause of action) εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 5, πέραν από την γενικόλογη αναφορά σε μια καθόλα απροσδιόριστη σχέση με την Καθ’ ης η αίτηση 3.   Κατά συνέπεια για να δικαιολογείτο η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 5, όπως τα παγοποιητικά διατάγματα που αιτείται ο Αιτητής, ο τελευταίος θα έπρεπε να καταδείξει ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές της υπόθεσης Chabra για διεκδίκηση προσωρινού διατάγματος εναντίον προσώπου για το οποίο δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής όχι μόνο δεν έχει καταδείξει ότι πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, αλλά ούτε καν έχει κάνει οποιαδήποτε αναφορά στις αρχές της υπόθεσης Chabra.

Επιπλέον υποστηρίζει ότι δεν έχει καταδειχθεί από τον Αιτητή ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας αναφορικά με την παράγραφο (Δ) της Απαίτησης εφόσον, σύμφωνα με την ίδια τα περιουσιακά στοιχεία της διαχείρισης της Καθ’ ης η αίτηση 3 ξεπερνούν την εν λόγω απαίτηση κατά περίπου 30 φορές.  Εν πάση περιπτώσει υποστηρίζει ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει πως ακριβώς πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων παγοποίησης εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 5 για εξασφάλιση του ποσού που απαιτεί στην παράγραφο (Δ) της Απαίτησης, εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η αίτηση 3 υπερκαλύπτουν κατά πολύ το ποσό αυτό.

Επιπλέον, υποστηρίζει ότι δεν έχει καταδειχθεί στον ελάχιστο απαιτούμενο βαθμό ποια ακριβώς ήταν η απάτη ή η συνωμοσία ή οι ψευδείς παραστάσεις ή ο δόλος προς τους πιστωτές της Καθ’ ης η αίτηση 3. Σύμφωνα με τη νομολογία, αυτές οι βάσεις αγωγής απαιτούν λεπτομερή ειδική δικογράφηση η οποία απουσιάζει πλήρως από την Ε.Δ που συνοδεύει την αίτηση.  Ούτε όμως κατεδείχθη ανεπανόρθωτη ζημιά και προς τούτο αναφέρει ότι στις περιπτώσεις των διαταγμάτων παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, η ύπαρξη κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης είναι συνυφασμένη με τον κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων του καθ’ ου η αίτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπου ο Αιτητής επιζητεί διατάγματα παγοποίησης των μετοχών και των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η αίτηση 5, ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η αίτηση 5. Συγκεκριμένα, η μοναδική αναφορά στην Καθ’ ης η αίτηση 5 γίνεται στην παράγραφο 110 της Ε/Δ Τοφαλή, στην οποία όμως δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά σε κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της εν λόγω εταιρείας. Γίνεται μόνο παραπομπή στις οικονομικές της καταστάσεις, χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι από αυτές προκύπτει τέτοιος κίνδυνος αποξένωσης.

Στη δε παράγραφο 110 υποστηρίζει ότι προβάλλονται μόνο ορισμένοι σκόρπιοι, αόριστοι και γενικόλογοι ισχυρισμοί που ουδόλως προσδιορίζουν (α) ποια είναι ακριβώς η σχέση της Καθ’ ης η αίτηση 3 με την Καθ’ ης η αίτηση 5, (β) ποιο είναι το «πλάνο» της Καθ’ ης η αίτηση 3 και πως ακριβώς εμπλέκεται η Καθ’ ης η αίτηση 5 σε αυτό και (γ) ακόμα κι αν υπάρχει οποιαδήποτε εμπλοκή της Καθ’ ης η αίτηση 5 σε οποιοδήποτε δόλιο σχέδιο της Καθ’ ης η αίτηση 3, πώς τεκμηριώνεται αυτή η εμπλοκή από τις οικονομικές καταστάσεις της Καθ’ ης η αίτηση 5 ή από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό υλικό.

Σε κάθε περίπτωση, είναι η θέση της ότι οι αναφορές στην παράγραφο 110 και γενικότερα στην ένορκη δήλωση της Μ.Τ., σε καμία περίπτωση δεν επαρκούν για να καταδειχθεί κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η αίτηση 5 εναντίον των οποίων στρέφονται τα αιτούμενα διατάγματα παγοποίησης.

Είναι ακόμα η θέση της ότι ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 (1) του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960 (Ν. 14/1960) πληρούται στην παρούσα υπόθεση, αφού απέτυχε να καταδείξει ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Αναφορικά δε με τις παραγράφους 105 – 107 της ένορκης δήλωσης Τοφαλή, είναι η θέση της ότιν δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη οποιουδήποτε κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον Αιτητή αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού είναι γενικές και αόριστες χωρίς να καταδεικνύουν με στοιχειώδη σαφήνεια ποιες είναι οι ενέργειες της Καθ’ ης η αίτηση 3 που να φανερώνουν την ύπαρξη κινδύνου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων.

Υποστηρίζει ακόμη εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι καταδεικνύεται τέτοιος κίνδυνος στις εν λόγω αναφορές, ο κίνδυνος αυτός αφορά την Καθ’ ης η αίτηση 3 εναντίον της οποίας δεν επιζητείται οποιοδήποτε διάταγμα παγοποίησης αφού κατά την ομνύουσα τα αιτούμενα διατάγματα παγοποίησης στρέφονται εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 5, της οποίας η σχέση με την Καθ’ ης η αίτηση 3, ουδόλως έχει προσδιοριστεί ή διασαφηνιστεί στην Ε/Δ Τοφαλή.

Ακόμη κι αν κριθεί ότι οι αναφορές αυτές είναι σχετικές με τα διατάγματα παγοποίησης που επιζητούνται εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 5, υποστηρίζει ότι ουδόλως έχει καταδειχθεί ότι πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής Chabra για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

Επιπλέον, ακόμη και σε περίπτωση που κριθεί ότι έχει καταδειχθεί κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η αίτηση 5 και ότι ο κίνδυνος αυτός σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με την εξασφάλιση της Απαίτησης εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 3, επαναλαμβάνει ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η αίτηση 3 ξεπερνούν κατά πολύ σε αξία το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο (Δ) της Απαίτησης.

Πέραν των ως άνω που κατά την ομνύουσα καταδεικνύουν ότι δεν πληρούται ούτε η τρίτη προϋπόθεση, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παγοποίησης δεν δικαιολογείται και για ένα επιπρόσθετο λόγο. Συγκεκριμένα, τα αιτούμενα διατάγματα παγοποίησης δεν καθορίζουν το ανώτατο όριο ποσού σε σχέση με το οποίο αυτά θα ισχύουν όπως απαιτεί η νομολογία. Δεν δικαιολογείται η έκδοση παγοποιητικού διατάγματος για απεριόριστο ποσό.

Ενόψει του ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παγοποίησης, είναι η θέση της ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση και των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων ως οι παράγραφοι «Θ» και «Ι» της Αίτησης. Τέτοια διατάγματα είναι επικουρικής φύσης και εκδίδονται μόνο για να διασφαλιστεί η τήρηση των προνοιών των παγοποιητικών διαταγμάτων. Σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία, όπου δεν δικαιολογείται η έκδοση ενός διατάγματος παγοποίησης, εκλείπει και η ανάγκη έκδοσης επικουρικού διατάγματος αποκάλυψης.

Περαιτέρω, το αιτούμενο διάταγμα στην παράγραφο «ΣΤ» της Αίτησης δεν δικαιολογείται και για έναν επιπρόσθετο λόγο, ήτοι διότι το αιτούμενο αυτό προστακτικό διάταγμα είναι τόσο ευρύ και γενικό σε βαθμό που δεν πληροί τις προϋποθέσεις ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος ενώ σύμφωνα με τη νομολογία, ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να είναι επαρκώς συγκεκριμένο και να προσδιορίζει με σαφήνεια το τι διατάσσεται να πράξει ή να μην πράξει ο καθ’ ου η αίτηση, δεδομένων των σοβαρών επιπτώσεων που δυνατό να έχει ο Kαθ’ ου η αίτηση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Στην περίπτωση αυτή, το αιτούμενο στην παράγραφο «ΣΤ» διάταγμα δεν προσδιορίζει με σαφήνεια σε ποια πληρεξούσια αναφέρεται, προς ποιους εκδόθηκαν και με ποιο σκοπό, πότε εκδόθηκαν και ποια είναι τα «άλλα έγγραφα» στα οποία γίνεται αναφορά. Ειδικότερα ο όρος «άλλα έγγραφα» είναι τόσο ευρύς και γενικός που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να προσδιοριστεί σε τι αναφέρεται. Επομένως, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια τι είναι αυτό που θα διαταχθεί να πράξει η Καθ’ ης η αίτηση 3 εάν εκδοθεί το εν λόγω αιτούμενο διάταγμα.

Στη βάση των όσων  αναφέρει, υποστηρίζει ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Και τούτο αφού εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η Καθ’ ης η αίτηση 5 θα αποστερηθεί των οικονομικών της πόρων και η διεκπεραίωση των εργασιών της θα καταστεί δυσχερής, χωρίς μάλιστα να έχει καταστεί στοιχειωδώς σαφές η θέση και η ευθύνη της σε σχέση με τα όσα – αβάσιμα και ατεκμηρίωτα – καταλογίζονται στην Καθ’ ης η αίτηση 3 από τον Αιτητή.

Αντίθετα, δεν έχει καταδειχθεί ποια ζημιά κινδυνεύει να υποστεί ο Αιτητής σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, στο βαθμό που αφορά το έργο του ως παραλήπτης της Καθ’ ης η αίτηση 3. Ιδιαίτερα μάλιστα αν ληφθεί υπόψη ότι, ως η θέση της, το ύψος των απαιτήσεων των πιστωτών της Καθ’ ης η αίτηση 3, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι αυτό είναι ορθό, υπερκαλύπτεται από το ύψος της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η αίτηση 3.

Νομική Πτυχή

Προτού λεχθεί οτιδήποτε άλλο οφείλω να σημειώσω ότι εκ των διαταγμάτων που συνεχίζει να προωθεί ο Αιτητής είναι και το Αιτητικό Α, σε σχέση με τις Καθ’ ων η αίτηση 3 και 5.   Παρά ταύτα είναι γεγονός πως το εν λόγω διάταγμα αφορά και επηρεάζει την Καθ’ ης η αίτηση 1 σε σχέση με την οποία ο Αιτητής επέλεξε να αποσύρει τόσο την Αίτηση όσο και την Απαίτηση και συνεπώς θεωρώ ότι υπό αυτές τις περιστάσεις το Δικαστήριο δεν θα ήταν ορθό ούτε δίκαιο να προχωρήσει και να εξετάσει την αίτηση με αναφορά στο εν λόγω Αιτητικό Α, τη στιγμή κατά την οποία η αίτηση σε σχέση με την ίδια την εναγόμενη 1 τούτο απεσύρθη.

Αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτητικά και στρεφόμενη στις  αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 στο οποίο επίσης βασίζεται η αίτηση, αυτές έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates (1982) 1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd (2002) 1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού (2002) 1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου (2003) 1 Α.Α.Δ. 741  Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολιτική Έφεση 145/2011, ημερομηνίας 13/06/2013). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο. Τούτο προκύπτει από την  υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση (1990) 1 Α.Α.Δ. 704, όπου υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher (1988) 1 C.L.R. 234, στη σελ. 237 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:-

"We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances."

Οι τρείς απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι:

(α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση

(β) να υπάρχει πιθανότητα οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και

(γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα.

 Αναλύοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd, (1998) 1 ΑΑΔ 1513 στη σελίδα 1516[1]).  Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας.   Όπως δε εμφαντικά αναφέρεται υπόθεση Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1 ΑΑΔ 802 από το Δ. Νικολάου: 

«Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou (1978) 1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά»

 (βλ. επίσης και Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 788, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd (1998) 1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002)

Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, αυτή ως έχει νομολογηθεί φέρνει στο προσκήνιο το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης (βλ. Oδυσσέως (πιο πάνω)  στη σελίδα 570). Ως ξεκάθαρα σημειώνεται στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Αλκιβιάδη Θεωρή (1989) 1(A) Α.Α.Δ. 255 στη σελίδα 258, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη.   Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Ανδρούλας Παπαπέτρου (2003) 1Β 741, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, υπό περιστάσεις όπου στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι αιτητές θα υποστούν ανυπολόγιστες ζημιές.  Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη».

Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 152 και Θεωρή (ανωτέρω)).

 

Το δε πρόσωπο που αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές. (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd (2000) 1 (B) A.A.Δ. 1377). Όπως βέβαια έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60,  χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 CLR 263). Με άλλα λόγια αμφισβητούμενα γεγονότα και δύσκολα νομικά σημεία αφήνονται να αποφασισθούν με την ουσία της αγωγής. Απαιτείται κρίση μόνο σε ότι αφορά την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32. (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita (2002) 1(Γ) A.A.Δ 2015 και Ντάγκλας ν. Ντάγκλας (2004) 1(A) Α.Α.Δ 629.)

Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω), αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, θα προβεί στο ενδιάμεσο αυτό  στάδιο σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών, αλλά απλώς θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. (βλ.  Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού (2004) 1 ΑΑΔ 209). 

 

Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση πρέπει να λεχθεί πως αυτή πως, ό,τι απαιτείται στο στάδιο αυτό είναι η κατάδειξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.   Με άλλα λόγια στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη νομικής βάσης αγωγής, εφόσον κάτι τέτοιο αποκαλύπτεται από το δικόγραφο.  Είναι βέβαια γεγονός το οποίο ήδη επισημάνθηκε πως η αξίωση του Ενάγοντα έχει αποσυρθεί εν σχέσει τους εναγόμενους 1, 2, 4 και 6 όμως παρέμεινε να εκκρεμεί σε σχέση με τους εναγόμενους 3 και 5 σε σχέση με τους οποίους μεταξύ άλλων αξιώνεται το Διάταγμα της παρ. Β της Απαίτησης με το οποίο αξιώνεται αναγνωριστική απόφαση και/ή διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι τα οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία κατέχονται από την Καθ’ ης η αίτηση 5 προς όφελος και ή για λογαριασμό της Εναγόμενης 3 πρέπει να μεταβιβαστούν στον Ενάγοντα υπό την ιδιότητα του ως Επίσημος Παραλήπτης της Εναγόμενης 3. Περαιτέρω με το αιτητικό  Γ της Απαίτησης ζητείται Αναγνωριστική απόφαση  με την οποία να αναγνωρίζεται και να δηλώνεται ότι οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ανήκει άμεσα ή έμμεσα στην Εναγόμενη 3 αποτελεί μέρος της πτωχευτικής περιουσίας και πρέπει να μεταβιβαστεί στον Ενάγοντα υπό την ιδιότητα του ως Επίσημος Παραλήπτης της Εναγόμενης 3. Περαιτέρω αιτείται και αναγνωριστική απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η Εναγόμενη 5 δεν δικαιούται να εμποδίζει οποιαδήποτε μεταφορά οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που κατέχει προς όφελος και/ή για λογαριασμό της Εναγόμενης 3  ή και διάταγμα ότι οποιοδήποτε ποσό ή περιουσιακό στοιχείο.  Περαιτέρω αιτείται και διάταγμα με το οποίο να διατάζεται η εναγόμενη 3 προσωπικά ή και δια μέσω της εναγόμενης 5 ή άλλων προσώπων που ενεργούν κατ’ εντολή της να καταβάλει στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό ή περιουσιακό στοιχείο παρανόμως μεταφέρθηκε ή αποξενώθηκε προς την εναγόμενη 5 ή άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

Περαιτέρω ζητείται αναγνωριστική απόφαση ότι οποιοδήποτε ποσό κατέβαλε η Καθ΄ης η αίτηση 3 στην Καθ’ ης η αίτηση 5 πληρώθηκε/μεταφέρθηκε ή αποξενώθηκε παρανόμως και με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών της Καθ’ ης η αίτηση 3 και της πτωχευτικής διαδικασίας.   Περιπλέον αιτείται και αναγνωριστική απόφαση με την οποία να κηρύσσονται άκυρες οι οποιεςδήποτε μεταφορές από την Καθ’ ης η αίτηση 3 προς την Καθ΄ης η αίτηση 5 καθ’ ότι έγιναν δυνάμει δόλου απάτης και/ή καταδολίευσης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συνωμοσίας.

Περαιτέρω ζητούνται και διατάγματα αποκάλυψης εναντίον της εναγόμενης 5 εν σχέσει με πράξεις ή λογαριασμούς ή πληροφορίες ή δοσοληψίες που αφορούν την εναγόμενη 3 ως πραγματική δικαιούχο.

Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται.

Έρχομαι τώρα στη δεύτερη προϋπόθεση η οποία υπό το φως των όσων πιο πάνω έχουν λεχθεί θα εξεταστεί με αναφορά στις βάσεις αξίωσης στις οποίες στηρίζεται η απαίτηση.   Η εν λόγω προϋπόθεση λοιπόν ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αυτή η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζει στην ουσία τη νομική θεμελίωση που απορρέει από το καταχωρημένο δικόγραφο με την πραγματική διαθέσιμη μαρτυρία όπως αυτή καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις για να θεμελιώσει την αγωγή. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την πιθανότητα επιτυχίας, η οποία ως έχει αναφερθεί περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, σημειώνω ότι προβαίνω στην κατάληξη μου με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, χωρίς να το αξιολογώ και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης, αλλά με σκοπό να διαπιστώσω την παρουσία ή απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση.  

Η θέση του Αιτητή δεν είναι ότι διεκδικεί τα προσωρινά διατάγματα στη βάση των αρχών που καθιερώθηκαν με την υπόθεση Chabra ούτε και τις επικαλείται ή αναλύει σε οποιοδήποτε σημείο. Θέση του είναι ότι η Καθ’ ης η αίτηση 3 δολίως προέβη σε αποξενώσεις περιουσίας ή και διοχέτευσε περιουσία της, μεταξύ άλλων και προς την Καθ’ ης η αίτηση 5, ενώ με δεδομένη τη πτωχευτική διαδικασία που εκκρεμεί εναντίον της, με τον Αιτητή να έχει διοριστεί επίσημος παραλήπτης της περιουσίας της, δεν δικαιούτο να το πράξει. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι στο όλο σχέδιο της Καθ’ ης η αίτηση 3 να εξαπατήσει τον  Παραλήπτη της πτωχευτικής διαδικασίας εμπλέκεται και η Καθ’ ης η αίτηση 5.   Ό,τι άλλο είναι αξιοσημείωτο είναι ότι δεν προωθείται η θέση ότι η Καθ’ ης η αίτηση 3 έχει περιουσία στο όνομα της στην Κύπρο αλλά μόνο ότι έχει περιουσία της οποίας είναι τελικός δικαιούχος και η οποία κατέχεται από άλλα πρόσωπα μεταξύ αυτών και την Καθ΄ ης η αίτηση 5, αφού σε σχέση με τους λοιπούς εναγόμενους η αξίωση έχει αποσυρθεί ενώ λεπτομέρειες για τυχόν άλλα πρόσωπα δεν δίδονται.   Όμως η μαρτυρία που προσφέρθηκε προς αυτή την κατεύθυνση, σε σχέση δηλαδή με το ότι Καθ’ ης η αίτηση 5 είναι κάτοχος περιουσίας που ανήκει στην πραγματικότητα στην Καθ’ ης η αίτηση 3 αλλά και εν γένει για την εμπλοκή της Καθ’ ης η αίτηση 5 σε δόλιες ενέργειες της Καθ’ ης η αίτηση 3 που έχουν σχέση με αποξένωση περιουσίας της τελευταίας, δεν ήταν σαφής και συγκεκριμένη αλλά πολύ γενικόλογη και αόριστη.  Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση 5 αποτελεί εταιρεία συνδεδεμένη με την Καθ’ ης η αίτηση 3 στη βάση αλληλογραφίας που αποκαλύφθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 728/24, χωρίς προς τούτο να δίδονται οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες ή και να εξηγείται η ακριβής διασύνδεση.  Το δε Τεκμήριο 14 στην Ε/Δ Ζερταλή (που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 52 στην Ε/Δ Τοφαλή) δεν ρίχνει φως στο ζήτημα.  Περιπλέον γίνεται αναφορά στο ότι στις οικονομικές καταστάσεις της Καθ’ ης η αίτηση 5 για το έτος 2022 (βλ. Τεκμήριο 54 στην Ε/Δ Τοφαλή) φαίνεται να υπάρχουν καταθέσεις στην First Investment Bank η οποία ως επισημαίνει είναι η ίδια τράπεζα που χρησιμοποιήθηκε για την Luptoser ύψους περίπου €4.000.000 οι οποίες αποτελούν μέρος της περιουσίας της Καθ’ ης η αίτηση 3 που πρέπει να τεθεί υπό τον έλεγχο του Αιτητή.  Πέραν τούτου παραπέμπει σε στοιχεία από τις οικονομικές καταστάσεις της Καθ’ ης η αίτηση 5 για τα έτη 2021 και 2022 (βλ. Τεκμήριο 55) στη σελ. 13 υπό τον τίτλο Balchung Flagship Fund SP με principal activities finance, με ποσό €2.281.256 το 2021 και 1.1174.079 το 2022, από τα οποία στοιχεία, ως υποστηρίζει φαίνεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση 3 έχει ενορχηστρώσει πλάνο χρησιμοποιώντας διάφορες οντότητες και ταμεία για να καταστήσει τα περιουσιακά της στοιχεία μη ανιχνεύσιμα.   Έχοντας όμως εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας στο βαθμό που είναι επιτρεπτό στο στάδιο αυτό και ειδικότερα τα τεκμήρια στα οποία γίνονται παραπομπές συμπεριλαμβανομένων του Τεκμηρίου 54 στην Ε/Δ Τοφαλή αλλά και του Τεκμηρίου 14 στην Ε/Δ Ζερταλή (που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 52 στην Ε/Δ Τοφαλή), φαίνεται εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον πως στο στάδιο αυτό και με βάση τα δεδομένα που επικαλείται ο Αιτητής μέσω της ομνύουσας την Ε/Δ που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, ότι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι πολύ γενικοί και αόριστοι και ως τέτοιοι αδύνατον να θεωρηθούν ότι στοιχειοθετούν τη δεύτερη προϋποθεση έστω στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό.

Επομένως καταλήγω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση εν σχέσει με την Καθ’ ης η αίτηση 5, έστω στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό.   Με δεδομένο δε ότι η απαίτηση έχει αποσυρθεί σε σχέση με τους λοιπούς εναγόμενους και δεν προωθείται η θέση ότι η ίδια η Καθ’ ης η αίτηση 3 έχει στο όνομα της οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο, αλλά η θέση που προωθείται είναι ότι η ίδια ενεπλάκη σε δόλιες ενέργειες έτσι ώστε άλλα πρόσωπα μεταξύ αυτών και η Καθ’ ης η αίτηση 5 να κατέχουν περιουσία προς όφελος της και έτσι να αποφύγει το να περιέλθει στην κατοχή του Παραλήπτη, καταλήγω πως ούτε σε σχέση με την Καθ’ ης η αίτηση 3 στοιχειοθετείται η δεύτερη προϋπόθση ούτε δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος υπό τις περιστάσεις εναντίον της.  Σημειώνεται δε πως διάταγμα αποκάλυψης ζητείται επικουρικά μόνον εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 5 ενώ το διάταγμα της παραγράφου 1 της αίτησης έχει επεξηγηθεί ανωτέρω γιατί δεν δύναται να εκδοθεί στο πλαίσιο αυτό.

Εν ολίγοις δηλαδή παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής έχει προσαγάγει ικανοποιητική μαρτυρία για τους σκοπούς πάντοτε της παρούσας, ότι είναι ο Παραλήπτης της περιουσίας της Καθ’ ης η αίτηση 3 και ότι η ίδια με βάση τις αποφάσεις που εκδόθηκαν δεν εδικαιούτο να αποξενώσει περιουσία της, εντούτοις δεν έχει καταδειχθεί έστω στον βαθμό που απαιτείται στο πλαίσιο αυτό ότι η Καθ’ ης η αίτηση 5 (σε σχέση με την οποία παρέμεινε να εκκρεμεί η παρούσα) κατέχει περιουσία της οποίας η Καθ’ ης η αίτηση 3 να είναι τελικός δικαιούχος ούτε καταδείχθηκε επαρκώς η ισχυριζόμενη σχέση της με την Καθ’ ης η αίτηση 5 και η εμπλοκή της τελευταίας στις ισχυριζόμενες δόλιες ενέργειες που τις αποδίδονται έστω στον βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό.   Η μαρτυρία που προσφέρθηκε, ήταν ως ήδη επεξηγήθηκε πάρα πολύ γενική και αόριστη και αφορούσε συμπεράσματα που δεν προκύπτουν με την απαιτούμενη καθαρότητα από τα επικαλούμενα τεκμήρια, κατά τρόπο που δεν δύναται να θεωρηθεί ότι ικανοποιείται τη δεύτερη προϋπόθεση.

Τα πιο πάνω κρίνουν και τη έκβαση της αίτησης σε σχέση με τους εναπείνοντες Καθ’ ων η αίτηση 3 και 5 χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω.  

Κατάληξη

Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται.   Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή και υπέρ των Εναγομένων/ Καθ΄ων η αίτηση 3 και 5 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

                                                                                                            ….…………………………

                                                                                                               Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ

                                                                                                           

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[1] Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516:

«Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφαση του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο