MORDEN FINANCE LIMITED ν. GALANTOR FINANCE LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 26Φ/2025, 14/10/2026
print
Τίτλος:
MORDEN FINANCE LIMITED ν. GALANTOR FINANCE LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 26Φ/2025, 14/10/2026

Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας

Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.

Αρ. Αίτησης: 26Φ/2025

Μεταξύ:

MORDEN FINANCE LIMITED

Αιτήτρια

και

1.    GALANTOR FINANCE LIMITED

2.    NIVERSON HOLDINGS LIMITED

3.    OLEKIT INVESTMENTS LIMITED

4.    LARIENA INVESTMENTS LTD

5.    PJSC NATIONAL BANK TRUST

6.    MEDITERRANEAN DIRECTORS LIMITED

7.    MEDITERRANEAN SECRETARIES LIMITED

8.    AUREVO LIMITED

Καθ’ ων η αίτηση

                                                                                                                                               

Ημερομηνία:  14 Οκτωβρίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτήτρια: κ. Γεωργιάδης με κ. Χαραλάμπους και κ. Κάσινο για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε.

Για Καθ’ ων η αίτηση 2, 3, 4, 5 και 8:κ. Τσιρίδης με κα Κίτσιου για ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

Για Κρις Ιακωβίδη υπό την ιδιότητα του ως Προσωρινός Παραλήπτης της Galantor Finance Limited: κ. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

                                                                                   

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 1.12.2025

 

Μετά από αίτηση της μονομερώς, η Αιτήτρια στις 4.12.25 εξασφάλισε προσωρινό Διάταγμα με το οποίο διορίστηκε ο κ. Κρις Ιακωβίδης ως προσωρινός παραλήπτης της Galantor, επί των αγώγιμων δικαιωμάτων αυτής, συμπεριλαμβανομένων του δικαιώματος καταχώρησης και/ή προώθησης υπεράσπισης και/ή απαίτησης και/ή ανταπαίτησης στην διαιτητική διαδικασία που καταχώρησε η Καθ’ ης η Αίτηση 8 (η «Καθ’ ης η Αίτηση 8» ή η «Aurevo») κατά της Galantor, ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (LCIA) (η «Διαιτησία»), και ενδιάμεσο διάταγμα τύπου Mareva παγκόσμιας εμβέλειας, (το «Διάταγμα»).

 

Η αίτηση βασίστηκε στα άρθρα του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις 5, 35, 36-51, στα άρθρα 1 εώς 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου Ν.101/1987, στο Άρθρο 26 και στο εδάφιο 8 του Δευτέρου Παραρτήματος του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στα Άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, Μέρος 23, 23(4), 23(6), 23(9), 25, 25(1)(στ), στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στο κοινοδίκαιο, στο δίκαιο της επιείκειας, στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου  και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Την αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Dmitry Yusof, δικηγόρου στη Ρωσική Ομοσπονδία ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από την  Αιτήτρια, η οποία κατέχει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της κυπριακής εταιρείας Galantor Finance Limited («Galantor» ή «Εταιρεία»). Σκοπός της υπό κρίση μονομερούς αιτήσεως είναι, ως αναφέρει, η υποβοήθηση της Διαιτητικής Διαδικασίας που έχει εκκινήσει στο Λονδίνο, με το διορισμό Ενδιάμεσου Παραλήπτη (Interim Receiver) στην Galantor — με προτεινόμενο τον εγκεκριμένο λογιστή και σύμβουλο αφερεγγυότητας κ. Κρις Ιακωβίδη — προκειμένου να αναλάβει την εκπροσώπηση και τον διορισμό δικηγόρων για λογαριασμό της Εταιρείας στη διαιτητική διαδικασία που έχει εκκινήσει εναντίον της στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (LCIA) η εταιρεία Aurevo Limited («Aurevo»). Όπως υποστηρίζεται, η ανάγκη για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι εξαιρετικά κατεπείγουσα, καθότι η Galantor βρίσκεται σε πλήρες διοικητικό αδιέξοδο και στερείται λειτουργικού Διοικητικού Συμβουλίου. Ο εμφανιζόμενος Διευθυντής της (Mediterranean Directors Ltd) έχει παραιτηθεί και τελεί, μαζί με συνδεδεμένες οντότητες, υπό καθεστώς κυρώσεων από το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται κανένα όργανο ικανό να διορίσει νομική εκπροσώπηση.

 

Χωρίς τον διορισμό Ενδιάμεσου Παραλήπτη, υφίσταται άμεσος και βέβαιος κίνδυνος να εκδοθεί διαιτητική απόφαση ερήμην της Εταιρείας, την οποία ακολούθως η αντίδικη πλευρά θα χρησιμοποιήσει για την εκκαθάριση της Galantor, προκαλώντας ανεπανόρθωτη βλάβη στην Αιτήτρια. Εξηγώντας το πραγματικό υπόβαθρο, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι το υπόλοιπο 50% των μετοχών της Galantor ανήκει στην εταιρεία Niverson Holdings Limited, η οποία ελέγχεται πλήρως από τη ρωσική τράπεζα PJSC National Bank Trust («NBT»). Η NBT είναι ταυτόχρονα και ο μοναδικός τελικός δικαιούχος της Απαιτήτριας στη Διαιτησία, Aurevo. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η NBT, εκμεταλλευόμενη τη διοικητική παράλυση της Galantor την οποία η ίδια προκάλεσε, εκκίνησε καταχρηστικά τη Διαιτησία στο LCIA στη βάση φερόμενης δανειακής σύμβασης του 2013, με απώτερο σκοπό να πετύχει την εκκαθάριση της Galantor. Με τον τρόπο αυτό, η NBT επιδιώκει να ματαιώσει την είσπραξη οποιωνδήποτε αποζημιώσεων τυχόν επιδικαστούν υπέρ της Morden στο πλαίσιο της εκκρεμούσας Αγωγής 2478/2021 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (διπλή παράγωγη αγωγή), η οποία αφορά την παράνομη και χωρίς συγκατάθεση αποξένωση των μετοχών της ρωσικής κατασκευαστικής εταιρείας Inteco. Επιπλέον, τονίζεται ότι με τον διορισμό του Ενδιάμεσου Παραλήπτη, η Galantor θα μπορέσει να προβάλει ουσιαστικές υπερασπίσεις στο LCIA εναντίον της Aurevo και της NBT, όπως ο μη προηγηθείς τερματισμός της δανειακής σύμβασης, η μη δέουσα απεικόνιση της στις οικονομικές καταστάσεις, καθώς και η εξόφληση της. Επίσης, θα υφίσταται η δυνατότητα της Εταιρείας να καταχωρίσει ανταπαίτηση κατά της Aurevo και της NBT. Η ανταπαίτηση αυτή εδράζεται σε αξιώσεις αποζημιώσεων για παράνομη κατοχή και χρήση τραπεζικών καταστάσεων της Εταιρείας (παραβίαση τραπεζικού και εμπορικού απορρήτου), καθώς και για την οικονομική βλάβη που υπέστη η Galantor από την παράνομη εκταμίευση και διοχέτευση κεφαλαίων προς όφελος οντοτήτων της NBT. Τέλος, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960, καθώς υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας, ενώ η παράλειψη έκδοσης των διαταγμάτων θα καταστήσει αδύνατη την απονομή δικαιοσύνης, παραβιάζοντας τη θεμελιώδη αρχή της φυσικής δικαιοσύνης (audi alteram partem) και το συνταγματικό δικαίωμα της Galantor σε δίκαιη δίκη (Άρθρο 30). Επισημαίνεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει καταφανώς υπέρ της Αιτήτριας, η οποία δηλώνει φερέγγυα και έτοιμη να παράσχει οποιαδήποτε απαιτούμενη εγγύηση ή δέσμευση για ζημιές και έξοδα του Παραλήπτη.

 

Όσον αφορά το στοιχείο του κατεπείγοντος, τονίζεται ότι η διαιτητική διαδικασία στο LCIA έχει ήδη εκκινήσει από τις 30.09.2025, ενώ τα χρονικά περιθώρια αντίδρασης είναι εξαιρετικά πιεστικά. Καθώς η Galantor δεν έχει καταχωρίσει απάντηση ή εκπροσώπηση, ελλοχεύει άμεσος και ανεπανόρθωτος κίνδυνος το διαιτητικό δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης ερήμην της. Η Morden ενήργησε χωρίς καμία καθυστέρηση μόλις επιβεβαιώθηκε (μέσω σχετικής αλληλογραφίας από το LCIA στις 03.11.2025 και γνωμάτευσης Άγγλων δικηγόρων στις 20.11.2025) ότι δεν υφίσταται άλλος δικονομικός μηχανισμός παρέμβασης ή προστασίας της Galantor, καθιστώντας την άμεση μονομερή επέμβαση του Δικαστηρίου τον μοναδικό τρόπο αποτροπής μιας τετελεσμένης αδικίας.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση 2,3,4,5 και 8 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι, αυτούσιοι, οι ακόλουθοι:

 

1.     Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προωθεί την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση.

 

2.     Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 και/ή του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου για την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Συγκεκριμένα:

2.1.              Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει καλή συζητήσιμη υπόθεση στην Αίτηση της,

2.2.              Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι η Αίτηση έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας,

2.3.              Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.

3.     Η Αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει οιανδήποτε απτή μαρτυρία δια της οποίας να καταδεικνύεται η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς και/ή η ανεπάρκεια αποζημιώσεων σε περίπτωση μη έκδοσης των εν λόγων διαταγμάτων.

 

4.      Δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος και/ή των εξαιρετικών περιστάσεων.

 

5.     Η Αιτήτρια έχει προβεί σε παραστάσεις οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή δεν παρέθεσε δικαίως και/ή ειλικρινώς τα ορθά γεγονότα και/ή το ορθό ιστορικό υπόβαθρο της υπόθεσης και/ή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση εμπεριέχει ανακρίβειες.

 

6.     Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει περιλαμβάνει ανακρίβειες και/ή λανθασμένα γεγονότα με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και τον αποπροσανατολισμό αυτού.

 

7.     Η Αιτήτρια απέτυχε και/ή παρέλειψε να προβεί σε πλήρη και/ή ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων και/ή όλων των ουσιωδών γεγονότων.

 

8.     Ο προσωρινός παραλήπτης που διορίστηκε δεν είναι ανεξάρτητος.

 

9.     Η Αιτήτρια έχει παραβιάσει το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη.

 

10.  Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.

 

11.  Η Αιτήτρια έχει ενεργήσει κατά παράβαση των προνοιών των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.

12.  Δεν δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος τύπου Mareva.

 

13.  Η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει την αναγκαιότητα για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

14.  Το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή της δικαιοσύνης, κλίνει σαφώς και/ή είναι υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση και/ή υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση Αίτησης.

 

Την ένσταση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Σπύρου Βασιλείου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι είναι οι νομικοί εκπρόσωποι των Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3, 4, 5 και 8 (οι «Καθ’ ων η Αίτηση»). Ως ο ενόρκων δηλών αναφέρει, η παρούσα διαφορά δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μέρος μιας εκτεταμένης και μακροχρόνιας σύγκρουσης μεταξύ της PJSC National Bank "Trust" (η «Bank Trust») και της Morden (μαζί με τα συνδεδεμένα με αυτήν πρόσωπα), η οποία εκτυλίσσεται από το 2021 σε Κύπρο, Αγγλία και Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Ως αναφέρει, η Morden παρουσιάζει συστηματικό ιστορικό εξασφάλισης μονομερών διαταγμάτων μέσω ουσιώδους απόκρυψης γεγονότων και παραπλάνησης των Κυπριακών Δικαστηρίων. Συνοψίζω πιο κάτω τα κύρια σημεία της ένορκης δήλωσης:

 

Η υποτιθέμενη επείγουσα ανάγκη και η αιτιολόγηση της Αίτησης Διορισμού Παραλήπτη προέρχονται από τη Διαιτησία του LCIA που ξεκίνησε η Aurevo κατά της Galantor για την ανάκτηση ενός χρέους βάσει σύμβασης δανείου της 10ης Δεκεμβρίου 2013. Στην ένορκη δήλωση του, ο κ. Yusov ισχυρίζεται ότι η Galantor όχι μόνο έχει ουσιαστικές υπερασπίσεις έναντι αυτής της αξίωσης, αλλά και μια βιώσιμη ανταπαίτηση. Αυτοί οι ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και αντικρούονται αποδεδειγμένα από τις προηγούμενες παραδοχές και τη συμπεριφορά της ίδιας της Galantor. Παρατίθεται σχετικά ανασκόπηση των φερόμενων υπερασπίσεων και ανταπαιτήσεων.

 

Ο ισχυρισμός της Morden ότι το δάνειο του 2013 μεταξύ Aurevo και Galantor είναι εικονικό ή άκυρο καταρρίπτεται από τα ίδια τα εταιρικά έγγραφα. Οι οικονομικές καταστάσεις της Galantor για τα έτη 2018 και 2019, οι οποίες εγκρίθηκαν ομόφωνα από τους μετόχους, περιλαμβανομένης της Morden, καταγράφουν ρητά το εν λόγω δάνειο και τις υποχρεώσεις της εταιρείας. Ο ισχυρισμός ότι η Bank Trust εμπλέκεται στη συνομολόγηση του δανείου του 2013 είναι ανυπόστατος, καθώς η Bank Trust δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τις εμπλεκόμενες εταιρείες κατά τον ουσιώδη χρόνο, αφού ανέλαβε τον έλεγχο των προβληματικών περιουσιακών στοιχείων το 2018 στο πλαίσιο κρατικής αναδιάρθρωσης του ρωσικού τραπεζικού τομέα. Η αναδιαρθρωτική δράση της Bank Trust επί της εταιρείας Inteco πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο δημόσιας εντολής της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας για τη διάσωση και εξυγίανση προβληματικών στοιχείων ενεργητικού με χρήση δημόσιων πόρων.

 

Περαιτέρω, ο ομνύων αναφέρει ότι ο κεντρικός ισχυρισμός της Morden ότι ο αντικειμενικός σκοπός της Bank Trust μέσω της διαιτησίας LCIA είναι η εκκαθάριση της Galantor και η ματαίωση της παράγωγης αγωγής της Morden στην Κύπρο συνιστά αβάσιμη εικασία και αντικρούεται πλήρως από τα ακόλουθα δεδομένα: Πρώτον, η Bank Trust δεν αποτελεί διάδικο μέρος στη διαιτησία LCIA. Η διαιτησία διεξάγεται μεταξύ δύο διακριτών νομικών οντοτήτων (Galantor και Aurevo), με την Aurevo να διαθέτει δικά της ανεξάρτητα διοικητικά όργανα, χωρίς η Bank Trust να ασκεί άμεσο διαδικαστικό έλεγχο στις ενέργειες της. Δεύτερον, η αγωγή της Morden στην Κύπρο είναι διπλή παράγωγη αγωγή, πράγμα που σημαίνει ότι τυχόν έσοδα θα καταλήξουν στην Aurevo. Για να υπάρξει διανομή προς τη Morden, θα πρέπει πρώτα η Galantor να εξοφλήσει όλους τους πιστωτές της, καθιστώντας το ισχυριζόμενο οικονομικό όφελος νομικά και πραγματικά απομακρυσμένο. Τρίτον, εάν ο πραγματικός σκοπός της Bank Trust ήταν η εκκαθάριση της Galantor, η πιο απλή και οικονομική μέθοδος θα ήταν η καταχώριση εκ του νόμου απαίτησης (statutory demand) και αίτησης διάλυσης, μέθοδος που επιτρέπεται από το αγγλικό δίκαιο ακόμη και σε περιπτώσεις ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας εφόσον δεν υπάρχει καλόπιστη διαφορά επί του χρέους. Η επιλογή της διαιτησίας LCIA, μιας πιο χρονοβόρας, δαπανηρής και περίπλοκης διαδικασίας, αποδεικνύει ότι δεν υφίσταται πρόθεση εξαναγκασμού σε εκκαθάριση. Τέταρτον, η ίδια η συμπεριφορά της Niverson (θυγατρικής της Bank Trust) καταρρίπτει τον ισχυρισμό περί πρόθεσης εκκαθάρισης. Όταν η Galantor αντιμετώπισε τον κίνδυνο διοικητικής διαγραφής από τον Έφορο Εταιρειών, ήταν η Niverson που υπέβαλε ενστάσεις για τη διατήρηση της εταιρικής της υπόστασης και κάλεσε επανειλημμένα τη Morden να συνεργαστεί για το διορισμό διευθυντή, πρόσκληση την οποία η Morden συστηματικά απέρριπτε. Σε σχέση με την απουσία διευθυντή και το αδιέξοδο, ο ομνύων αναφέρει  ότι το εταιρικό αδιέξοδο και ο κίνδυνος διαγραφής της Galantor από τον Έφορο Εταιρειών προκλήθηκαν αποκλειστικά από την άρνηση και μη συνεργασία της Morden να διορίσει διευθυντή, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της συν-μετόχου Niverson. Η Morden παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τις εταιρικές επιλογές της για την επίλυση διοικητικού αδιεξόδου και προσέφυγε απευθείας στο δραστικό μέτρο του διορισμού παραλήπτη, ενεργώντας με κακή πίστη.

 

Ο ομνύων εισηγείται ότι η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 επειδή βασίζεται σε ψευδείς παραστάσεις σχετικά με την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος, αφορά υπεράσπιση χωρίς ορατές προοπτικές επιτυχίας και ισχυρίζεται ανεπανόρθωτη ζημιά στη βάση ενός υποθετικού σεναρίου.

 

Περαιτέρω, αναπτύσσεται η θέση ότι ο διορισθείς παραλήπτης, κ. Κρις Ιακωβίδης, παρουσιάστηκε ως ανεξάρτητος, ενώ αποσιωπήθηκε το γεγονός ότι είναι ο διορισμένος εκκαθαριστής της Benono Holdings Ltd, εταιρείας που κατέχει το 50% των μετοχών της ίδιας της Morden, ότι η Morden προσέφερε εγγύηση ύψους €500.000 χωρίς να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία, ενώ αποσιώπησε ότι ο ισχυριζόμενος τελικός δικαιούχος της, κ. Ruslan Valitov, βαρύνεται με εκτελεστή δικαστική απόφαση πολλών δισεκατομμυρίων ρουβλίων στη Ρωσία, καθιστώντας την εγγύηση άνευ αξίας και αναποτελεσματική.

 

Σύμφωνα με τον ομνύοντα τα πιο πάνω αναφερόμενα συνιστούν παραδείγματα απόκρυψης από το Δικαστήριο ουσιωδών γεγονότων. Τέλος, γίνεται εισήγηση ότι το Διάταγμα Mareva επι των μετοχών της  Galantor είναι παράνομο και μη αναγκαίο.

 

Καταχωρήθηκε ΣΕΔ από κ. Χρυσάνθου, διοικητικό σύμβουλο της αιτήτριας και εξουσιοδοτημένο από αυτήν να προβεί στη ΣΕΔ προς απάντηση της Ενόρκου Δηλώσεως του Σπύρου Βασιλείου στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3, 4, 5 και 8. Αναφέρει ότι η υπό κρίση Αίτηση αφορά αποκλειστικά τον διορισμό Προσωρινού Παραλήπτη της εταιρείας Galantor Ltd, με μοναδικό σκοπό τη διασφάλιση νομικής εκπροσώπησης της Εταιρείας στη διαιτησία  αρ. 256726 ενώπιον του London Court of International Arbitration (LCIA). Δυνάμει του διατάγματος ημερ. 04.12.2025, ο Προσωρινός Παραλήπτης διόρισε τους δικηγόρους Wallace LLP, οι οποίοι καταχώρισαν στις 26.01.2026 προσχέδιο Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εταιρείας στην απαίτηση της Aurevo. Επισημαίνεται ότι ο Προσωρινός Παραλήπτης ενεργεί αυστηρά εντός των πολύ περιορισμένων εξουσιών που του παραχωρήθηκαν από το Δικαστήριο. Υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί των Καθ’ ων η Αίτηση επεκτείνονται σε θέματα άσχετα με το αντικείμενο της Αίτησης, τα οποία αποτελούν αντικείμενο άλλων διαδικασιών σε διάφορες δικαιοδοσίες. Προβάλλεται η θέση ότι η Ένσταση συνιστά αθέμιτη προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας.  Απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί απόκρυψης γεγονότων, με τη θέση ότι όλα τα ουσιώδη και αναγκαία στοιχεία είχαν αποκαλυφθεί δεόντως στην αρχική Ένορκη Δήλωση Yusov. Δίδονται επεξηγήσεις αναφορικά με προγενέστερες αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Αγωγές 2478/2021 και 182/2023), υποστηρίζοντας ότι τυχόν παραλείψεις αναφορών (π.χ. η ιδιότητα του κ. Soloshansky στην Inteco μέχρι το 2017 ή το καθεστώς της NBT) ήταν καλόπιστες, μη ουσιώδεις και δεν συνιστούν πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Ο ομνύων απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η Inteco ήταν «προβληματικό περιουσιακό στοιχείο» ή σε κατάσταση προ-πτώχευσης το 2018. Αντίθετα, υποστηρίζεται ότι επρόκειτο για εύρωστο οργανισμό. Σε σχέση με την μεταβίβαση και εκκαθάριση της Inteco αναφέρεται ότι μετά τη μεταβίβαση της Inteco στην NBT και ακολούθως στον Όμιλο Sminex, η Inteco έπαψε να υφίσταται ως ανεξάρτητη δρώσα οντότητα. Υποστηρίζεται ότι οι μειοψηφικοί μέτοχοι (περιλαμβανομένης της Αιτήτριας) αποστερήθηκαν την πρόσβαση σε οικονομικές πληροφορίες. Ο ενόρκως δηλών τονίζει ότι η Εταιρεία στερείται διοικητικού συμβουλίου από τις αρχές του 2025. Οι προσπάθειες διορισμού νέου Δ.Σ. απέτυχαν λόγω της άρνησης της Niverson Holdings Ltd (Καθ’ ης 2 / συμφερόντων NBT) να συναινέσει σε αμοιβαία αποδεκτό διορισμό.

 

Απορρίπτονται οι ισχυρισμοί περί «πλασματικής εγγύησης» ή αφερεγγυότητας της Αιτήτριας. Αναφέρεται ότι η χρηματική εγγύηση ύψους €500.000 παρασχέθηκε άμεσα και απευθείας στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας σε πλήρη συμμόρφωση με τις δικαστικές οδηγίες.  Σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί εκβιασμού και ποινικών υποθέσεων στη Ρωσία απορρίπτονται κατηγορηματικά οι ισχυρισμοί περί εκβιασμού ή απειλών από τον κ. Ruslan Valintov κατά τη συνάντηση με στελέχη της NBT (Popkov, Galasheva). Γίνεται επίκληση επίσημης γλωσσολογικής πραγματογνωμοσύνης από το Κρατικό Εγκληματολογικό Ίδρυμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοσπονδίας επί της ηχητικής καταγραφής της συνάντησης, η οποία κατέληξε κατηγορηματικά στο ότι δεν υφίστανται ενδείξεις απειλών ή εκβιασμού. Σημειώνεται δε ότι ο κ. Valintov προέβη σε καταγγελία για συκοφαντική δυσφήμιση κατά των εκπροσώπων της NBT, διαδικασία η οποία τελεί υπό περαιτέρω διερεύνηση κατόπιν σχετικών εισαγγελικών αποφάσεων.

 

Καταχωρήθηκε ΣΕΔ σε απάντηση της ΣΕΔ Χρυσάνθου, από τον Σπύρο Βασιλείου. Αναφέρει ότι ο ισχυρισμός της Morden ότι η ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση αποσκοπεί στο να στερήσει από την Galantor τη νομική εκπροσώπηση στη Διαιτησία LCIA ώστε να εκδοθεί ερήμην απόφαση είναι εσφαλμένος και παραπλανητικός.  Στη Διαιτησία LCIA δεν υφίσταται αυτόματη ερήμην απόφαση. Βάσει του Κανόνα 15.8 των Κανόνων LCIA (Τεκμήριο ΣΒ 60), το Διαιτητικό Δικαστήριο υποχρεούται να ενεργεί δίκαια και να ικανοποιηθεί ότι ο Ενάγων αποδεικνύει την υπόθεση του. Επίσης, το Δικαστήριο είναι απόλυτα ανεξάρτητο αφού αποτελείται από 3 διαιτητές διορισμένους απευθείας από το LCIA, χωρίς καμία ανάμειξη της Bank Trust. Προσθέτει ότι η Galantor έχει ήδη καταχωρίσει Απάντηση στο Αίτημα Διαιτησίας προβάλλοντας τις ουσιαστικές υπερασπίσεις της, επομένως δεν υφίσταται κίνδυνος ερήμην απόφασης και ο ισχυρισμός της αιτήτριας είναι ψευδής. Η ένορκη δήλωση Χρυσάνθου δεν διορθώνει κατά τη θέση του τα θεμελιώδη διαδικαστικά ελαττώματα. Η εγγύηση είναι πλασματική καθώς η Morden απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία για την οικονομική της αδυναμία: Ο τελικός δικαιούχος της Morden (Ruslan Valitov) παραδέχθηκε ενόρκως σε διαδικασία στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους (ΒΠΝ) ότι η μόνη αξία της Morden είναι η αξίωση της στην Κύπρο. Ο κ. Valitov βαρύνεται με ανεξόφλητο εξ αποφάσεως χρέος ύψους 2,7 δις ρουβλίων ($30 εκ.) στη Ρωσία με ενεργές διαδικασίες εκτέλεσης. Η μέτοχος κατά 50% της Morden, Benono Holdings Ltd, τελεί υπό εκούσια εκκαθάριση λόγω ανεπάρκειας περιουσιακών στοιχείων. Ο κ. Shishkhanov (που ελέγχει τη Benono) κηρύχθηκε πτωχεύσας στη Ρωσία το 2023. Η ίδια η Morden βρίσκεται σε αθέτηση υποχρεώσεων στις ΒΠΝ (κατάσταση «επιβολής ποινής») λόγω μη καταχώρισης ετήσιας έκθεσης, με άμεσο κίνδυνο διάλυσης/διαγραφής. Οι ισχυρισμοί της Morden περί πρόσβασης σε κεφάλαια ή χρηματοδότηση είναι αόριστοι και ατεκμηρίωτοι.  Αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι ο Παραλήπτης θα παραμείνει στη θέση του, εισηγείται να υποχρεωθεί η Morden να καταθέσει στο Δικαστήριο ποσό €500.000 σε μετρητά εντός 14 ημερών.

Ως επίσης αναφέρει η ζημιά των Καθ’ ων η αίτηση είναι πραγματική και ήδη υφίσταται. Ο Παραλήπτης επιχειρεί να διευρύνει τη διαιτησία LCIA πέραν της Συμφωνίας Δανείου, εισάγοντας αβάσιμες ανταπαιτήσεις κατά μερών που δεν συμβλήθηκαν στη συμφωνία δανείου ή στη ρήτρα διαιτησίας (όπως η Bank Trust) και στηριζόμενος στο Κυπριακό Δίκαιο. Ως αποτέλεσμα, η ζημιά θα είναι διπλή αφού τα δικηγορικά έξοδα της Aurevo για την υπεράσπιση έναντι αυτών των ανταπαιτήσεων εκτιμάται ότι θα υπερβούν τα €500.000. Παράλληλα, εξαντλούνται τα περιουσιακά στοιχεία της ίδιας της Galantor λόγω των αμοιβών του Παραλήπτη και των Άγγλων δικηγόρων (Wallace LLP). Επαναλαμβάνει ότι υπάρχει πλήρης έλλειψη ανεξαρτησίας και σύγκρουση συμφερόντων του Προσωρινού Παραλήπτη, εφόσον ο διορισμένος Παραλήπτης, κ. Ιακωβίδης, είναι ο εκκαθαριστής της Benono Holdings Ltd (μετόχου 50% της Morden). Ως εκ τούτου, οφείλει καθήκον πίστης και εμπιστοσύνης στη Benono/Morden, γεγονός που αναιρεί την αμεροληψία του ως λειτουργού του Δικαστηρίου. Υπήρχε εσκεμμένη απόκρυψη εφόσον η αναφορά της ιδιότητας του κ. Ιακωβίδη έγινε παρεμπιπτόντως στην παράγραφο 110 της Ένορκης Δήλωσης Yusov σε άσχετο πλαίσιο αλληλογραφίας, ενώ αποσιωπήθηκε παντελώς στην παράγραφο 159 όπου προτάθηκε ο διορισμός του, παραβιάζοντας το καθήκον πλήρους αποκάλυψης. Τονίζει επίσης ότι ο κ. Ιακωβίδης είχε καταθέσει ένορκη δήλωση στις 12.03.2025 στην Αγωγή 2478/2021 υπέρ των θέσεων της Morden κατά της Bank Trust. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι ο Δημήτρης Χρυσάνθου (διευθυντής της Morden που ορκίστηκε τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση) είναι υπάλληλος/στέλεχος του Ομίλου CRI (χρησιμοποιεί email demetris.c@crigroup.com.cy και επιβεβαιώθηκε τηλεφωνικώς στις 19.03.2026). Ιδρυτής, διευθυντής και Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου CRI είναι ο ίδιος ο διορισθείς Προσωρινός Παραλήπτης, κ. Κρις Ιακωβίδης (Τεκμήρια ΣΒ 62, 63, 64). Συνεπώς ο διευθυντής της Αιτήτριας και ο «ανεξάρτητος» Παραλήπτης είναι συνάδελφοι στην ίδια εταιρεία.  Η ουσιώδης αυτή σχέση δεν αποκαλύφθηκε ποτέ στο Δικαστήριο, συνιστώντας σοβαρότατη παράβαση του καθήκοντος ειλικρίνειας. Επίσης αναφέρονται τα ακόλουθα: Η Morden γνώριζε και είχε εγκρίνει το επίδικο Δάνειο, καθώς ο εκπρόσωπός της (Π. Χριστοδούλου) ψήφισε υπέρ της έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων της Galantor για τα έτη 2018 και 2019 στις Γενικές Συνελεύσεις, στις οποίες καταγραφόταν ρητά η υποχρέωση προς την Aurevo. Το γεγονός αυτό αποσιωπήθηκε σκόπιμα στην Ένορκη Δήλωση Yusov.  Ο ισχυρισμός της Morden ότι η Credit Prive ελεγχόταν από την Bank Trust το 2013 είναι ψευδής, καθώς η Bank Trust εμπλάκηκε στη δομή της Inteco το 2018. Η Inteco το 2018 βρισκόταν σε κατάσταση προ-πτώχευσης (με χρέη 66 δις ρουβλίων έναντι EBITDA 5 δις), όπως επιβεβαιώνεται από το έγγραφο στρατηγικής της (06.02.2017) και τις οικονομικές καταστάσεις της Galantor που αποτιμούσαν τη συμμετοχή στην Aurevo/Inteco στο $1. Η μεταγενέστερη πώληση της στην Sminex το 2022 έναντι 30 δις ρουβλίων έγινε σε δίκαιη τιμή αγοράς βάσει ανεξάρτητης εκτίμησης.

 

Κατόπιν αίτησης του για παρέμβαση και σχετικής Διαταγής του Δικαστηρίου, ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε και από τον κ. Κρις Ιακωβίδη, υπό την ιδιότητά του ως δικαστικά διορισμένος Προσωρινός Παραλήπτης της εταιρείας Galantor δυνάμει Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 04/12/2025, όπως αναφέρει, αποκλειστικά για την απάντηση και απόρριψη των ισχυρισμών περί δήθεν έλλειψης ανεξαρτησίας, σύγκρουσης συμφερόντων, ακαταλληλότητας και μη πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Ο ενόρκως δηλών διευκρινίζει ότι ο διορισμός του είναι συγκεκριμένος, περιορισμένος και στοχευμένος, καθώς δεν συνεπάγεται γενική διοίκηση ή έλεγχο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Galantor, αλλά αφορά αποκλειστικά τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία, εκπροσώπηση και υπεράσπιση των αγώγιμων δικαιωμάτων της εταιρείας στο πλαίσιο της εκκρεμούς διαιτητικής διαδικασίας ενώπιον του LCIA. Επιπλέον, τονίζεται ότι ενεργεί ως λειτουργός του Δικαστηρίου, υπό τη συνεχή δικαστική εποπτεία, με υποχρέωση υποβολής περιοδικών εκθέσεων.

 

Απαντώντας στους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η Αίτηση, ο ομνύων απορρίπτει κατηγορηματικά ότι υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων ή μεροληψία, δηλώνοντας ότι δεν διαθέτει κανένα προσωπικό, ιδιοκτησιακό ή οικονομικό συμφέρον στην έκβαση της διαφοράς. Ειδικότερα, ως προς την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της Benono Holdings Ltd, επισημαίνει ότι αυτή δεν δημιουργεί αφ’ εαυτής σύγκρουση συμφερόντων, καθότι ο εκκαθαριστής είναι αδειοδοτημένος και ανεξάρτητος σύμβουλος αφερεγγυότητας (δυνάμει του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου του 2015), ο οποίος ασκεί ρυθμιζόμενο λειτούργημα υπό αυστηρούς κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας και δεν ενεργεί ως ιδιωτικός εντολοδόχος μετόχων ή πιστωτών. Περαιτέρω, εξηγεί ότι τα συμφέροντα για την αποτελεσματική υπεράσπιση της Galantor στη διαιτησία LCIA και την αμφισβήτηση της προβαλλόμενης απαίτησης της Aurevo ευθυγραμμίζονται πλήρως με τη διατήρηση της εταιρικής αξίας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης, σημειώνει ότι η ιδιότητα του ως Εκκαθαριστή της Benono ήταν ήδη γνωστή στο Δικαστήριο από το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση (ένορκη δήλωση D. Yusov). Αναφορικά δε με την εμπλοκή του κ. Δημήτρη Χρυσάνθου, διευκρινίζεται ότι ο διορισμός του ως Διευθυντής της Morden πραγματοποιήθηκε στις 04/12/2025, δηλαδή μετά την καταχώριση της αίτησης διορισμού Προσωρινού Παραλήπτη, καθιστώντας αδύνατη την προγενέστερη αποκάλυψη του, ενώ ο κ. Χρυσάνθου είναι ανεξάρτητος αυτοεργοδοτούμενος εξωτερικός συνεργάτης και όχι υπάλληλος της CRI. Σε σχέση με τις νομικές αρχές, υπογραμμίζει ότι η αμφισβήτηση ή απομάκρυνση δικαστικά διορισμένου παραλήπτη απαιτεί την απόδειξη πραγματικής και ουσιώδους σύγκρουσης και όχι υποθετικών ή θεωρητικών ισχυρισμών. Με παραπομπή σε σχετική νομολογία επισημαίνεται ότι ο διορισμός του ίδιου συμβούλου αφερεγγυότητας σε συνδεδεμένες εταιρείες ομίλου είναι σύνηθης, προάγει την αποδοτικότητα και αποφεύγει περιττά έξοδα και καθυστερήσεις, ενώ τυχόν ανακύπτοντα ζητήματα ρυθμίζονται μέσω δικαστικών οδηγιών. Πρόσθετα,  ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι, εάν το Δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο για την περαιτέρω ενίσχυση της εμπιστοσύνης των μερών, δεν συντρέχει αντίρρηση για τον διορισμό και δεύτερου συν-παραλήπτη (εισηγούμενος ενδεικτικά έμπειρους Συμβούλους Αφερεγγυότητας όπως οι κ.κ. Λ. Κίμωνος ή Μ. Αβραάμ). Τέλος, τονίζεται ότι η τυχόν παραμερισμός ή μη συνέχιση του Διατάγματος εγκυμονεί άμεσο και ανεπανόρθωτο κίνδυνο για την Galantor, καθώς θα απομείνει χωρίς αποτελεσματική εκπροσώπηση στη διαιτησία LCIA, οδηγώντας σε δυσμενή τετελεσμένα, πιθανή εκκαθάριση της και ματαίωση της σχετικής παράγωγης αγωγής.

 

Σε απάντηση της πιο πάνω ένορκης δήλωσης, οι Καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν τρίτη ένορκη δήλωση του Σπύρου Βασιλείου στην οποία ο τελευταίος υποστηρίζει ότι ο κ. Ιακωβίδης  στερείται ανεξαρτησίας. Συγκεκριμένα, ως αναφέρει, ο κ. Ιακωβίδης καθυστέρησε αδικαιολόγητα επί δύο μήνες να απαντήσει στις ενστάσεις και υπέβαλε τη δήλωση του μόλις τρεις εβδομάδες πριν από την ορισμένη ακρόαση της 07/05/2026, αποσκοπώντας στη μετάθεση της διαδικασίας ώστε να προλάβει την έκδοση απόφασης στη διαιτησία του LCIA. Επίσης ότι η σθεναρή νομική και ουσιαστική εμπλοκή του κ. Ιακωβίδη για τη διατήρηση του διορισμού του, καθώς και η υπεράσπιση των χειρισμών της Morden περί πλήρους αποκάλυψης, αποδεικνύουν άμεσο προσωπικό και επαγγελματικό συμφέρον. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο κ. Δημήτρης Χρυσάνθου, ο οποίος διορίστηκε διευθυντής της Morden την ίδια ημέρα έκδοσης του διατάγματος (04/12/2025), είναι επί 14 έτη στενός συνεργάτης του κ. Ιακωβίδη, στεγάζεται στον Όμιλο CRI και χρησιμοποιεί την εταιρική του υποδομή (@crigroup.com.cy), γεγονός που καταδεικνύει πλήρη συντονισμό και έλλειψη ανεξαρτησίας. Περαιτέρω ότι η αιφνίδια αντικατάσταση της προηγούμενης διευθύντριας (κα Ανδρούλλα Κυριάκου) από τον κ. Χρυσάνθου και η υπογραφή της δέσμευσης των €500.000 αυθημερόν, χωρίς τη δέουσα επιμέλεια ή οικονομική κάλυψη από τη Morden, καθιστά τη δέσμευση μη εκτελεστή. Παράλληλα, ο κ. Ιακωβίδης, υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της Benono (μετόχου 50% της Morden), ενέκρινε τον διορισμό του κ. Χρυσάνθου, ευρισκόμενος και στις δύο πλευρές της συναλλαγής. Προσθέτει ότι ο  κ. Ιακωβίδης χαρακτήρισε τη διαιτησία του LCIA ως «εικονική» (sham) εντός 48 ωρών από τη λήψη των εγγράφων και χωρίς νομική συμβουλή, υιοθετώντας πλήρως τους ισχυρισμούς της Morden και ότι στην υποβληθείσα έκθεση του, ο κ. Ιακωβίδης παρέλειψε σκόπιμα να ζητήσει πληροφορίες από τη Morden, ενώ παρουσίασε παραπλανητικά τη νόμιμη πληρωμή της Galantor προς την Certerra (στο πλαίσιο αγοράς μετοχών της Aurevo) ως ύποπτη, προκειμένου να αμφισβητήσει το υπαρκτό δάνειο της Aurevo.  Ο κ. Ιακωβίδης, ως εκκαθαριστής της Benono, δεσμεύεται από τη μυστική συμφωνία διακανονισμού του Απριλίου 2024 και εξαρτάται από την ευόδωση των αξιώσεων της Morden. Επιπλέον, έχει ήδη καταθέσει ένορκη δήλωση υπέρ της Morden στην κυπριακή Αγωγή 2478/2021 κατά των Bank Trust και Niverson, καθιστώντας αδύνατη την αμερόληπτη διαχείριση της Galantor προς το συμφέρον και των δύο ισότιμων μετόχων της (Morden και Niverson).

 

Οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών και προφορικών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτό όπου το κρίνω απαραίτητο. Απαντήσεις στα διάφορα επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει.

 

ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ

 

Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί ρητά ότι το Δικαστήριο δύναται να διορίζει παραλήπτη προς υποβοήθηση διαιτησίας που λαμβάνει χώρα στο εξωτερικό. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό μέρος του άρθρου 32:

 

«32.-(Α1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακούει και αποφασίζει πρωτόδικα αναφορικά με κάθε αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία σε οποιονδήποτε χρόνο, περιλαμβανομένου του χρόνου πριν από την καταχώριση απαίτησης ή μετά την έκδοση απόφασης, σε σχέση με δικαστική ή διαιτητική διαδικασία η οποία πραγματοποιήθηκε, πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί εντός ή εκτός δικαιοδοσίας.

(ΑΒ1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αναφορικά με δικαστικές ή διαιτητικές διαδικασίες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν, πραγματοποιούνται ή θα πραγματοποιηθούν εκτός δικαιοδοσίας, δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακούει και αποφασίζει πρωτόδικα αναφορικά με κάθε αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία στις ακόλουθες περιπτώσεις που-

(α) ο καθ’ ου η αίτηση βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας∙ ή

(β) η περιουσία ή το αντικείμενο της θεραπείας βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας∙ ή

(γ) υφίσταται τέτοιος άλλος σύνδεσμος με τη Δημοκρατία, ώστε το δικαστήριο να καθίσταται κατάλληλο να ακούσει και να αποφασίσει επί της αιτήσεως.

 

(1) Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:

Νοείται ότι, δεν εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα,  εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία, και ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.»

 

Έχοντας μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις, με όλο το σέβας στον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή του Άρθρου 32(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), δεν συμφωνώ με τη θέση του ότι για τον διορισμό παραλήπτη, το μοναδικό θεσμοθετημένο κριτήριο που θέτει ο νομοθέτης είναι κατά πόσο ο διορισμός αυτός κρίνεται «δίκαιος ή πρόσφορος υπό τις περιστάσεις». Παράλληλα, παρατηρώ ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας πως τα κριτήρια του Άρθρου 32(1) δεν τυγχάνουν εφαρμογής, έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των προηγούμενων συνηγόρων της ημερ.3.12.25 προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης, στην οποία η ίδια η Αιτήτρια ανέπτυξε διεξοδικά τις εν λόγω προϋποθέσεις προς υποστήριξη της αίτησης της.

 

 Στην απόφαση στην Sergiy Marfut v Zaforpo Ventures Ltd, Πολ. Εφ.Αρ.Ε144/2020, ημερ. 29/3/2024, λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά:

«Η εξουσία για διορισμό παραλήπτη προβλέπεται στο Άρθρο 32(1) του Ν. 14/60 σύμφωνα με το οποίο, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει απαγορευτικό, ενδιάμεσο, διηνεκές, ή προστακτικό διάταγμα ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις.

 

Σκοπός του διορισμού ενδιάμεσου παραλήπτη είναι η προστασία των επίδικων περιουσιακών στοιχείων, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής.

 

Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Starport Nominees Ltd και Άλλη (Αρ. 2) (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1370 λέχθηκαν τα ακόλουθα, αναφορικά με τον διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη:

«Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του David Bean: Injunctions, 8η έκδ. σελ. 112, παρ. 7.20, η εξουσία για το διορισμό παραλήπτη είναι συναφής και συνδεδεμένη με τα διατάγματα παγοποίησης τα λεγόμενα «freezing injunctions» ή ακόμη και υποκατάστατα τους, εκεί όπου χρειάζεται ο έλεγχος από ένα τρίτο πρόσωπο προς διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων. Δεν αποτελεί βεβαίως η εξουσία αυτή διορισμού παραλήπτη, σύνηθες φαινόμενο.

................................

 

Περαιτέρω, όσον αφορά το Αρθρο 32(1) του Νόμου 14/60, ναι μεν μπορεί να είναι ασύνηθες και σπανιότατο ή να μην έχει εκδοθεί προηγουμένως τέτοιο διάταγμα, αλλά είναι σαφές ότι το άρθρο δίνει δικαίωμα για διορισμό παραλήπτη, σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο, ακόμη και αν δεν αξιούται ή χορηγείται μετ' αυτού αποζημίωση ή άλλη θεραπεία. Στη δε απόφαση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694, έγινε από τον Αρτεμίδη, Δ., όπως ήταν τότε, ανάλυση του ιστορικού των απαγορευτικών διαταγμάτων στην Αγγλία και στην Κύπρο, σημειώνοντας ότι στην Κύπρο δεν έγινε οποιαδήποτε παρέμβαση νομοθετική, αλλά αφέθηκαν τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που έλκουν από το Αρθρο 32. Και ότι βάσει αυτής της ευρύτατης εξουσίας, το Δικαστήριο είναι δυνατό να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα που να περιλαμβάνει και τον διορισμό παραλήπτη, όπως εδώ, εάν αυτό κρίνεται πρόσφορο, ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.»

  

Με βάση την αγγλική νομολογία, το Δικαστήριο, στην εξέταση διορισμού ενδιάμεσου παραλήπτη, αξιολογεί, μεταξύ άλλων, κατά πόσο ο αιτών τον διορισμό έχει συζητήσιμη υπόθεση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας και κατά πόσο θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά.  Πρόσθετα, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να διοριστεί παραλήπτης. Σχετική είναι η απόφαση BAT Industries Plc v. Windward Prospects Ltd (2013) EWHR 2013, όπου το Δικαστήριο εξέτασε τους πιο πάνω παράγοντες ως ακολούθως:

«54.  Having carefully considered both parties' evidence and submissions I have concluded that justice and convenience does require the appointment of a receiver and that this is an appropriate case for the court to exercise its discretion to do so for the reasons given by BAT and in particular:

 

(1)  BAT has a good arguable claim for an indemnity.

(2)  Windward's Dividend Claims have real prospect of success.

...............................

(4)  There is a risk that the right to pursue those claims will be lost if no protective proceedings are issued and no tolling agreement reached.»

  

Στην εκκαλούμενη απόφαση, παρά το συνοπτικό της αιτιολόγησης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν εντοπίζεται λάθος ώστε η πρωτόδικη απόφαση να πρέπει να ανατραπεί.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως προαναφέρθηκε, στην ενδιάμεση απόφαση του για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, έκανε αναφορά στις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και στη σχετική νομολογία και κατέληξε ότι δεν πληρούντο οι δύο πρώτες προϋποθέσεις.  Την απόφαση αυτή την υιοθέτησε, προς αποφυγή επαναλήψεων, όπως ανέφερε και στην υπό κρίση απόφαση του για το διορισμό παραλήπτη και κατέληξε ότι αυτή κατέστη πλέον άνευ αντικειμένου. 

 

Εύλογη κρίνουμε ότι ήτο η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο προσέγγισε το θέμα του διορισμού παραλήπτη μέσα στο σωστό νομικό πλαίσιο.  Δεν απαιτείτο η εξέταση του κατά πόσο ήτο δίκαιο ή πρόσφορο να διοριστεί παραλήπτης, εφόσον έκρινε ότι δεν τηρούντο οι άλλες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60.»

 

Δεν διαφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας ότι το Διάταγμα Διορισμού Παραλήπτη είναι αυτοτελές διάταγμα με αποκλειστικό και περιορισμένο σκοπό τη διασφάλιση της νομικής εκπροσώπησης της Καθ’ ης η Αίτηση 1 (Galantor) στη διαιτητική διαδικασία ενώπιον του LCIA στο Λονδίνο, λόγω του υφιστάμενου εταιρικού αδιεξόδου και της απουσίας λειτουργικού Διοικητικού Συμβουλίου. Στην υπό εξέταση όμως περίπτωση, η Αιτήτρια εξασφάλισε μονομερώς τόσο Διάταγμα Διορισμού Προσωρινού Παραλήπτη όσο και Διάταγμα Παγοποίησης Περιουσιακών Στοιχείων (Mareva Injunction).  Όπως έχει προσφάτως επιβεβαιωθεί από το Εφετείο στην υπόθεση Gaijin Network Ltd v. Evgeny Olegovich Kononenko, Πολ. Έφεση E38/2026, ημερ. 15/07/2026, όταν ο διορισμός παραλήπτη ζητείται παράλληλα ή προς υποστήριξη διατάγματος παγοποίησης  ο διορισμός αυτός συνιστά συντηρητικό ή προστατευτικό μέτρο, το οποίο αποσκοπεί στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων και κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης ελέγχονται και οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής οι τρεις θεσμοθετημένες προϋποθέσεις του Άρθρου 32(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960). Παράλληλα, ο συνεπαγόμενος διορισμός του Προσωρινού Παραλήπτη εξετάζεται υπό το πρίσμα του κατά πόσο είναι δίκαιος και πρόσφορος υπό τις περιστάσεις.

 

Στο σημείο αυτό δέον να προστεθεί ότι σε σχέση με τη δυνατότητα διορισμού παραλήπτη όπου η Εταιρεία δεν έχει διοικητικό συμβούλιο, διαφωτιστικό είναι το σύγγραμμα Commercial Injunctions, του Steven Gee, 7TH Edition, όπου στην παρα.16-003 αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

 «A receiver can be appointed in proceedings to conduct the litigation for a party when there is uncertainty about who has authority to give instructions for the relevant party».

 

Στο ανωτέρω απόσπασμα γίνεται παραπομπή στην υπόθεση JSC BTA Bank v Ablyazov and others (2012) EWHC 2698 (Comm) όπου το Δικαστήριο διόρισε παραλήπτη σε εταιρεία η οποία ήταν εναγόμενη σε αγωγή στη βάση αίτησης από μη διάδικο στην αγωγή. Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε στην εν λόγω αγγλική απόφαση:

 

[22] In principle, the requested appointment of a receiver is just and convenient because its purpose is to ensure that Usarel, a Defendant to a very large claim in fraud, is represented at trial by solicitors and counsel. It must be in the interests of justice that a Defendant to a such a claim be represented at trial.

…

[25]… the receiver in the present case is being sought for a particular and very limited purpose, namely, to ensure that in proceedings commenced in England by the Bank against Usarel the latter is legally represented in such proceedings. The court is not seeking to resolve a dispute which undoubtedly exists as to the internal management of Usarel. That dispute is before the Cypriot court where Usarel is incorporated. The court is merely wishing to ensure, in the interests of justice, that, however that internal dispute is resolved in Cyprus, Usarel is represented at the trial which is shortly to take place in this court. This is, it seems to me, a strong reason for concluding that it is appropriate that the English court make the order. »

   

Σχετική αναφορά εντοπίζεται και στο Σύγγραμμα Kerr on Receivers 20th edition, para.2-128:

 

“Unless otherwise agreed by the parties, the court has for the purposes of and in relation to arbitral proceedings, the same power of making an order appointing a receiver as it has for the purposes of and in relation to legal proceedings.  If the case is one of urgency, the court may, on the application of a party or a proposed party to the arbitral proceedings, appoint a receiver if it thinks it necessary for the purpose of preserving evidence or assets.”

 

Προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση των λόγων ένστασης που έχουν προβληθεί από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση προβάλλουν ως βασικό λόγο ένστασης ότι η Αιτήτρια  εσκεμμένα παρέλειψε να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το μονομερές στάδιο, παραβιάζοντας το σχετικό καθήκον καλής πίστης και αξιώνοντας την ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος.

 

Αρχίζοντας από το αυτονόητο, σημειώνεται ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της φύσης της αντιδικίας μεταξύ των μερών. Αποτελεί καθήκον του κάθε αιτητή, όταν προσφύγει μονομερώς στο Δικαστήριο αιτούμενος συγκεκριμένη θεραπεία, να θέτει ξεκάθαρα στην ένορκη δήλωση του όλα τα ουσιώδη στοιχεία που αφορούν την υπόθεση.  Είναι επιβεβλημένη η παράθεση όλων των σημαντικών περιστατικών της υπόθεσης ενώ η υφή της κάθε υπόθεσης οριοθετεί την έκταση αυτού του καθήκοντος. Στην υπόθεση Ιωάννη Καρυδά και Σοφία Καρυδά, Πολ. Έφ. αρ. Ε190/2019, ημερ. 26.2.2025, η νομική πτυχή την οποία παρέθεσε το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίθηκε ικανοποιητική και επαρκής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων (βλ. Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά (2008)1(B) Α.Α.Δ. 801, Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Ltd (2015) 1(A) A.Α.Δ. 386). Προστέθηκαν τα ακόλουθα:

«… όταν αιτητής προσέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου και, στην απουσία του αντιδίκου του, κατά παρέκκλιση της αρχής "audi alteram partem", ζητά θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, τότε έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που ενδεχομένως θα επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση μονομερώς προσωρινού διατάγματος.  Ο αιτητής σε τέτοιες περιπτώσεις έχει υποχρέωση να δείξει καλή πίστη, αφού η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου.  Είναι άσχετο αν η παράλειψη αποκάλυψης είναι εσκεμμένη ή έγινε χωρίς πρόθεση εξαπάτησης και μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής ενδεχομένως να σημαίνει την ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς.  Το Δικαστήριο εξετάζοντας μια αίτηση για προσωρινό διάταγμα λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σωρεία παραγόντων που επιδρούν στην άσκηση της. Για αυτό και είναι σημαντικό η αποκάλυψη να είναι ειλικρινής και πλήρης.  Στην υπόθεση Brink's-MAT Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 Αll ΕR 188, η οποία υιοθετήθηκε στην Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. (ανωτέρω), τονίστηκε ότι η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων θα πρέπει να είναι πλήρης, δίκαιη και ότι τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα που καθορίζονται από τον δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων. Η υποχρέωση δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με εύλογη έρευνα. (Σύγγραμμα «Διατάγματα, Injunctions», των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη σελ. 163-165, Fedossova Larissa (Αρ.2) (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1333, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168, United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Co (2002) 1(B) A.A.Δ. 938, Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1(A) A.A.Δ. 82 και Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd (2004) 1(A) A.A.Δ. 557).

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση  επικαλέστηκαν συγκεκριμένα τις ακόλουθες μη αποκαλύψεις:

 

Σύγκρουση συμφερόντων του Παραλήπτη (κ. Ιακωβίδη): Ο ισχυρισμός των Καθ’ ων η Αίτηση ότι αποκρύφθηκε η ιδιότητα του κ. Ιακωβίδη ως εκκαθαριστή της εταιρείας Benono Holdings Ltd (μετόχου της Αιτήτριας), στη βάση της ενώπιον μου μαρτυρίας, δεν ευσταθεί. Στις παραγράφους 110-115, 153-159 καθώς και στα σχετικά τεκμήρια της Ένορκης Δήλωσης Yusof που υποστήριξε την Αίτηση, αναφέρεται ρητά ότι ο κ. Ιακωβίδης ενεργούσε υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της Benono, η οποία ήταν 50% μέτοχος της αιτήτριας.

 

Ότι η εγγύηση που δόθηκε ήταν άνευ αξίας και μη εκτελεστή: Η έγγραφη ανάληψη υποχρέωσης (εγγύηση) ύψους €500.000 τέθηκε ως όρος από το ίδιο το Δικαστήριο κατά την έκδοση του Διατάγματος και συνιστά νομικά δεσμευτική υποχρέωση της Αιτήτριας. Η οικονομική κατάσταση ή  τυχόν αφερεγγυότητα των μετόχων της Αιτήτριας δεν συνιστούσε ουσιώδες γεγονός που όφειλε να αποκαλυφθεί στο μονομερές στάδιο, αφού δεν αναιρεί τη νομική δέσμευση της ιδίας της εταιρείας, ενώ προσκομίστηκε μαρτυρία ότι η Αιτήτρια διαθέτει πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Συγκεκριμένα, στη ΣΕΔ Χρυσάνθου αναφέρεται ότι «η δυνατότητα της Αιτούσης να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση για την καταβολή της εγγυήσεως είναι δεδομένη καθότι η Αιτούσα έχει πρόσβαση σε εκτεταμένα κεφάλαια, είτε αυτά είναι μέσω εταιρειών του ομίλου της είτε χρηματοδότησης εκ των μετόχων της ή εξασφάλισης χρηματοδότησης από τρίτα μέρη».   

 

Σχετικά με τα αμφισβητούμενα πραγματικά γεγονότα (ευθύνη για την απουσία Διοικητικού Συμβουλίου & εικονικότητα δανείου):

Οι ισχυρισμοί των Καθ’ ων η Αίτηση ότι η Αιτήτρια απέκρυψε την ευθύνη της για το εταιρικό αδιέξοδο ή την έγκριση παλαιότερων οικονομικών καταστάσεων αφορούν αμιγώς αμφισβητούμενα πραγματικά γεγονότα και εκδοχές των μερών. Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας η Αιτήτρια αποκάλυψε δεόντως τη δική της εκδοχή και την αλληλογραφία των μερών.  Έχω την άποψη ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν τίθεται θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, αλλά πρόκειται για παράθεση των αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών των δύο πλευρών που αφορούν την ουσία της διαφοράς μεταξύ τους, τις οποίες το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει στο παρόν στάδιο, ούτε και να καταλήξει σε συμπεράσματα σ'  αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ως προς την πλήρη εξέταση του πραγματικού καθεστώτος της υπόθεσης. 

 

 Διαφωτιστική επι του θέματος είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Rostovtsev v. Shchukin, Πολ. Έφεση Αρ. Ε415/2016, ημερ. 05/07/2019, όπου επισημάνθηκαν τα εξής:

«Ο εφεσείων έθεσε, επίσης, θέμα μη αποκάλυψης από μέρους του εφεσίβλητου κάποιας μαρτυρίας, την οποία ο ίδιος επικαλέστηκε προς υποστήριξη της ένστασής του.  Η εισήγηση η οποία υποβλήθηκε, συναφώς, είναι ότι, συνεπεία της πιο πάνω κατ' ισχυρισμό παράλειψης, ο εφεσίβλητος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια».  Δεν τεκμηριώθηκε, όμως, η πιο πάνω εισήγηση με την παράθεση κοινώς αποδεκτών στοιχείων μαρτυρίας.  Το εκδικάσαν Δικαστήριο, εξετάζοντας το θέμα, ως έναν από τους λόγους ένστασης,  υπέδειξε πως αυτό δεν ήταν δυνατό να εξεταστεί, αφού θα συνεπαγόταν αξιολόγηση, εκ μέρους του, μαρτυρίας, η οποία δεν είχε αντικειμενικό έρεισμα, προκειμένου να διαπιστώσει την αλήθεια.  Κατέληξε δε ότι τέτοιο επιχείρημα δεν ήταν δυνατό να προβληθεί στο πλαίσιο της ενώπιόν του ενδιάμεσης διαδικασίας.»

 

Σχετικά με τη μη χρήση του «δείγματος» Διατάγματος των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023:  Διαπιστώνεται ότι πράγματι το προσχέδιο Διατάγματος που χρησιμοποίησε η αιτήτρια δεν ήταν το ίδιο με τον Τύπο που προνοεί ο Κανονισμός 25(1)(στ). Η μη αυτούσια χρήση του Τύπου Ι (Δείγμα) του Παραρτήματος Ι του Κανονισμού 25 των Κ.Π.Δ. 2023 δεν συνιστά κατά την άποψη μου παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης. Οι Κυπριακοί Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας 2023 παρέχουν «δείγματα» διαταγμάτων χωρίς να επιβάλλουν την χρήση τους και, περαιτέρω, δεν περιέχουν οποιαδήποτε πρόνοια ότι πρέπει να επισύρεται η προσοχή του Δικαστηρίου σε τυχόν απόκλιση από το δείγμα. Αυτό, σε αντίθεση με τους Αγγλικούς θεσμούς (Βλ. Κανονισμό 25.14) οι οποίοι επιβάλλουν την χρήση του δείγματος και προνοούν ότι  τυχόν απόκλιση από αυτό πρέπει να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Εν όψει των πιο πάνω, δεν  θεωρώ ότι το καθήκον πλήρους αποκάλυψης επεκτείνεται στην αποκάλυψη διαφορών μεταξύ του προσχεδίου Διατάγματος και του σχετικού δείγματος ή ότι η απόκλιση από το δείγμα συνιστά ουσιώδες γεγονός η απόκρυψη του οποίου θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική απόφαση κατά το μονομερές στάδιο. Επιπλέον, οι Καθ’ ων η αίτηση επισήμαναν το γεγονός ότι η αιτήτρια παρέλειψε να υποδείξει στο Δικαστήριο την πρόνοια 14 του δείγματος η οποία προνοεί ότι «Τα έξοδα Παραλήπτη καταβάλλονται σε πρώτο στάδιο από τον αιτητή»  ενώ δεν συμπεριέλαβε οποιαδήποτε πρόνοια σε σχέση με την κάλυψη των εξόδων του Παραλήπτη.  Για τους λόγους που ήδη προανέφερα, σημειώνω ότι η απουσία ειδικής πρόνοιας για τα έξοδα του Προσωρινού Παραλήπτη δεν συνιστά ουσιώδες πραγματικό γεγονός, η απόκρυψη του οποίου θα μπορούσε να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να οδηγήσει σε διαφορετική απόφαση κατά το μονομερές στάδιο. Σημειώνω, επιπλέον, ότι η απουσία πρόνοιας για τα έξοδα του Παραλήπτη στο  εκδοθέν Διάταγμα δεν επηρεάζει δυσμενώς τους Καθ’ ων η Αίτηση, αφού το Δικαστήριο διατηρεί την πλήρη διακριτική ευχέρεια να ρυθμίσει το ζήτημα των εξόδων στο κατάλληλο στάδιο. Σημειώνω συναφώς και ενδεικτικά ότι στην πρόνοια 15 το δείγμα προνοεί ότι «το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει όπως ο καθ’ ου η αίτηση καταβάλει τα Έξοδα Παραλήπτη ή/και όπως ο καθ’ ου η αίτηση αποζημιώσει τον ενάγοντα για τα Έξοδα Παραλήπτη, δυνάμει των γενικών εξουσιών του δικαστηρίου προς επιδίκαση εξόδων”.

 

Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι στην τελική τους αγόρευση οι συνήγοροι της αιτήτριας,  παραπέμποντας στην παρ. 166 της ΕΔ Yusov όπου αναφέρεται ρητά πως η Αιτήτρια προθυμοποιείται να καλύψει η ίδια τα έξοδα του Παραλήπτη, επανέλαβαν την εν λόγω πρόθεση.

 

ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ -ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ

 

Κρίνω επιβεβλημένο να εξετάσω πρώτα το θέμα του κατεπείγοντος εφόσον, όπως έχω προαναφέρει, αφορά δικαιοδοτικό όρο, και ανεξάρτητο από την ικανοποίηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 (Βλ. Αμβροσιάδου v. Coward (2013)1(A) A.A.Δ. 78). Το ζήτημα του επείγοντος ηγέρθη ως λόγος ένστασης. Σε τέτοια περίπτωση  ανεξαρτήτως της έκδοσης μονομερώς του διατάγματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει εκ νέου κατά πόσο πράγματι συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος που να δικαιολογούσε τη μονομερή του έκδοση.

 

Πρόσφατη νομολογία του νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει δείξει ότι και ο παράγων του χρόνου μπορεί να είναι σημαντικός από την άποψη ότι ο αιτητής θα πρέπει να δείξει στο μονομερές στάδιο το επείγον του θέματος, παρακάμπτοντας έτσι τη συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, το δε Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει το διάταγμα γι΄ αυτό το λόγο, διότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση. Απόλυτα διαφωτιστικές είναι οι πολύ πρόσφατες αποφάσεις  Χρίστος Ανδρέου v. Olympic Insurance Company Ltd, Πολ.Εφ.Αρ. Ε396/2016, ημερ.12/10/23 και  Βγενόπουλος κ.ά. v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολ.Έφ Αρ. Ε141/2014 και Ε142/2014, ημερ. 13.9.2023.

 

Ο βασικός ισχυρισμός που προβλήθηκε από την πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση είναι ότι το κατεπείγον έχει δημιουργηθεί από την ίδια την Αιτήτρια λόγω της δικής της καθυστέρησης και ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε ως αντίδραση στη διαιτησία LCIA.

 

Υπό το φως του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού, προκύπτει ότι, η επείγουσα ανάγκη για διορισμό παραλήπτη προέκυψε ως αποτέλεσμα της εκκίνησης της  διαιτητικής διαδικασίας ενώπιον του LCIA στο Λονδίνο κατόπιν Αιτήματος της Aurevo, με αυστηρές και πιεστικές δικονομικές προθεσμίες για την υποβολή της υπεράσπισης της Καθ’ ης η Αίτηση 1 (Galantor). Λόγω του υφιστάμενου εταιρικού αδιεξόδου και της αδυναμίας του Διοικητικού Συμβουλίου να λάβει αποφάσεις, υπήρχε άμεσος κίνδυνος η Galantor να απομείνει εντελώς ακάλυπτη και εκτεθειμένη στην έκδοση μιας  διαιτητικής απόφασης ερήμην της. Είναι αδιάφορο για τους σκοπούς εξέτασης της παρούσας το ποιος έφερε την ευθύνη για το γεγονός ότι η Εταιρεία παρέμεινε χωρίς διοικητικό συμβούλιο. Η καταχώρηση της διαιτησίας κατέστησε επείγουσα την ανάγκη για να εξουσιοδοτηθεί εκ μέρους της Εταιρείας πρόσωπο που να δύναται να διορίσει δικηγόρους προς υπεράσπιση της Εταιρείας στη διαιτησία. Στην επιστολή των Άγγλων Δικηγόρων ημερ.20/11/25 (Τεκμήριο 72 στην ένορκη δήλωση Yusov αναφέρθηκαν συγκεκριμένα: «1.4. If Galantor fails to adduce a response to the RFA [στην Παράκληση για Διαιτησία], pursuant to Article 5.1 of the LCIA Arbitration Rules 2020 (the “Rules”), the LCIA Court is still permitted to constitute the Arbitral Tribunal and may proceed with the Arbitration… one would anticipate this will be done quickly…1.9. …it is reasonable to assume that, in the event that Galantor does not respond to the RFA and does not serve a Defence and/or Counterclaim, the Tribunal will make a procedural order (upon an application from Aurevo or at its own volition) with the aim of bringing the matter to a speed resolution.1.10. … In the event that there is no Defence before it, it is thus reasonably foreseeable that the Tribunal will consider itself entitled to find that Aurevo has made out its case such that the Tribunal would make the award sought by Aurevo within a short space of time». (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου).

 

Σημειώνω περαιτέρω ότι στη βάση των ενώπιον μου τεθέντων γεγονότων δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Η Αιτήτρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο αμέσως μόλις διαπιστώθηκε η οριστική αδυναμία του Διοικητικού Συμβουλίου της Galantor να διορίσει δικηγόρους στη Διαιτησία και η ανάγκη επίσημης νομικής εκπροσώπησης της εταιρείας στη διαιτησία, ενεργώντας με τη δέουσα επιμέλεια και χωρίς να αφήσει εύλογο χρόνο να διαρρεύσει αδρανώς. Δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι η ετοιμασία και σύνταξη της Αίτησης ήταν χρονοβόρο εγχείρημα που περιλάμβανε συλλογή όλων των σχετικών πληροφοριών, μελέτη όλων των εγγράφων (η ΕΔ Yusov συνοδεύεται από 73 ογκώδη τεκμήρια), μεταφράσεων εγγράφων από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και από τα Ρώσικα στα Αγγλικά.

 

Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, κρίνω ότι η Αιτήτρια κατέδειξε την ύπαρξη τόσο του κατεπείγοντος όσο και των εξαιρετικών περιστάσεων.

 

 

 

 

ΟΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32

 

Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με την εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60.  Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and another (1982) 1 C.L.R. 557, ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου προτού εξετάσει τους υπόλοιπους παράγοντες που θα πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (Jonitexo v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).

 

Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα που θα καταδείξουν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης.

 

Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αυτή η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζει στην ουσία τη νομική θεμελίωση που απορρέει από το καταχωρημένο δικόγραφο με την πραγματική διαθέσιμη μαρτυρία όπως αυτή καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις για να θεμελιώσει την αγωγή.  Αν ο αιτητής μπορεί να δείξει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τότε το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται.

 

Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο - όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία.

 

Αν αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρηση του σε ισχύ, αποκλείεται.  Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ ανάγκην την έκδοση διατάγματος. (Βλ. ΚΟΤ v. Θεωρή (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 255).

Εφόσον ληφθούν υπόψη οι πιο πάνω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση, είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω), αυτό εμπίπτει στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ίδιας της αγωγής. (Βλ. επίσης Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, 269-270).

 

Οι πιο πάνω αρχές και το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζονται αιτήσεις για προσωρινά Διατάγματα έχουν εύστοχα συνοψισθεί στην πρόσφατη απόφαση του Νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου MERIDIAN GAMING LTD κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Πολ. Εφ. αρ. Ε179/2017, ημερ.2/5/24, συνάδουν δε με τον τρόπο με τον οποίο τέτοιες αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται με βάση τους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, στη βάση των οποίων εγείρεται η υπό κρίση αίτηση.

 

Από μελέτη των γεγονότων της υπόθεσης, ευθύς εξ’ αρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι με βάση το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης και τις δικογραφημένες θέσεις της Αιτήτριας θεωρώ ότι η αιτήτρια  έχει αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση, με ορατή μάλιστα πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία. Η αιτήτρια έχει αναδείξει την ύπαρξη σοβαρής διαφοράς η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση στη διαιτησία LCIA και έχει παρουσιάσει μαρτυρικό υλικό που θεμελιώνει εκ πρώτης όψεως τους ισχυρισμούς της καθώς και την απουσία λειτουργικής διοίκησης της Εταιρείας Galantor.

 

Οι ισχυρισμοί της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι η αιτήτρια επιχειρεί να παρουσιάσει ένα τεχνητό αγώγιμο δικαίωμα και ότι το δάνειο καταγράφεται στους λογαριασμούς της Galantor δεν εξασθενίζουν, κατά την εκτίμηση μου, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης της αιτήτριας σε βαθμό μάλιστα που να οδηγούν στη διαπίστωση μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, η Ενάγουσα έχει θέσει εκείνο το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων κατά τρόπο που φαίνεται να ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Είναι σαφές ότι η πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου γίνεται εκ πρώτης όψεως, χωρίς την ουσιαστική ενασχόληση με τους ισχυρισμούς και κατάληξη σε συμπεράσματα και τελική διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, τα οποία θα απασχολήσουν στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της διαιτησίας. Η παρούσα, είναι η περίπτωση, θεωρώ, που οι αντικρουόμενες εκδοχές και το ευρύ πλέγμα των διαφορών που αναδύονται από τα ενώπιον μου στοιχεία,  στη βάση μεταξύ άλλων των συναφών συμφωνιών, δικαστικών διαδικασιών και γενικότερα θα πρέπει να εξεταστούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της διαιτησίας.

 

Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/1960, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο πέρας της διαδικασίας, στη βάση της ενώπιον μου μαρτυρίας προκύπτει ότι η μη οριστικοποίηση του Διατάγματος θα έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα να αποστερήσει από έναν διάδικο του θεμελιώδους δικαιώματος του να υπερασπισθεί τον εαυτό του σε διαιτητική διαδικασία που στρέφεται εναντίον του.  Η αδυναμία της Εταιρείας να διορίσει νομική εκπροσώπηση στη Διαιτησία, αφενός θα επιφέρει την έκδοση απόφασης εναντίον της την οποία η ΝΒΤ  και μέσω των συνδεόμενων με αυτή Εταιρειών, ενδεχομένως θα μπορεί να αξιοποιήσει ως βήμα για να εξασφαλίσει την εκκαθάριση της και, αφετέρου, η Εταιρεία δεν θα δύναται να διεκδικήσει το λαβείν της στη Διαιτησία μέσω της ανταπαίτησης που προτίθεται να προωθήσει στη Διαιτησία. Συνιστά θεμελιώδη απαίτηση της δικαιοσύνης να παρέχεται σε έναν διάδικο η δυνατότητα να εκπροσωπείται νομικά και να προβάλλει τις θέσεις και την υπεράσπιση του σε διαδικασία που εκκρεμεί εναντίον του.

 

Περαιτέρω, η διατήρηση του Διατάγματος Mareva σε ισχύ κρίνεται απολύτως δικαιολογημένη από τη μαρτυρία, λειτουργώντας ως απαραίτητη ασπίδα προστασίας της περιουσίας της Εταιρείας μέχρι την τελική εκδίκαση της διαφοράς. Στη βάση της ενώπιον μου μαρτυρίας  η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων της Galantor συνίσταται σε αγώγιμα δικαιώματα και τραπεζικούς λογαριασμούς και τις εταιρικές απαιτήσεις. Ο πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης θεμελιώνεται στο αδιαμφισβήτητο εταιρικό αδιέξοδο στη Galantor, το οποίο, σε συνδυασμό με την επιδιωκόμενη από την Aurevo Διαιτησία LCIA, δημιουργούσε άμεσο κίνδυνο έκδοσης δυσμενούς ερήμην διαιτητικής απόφασης. 

 

Παράλληλα, ικανοποιουμένων των τριών προϋποθέσεων του Άρθρου 32(1) ο διορισμός του Προσωρινού Παραλήπτη κρίνεται ως απολύτως δίκαιος, αναγκαίος και πρόσφορος (just and convenient) και για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του διατάγματος και τη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

 

Επιπρόσθετα, εξετάζοντας το ισοζύγιο της ευχέρειας και της δικαιοσύνης, κρίνω ότι αυτό κλίνει καταφανώς υπέρ της διατήρησης των Διαταγμάτων σε ισχύ. Από τη μια, η διατήρηση του διορισμού του Προσωρινού Παραλήπτη και του Διατάγματος Mareva αποτρέπει τον άμεσο κίνδυνο έκδοσης ερήμην αποφάσεων και προστατεύει τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας από τυχόν αποξένωση, διασφαλίζοντας το δικαίωμα υπεράσπισης της. Από την άλλη, οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν υφίστανται οιαδήποτε ανεπανόρθωτη ή δυσανάλογη βλάβη, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η Αιτήτρια έχει αναλάβει ρητή δέσμευση για την κάλυψη των εξόδων και της αμοιβής του Παραλήπτη. Συνεπώς, η ζημία που ενδεχομένως θα υποστεί η Αιτήτρια και η Galantor από τη μη διατήρηση των Διαταγμάτων υπερτερεί σαφώς οποιασδήποτε ζημιάς την οποία ήθελε προκαλέσει στους Καθ’ ων η Αίτηση η οριστικοποίηση των ήδη εκδοθέντων Διαταγμάτων.

 

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΤΟΥ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση προβάλλουν ως ουσιώδη λόγο ένστασης ότι ο διορισθείς Προσωρινός Παραλήπτης, κ. Κρις Ιακωβίδης, στερείται αμεροληψίας και τελεί σε καθεστώς σύγκρουσης συμφερόντων, καθότι τυγχάνει να είναι ο εκκαθαριστής της εταιρείας Benono Holdings Ltd, η οποία κατέχει το 50% των μετοχών της Αιτήτριας και κατ’ επέκταση οφείλει σε αυτήν «καθήκοντα πίστεως». Κατ’ αρχάς θα ήθελα να επισημάνω ότι αυτός ο λόγος ένστασης φαίνεται να απευθύνεται μόνο στο πρόσωπο του διορισθέντα Παραλήπτη και όχι στην έκδοση Διατάγματος διορισμού ενδιάμεσου Παραλήπτη, κατά συνέπεια σε περίπτωση επιτυχίας αυτού του λόγου, θα συνεπάγετο είτε την αντικατάσταση του κ. Κρις Ιακωβίδη είτε το διορισμό συνδιαχειριστή.

 

Εξετάζοντας το ζήτημα της κατ’ ισχυρισμό σύγκρουσης συμφερόντων του διορισθέντα διαχειριστή, επισημαίνω τα ακόλουθα:

 

Σημαντικό στοιχείο που θα πρέπει πρωτίστως να σημειωθεί είναι ότι οι εξουσίες που απονεμήθηκαν στον Προσωρινό Παραλήπτη με το μονομερές Διάταγμα είναι αυστηρά περιορισμένες και ειδικού σκοπού. Ο Παραλήπτης δεν ανέλαβε τη διοίκηση ή τον γενικό έλεγχο της εταιρείας. Η μόνη του εξουσία συνίσταται στον διορισμό δικηγόρων για τη διασφάλιση της εκπροσώπησης της Galantor στη Διαιτησία. Οι Καθ’ ων η αίτηση κατ’ αρχάς, φαίνεται να προωθούν το επιχείρημα ότι ο κ. Κρις Ιακωβίδης έχει συμφέρον και προωθεί μέσω των διορισμένων άγγλων δικηγόρων την Υπεράσπιση της Galantor προσχηματικά, αφού οι ισχυρισμοί που προωθούνται στη διαιτησία στο LCIA σε σχέση με τη συμφωνία δανείου είναι αβάσιμες και στερούνται ουσίας, γεγονός που όφειλε να γνωρίζει η πλευρά της Morden, αφού το δάνειο ήταν υπαρκτό. Δεν με βρίσκει σύμφωνη ο εν λόγω ισχυρισμός των Καθ’ ων η αίτηση και επεξηγώ. Πρώτον, για να κρίνει το παρόν Δικαστήριο ότι ο Παραλήπτης μεροληπτεί επειδή αμφισβητεί το δάνειο, θα έπρεπε προηγουμένως να αποφανθεί το ότι το δάνειο είναι έγκυρο και ότι η υπεράσπιση της Εταιρείας στη Διαιτησία στερείται οποιασδήποτε βάσης. Το παρόν Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσία, ούτε δύναται να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας της επίδικης διαφοράς. Το κατά πόσο η σύμβαση δανείου είναι έγκυρη, άκυρη, ή εικονική, συνιστά το αμιγές αντικείμενο της διαιτητικής διαδικασίας ενώπιον του LCIA στο Λονδίνο, η κρίση του οποίου δεν μπορεί να προεξοφληθεί ή να υποκατασταθεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Οι ίδιοι οι Καθ’ ων η αίτηση αναγνωρίζουν την αρχή ότι το κατά πόσο υφίσταται βάσιμη Υπεράσπιση είναι θέμα που πρέπει να καθορίσει το Δικαστήριο LCIA και όχι το παρόν Δικαστήριο (βλ. παρ. 150 της Δεύτερης ΕΔ Βασιλείου).  Δεύτερον, ο Προσωρινός Παραλήπτης διορίστηκε από το Δικαστήριο ακριβώς για να διασφαλίσει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 (Galantor) θα έχει νομική εκπροσώπηση στη Διαιτησία και θα προβάλει τις θέσεις της και την Υπεράσπιση της. Η προβολή υπεράσπισης, συνιστά θεμελιώδη άσκηση των δικαιωμάτων της Εταιρείας και εκπλήρωση του καθήκοντος του Παραλήπτη, και όχι τεκμήριο μεροληψίας. Τρίτον, όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό, τη διεξαγωγή της Διαιτησίας και τη διαμόρφωση των νομικών ισχυρισμών έχει αναλάβει ανεξάρτητος αγγλικός δικηγορικός οίκος (Wallace LLP). Η προβολή ισχυρισμών περί εικονικότητας ή ακυρότητας του δανείου στη Διαιτησία αποτελεί νομική και δικονομική στρατηγική που υιοθετήθηκε από τους επαγγελματίες νομικούς συμβούλους της Εταιρείας και δεν μπορεί να αποδοθεί μεροληψία του Παραλήπτη.  Σημειώνεται ότι η αμεροληψία και η ακεραιότητα των πιο πάνω δικηγόρων δεν έχει αμφισβητηθεί. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το γεγονός ότι ο Προσωρινός Παραλήπτης διασφαλίζει την προβολή υπεράσπισης και την αμφισβήτηση της αξίωσης στη Διαιτησία LCIA, δεν συνιστά εκδήλωση μεροληψίας, αλλά εκπλήρωση του σκοπού του διορισμού του. Η ορθότητα ή μη των ισχυρισμών αυτών θα κριθεί οριστικά από το αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο και όχι από το παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης. Αναφέρω συναφώς ότι η Απάντηση στο Αίτημα για διαιτησία έχει ήδη καταχωρηθεί (Τεκμήριο ΣΒ41στην πρώτη ένορκη δήλωση Βασιλείου) και στη βάση αυτής διαπιστώνεται ότι δεν προωθείται το σύνολο των θέσεων της Ένορκης Δήλωσης του κ. Yusov, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο οίκος Wallace LLP ενήργησε ως ανεξάρτητοι νομικοί εκπρόσωποι της Καθ’ ης η Αίτηση 1 (Galantor), αξιολογώντας αυτόνομα το διαθέσιμο αποδεικτικό υλικό, διαμορφώνοντας τη δική τους στρατηγική υπεράσπισης, επιλέγοντας να προβάλουν εκείνους μόνο τους ισχυρισμούς που έκριναν νομικά βάσιμους, διαφοροποιούμενοι από γενικότερους εταιρικούς ισχυρισμούς της πλευράς Yusov.

 

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να προσθέσω ότι το επιχείρημα των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο κ. Ιακωβιδης είχε προαποφασίσει τη διαδικασία πριν το διορισμό του στη βάση επιστολής του (Τεκμήριο 68 στην ένορκη δήλωση Yusof) περιγράφοντας τη διαιτησία και τη συμφωνία δανείου ως εικονικές δεν βρίσκει έρεισμα στην πιο πάνω επιστολή στην οποία η ακριβής αναφορά του ήταν :«I am concerned that the arbitration may be being used as a forum for sham litigation as there is evidence that the loan agreement itself is a sham and reserve my right to elaborate on this at a later stage.»  

 

Τέλος, έχει νομολογηθεί ότι για να τεθεί θέμα παράβασης του καθήκοντος ανεξαρτησίας ενός αξιωματούχου του Δικαστηρίου λόγω του ότι τελεί σε θέση σύγκρουσης συμφερόντων, ο κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων πρέπει να είναι πραγματικός και όχι θεωρητικός «real and not merely theoretical possibility of conflict» (Βλ. McPherson’s Law of Company Liquidation, 4η έκδ., παρ. 8-095, Tracker Software International Inc v Smith (1997) 24 ACSR 644) ενώ δεν είναι κάθε σχέση του αξιωματούχου με ενδιαφερόμενα πρόσωπα που θεωρείται ότι παραβιάζει το καθήκον ανεξαρτησίας του. Η σχέση πρέπει να είναι αρκετά ουσιώδεις σε βαθμό που να είναι εύλογο να αμφισβητείται η ανεξαρτησία του αξιωματούχου (Βλ. Nardell Coal Corporation Pty Ltd (2003) NSWSC 860).

 

Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί στη βάση της μαρτυρίας πραγματική σχέση εξάρτησης του Παραλήπτη, ο οποίος είναι ο εκκαθαριστής του κατά 50% μέτοχου της Εταιρείας, με την Εταιρεία, ή οποιαδήποτε άλλη πραγματική σχέση εξάρτησης ικανή να κλονίσει την ανεξαρτησία του. Η εκπροσώπηση της Εταιρείας στη διαιτησία από ανεξάρτητο δικηγορικό γραφείο διασφαλίζει ότι δεν τίθεται ζήτημα προώθησης ανυπόστατων επιχειρημάτων προς υποστήριξη της υπεράσπισης της Εταιρείας.

 

Προσθέτω ότι κατά την άποψη μου στην παρούσα περίπτωση, η διασφάλιση ότι η Galantor θα εκπροσωπηθεί δεόντως στη Διαιτησία LCIA ώστε να αποτραπεί η έκδοση μιας ανενόχλητης απόφασης εις βάρος της, εξυπηρετεί πλήρως τα συμφέροντα της ίδιας της εταιρείας και όλων των μετόχων της.

 

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι η επίκληση της υπόθεσης BTI 2014LLC v O CONNELL (2025) EWHC 2115 (Ch) από τους συνηγόρους των Καθ’ ων η Αίτηση, με όλο το σεβασμό,  δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, για δύο θεμελιώδεις λόγους: Πρώτον,  στην πιο πάνω υπόθεση διαπιστώθηκε ότι ένας από τους διαχειριστές είχε παράσχει συμβουλή στο παρελθόν στους διευθυντές της υπό διαχείριση εταιρείας. Οι δε διαχειριστές ήταν οι ίδιοι διάδικοι στη διαδικασία, και υπήρχε εγγενής σύγκρουση συμφερόντων. Στην παρούσα υπόθεση, ο Παραλήπτης δεν είναι διάδικος στη Διαιτησία LCIA – διάδικος είναι αποκλειστικά η ίδια η Εταιρεία (Galantor). Ο ρόλος του Παραλήπτη περιορίστηκε στη διασφάλιση της εκπροσώπησης της Εταιρείας μέσω του διορισμού ανεξάρτητου δικηγορικού οίκου. Δεύτερον, στην O'Connell, οι διαχειριστές είχαν γενική εντολή αφερεγγυότητας και πλήρη διοίκηση. Εδώ, ο διορισμός του Παραλήπτη είναι αυστηρά οριοθετημένος στη διασφάλιση νομικής εκπροσώπησης της Galantor προς άρση του εταιρικού αδιεξόδου.

 

Ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται ως ανυπόστατος.

 

Tέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η εγγύηση που η Αιτήτρια διατάχθηκε να καταβάλει είναι ανεπαρκής. Σύμφωνα με την νομολογία, οι πρόνοιες του Άρθρου 9(2) του Κεφ.6 καθιστούν επιτακτικό στο Δικαστήριο να απαιτεί από τον αιτητή την ανάληψη εγγύησης για την εξασφάλιση της υποχρέωσης του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου και στην απουσία του ζητείται η έκδοση μονομερούς διατάγματος (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Panas Hotels Limited κ.α., Πολ. Αίτηση Αρ. 128/2022, ημερ. 09/08/2022, ECLI:CY:AD:2022:D342, ECLI:CY:AD:2022:D342. Παραπέμπω, επίσης, στον Κανονισμό 25.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023. Στην Αναφορικά με την Αίτηση των Group DF Holdings Ltd κ.α., Πολ. Αίτηση Αρ. 4/2019, Ημερ. 31/01/2019 εξηγήθηκε η σημασία και ο σκοπός μιας τέτοιας εγγύησης. Σημασία έχει η εγγύηση που δίδεται να είναι ικανή να καλύψει τυχόν ζημιές. Η εγγύηση δίδεται προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή και προς το Δικαστήριο και όχι προς τον καθ' ου η αίτηση. Το είδος και το ύψος της εγγύησης, είναι ζητήματα που εμπίπτουν εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η ενδεχόμενη διαφοροποίηση του ύψους της εγγύησης δεν εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ενώ το ύψος της εγγύησης δεν αποτελεί καλό λόγο για τη μη έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd κ.α. v. Chumanchenko Alisa και άλλος (2014) 1 Α.Α.Δ. 2110) λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Εξετάσαμε και αυτό το παράπονο και συμφωνώντας με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εφεσιβλήτων, παρατηρούμε κατ΄ αρχάς ότι σε καμιά περίπτωση το ύψος της εγγύησης δεν θα αποτελούσε καλό λόγο για τη μη έκδοση των διαταγμάτων ή για τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης. Ό,τι θα μπορούσε να επιφέρει ήταν η αύξηση του ποσού της εγγύησης, θέμα που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην περίπτωση που οι εφεσείουσες θα υπόβαλλαν σχετική αίτηση.»

 

Εν πάση περιπτώσει δεν θεωρώ ότι το παράπονο των Καθ’ ων η αίτηση ότι το ποσό της εγγύησης που δόθηκε είναι ανεπαρκές ευσταθεί. Συνεκτιμώντας το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας, διαπιστώνω ότι αφενός οι Καθ’ ων η Αίτηση παρέλειψαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε συγκεκριμένα ή εξειδικευμένα στοιχεία αναφορικά με τα δικηγορικά ή άλλα έξοδα που επικαλούνται ως πιθανή ζημιά. Αφετέρου, η μαρτυρία που προσκόμισε η αιτήτρια προς απόδειξη της οικονομικής της ευρωστίας και φερεγγυότητας έμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη από τους Καθ’ ων η Αίτηση. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την ΣΕΔ Χρυσάνθου(παρα.33.4), επί της οποίας δεν αντεξετάστηκε, «Η δυνατότητα της Αιτούσης να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση για την καταβολή της εγγυήσεως είναι δεδομένη καθότι η Αιτούσα έχει πρόσβαση σε εκτεταμένα κεφάλαια, είτε αυτά είναι μέσω εταιρειών του ομίλου της είτε χρηματοδότησης εκ των μετόχων της ή εξασφάλισης χρηματοδότησης από τρίτα μέρη».

 

Συνεπώς, η εισήγηση των Καθ’ ων η Αίτηση περί ανάγκης αύξησης της εγγύησης απορρίπτεται ως ανυπόστατη

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο, το προσωρινό Διάταγμα ημερ.4.12.25 καθίσταται απόλυτο.

 

Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, αυτά, ως είναι και ο γενικός κανόνας, επιδικάζονται προς όφελος της αιτήτριας και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση. Όσον αφορά το ύψος των εξόδων, χωρίς να παραγνωρίζω τις πρόνοιες του Μ.39 Κ.7, λόγω των διαδικασιών που έλαβαν χώρα κατά την εκδίκαση της παρούσας αίτησης, των διαφόρων εμφανίσεων που έγιναν είτε για σκοπούς καταχωρήσεων ΣΕΔ, είτε για σκοπούς της αίτησης παρέμβασης του Παραλήπτη, είτε για σκοπούς ακρόασης, κρίνω ορθότερο όπως το ύψος των επιδικασθέντων εξόδων  καθοριστεί κατόπιν λεπτομερούς υπολογισμού από τον Πρωτοκολλητή ο οποίος είναι υπό την αίρεση της έγκρισης του Δικαστηρίου και εκδίδεται ανάλογη διαταγή. Τα έξοδα του Διαχειριστή καλύπτονται από τη δέσμευση της αιτήτριας και το θέμα θα ρυθμιστεί μεταξύ του και της αιτήτριας.   

 

Εφόσον τόσον ενόρκως όσο και μέσω των προφορικών αγορεύσεων έχει εκδηλωθεί εκ μέρους της αιτήτριας σαφής πρόθεση όπως επωμιστεί τα έξοδα του Διαχειριστή δεν θα εκδώσω οποιαδήποτε Διαταγή για τα έξοδα του τελευταίου, η δε πρόθεση της Αιτήτριας έχει σημειωθεί.   

 

 

 

 

 

 

 

  (Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.  

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

ΧΨ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο