ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1526/2025 (i-justice)
Μεταξύ:
Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited
Ενάγουσα
-και-
1. Ευρυδίκη Θεοφάνους
2. Νικόλας Διομήδους
3. Μάριος Θεοφάνους
4. Στυλιανός Θεοφάνους
Εναγόμενων
--------------------------------------
Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 18/12/2025 για συνοπτική απόφαση
Ημερομηνία: 7 Σεπτεμβρίου 2026
Εμφανίσεις
Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Κ. Καρσού για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Για τους Εναγόμενους 1-4/Καθ’ ων η αίτηση: κ. Δ. Παυλίδης για Δημήτριος Α. Παυλίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή
Η Ενάγουσα/Αιτήτρια (στο εξής η Ενάγουσα), με την παρούσα αγωγή της, αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία ν’ αναγνωρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1-4/Καθ’ ων η αίτηση (στο εξής οι Εναγόμενοι) ή/και οι υπηρέτες ή/και οι αντιπρόσωποι ή/και οι υπάλληλοι τους ή/και οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούν κατόπιν εντολών τους ή/και μέλη της οικογένειας τους, ουδέν δικαίωμα έχουν να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο ή/και να χρησιμοποιούν ή/και να κατέχουν με οποιοδήποτε τρόπο ή/και να εισέρχονται ή/και να εκμεταλλεύονται ή/και να καρπούνται με οποιοδήποτε τρόπο το επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω, αξιώνει διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται τα πιο πάνω πρόσωπα να εκκενώσουν και παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου, καθώς και διάταγμα όπως παύσουν κάθε επέμβαση που προκαλούν με πράξεις ή/και παραλείψεις ή/και να μετακινήσουν οποιαδήποτε προσωπικά τους αντικείμενα και ή εξοπλισμό. Τέλος, αξιώνει ποσόν €5.145 ως διαφυγόντα κέρδη και/ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή αποζημιώσεις ένεκα της παράνομης επέμβασης, από 1/5/2025 – 1/11/2025, πόσο €735 μηνιαίως ως αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεσα οφέλη από 1/12/2025 και μέχρι εκκενώσεως και παραδόσεως κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου, γενικές ή/και ειδικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα.
Μετά την επίδοση της αγωγής στους Εναγόμενους, οι τελευταίοι καταχώρισαν εμφάνιση και στη συνέχεια υπεράσπιση.
Η επίδικη αίτηση
Η Ενάγουσα με την επίδικη αίτηση ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγόμενων ως η απαίτηση της.
Η αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, Μέρος 24 Καν. 1 έως 6, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/65), στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, επί της νομολογίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, καθώς και επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Νικόλαου Τουμπουρή, ο οποίος αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της Themis Portfolio Management Limited («Themis PM»), στην οποία εργάζεται ως λειτουργός στο Τμήμα Διαχείρισης Ακινήτων από τις 16/10/2023. Εξηγεί ότι η Themis PM είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία παρέχει, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες σχετικές με την είσπραξη και διαχείριση χρεών και τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένης της διάθεσης ακινήτων προς πώληση. Διευκρινίζει ότι η Themis PM παρέχει τις υπηρεσίες αυτές για χαρτοφυλάκια που ανήκουν, μεταξύ άλλων, στην Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited, (στο εξής η Ενάγουσα).
Περαιτέρω, δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης από τον προσωπικό χειρισμό της, από τα έγγραφα που εξασφάλισε από τον φάκελο που διατηρεί η Ενάγουσα και από πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, καθότι είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση ακινήτων, περιλαμβανομένου του επίδικου ακινήτου.
Ως αναφέρει επίσης, υιοθετεί το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και εξ όσων ειλικρινά πιστεύει και τυγχάνει συμβουλής από τους δικηγόρους του, οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση.
Ως προς το ιστορικό της υπόθεσης, αναφέρει ότι, κατόπιν Σχεδίου Διακανονισμού που τέθηκε σε ισχύ στις 12/10/2022 (Τεκμήριο 1), η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η Τράπεζα ή η Τράπεζα Κύπρου) μεταβίβασε στην Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, τις πιστωτικές διευκολύνσεις και τις σχετικές εξασφαλίσεις, με αποτέλεσμα η τελευταία να υποκαταστήσει την Τράπεζα ως προς αυτές. Η Εναγόμενη 1 είχε παραχωρήσει προς όφελος της Τράπεζας δύο υποθήκες επί του επίδικου ακινήτου, προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί σε τρίτο πρόσωπο (Τεκμήριο 3). Ειδικότερα, κατά τη θέση του, το τρίτο πρόσωπο συνήψε με την Τράπεζα, περί τις 23/12/2010, δανειακή συμφωνία ύψους €75.000, προς εξασφάλιση της οποίας η Εναγόμενη 1 παραχώρησε την πρώτη υποθήκη. Ακολούθως, περί τις 27/1/2011, το εν λόγω πρόσωπο συνήψε δεύτερο δάνειο ύψους €17.000 και η Εναγόμενη 1 παραχώρησε, προς εξασφάλισή του, δεύτερη υποθήκη επί του ακινήτου. Τονίζεται από τον μάρτυρα ότι οι δύο δανειακές συμβάσεις συνάφθηκαν από το τρίτο πρόσωπο και όχι από την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 9).
Λόγω μη αποπληρωμής των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων, κινήθηκαν οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία διαδικασίες εκποίησης του ακινήτου (Τεκμήριο 4). Αφού το ακίνητο δεν πωλήθηκε κατά τον ορισθέντα πλειστηριασμό, η Ενάγουσα άσκησε το προβλεπόμενο από τη νομοθεσία δικαίωμα αγοράς του. Στις 6/5/2025 εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας επ’ ονόματί της και έκτοτε, κατά τη θέση του μάρτυρα, αυτή είναι η μόνη εγγεγραμμένη και νόμιμη ιδιοκτήτρια του ακινήτου (Τεκμήριο 2). Περί τις 7/5/2025, η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη 1 επιστολή σχετικά με το ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης (Τεκμήριο 5).
Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να διαμένουν στο ακίνητο χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη 1 ήταν η προηγούμενη ιδιοκτήτριά του, ενώ οι Εναγόμενοι 2 έως 4 είναι τέκνα της. Κατά τον ίδιο, οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν για τη μεταβίβαση του ακινήτου και κλήθηκαν, με επιστολές και ειδοποιήσεις που αποστάληκαν στη διεύθυνσή του ακινήτου, να προσκομίσουν οποιαδήποτε συμφωνία ή άλλο στοιχείο που να δικαιολογεί την κατοχή τους (Τεκμήριο 6). Δεν υπήρξε, όμως, ουσιαστική ανταπόκριση, με αποτέλεσμα να αποσταλεί, στις 25/9/2025, επιστολή απαίτησης, η οποία τους επιδόθηκε στις 27/9/2025 (Τεκμήριο 7).
Στις 13/10/2025, οι δικηγόροι της Ενάγουσας έλαβαν, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, επιστολή από τους δικηγόρους των Εναγόμενων, με την οποία προέβαλαν σειρά ισχυρισμών αναφορικά με τη σύναψη και τους όρους της επίδικης δανειακής σύμβασης. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 14/10/2025, επιβεβαίωσαν τη λήψη της πιο πάνω επιστολής επιφυλάσσοντας όλα τα νόμιμα δικαιώματα τους (Τεκμήριο 8).
Αναφορικά με την Υπεράσπιση των Εναγομένων, προβάλλει ότι οι ισχυρισμοί τους περί παράνομων ή καταχρηστικών όρων των δανειακών συμβάσεων δεν παρέχουν οποιαδήποτε νομική ή πραγματική βάση για την κατοχή του ακινήτου. Επισημαίνει ότι οι επίδικες δανειακές συμβάσεις είχαν συναφθεί από τρίτο πρόσωπο και όχι από την Εναγόμενη 1, όπως υποστηρίζουν οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους (Τεκμήριο 9). Προσθέτει ότι, λόγω της μη αποπληρωμής των πιστωτικών διευκολύνσεων, είχαν εκδοθεί το 2014 ερήμην αποφάσεις (αγωγές 2785/13 και 2792/13), μεταξύ άλλων, εναντίον της Εναγόμενης 1, στις οποίες διατάχθηκε και η εκποίηση του ακινήτου (Τεκμήριο 10). Κατά τη θέση του, η Εναγόμενη 1 είχε την ευκαιρία να προβάλει τους σημερινούς ισχυρισμούς της στις διαδικασίες εκείνες ή να αμφισβητήσει τη διαδικασία εκποίησης με τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα, πλην όμως δεν το έπραξε. Περαιτέρω, όσον αφορά τη διαδικασία πλειστηριασμού, οι Εναγόμενοι είχαν στη διάθεσή τους όλα τα προβλεπόμενα από τον νόμο ένδικα μέσα για αναστολή, ακύρωση ή παρεμπόδιση της διαδικασίας εκποίησης, γεγονός το οποίο δεν έπραξαν.
Συνεπεία όλων των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων αποτελούν γενικούς, αόριστους και αβάσιμους ισχυρισμούς, οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με το πραγματικό αντικείμενο της παρούσας απαίτησης. Ο μοναδικός τους σκοπός είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας, αποστερώνοντας έτσι από την Ενάγουσα το δικαίωμα κατοχής και δη εκμετάλλευσης του ακινήτου της.
Τέλος, επικαλείται έκθεση εκτίμησης, σύμφωνα με την οποία η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου ανέρχεται σε €8.820 ετησίως, ήτοι €735 μηνιαίως, και η αγοραία αξία του σε €138.000 (Τεκμήριο 11). Ισχυρίζεται ότι, εξαιτίας της συνεχιζόμενης κατοχής του ακινήτου από τους Εναγομένους, η Ενάγουσα στερείται τη δυνατότητα αξιοποίησης, διάθεσης, πώλησης ή ενοικίασής του και ότι τα διαφυγόντα κέρδη της μέχρι την 1/12/2025 ανέρχονταν σε €5.880. Καταλήγει ότι συντρέχουν όλες οι προυποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης της αιτούμενης θεραπείας και, ως εκ τούτου, ζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
Η ένσταση
Η πλευρά των Εναγόμενων αντέδρασε στην αίτηση, καταχωρώντας ένσταση, στην οποία καταγράφονται 8 λόγοι ένστασης. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
« 1. Δεν τηρείται καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 18 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες υπό των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ούτως ώστε ο Αιτητής να δικαιούται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Καθ’ων η Αίτηση.
2. Οι Καθ’ων η Αίτηση έχουν καλόπιστη και βάσιμη με βάση τα γεγονότα Υπεράσπιση, την οποία δικαιούνται να προβάλλουν κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της Αγωγής.
3. Οι Καθ’ων η Αίτηση έχουν καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας η οποία είναι καλόπιστη και επί των νομικών θεμάτων και φαίνεται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου αρ.2 και σε καμία περίπτωση δεν είναι για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης που έχει καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης, καθώς και η Έκθεση Υπεράσπισης.
4. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Αιτητών ως επίσης και τα επισυνημμένα τεκμήρια δεν είναι νομικά και ουσιαστικά επαρκή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και δεν παρουσιάζονται τα πρωτότυπα.
5. Τα ποσά τα οποία αναφέρονται στην Αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
6. Υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό, το οποίο παρουσιάζεται στην αξίωση του Ενάγοντα - Αιτητή.
7. Η Αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά, καταπιεστικά με μοναδικό σκοπό να στερήσει από τους Εναγομένους - Καθ’ων η Αίτηση να υπερασπιστούν την θέση τους.
8. Οι Εναγόμενοι - Καθ’ων η Αίτηση έχουν καλή Υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης. »
Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Θ1-6, 8(α)(β) και 9(α)(β), Δ.39 Θ.1-21, Δ.48 Θ.4 ως έχει τροποποιηθεί από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, άρθρα 5Α έως 5Δ, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στη Νομολογία και στις Συμφυείς και Εγγενείς Εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, ο οποίος αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από τους Εναγόμενους 1, 3 και 4 για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ο Εναγόμενος 2 αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης και υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι διαθέτουν καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας. Κατά τη θέση του, η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, η υποστηρικτική μαρτυρία και τα επισυναφθέντα τεκμήρια δεν είναι επαρκή, ενώ τα αξιούμενα ποσά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούν αντικείμενο ειλικρινούς διαφωνίας.
Παραδέχεται ότι οι Εναγόμενοι διαμένουν στο επίδικο ακίνητο, αρνείται όμως ότι το κατέχουν χωρίς συγκατάθεση. Αναφέρει ότι το ακίνητο ανήκε προηγουμένως στην Εναγόμενη 1, αποτελεί την κατοικία της ίδιας και των τέκνων της, ήτοι των Εναγομένων 2 έως 4, και συνιστά την πρώτη και μοναδική κατοικία τους.
Ως προς τις πιστωτικές διευκολύνσεις, ισχυρίζεται ότι υπογράφηκε από την Εναγόμενη 1 έγγραφο για τη σύναψη προσωπικού δανείου, με εγγυητές τους Εναγομένους 2 έως 4. Προβάλλει, ωστόσο, ότι η σχετική συμφωνία περιείχε παράνομους, καταχρηστικούς και ανισοβαρείς όρους, οι οποίοι επιβλήθηκαν με την αξιοποίηση της δεσπόζουσας θέσης της Τράπεζας. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι επιβλήθηκαν μη οφειλόμενοι τόκοι, έξοδα και άλλες χρεώσεις, ότι η Τράπεζα διατηρούσε δικαίωμα μονομερούς διαφοροποίησης του επιτοκίου και καταγγελίας της συμφωνίας και ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν τη δυνατότητα να διαπραγματευθούν ή να ζητήσουν τροποποίηση των όρων της.
Ισχυρίζεται, επίσης, ότι οι συμφωνίες δανείου, εγγύησης, εξασφάλισης και υποθήκης καταρτίστηκαν χωρίς να τους παρασχεθεί επαρκής ενημέρωση ή ανεξάρτητη νομική συμβουλή και υπό συνθήκες πίεσης, εξαναγκασμού, ψευδών παραστάσεων ή παραπληροφόρησης. Κατά τη θέση του, οι όροι των συμφωνιών ήταν επαχθείς και δυσανάλογοι, ενώ οι σχετικές εγγυήσεις και εξασφαλίσεις είναι καταχρηστικές, άκυρες ή ακυρώσιμες και αντίκεινται στην εφαρμοστέα εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η Τράπεζα γνώριζε την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων και ότι αυτοί δεν διέθεταν την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που αναλάμβαναν.
Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι κατέχουν παράνομα το ακίνητο και αναφέρουν ότι ανταποκρίθηκαν στην επιστολή απαίτησης μέσω των δικηγόρων τους. Δηλώνουν ότι ήταν και εξακολουθούν να είναι πρόθυμοι να συζητήσουν εξώδικη επίλυση της διαφοράς, όχι όμως στη βάση των όρων που, κατά τη θέση τους, τους επιβλήθηκαν καταχρηστικά. Υποστηρίζουν ακόμη ότι οι δανειακές συμβάσεις συνδέονται άμεσα με το δικαίωμα κατοχής του ακινήτου και ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να θεμελιώνει αξίωση κατοχής σε πράξεις και συμφωνίες οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς τους, είναι παράνομες.
Τέλος, αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αναφορικά με την αξία του ακινήτου, την ενοικιαστική του αξία και την έκταση της προβαλλόμενης ζημίας. Καταλήγει ότι υπάρχει διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα και ότι, σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε, διαθέτει πολύ καλή υπεράσπιση και συζητήσιμη υπόθεση ως προς την ουσία. Για τους λόγους αυτούς, ζητεί την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας.
Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις
Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.
Νομική Πτυχή
Σύμφωνα με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, τo Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου σε οποιοδήποτε είδος δικαστικής διαδικασίας [Κ.24.1(2)].
Σύμφωνα με τον Κ.24.2:
« (1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:
(α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. »
Ο Κ.24.3 επίσης, προνοεί ότι:
« (1) Ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.
(2) Αν ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης προτού ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση πριν από την ακρόαση.
(3) Όταν ορίζεται ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, δίδεται στον καθ’ ου η αίτηση (ή στους διαδίκους όταν η ακρόαση ορίζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο) ειδοποίηση τουλάχιστον 14 ημερών για την ημερομηνία ακρόασης. »
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γιώργος Διογένους, κ.α. v. Orogeorgio Jewellry Limited, Πολ. Έφ. Ε86/2025, ημερομηνίας 11/2/2026:
« Είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, επαφίεται στον αιτητή μεγαλύτερο βάρος, σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη Δ.18 των παλαιών θεσμών. Προκύπτει από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24, απαιτείται από τον αιτητή είτε η προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας του, είτε ο σαφής προσδιορισμός της γραπτής μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη με την έννοια ότι τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 24.2 και επιπλέον, καταδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη.
Θα πρέπει όμως να σημειωθεί εδώ ότι και με το παλαιό καθεστώς της Δ.18 απαιτείτο από τη νομολογία, πλην της επαλήθευσης της αιτίας αγωγής και της δήλωσης πεποίθησης ότι ο εναγόμενος δεν είχε ουσιαστική υπεράσπιση, η αίτηση για συνοπτική απόφαση να συνοδεύεται από όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται στην επισυναπτόμενη σε αυτήν ένορκη δήλωση ώστε να τεκμηριώνεται η απαίτηση του ενάγοντα. Επιπλέον ο ενόρκως δηλών θα έπρεπε να ήταν πρόσωπο που να μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Απουσία προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης ή πληροφορίες από έγγραφα συνταγμένα χωρίς τη συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. μεταξύ άλλων Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1997) 1 Α.Α.Δ. 782 και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ (1997) 1 Α.Α.Δ 1168).
Εν πάση περιπτώσει με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, καθίσταται σαφές ότι επαφίεται ένα επιπλέον βάρος στον αιτητή με την προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται ή με τον προσδιορισμό της γραπτής του μαρτυρίας, προκειμένου ο ίδιος να αποδείξει όχι μόνο την υπόθεση του αλλά και το ότι ο καθ' ου δεν έχει προοπτικές επιτυχίας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με την προσαγωγή της πιο πάνω μαρτυρίας από τον αιτητή, θα πρέπει να εκδίδεται χωρίς άλλο συνοπτική απόφαση. Το Μέρος 24.5.1 καθορίζει ότι και ο καθ' ου η αίτηση από την πλευρά του αν επιθυμεί να στηριχθεί σε γραπτή μαρτυρία κατά την ακρόαση της αίτησης δύναται να την καταχωρίσει, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.
Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι σε περίπτωση που ο αιτητής παραθέσει με την αίτηση του επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για έκδοση συνοπτικής απόφασης, τότε επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση το βάρος να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Μπορεί δηλαδή να μην τίθεται ξεκάθαρα ζήτημα μετατόπισης του βάρους απόδειξης στον καθ' ου η αίτηση όπως επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο αν διαπιστώσει ότι προσκομίστηκε επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία από τον αιτητή, οφείλει να την αντιπαραβάλει με τη μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, προκειμένου να καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη θέση του αιτητή ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα White Book 2021 p.842 par. 24.2.5:
«If the applicant for summary judgement adduces credible evidence in support of their application, the responded becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some other reason for trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicants statement of belief.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Εάν ο αιτητής συνοπτικής απόφασης προσκομίσει αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησης του, ο καθ' ου η αίτηση υπόκειται σε αποδεικτικό βάρος απόδειξης κάποιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας ή κάποιου άλλου λόγου για διεξαγωγή δίκης. Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι υψηλό. Αρκεί απλώς να αντικρούσει τη δήλωση πεποιθήσεων του αιτητή».
……..
Στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 840 παράγραφος 24.2.3, γίνεται παραπομπή σε απόσπασμα από την απόφαση Easyir Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339, το οποίο δίδει καθοδήγηση ως προς τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να ακολουθεί σε αιτήσεις συνοπτικής απόφασης κάτω από το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Δικαστής Lewison αφού τονίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, στη συνέχεια στην παράγραφο 15 της απόφασης του, αναφέρει τα εξής:
1. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτητής έχει ρεαλιστικές (realistic) και όχι φανταστικές (fanciful) πιθανότητες επιτυχίας (Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91).
2. Μια ρεαλιστική αξίωση είναι αυτή που φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (some degree of conviction). Αυτό σημαίνει πως μια αξίωση είναι κάτι παραπάνω από απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472).
3. Κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» (mini-trial) (Swain v Hillman ανωτέρω).
4. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδέχεται τοις μετρητοίς (at face) και χωρίς ανάλυση, τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή μαρτυρία του αιτητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστική βάση στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τον αιτητή, ιδιαίτερα όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με άλλη γραπτή μαρτυρία (ED & F Man Liquid Products v Patel, ανωτέρω).
5. Εντούτοις, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τα στοιχεία που λογικά αναμένεται να είναι διαθέσιμα στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550).
6. Παρόλο που κατά τη διάρκεια της δίκης ενδεχομένως να προκύψει ότι μια υπόθεση δεν ήταν πραγματικά περίπλοκη, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζεται χωρίς πλήρη διερεύνηση των περιστατικών κατά τη διάρκεια της κανονικής δίκης, έστω και αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή επιτρεπτό στη διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Έτσι, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ακόμη και όταν κατά την εξέταση της αίτησης δεν προκύπτει εμφανής διαφωνία για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως η περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων θα μπορούσε να προσθέσει ή να τροποποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο Δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης σε κανονική δίκη (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63).
7. Από την άλλη, δεν είναι ασύνηθες μια αίτηση με βάση το Μέρος 24 να εγείρει ένα απλό νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί ότι έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να αποφασίσει την υπόθεση. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση είναι πολύ κακή (bad in law) στην πραγματικότητα δεν θα έχει καμιά προοπτική να ευδοκιμήσει στην αξίωση του ή να υπερασπιστεί επιτυχώς στην αγωγή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση. Ομοίως, εάν η υπόθεση του αιτητή δεν έχει καλή νομική βάση, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί, τόσο το καλύτερο.
Εάν είναι δυνατόν να καταδειχθεί με αποδεικτικά στοιχεία ότι, παρόλο που το Δικαστήριο δεν έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του υλικό με τη μορφή εγγράφων ή προφορικών αποδεικτικών στοιχείων που θα έθεταν τα έγγραφα υπό άλλο πρίσμα, το υλικό αυτό είναι πιθανό να υπάρχει και να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμο στη δίκη, θα ήταν λάθος να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, διότι θα υπήρχε πραγματική, σε αντίθεση με μια φανταστική προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση. Ωστόσο, δεν αρκεί απλώς να υποστηριχθεί ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή μπορεί να προκύψει κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση σε κανονική δίκη (ICI Chemicals & Polymers Ltd κατά TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725).
Εκτός από την προϋπόθεση της «πραγματικής προοπτικής επιτυχίας» της αξίωσης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα, το Δικαστήριο εξετάζει και κατά πόσον υπάρχει «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί»
Κάποια παραδείγματα νομολογιακής ερμηνείας της πιο πάνω φράσης «άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί» δίδονται στο σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 841 παρ. 24.2.4 υπό τον τίτλο "no other compelling reason (for) a trial".
…….
Αναφορικά με το επίπεδο απόδειξης, όπως έχει προαναφερθεί, το βάρος είναι στον αιτητή προκειμένου να τεκμηριώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 24.2 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Σε τέτοια περίπτωση, επαφίεται στον καθ' ου η αίτηση να αντικρούσει αυτή τη μαρτυρία, καταδεικνύοντας ότι έχει καλές προοπτικές στην υπόθεση του και ότι υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Σύμφωνα με το σύγγραμμα Annual Practice 2021 στην σελίδα 842 παρ. 24.2.6, η διατύπωση του Μέρους 24.2 ("καμία πραγματική πιθανότητα επιτυχίας ..... άλλος επιτακτικός λόγος...............") υποδηλώνει ότι κατά την κρίση του ζητήματος, το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει ένα αρνητικό τεστ. Κατά την αξιολόγηση των πιθανοτήτων επιτυχίας μιας απαίτησης ή υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν απαιτείται να δεχθεί χωρίς ανάλυση όλα όσα λέει ένας διάδικος στη γραπτή του μαρτυρία (βλ. ED & F Man Liquid Products Ltd v. Patel [2003] EWCA Civ. 472). Εντούτοις, στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται από τους Δικαστές να εγκαταλείψουν τις κριτικές τους ικανότητες (abandon their critical faculties) (βλ. Calland v. Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192), παρότι η εξέταση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 δεν απαιτεί από τον Δικαστή να διεξάγει «μίνι δίκη» (βλ. Swain v. Hillman ανωτέρω).
Επομένως, κατά την ακρόαση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να αποφασιστεί επί πραγματικών γεγονότων εκεί όπου η εκδοχή της μιας πλευράς φαίνεται αξιόπιστη και έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η άλλη πλευρά. Η επιλογή μεταξύ των δυο εκδοχών αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστή και όχι του Δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση συνοπτικής απόφασης (βλ. Fashion Gossip Limited v Esprit Telecoms UK Limited [2000] 7 WLUK 794). Με την εξαίρεση όμως των περιπτώσεων που αυτό που παρουσιάζεται είναι τόσο εγγενώς απίθανο ή αντικρούεται από άλλη εξωγενή μαρτυρία (unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it) όπως αναφέρει ο Ward LJ στην απόφαση Day v. Royal Automobile Club Motoring Services Ltd [1999] 1 Αll ER 1007, 1013, με την οποία προτείνει την κατ' αναλογία υιοθέτηση του αρνητικού κριτηρίου, και σε αιτήσεις για παραμερισμό ερήμην απόφασης.
Σχετική με το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ' ου η αίτηση, είναι η απόφαση Sainsbury's Supermarkets Limited v Condek Holdings Limited [2014] EWHC 2016 (TCC), στην οποία αναφέρεται ότι αρκεί να αποδειχθεί πως η υπόθεση του είναι κάτι περισσότερο από απλώς συζητήσιμη με την έννοια ότι φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας. Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
«In deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at trial, namely the balance of probabilities, to the evidence presented: and on an application for summary judgment the court should consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial. However, the Court is not required simply to take all evidence at face value or to accept without question any assertion that may be made: the question is whether the respondent's case carries some degree of conviction.»
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Για να αποφασίσει εάν ο καθ' ου η αίτηση έχει κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εφαρμόσει το επίπεδο απόδειξης που θα ίσχυε στη δίκη, δηλαδή το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, στα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζονται: και σε μια αίτηση για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμα στη δίκη. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν απαιτείται απλώς να αποδεχθεί τοις μετρητοίς όλα τα αποδεικτικά στοιχεία ή να αποδεχθεί χωρίς αμφιβολία κάθε ισχυρισμό που μπορεί να προβληθεί: το ερώτημα είναι εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας».
Το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση Sainsbury's (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Director of Public Prosecutions v Surin [2025] EWHC 10 (KB) που αφορούσε έκδοση συνοπτικής απόφασης σε αγωγή του δημοσίου για ανάκτηση περιουσίας από παράνομες πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 266 του αγγλικού νόμου περί προϊόντων εγκλήματος (POCA).
Καθοδήγηση ως προς την εκδίκαση αίτησης συνοπτικής απόφασης μπορεί να αντληθεί και από το σύγγραμμα Blackstone's Civil Practice 2018, όπου αναλύεται η εφαρμογή του αντίστοιχου Μέρους 24 των αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρεται στη σελίδα 599 παρ. 34.10 του εν λόγω συγγράμματος ότι στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη την εκατέρωθεν γραπτή μαρτυρία και να διερωτηθεί κατά πόσο η υπόθεση μπορεί να ενισχυθεί με μαρτυρία κατά τη δίκη. Όπου η μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση, στο απόγειο της, δεν δικαιολογεί την πιθανότητα επιτυχίας, τότε είναι ορθό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Akinleye v. East Sussex Hospitals NHS Trust ανωτέρω). Αντιθέτως, όπου καταδεικνύεται κάποια προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο θα αρνηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης και δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Cotton v. Rickard Metals Inc. [2008] EWHC 824 QB).
Αναφέρεται στη συνέχεια στο ίδιο σύγγραμμα ότι το ερώτημα του κατά πόσον υπάρχει μια πραγματική προοπτική επιτυχίας δεν πρέπει να προσεγγίζεται με την εφαρμογή του συνήθους βάρους απόδειξης, ήτοι του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Πολλές υποθέσεις θα επιτύχουν σε κανονική δίκη αλλά δεν θα είναι κατάλληλες για συνοπτική απόφαση επειδή υπάρχουν σε αυτές πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα, διαφωνίες ως προς τα επίδικα γεγονότα ή περαιτέρω ζητήματα που θα πρέπει να διερευνηθούν και επιλυθούν κατά τη διάρκεια μιας πλήρους εκδίκασης της υπόθεσης.
Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι αιτήσεις για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να περιορίζονται εντός του αυστηρά καθορισμένου ρόλου τους. Δεν αποσκοπούν στο να αποφευχθεί η δίκη, ειδικά όπου υπάρχουν θέματα που είναι αναγκαίο να εξεταστούν σε ακροαματική διαδικασία. Επιπλέον η ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν θα πρέπει να συνιστά «μίνι - δίκη», στην οποία το Δικαστήριο αποφασίζει επί αμφισβητουμένων γεγονότων. Πρόκειται απλά για μια συνοπτική διαδικασία προκειμένου να διεκπεραιωθούν υποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανένας επιτακτικός λόγος να οδηγηθούν σε κανονική ακροαματική διαδικασία.
Τέλος θα πρέπει να αναφέρω ότι με την εφαρμογή των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δεν επηρεάζεται και εξακολουθεί να ισχύει η βασική νομολογιακή αρχή που ίσχυε κατά την ερμηνεία της Δ.18 των παλαιών θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ότι το Δικαστήριο οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία θα πρέπει να εξετάζεται στην Κύπρο και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του Άρθρου 30 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Έτσι, συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο σε καθαρές υποθέσεις, και κατόπιν απόδειξης των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο Μέρος 24, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο στον οποίο θα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 AAΔ 239). »
Περαιτέρω, στην υπόθεση Χαράλαμπος Παναγή, κ.α. v. Άντρια Γεωργίου, Πολ. Έφ. Ε/26/2025, ημερομηνίας 27/3/2026, στην οποία μηνομονεύεται η απόφαση Διογένους ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής:
« Πρέπει να τονιστεί ότι η προβλεπόμενη στο Μέρος 24, αποτελεί μία από τις διαδικασίες δια των οποίων το Δικαστήριο προάγει τον πρωταρχικό σκοπό δια της ενεργούς διαχείρισης υποθέσεων (Μέρος 1.5(1)). Όπως λέχθηκε στην Swain v. Hillman (2001) 1 All E.R. 91:
«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Pt 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Pt 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible».
Ο αιτητής σε αίτηση για συνοπτική απόφαση οφείλει να παρουσιάσει γραπτή μαρτυρία με την οποία να αποδείξει τόσο ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης του, όσο και ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει «πραγματική προοπτική επιτυχίας» επί της απαίτησης ή υπεράσπισης (Μέρος 24.2). Κρίνουμε χρήσιμη την παράθεση αποσπάσματος από την Αγγλική υπόθεση Easyair Ltd v. Opal Telecom Ltd (2009) EWHC 339 στο οποίο τέθηκε η σύνοψη των αρχών που διέπουν την εκδίκαση αιτήσεων για συνοπτική απόφαση βάσει του αντίστοιχου Αγγλικού Μέρους 24:
«The correct approach on applications by defendants is, in my judgment, as follows:
i)The court must consider whether the claimant has a "realistic" as opposed to a "fanciful" prospect of success: Swain v Hillman [2001] 2 All ER 91;
ii)A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8]
iii)In reaching its conclusion the court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman
iv)This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10]
v)However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550;
vi) Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial, even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63;
vii)On the other hand it is not uncommon for an application under Part 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, he will in truth have no real prospect of succeeding on his claim or successfully defending the claim against him, as the case may be. Similarly, if the applicant's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to a fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725».
(βλ. AC Ward & Sons Ltd v. Caitlin (Five) Ltd (2009) EWCA Civ 1098, Διογένους κ.ά. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, Πολ. Έφ. Ε86/25, ημερ. 11.2.2026).
Aφού ο αιτητής, με αξιόπιστη μαρτυρία, αποσείσει το βάρος ότι δικαιολογείται η πεποίθηση του πως ο καθ' ου δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της απαίτησης ή υπεράσπισης του, το βάρος εναποτίθεται πλέον στον καθ' ου η αίτηση να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της απαίτησης ή υπεράσπισης του, ή την ύπαρξη κάποιου άλλου επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη. Όπως αναφέρεται και στην παρ. 24.2.5 του White Book 2021:
«If the applicant for summary judgment adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or other reason for a trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant's statement of belief. The language of r.24.2 ("no real prospect.no other reason.") indicates that, in determining the question, the court must apply a negative test. The respondent's case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel (2003) EWCA Civ 472. In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority (2015) EWCA Civ 192 at [29]). However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini-trial (Swain v Hillman (2001) 1 All E.R. 91). Therefore, the court hearing a Pt 24 application should be wary of trying issues of fact or evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side. Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it (Fashion Gossip Ltd v Esprit Telecoms UK Ltd 27 July 2000, unrep,. CA; cf. Day v RAC Motoring Services Ltd (1999) 1 All E.R. 1007, per Ward LJ at 1013 propounding the adoption of a negative test on applications to set aside default judgments). When deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at the trial, namely the balance of probabilities on the evidence presented; on any application for summary judgment the court should also consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) (2001) EWCA Civ 550, CA)».
Όπως λέχθηκε και στην ED & F Man Liquid Products v. Patel (2003) EWCA Civ. 472 η υπεράσπιση που επιθυμεί εναγόμενος - καθ' ου να προωθήσει πρέπει να έχει κάποιο βαθμό πειστικότητας, δηλαδή κάτι πέραν του να είναι απλώς συζητήσιμη όπως ίσχυε με βάση την παλιά Δ.18 («the defence must carry some degree of conviction. Both approaches require the defendant to have a case which is better than merely arguable, as was formerly the case under R.S.C. Order 14»). »
Εξέταση της αίτησης
Έχοντας μελετήσει την επίδικη αίτηση, την ένσταση και τις σχετικές ένορκες δηλώσεις, σε συνδυασμό με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, και με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ στην εξέταση της αίτησης.
Κατ’ αρχάς, όπως έχει ήδη αναφερθεί οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης και συνεπώς έχει ικανοποιηθεί η σχετική προυπόθεση που απαιτείται για την καταχώρηση της αίτησης. Περαιτέρω, έχουν καταχωρίσει και υπεράσπιση στην απαίτηση της Ενάγουσας.
Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι τόσο η νομική βάση της ένστασης όσο και η επιχειρηματολογία των Εναγομένων στηρίζονται στη Δ.18 των προηγούμενων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αναφορά αυτή είναι λανθασμένη, αφού η παρούσα διαδικασία διέπεται από το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, οι προϋποθέσεις του οποίου έχουν ήδη αναλυθεί. Το ζήτημα, όμως, δεν χρειάζεται να με απασχολήσει περαιτέρω, αφού εκείνο που προέχει είναι κατά πόσο, υπό το φως της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ή υφίσταται άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η απαίτηση πρέπει να οδηγηθεί σε δίκη.
Με τη μαρτυρία που παρουσίασε, η Ενάγουσα επιδιώκει να καταδείξει ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, ότι οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να το κατέχουν χωρίς τη συγκατάθεσή της και ότι οι λόγοι που προβάλλουν προς δικαιολόγηση της κατοχής τους δεν παρέχουν σε αυτούς πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης.
Συναφώς, η Ενάγουσα προσκόμισε, μεταξύ άλλων, το διάταγμα δυνάμει του οποίου υποκατέστησε την Τράπεζα ως προς τις σχετικές πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, τις συμφωνίες υποθήκης, τα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία εκποίησης και μετεγγραφής του ακινήτου, τις δικαστικές αποφάσεις που είχαν προηγουμένως εκδοθεί και τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου. Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο εγγράφηκε επ’ ονόματι της Ενάγουσας στις 6/5/2025 και ότι αυτή είναι έκτοτε η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτριά του.
Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι διαμένουν και κατέχουν το ακίνητο. Ούτε προβάλλουν οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα ή άλλο αυτοτελές δικαίωμα δυνάμει του οποίου δικαιούνται να εξακολουθούν να το κατέχουν. Η θέση τους είναι ότι το ακίνητο αποτελούσε προηγουμένως ιδιοκτησία της Εναγόμενης 1 και ότι συνιστά την πρώτη και μοναδική κατοικία της ίδιας και των Εναγομένων 2 έως 4. Τα δεδομένα αυτά, όμως, δεν παρέχουν, αφ’ εαυτών, νομική βάση για τη συνέχιση της κατοχής του ακινήτου μετά την εγγραφή του επ’ ονόματι της Ενάγουσας.
Ο πυρήνας της προβαλλόμενης υπεράσπισης εντοπίζεται αλλού. Αφορά τη νομιμότητα και εγκυρότητα των δανειακών συμβάσεων, των εγγυήσεων και των υποθηκών, καθώς και τους όρους που περιλαμβάνονταν σε αυτές. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι οι συμφωνίες περιείχαν παράνομους και καταχρηστικούς όρους, ότι καταρτίστηκαν υπό συνθήκες πίεσης, παραπλάνησης ή εξαναγκασμού, ότι οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν ανεξάρτητη νομική συμβουλή και ότι η Τράπεζα προέβαινε μονομερώς σε μεταβολές του επιτοκίου και σε άλλες μη επιτρεπτές χρεώσεις.
Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν αφορούν οποιοδήποτε αυτοτελές δικαίωμα κατοχής του ακινήτου. Αποβλέπουν, ουσιαστικά, στην αμφισβήτηση της εγκυρότητας των συμφωνιών και των εξασφαλίσεων, στη βάση των οποίων κινήθηκαν οι προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες και ακολούθησε η εκποίηση του ακινήτου. Ωστόσο, για τις σχετικές πιστωτικές διευκολύνσεις είχαν ήδη καταχωριστεί αγωγές, στις οποίες εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις, μεταξύ άλλων, εναντίον της Εναγόμενης 1, με τις οποίες διατάχθηκε και η εκποίηση του ακινήτου. Δεν τέθηκε ενώπιόν μου οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι αποφάσεις εκείνες παραμερίστηκαν ή ότι έπαυσαν να ισχύουν.
Η Εναγόμενη 1 είχε τη δυνατότητα, στο πλαίσιο των αγωγών εκείνων, να αμφισβητήσει τις δανειακές συμβάσεις, τις υποθήκες και τους όρους τους και να προβάλει τις θέσεις στις οποίες στηρίζεται σήμερα η Υπεράσπιση. Το γεγονός ότι οι αποφάσεις εκδόθηκαν ερήμην δεν αναιρεί τη δεσμευτικότητά τους, ενόσω εξακολουθούν να ισχύουν. Η Εναγόμενη 1 είχε τη δυνατότητα να επιδιώξει τον παραμερισμό τους με την προβλεπόμενη διαδικασία και να προβάλει στο πλαίσιο εκείνο τους ισχυρισμούς της. Δεν μπορεί να επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα εμμέσως, μέσω της παρεμπίπτουσας αμφισβήτησης των συμφωνιών στην παρούσα αγωγή.
Στην υπόθεση Κύπρου Ανδρέου κ.ά. ν. Νέστορα Νικηφόρου, Πολιτική Έφεση αρ. Ε49/2016, ημερ. 16/1/2025, κρίθηκε ότι η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή την υπεράσπισή του δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει την έναρξη νέου δικαστικού αγώνα με αντικείμενο εκείνο που παραλείφθηκε. Στην υπόθεση εκείνη, διάδικος ο οποίος ήταν εναγόμενος στην προηγούμενη αγωγή επιχείρησε να προβάλει, μέσω μεταγενέστερης αγωγής, αξίωση την οποία είχε τη δυνατότητα να εγείρει στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας. Κρίθηκε ότι η παράλειψή του να το πράξει δεν απέκλειε την εφαρμογή του δεδικασμένου.
Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Ελενίτσα Κωνσταντινίδη v. Μαρίας Κωμοδρόμου, Πολ. Έφ.283/2015, ημερομηνίας 17/11/2025, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
« Κώλυμα λόγω δεκασμένου[1] είναι δυνατό να εγερθεί στις περιπτώσεις που ένα επίδικο γεγονός ενώ έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο, επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Κώλυμα του είδους, είναι δυνατό να προκύπτει τόσο σε σχέση με την αιτία της αγωγής (cause of action estoppel) όσο και σε σχέση με το επίδικο θέμα (cause of issue estoppel) (βλ. Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Θεοδόση Μυλωνά (2002) 1 Α.Α.Δ. 120, Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Παναγιώτου κ.α. (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 558, Θεοδώρου ν. Μάντη (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1036 και Halsbury' s Laws of England, 5th Edition, Vol. 12, par. 1169). Είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο κώλυμα - είτε λόγω απόφασης επί της ίδιας της αιτίας της αγωγής είτε λόγω απόφασης επί επίδικου θέματος - αφορά βασικά την αποτροπή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας.
Η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι υπάρχει προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση, ταύτιση των διαδίκων και της ιδιότητας τους καθώς και ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Περαιτέρω, αποτελεί εδραιωμένη νομολογιακή αρχή, ότι ο κανόνας του δεδικασμένου και ειδικά το κριτήριο της ταύτισης των επίδικων θεμάτων, δεν περιορίζεται σε θέματα που είχαν εγερθεί και εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά καλύπτει κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή και επιμελώς συμπεριφερόμενοι θα μπορούσαν να είχαν εγείρει, πλην όμως παρέλειψαν να το πράξουν (Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, Henderson v. Henderson [1843‑1860] 2 All E.R. 144 και Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670). Στις περιπτώσεις δηλαδή που ένας διάδικος είχε την ευχέρεια να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα ζήτημα στα πλαίσια προγενέστερων διαδικασιών και δεν το έπραξε, είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει τη γενικότερη αρχή του δεδικασμένου. Η τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και κατ' επέκταση η διαιώνιση τους, πλήττοντας έτσι την αρχή της τελεσιδικίας, δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή από τα Δικαστήρια. Όπως χαρακτηριστικά σημειώθηκε στην Barquwi (2004) 1 Α.Α.Δ. 1, με παραπομπή σε σχετική επί ζητήματος νομολογία:
«... το δεδικασμένο που απορρέει από προηγούμενη διαδικασία εκτείνεται και καλύπτει όχι μόνο «όσα προβλήθηκαν στην πρώτη διαδικασία αλλά [...] και εκείνα που θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί ως ενταγμένα στο πλαίσιο του αντικειμένου της, αλλά δεν προβλήθηκαν». Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται η δικαιοσύνη από αέναες διαδικασίες στις οποίες θα πρωταγωνιστούσε η ευρηματικότητα του διαδίκου». »
Στην προκειμένη περίπτωση, η Εναγόμενη 1 ήταν διάδικος στις αγωγές αρ. 2785/2013 και 2792/2013, οι οποίες αφορούσαν τις υπό συζήτηση πιστωτικές διευκολύνσεις και τις εξασφαλίσεις που είχαν παραχωρηθεί προς όφελος της Τράπεζας και τις οποίες επιχειρεί τώρα να αμφισβητήσει στο πλαίσιο της παρούσας. Στις αγωγές εκείνες εκδόθηκαν αποφάσεις, με τις οποίες διατάχθηκε, αφενός, η καταβολή των οφειλόμενων ποσών και, αφετέρου, η εκποίηση του επίδικου ακινήτου βάσει των συγκεκριμένων εξασφαλίσεων/υποθηκών.
Η διαφοροποίηση στην ταυτότητα της ενάγουσας στις προηγούμενες αγωγές δεν μεταβάλλει την πιο πάνω κατάληξη. Όπως ήδη αναφέρθηκε, με το σχετικό Σχέδιο Διακανονισμού και το διάταγμα που ακολούθησε η Ενάγουσα υποκατέστησε την Τράπεζα ως προς τις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις και τις εξασφαλίσεις που τις συνόδευαν. Έλκει, επομένως, τα δικαιώματα που αποτελούσαν αντικείμενο των προηγούμενων διαδικασιών και βρίσκεται, για τους σκοπούς της αρχής του δεδικασμένου, στην ίδια νομική θέση ως προς αυτά.
Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται τώρα αναφορικά με τη σύναψη, την εγκυρότητα και τους όρους των συμφωνιών αφορούν ζητήματα τα οποία ήταν διαθέσιμα και μπορούσαν να είχαν εγερθεί στο πλαίσιο των αγωγών εκείνων. Δεν είναι επιτρεπτό να επανέρχονται στην παρούσα διαδικασία, υπό τη μορφή υπεράσπισης στην απαίτηση για απόδοση της κατοχής του ακινήτου, με αποτέλεσμα να τίθεται εμμέσως υπό αμφισβήτηση η βάση δικαστικών αποφάσεων οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν. Τούτο ισχύει ιδιαιτέρως ως προς την Εναγόμενη 1, εναντίον της οποίας είχαν εκδοθεί οι προηγούμενες αποφάσεις.
Ως προς τους Εναγομένους 2 έως 4, σημειώνω ότι αυτοί δεν ήταν συμβαλλόμενοι στις επίδικες συμφωνίες και κατ’ επέκταση δεν ήταν ούτε διάδικοι στις προηγούμενες αγωγές. Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω Εναγόμενοι δεν προβάλλουν οποιαδήποτε αυτοτελή πηγή δικαιώματος κατοχής του ακινήτου. Η διαμονή τους σε αυτό συνδέεται αποκλειστικά με την προηγούμενη ιδιοκτησία και κατοχή της Εναγόμενης 1 και δεν θεμελιώνει, αφ’ εαυτής, δικαίωμα κατοχής έναντι της Ενάγουσας.
Έχω υπόψη ότι, σύμφωνα με τις αρχές που αναλύθηκαν προηγουμένως, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τους Εναγομένους στο παρόν στάδιο δεν είναι υψηλό και ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να προβεί σε επίλυση ουσιωδών πραγματικών διαφορών ή σε «μίνι δίκη». Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν καλούμαι να επιλέξω μεταξύ δύο συγκρουόμενων εκδοχών ως προς ουσιώδη γεγονότα. Ακόμη και αν οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 ληφθούν στο απόγειό τους, δεν θεμελιώνουν δικαίωμα των Εναγομένων να εξακολουθούν να κατέχουν το ακίνητο ούτε πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης έναντι της απαίτησης για παράδοση της κατοχής του.
Ούτε παρέχεται οποιοδήποτε πραγματικό έρεισμα στον ισχυρισμό ότι η αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα, καταχρηστικά ή καταπιεστικά. Η Ενάγουσα, ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, επιδιώκει με την παρούσα διαδικασία την αναγνώριση και πραγμάτωση των ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων. Δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει αλλότριο σκοπό ή χρήση της δικαστικής διαδικασίας για σκοπό διαφορετικό από την ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου. Ο λόγος ένστασης 7, όπως και οι υπόλοιποι λόγοι που στηρίζονται στην ύπαρξη καλόπιστης και ουσιαστικής υπεράσπισης, δεν ευσταθούν.
Καταλήγω, επομένως, ότι η Ενάγουσα έχει παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη έγγραφη μαρτυρία, με την έννοια που επεξηγείται στη Διογένους (ανωτέρω), η οποία τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Από τη μαρτυρία αυτή προκύπτουν η εγγεγραμμένη κυριότητά της και η συνεχιζόμενη κατοχή του ακινήτου από τους Εναγομένους, χωρίς να έχει καταδειχθεί οποιοδήποτε αυτοτελές δικαίωμα κατοχής από μέρους τους. Περαιτέρω, οι τελευταίοι δεν έχουν καταδείξει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ως προς το δικαίωμά της (Ενάγουσας) για ανάκτηση της κατοχής, ούτε όμως έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο το συγκεκριμένο ζήτημα πρέπει να οδηγηθεί σε δίκη.
Διαφορετική είναι, όμως, η θέση ως προς το χρηματικό σκέλος της απαίτησης. Η βάση της αξίωσης της Ενάγουσας εδράζεται στην ενοικιαστική αξία του ακινήτου, η οποία σύμφωνα με την τελευταία καθορίστηκε στο ποσό των €735 μηνιαίως και προς επιβεβαίωση παραπέμπει στην έκθεση εκτίμησης που έχει ετοιμαστεί με οδηγίες της (Τεκμήριο 11).
Ως προς το πώς προσεγγίζονται τέτοιες αξιώσεις στο πλαίσιο διαδικασίας της φύσης της παρούσας, παραπέμπω στην υπόθεση Mukhtar Mohamed Al Nwili v. Maremonte Investments Ltd, Πολ. Έφ. Ε205/2017, ημερ.9/1/2024, όπου αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
« Σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας, σημειώνουμε ότι στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ζητείτο αποζημίωση €1.500 μηνιαίως μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας στην Εφεσίβλητη. Ωστόσο, δεν επρόκειτο για προσυμφωνημένη αποζημίωση στην οποία η Εφεσίβλητη θα εδικαιούτο χωρίς άλλο. Δικογραφείτο ότι το ποσό, δηλαδή €1.500 μηνιαίως, ήταν η ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, όμως δεν ήταν περίπτωση ανάκτησης κατοχής από ενοικιαστή που ήταν υπόχρεος στην καταβολή συγκεκριμένου ενοικίου. Δεν εγειρόταν καν ζήτημα διαπίστωσης υπεράσπισης του Εφεσείοντα στην επιμέρους απαίτηση, αλλά αξίωσης που η Εφεσίβλητη όφειλε να αποδείξει με μαρτυρία, που θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης, στο πλαίσιο της μόνης προσφερόμενης διαδικασίας, της «κανονικής» δίκης. Το μηνιαίο ποσό που επιδικάστηκε ως αποζημίωση με την πρωτόδικη απόφαση δεν ήταν €1.500, αλλά €1.067, για το οποίο είχε προσφερθεί μαρτυρία με την επισύναψη σχετικού τεκμηρίου, έκθεσης εκτίμησης ημερ.13.3.2017, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την αποδοχή ως αξιόπιστης της σχετικής μαρτυρίας (έκθεσης) από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διεργασία ανεφάρμοστη στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση.
Στην J. & M. Loizides Ag. Ltd κ.ά. ν. Τράπ. Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1280, 1288-9, αναφέρθηκε ότι:
«Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. ............................
Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. Άρθρο 30 του Συντάγματος)».
Υπόλογος ή όχι να πληρώσει αποζημιώσεις για την κατοχή της κατοικίας μέχρι την παράδοση της, ο Εφεσείων είχε κάθε δικαίωμα να αντεξετάσει τον εκτιμητή της Εφεσίβλητης και να παρουσιάσει και δικό του, για να καταδείξει ότι η ενοικιαστική αξία της κατοικίας ήταν μικρότερη και συνεπώς και η αποζημίωση που όφειλε να καταβάλει πιο μικρή. Αυτό μόνο στο πλαίσιο της «κανονικής» δίκης μπορούσε να γίνει. »
Έχοντας αυτά λοιπόν υπόψη, το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν μπορεί να προχωρήσει στην επιδίκαση οιωνδήποτε αποζημιώσεων. Η ενοικιαστική αξία δεν συνιστά προσυμφωνημένη ή προκαθορισμένη αποζημίωση, αλλά αξίωση αποζημίωσης η θεμελίωση και το ύψος της οποίας απαιτούν απόδειξη μέσω της προσήκουσας μαρτυρίας στο πλαίσιο «κανονικής δίκης» και κατόπιν αξιολόγησης της από το Δικαστήριο. Επισημαίνω ότι παρόμοια ήταν και η προσέγγιση του Εφετείου στην απόφαση Χαράλαμπος Παναγή (ανωτέρω).
Συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει κατά το μέρος που αφορά την αναγνώριση του δικαιώματος της Ενάγουσας επί του ακινήτου, την εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του και τον τερματισμό της επέμβασης των Εναγομένων σε αυτό. Αντίθετα, για το λόγο που αναφέρθηκε δεν μπορεί να επιτύχει ως προς τα αξιούμενα διαφυγόντα κέρδη, ενδιάμεσα οφέλη και αποζημιώσεις, τα οποία παραμένουν προς εκδίκαση.
Υπό το φως των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνεται ότι δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων ως οι αξιώσεις υπό (α), (β) και (γ) του Εντύπου Απαίτησης, όχι όμως σε σχέση με τις αξιώσεις υπό (δ), (ε), (στ) και (ζ).
Κατάληξη
Συναφώς, η αίτηση εγκρίνεται μερικώς.
Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1-4, ως οι αξιώσεις υπό (α), (β) και (γ) του Εντύπου Απαίτησης. Σε σχέση με τις θεραπείες υπό (β) και (γ), ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε 30 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος.
Οι υπόλοιπες αξιώσεις, ήτοι (δ), (ε), (στ) και (ζ), παραμένουν προς εκδίκαση.
Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης και του γεγονότος ότι οι κύριες θεραπείες για ανάκτηση της κατοχής έχουν ήδη κριθεί, ενώ το χρηματικό σκέλος παραμένει προς εκδίκαση, θεωρώ δίκαιη την ακόλουθη ρύθμιση ως προς τα έξοδα.
Το ½ των εξόδων της αγωγής μέχρι σήμερα και το ½ των εξόδων της επίδικης αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1-4. Το υπόλοιπο ½ των εξόδων της αγωγής και της αίτησης, θα είναι στην πορεία της αγωγής.
(Υπ.) ………………………………..
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Πιστόν αντίγραφον
Πρωτοκολλητής