DARIMPEX LIMITED ν. MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LIMITED, Αρ. Απαίτησης: 89/26, 23/10/2026
print
Τίτλος:
DARIMPEX LIMITED ν. MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LIMITED, Αρ. Απαίτησης: 89/26, 23/10/2026

Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας

Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.

Αρ. Απαίτησης: 89/26

Μεταξύ:

 

DARIMPEX LIMITED

Ενάγουσα

και

MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LIMITED

Εναγόμενη

                                                                                                                                               

Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα: Σταύρος Χριστοδούλου για Στέλιος Αμερικάνος & Σία ΔΕΠΕ

Για Εναγόμενη: κ. Λοϊζιδης για M.C. Loizides & Associates LLC

Για Ενδιαφερόμενο Μέρος κ. Μέσσιο: κ. Α. Πολυδώρου

                                                                                   

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στις  9.3.26 η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα Απαίτηση η οποία περιέχει τις ακόλουθες αξιώσεις :

 

 A. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της ενδιάμεσης διαιτητικής απόφασης του Κωνσταντίνου Μέσσιου, Διαιτητή ημερομηνίας 17/2/2026, στην έκταση που αφορά την ορθότητα του διορισμού του ως του μόνου διαιτητή, διότι ο Διαιτητής επέδειξε ανάρμοστη και/ή απρεπή και/ή κακή συμπεριφορά και/ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση και ή επειδή η διαιτητική διαδικασία διεξάχθηκε παράτυπα και ή επειδή η ενδιάμεση διαιτητική απόφαση του Κωνσταντίνου Μέσσιου, Διαιτητή ημερομηνίας 17/2/2026 εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και/ή της δίκαιης δίκης και των αρχών και υποχρεώσεων περί της αμεροληψίας και/ή εκδόθηκε παράτυπα ή/και παράνομα ή/και επειδή πάσχει νομικά ή/και τυπικά ή/και επειδή περιέχει νομικό σφάλμα στην όψη της και/ή επειδή ήταν αναρμόδιος να εκδώσει την εν λόγω απόφαση.

Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το μέρος της διαιτητικής απόφασης ημερ. 17/2/2026 με το οποίο αποφασίζεται ότι ο διορισμός μονού διαιτητή είναι ορθός, είναι λανθασμένο και μη δεσμευτικό για την Ενάγουσα.

Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την απομάκρυνση του Ρωμανού Λοϊζίδη ως Διαιτητή στην μεταξύ των Αιτητών και των Καθ’ων η Αίτηση διαιτησία που διορίστηκε από τους Καθ’ ων η απαίτηση στις 20/2/2026 προς αντικατάσταση του Διαιτητή Κωνσταντίνου Μέσσιου, καθότι ο διορισμός του έγινε στη βάση της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 17/2/2026 η οποία στην έκταση που αφορά την ορθότητα του διορισμού του Κωνσταντίνου Μέσσιου ως του μόνου διαιτητή είναι προϊόν κακού χειρισμού και/ή απρεπούς ή κακής συμπεριφοράς και/ή παράτυπης διαδικασίας και/ή εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και /ή δίκαιης δίκης και/ή κατά παραβάση των αρχών και υποχρεώσεων περί της αμεροληψίας.

 

Η απαίτηση βασίζεται στα άρθρα 2, 3, 9, 11, 13, 14(1), 16(β),  20, 28 και 30  του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 3 και 36(2), στο άρθρο 30 του Συντάγματος και άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης και Προστασίας των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, στο Μέρος 44 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και ειδικότερα αλλά όχι εξαντλητικά στους Κανονισμούς 44.1, 44.2, 44.3 και 44.4 του Μέρους 44, στις αρχές της δίκαιης δίκης και φυσικής δικαιοσύνης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση βασίζεται στην ένορκη δήλωση της Mariya Peykova, δικηγόρου η οποία ασκεί τη δικηγορία ως barrister at law στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δηλώνει ότι γνωρίζει  τα γεγονότα από προσωπική της γνώση και εμπλοκή στην επίδικη διαφορά μεταξύ των μερών στη παρούσα απαίτηση, αφού η Ενάγουσα ανήκει και είναι συμφερόντων του πατέρα της. Δηλώνει επίσης δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της. Σε σχέση με τα γεγονότα αναφέρει τα ακόλουθα:

Κατά τις 10/5/2019 η Ενάγουσα ως Εργοδότης και η Εναγόμενη εταιρεία ως Εργολάβος υπέγραψαν συμβόλαιο εργολαβίας Ε1(Α) για Δομικά Υλικά (με ποσότητες), με αριθμό συμβολαίου 7219, ημερ. 10/05/2019 (η «Συμφωνία») αναφορικά με την ανέγερση και κατασκευή του ξενοδοχείου “MARALIA” στη Λευκωσία (το «Έργο»). Αντίγραφο της Συμφωνίας  επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1.

 

Το άρθρο 36 της Συμφωνίας προνοεί, μεταξύ άλλων ότι σε περίπτωση που προκύψει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των μερών τότε το θέμα τέτοιας αμφισβήτησης ή διαφοράς θα υποβάλλεται εγγράφως από οποιοδήποτε μέρος ή και από τα δύο μέρη, ανάλογα με την περίπτωση, στον Αρχιτέκτονα ο οποίος οφείλει εντός 28 ημερών να εκδώσει σχετική απόφαση η οποία θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη εκτός εάν εντός 28 ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης προβληθεί ένσταση είτε ως προς το σύνολο είτε ως προς κάποιο μέρος την απόφασης. Το ίδιο άρθρο προβλέπει επίσης ότι στην περίπτωση που ο Αρχιτέκτονας, για οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την απόφαση του προς τα μέρη, το ενδιαφερόμενο μέρος θα δικαιούται, με γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο μέρος, να αξιώσει την άμεση παραπομπή της διαφοράς εις Διαιτησία. Η Εναγόμενη αιτήθηκε στις 23/05/2025 την έκδοση απόφασης αρχιτέκτονα σε σχέση με διαφορά που προέκυψε στο Έργο πλην όμως ο αρχιτέκτονας παράλειψε να συμπληρώσει και να κοινοποιήσει την απόφαση του εντός των τασσόμενων 28 ημερών και ως αποτέλεσμα η Εναγόμενη αξίωσε με επιστολή της ημερ. 18/7/2025 (Τεκμήριο 2) την παραπομπή των ακόλουθων ζητημάτων σε διαιτησία: i. Πόση είναι η δικαιολογημένη παράταση που δικαιούται ο Εργολάβος δυνάμει του συμβολαίου μέχρι σήμερα και ii. Ποια είναι η σχετική οικονομική αποζημίωση που δικαιούται ο Εργολάβος για τη δικαιολογημένη παράταση χρόνου. Ακολούθως στις 26/8/2025 η Εναγόμενη απέστειλε στην Ενάγουσα ειδοποίηση συνάντησης για τις 3/9/2025 (Τεκμήριο 3) για διορισμό από κοινού διαιτητή δυνάμει του όρου 36(5) της Συμφωνίας, σημειώνοντας ότι σε περίπτωση μη διορισμού κοινού διαιτητή εντός 14 ημερών μετά τη συνάντηση το κάθε μέρος θα έχει δικαίωμα να προχωρήσει σε διορισμό δικού του διαιτητή. Παρά το ότι η Ενάγουσα ανταποκρινόμενη στην ειδοποίηση για συνάντηση, συναντήθηκε με την Εναγόμενη τόσο στις 3/9/2025 όσο και στις 9/9/2025 με σκοπό να διοριστεί από κοινού διαιτητής, αυτό δεν κατέστη δυνατόν και η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 26/9/2025 (Τεκμήριο 4) ενημέρωσε του δικηγόρους της Ενάγουσας ότι διορίζει τον κ. Κωνσταντίνο Μέσσιο (ΚΜ) ως δικό της διαιτητή, καλώντας ταυτόχρονα την Ενάγουσα να διορίσει δικό της διαιτητή. Επιπρόσθετα, με την εν λόγω επιστολή της η Εναγόμενη ανέφερε ότι σε περίπτωση μη διορισμού διαιτητή από την Ενάγουσα θα καλείτο ο διαιτητής να προχωρήσει στη βάση των προνοιών του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4. Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 08/10/2025 (Τεκμήριο 5) η οποία κοινοποιήθηκε προς την Εναγόμενη, προχώρησε στο διορισμό του κ. Δημήτρη Παπαδόπουλου (ΔΠ) ως διαιτητή της δικής της επιλογής. Ακολούθως η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 09/10/2025 (Τεκμήριο 6), ανέφερε ότι ο διορισμός του ΔΠ ως διαιτητή της επιλογής του Εργοδότη είναι εκπρόθεσμος και ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία θα πρέπει να συνεχιστεί από ένα μόνο διαιτητή, ήτοι τον ΚΜ. Με επιστολή ημερ. 9/10/2025 (Τεκμήριο 7) η οποία επιδόθηκε στην Ενάγουσα στις 10/10/2025, ο ΚΜ αναφέρει  «επιβεβαιώνω την αποδοχή του Διορισμού μου ως μόνου διαιτητή στην πιο πάνω διαφορά – διαιτησία». Περαιτέρω, επί της εν λόγω επιστολής επισυνάπτεται ως Παράρτημα 7 το έγγραφο «Αποδοχή και Ανάληψη Υποχρέωσης Διαιτητή» υπογεγραμμένο από τον ΚΜ με ημερομηνία 09/10/2025. Καθίσταται σαφές ότι μέχρι την 09/10/2025 ο διορισμός του ΚΜ ως του μόνου διαιτητή δεν είχε ολοκληρωθεί, εφόσον τελούσε υπό την αίρεση της αποδοχής του από τον ίδιο τον ΚΜ. Στην ίδια επιστολή του ημερ. 9/10/2025 ο ΚΜ αναφέρει ότι θεωρεί ότι έχει διοριστεί νομότυπα ως μονός διαιτητής ενώ επίσης αποκαλύπτει ότι είχε ενεργήσει ως δικηγόρος του Εργολάβου/ Εναγόμενης μέχρι και τον Απρίλιο 2024. Τέλος, καλεί τα μέρη σε διαδικαστική συνάντηση στο γραφείο του για τις 23/10/2025 με σκοπό να εκδώσει οδηγίες για τη προώθηση και χειρισμό της διαδικασίας και άλλα συναφή θέματα. Κατά τη συνάντηση στις 23/10/2025 η Ενάγουσα παρουσιάστηκε μέσω των δικηγόρων της υπό διαμαρτυρία και με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, περιλαμβανομένου του δικαιώματος να αμφισβητήσει τον διορισμό του ΚΜ ως του μόνου διαιτητή στη διαδικασία. Επί του προκειμένου παραδόθηκε και σχετικό γραπτό υπόμνημα (Τεκμήριο 8 ), στο οποίο ανέπτυξε τη θέση της προς υποστήριξη ένστασης της στον διορισμό του ως μονό διαιτητή ως επίσης και προς υποστήριξη αιτήματος για εξαίρεση του από τη διαδικασία, ενόψει της αποκάλυψης από τον ίδιο της σχέση που είχε με τον Εργολάβο. Με απόφαση του ημερ. 17/2/2026 (Τεκμήριο 9) ο ΚΜ απέρριψε την ένσταση της Ενάγουσας ως προς τον διορισμό του ως του μόνου διαιτητή και προχώρησε στην εξέταση του αιτήματος για εξαίρεση του. Με την εν λόγω απόφαση, αφού αναγνώρισε ότι στα μάτια του μέσου ανεξάρτητου κριτή ενδέχεται να προκύπτει η σκιά μεροληψίας του υπέρ της Εναγόμενης, καταλήγει ότι προκειμένου να αποφευχθεί ενδεχόμενο υπονοούμενων ή ελάττωμα στην απονομή της δικαιοσύνης καθώς και οποιασδήποτε αμφιβολίας της υπόστασης του, δεν μπορεί να συνεχίσει ως διαιτητής και συνεπώς παραιτήθηκε. Κάλεσε δε την Εναγόμενη να προχωρήσει σε διορισμό νέου διαιτητή ως αντικαταστάτη του. Είναι η θέση τους ότι η απόφαση του ΚΜ με την οποία από τη μια αποφάσισε ότι συνέτρεχαν λόγοι να εξαιρεθεί από διαιτητής και από την άλλη αποφάσισε ότι ο διορισμός του, αυτός καθαυτός ήταν ορθός, παραβιάζει τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και δίκαιης δίκης και είναι αποτέλεσμα συμπεριφοράς που ισοδυναμεί με κακή συμπεριφορά ή κακό χειρισμό της υπόθεσης (misconduct) και ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, τη στιγμή που αμφισβητείτο όχι μόνο η αμεροληψία του αλλά και ο ίδιος ο διορισμός του. Είναι επίσης η θέση της Ενάγουσας ότι ο ΚΜ με την πιο πάνω απόφαση του επέδειξε συμπεριφορά η οποία διασαλεύει και ή καταστρέφει την εμπιστοσύνη την οποία θα έπρεπε τα μέρη σε διαιτησία να έχουν στους διαιτητές, ότι θα προέλθουν σε δίκαιη απόφαση και ή αποτελεί ανάρμοστη συμπεριφορά η οποία ισοδυναμεί με προκατάληψη ασυμβίβαστη με την αμεροληψία με την οποία πρέπει να λειτουργεί ένας διαιτητής. Συγκεκριμένα, εφόσον είχε τεθεί το ζήτημα εξαίρεσης του ως διαιτητής το οποίο αφού εξέτασε αποφάσισε να το εγκρίνει, δεν νομιμοποιείτο να εκδώσει οποιαδήποτε άλλη απόφαση στα πλαίσια της διαιτησίας η οποία να είναι και δεσμευτική για τη μετέπειτα πορεία της όλης διαδικασίας αφού με αυτή καθορίζεται ότι δεν θα διεξαχθεί με δύο διαιτητές αλλά μόνο με ένα της επιλογής του Εργολάβου. Η ομνύουσα επισημαίνει ότι  τα δύο ζητήματα (διορισμού και εξαίρεσης) τέθηκαν μαζί και εφόσον ο ΚΜ αποφάσισε ότι συνέτρεχαν λόγοι εξαίρεσης του, καμιά άλλη απόφαση έπρεπε να είχε ληφθεί η οποία να δεσμεύει τη μετέπειτα διαιτητική διαδικασία. Σημειώνεται επί του προκειμένου ότι μετά την απόφαση 17/2/2026 η Εναγόμενη στη βάση αυτής προχώρησε στις 20/2/2026 στον διορισμό νέου διαιτητή και συγκεκριμένα του κ. Ρωμανού Λοϊζίδη για να ενεργεί ως μοναδικός διαιτητής σε αντικατάσταση του ΚΜ και στις 25/02/2026 με επιστολή Τεκμήριο 10 κοινοποίησε τον εν λόγω διορισμό στην Ενάγουσα.

 

Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι από τη στιγμή που ο ΚΜ αποφάσισε ότι συνέτρεχαν λόγοι για να εξαιρεθεί και εξαιρέθηκε, θα έπρεπε πλέον να επαναληφθεί από την αρχή ολόκληρη η διαδικασία διορισμού διαιτητών ως προνοείται στη Συμφωνία και σε περίπτωση μη συμφωνίας να ακολουθηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 11 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4.  Πέραν των ανωτέρω είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η απόφαση ημερ. 17/2/2026 είναι αντιφατική και/ή είναι προδήλως εσφαλμένη ως προς νομικά και/ή πραγματικά ζητήματα και/ή εκδόθηκε παράτυπα και ο Κωνσταντίνος Μέσσιος παρέλειψε να ενεργήσει δίκαια προς την Ενάγουσα.

 

Χωρίς επηρεασμό της ανωτέρω θέσης, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η διαιτητική απόφαση, στην έκταση που αφορά το θέμα του διορισμού του ΚΜ ως του μόνου διαιτητή είναι λανθασμένη αφού παρέλειψε να εξετάσει την εφαρμογή του άρθρου 11 του Κεφ. 4. Η αναφορά του στη σελ. 3 στο εν λόγω άρθρο και ότι η διαδικασία που περιγράφει τελεί υπό αίρεση του εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά δηλ. «εκτός αv από τo συνυποσχετικό εκφράζεται αvτίθετη πρόθεση» δεν αλλάζει τη θέση της Ενάγουσας εφόσον το ίδιο το συνυποσχετικό (όρος 36(5)(α) της Συμφωνίας) παραπέμπει στο Κεφ. 4. Εν ολίγοις δεν υπάρχει αποκλεισμός του Κεφ. 4 και του άρθρου 11 αλλά αντιθέτως η Συμφωνία η ίδια και το συνυποσχετικό παραπέμπει σε αυτό.

 

Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του ΚΜ ως του μόνου διαιτητή πάσχει και είναι άκυρος αφού i. Σύμφωνα με το άρθρο (36)(5)(α) του Συμφωνίας, εάν εντός 7 ημερών από τη λήψη της ειδοποίησης των Απαιτητών για διορισμό του ΚΜ ως του διαιτητή της δικής τους επιλογής, ο Εργοδότης παρέλειπε να διορίσει και ο ίδιος τον διαιτητή της δικής του επιλογής, τότε θα ίσχυαν και θα τίθενται σε εφαρμογή οι σχετικές πρόνοιες του Κεφ. 4. ii. Σύμφωνα με το άρθρο 11(β) του Κεφ. 4, το οποίο σχετίζεται με το διορισμό 2 διαιτητών, εάν στην εν λόγω παραπομπή ένας από τους συμβαλλόμενους παραλείψει να διορίσει διαιτητή (είτε ευθύς εξαρχής, είτε για σκοπούς αντικατάστασης) μέσα στις 7 επόμενες εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία ο άλλος συμβαλλόμενος, έχοντας διορίσει το διαιτητή του, επέδωσε ειδοποίηση στον συμβαλλόμενο που έχει παραλείψει το διορισμό για να προβεί σε αυτόν, ο συμβαλλόμενος ο οποίος διόρισε διαιτητή δύναται να διορίσει το διαιτητή αυτόν ως το μοναδικό διαιτητή στην παραπομπή. Κατ’ επέκταση, προκύπτει εύλογα ότι μετά την εκπνοή της προθεσμίας των 7 ημερών που έθετε η Συμφωνία ώστε ο Εργοδότης να διορίσει τον διαιτητή της επιλογής του, τέθηκαν σε εφαρμογή οι σχετικές πρόνοιες του Κεφ. 4. Οι Απαιτητές όφειλαν, σύμφωνα με το άρθρο 11(β) του Κεφ. 4, να επιδώσουν νέα ειδοποίηση προς τον Εργοδότη, επτά εργάσιμων ημερών για να προβεί σε διορισμό διαιτητή της δικής του επιλογής και μόνο εάν ο Εργοδότης παρέλειπε εντός της νέας προθεσμίας να προβεί στον εν λόγω διορισμό, οι Απαιτητές θα είχαν το δικαίωμα να διορίσουν τον ΚΜ ως τον μοναδικό διαιτητή στην παραπομπή. Στην παρούσα περίπτωση ουδέποτε δόθηκε (ή επιδόθηκε) οποιαδήποτε νέα ειδοποίηση από τους Απαιτητές, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 11(β) του Κεφ. 4, αλλά οι Απαιτητές προχώρησαν απευθείας στον διορισμό του ΚΜ ως τον μόνο διαιτητή, ο οποίος, είναι η θέση τους πάσχει και είναι άκυρος.

 

Εν ολίγοις, κατά παράβαση τόσο των όρων της Συμφωνίας αλλά και των προνοιών του Κεφ. 4 στις οποίες παραπέμπει η ίδια Συμφωνία, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η Ενάγουσα δεν διόρισε εντός της προθεσμίας τον δικό της διαιτητή δεν είχε δικαίωμα η Εναγόμενη να προχωρήσει σε διορισμό μόνου διαιτητή, χωρίς προηγουμένως να σταλεί η ειδοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 11(β) του Κεφ. 4. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης είναι η θέση της Ενάγουσας, ότι εφόσον η αποδοχή του διορισμού του ΚΜ ως του μόνου διαιτητή έλαβε χώρα μεταγενέστερα του διορισμού του ΔΠ ως του διαιτητή της επιλογής του Εργοδότη, ο διορισμός του ΚΜ ως του μόνου διαιτητή στην παρούσα διαδικασία πάσχει και είναι άκυρος.

 

Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι, αυτούσιοι οι ακόλουθοι:

 

1.    Η υπό κρίση Διαιτητική Απαίτηση είναι αβάσιμη, καταχρηστική και/ή κακόπιστη και καταχωρήθηκε με αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση και παρεμπόδιση της εξέλιξης της διαιτητικής διαδικασίας και/ή της επί της ουσίας εκδίκασης των διαφορών των μερών, παρά το γεγονός ότι η Εναγόμενη ακολούθησε πιστά και εμπρόθεσμα όλα τα στάδια της διαδικασίας που προβλέπονται στο Άρθρο 36 του Συμβολαίου και στο Κεφ. 4.

 

2.    Η υπό κρίση Απαίτηση συνιστά forum manipulation και/ή οδηγεί στην κατάργηση  της εθελούσιας φύσης της διαδικασίας  διαιτησίας και/ή καταργεί την σύμφυτη εξουσία και/ή δικαιοδοσία του διορισμένου διαιτητή να αποφασίζει επί των θεμάτων που έχουν παραπεμφθεί.

 

3.    Η Ενάγουσα ειδοποιήθηκε δεόντως και εγκαίρως για όλα τα στάδια της διαδικασίας διορισμού διαιτητή, περιλαμβανομένης της ειδοποίησης ημερομηνίας 26.09.2025, με την οποία κλήθηκε να διορίσει δικό της διαιτητή εντός επτά (7) ημερών, πλην όμως παρέλειψε να το πράξει και ως εκ τούτου απώλεσε οποιοδήποτε σχετικό δικαίωμα είχε προς διορισμό διαιτητή.

 

4.    Ο διορισμός του κ. Κωνσταντίνου Μέσσιου ως διαιτητή και ακολούθως ως μοναδικού διαιτητή επήλθε νόμιμα, έγκυρα και σύμφωνα με το Άρθρο 36 (5) του Συμβολαίου και το Άρθρο 11 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, μετά την παράλειψη της Ενάγουσας να διορίσει δικό της διαιτητή εντός της προβλεπόμενης συμβατικής και νομοθετικής προθεσμίας.

 

5.    Ο μεταγενέστερος διορισμός του κ. Δημήτρη Παπαδόπουλου από την Ενάγουσα, ημερομηνίας 08.10.2025, ήταν εκπρόθεσμος, άκυρος και χωρίς έννομα αποτελέσματα, καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κ. Κωνσταντίνος Μέσσιος είχε ήδη καταστεί μοναδικός διαιτητής δυνάμει των ρητών προνοιών του Συμβολαίου και του Κεφ. 4.

 

6.    Η Ενδιάμεση Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 17.02.2026 εκδόθηκε από νομίμως διορισθέντα και έχοντα δικαιοδοσία διαιτητή και αποτελεί έγκυρη και δεσμευτική απόφαση ως προς τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιόν του

 

7.    Η ίδια η Ενάγουσα υπέβαλε ενώπιον του κ. Μέσσιου προς εκδίκαση και απόφαση (α) του κατά πόσον ο διορισμός του ως μοναδικού διαιτητή ήταν νόμιμος, και (β) του κατά πόσον συνέτρεχαν λόγοι εξαίρεσής του, χωρίς επιφύλαξη δικαιωμάτων και/ή αναγνωρίζοντας και αποδεχόμενη κατ’ αυτό τον τρόπο τη δικαιοδοσία και εξουσία του να αποφασίσει επί των εν λόγω ζητημάτων.

 

8.    Η Ενάγουσα κωλύεται και/ή δεν δύναται σήμερα να αμφισβητεί την εξουσία και δικαιοδοσία του κ. Μέσσιου να αποφασίσει επί ζητημάτων τα οποία η ίδια έθεσε ενώπιον του προς εκδίκαση και επί των οποίων ζήτησε την έκδοση απόφασης.

 

9.    Η παρούσα Διαιτητική Απαίτηση αποτελεί προσπάθεια ανατροπής μέρους της Ενδιάμεσης Διαιτητικής Απόφασης που δεν εξυπηρετεί την Ενάγουσα, ενώ ταυτόχρονα η ίδια αποδέχθηκε τη διαδικασία ενώπιον του κ. Μέσσιου και συμμετείχε ενεργά σε αυτήν, ενεργώντας κατά παράβαση των αρχών approbation and reprobation και/ή waiver και/ή estoppel.

 

10.  Η Ενδιάμεση Διαιτητική Απόφαση του κου κ. Μέσσιου είναι καθ’όλα νόμιμη και/ή έγκυρη και/ή σύμφωνη με τις πρόνοιες του Άρθρου 36 του Επίδικου Συμβολαίου και/ή του Άρθρου 11 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ.4) και/ή η εξαίρεση του κ. Μέσσιου από τη συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας δεν επηρεάζει ούτε ακυρώνει τις αποφάσεις που ήδη εκδόθηκαν από αυτόν κατά τον χρόνο που ασκούσε νόμιμα τα καθήκοντα και τη δικαιοδοσία του ως διαιτητής και/ή μοναδικός διαιτητής.

 

11. Ο μεταγενέστερος διορισμός του κ. Ρωμανού Λοϊζίδη ως διαιτητή έγινε νόμιμα και σύμφωνα με το Συμβόλαιο και το Κεφ. 4 για σκοπούς συνέχισης της ήδη υφιστάμενης διαιτητικής διαδικασίας και δεν αμφισβητείται από την ίδια την Ενάγουσα.

 

12. Η παρούσα Διαιτητική Απαίτηση στερείται πραγματικού και/ή νομικού ερείσματος, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Μέρους 44 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης.

 

Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Γιαννάκη Ιωάννου ο οποίος είναι  πολιτικός μηχανικός και  Γενικός  Διευθυντής της Εναγόμενης - Καθ’ ης η Απαίτηση εταιρείας, (στο εξής η «Εναγόμενη»).  Ως αναφέρει, η  παρούσα, Διαιτητική Απαίτηση είναι ακόμη μία απόδειξη για την κακόπιστη και παρελκυστική συμπεριφορά της Ενάγουσας, την οποία επιδεικνύει διαχρονικά. H Ενάγουσα είναι ο ιδιοκτήτης του κατασκευαστικού έργου και/ή του υπό ανέγερση ξενοδοχείου με την επωνυμία «Maralia» στη Λευκωσία (το «Επίδικο Έργο»). Η Εναγόμενη αποτελεί εργοληπτική εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών, η οποία δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό τομέα, πέραν των σαράντα χρόνων και είναι η εργολάβος του Επίδικου Έργου. Ο ενόρκως δηλών επεξηγεί το άρθρο 36 του Συμβολαίου και το Άρθρο 11 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφάλαιο 4), οι πρόνοιες των οποίων τηρήθηκαν, σύμφωνα με τη θέση του, πιστά.

 

Σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα, αναφέρει ότι την 23.05.2025 η Εναγόμενη ενεργοποίησε την ρητή πρόνοια του όρου 36 (1) του Συμβολαίου και παρέπεμψε συγκεκριμένη διαφορά για απόφαση αρχιτέκτονα, Τεκμήριο 1.  Ο Αρχιτέκτονας παρέλειψε να εκδώσει απόφαση σε σχέση με την Αίτηση μέχρι την 20.06.2025 έτσι στις 18.07.2025, η Εναγόμενη παρέπεμψε συγκεκριμένα αιτήματα του ως πρoέκυπταν από την Αίτηση σε διαιτησία, Τεκμήριο 2.  Ουδεμία ανταπόκριση από την Ενάγουσα υπήρξε στην Ειδοποίηση Παραπομπής Διαφοράς σε Διαιτησία. Την 26.08.2025, η Εναγόμενη απέστειλε δεύτερη ειδοποίηση, ως προνοεί το Συμβόλαιο, με την οποία καλούσε την Ενάγουσα σε κατ’ ιδίαν συνάντηση με σκοπό το διορισμό από κοινού διαιτητή ως προνοεί το Συμβόλαιο (η «Ειδοποίηση διορισμού από κοινού διαιτητή»), Τεκμήριο 3. Ενόψει της εν λόγω Ειδοποίησης διορισμού από κοινού διαιτητή, την 03.09.2025 οι διάδικοι συναντήθηκαν και ελλείψει συμφωνίας διορισμού κοινού διαιτητή, συμφώνησαν όπως συναντηθούν εκ νέου την 09.09.2025 για ανταλλαγή ονομάτων εκατέρωθεν και σε περίπτωση κοινώς αποδεκτού προσώπου, τότε θα προχωρούσαν στον από κοινού διορισμό του. Προς τούτο, η Εναγόμενη την 09.09.2025 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα και/ή σχετική γραπτή επιστολή προς τον ΚΜ με την οποία ζητούσε τη διαθεσιμότητα του να ενεργήσει ως διαιτητής στην παρούσα διαφορά και αυθημερόν έλαβε τη θετική απάντηση του. Η εν λόγω δήλωση καθώς επίσης ακόμη δύο δηλώσεις που έλαβε η Εναγόμενη δόθηκαν στην Ενάγουσα από την 09.09.2025. Αντίγραφο της επιστολής της Εναγόμενης και του ΚΜ επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 4. Παρά την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, η Ενάγουσα, ουδεμία βεβαίωση προσκόμισε στην Εναγόμενη και παρά την αρχική συμφωνία για διορισμό συγκεκριμένου από κοινού διαιτητή, ουδεμία κατάληξη υπήρξε. Στην απουσία από κοινού διορισμού οποιουδήποτε διαιτητή, την 26.09.2025, η Εναγόμενη, νομότυπα και συμφώνως των προνοιών του Συμβολαίου, προχώρησε σε νέα ειδοποίηση, Τεκμήριο 5 με την οποία ενημέρωνε την Ενάγουσα ότι, έχει προχωρήσει στο διορισμό του ΚΜ ως διαιτητή της επιλογής της και σημείωνε στην Ενάγουσα (η «Νέα Ειδοποίηση Διορισμού Διαιτητή») ρητά, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «6. Εν όψει όλων των πιο πάνω και ως προνοεί ρητά ο όρος 36(5)(α) του Συμβολαίου με την παρούσα έγγραφη ειδοποίησή μας σας καλούμε όπως εντός επτά (7) ημερών από την λήψη της παρούσας ειδοποίησης, ήτοι μέχρι την 03.10.2025 όπως διορίσετε και δικό σας διαιτητή. 7. Σε διαφορετική περίπτωση θα καλέσουμε το διαιτητή να προχωρήσει ως προνοούν οι πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4». Αυθημερόν η Εναγόμενη ενημέρωσε σχετικά τον ΚΜ για τον διορισμό του ως διαιτητή στη διαδικασία τον οποίο ο τελευταίος επιβεβαίωσε (Τεκμήριο 6). Την 06.10.2025 - ήτοι 7 εργάσιμες ημέρες μετά το διορισμό του εν λόγω διαιτητή - και επειδή η Ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε σε διορισμό διαιτητή της δικής της επιλογής ως συμβατικά όφειλε, η Εναγόμενη προχώρησε συμμορφούμενη πλήρως με το Συμβόλαιο και το Άρθρο 11 του Κεφ. 4 στο διορισμό του ΚΜ ως μοναδικού διαιτητή σημειώνοντας του γραπτώς ότι πλέον όφειλε να προχωρήσει ως μοναδικός διαιτητής (Τεκμήριο 7). Ο πιο πάνω κατέστη μοναδικός διαιτητής στην παρούσα διαδικασία, χωρίς οποιαδήποτε αίρεση ή άλλη προϋπόθεση. Προς απάντηση των όσων εντελώς εσφαλμένα και κακόπιστα εγείρονται στην ένορκη δήλωση στην αίτηση ουδεμία άλλη ειδοποίηση θα έπρεπε να αποστείλει η Ενάγουσα και ουδέν άλλο προαπαιτούμενο υπήρχε. Η θέση της Ενάγουσας ότι απαιτείτο οποιαδήποτε πρόσθετη ειδοποίηση για την ολοκλήρωση του διορισμού του ΚΜ ως μοναδικού διαιτητή δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα ούτε στο Συμβόλαιο ούτε στις διατάξεις του Κεφ. 4. Παρά τα ως άνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα και σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Συμβολαίου, η Ενάγουσα προχώρησε σε γραπτή ειδοποίηση προς την Εναγόμενη για δήθεν διορισμό δεύτερου διαιτητή δικής της επιλογής, ήτοι του δικηγόρου ΔΠ, την 08.10.2025,  Τεκμήριο 8. Αυτός ο διορισμός είναι η θέση τους ότι ουδεμία ισχύ έχει, αφού η ως άνω ειδοποίηση της Ενάγουσας, ήταν εκπρόθεσμη, ο δε ισχυρισμός της τελευταίας σήμερα, ότι ο διορισμός του ΚΜ δεν είχε ολοκληρωθεί κατά την ημερομηνία που στάλθηκε η ως άνω ειδοποίηση, είναι παντελώς ανυπόστατος και έκδηλα κακόπιστος. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα η Ενάγουσα από την Νέα Ειδοποίηση Διορισμού Διαιτητή, ήτοι από 26.09.2025, είχε ως οι ρητές πρόνοιες του Συμβολαίου, 7 μέρες, ήτοι μέχρι την 03.10.2025 να  προχωρήσει σε διορισμό δικού της διαιτητή, και δεν το έπραξε. Αντ’ αυτού, επανήλθε έκδηλα εκπρόθεσμα και κακόπιστα με δήθεν διορισμό δικού της διαιτητή. Αυτή η ενέργεια της Ενάγουσας, δεν προβλέπεται από καμία πρόνοια του Συμβολαίου και από καμία νομοθετική διάταξη.

 

Ο ενόρκως δηλών επισημαίνει επίσης ότι είναι αδιαμφισβήτητο ότι, όλη η αλληλογραφία γινόταν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αμφότερων των δικηγόρων εκ μέρους των πελατών τους. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί δήθεν κακής επίδοσης επιστολής του ΚΜ στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί σε όλη την παρούσα διαδικασία την Ενάγουσα η οποία ξεκίνησε από τις 23.05.2025 είναι τουλάχιστον ατυχής. Επίσης, η Ενάγουσα γνωρίζει ότι στη δηλωθείσα διεύθυνση της εταιρείας ως εγγεγραμμένο γραφείο δεν υπάρχει υποστατικό. Περαιτέρω, η Ενάγουσα γνώριζε για τον πιθανό διορισμό του ΚΜ τουλάχιστον από τις 09.09.2025, χωρίς ποτέ να ισχυριστεί ζητήματα μεροληψίας του. Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι εφόσον ο ΚΜ, αποφάσισε δήθεν ότι συνέτρεχαν λόγοι εξαίρεσης του και για αυτό δεν θα έπρεπε να αποφασίσει επί κανενός άλλου ζητήματος είναι έκδηλα κακόπιστος και καταχρηστικός. Είναι η θέση του ότι η παρούσα Διαιτητική Απαίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική και κακόπιστη. Η ίδια η Ενάγουσα ζήτησε από τον ΚΜ να αποφανθεί επί δύο ζητημάτων, ήτοι το νόμιμο ή μη ενός και μόνου διορισμού και κατά δεύτερον εάν θα πρέπει να εξαιρεθεί ένεκα της προηγούμενης του εκπροσώπησης της Εναγόμενης. Αυτά αποφάσισε. Σημειώνει ότι όπως άλλωστε προκύπτει τόσο από την Ενδιάμεση Διαιτητική Απόφαση όσο και από το ίδιο το αίτημα και το υπόμνημα της Ενάγουσας, σε κανένα σημείο η ίδια δεν ζήτησε από τον ΚΜ να αποφανθεί επί του νόμιμου ή μη διορισμού ενός και μόνου διαιτητή υπό την επιφύλαξη ή αίρεση του αποτελέσματος της απόφασης του επί της εξαίρεσης του. Σύμφωνα με την αίτηση της Ενάγουσας, ημερ. 23.10.2025 πρωτίστως η Ενάγουσα ζήτησε να εξεταστεί το ζήτημα του νόμιμου διορισμού ενός και μόνο διαιτητή και δευτερευόντως το ζήτημα εξαίρεσης του ΚΜ και μάλιστα τούτο επιπρόσθετα και όχι διαζευκτικά. Συνάγεται, σύμφωνα με τη θέση τους,  από τα πιο πάνω ο ΚΜ ως νομίμως διορισθείς διαιτητής είχε δικαιοδοσία και εξουσία κατά τον ουσιώδη χρόνο όπως αποφασίσει επί όποιων ζητημάτων, τα μέρη τον κάλεσαν να αποφασίσει. Εάν η Ενάγουσα ήταν της άποψης ότι εάν ο ΚΜ δεν μπορούσε να αποφασίσει επί του νόμιμου διορισμό του ως μόνου διαιτητή εάν και εφόσον αποφάσιζε υπέρ της εξαίρεσης του τότε δεν θα προχωρούσε σε υποβολή των δύο αυτών ζητημάτων ταυτόχρονα. Η ίδια η Ενάγουσα αποδέχθηκε ότι και τα δύο ζητήματα που υπέβαλε προς τον ΚΜ με σκοπό την έκδοση απόφασης, ήταν και τα δύο, ζητήματα για τα οποία ο τελευταίος είχε εξουσία και αρμοδιότητα να αποφανθεί. Το να επανέρχεται, λοιπόν, σήμερα με τον ισχυρισμό ότι η απόφαση του σε σχέση με τον πρώτο λόγο ένστασης της, ήτοι το διορισμό ενός και μόνο διαιτητή, είναι λανθασμένη ένεκα ισχυριζόμενης μεροληψίας από την πλευρά του είναι καθόλα καταχρηστικό και κακόπιστο.

 

Πρόσθετα, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η σημερινή προσπάθεια της Ενάγουσας να ανατρέψει το μέρος της Ενδιάμεσης Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 17.02.2026 που αφορά το ζήτημα του διορισμού ενός και μόνου διαιτητή, αποτελεί συνέχεια της ίδιας παρελκυστικής συμπεριφοράς που επέδειξε η Ενάγουσα από τον χρόνο που κατέστησαν πληρωτέες οι οφειλές της προς την Εναγόμενη. Συνοπτικά, αναφέρεται ότι η Ενάγουσα παρέλειπε να εξοφλήσει πιστοποιημένες οφειλές αναγκάζοντας έτσι την Εναγόμενη να αναστείλει τις εργασίες της τον Μάρτιο του 2025. Παρά τις προσπάθειες της Εναγόμενης για καλόπιστη διαβούλευση και συμβιβασμό, η Ενάγουσα καθυστερούσε αδικαιολόγητα την έκδοση πιστοποιητικών, έθετε συνεχώς νέους όρους, και αργότερα προέβαλε αβάσιμους ισχυρισμούς περί υπερπληρωμών για να αποφύγει την εξόφληση. Μετά την αποτυχία των διαβουλεύσεων, η Εναγόμενη ενεργοποίησε τη συμβατική διαδικασία διαιτησίας του άρθρου 36. Η Ενάγουσα επέδειξε την ίδια κωλυσιεργία: δεν ανταποκρίθηκε εμπρόθεσμα, δεν συνέδραμε στον διορισμό διαιτητή, και τώρα επιχειρεί να ανατρέψει την Ενδιάμεση Διαιτητική Απόφαση όσον αφορά τον διορισμό ενός διαιτητή. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι αν η Ενάγουσα δεν δημιουργούσε συνεχώς νέα διαδικαστικά προσκόμματα, η ουσία της διαφοράς θα είχε ήδη επιλυθεί.

 

Τέλος, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι κατόπιν της εξαίρεσης του ΚΜ, η Εναγόμενη προχώρησε στη διαδικασία διορισμού νέου διαιτητή για συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας, η οποία ήδη βρισκόταν σε εξέλιξη. Στο πλαίσιο αυτό διορίστηκε ο κ. Ρωμανός Λοϊζίδης (ΡΛ)ως διαιτητής για σκοπούς συνέχισης της διαιτητικής  διαδικασίας. Είναι η θέση του ότι ο διορισμός του ΡΛ υπήρξε καθόλα νόμιμος, έγκυρος και σύμφωνος τόσο με τις πρόνοιες του Συμβολαίου όσο και με τις διατάξεις του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4.

 

Εκ μέρους της αιτήτριας καταχωρήθηκε ΣΕΔ από την  Mariya Peykova (ΣΕΔ Peykova) στην οποία  αναφέρει ότι όσα ισχυρίζεται η Εναγόμενη στην ένορκη δήλωση στην ένσταση  (μεταξύ άλλων στις παραγράφους 4, 5 και 17) τα οποία σχετίζονται με την ουσία της διαφοράς που αποτελεί το αντικείμενο της διαιτητικής διαδικασίας, είναι καθ’ όλα άσχετα με την παρούσα Διαιτητική Απαίτηση ενώ, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ισχυρισμούς οι οποίοι αμφισβητούνται από την Ενάγουσα. Επίσης, ότι η παρούσα Διαιτητική Απαίτηση ουδόλως καταχωρήθηκε για σκοπούς καθυστέρησης ή παρεμπόδισης της διαιτητικής διαδικασίας αλλά καλόπιστα ασκήθηκαν από την Ενάγουσα τα δικαιώματα που της παρέχονται από τη σχετική νομοθεσία.

 

Σύμφωνα με τη ΣΕΔ οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Εναγόμενη στις παραγράφους 9 έως και 14 της ένορκης δήλωσης στην ένσταση τίθενται κατά τρόπο παραπλανητικό, για τους λόγους που επεξηγεί. Επίσης, αρνείται και και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, ως εκτίθενται στις παραγράφους 15 και 16 της ίδιας ένορκης δήλωσης και διευκρινίζει ότι η Ενάγουσα παρουσιάστηκε και συμμετείχε στη διαδικασία διαιτησίας ενώπιον του ΚΜ υπό διαμαρτυρία και με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, περιλαμβανομένου του δικαιώματος να αμφισβητήσει τον διορισμό του ΚΜ ως του μόνου διαιτητή στη διαδικασία. Τούτο κατέστη σαφές και ξεκάθαρο τόσο στα πλαίσια της συνάντησης ημερ. 23/10/2025, όσο και σε όλες τις μεταγενέστερες επικοινωνίες έλαβαν χώρα μεταξύ της Ενάγουσας, των δικηγόρων της και του ΚΜ. Επιπρόσθετα, ως προκύπτει από το σχετικό γραπτό υπόμνημα ημερ. 23/10/2025 (Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση στην αίτηση), η Ενάγουσα προέβαλε ρητή και σαφή ένσταση ως προς τη νομιμότητα του διορισμού του ΚΜ ως μόνου διαιτητή και ανέπτυξε τους λόγους για τους οποίους, κατά τη θέση της, ο εν λόγω διορισμός έπασχε και ήταν άκυρος. Η προβολή της ένστασης στο διορισμό του μόνου διαιτητή δεν συνιστούσε αποδοχή του διορισμού ή της δικαιοδοσίας του ΚΜ, αλλά πραγματοποιήθηκε υπό διαμαρτυρία, άνευ βλάβης και με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Περαιτέρω, και ανεξάρτητα από την πιο πάνω ένσταση, η Ενάγουσα έθεσε επιπρόσθετα θέμα εξαίρεσης του ΚΜ από τη διαδικασία, λόγω της προηγούμενης επαγγελματικής του σχέσης με την Εναγόμενη, καλώντας τον όπως εξαιρεθεί από τη διαδικασία της διαιτησίας. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα προέβαλε ενώπιον του ΚΜ τις ενστάσεις και τις θέσεις της, υπό διαμαρτυρία, άνευ βλάβης και με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, δεν συνιστά αποδοχή της δικαιοδοσίας του ούτε παραίτηση από το δικαίωμά της να αμφισβητήσει μεταγενέστερα οποιαδήποτε απόφαση ή ενέργεια του. Η ομνύουσα απορρίπτει επίσης τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, ως εκτίθενται στην ένορκη δήλωση στην ένσταση περί παρελκυστικής, καταχρηστικής ή κακόπιστης συμπεριφοράς εκ μέρους της Ενάγουσας, καθώς επίσης και τους ισχυρισμούς περί επιδίωξης καθυστέρησης της διαιτητικής διαδικασίας ενώ ως αναφέρει, τα όσα αναφέρονται στις υποπαραγράφους 17.1 έως και 17.17 σχετίζονται με την ουσία της διαφοράς που αποτελεί το αντικείμενο της διαιτητικής διαδικασίας, είναι καθ’ όλα άσχετα με την παρούσα Διαιτητική Απαίτηση. Τέλος,  απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης,  στις παραγράφους 18 έως και 24 αναφέροντας ότι η νομιμότητα του διορισμού του ΡΛ εξαρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τη νομιμότητα και εγκυρότητα της Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 17/02/2026, η οποία προσβάλλεται με την παρούσα Διαιτητική Απαίτηση.

 

ΣΕΔ καταχωρήθηκε και από τον Γιαννάκη Ιωάννου, ο οποίος σε αυτήν απορρίπτει στο σύνολο τους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας που περιέχονται στη ΣΕΔ Peykova, υποστηρίζοντας ότι αυτοί συνιστούν ανεπίτρεπτη απάντηση μέσω επαναλήψεως θέσεων και όχι νέα γεγονότα. Επιβεβαιώνεται ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να διορίσει διαιτητή εντός της προβλεπόμενης επταήμερης προθεσμίας από την ειδοποίηση της 26.09.2025 (ήτοι μέχρι την 03.10.2025), καθιστώντας τον επακόλουθο διορισμό του ΚΜ ως μοναδικού διαιτητή στις 06.10.2025 απολύτως νόμιμο και έγκυρο. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι η Ενάγουσα, παρόλο που συμμετείχε στη διαδικασία υπό διαμαρτυρία, υπέβαλε η ίδια τα ζητήματα νομιμότητας του διορισμού και εξαίρεσης προς κρίση ενώπιον του διαιτητή, ο οποίος ενήργησε εντός των ορίων που του τέθηκαν, χωρίς να στοιχειοθετείται οποιαδήποτε ανάρμοστη συμπεριφορά (misconduct). Τέλος, τονίζεται ότι η Ενάγουσα ακολουθεί διαχρονική καταχρηστική και παρελκυστική συμπεριφορά, καθώς, ενώ διαδοχικά αναγνωρίζει την οφειλή της προς την Εναγόμενη ύψους €1.475.000 και καταλήγει σε συμφωνίες διακανονισμού τελικά υπαναχωρεί και προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο για αναστολή της διαιτησίας, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η ουσιαστική επίλυση της διαφοράς και η είσπραξη των οφειλόμενων ποσών.

 

Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι έχει επίσης κατατεθεί στο Δικαστήριο Υπόμνημα του ΚΜ, υπό την ιδιότητα του ως πρώην Διαιτητή στη διαφορά.

 

Οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτό όπου το κρίνω απαραίτητο. Εκ μέρους του ΚΜ δεν καταχωρήθηκε αγόρευση.  Απαντήσεις στα διάφορα επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει.

 

Η πλευρά

της Ενάγουσας εισηγείται ότι από τη στιγμή που ο ΚΜ αναγνώρισε ότι συνέτρεχαν περιστάσεις οι οποίες, στα μάτια του μέσου ανεξάρτητου κριτή, μπορούσαν να δημιουργήσουν σκιά μεροληψίας υπέρ της Εναγόμενης και, για τον λόγο αυτό, έκρινε ότι όφειλε να εξαιρεθεί, δεν νομιμοποιείτο ταυτόχρονα, με την ίδια απόφαση, να εκδώσει δεσμευτική κρίση αναφορικά με τη νομιμότητα του ίδιου του διορισμού του ως μόνου διαιτητή. Ούτε νομιμοποιείτο, μέσω της ίδιας απόφασης, να καθορίσει τη μελλοντική πορεία της διαδικασίας Διαιτησίας, αποφαινόμενος ότι αυτή θα συνεχιζόταν με έναν μόνο διαιτητή, τον οποίο θα διόριζε η Εναγόμενη προς αντικατάσταση του ΚΜ. Η αναγνώριση της ανάγκης εξαίρεσης του ήταν ασυμβίβαστη με την ταυτόχρονη άσκηση εξουσίας επί ζητήματος το οποίο καθόριζε ουσιαστικά τη μελλοντική πορεία της διαδικασίας Διαιτησίας. Συνακόλουθα, σύμφωνα με τη θέση τους,  η Διαιτητική Απόφαση δεν δύναται να παράγει έγκυρα έννομα αποτελέσματα, αλλά ούτε να αποτελέσει νόμιμο θεμέλιο για τη συνέχιση της διαδικασίας Διαιτησίας. Ο μεταγενέστερος δε διορισμός του ΡΛ για να ενεργεί ως μόνος διαιτητής σε αντικατάσταση του ΚΜ, αποτελεί άμεσο απότοκο της Διαιτητικής Απόφασης και στηρίζεται αποκλειστικά στην κρίση του ΚΜ ότι ο διορισμός του ως μόνου διαιτητή ήταν έγκυρος και ότι η Εναγόμενη δικαιούτο να διορίσει αντικαταστάτη του. Επομένως, εάν το επίδικο μέρος της Διαιτητικής Απόφασης παραμεριστεί, ακυρωθεί ή κριθεί μη δεσμευτικό για την Ενάγουσα, ο διορισμός του ΡΛ στερείται του αναγκαίου νομικού θεμελίου και ερείσματος του και, κατ’ επέκταση, δεν μπορεί να διατηρηθεί. Η πλευρά της  Καθ’ ης η αίτηση, από την άλλη εισηγείται ότι η ενδιάμεση Διαιτητική Απόφαση δεν έκρινε ευθύνη, δεν καθόρισε ποσό και δεν άγγιξε την ουσία. Έκρινε ένα προκαταρκτικό, διαδικαστικό ζήτημα, ήτοι αν η διαιτησία είχε αρχίσει νόμιμα ενώπιον μοναδικού διαιτητή. Περαιτέρω, αποτέλεσε εισήγηση της ότι ουδεμία ανάρμοστη συμπεριφορά υπάρχει επειδή ο διαιτητής ερμήνευσε ένα έγγραφο ή μία διάταξη με τρόπο που το ένα μέρος θεωρεί λανθασμένο καθώς και ότι ο Διαιτητής δεν απέκλεισε την Ενάγουσα από τη διαδικασία, δεν αρνήθηκε να ακούσει τις θέσεις της, δέχθηκε το γραπτό της υπόμνημα, της έδωσε χρόνο να απαντήσει, δεν αποφάσισε ζήτημα εκτός της παραπομπής και εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση.

 

Αποτέλεσε αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στην απόφαση του ημερ.17.2.2026 ο ΚΜ αφού εξέτασε πρώτα το θέμα της ένστασης περί του παράτυπου διορισμού του ως μόνου διαιτητή, στην παρα.13 της απόφασης που εξέδωσε (Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση στην αίτηση) απέρριψε την εγερθείσα ένσταση. Στη συνέχεια προχώρησε και στο θέμα της εξαίρεσης του, αποφασίζοντας, στην παρα.48, να παραιτηθεί, έχοντας αναγνωρίσει ότι «στα μάτια του μέσου ανεξάρτητου κριτή ενδέχεται να προκύπτει σκιά μεροληψίας» του υπέρ των απαιτητών (παρά. 47.γ.).

 

Το άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4 προνοεί τα ακόλουθα:

20.-(1) Όταν o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να τον απoμακρύvει.

(2) Όταν o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.

 

 Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ (Πρώην Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας ΛΤΔ) v Κώστα Μανώλη, Πολ.Εφ.179/2016, ημερ.8.1.25 λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά σε σχέση με την εμβέλεια του άρθρου 20(2) πιο πάνω:

«Ως προς τη νομική εμβέλεια του Άρθρου 20(2) και ιδιαίτερα της φράσης «ανάρμοστη συμπεριφορά» (misconduct), αυτή περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του Διαιτητή ή στον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Σολωμού v. Laiki Cypria Life Ltd (2010) 1 Α.Α.Δ. 687, την οποία επικαλέστηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο:

«Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου,..

 

Πουθενά, όμως, η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του Άρθρου 20(2), δεν έχει συμπεριλάβει, (στην απουσία βεβαίως παραβιάσεων των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης), και, την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία ενός εγγράφου.[.] Όπως δε εξηγείται και στη μεταγενέστερη 23η έκδοση του Russel on Arbitration (2007), σελ. 375 παρ. 7-056, τα Δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία παρείχε ειδικά τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.»

 

Στην Dynacon Limited και Άλλος, Τράπεζα Κύπρου Λτδ (1999) 1 ΑΑΔ 717 δόθηκε  ενδελεχής ερμηνεία στον όρο «misconduct». Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:

«Με την έφεση επιδιώκεται ο παραμερισμός της πρωτόδικης απόφασης και η έκδοση διαταγής για την αποπομπή του διαιτητή.  Στον όρο "misconduct", ανάρμοστη συμπεριφορά, αποδίδεται ευρεία ερμηνεία, όπως προκύπτει από τις αγγλικές αποφάσεις ερμηνευτικές του άρθρου 23(1) του περί Διαιτησίας Νόμου του 1950.  Αυτό διαφαίνεται από την ανάλυση του όρου "misconduct" στην οποία προέβη ο Λόρδος Denning στην Modern Engineering v. Miskin [1981] 1 Lloyd's Rep. 135 στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Πολυβίου εκ μέρους της εφεσείουσας.  Περιλαμβάνει κάθε μορφή  συμπεριφοράς, η οποία τείνει να διασαλεύσει και να καταστρέψει την εμπιστοσύνη την οποία οι διάδικοι ή εκάτερος από αυτούς πρέπει να έχει στους διαιτητές, ότι θα προέλθουν σε δίκαιη απόφαση.  Άλλη απόφαση στην οποία μας παρέπεμψε η εφεσείουσα διαφωτιστική της σημασίας του όρου misconduct είναι η "Catalina" Owners v. "Norma" Owners 61 Ll.L. Rep. 360 στην οποία κρίθηκε ότι παρατήρηση κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης μειωτική για τη ροπή προς την αλήθεια μαρτύρων της εθνικής προέλευσης εκείνων που κατέθεσαν, θεωρήθηκε ανάρμοστη συμπεριφορά και αποκαλυπτική προκατάληψης ασυμβίβαστης με την αμεροληψία από την οποία πρέπει να διαπνέεται ο διαιτητής.

 

Οι εφεσίβλητοι υποστήριξαν την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ως ορθή και αναπόφευκτη υπό το φως των ευρημάτων του.  Δεν υπήρχε οτιδήποτε το επιλήψιμο στη συνομιλία αφενός, ενώ το σχόλιο του διαιτητή δεν μπορούσε να εκληφθεί ως επικριτικό για τους χειρισμούς της υπόθεσης από την εφεσείουσα, αφετέρου. Αναγνώρισε όμως ο κ. Χαραλαμπίδης ότι αν το σχόλιο το οποίο έγινε αναφερόταν στον χειρισμό της υπόθεσης των αντιδίκων τους, θα αποτελούσε βάση για τη στοιχειοθέτηση ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ο κ. Χαραλαμπίδης παρέπεμψε στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 2, (παρα. 694 και επέκεινα), όπου αναλύεται η έννοια της ανάρμοστης διαγωγής στο πλαίσιο της περί διαιτησίας νομοθεσίας.  Η ενστάσιμη συμπεριφορά του διαιτητή, πρέπει να τείνει να υποσκάψει ουσιωδώς την απονομή της δικαιοσύνης (substantial miscarriage of justice), ώστε να δικαιολογείται η απομάκρυνσή του.  Συμπεριφορά η οποία αντίκειται προς τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης εμφανώς συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά. 

 

Ο κ. Ζωμενής, εκ μέρους του διαιτητή μας παρέπεμψε εκτός από τον Halsbury's Laws of England στον Russell on the Law of Arbitration, 18th Ed., και στο Handbook on Arbitration Practice των Ronald Bernstein, Derek Wood, τα οποία επίσης πραγματεύονται τη σημασία του όρου "misconduct" στο σχετικό πλαίσιο, υπό το πρίσμα της αγγλικής νομολογίας. Στο τελευταίο σύγγραμμα εξειδικεύονται τρεις περιπτώσεις ανάρμοστης συμπεριφοράς -  (α) απόδειξη προκατάληψης, (β) ύπαρξη σχέσης μεταξύ του διαιτητή και ενός των μερών ή του επίδικου θέματος της διαφοράς, η οποία δημιουργεί εμφανείς κινδύνους ως προς την εξ αντικειμένου δυνατότητά του να ενεργήσει αμερόληπτα και (γ) όπου η διαγωγή του διαιτητή αφίσταται από το επίπεδο συμπεριφοράς, που οι διάδικοι δικαιούνται να αναμένουν από τους κριτές τους.»

 

Με τα πιο πάνω ως υπόβαθρο κρίνω ότι η διαπίστωση του ΚΜ ότι υφίσταται σύνδεση ή σχέση ικανή να δημιουργήσει σκιά μεροληψίας δεν περιορίζεται απλώς στην αποχή από μελλοντικά στάδια της διαιτησίας αλλά πλήττει αναπόφευκτα και οδηγεί σε παραμερισμό απόφασης ή μέρους απόφασης στην οποία ο εν λόγω διαιτητής είχε ήδη συμμετάσχει. Ο ΚΜ, ουσιαστικά αφού αποφάσισε επί της νομιμότητας του διορισμού του, στην ίδια ακριβώς απόφαση αυτοεξαιρείται αναγνωρίζοντας ότι στα μάτια του μέσου ανεξάρτητου κριτή ενδέχεται να προκύπτει σκιά μεροληψίας υπέρ της Εναγόμενης. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η αναγνωρισμένη από τον ίδιο τον ΚΜ σκιά μεροληψίας επηρεάζει το κύρος της προηγηθείσας ή ταυτόχρονης κρίσης του επί του διορισμού του. Σε αυτή τη βάση η απόφαση του Διαιτητή δεν μπορεί παρά να συνιστά ενέργεια που δεν συνάδει με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και εμπίπτει εντός της έννοιας του «misconduct».  Με όλο το σέβας στον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ’ ης η αίτηση, το επιχείρημα ότι η ίδια η Ενάγουσα έθεσε τα ζητήματα και καθόρισε τη σειρά τους, δεν μπορεί να θεραπεύσει την παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Σε καμία περίπτωση η τυπική σειρά με την οποία τέθηκαν τα ζητήματα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συναίνεση προς τον Διαιτητή να εκδώσει δεσμευτική κρίση για τη νομιμότητα του διορισμού του έστω και αν ο ίδιος κρίνει πως θα πρέπει να παραιτηθεί. Πρόσθετα, είναι πρόδηλο ότι η προκείμενη περίπτωση δεν συνιστά περίπτωση λανθασμένης ερμηνείας εγγράφου ή διάταξης, ως η εισηγήθηκε ο  ευπαίδευτος συνήγορος.

 

Ο ΚΜ, από τη στιγμή που διαπίστωσε κώλυμα αμεροληψίας στο πρόσωπο του, δεν νομιμοποιείτο να δεσμεύσει τα μέρη ως προς τη μελλοντική σύνθεση του διαιτητικού δικαστηρίου. Η ταυτόχρονη διατήρηση της κρίσης υπέρ του διορισμού του συνιστά παραβίαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και συνιστά misconduct εν τη εννοία του Άρθρου 20(2) του Κεφ. 4.

 

Ερχόμενη στο επιχείρημα της Καθ’ ης η αίτηση ότι η διαιτητική απόφαση έκρινε ένα προκαταρκτικό και διαδικαστικό ζήτημα, χωρίς να αγγίξει την ουσία της υπόθεσης, εξ όσον το έχω αντιληφθεί αυτό αποσκοπεί στον συλλογισμό ότι τα Δικαστήρια αποφεύγουν να επεμβαίνουν σε διαδικαστικές αποφάσεις εκτός εάν αυτές ενσωματώνονται σε επίσημο «award». Στην προκειμένη περίπτωση, η κρίση του ΚΜ ήταν ότι ο διορισμός του ως μοναδικού διαιτητή ήταν νόμιμος και ότι η διαδικασία θα συνεχιζόταν αποκλειστικά με έναν διαιτητή. Στην υπόθεση Fidelitas Shipping Co Ltd v V/o ExportchlebM J Mustill for the charterers.R L A Goff and M O Saville for the shipowners. [1965] 2 All ER 4 επεξηγήθηκε από τον Lord Denning η έννοια του όρου interim award (στα πλαίσια του αντίστοιχου αγγλικού Arbitration Act 1950)  ως ακολούθως: «Nowhere is an “interim award” defined. But it seems to me that an interim award may be of two kinds. It may be an interim order made pending the final determination of the case; such as an award that an instalment under a building contract be paid pending final determination of the amount due. Or it may be an interim decision, given on a particular issue or issues between the parties, pending final determination of the wholecase; such as a decision that a contract was concluded, but leaving over the question of damages. Such an award is not a final award because the arbitrator has not exhausted his duties. It is, however, an award because it is an order or decision on an issue calling for determination. It is, therefore, an interim award: and it can be stated in the form of a Special Case for the decision of the High Court. »

 

Έχω την άποψη ότι η εν λόγω κρίση συνιστά ενδιάμεση απόφαση που υπόκειται στον έλεγχο και τις εξουσίες ακύρωσης του Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 20(2) του Κεφ. 4. Αποτέλεσε οριστική απόφαση επί του ζητήματος της νομιμότητας του διαιτητικού οργάνου, δημιουργώντας παράλληλα δεδικασμένο τύπου issue estoppel επί του συγκεκριμένου θέματος.

 

Πέραν του ζητήματος της αμεροληψίας κρίνω ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει και επί του νομικού της υποβάθρου σε σχέση με τον μηχανισμό του διορισμού. Αφενός, ακόμη και αν η Ενάγουσα δεν προέβη σε διορισμό εντός της αρχικής συμβατικής προθεσμίας των 7 ημερών, η ενεργοποίηση του Άρθρου 11(β) του Κεφ. 4 δεν επερχόταν αυτόματα, αλλά απαιτείτο η επίδοση νέας ειδοποίησης από την Εναγόμενη και η πάροδος 7 εργάσιμων ημερών,  διαδικασία που παραλείφθηκε. Αφετέρου, ο διορισμός του ΚΜ ως μόνου διαιτητή δεν κατέστη οριστικός στη βάση μόνο της δήλωσης της Εναγόμενης, αλλά τελούσε υπό την αναγκαία αίρεση της επίσημης αποδοχής του ίδιου του διαιτητή, η οποία κοινοποιήθηκε στις 09/10/2025. Ως εκ τούτου, η τυπική ολοκλήρωση του διορισμού του ΚΜ ως μόνου διαιτητή ολοκληρώθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της κοινοποίησης του διορισμού του ΔΠ από την Ενάγουσα στις 08/10/2025, καθιστώντας τη μονομερή και αυτόματη διεξαγωγή της διαιτησίας από έναν και μόνο διαιτητή νομικά μετέωρη.

 

Στη βάση των πιο πάνω εκδίδονται οι ακόλουθες θεραπείες:

 

A. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της ενδιάμεσης διαιτητικής απόφασης του Κωνσταντίνου Μέσσιου, Διαιτητή ημερομηνίας 17/2/2026, στην έκταση που αφορά την ορθότητα του διορισμού του ως του μόνου διαιτητή.

Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το μέρος της διαιτητικής απόφασης ημερ. 17/2/2026 με το οποίο αποφασίζεται ότι ο διορισμός μονού διαιτητή είναι ορθός, είναι λανθασμένο και μη δεσμευτικό για την Ενάγουσα.

Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την απομάκρυνση του Ρωμανού Λοϊζίδη ως Διαιτητή στην μεταξύ των Αιτητών και των Καθ’ων η Αίτηση διαιτησία που διορίστηκε από τους Καθ’ ων η απαίτηση στις 20/2/2016 προς αντικατάσταση του Διαιτητή Κωνσταντίνου Μέσσιου.

 

Η διαιτητική διαδικασία θα πρέπει να επαναρχίσει νόμιμα από το κρίσιμο στάδιο του διορισμού διαιτητών, συμφώνως των συμβατικών προνοιών και του Κεφ. 4.

 

Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

                               (Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.  

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΧΨ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο