JSC BM-BANK ν. GUALA ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 345/2017, 3/11/2026
print
Τίτλος:
JSC BM-BANK ν. GUALA ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 345/2017, 3/11/2026

Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας

Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.

Αρ. Αγωγής: 345/2017

Μεταξύ:

JSC BM-BANK

Εναγόντων

και

 

1.    GUALA ENTERPRISES LTD

2.    NURAMIA INVESTMENTS LIMITED

3.    LIMITED LIABILITY COMPANY “BUSINESS CENTRE TROFIMOVSKIY”

4.    LLC BALTMEDIO

5.    SERGEY ALEKSANDROVICH KHUDYAKOV

6.    POLINA KHUDAYKOVA

Εναγόμενων

                                                           

 

Ημερομηνία:            3 Νοεμβρίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες – Aιτητές: κα Μάρλεν Τριανταφυλλίδη με κ. Κ. Κωνσταντινίδη για Άντη Τριανταφυλλίδη & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε.

Για  Εναγόμενους 1,2,3 και 6 - Καθ΄ ων η αίτηση1,2,3 και 6 : Γιάννης Παπαπέτρου  για Μοντάνιος & Μοντάνιος Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡ.10.3.2023

 

Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αιτείται μεταξύ άλλων αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων για συνομωσία προς εξαπάτηση και/ή για δόλια αποξένωση και/ή εξαπάτηση πιστωτών για ποσό Ρωσικών Ρουβλιών 15.300.476.540,10 (€239.294.284,32). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο εναγόμενος 5 αποξένωνε περιουσιακά του στοιχεία είτε απευθείας είτε μέσω συνδεδεμένων με αυτόν εταιρειών τόσο στη Ρωσία όσο και στο εξωτερικό, προς την Εναγομένη 6 σύζυγο του και/ή σε άλλα πρόσωπα και νομικές οντότητες, με σκοπό να εμποδίσει την Ενάγουσα από του να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματα της και ειδικά μεταξύ άλλων, να εκτελέσει τις Ρωσικές αποφάσεις που εξέδωσε εναντίον του εναγόμενου 5. Με αυτή την αίτηση οι Αιτητές αιτούνται:

«(α)   Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 05/06/2020, δια της αντικατάστασης της υφιστάμενης παραγράφου 7 με την κατωτέρω παράγραφο, ώστε αυτή να διαμορφωθεί ως ακολούθως:

 

«7. Ο εναγόμενος 5 μετά την έκδοση αποφάσεων εναντίον του από τα Ρωσικά Δικαστήρια, και/ή εν γνώσει της έκδοσης τέτοιων αποφάσεων εναντίον του, με κυρίαρχο σκοπό την παραβίαση και/ή παραβιάζοντας τα δικαιώματα του εξ αποφάσεως πιστωτή και/ή των Εναγόντων, σε συνέργεια και/ή συνεννόηση με την εναγόμενη 6 αποξένωνε περιουσιακά του στοιχεία τα οποία ήταν δυνάμενα εκτέλεσης, είτε απευθείας είτε μέσω συνδεδεμένων με αυτόν εταιρειών τόσο στη Ρωσία όσο και στο εξωτερικό προς την εναγόμενη 6 και/ή σε άλλα πρόσωπα και/ή σε άλλες οντότητες και/ή προκάλεσε την εναγόμενη 6 και/ή τότε σύζυγο του και/ή άλλα συνδεδεμένα με αυτή πρόσωπα να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία με σκοπό να εμποδίσει τους ενάγοντες από του να διεκδικήσουν τα νόμιμα δικαιώματα τους και δη, μεταξύ άλλων, να εκτελέσουν τις Ρωσικές αποφάσεις που εξέδωσαν και εναντίον του εναγόμενου 5.»

 

(β)     Διάταγμα τροποποίησης της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 05/06/2020 δια της προσθήκης μετά την υφιστάμενη παράγραφο 9 των ακόλουθων παραγράφων 9(α) και 9(β):

 

«9(α) Οι εναγόμενοι 5 και 6 και/ή οι συνδεδεμένες με αυτούς οντότητες και πρόσωπα συνωμότησαν για να προκαλέσουν ζημιά στους Ενάγοντες και/ή προέβησαν σε εκ προθέσεως παραβίαση των δικαιωμάτων της VTB Βank και/ή των Εναγόντων τα οποία απορρέουν από εξ αποφάσεως χρέος, αποξενώνοντας περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινταν σε εκτέλεση και μεθοδεύοντας εν γνώσει τους την αδυναμία του Εναγόμενου 5 να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος (αδικοπραξία Marex).»

 

«9(β) Περαιτέρω, και σε κάθε περίπτωση, υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, η εναγόμενη 6 και/ή συνδεδεμένες με αυτή οντότητες εν γνώσει τους προκάλεσαν και/ή έπεισαν και/ή υποβοήθησαν τον εναγόμενο 5 να μην εξοφλήσει το χρέος που όφειλε προς την VTB Bank και/ή τους Ενάγοντες δυνάμει των Συμφωνιών Εγγύησης και/ή του εξ αποφάσεως χρέους, βοηθώντας, επιτρέποντας, διευκολύνοντας, και/ή μεριμνώντας για τη μεταβίβαση του εμπορικού κέντρου Trofimovsky και/ή των μετοχών της εταιρείας στην οποία ανήκε το εμπορικό κέντρο Trofimovsky σε οντότητες πέραν της εμβέλειας της VTB Bank και/ή των Εναγόντων.»

 

(γ)     Διάταγμα τροποποίησης της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 05/06/2020 δια της προσθήκης μετά την παράγραφο 10 των ακόλουθων παραγράφων 11 και 12:

«11. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το εφαρμοστέο δίκαιο επί της παρούσας διαφοράς είναι το Κυπριακό ως το δίκαιο της χώρας όπου επήλθε η ζημιά και/ή το δίκαιο της χώρας όπου αποξενώθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στον Εναγόμενο 5 και/ή όπου υπέστησαν οικονομική ζημιά οι Ενάγοντες δια της αποξένωσης των μετοχών της Εναγόμενης 3 από την Εναγόμενη 2 (κυπριακή εταιρεία) προς την Εναγόμενη 1 (κυπριακή εταιρεία).

12. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των ανωτέρω, εάν ήθελε γίνει δεκτή η θέση ότι το Ρωσικό δίκαιο εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι βάσει του Ρωσικού Δικαίου οι εναγόμενοι έχουν διαπράξει αστικά αδικήματα και/ή παραβιάσει τα δικαιώματα των Εναγόντων ως εξής:

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΡΩΣΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

1.    Παράβαση του άρθρου 10 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα:

(α) Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα δεν επιτρέπεται η άσκηση δικαιωμάτων τα οποία έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την πρόκληση ζημίας σε άλλο πρόσωπο, ενέργειες που παρακάμπτουν το νόμο με παράνομο σκοπό και άλλη εν γνώσει αθέμιτη άσκηση δικαιωμάτων (κατάχρηση δικαιώματος).

(β) Περαιτέρω, εάν η εξάσκηση οποιουδήποτε από τα πιο πάνω συνεπάγεται παραβίαση δικαιώματος άλλου προσώπου, το πρόσωπο αυτό δικαιούται να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από αυτήν.

(γ) Στη βάση των πιο πάνω διατάξεων του Ρωσικού δικαίου, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι συναλλαγές στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος 5 και/ή η Εναγόμενη 6 μέσω των Εναγόμενων 1 και/ή 2 πραγματοποιήθηκαν με σκοπό          να τεθούν τα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία του εναγόμενου 5 και/ή των Eναγόμενων 1 και 4 που ανήκουν και/ή συνδέονται με τον Eναγόμενο 5 εκτός της εμβέλειας των πιστωτών του και ειδικότερα εκτός της εμβέλειας των Εναγόντων ούτως ώστε να καταστεί αδύνατη η εκτέλεση των αποφάσεων που οι τελευταίοι εξασφάλισαν εναντίον του Εναγόμενου 5.

(δ) Συνεπώς, κάθε ένας από τους Εναγόμενους είναι υπεύθυνος έναντι των εναγόντων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για την αδικοπραξία δυνάμει του άρθρου 10 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα και οι ενάγοντες δικαιούνται σε αποζημιώσεις για την όποια ζημιά έχουν υποστεί.

2.    Παράβαση του άρθρου 168 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα:

(α) Σύμφωνα με το άρθρο 168 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα συναλλαγή που γίνεται κατά παράβαση νόμου ή άλλης νομικής πράξης και παραβιάζει δημόσια συμφέροντα ή δικαιώματα και έννομα συμφέροντα τρίτων είναι άκυρη, εκτός εάν προκύπτει από το νόμο ότι η συναλλαγή αυτή είναι ακυρώσιμη ή άλλα αποτελέσματα αυτής της παραβίασης που δεν συνδέονται με την ακυρότητα της συναλλαγής πρέπει να εφαρμοστούν.

(β) Οι πράξεις και/ή συναλλαγές που περιγράφονται στην παράγραφο 8(ιστ), (ιη) και (ιθ) υπό τον τίτλο «Καταδολιευτικές πράξεις την Κύπρο» και οι οποίες συνιστούν πράξεις αποξένωσης και/ή διάθεσης της περιουσίας του Εναγόμενου 5 εξ αποφάσεως οφειλέτη, συνιστούν με βάση τις πρόνοιες του Ρωσικού δικαίου και/ή τη νομολογία των Ρωσικών Δικαστηρίων συναλλαγές που έγιναν κατά παράβαση νόμου και/ή των δικαιωμάτων και/ή έννομων συμφερόντων των Εναγόντων και είναι συνεπώς άκυρες και/ή ακυρώσιμες.

3.    Άρθρο 1080 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα:

(α) Σύμφωνα με το άρθρο 1080 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα πρόσωπα που προκάλεσαν από κοινού ζημία ευθύνονται έναντι του ζημιωθέντος.

(β) Μεταξύ άλλων, υπόλογος για τη ζημία που προκλήθηκε είναι πρόσωπο που παράνομα απέκτησε και/ή έλαβε κατοχή της περιουσίας κάποιου άλλου, η οποία αργότερα υπέστη ζημιά ή εξανεμίστηκε ως αποτέλεσμα των ενεργειών άλλου προσώπου που ενεργεί ανεξάρτητα από το πρώτο πρόσωπο.

(γ) Στη βάση των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι 5 και/ή 6, ενεργώντας από κοινού και/ή μαζί με τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 προκάλεσαν ζημιά στους Ενάγοντες ύψους 14.622.662.150,65 Ρουβλιών για την οποία ευθύνονται από κοινού για τη ζημιά που προκλήθηκε στους Ενάγοντες και/ή έχουν διαπράξει το αδίκημα που προνοεί το άρθρο 1080 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα.

4.    Ύποπτες συναλλαγές στη βάση του άρθρου 61.2 Ρωσικού Πτωχευτικού Κώδικα:

(α) Σύμφωνα με τον Ρωσικό Πτωχευτικό Κώδικα οι ακόλουθοι τύποι συναλλαγών ορίζονται ως ύποπτες:

                          i.    συναλλαγές με αντάλλαγμα υποτιμημένης αξίας (undervalue) και

                         ii.   συναλλαγές που θεωρούνται ότι παραβιάζουν τα δικαιώματα των πιστωτών του οφειλέτη.

(β) Μια συναλλαγή με αντάλλαγμα υποτιμημένης αξίας μπορεί να ανατραπεί και/ή ακυρωθεί από το Δικαστήριο σε διαδικασία πτώχευσης εάν αποδειχθεί ότι:

                          i.    Ο αντισυμβαλλόμενος σε μια τέτοια συναλλαγή παρέχει δυσανάλογο και/ή ασύμμετρα χαμηλό αντάλλαγμα στον οφειλέτη (για παράδειγμα σε τιμή χαμηλότερη της αγοραίας αξίας) και

                      ii.       Η συναλλαγή ολοκληρώνεται εντός ενός έτους πριν ή μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη.

(γ) Μια συναλλαγή που θεωρείται ότι παραβιάζει τα δικαιώματα των πιστωτών μπορεί να αμφισβητηθεί εάν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

                          i.   Η σύναψη της συναλλαγής είχε ως σκοπό και/ή αποτέλεσμα να θίξει και/ή παραβιάσει τα δικαιώματα των πιστωτών και πράγματι οδήγησε στην παραβίαση τέτοιων δικαιωμάτων,

                         ii.   Ο αντισυμβαλλόμενος στη συναλλαγή γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον σκοπό της συναλλαγής, και

                        iii.    Η συναλλαγή ολοκληρώθηκε εντός τριών ετών πριν ή μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη.

(δ) Σύμφωνα με το άρθρο 61.2 του Ρωσικού νόμου περί πτώχευσης, μια συναλλαγή τεκμαίρεται ότι συνάφθηκε με σκοπό την παραβίαση και/ή προσβολή των δικαιωμάτων των πιστωτών εάν κατά τη σύναψή της ο οφειλέτης ήταν αφερέγγυος και, μεταξύ άλλων:

                                       i.       Η συναλλαγή έγινε χωρίς αντάλλαγμα.

                                     ii.       Η συναλλαγή συνήφθη με κάποιο ενδιαφερόμενο μέρος.

                                     iii.      Μετά την ολοκλήρωση αυτής της συναλλαγής, ο οφειλέτης συνέχισε να κατέχει και να χρησιμοποιεί το περιουσιακό στοιχείο που είχε αποξενωθεί στα πλαίσια της ύποπτης συναλλαγής.

(ε) Στην υπό κρίση περίπτωση ο Εναγόμενος 5 ήταν στα πρόθυρα της πτώχευσης και/ή ήταν αφερέγγυος.

(στ) Επιπλέον, η συναλλαγή που περιγράφεται στην παράγραφο 8(ιστ), (ιη)   και (ιθ) υπό τον τίτλο «Καταδολιευτικές πράξεις την Κύπρο» ενέχει και/ή αναφέρεται στα εξής ύποπτα και/ή επιλήψιμα χαρακτηριστικά:

                                i.       Ο Εναγόμενος 5 μεταβίβασε το μερίδιο που κατείχε στην Εναγόμενη 3 μέσω της Εναγόμενης 2 σε συνδεδεμένο πρόσωπο και/ή οντότητα, ήτοι στην τότε σύζυγο του προκαλώντας την Εναγόμενη 2 να μεταβιβάσει τις μετοχές που κατείχε στην Εναγόμενη 3 στην Εναγόμενη 1, μια δήθεν ουδέτερη εταιρεία η οποία στην πραγματικότητα, ως διαφάνηκε αργότερα, άνηκε στην τότε σύζυγο του Εναγόμενη 6.

                               ii.       Η συναλλαγή αυτή έλαβε χώρα την 11 Φεβρουαρίου 2016.

                              iii.       Το αντάλλαγμα για τη συναλλαγή αυτή ήταν το μηδαμινό ποσό των Ευρώ 230, πληρωτέα εντός 30 ημερών ενώ η συμφωνία ανέγραφε ρητώς ότι για σκοπούς συμβολαιογραφικής επικύρωσης (notarization) το αντάλλαγμα θα ήταν Ρωσικά Ρούβλια 20.520.

                             iv.       Η πραγματική αξία των εν λόγω μετοχών ήταν πολλαπλάσια και/ή κατά πολύ μεγαλύτερη εφόσον η Εναγόμενη 3 είναι και/ή κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν η ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος και/ή μακροχρόνιος ενοικιαστής και/ή μισθωτής του εμπορικού κέντρου Trofimovskiy στη Μόσχα, ενός τεράστιας αξίας εμπορικού κέντρου στη Ρωσία.

                               v.       Επιπλέον, η συμφωνηθείσα αντιπαροχή για την εν λόγω μεταβίβαση ουδέποτε καταβλήθηκε.

                             vi.       Στην ουσία οι εναγόμενοι παρουσίασαν ψευδώς ότι το τεράστιας αξίας εμπορικό κέντρο στη Ρωσία, το οποίο άνηκε μέχρι τότε στην Eναγόμενη 3, εταιρεία συμφερόντων του Εναγόμενου 5, πωλήθηκε στην Εναγόμενη 1, η οποία παρουσιάστηκε ως δήθεν ουδέτερη εταιρεία και μη συνδεδεμένη με τον Εναγόμενο 5 εταιρεία, για δήθεν νόμιμο και επαρκές αντάλλαγμα, το οποίο ουδέποτε καταβλήθηκε. 

                            vii.       Στην πραγματικότητα, το τεράστιας αξίας εμπορικό κέντρο Trofimovksiy αποξενώθηκε δολίως και/ή διατέθηκε σε υποτιμημένη αξία σε συνδεδεμένη με τον Εναγόμενο 5 εξ αποφάσεως οφειλέτη οντότητα, με σκοπό την παραβίαση των δικαιωμάτων της VTB Bank και/ή των Εναγόντων.

(ζ) Στη βάση των πιο πάνω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η προαναφερόμενη συναλλαγή έγινε δόλια και με αποκλειστικό και/ή απώτερο και/ή κυρίαρχο σκοπό να αποστερήσει από τους Ενάγοντες τη δυνατότητα εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων εναντίον του Εναγόμενου 5 και των συνδεδεμένων με αυτόν εταιρειών και/ή τη δυνατότητα να εισπράξουν τις προαναφερθείσες συμβατικές οφειλές.

(η)   Συνεπώς οι προαναφερόμενες συναλλαγές φέρουν στοιχεία και/ή χαρακτηριστικά ύποπτων συναλλαγών και/ή συναλλαγών που παραβιάζουν και/ή προσβάλλουν τα δικαιώματα των πιστωτών του Εναγόμενου 5, και δη των Εναγόντων, και είναι συνεπώς στη βάση της Ρωσικής πτωχευτικής νομοθεσίας άκυρες και/ή ακυρώσιμες.

5. Aπό κοινού ευθύνη (joint liability) συζύγων με βάση το Ρωσικό Οικογενειακό δίκαιο και/ή το Άρθρο 1089 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα:

(α)   Σε περίπτωση που σύζυγοι βρεθούν από κοινού υπόλογοι για ζημιά, ο ζημιωθείς μπορεί να ανακτήσει τη ζημιά του και από τους δύο χωρίς να λαμβάνεται υπόψη και/ή να επηρεάζεται από τυχόν διαμοιρασμό της συζυγικής περιουσίας.»

(ε) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναριθμούνται οι υφιστάμενοι παράγραφοι της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησής με την αρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων 11 και 12 σε 13 και 14.»

 

Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.2, Δ.19, Δ.20, Δ.25, Δ.27 Θ.1, Δ.27 θθ.2-4, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. (1),(2),(9), Δ.57 και Δ.64 στα άρθρα 29(1)(γ), 31 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη διακριτική ευχέρεια, πρακτική, νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Φοίβου Χριστοφίδη ημερομηνίας 10/03/2023, καθώς επίσης και από την Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του Αλέξανδρου Παναγή ημερομηνίας 18/02/2026, δικηγόρων στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Στην ένορκη δήλωση του ο  Φοίβος Χριστοφίδης, αφού παραθέτει το ιστορικό της υπόθεσης αναφέρει ότι εν όψει, αφενός, της ύπαρξης μιας ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία το εφαρμοστέο δίκαιο επί της υπό κρίση διαφοράς είναι το Ρωσικό (Τεκμήριο 1) και, αφετέρου, της έγερσης και δικογράφησης διατάξεων του Ρωσικού δικαίου στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων (Τεκμήριο 2), οι οποίες εάν δεν αντικρουσθούν θα εκληφθούν ως παραδεκτές, ανέκυψε η ανάγκη οι Ενάγοντες να αιτηθούν άδεια για να τροποποιήσουν την Έκθεση Απαίτησης τους, ώστε να εισαγάγουν, διαζευκτικά πάντοτε με τους ισχυρισμούς τους περί εφαρμογής του Κυπριακού δικαίου, δικογράφηση του Ρωσικού δικαίου. Προβάλλεται η θέση ότι   το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου είναι αμιγώς νομικό και ως εκ τούτου η έγερση του σε αυτό το στάδιο μέσω της τροποποίησης δεν θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής και ότι, πρόσθετα, πρόκειται για πολύ σημαντικό ζήτημα το οποίο ενδεχομένως να επηρεάσει την έκβαση και τύχη της αγωγής. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, εάν δεν δοθεί η επιζητούμενη άδεια στους Ενάγοντες ώστε να τροποποιήσουν το δικόγραφο τους και να συμπεριλάβουν και διατάξεις του Ρωσικού δικαίου, κινδυνεύουν, σε κατοπινό στάδιο, να απορριφθεί η αγωγή τους εάν πράγματι επικρατήσει η θέση ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Ρωσικό. Προστίθεται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες επιθυμούν επίσης να εισάγουν στο δικόγραφο τους λεπτομέρειες μιας παρεμφερούς βάσης αγωγής που πηγάζει από το Κοινοδίκαιο και συγκεκριμένα από δύο πρόσφατες αγγλικές αποφάσεις, ήτοι τις Marex Financial Limited v Carlos Sevilleja Garcia [2017] EWHC 918 (Comm) και Lakatamia Shipping Co Ltd v Su [2021] EWHC 1907 (Comm). Η τελευταία δε ήταν μια από τις αποφάσεις που οι Εναγόμενοι έφεραν εις γνώση των Εναγόντων μέσω της γραπτής τους αγόρευσης στα πλαίσια της εκδίκασης της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Προκύπτει συνεπώς, είναι η θέση του, ότι πρόσφατα περιήλθαν εις γνώση των Εναγόντων γεγονότα και νομικά ζητήματα τα οποία δεν είχαν συμπεριληφθεί στα δικόγραφα τους, και εν όψει τούτου, ότι η Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων χρήζει τροποποίησης. Εισηγείται ότι καμία καθυστέρηση δεν έχει σημειωθεί διότι οι Ενάγοντες μόλις αντιλήφθηκαν ότι οι Εναγόμενοι θα ήγειραν ζήτημα αλλοδαπού δικαίου και ότι εκδόθηκαν οι πιο πάνω αποφάσεις οι οποίες καθιερώνουν μια νέα αδικοπραξία βάσει του Κοινοδικαίου, προχώρησαν αμέσως στα απαραίτητα διαβήματα ώστε να προβούν στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ώστε να συμπεριληφθούν διατάξεις του Ρωσικού δικαίου είναι σε συμφωνία τόσο με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 30/05/2022 η οποία αν και δεν είναι δεσμευτική, ενδεχομένως να επηρεάσει στο ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου, αλλά και με τα γεγονότα της Υπεράσπισης των Εναγομένων η οποία καταχωρίστηκε μόλις στις 26/01/2023. Περαιτέρω, εισηγείται ότι τυχόν έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων θα αποκρυσταλλώσει τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής και θα συμβάλει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης και ότι καμία αδικία δεν προκαλείται στους Εναγόμενους από την τυχόν έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων διότι το θέμα του εφαρμοστέου δικαίου αφορά νομικό σημείο το οποίο οι Ενάγοντες  έχουν υποχρέωση να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μπορέσει να απονεμηθεί δικαιοσύνη και να εκδικασθεί η υπόθεση αποτελεσματικά. Εάν ήθελε εγκριθεί η επιζητούμενη τροποποίηση, δεν θα έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά, αφού η ουσία της Υπεράσπισης των Εναγόμενων θα παραμείνει η ίδια, και συνεπώς οποιαδήποτε δυσχέρεια ήθελε προκληθεί στους Εναγόμενους λόγω της τροποποίησης θα μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση των εξόδων υπέρ τους.

 

 Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση. Οι λόγοι ένστασης είναι, αυτούσιοι, οι ακόλουθοι:

1.    Οι Ενάγοντες/ Αιτητές επιχειρούν να εισάγουν νέες βάσεις αγωγής ή/και αιτίες αγωγής που αλλοιώνουν και μεταβάλλουν τον πυρήνα της υπόθεσης τους ή/και εισάγουν νέα θέματα.

 

2.    Οι νέες βάσεις αγωγής και/ή οι ισχυρισμοί που οι Ενάγοντες επιχειρούν να εισάγουν δεν μπορεί να επιτραπούν για το λόγο ότι τέτοιες βάσεις αγωγής έχουν παραγραφεί με βάση το Ρώσικο δίκαιο το οποίο προβλέπει ότι οι βάσεις αγωγής ως αυτές που προτείνουν οι Ενάγοντες, παραγράφονται 3 έτη μετά που οι Ενάγοντες γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν τον σωστό Εναγόμενο και/ή ότι υπήρχε παράβαση δικαιώματος τους. Τυχόν άδεια για τροποποίηση της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης θα προκαλέσει συνεπώς ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία στους Καθ’ ων η αίτηση 1, 2, 3 και 6  εφόσον θα τους στερήσει την υπεράσπιση της παραγραφής με βάση το Ρώσικο δίκαιο.

 

3.    Οι Ενάγοντες με την Αίτηση τους επιχειρούν να εισάγουν γεγονότα τα οποία τους ήταν γνωστά ή/και μπορούσαν εύλογα να εντοπιστούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και συνεπώς δεν δικαιολογείται η καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος αυτού.

 

4.    Δεν δίδεται επαρκής και/ή βάσιμη δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος των Εναγόντων οι οποίοι όφειλαν εξ αρχής να δικογραφήσουν το Ρώσικο δίκαιο ως τη βάση αγωγής τους, εάν έχουν πρόθεση να βασιστούν σ’ αυτό.

 

5.    Δεν αποτελεί βάσιμη και/ή επαρκής δικαιολογία για έγκριση του αιτήματος των Εναγόντων ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1, 2, 3 και 6  ήγειραν το θέμα του Ρώσικου δικαίου στην Υπεράσπισης τούς, ούτε η ανάγκη προέκυψε μετά που το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 30/05/2022 έκρινε ότι εφόσον η κατ’ ισχυρισμό ζημιά επεσυνέβη στη Ρωσία εφαρμογή έχει το Ρώσικο δίκαιο με βάση τον άρθρο 4(1) του Κανονισμού 864/2007.

 

6.    Οι Ενάγοντες δεν μπορούν να προωθούν την αγωγή τόσο με βάση το Κυπριακό όσο και με βάση το Ρωσικό δίκαιο, στη βάση διαζευκτικών ισχυρισμών ή άλλως εφόσον κάτι τέτοιο θα ήταν αντινομικό και θα προκαλέσει αδικία στους Καθ’ ων η αίτηση 1, 2, 3 και 6.

 

7.    Η αιτούμενη τροποποίηση είναι ουσιαστική και εκτεταμένη και δυσαναλόγως μεγαλύτερη σε έκταση από την υπάρχουσα έκθεση απαίτησης.

 

8.    Τα γεγονότα της αίτησης δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Σεβαστού Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων αλλά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση 1, 2, 3 και 6.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Γλαύκου Μιτσίδη, ημερ. 25/10/23 ο οποίος αναφέρει ότι τα όσα η πλευρά των Εναγόντων επιχειρεί να εισαγάγει στο δικόγραφο της ήταν γνωστά σ΄ αυτούς ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά εξ’ αρχής. Όσον αφορά τις αξιώσεις των Εναγόντων που βασίζονται στο Ρώσικο δίκαιο, ζητήθηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, γνωμάτευση από τον Ρώσο δικηγόρο και εμπειρογνώμονα επί του Ρωσικού δικαίου, Sergey Usoskin για την περίοδο παραγραφής τέτοιων αξιώσεων με βάση το Ρώσικο δίκαιο, η οποία επισυνάπτεται ως  Τεκμήριο 1. Επειδή η περίοδος παραγραφής με βάση το Ρώσικο δίκαιο είναι 3 έτη, είναι η θέση τους ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος των Εναγόντων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία στους Καθ’ ων η αίτηση 1, 2, 3 και 6  εφόσον θα τους στερήσει την υπεράσπιση της παραγραφής με βάση το Ρώσικο δίκαιο.   

 

Στη ΣΕΔ που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου επισυνάπτεται γνωμάτευση από τους Ρώσους δικηγόρους Level Legal η οποία σχολιάζει τα επιχειρήματα στην γνωμάτευση Usoskin. Στη βάση των όσων σε αυτήν αναφέρονται το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ζήτημα παραγραφής ενός ρωσικού αγώγιμου δικαιώματος, ενώ ακόμη και να εφαρμοζόταν στην υπό κρίση περίπτωση το Ρωσικό δίκαιο, ο χρόνος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων εναντίον των Εναγόμενων θα τελούσε υπό αναστολή από την καταχώριση της παρούσας Κυπριακής αγωγής και συνεπώς δεν θα τίθετο οποιοδήποτε ζήτημα παραγραφής του.

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα. Έχω θέσει ενώπιον μου όσα ανέφεραν και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Η Δ.25 θ.1, όπως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα:

 

«1. (1) Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη:

Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ αυτών.

 

(2) Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη:

 

Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, τροποποιημένη απάντηση, όπου χρειάζεται.

 

Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.

 

(3) Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»

 

Υπό το φως των πιο πάνω, διαφαίνεται ότι η παλαιότερη νομολογία, που αφορούσε αιτήσεις εκδικασθείσες με βάση την παλαιά Δ.25 θα μπορούσε να έχει περιορισμένη χρησιμότητα καθ' όσον αφορά την εφαρμογή της νέας Δ.25.  Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 14/12/2021 στην αγωγή 1379/18 Ε.Δ. Λευκωσίας (Χ.Β. Χαραλάμπους Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε):

 

«Αναμφίβολα η νέα Δ.30 έχει εισαγάγει μια εντελώς νέα διαδικασία όσον αφορά την εκδίκαση αστικών υποθέσεων και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η Έκδοση, Τόμος 11, παρ. 33 σε σχέση με τους τότε νεοεισαχθέντες Civil Procedure Rules (CPR 1998), "The effect of this provision is that previous case law, authorities and other legal material will not usually be applied but are, at most, only persuasive in interpreting and giving effect to the new provisions. This new code has the overriding objective of enabling the court to deal with cases justly."

Κατ' αναλογίαν δε, προς ό,τι αναφέρεται σε άλλο σημείο του εν λόγω συγγράμματος (παρ.34) σημειώνεται πως το Δικαστήριο πρέπει να έχει συνεχώς υπόψιν τον πρωταρχικό σκοπό ενόσω εξασκεί οποιαδήποτε εξουσία η οποία χορηγείται από τις νέες διαταγές ή όταν ερμηνεύει οποιοδήποτε κανονισμό αυτών, στοιχείο το οποίο προνοείται και στην ημεδαπή Δ.30 κ.9. Η πρόνοια αυτή αφορά και τις αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων, όπως έχει αναγνωριστεί στη Strongway Nominees Ltd v. Pallett (2000) All E.R. (D) 314.»

 

Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι, όπως νομολογιακά ίσχυε κατά την εφαρμογή της «παλαιάς» Δ.25, έτσι και στη βάση της νέας, κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης.  Όπως τονίστηκε στην Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1) (1990) 1 AAΔ 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Τα πιο πάνω προκύπτουν και από το λεκτικό της πρόνοιας της Δ.25 Θ.5 σύμφωνα με την οποία «Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται με ή εξαρτάται από τη διαδικασία».

 

Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά τις 1.1.2016, και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες δυνάμει των προνοιών της Δ.30  συνεπώς εφαρμόζεται η Δ.25 θ.1.(3) η οποία διέπει το θέμα της τροποποίησης μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες.

 

Από το λεκτικό της Δ.25 θ.1.(3) προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση την τροποποίηση που σκοπεί στη διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που η τροποποίηση είναι αναγκαία, λόγω του ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση. Αναμφισβήτητα η νέα Δ.25 θ.1(3) συνιστά παρέκκλιση από την μέχρι τώρα αποκρυσταλλωθείσα από τη νομολογία μας αρχή σύμφωνα με την οποία η τροποποίηση δικογράφου μπορούσε να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εκτός στις περιπτώσεις εκείνες που θα προκαλούσε βλάβη στα δικαιώματα του αντιδίκου, η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. (Ikos CIF Ltd v Coward κ.α. (2014) 1 Α.Α.Δ.663). 

 

Σκοπός της νέας Δ.25 και της νέας Δ.30 είναι να σταματήσουν οι ανεξέλεγκτες τροποποιήσεις δικογράφων επιβάλλοντας στους συντάξαντες τα δικόγραφα πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια και περιορίζοντας ουσιαστικά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε αιτήματα τροποποίησης. Στην ενδιάμεση απόφαση της στην αγωγή 813/2017 Οδυσσέως ν. Σ.Κ.Τ., ημερ. 30/12/2019, η Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) ακολούθησε την ακόλουθη προσέγγιση :

 

«Η νέα Δ.25 και Δ.30 αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων με τα περιθώρια άσκησης από πλευράς Δικαστηρίου διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης να είναι ιδιαίτερα περιορισμένα. Η εν λόγω προσέγγιση συνάδει και με την αρχή της υψίστης σημασίας στόχευση (overriding principle) που φαίνεται να καθοδηγεί το πλαίσιο εφαρμογής της νέας Δ.25 και Δ.30.Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων απαιτεί από όλους να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη των αναγκαίων στα δικόγραφά τους.»

 

Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ιστορικό της υπόθεσης, όπως προκύπτει από τον δικαστηριακό φάκελο :

 

Στις 24/01/2017 οι Ενάγοντες καταχώρισαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ζητώντας γενικές αποζημιώσεις εναντίον όλων των Εναγόμενων. Την ίδια ημέρα οι Ενάγοντες καταχώρισαν επίσης μονομερή αίτηση ημερομηνίας 24/01/2017 για προσωρινά διατάγματα και στις 26/01/2017 εκδόθηκαν ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα εναντίον των Εναγόμενων 1 έως 6.  Στις 28/03/2018 η αίτηση αποσύρθηκε με επιφύλαξη του δικαιώματος των Εναγόντων να προχωρήσουν με νέα αίτηση δια κλήσεως. Στις 12/01/2018 οι Ενάγοντες καταχώρισαν Έκθεση Απαίτησης. Στις 05/04/2018 οι Ενάγοντες καταχώρισαν δια κλήσεως αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Στις 05/06/2020 οι Ενάγοντες τροποποίησαν την Έκθεση Απαίτησης τους στη βάση της Δ.25 θ.1(2). Στις 19/03/2021 οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 6 καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Μέσω της εν λόγω ένστασης προβλήθηκε πρωτίστως το επιχείρημα ότι οι Ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν καλή βάση αγωγής ούτε και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής τους καθ’ ότι απέτυχαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το Ρωσικό δίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στα γεγονότα της υπόθεσης. Προσκόμισαν επίσης γνωμάτευση Ρώσου εμπειρογνώμονα ο οποίος σύμφωνα με τους Εναγόμενους, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης οποιοδήποτε αστικό αδίκημα με βάση το Ρωσικό δίκαιο. Το Δικαστήριο, στην ενδιάμεση  απόφαση του στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημερ. 30/05/2022,  αποφάσισε ότι «….η κατ’ ισχυρισμό ζημιά επεσυνέβη στην Ρωσία και ως εκ τούτου, εφαρμογή έχει στην προκειμένη περίπτωση με βάση το 4(1) του Κανονισμού 864/2007, το Ρωσικό δίκαιο ». Στις 26/01/2023 οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 6 καταχώρισαν Υπεράσπιση στην αγωγή. Σε αυτήν, οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις  ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή «καθότι οι κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξίες δεν διαπράχθηκαν στην Κύπρο αλλά στη Ρωσία και/ή ο τόπος επέλευσης της κατ’ ισχυρισμό ζημιάς δεν είναι η Κύπρος αλλά η Ρωσία» (παρ. 1 Υπεράσπισης) και ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum δεδομένου ότι «από το σύνολο των περιστάσεων προκύπτει ότι εφαρμόζεται το ρωσικό δίκαιο επί των γεγονότων» (παρ.2 Υπεράσπισης). Περαιτέρω, στην  Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι επικαλούνται και δικογραφούν διατάξεις του Ρωσικού δικαίου και ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι κανένα αστικό αδίκημα με βάση το Ρωσικό δίκαιο δεν διαπράχθηκε και συνεπώς, αρνούνται την αξίωση των Εναγόντων εναντίον τους και αιτούνται την απόρριψη της αγωγής.

 

Αποτέλεσε εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Αιτητών ότι είναι σαφές ότι η τροποποίηση επιδιώκεται κατ’ επίκληση γεγονότων που μεσολάβησαν μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης, τα οποία δεν ήταν γνωστά στους Ενάγοντες ή στους δικηγόρους τους – ούτε και μπορούσαν να προβλεφθούν από αυτούς - κατά τον χρόνο σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης και τα οποία αποτελούν νέα δεδομένα κατά την έννοια της Δ.25 Θ.1(3).

 

Η παρούσα αίτηση προωθείται στην βάση νέων δεδομένων, μη υπαρκτών κατά την καταχώρηση της δικογραφίας. Στη βάση του πιο πάνω ιστορικού  διαπιστώνω ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε, αφενός μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 30/05/2022 σε σχέση με το εφαρμοστέο δίκαιο και, αφετέρου, μετά τη δικογράφηση ρωσικού δικαίου στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων, ημερ. 26/01/2023. Τα πιο πάνω  δεδομένα αδιαμφισβήτητα συνιστούν νέα και διαμορφωμένα δεδομένα, τα οποία δεν ήταν υπαρκτά κατά την καταχώριση της αγωγής ή δεν ήταν σε γνώση των Αιτητών πριν την καταχώρηση του δικογράφου τους. Επομένως οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει εντός της δεύτερης προϋπόθεσης της Δ.25 θ.1.(3). Όπως δε ορθά επισημαίνεται εκ μέρους των Αιτητών, τόσο η ένσταση των Εναγομένων στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα, όσο και η Υπεράσπιση τους μέσω των οποίων ήγειραν ισχυρισμούς περί εφαρμογής του Ρωσικού δικαίου, καταχωρήθηκαν μετά την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων και κατ’ επέκταση, κατά τον χρόνο σύνταξης ή καταχώρισης της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν ήταν γνωστοί στους Ενάγοντες ή στους δικηγόρους τους – ούτε και μπορούσαν να προβλεφθούν από αυτούς. Σημειώνεται στο σημείο αυτό η θέση των Εναγόντων ότι η προτιθέμενη τροποποίηση του ρωσικού δικαίου είναι διαζευκτική της αρχικής θέσης των Εναγόντων ότι στην παρούσα περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το κυπριακό δίκαιο, στην οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω.

 

Προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση των λόγων ένστασης.

ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ

 

Εγείρεται με τον πιο πάνω λόγο ότι η  προτεινόμενη τροποποίηση δεν συνιστά απλή διευκρίνιση, εξειδίκευση ή πληρέστερη διατύπωση της ήδη υφιστάμενης υπόθεσης των Εναγόντων, αλλά επιχειρεί να μεταβάλει ουσιωδώς τη δικογραφική και νομική βάση επί της οποίας αυτή στηρίζεται. Η υφιστάμενη δικογραφία των Εναγόντων είχε διαμορφωθεί στη βάση του Κυπριακού δικαίου και των πραγματικών ισχυρισμών που είχαν προβληθεί προς θεμελίωση των συγκεκριμένων αιτιών αγωγής που περιλαμβάνονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Ως αναφέρεται, με την υπο κρίση αίτηση επιχειρείται πλέον, σε διαζευκτική ή/και πρόσθετη βάση, η εισαγωγή σειράς ισχυρισμών που απορρέουν από το Ρωσικό δίκαιο, περιλαμβανομένων συγκεκριμένων διατάξεων του Ρωσικού Αστικού Κώδικα και του Ρωσικού Πτωχευτικού Δικαίου, με σκοπό να θεμελιωθούν επ’ αυτών διαφορετικές και αυτοτελείς βάσεις ευθύνης.

 

Στην απόφαση  Ανδρέου ν C. Ataliotis Niche Advertising Ltd (2013) 1 ΑΑΔ 653  λέχθηκαν τα εξής:

 

«Οι ισχυρισμοί τους οποίους ο ενάγων επιχειρεί να εισάξει με την αιτούμενη τροποποίηση, στην ουσία αφορούν σε γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα τα οποία έχουν ήδη προσδιοριστεί με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης και δεν εισάγουν νέα βάση αγωγής, ούτε και επιδιώκουν επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων όπως είναι η θέση των εναγομένων. Έχω ήδη παραθέσει αυτούσιες τις αιτούμενες τροποποιήσεις, όπως και τα αποσπάσματα της έκθεσης απαίτησης, των οποίων η τροποποίηση επιδιώκεται. Είναι πιστεύω αρκετό να τα διεξέλθει ένας για να διαπιστώσει ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν αλλοιώνουν με οποιοδήποτε τρόπο, είτε τις αιτίες αγωγής οι οποίες παραμένουν οι ίδιες, είτε τις βάσεις της αγωγής οι οποίες επίσης παραμένουν αναλλοίωτες. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν είναι ξένες ούτε άσχετες με τα επίδικα θέματα, όπως η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων εισηγείται. Έστω όμως και αν εκείνο που επιδιωκόταν με την αιτούμενη τροποποίηση ήταν η εισαγωγή νέων θεμάτων, αυτό δεν θα συνεπαγόταν κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης. Το κριτήριο του τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής διατυπώνεται με σαφήνεια στο πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice 1959, σελ. 625:

 

"The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch 1 Ch.D. 42, Hubbick v. Helms 56 L.J. Ch. P. 539) But it will do so where the amendment would change the action one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Releigh v. Goshen [1898] 1 Ch. 81)."»

 

Συγκρίνοντας τα αρχικά στοιχεία της αγωγής με τις προτιθέμενες τροποποιήσεις (Βλ. Chandra v. Brooke North (A Firm) [2013] EWCA Civ 1559), συγκεκριμένα τις υφιστάμενες παραγράφους 7 – 10 της Έκθεσης Απαίτησης με τις παραγράφους 7, 9 και 11 που επιχειρούνται να προστεθούν διαπιστώνω ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις αφορούν τις ίδιες συναλλαγές, τα ίδια πρόσωπα και το ίδιο ζημιογόνο αποτέλεσμα με την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης.  Επιδιώκεται η εκ νέου νομική θεμελίωση των ίδιων αδικημάτων στη βάση του Ρωσικού δικαίου, χωρίς αλλοίωση της φύσης της αγωγής και χωρίς  να επιχειρείται η πρόσθεση γεγονότων που ήταν γνωστά στην Ενάγουσα στο στάδιο σύνταξης της δικογραφίας.   Δέον να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι μέσω της αγόρευσης τους δεν επικαλούνται μεταβολή μέσω της αίτησης τροποποίησης των υφιστάμενων γεγονότων αλλά μεταβολή του κανονιστικού πλαισίου που οι Εναγόμενοι θα αντιμετωπίσουν. Η αγγλική απόφαση  PJSC Tatneft v Bogolyubov and others [2017] EWCA Civ 1581 στην οποία έχει παραπέμψει η πλευρά των Εναγόντων είναι απόλυτα διαφωτιστική επι του θέματος που απασχολεί. Εκεί το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση ότι η αιτούμενη τροποποίηση αποτελούσε νέα αγωγή, καταλήγοντας ότι η προσθήκη αξίωσης βάσει ρωσικού δικαίου (άρθρου 1064 του Ρωσικού Αστικού Κώδικα) δεν εισήγαγε νέα βάση αγωγής στον βαθμό που στηριζόταν ουσιαστικά στα ίδια γεγονότα.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση εισηγούνται ότι οι  νέες βάσεις αγωγής και/ή ισχυρισμοί που οι Ενάγοντες επιχειρούν να εισάγουν δεν πρέπει να επιτραπούν για το λόγο ότι τέτοιες βάσεις αγωγής έχουν παραγραφεί με βάση το Ρωσικό Δίκαιο και τυχόν άδεια για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης θα προκαλέσει συνεπώς ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία στους Καθ’ ων η αίτηση 1,2,3 και 6 εφόσον θα τους στερήσει την υπεράσπιση της παραγραφής με βάση το Ρωσικό Δίκαιο. Το επιχείρημα αυτό εδράζεται στη θέση ότι το ζήτημα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων ενώπιον των Κυπριακών δικαστηρίων διέπεται από το Ρωσικό δίκαιο. Επικαλούνται την γνωμάτευση του Ρώσου δικηγόρου και εμπειρογνώμονα κ. Sergey Usoskin σύμφωνα με την οποία το Άρθρο 196(1) του Ρωσικού Αστικού Κώδικα προβλέπει γενική περίοδο παραγραφής τριών ετών, ενώ, δυνάμει του Άρθρου 200(1), η περίοδος αυτή αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία ο δικαιούχος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι το δικαίωμα του είχε παραβιαστεί και ποιο ήταν το πρόσωπο εναντίον του οποίου μπορούσε να στραφεί για την προστασία του εν λόγω δικαιώματος. Περαιτέρω, με βάση την γνωμάτευση η γενική αυτή τριετής περίοδος εφαρμόζεται στις αξιώσεις αδικοπρακτικής φύσεως και παραβίασης δικαιωμάτων που οι Ενάγοντες επιχειρούν να εισαγάγουν στην παρούσα Αγωγή μέσω της υπό κρίση Αίτησης.

 

Οι Αιτητές αντιτείνουν ότι το θέμα παραγραφής στην Κύπρο είναι θέμα διαδικαστικής μορφής (procedural) και ότι διέπεται από το κυπριακό δίκαιο ως το δίκαιο του lex fori. Ανευ βλάβης της πιο πάνω θέσης τους επισημαίνουν ότι ακόμη κι αν ήθελε κριθεί ότι το ζήτημα της παραγραφής διέπεται από το Ρωσικό δίκαιο, όπως εξηγείται στη γνωμάτευση των κ.κ. Level Legal Services LLC Τεκμήριο 1 στη ΣΕΔ Παναγή - τα αγώγιμα δικαιώματα των Εναγόντων δεν έχουν παραγραφεί με βάση το Ρωσικό δίκαιο ενόψει του ότι: (α) Τα γεγονότα που συνθέτουν τα αδικήματα επί των οποίων οι Ενάγοντες στηρίζουν την υπόθεση τους έλαβαν χώρα το 2016 – βλ. παρα. 5.4 της Γνωμάτευσης. (β) Με βάση το Ρωσικό δίκαιο, η περίοδος παραγραφής για τα αδικήματα αυτά δεν έληγε πριν το 2019 - βλ. παρα. 5.4 της Γνωμάτευσης. (γ) Με δεδομένο ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2017, εντός της περιόδου παραγραφής και με δεδομένο ότι η περίοδος παραγραφής σταματά να τρέχει με την έγερση της αγωγής και συνεπώς ενόσω υφίσταται η διαδικασία της Αγωγής η περίοδος παραγραφής που προβλέπεται από το Ρωσικό δίκαιο δεν μπορεί να εκπνεύσει - βλ. παρα. 4.10 και 5.5 της Γνωμάτευσης.

 

Εξετάζοντας τους εκατέρωθεν προβληθέντες ισχυρισμούς διαφαίνεται ότι, δυνάμει της Ενδιάμεσης Απόφασης ημερομηνίας 30/05/2022 και του Άρθρου 15(h) του Κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 (Ρώμη ΙΙ), το ζήτημα της παραγραφής των επίδικων εξωσυμβατικών αξιώσεων συνδέεται με το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει τη διαφορά, δηλαδή το Ρωσικό Δίκαιο. Ωστόσο, η ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία αποκαλύπτει εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές γνωμοδοτήσεις μεταξύ των εμπειρογνωμόνων των δύο πλευρών ως προς το κατά πόσο οι συγκεκριμένες αξιώσεις έχουν πράγματι παραγραφεί ή εάν η καταχώριση της αρχικής Αγωγής το 2017 ανέστειλε/διέκοψε την περίοδο παραγραφής βάσει των διατάξεων του Ρωσικού Αστικού Κώδικα. Ανεξάρτητα, λοιπόν, από το ποιο δίκαιο διέπει τελικά την παραγραφή και ποιες είναι οι ακριβείς συνέπειες του (ζήτημα το οποίο θα κριθεί τελεσίδικα από το Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία της κυρίως δίκης υπό το φως της προσκομισθείσας  μαρτυρίας), η προβαλλόμενη από τους Εναγομένους υπεράσπιση της παραγραφής δεν καθιστά την αιτούμενη τροποποίηση εξόφθαλμα αβάσιμη ή καταδικασμένη σε αποτυχία στο παρόν στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρής και αμφισβητούμενης νομικής αντιδικίας επιβάλλει όπως το ζήτημα αυτό επιλυθεί στο πλαίσιο της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς. Υπό το φως των ανωτέρω, και εφόσον η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, το συμφέρον της δικαιοσύνης επιτάσσει την παροχή της ευκαιρίας στους Ενάγοντες να προβάλουν το σύνολο των θέσεων τους, ενώ οποιαδήποτε συνεπαγόμενη δικονομική επιβάρυνση των Εναγομένων αποκαθίσταται πλήρως με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

Επιπρόσθετα, υπό το πρίσμα της ορθής διαχείρισης της υπόθεσης,  εφόσον η αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγει νέα βάση αγωγής, θεωρώ ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί, ώστε τα ζητήματα του εφαρμοστέου δικαίου και γενικότερα τα επίδικα θέματα να προσδιοριστούν δεόντως. Εναπόκειται στη συνέχεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον ενδείκνυται να εξετάσει το ζήτημα της παραγραφής ως προδικαστικό θέμα (εφόσον αυτό δύναται να αποφασιστεί αποτελεσματικά στη βάση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων, με ή χωρίς αντεξέταση), ή  να το αφήσει προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, εφόσον συνδέεται στενά με άλλα πραγματικά ζητήματα και η εξέταση του στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο θα ήταν ανεπαρκής ή άδικη (βλ. σχετικά Junior and others v Macdaniels Ltd and others [2005] EWHC 1323 (Ch) και Bundeszentralamt Für Steuern v Heis and others [2019] All ER (D) 01 (Apr) (2019).

 

ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ 4

 

Σύμφωνα με την εισήγηση των Καθ’ ων  αίτηση δεν υπάρχει επαρκής και βάσιμη εξήγηση για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος των Εναγόντων οι οποίοι όφειλαν εξ’ αρχής να δικογραφήσουν το Ρωσικό Δίκαιο ως τη βάση αγωγής τους.

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας η ανάγκη για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων ανέκυψε μετά την έκδοση της απόφασης ημερ. 30/05/2022 και την καταχώριση της Υπεράσπισης των Εναγομένων και της επίκλησης εκ μέρους τους, του Ρωσικού Δικαίου. Η υπεράσπιση των Εναγομένων καταχωρίστηκε την 26/01/2023 και η υπό κρίση αίτηση την 10/03/2023. Ενόψει των πιο πάνω δεδομένων κρίνω ότι ο χρόνος υποβολής της Αίτησης έχει δικαιολογηθεί πλήρως υπό το πρίσμα των  διαδικαστικών εξελίξεων της υπόθεσης και καμία καθυστέρηση δεν προέκυψε από πλευράς των Εναγόντων. Αντιθέτως, με βάση το ιστορικό της διαδικασίας, η Αγωγή δεν έχει ακόμα οριστεί για ακρόαση, επομένως δεν παρατηρείται ούτε και θα προκληθεί τέτοια καθυστέρηση από τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων που να επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των Εναγομένων.

 

ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ 6

 

Σύμφωνα με τον πιο πάνω λόγο οι Ενάγοντες δεν μπορούν να προωθούν την αγωγή τόσο με βάση το Κυπριακό όσο και με βάση το Ρωσικό δίκαιο στη βάση διαζευκτικών ισχυρισμών εφόσον κάτι τέτοιο θα ήταν αντινομικό και θα προκαλέσει αδικία στους Καθ’ ων η αίτηση 1,2,3 και 6.

 

Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ’ ων η αίτηση η διαζευκτική επίκληση του Ρωσικού δικαίου δεν προσθέτει απλώς ένα επιπλέον νομικό επιχείρημα. Προσθέτει νέο πραγματικό και αποδεικτικό πεδίο αντιδικίας. Οι Εναγόμενοι θα πρέπει να απαντήσουν στις συγκεκριμένες διατάξεις του Ρωσικού δικαίου που προτείνονται προς εισαγωγή, να διερευνήσουν το περιεχόμενο και την ερμηνεία τους, να δικογραφήσουν τις δικές τους θέσεις επί αυτών και να προσκομίσουν κατάλληλη μαρτυρία. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να διατηρήσουν και να προωθήσουν όλες τις θέσεις τους σε σχέση με την υφιστάμενη δικογραφική βάση των Εναγόντων.

 

Είναι πάγια νομολογημένη αρχή ότι ένας διάδικος έχει τη δυνατότητα διατύπωσης διαζευκτικών ισχυρισμών στο δικόγραφο του και είναι κατά τη δίκη που πρέπει να επιλέγει και προωθεί ισχυρισμούς που να μην είναι αντιφατικοί (βλ. Xαρούς Βασιλική Π., σύζυγος Ηλία Καγιά ν. Xρίστου Π. Χαρούς και Άλλων (2010) 1 ΑΑΔ 267 και  Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Μιχαήλ (2012) 1 (Α) Α.Α.Δ. 41).

 

Όπως προκύπτει από το αιτητικό της Αίτησης η θέση περί εφαρμογής του Ρωσικού δικαίου θα δικογραφηθεί διαζευκτικά και άνευ βλάβης της θέσης περί εφαρμογής του Κυπριακού δικαίου, γεγονός που συνεπάγεται ότι οι Ενάγοντες θα διατηρήσουν στο δικόγραφο τους την ευχέρεια να εγείρουν τον εν λόγω ισχυρισμό εναλλακτικά. Το γεγονός ότι με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνο του λόγο απόρριψης της Αίτησης.

 

Επιπρόσθετα, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι ενέταξαν το Ρωσικό δίκαιο στα επίδικα θέματα της υπόθεσης μέσω της Υπεράσπισης τους. Κατά συνέπεια, η έγκριση της τροποποίησης εξυπηρετεί πλήρως το συμφέρον της δικαιοσύνης, αφού απλώς επιτρέπει την πλήρη και ισότιμη εκδίκαση του ζητήματος  που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι ήγειραν.

 

Ως εκ τούτου η αίτηση εγκρίνεται.  Εκδίδονται διατάγματα ως η παράγραφοι (α), (β), (γ) και (ε) της Αίτησης.

 

Περαιτέρω, δίδονται οδηγίες όπως τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Μετά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας.

 

Τα έξοδα της Αίτησης όσο και αυτά που σπαταλούνται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των  Εναγόντων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

 

                               (Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.  

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

/ΧΨ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο