ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Π. Ε. Δ.
Γενική Αίτηση με αρ.: 9/2026.
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ (ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗ) ΝΟΜΟΣ, ΚΕΦ.10
─και─
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ HIGH COURT OF JUSTICE, BUISNESS AND PROPERTY COURTS OF ENGLAND AND WALES, COMMERCIAL COURT (QBD), ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 04/08/2022, ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟ CL─2021─000736 ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ LEADINGWAY CONSULTANTS LTD KAI (1) AYOUB FARID MICHEL SAAB (2) MICHEL NORBERT SAAB (AS ADMINISTRATOR OF THE ESTATE OF THE LATE FADI MICHEL SAAB)
─και─
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ COURT OF APPEAL (CIVIL DICISION), ON APPEAL FROM THE BUISNESS AND PROPERTY COURTS OF ENGLAND AND WALES, KINGS BENCH DIVISION, COMMERCIAL COURT, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 09/05/2025, ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟ CA 2024─001551 ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ LEADINGWAY CONSULTANTS LTD KAI (1) AYOUB FARID MICHEL SAAB (2) MICHEL NORBERT SAAB (AS ADMINISTRATOR OF THE ESTATE OF THE LATE FADI MICHEL SAAB)
─και─
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ SUPREME COURT OF THE UNITEF KINGDOM, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10/10/2025, ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟ UKSC/2025/0108 ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ LEADINGWAY CONSULTANTS LTD KAI (1) AYOUB FARID MICHEL SAAB (2) MICHEL NORBERT SAAB (AS ADMINISTRATOR OF THE ESTATE OF THE LATE FADI MICHEL SAAB)
─και─
LEADINGWAY CONSULTANTS LTD ΑΠΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ ΝΗΣΩΝ C/O ALEMAN, CORDERO, GALINDO & LEE TRUST (BVI) LTD
Αιτήτρια
─και─
AYOUB FARID MICHEL SAAB
Καθ’ ου η Αίτηση
-------------------
Ημερομηνία: 30/10/2026.
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια: κ. Φ. Χατζηχάννας εκ μέρους της Χατζηχάννας & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Π. Βορκά εκ μέρους της Μιχάλης Βορκάς & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
-------------------
[Ενδιάμεση Αίτηση της Leadingway Consultants Ltd χωρίς ειδοποίηση ημερομηνίας 23/10/2026]
---------------------
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Στις 22/10/2026 καταχωρίστηκε η μονομερής Αίτηση αρ. 9/2026, με την οποία η Αιτήτρια, Leadingway Consultants Ltd, αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
«(A). Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση και/ή δια του οποίου να αναγνωρίζεται, εγγράφεται και εκτελείται στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου η Απόφαση του High Court of Justice, Business and Property Courts of England and Wales, Commercial Court (QBD), ημερομηνίας 04/08/2022, στην υπόθεση υπ' αριθμό CL─2021─000736 μεταξύ των Leadingway Consultants Ltd και (1) Ayoub Farid Michel Saab (2) Michel Norbert Saab (as administrator of the estate of the late Fadi Michel Saab).
(B). Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση και/ή δια του οποίου να αναγνωρίζεται, εγγράφεται και εκτελείται στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου η Απόφαση του Court of Appeal (Civil Division), On Appeal From The Business And Property Courts Of England And Wales, Kings Bench Division, Commercial Court, ημερομηνίας 09/05/2025, στην υπόθεση υπ' αριθμό CA 2024─001551 μεταξύ των Leadingway Consultants Ltd και (1) Ayoub Farid Michel Saab (2) Michel Norbert Saab (as administrator of the estate of the late Fadi Michel Saab).
(Γ). Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση και/ή δια του οποίου να αναγνωρίζεται, εγγράφεται και εκτελείται στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν απόφαση κυπριακού Δικαστηρίου η Απόφαση του Supreme Court of the United Kingdom, ημερομηνίας 10/10/2025, στην υπόθεση υπ' αριθμό UKSC/2025/0108 μεταξύ των Leadingway Consultants Ltd και Saab.».
Προς υποστήριξη της βασιμότητας των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αιτήτρια επικαλείται την ακόλουθη νομική βάση:
«Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στον περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμος (Κεφ. 10), στα Άρθρα 17 και 31 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, στα Άρθρα 4─9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, Άρθρα 2, 31, 32 και 33, στους Κανονισμούς αμοιβαίας αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων (Foreign Judgments (Reciprocal Enforcement) Rules — Rules of Court made under Section 5), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5 Θ. 7, Δ.48, ΘΘ. 1-13, Δ.48, Δ.55 και Δ.64 και τις συμφυείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου.».
Την αμέσως επόμενη ημέρα, Παρασκευή, 23/10/2026, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, η Αιτήτρια καταχώρισε νέα μονομερή Αίτηση, η οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των αιτητικών της και ειδικότερα από τη φράση «Διάταγμα (…) μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης», έχει χαρακτήρα ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο της προαναφερόμενης διαδικασίας. Με την εν λόγω Αίτηση, η Αιτήτρια αξιώνει την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
«(Α). Διάταγμα του (…) Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται στον Καθ' ου η Αίτηση, αμέσως, με την επίδοση του παρόντος Διατάγματος, από το να λάβει οποιαδήποτε διαβήματα και/ή ενέργειες με σκοπό να μεταβιβάσει και/ή πωλήσει και/ή αποξενώσει και/ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα το ποσό των Ευρώ 60.430.745,24 μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης και/ή σε περίπτωση αναγνώρισης και εγγραφής των ακόλουθων Αποφάσεων, μέχρι την εκτέλεση και πλήρη ικανοποίηση των εν λόγω Αποφάσεων και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του σεβαστού Δικαστηρίου:
(1) Απόφαση του High Court of Justice, Business and Property Courts of England and Wales, Commercial Court (QBD), ημερομηνίας 04/08/2022, στην υπόθεση υπ' αριθμό CL─2021─000736 μεταξύ των Leadingway Consultants Ltd και (1) Ayoub Farid Michel Saab (2) Michel Norbert Saab (as administrator of the estate of the late Fadi Michel Saab).
(2) Απόφαση του Court of Appeal (Civil Division), On Appeal From The Business And Property Courts Of England And Wales, Kings Bench Division, Commercial Court, ημερομηνίας 09/05/2025, στην υπόθεση υπ' αριθμό CA 2024─001551 μεταξύ των Leadingway Consultants Ltd και (1) Ayoub Farid Michel Saab (2) Michel Norbert Saab (as administrator of the estate of the late Fadi Michel Saab).
(3) Απόφαση του Supreme Court of the United Kingdom, ημερομηνίας 10/10/2025, στην υπόθεση υπ' αριθμό UKSC/2025/0108 μεταξύ των Leadingway Consultants Ltd και Saab.
(στο εξής θα αναφέρονται σωρευτικά ως οι «Αποφάσεις»).
(B). Διάταγμα του (…) Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύει στον Καθ' ου η Αίτηση να απομακρύνει από την Κυπριακή Δημοκρατία ή με οποιονδήποτε τρόπο να διαθέσει, να διαπραγματευθεί ή να μειώσει την αξία οποιουδήποτε από τα περιουσιακά του στοιχεία που βρίσκονται εντός ή εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι και το ποσό των Ευρώ 60.430.745,24 μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης και/ή σε περίπτωση αναγνώρισης και εγγραφής των Αποφάσεων, μέχρι την εκτέλεση και πλήρη ικανοποίηση αυτών και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του (…) Δικαστηρίου.
Νοείται ότι μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης επί της Απαίτησης ή την ημερομηνία κατά την οποία το διάταγμα ορίζεται επιστρεπτέο ή την έκδοση νέας διαταγής του Δικαστηρίου, ο Καθ' ου η αίτηση:
(α) Απαγορεύεται να απομακρύνει από την Κυπριακή Δημοκρατία οποιοδήποτε από τα περιουσιακά του στοιχεία του που βρίσκονται στην Κυπριακή Δημοκρατία αξίας μέχρι Ευρώ 60.430.745,24 ή
(β) Με οποιονδήποτε τρόπο να διαθέσει, να διαπραγματευθεί ή να μειώσει την αξία οποιωνδήποτε από τα περιουσιακά του στοιχεία που βρίσκονται εντός ή εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι την ίδια αξία.
Νοείται περαιτέρω ότι η ως άνω παράγραφος εφαρμόζεται σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Καθ' ου η Αίτηση ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι στο δικό του όνομα και εάν ανήκουν αποκλειστικά σε αυτόν ή από κοινού με άλλα πρόσωπα. Για σκοπούς του παρόντος, τα περιουσιακά στοιχεία του Καθ' ου η Αίτηση περιλαμβάνουν κάθε περιουσιακό στοιχείο επί του οποίου αυτός έχει την εξουσία άμεσα ή έμμεσα να διαθέτει ή να διαχειρίζεται ωσάν να ήταν δικό του περιουσιακό στοιχείο. Θεωρείται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση διαθέτει τέτοια εξουσία αν τρίτο πρόσωπο κατέχει ή ελέγχει το περιουσιακό στοιχείο σύμφωνα με τις άμεσες ή έμμεσες οδηγίες του Καθ' ου η Αίτηση.
Νοείται έτι περαιτέρω ότι εάν η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων, ελεύθερα από επιβαρύνσεις ή άλλα βάρη του Καθ' ου η Αίτηση στην Κυπριακή Δημοκρατία υπερβαίνει τα Ευρώ 60.430.745.24 ο Καθ' ου η Αίτηση δύναται να απομακρύνει οποιαδήποτε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία από την Κυπριακή Δημοκρατία ή να τα διαθέσει ή να τα διαχειριστεί, νοουμένου ότι η συνολική μη βεβαρημένη αξία των περιουσιακών στοιχεία εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας παραμένει πάνω από Ευρώ 60.430.745.24.
Εάν η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων ελεύθερα από επιβαρύνσεις ή άλλα βάρη του Καθ' ου η αίτηση στην Κυπριακή Δημοκρατία υπερβαίνει τα Ευρώ 60.430.745,24 ο Καθ' ου η αίτηση δύναται να απομακρύνει οποιαδήποτε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία από την Κυπριακή Δημοκρατία ή να τα διαθέσει ή να τα διαχειριστεί νοουμένου ότι η συνολική μη βεβαρυμμένη αξία των περιουσιακών του στοιχείων εντός της Κυποιακής Δημοκοατίας παραμένει πάνω από Ευρώ 60.430.745.24.
Εάν η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων ελεύθερα από επιβαρύνσεις ή άλλα βάρη του Καθ' ου η αίτηση στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν υπερβαίνει τα Ευρώ 60.430.745,24 ο Καθ' ου η αίτηση δεν δύναται να απομακρύνει οποιαδήποτε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία από την Κυπριακή Δημοκρατία ή να τα διαθέσει ή να τα διαχειριστεί. Εάν ο Καθ' ου η αίτηση έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, δύναται να απομακρύνει οποιαδήποτε από τα άλλα περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας ή να τα διαθέσει ή να τα διαχειριστεί νοουμένου ότι η συνολική μη βεβαρημένη αξία των περιουσιακών του στοιχείων εντός ή εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας παραμένει πάνω από Ευρώ 60.430.745,24.
(Γ). Διάταγμα του (…) Δικαστηρίου δια του οποίου ο Καθ' ου η Αίτηση οφείλει όπως εντός επτά (7) ημερών από την επίδοση του παρόντος Διατάγματος, και στο μέτρο των δυνατοτήτων του καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια να ενημερώσει και/ή αποκαλύψει στους δικηγόρους της Αιτήτριας με ένορκη δήλωση για όλα τα περιουσιακά του στοιχεία (εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας) είτε είναι στο όνομα του είτε ανήκουν αποκλειστικά σε αυτόν ή από κοινού με άλλα πρόσωπα, αναφέροντας την αξία, την τοποθεσία και λεπτομέρειες όλων αυτών των περιουσιακών στοιχείων.
Εξαιρέσεις στο παρόν Διάταγμα:
Α. Το παρόν Διάταγμα:
(α) δεν απαγορεύει στον Καθ' ου η Αίτηση να δαπανά Ευρώ 300,00 εβδομαδιαίως για την κάλυψη των συνήθων εξόδων διαβίωσής του, καθώς και Ευρώ 1.000,00 συνολικά για νομική συμβουλή και εκπροσώπηση (υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνουν προηγουμένως τους εκπροσώπους της Αιτήτριας για την προέλευση των εν λόγω χρημάτων).
(β) Ο Καθ' ου η Αίτηση μπορεί να συμφωνήσει εγγράφως με τους δικηγόρους/νόμιμους εκπροσώπους της Αιτήτριας ότι τα ανωτέρω όρια εξόδων θα πρέπει να αυξηθούν ή ότι το παρόν Διάταγμα θα πρέπει να τροποποιηθεί με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
(γ) Το Διάταγμα παύει να ισχύει αν ο Καθ' ου η Αίτηση:
(α) παράσχει εξασφάλιση καταβάλλοντας το ποσό των Ευρώ 60.430.745,24 στο Δικαστήριο, το οποίο θα κρατείται εις διαταγή του Δικαστηρίου, ή
(β) παράσχει εξασφάλιση για το εν λόγω ποσό με άλλη μέθοδο η οποία συμφωνείται με τους δικηγόρους της Αιτήτριας.
(Δ). Διάταγμα του (…) Δικαστηρίου που να διατάζει τον Καθ' ου η Αίτηση όπως εντός 7 ημέρων από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του παρόντος Διατάγματος σε αυτόν, ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους δικηγόρους της Αιτήτριας, ένορκη δήλωση με την οποία να παραθέτει τις πληροφορίες που αυτός οφείλει να αποκαλύψει δυνάμει του παρόντος Διατάγματος και στην οποία να επισυνάπτονται όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις εν λόγω πληροφορίες:
i. Λεπτομερή λογαριασμό και πλήρη δικαιολογητικά έγγραφα, συμφωνίες, παραστατικά, τραπεζικά εμβάσματα, καταθέσεις λογαριασμών, φορολογικά έγγραφα, πληρωμές, έξοδα, δαπάνες και γενικά όλη την κίνηση της περιουσίας και όλων των περιουσιακών στοιχείων του Καθ' ου η Αίτηση από την ημερομηνία την οποία ήθελε καθορίσει το (…) Δικαστήριο.
ii. Όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς του Καθ' ου η Αίτηση και την κινητή και ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και το εξωτερικό που αυτός κατέχει, αποκαλύπτοντας όλες τις λεπτομέρειες συμπεριλαμβανομένων του αριθμού λογαριασμού, του ονόματος του κατόχου του λογαριασμού και του υπογράφοντος σε αυτόν, το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός, τις κινήσεις του λογαριασμού από την ημέρα του ανοίγματος του εν λόγω λογαριασμού καθώς και υπόλοιπο του λογαριασμού από την 23/02/2014 και/ή οποία ημερομηνία ήθελε καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο.
(E). Διάταγμα του (…) Δικαστηρίου δια του οποίου μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται επιστρεπτέο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου, η κα Χρύσω Σάββα εκ Λευκωσίας, (ο «Παραλήπτης») διορίζεται ως Ενδιάμεσος Παραλήπτης επί όλων των περιουσιακών στοιχείων του Καθ' ου η αίτηση περιλαμβανομένων των περιουσιακών στοιχείων του καθ' ου η αίτηση, τα οποία απαριθμούνται στον Πίνακα Γ του προσχεδίου Διατάγματος (τα «Περιουσιακά Στοιχεία»).
(ΣΤ) Οποιαδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια το σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις.
(Ζ) Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ.».
Προς υποστήριξη της βασιμότητας της ενδιάμεσης Αίτησης ημερομηνίας 23/10/2026, η Αιτήτρια επικαλείται την ακόλουθη νομική βάση:
«Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στον περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμος (ΚΕΦ.10), στα Άρθρα 17 και 31 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, στα Άρθρα 4─9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, Άρθρα 2, 31, 32 και 33, στους Κανονισμούς αμοιβαίας αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων (Foreign Judgments (Reciprocal Enforcement) Rules — Rules of Court made under Section 5), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5 Θ. 7, 48, ΘΘ. 1─13, Δ.48, ΘΘ. 1─13, Δ.55 και Δ.64 και τις συμφυείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου.».
Αμφότερες οι προαναφερόμενες Αιτήσεις, ήτοι η κυρίως και η ενδιάμεση, έχουν, όπως ήδη αναφέρθηκε, καταχωριστεί μονομερώς. Διευκρινίζεται ότι οποιαδήποτε αναφορά στα αιτητικά τους σε «Καθ’ ου η Αίτηση» αφορά τον Ayoub Farid Michel Saab.
Όπως προκύπτει από τη νομική βάση της κυρίως Αίτησης, καθώς και από τον τίτλο της, το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την υπό κρίση διαδικασία είναι ο περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ. 10. Ως προς το δικονομικό πλαίσιο, εφαρμογή έχει ο περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Διαδικαστικός Κανονισμός (1062/1935), ο Κανονισμός 16(2) του οποίου προβλέπει ότι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί εφαρμόζονται τηρουμένων των διατάξεων των εν λόγω ειδικών Κανονισμών (1062/1935).
Σύμφωνα με Κανονισμούς (1062/1935), η διαδικασία εγγραφής αλλοδαπής δικαστικής απόφασης ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου δύναται να κινηθεί με μονομερή αίτηση (ex parte), δυνάμει του Κανονισμού 2, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση που πληροί τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 3.
Με την έκδοση διατάγματος που επιτρέπει την εγγραφή της αλλοδαπής απόφασης, το Δικαστήριο οφείλει, σύμφωνα με τον Κανονισμό 6(3), να καθορίσει την περίοδο εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί αίτηση παραμερισμού της εγγραφής, καθώς και να περιλάβει ρητή πρόνοια ότι δεν επιτρέπεται η εκτέλεση της απόφασης πριν από την εκπνοή της περιόδου αυτής.
Παρότι, δυνάμει του Κανονισμού 6(2), δεν απαιτείται η επίδοση δηλωτικού του ίδιου του διατάγματος εγγραφής στον εξ αποφάσεως οφειλέτη, ο Κανονισμός 8 επιβάλλει την επίδοση γραπτής ειδοποίησης εγγραφής, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ενημέρωση για το δικαίωμα παραμερισμού και την προθεσμία άσκησής του, υπολογιζόμενη από την ημερομηνία επίδοσης.
Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δύναται, σύμφωνα με τον Κανονισμό 10, να αιτηθεί τον παραμερισμό της εγγραφής με κλήση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση, επικαλούμενος τους προβλεπόμενους από το Κεφ. 10 λόγους παραμερισμού.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των Κανονισμών 6(3) και 11(1) προκύπτει ότι η εγγραφή αλλοδαπής απόφασης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως και τη δυνατότητα άμεσης εκτέλεσής της. Αντιθέτως, η έκδοση μέτρων εκτέλεσης απαγορεύεται μέχρι την εκπνοή της καθορισθείσας περιόδου παραμερισμού ή οποιασδήποτε παράτασής της.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Κανονισμό 11(2), εφόσον υποβληθεί αίτηση παραμερισμού της εγγραφής, δεν επιτρέπεται η έκδοση μέτρων εκτέλεσης μέχρι την εκδίκαση και οριστική διάθεση της αίτησης αυτής.
Τέλος, για την έκδοση μέτρων εκτέλεσης απαιτείται η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις των Κανονισμών 9 και 11(3), περιλαμβανομένης της προσκόμισης ένορκης δήλωσης επίδοσης της ειδοποίησης εγγραφής και των σχετικών δικαστικών διαταγμάτων.
Ως προς την εφαρμογή των προαναφερόμενων Κανονισμών (1062/1935) και το δικονομικό πλαίσιο που διέπει την υπό κρίση διαδικασία, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση Re Ζαχαρία κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 2/2023, 25/04/2024, ανέφερε τα ακόλουθα:
«Ο Καν.2 του περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1935, που είχε εφαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης, προνοεί ότι η αίτηση δυνάμει του άρθρου 4 του Νόμου για εγγραφή στο Επαρχιακό Δικαστήριο μιας αλλοδαπής απόφασης για την οποία εφαρμόζεται το Μέρος Ι του Νόμου δύναται να υποβληθεί στο Δικαστήριο χωρίς κλήση. Ο Καν.10(1) ο οποίος προνοεί ότι η αίτηση για τον παραμερισμό της εγγραφής μιας απόφασης πρέπει να γίνεται με αίτηση δια κλήσεως και να υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση, καθιερώνει ότι αυτή είναι η ενδεδειγμένη δικονομική οδός για την προσβολή της εγγραφής.
Για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο μιας αλλοδαπής απόφασης δεν επιβάλλεται η καταχώριση αίτησης με κλήση, ούτε και υφίσταται υποχρέωση επίδοσης της στους ενδιαφερόμενους. (…)
Η κλήση των Εφεσίβλητων δεν συνιστούσε την «κανονική πορεία των πραγμάτων». Η κανονική πορεία, όπως προβλέπεται στον Καν.2, εκτός και αν το κατώτερο Δικαστήριο διέτασσε διαφορετικά, ήταν η αίτηση χωρίς κλήση και η απόφαση επί του ζητήματος στην απουσία τους. Και η πρόβλεψη στον Καν.10(1) δεν είναι εναλλακτικό της προνομιακής δικαιοδοσίας ένδικο μέσο, αλλά η δικονομική πρόβλεψη προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων προσώπων όπως οι Εφεσίβλητοι, ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα τους να ακουστούν και να τηρούνται οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Η διαδικασία αντιμετωπίζεται ως ενιαία. Ο Καν.10(1) διασφαλίζει το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, δηλαδή τη φυσική δικαιοσύνη. Δεν συνιστά θεραπεία η οποία χορηγείται σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, αλλά το προδιαγεγραμμένο διάβημα που οι Εφεσίβλητοι μπορούσαν να λάβουν.
Σημειώνουμε ότι ο Καν.11(2) του Κανονισμού του 1935 προνοεί ότι στην περίπτωση που καταχωριστεί αίτηση για τον παραμερισμό της εγγραφής μιας απόφασης, η απόφαση που εγγράφηκε δεν μπορεί να εκτελεστεί μέχρις ότου η αίτηση παραμερισμού διεκπεραιωθεί. Κατ' αναλογία ο Εφεσείων δεν θα μπορούσε να ενεργεί στη βάση του διατάγματος εγγραφής ή θα μπορούσε να εμποδιστεί από του να ενεργεί, μέχρις ότου η αίτηση παραμερισμού των Εφεσίβλητων διεκπεραιωνόταν. Η διαδικασία για τον παραμερισμό ήταν και η πρόσφορη ώστε να εξεταστούν σε βάθος, με την προσαγωγή της κατάλληλης μαρτυρίας, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, που στην προνομιακή διαδικασία πτυχές τους παρέμειναν αμφισβητούμενες.».
Στην πιο πάνω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι Κανονισμοί (1062/1935) θεσπίζουν ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο δικονομικό πλαίσιο, το οποίο διέπει τόσο την αρχική αναγνώριση και εγγραφή αλλοδαπής απόφασης όσο και τη μεταγενέστερη δυνατότητα προσβολής της εγγραφής.
Ειδικότερα, λέχθηκε ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 2, η αίτηση αναγνώρισης και εγγραφής αλλοδαπής απόφασης υποβάλλεται και, κατά την κανονική πορεία της διαδικασίας, εξετάζεται μονομερώς, χωρίς κλήση ή προηγούμενη επίδοση στους επηρεαζόμενους, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.
Και περαιτέρω, αποφασίστηκε ότι η μονομερής αυτή διαδικασία δεν παραβιάζει τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, καθότι αποτελεί το πρώτο στάδιο της ενιαίας διαδικασίας που καθιερώνουν οι Κανονισμοί (1062/1935). Το δικαίωμα ακρόασης των επηρεαζόμενων προσώπων διασφαλίζεται στο επόμενο στάδιο, μέσω της προβλεπόμενης στον Κανονισμό 10(1) αίτησης διά κλήσεως για παραμερισμό της εγγραφής, η οποία συνιστά την ενδεδειγμένη και ειδικώς προβλεπόμενη δικονομική οδό αμφισβήτησής της. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η αίτηση παραμερισμού δεν αποτελεί θεραπεία για προηγούμενη παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Αντιθέτως, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ίδιας ενιαίας διαδικασίας, μέσω του οποίου κατοχυρώνεται το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο και ακρόασης των επηρεαζόμενων προσώπων.
Η ενότητα και συνοχή του δικονομικού αυτού πλαισίου, λέχθηκε επίσης, ενισχύεται περαιτέρω από τον Κανονισμό 11(2), ο οποίος απαγορεύει την εκτέλεση της εγγεγραμμένης αλλοδαπής απόφασης ενόσω εκκρεμεί αίτηση παραμερισμού, διασφαλίζοντας έτσι την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος αμφισβήτησης της εγγραφής.
Συνεπώς, η αρχή που καθιερώνει η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι η μονομερής εγγραφή αλλοδαπής απόφασης και η μεταγενέστερη κατ' αντιμωλία διαδικασία παραμερισμού δεν αποτελούν δύο ανεξάρτητες διαδικασίες, αλλά διαδοχικά και αλληλοσυμπληρούμενα στάδια ενός ενιαίου δικονομικού μηχανισμού, ο οποίος συνδυάζει την ταχεία εγγραφή αλλοδαπών αποφάσεων με την ουσιαστική διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης και των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.
Συναφής επί των ανωτέρω είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc., (1999) 1 Α.Α.Δ. 124.
Ως προς τη δυνατότητα παρέκκλισης από τον προαναφερόμενο ενιαίο δικονομικό μηχανισμό, μέσω της εισαγωγής ζητημάτων που εκφεύγουν του προβλεπόμενου πλαισίου και ενδέχεται να παρακωλύσουν την ταχεία εγγραφή αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων, σχετική είναι η απόφαση του Δικαστή (ως ήταν τότε) Χατζηχαμπή στην υπόθεση Re Fastact Developments Ltd κ.α., (2002) 1 Α.Α.Δ. 543.
Στην εν λόγω υπόθεση εξετάστηκε κατά πόσο υφίστατο νομοθετικό ή νομολογιακό έρεισμα που να επιτρέπει την έκδοση, στο πλαίσιο διαδικασίας εγγραφής αλλοδαπής απόφασης, ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος τύπου Mareva, με το οποίο να απαγορεύεται σε διάδικο η αποξένωση, μεταβίβαση, διάθεση ή απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων, μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Επί του ζητήματος αυτού, ο Δικαστής Χατζηχαμπής ανέφερε τα ακόλουθα:
«Θεωρώ ότι όντως η διαδικασία για εγγραφή αποφάσεως είναι ιδιάζουσα διαδικασία με πολύ περιορισμένο σκοπό, (…), και αποσκοπεί στην αναγνώριση και εγγραφή της απόφασης με σκοπό την εκτέλεση της. Δεν έχει καταδειχθεί οποιοδήποτε νομοθετικό ή νομολογιακό πλαίσιο το οποίο να επιτρέπει στο δικαστήριο την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος του τύπου ιδιαίτερα mareva όπως στην προκειμένη περίπτωση σε τέτοια διαδικασία. Εξάλλου η ίδια η ιδέα του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αφορά το στάδιο προ της λήψης απόφασης ώστε τα πράγματα να διατηρηθούν ως έχουν, ενώ προκειμένου περί εγγραφής απόφασης προς εκτέλεση της, η απόφαση έχει ήδη ληφθεί και θα ήταν αντιφατικό να ομιλεί κανείς για ενδιάμεσο διάταγμα. Εν πάση περιπτώσει όμως, όπως ανάφερα, δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε βάση για τέτοια δικαιοδοσία και δεν είμαι διατεθειμένος να θεωρήσω ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου θα μπορούσε να επεκταθεί σε τέτοιες περιπτώσεις.».
Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω απόφαση ανατράπηκε κατ’ έφεση από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Re Fastact Developments Ltd κ.α., (2004) 1 Α.Α.Δ. 1535, η ανατροπή της στηρίχθηκε στο ότι δεν είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε κατά το στάδιο της αίτησης για χορήγηση άδειας καταχώρισης αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari είτε κατά το στάδιο της εξέτασης της αίτησης για έκδοση του εντάλματος, στοιχεία που να καταδεικνύουν την ύπαρξη επαρκώς εξαιρετικών περιστάσεων, οι οποίες θα δικαιολογούσαν παρέκκλιση από τον κανόνα ότι, όταν παρέχεται άλλο ένδικο μέσο ή θεραπεία, δεν στοιχειοθετείται συζητήσιμο ζήτημα που να δικαιολογεί τη χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari ή, κατά μείζονα λόγο, την έκδοση τέτοιου εντάλματος. Κατά τα λοιπά, το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης εξακολουθεί να τυγχάνει επίκλησης και αναφοράς σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο (βλ. Re Nikitovic, Πολιτική Αίτηση Αρ. 162/2021, 02/08/2021), ECLI:CY:AD:2021:D361.
Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του προαναφερόμενου σκεπτικού του Δικαστή Χατζηχαμπή αναφορικά με τη δυνατότητα έκδοσης ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων στο πλαίσιο διαδικασίας εγγραφής αλλοδαπής δικαστικής απόφασης, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσον το εν λόγω σκεπτικό δύναται να υιοθετηθεί, αξιολογώντας την πειστικότητα και ορθότητά του ως προς την προσέγγιση του συγκεκριμένου ζητήματος.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η κυρίως Αίτηση για εγγραφή των αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων καταχωρίστηκε μονομερώς, όπως άλλωστε προβλέπεται από τον Κανονισμό 2 των Κανονισμών (1062/1935). Συνεπώς, η κυρίως Αίτηση βρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου και, κατά την κανονική πορεία της διαδικασίας, δύναται να εξεταστεί και να αποφασιστεί μονομερώς, χωρίς προηγούμενη κλήση του αναφερόμενου ως Καθ' ου η Αίτηση, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Όπως διευκρινίστηκε στην υπόθεση Re Ζαχαρία κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 2/2023, 25/04/2024 ανωτέρω, η δυνατότητα αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ειδικού δικονομικού μηχανισμού, στο πλαίσιο του οποίου το δικαίωμα ακρόασης του εξ αποφάσεως οφειλέτη διασφαλίζεται σε μεταγενέστερο στάδιο, μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας παραμερισμού της εγγραφής.
Συναφώς, το Άρθρο 32(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων ή διορισμού παραλήπτη, εφόσον το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, ρητώς όμως, «τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού». Η επιφύλαξη αυτή αποκτά καθοριστική σημασία στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι η κυρίως διαδικασία διέπεται από ειδικούς Κανονισμούς (1062/1935), οι οποίοι προβλέπουν τη δυνατότητα μονομερούς εξέτασης και έκδοσης απόφασης επί της αίτησης εγγραφής αλλοδαπής δικαστικής απόφασης, ενώ παράλληλα καθορίζουν τα επόμενα στάδια της διαδικασίας.
Ειδικότερα, δεδομένου ότι η ίδια η κυρίως Αίτηση δύναται, σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία, να εξεταστεί και να αποφασιστεί μονομερώς, εγείρεται προβληματισμός κατά πόσον η παρεμβολή ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων συνάδει με τη φύση και τη λειτουργία της συγκεκριμένης διαδικασίας. Τούτο, ιδίως ενόψει του ότι τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα, εφόσον εκδίδονταν, θα ορίζονταν επιστρεπτέα σε μεταγενέστερη ημερομηνία, προκειμένου να εξεταστεί, κατόπιν ακρόασης του Καθ’ ου η Αίτηση, κατά πόσον θα έπρεπε να καταστούν οριστικά, σε χρόνο κατά τον οποίο η κυρίως Αίτηση θα είχε ήδη κριθεί και αποφασιστεί. Και τούτο, βεβαίως, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι η κυρίως Αίτηση θα είχε προηγουμένως επιτύχει επί της ουσίας της.
Και τούτο, ιδίως εφόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν θα ήταν ορθό να αναβληθεί η εξέταση της κυρίως Αίτησης, η οποία έχει υποβληθεί μονομερώς σύμφωνα με τους ειδικούς Κανονισμούς (1062/1935), προκειμένου να προηγηθεί η εξέταση της ενδιάμεσης Αίτησης και, σε περίπτωση έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, να ακολουθήσει η επίδοσή τους στον Καθ’ ου η Αίτηση και η περαιτέρω εξέτασή τους, κατ’ αντιμωλία, κατά την ορισθείσα ημερομηνία επιστροφής τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Μια τέτοια δικονομική πορεία θα διαφοροποιούσε ουσιωδώς την ακολουθία εξέτασης της κυρίως Αίτησης, όπως αυτή προβλέπεται από τους ειδικούς Κανονισμούς (1062/1935), καθότι θα παρενέβαλλε ένα πρόσθετο στάδιο κατ’ αντιμωλία εξέτασης ενδιάμεσων θεραπειών, πριν ακόμη το Δικαστήριο αποφανθεί επί της ίδιας της αίτησης εγγραφής της αλλοδαπής δικαστικής απόφασης, η οποία, σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία, δύναται να εξεταστεί και να αποφασιστεί μονομερώς.
Περαιτέρω, εάν η κυρίως Αίτηση εξεταστεί και αποφασιστεί μονομερώς, όπως προβλέπουν οι Κανονισμοί (1062/1935) και είναι επιτυχής, η διαδικασία εγγραφής της αλλοδαπής δικαστικής απόφασης θα έχει, κατά το στάδιο αυτό, ολοκληρωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτούμενης εγγραφής. Η δυνατότητα του Καθ’ ου η Αίτηση να επιδιώξει μεταγενέστερα τον παραμερισμό της εγγραφής, σύμφωνα με τους ίδιους Κανονισμούς (1062/1935), δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να αναιρεί τον οριστικό χαρακτήρα της αρχικής απόφασης, αλλά να εντάσσεται στον ειδικώς προβλεπόμενο δικονομικό μηχανισμό, στο πλαίσιο του οποίου διασφαλίζεται το δικαίωμα ακρόασης του εξ αποφάσεως οφειλέτη μέσω της διαδικασίας παραμερισμού. Υπό το πρίσμα αυτό, εγείρεται ο ουσιώδης προβληματισμός κατά πόσον, εάν στο μεταξύ είχαν εκδοθεί προσωρινά ενδιάμεσα διατάγματα, τα οποία θα παρέμεναν επιστρεπτέα προς περαιτέρω ακρόαση, θα υφίστατο εκκρεμής κυρίως διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας αυτά θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να υφίστανται ως ενδιάμεσες θεραπείες, εφόσον η αίτηση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκαν θα είχε ήδη κριθεί.
Ο προβληματισμός αυτός συναρτάται με την ίδια τη φύση του ενδιάμεσου διατάγματος, το οποίο, κατ’ αρχήν, προϋποθέτει την ύπαρξη εκκρεμούς διαδικασίας, την οποία αποσκοπεί να εξυπηρετήσει. Τίθεται, επομένως, προς εξέταση κατά πόσον συνάδει με τη φύση του ενδιάμεσου διατάγματος η διατήρηση σε εκκρεμότητα διαδικασίας οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων, όταν η κυρίως διαδικασία, προς εξυπηρέτηση της οποίας αυτά ζητήθηκαν, θα έχει ήδη ολοκληρωθεί. Η δυνατότητα μεταγενέστερης υποβολής αίτησης παραμερισμού της εγγραφής δεν μεταβάλλει το συμπέρασμα αυτό, καθότι αποτελεί ιδιαίτερο στάδιο του ειδικού δικονομικού μηχανισμού που προβλέπουν οι Κανονισμοί (1062/1935) και δεν συνεπάγεται ότι η αρχική μονομερής αίτηση παραμένει εκκρεμής για σκοπούς εξέτασης ενδιάμεσων θεραπειών.
Σε ό,τι αφορά τα προαναφερόμενα, υπενθυμίζεται συναφώς ότι, όπως χαρακτηριστικά επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ιορδάνους ν. PS Seamless Gutters Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 4/2022, 08/11/2022, «παρεμπίπτον είναι το διάταγμα που εκδίδεται και ισχύει σε εκκρεμούσα διαδικασία». Αντίστοιχα, στην Ιωάννου ν. Μανώλη κ.α., (1998) 1 Α.Α.Δ. 1423, τονίστηκε ο προσωρινός χαρακτήρας των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και η αρχή ότι αυτά εκτοπίζονται από την τελική απόφαση στην «αγωγή», εκτός εάν προβλέπεται ρητώς η συνέχιση της ισχύος τους. Οι αρχές αυτές αναδεικνύουν τον παρεπόμενο χαρακτήρα της ενδιάμεσης θεραπείας και την αναγκαία σύνδεσή της με την κυρίως διαδικασία, προς εξυπηρέτηση της οποίας επιδιώκεται η έκδοσή της.
Τα πιο πάνω ενδεχόμενα εγείρουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, περαιτέρω προβληματισμό ως προς το κατά πόσον μια τέτοια δικονομική πορεία θα μπορούσε να διαταράξει τη συνοχή και τη λειτουργία του ειδικού δικονομικού μηχανισμού που καθιερώνουν οι Κανονισμοί (1062/1935), περιπλέκοντας και επιβραδύνοντας μια διαδικασία η οποία, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του Κεφ. 10 και των σχετικών Κανονισμών (1062/1935), έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι απλή, να περιορίζεται στην εξέταση συγκεκριμένων ζητημάτων που αφορούν την εγγραφή της αλλοδαπής δικαστικής απόφασης και να ολοκληρώνεται κατά το δυνατόν ταχέως. Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται προς εξέταση κατά πόσον η παρεμβολή μιας παράλληλης διαδικασίας προσωρινών διαταγμάτων, με αυτοτελή στάδια επίδοσης, επιστροφής και περαιτέρω ακρόασης, θα εξυπηρετούσε τον σκοπό αυτό ή, αντιθέτως, θα εισήγαγε πρόσθετες δικονομικές περιπλοκές, οι οποίες ενδεχομένως να μην συνάδουν με την ιδιάζουσα φύση και τον περιορισμένο σκοπό της διαδικασίας εγγραφής, όπως αυτά αναδείχθηκαν στο σκεπτικό του Δικαστή Χατζηχαμπή στην υπόθεση Re Fastact Developments Ltd κ.α., (2002) 1 Α.Α.Δ. 543, ανωτέρω, και υπό το πρίσμα της προσέγγισης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Re Ζαχαρία κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 2/2023, 25/04/2024, ανωτέρω.
Περαιτέρω προβληματισμό εγείρει και η εναλλακτική προσέγγιση της Αιτήτριας, η οποία αξιώνει όπως τα αιτούμενα διατάγματα εκδοθούν «σε περίπτωση εγγραφής» των αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων και παραμείνουν σε ισχύ «μέχρι την εκτέλεση και πλήρη ικανοποίησή» τους. Ειδικότερα, τίθεται ζήτημα κατά πόσον μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν συμβατή με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα ακρόασης του Καθ’ ου η Αίτηση, δεδομένου ότι θα μπορούσε να συνεπάγεται την επιβολή και διατήρηση, κατόπιν μονομερούς διαδικασίας, εκτεταμένων περιορισμών επί της περιουσίας του, καθώς και άλλων δραστικών μέτρων, χωρίς να προκύπτει με σαφήνεια, στο πλαίσιο της αιτούμενης θεραπείας, κατά πόσον και με ποιον δικονομικό μηχανισμό θα διασφαλιζόταν η δυνατότητά του να ακουστεί, τόσο ως προς τη βασιμότητα της έκδοσης των διαταγμάτων, όσο και ως προς τη συνέχιση της ισχύος τους.
Από την 01/09/2023 τέθηκαν σε ισχύ οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί 2023, οι οποίοι εφαρμόζονται στις διαδικασίες που καταχωρίζονται από την ημερομηνία αυτή και εφεξής. Η ημερομηνία αυτή συνιστά ουσιώδες χρονικό ορόσημο για την εξέταση των ζητημάτων που απασχολούν το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία. Τούτο διότι οι προαναφερθείσες αρχές δικαίου, όπως διαμορφώθηκαν μέσα από τη νομολογία και τις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την 01/09/2023 και στις οποίες βασίζονται οι ανωτέρω προβληματισμοί του Δικαστηρίου, χρήζουν πλέον εξέτασης υπό το πρίσμα του νέου δικονομικού πλαισίου. Ειδικότερα, η εισαγωγή των νέων περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί 2023 συνοδεύτηκε από ουσιώδεις νομοθετικές μεταβολές, μέσω τροποποιήσεων σχετικών νομοθετημάτων, στις οποίες γίνεται αναφορά στην συνέχεια, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάζουν την εφαρμογή και την εμβέλεια των προαναφερθεισών νομολογιακών αρχών και έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση των υπό εξέταση ζητημάτων.
Σύμφωνα με τον Κ.25.2:
«(1) Διάταγμα για ενδιάμεση θεραπεία μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο περιλαμβανομένου του χρόνου:
(α) πριν από την καταχώριση απαίτησης· και
(β) μετά την έκδοση απόφασης.
(2) Ωστόσο:
(α) η παράγραφος (1) τελεί υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας σε κανονισμό ή νομοθεσία η οποία προνοεί διαφορετικά·
(β) το δικαστήριο δύναται να χορηγήσει ενδιάμεση θεραπεία πριν από την καταχώριση απαίτησης μόνο αν:
(i) το θέμα είναι επείγον· ή
(ii) υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις.
(3) Όταν χορηγεί ενδιάμεση θεραπεία πριν από την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, το δικαστήριο δίδει οδηγίες για την καταχώριση απαίτησης.
(4) Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (3), δεν είναι αναγκαίο το δικαστήριο να δώσει οδηγίες για την καταχώριση απαίτησης όταν καταχωρίζεται αίτηση για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης ή επιθεώρησης πριν από την καταχώριση απαίτησης.».
Συνεπώς, σύμφωνα με τον Κ.25.2(1)(β) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, σε συνδυασμό με τον Κ.25.2(2)(α), και υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε άλλης κανονιστικής ή νομοθετικής διάταξης που προβλέπει διαφορετικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα ενδιάμεσης θεραπείας σε οποιοδήποτε χρονικό στάδιο, περιλαμβανομένου και του χρόνου μετά την έκδοση τελικής απόφασης. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιάμεσος χαρακτήρας της θεραπείας δεν συναρτάται κατ’ ανάγκην με το χρονικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται η κύρια δικαστική διαδικασία, αλλά δύναται να προσδιορίζεται από τον προσωρινό, παρεπόμενο ή προστατευτικό σκοπό της, ο οποίος ενδέχεται να συνίσταται στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας ή της δυνατότητας εκτέλεσης απόφασης που έχει ήδη εκδοθεί.
Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, δεν συνεπάγεται αυτομάτως και δικαίωμα χορήγησης της αιτούμενης θεραπείας, η οποία εξακολουθεί να υπόκειται στη συνδρομή των εκάστοτε εφαρμοστέων νόμιμων προϋποθέσεων.
Περαιτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία το σχετικό διάταγμα εκδίδεται κατόπιν μονομερούς αίτησης, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση προς τον καθ’ ου η αίτηση, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Κ.25.3(1), δύναται να έχει προσωρινή ισχύ μέχρι την ορισθείσα περαιτέρω ακρόαση, κατά την οποία, κατόπιν επίδοσης του διατάγματος και των σχετικών δικογράφων, παρέχεται στον καθ’ ου η αίτηση η δυνατότητα να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να αμφισβητήσει τη συνέχιση της ισχύος του ή να ζητήσει τη διαφοροποίηση ή ακύρωσή του.
Συναφώς, ο Κ.25.3, στις παραγράφους (1) και (3), προβλέπει ότι:
«(1) Το δικαστήριο δύναται να χορηγήσει ενδιάμεση θεραπεία κατόπιν αίτησης χωρίς ειδοποίηση, όταν:
(α) το θέμα είναι επείγον· ή
(β) υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις.
(…)
(3) Αν ο αιτητής υποβάλλει αίτηση χωρίς ειδοποίηση, η μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης πρέπει να παραθέτει τους λόγους για τους οποίους δεν δίδεται ειδοποίηση.».
Στην προκείμενη περίπτωση, η επικουρική και συμπληρωματική εφαρμογή των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, στο πλαίσιο διαδικασίας που εγείρεται δυνάμει του Κεφ. 10 και των Κανονισμών (1062/1935), επιτρέπεται βάσει του προαναφερθέντος Κανονισμού 16(2) των τελευταίων, υπό την προϋπόθεση της τήρησης των ειδικών διατάξεων των Κανονισμών (1062/1935).
Πέραν των ανωτέρω δικονομικών ρυθμίσεων, ιδιαίτερη σημασία για την εξέταση των υπό κρίση ζητημάτων έχει και η αντίστοιχη νομοθετική μεταβολή που επήλθε ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να χορηγεί ενδιάμεση θεραπεία, ακόμη και μετά την έκδοση τελικής απόφασης. Ειδικότερα, με τα Άρθρα 6 και 10(1) του περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2023, Νόμος 114(Ι)/2023, τροποποιήθηκε ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960, Νόμος 14/1960, με ισχύ από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, ως προαναφέρθηκε, διά της προσθήκης, μεταξύ άλλων, του εδαφίου (Α1) στο Άρθρο 32, όπως αυτό μεταγενέστερα τροποποιήθηκε με τον περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2024, Νόμος 107(Ι)/2024, και το οποίο, στην ισχύουσα μορφή του, προβλέπει τα ακόλουθα:
«32.(Α1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακούει και αποφασίζει πρωτόδικα αναφορικά με κάθε αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία σε οποιονδήποτε χρόνο, περιλαμβανομένου του χρόνου πριν από την καταχώριση απαίτησης ή μετά την έκδοση απόφασης, σε σχέση με δικαστική ή διαιτητική διαδικασία η οποία πραγματοποιήθηκε, πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί εντός ή εκτός δικαιοδοσίας.».
Από τη διατύπωση του ανωτέρω εδαφίου (Α1) του Άρθρου 32, και ειδικότερα από την εισαγωγική φράση «Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου», προκύπτει ότι η προβλεπόμενη σε αυτό δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, περιλαμβανομένου και του χρόνου μετά την έκδοση απόφασης, δεν είναι ανεπιφύλακτη, αλλά εξακολουθεί να υπόκειται στις προϋποθέσεις και στους περιορισμούς που τίθενται από τις υπόλοιπες διατάξεις του ίδιου Άρθρου. Συναφώς, ιδιαίτερη σημασία έχει το Άρθρο 32(1), το οποίο, πέραν των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, περιλαμβάνει, ως και προελέχθη, και τη ρητή επιφύλαξη «τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού ή άλλου νόμου». Η τελευταία αυτή επιφύλαξη, ειπώθηκε ήδη, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην προκείμενη περίπτωση, καθότι η υπό εξέταση διαδικασία διέπεται από τις ειδικές διατάξεις του Κεφ. 10 και των Κανονισμών (1062/1935), οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, η δυνατότητα χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας δυνάμει του Άρθρου 32(Α1), ακόμη και μετά την έκδοση τελικής απόφασης, δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από το ειδικό αυτό νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο, ούτε να θεωρείται ότι παραμερίζει τις ειδικές δικονομικές ρυθμίσεις που διέπουν την παρούσα διαδικασία. Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τον προαναφερθέντα Κανονισμό 16(2) των Κανονισμών (1062/1935), ο οποίος επιτρέπει την επικουρική και συμπληρωματική εφαρμογή των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που διέπουν την εν λόγω διαδικασία.
Συναφώς, ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει και η τροποποίηση του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, η οποία επήλθε με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Νόμο του 2023, Νόμος 115(Ι)/2023, και τέθηκε επίσης σε ισχύ, δυνάμει του Άρθρου 5 του τελευταίου, από την προαναφερόμενη ημερομηνία έναρξης ισχύος των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών 2023. Ειδικότερα, το εδάφιο (1) του εν λόγω Άρθρου προβλέπει ότι:
«9.-(1) Κάθε Διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται να εκδοθεί με αίτηση ενός από τους διαδίκους, χωρίς ειδοποίηση στον άλλο, όπως αυτό προβλέπεται στις πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.».
Η ανωτέρω διάταξη συμπληρώνει το προαναφερθέν νομοθετικό και δικονομικό πλαίσιο, καθότι συνδέει ρητά τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση προς τον καθ’ ου η αίτηση με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς 2023. Ως εκ τούτου, η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοιο διάταγμα δεν ασκείται ανεξάρτητα από τις εφαρμοστέες δικονομικές προϋποθέσεις, αλλά υπόκειται στους όρους και περιορισμούς που διέπουν την υποβολή και εξέταση μονομερούς αίτησης, λαμβανομένων υπόψη και των ειδικών διατάξεων του Κεφ. 10 και των Κανονισμών (1062/1935) που διέπουν την προκείμενη διαδικασία.
Υπό το φως των ανωτέρω νομοθετικών και δικονομικών ρυθμίσεων, και λαμβανομένης υπόψη της φύσης και του σκοπού της αιτούμενης θεραπείας, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να προχωρήσει στην κατά προτεραιότητα εξέταση της υπό κρίση ενδιάμεσης Αίτησης, στη βάση των περιστάσεων που έχουν τεθεί ενώπιόν του και των εφαρμοστέων προϋποθέσεων για τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας, χωρίς να υπεισέρχεται, στο παρόν στάδιο, στην οριστική κρίση επί των ζητημάτων που άπτονται της κυρίως Αίτησης, η οποία θα εξεταστεί κατά τον προσήκοντα χρόνο.
Σκοπός ενός διατάγματος παγιοποίησης περιουσιακών στοιχείων είναι να διασφαλίσει ότι τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του αιτητή δεν θα παραμείνει ανεκτέλεστη ή ανικανοποίητη, λόγω της διάθεσης ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, τα οποία άλλως θα ήταν διαθέσιμα προς ικανοποίησή της, κατά τρόπο ώστε αυτά να μην είναι πλέον διαθέσιμα κατά τον χρόνο κατά τον οποίο θα επιδιωχθεί η εκτέλεση της απόφασης.
Το εν λόγω διάταγμα αποσκοπεί στην αποτροπή της καταστρατήγησης ή ματαίωσης της δικαστικής διαδικασίας, μέσω της στέρησης από τον ενάγοντα της δυνατότητας να απολαύσει τους καρπούς οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης εκδοθεί προς όφελός του. Δεν αποσκοπεί στην παροχή προστασίας έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας, ούτε αποτελεί μέσο παροχής εξασφάλισης για την απαίτηση του ενάγοντος, ανεξαρτήτως του πόσο ισχυρή ενδέχεται να είναι η απαίτηση αυτή ή του πόσο μεγάλο είναι το χρηματικό ποσό που διακυβεύεται. Ούτε συνιστά απλώς ένα ακόμη σύνηθες μέσο διασφάλισης της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης υπέρ του αιτητή, όπως είναι το διάταγμα επιβάρυνσης περιουσίας (charging order) ή το διάταγμα κατάσχεσης χρέους εις χείρας τρίτου (third party debt order). Αντιθέτως, αποτελεί ένα ισχυρό ένδικο μέσο στη διάθεση του Δικαστηρίου για την αντιμετώπιση προσώπων τα οποία ενδέχεται να επιδιώξουν να καταστήσουν εαυτούς απρόσβλητους από την εκτέλεση δικαστικής απόφασης εις βάρος τους, μέσω της απομάκρυνσης των περιουσιακών τους στοιχείων από την εμβέλεια της διαδικασίας εκτέλεσης.
Σύμφωνα με τις αρχές που αναλύονται στο σύγγραμμα των Γιώργου Ερωτοκρίτου και μ. Πέτρου Αρτέμη, Διατάγματα, 2016, κεφάλαιο 7, σελίδες 212 ─ 216, η έκδοση διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων προϋποθέτει τη συνδρομή των γενικών προϋποθέσεων του Άρθρου 32(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 16/1960, καθώς και την ικανοποίηση των ειδικών αρχών που διέπουν το εξαιρετικό αυτό ένδικο βοήθημα.
Ειδικότερα, πρέπει να υφίσταται αναγνωρίσιμο αγώγιμο δικαίωμα, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και κίνδυνος να μην είναι δυνατή η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω, η έκδοση διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων δικαιολογείται όταν προκύπτει, από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ουσιαστικός και πραγματικός κίνδυνος απομάκρυνσης ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της ικανοποίησης ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης.
Όπως προκύπτει από τη νομολογία, και όπως, μεταξύ άλλων, επισημάνθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου, (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1759, το διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων συνιστά εξαιρετικό μέτρο, η έκδοση του οποίου πρέπει να γίνεται με φειδώ. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, σκοπός του δεν είναι η γενική εξασφάλιση της αποπληρωμής χρέους ούτε η εξασφάλιση ευνοϊκότερης θέσης του ενάγοντος έναντι άλλων πιστωτών.
Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου, το Δικαστήριο εξετάζει το σύνολο των περιστάσεων, περιλαμβανομένων της φύσης και της δυνατότητας μετακίνησης των περιουσιακών στοιχείων, της οικονομικής κατάστασης, της συμπεριφοράς, της πιστωτικής αξιοπιστίας και των δεσμών του εναγομένου με τη δικαιοδοσία, σύμφωνα με τις αρχές που εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd κ.α., (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1301.
Τέλος, η συνδρομή των προϋποθέσεων δεν καθιστά την έκδοση του διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων αυτόματη, αφού το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια, την οποία οφείλει να ασκεί δικαστικά, με φειδώ και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης σε σχέση με το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο.
Στις περιπτώσεις, βεβαίως, κατά τις οποίες η αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, υποβάλλεται μονομερώς από τον αιτητή, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει, κατά δικονομική αλλά και ουσιαστική και λογική προτεραιότητα, να εξετάσει προηγουμένως κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του προαναφερθέντος Κ.25.3(1) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών 2023, ήτοι κατά πόσον συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που δικαιολογούν τη μονομερή εξέταση της αίτησης. Στην εξέταση αυτή προχωρεί το Δικαστήριο αμέσως κατωτέρω, προτού υπεισέλθει στην αξιολόγηση της συνδρομής των προϋποθέσεων έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Είναι εξάλλου και νομολογιακά καθιερωμένο ότι στις περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων η προϋπόθεση του κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων είναι δικαιοδοτικής υφής και θα πρέπει να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του Άρθρου 32(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960 (βλ. Αμβροσιάδου ν. Coward, (2013) 1 Α.Α.Δ. 78).
Η σύνδεση του Καθ’ ου η Αίτηση με την Κύπρο, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν αποτελούσε πρόσφατη ανακάλυψη της Αιτήτριας. Με το διάταγμα του Δικαστή Jacobs, ημερομηνίας 19/12/2021, Τεκμήριο EFN1.2 στην ένορκη δήλωση της Nicholson, Τεκμήριο 1 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση Χατζηκώστα, το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο αίτησης που είχε καταχωρηθεί για τον σκοπό αυτό στις 16/12/2021, επιτράπηκε η επίδοση στον Καθ’ ου η Αίτηση, ο οποίος ήταν ο πρώτος εναγόμενος, των δικαστικών εγγράφων που αναφέρονται στο εν λόγω διάταγμα, μεταξύ των οποίων το Έντυπο Απαίτησης και η Έκθεση Απαίτησης στην προαναφερόμενη Υπόθεση αρ. CL─2021─000736, στη διεύθυνση «Michael Giorgalla 5, Ayioi Omoloyites, 1095 Nicosia».
Η ίδια διεύθυνση αναγράφεται και στο προαναφερόμενο Έντυπο Απαίτησης της 23/02/2022, Τεκμήριο EFN1.3 στην ένορκη δήλωση της Nicholson, Τεκμήριο 1 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση Χατζηκώστα. Πρόκειται, συνεπώς, για συγκεκριμένη διεύθυνση την οποία χρησιμοποιούσε η ίδια η Αιτήτρια στην προαναφερόμενη δικαστική διαδικασία, τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του 2021, και η οποία, όπως αναφέρει η Nicholson στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης της Nicholson, Τεκμήριο 1 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση Χατζηκώστα, επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον Καθ’ ου η Αίτηση ως η διεύθυνση κατοικίας του, με σχετική καταχώρισή του στο Αγγλικό Δικαστήριο, ημερομηνίας 21/12/2023.
Η γνώση αυτή της Αιτήτριας δεν αποδεικνύει, από μόνη της, την ύπαρξη συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του Καθ’ ου η Αίτηση στην Κύπρο. Αποδεικνύει, ωστόσο, ότι η Κύπρος αποτελούσε από παλαιότερα γνωστό στην Αιτήτρια τόπο σύνδεσης του Καθ’ ου η Αίτηση και όχι δικαιοδοσία η οποία εμφανίστηκε απροσδόκητα στο προσκήνιο το 2026, πριν από την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης.
Η πληροφόρηση της Αιτήτριας δεν περιοριζόταν στη διεύθυνση κατοικίας του Καθ’ ου η Αίτηση. Στο προαναφερόμενο Έντυπο Απαίτησης της 23/02/2022, Τεκμήριο EFN1.3 στην ένορκη δήλωση της Nicholson, Τεκμήριο 1 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση Χατζηκώστα, η Αιτήτρια, στις παραγράφους 6 και 7, επικαλείται συνάντηση της 28/07/2017, στην οποία συμμετείχε εκπρόσωπός της, καθώς και δήλωση του Καθ’ ου η Αίτηση ότι τα κεφάλαια της Saab Financial (Bermuda) Ltd βρίσκονταν κυρίως στην FBME Ltd Κύπρου και είχαν δεσμευθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Το εν λόγω δικόγραφο υπογράφεται στις 24/11/2021.
Επομένως, η Αιτήτρια, σύμφωνα με τους δικούς της ισχυρισμούς, είχε πληροφορηθεί από τον ίδιο τον Καθ’ ου η Αίτηση και γνώριζε ήδη από παλαιότερο χρόνο την ουσιώδη κυπριακή τραπεζική διάσταση της υπόθεσης, όπως αυτή προβάλλεται και μέσω των ισχυρισμών της στην ένορκη δήλωση Χατζηκώστα. Η γνώση τόσο του γεγονότος ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση ήταν κάτοικος Κύπρου όσο και της στενής τραπεζικής και επιχειρηματικής σύνδεσής του με την FBME Ltd δημιουργούσε, εκ πρώτης όψεως, εύλογη βάση για τη διερεύνηση, ήδη σε προγενέστερο χρόνο, της πιθανής ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών συμφερόντων του Καθ’ ου η Αίτηση στην Κύπρο για σκοπούς εκτέλεσης εκδοθείσας προς όφελος της δικαστικής απόφασης εναντίον του.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω και σε συνδυασμό με τους πρόσθετους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, αποδυναμώνεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η θέση της Αιτήτριας ότι η ανάγκη λήψης των μέτρων που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης στην Κύπρο ανέκυψε ουσιαστικά για πρώτη φορά κατόπιν της έκδοσης της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 21/09/2026, Τεκμήριο 11 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Χατζηκώστα.
Η αγγλική διαδικασία που αφορά την προαναφερόμενη Υπόθεση αρ. CL─2021─000736 πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της πραγματικής χρονικής αλληλουχίας των γεγονότων. Όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 14 ─ 34 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης του Χατζηκώστα, η ερήμην απόφαση της 04/08/2022 του High Court παραμερίστηκε από το ίδιο Δικαστήριο στις 17/06/2024 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με απόφαση του Court of Appeal στις 09/05/2025. Συνεπώς, δεν θα ήταν ορθό να θεωρηθεί ότι η εν λόγω απόφαση παρέμεινε αδιαλείπτως σε ισχύ από το 2022.
Ωστόσο, στις 09/05/2025 απορρίφθηκε επίσης αίτηση του Καθ’ ου η Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης. Η υποχρέωση των δικηγόρων να διακρατούν ποσά που θα εισπράττονταν σε σχέση με την εκδοθείσα απόφαση, η οποία στρεφόταν και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας που ο τελευταίος επρόκειτο να προωθήσει για εξασφάλιση άδειας καταχώρισης έφεσης ενώπιον του Supreme Court, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 29 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης του Χατζηκώστα, δεν ισοδυναμούσε με γενική αναστολή ή απαγόρευση εκτέλεσης της απόφασης.
Ακολούθως, στις 10/10/2025, το Supreme Court αρνήθηκε να χορηγήσει στον Καθ’ ου η Αίτηση άδεια για καταχώριση έφεσης ενώπιόν του, όπως προκύπτει από το έγγραφο του Registrar, ημερομηνίας 14/10/2025, το οποίο αποτελεί το Τεκμήριο EFN1.11 της ένορκης δήλωσης της Nicholson, Τεκμήριο 1 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Χατζηκώστα.
Συνεπώς, κατά τον χρόνο της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης από την Αιτήτρια, στις 23/10/2026, μονομερώς, είχε ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν του ενός έτους από την άρνηση του Supreme Court να χορηγήσει άδεια καταχώρισης έφεσης, ενώ από την απόρριψη, στις 09/05/2025, της αίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του αγγλικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση αρ. CL─2021─000736 είχε παρέλθει χρονικό διάστημα ελαφρώς μικρότερο του ενάμιση έτους.
Ακόμη και αν δεν συνυπολογιστεί το προγενέστερο χρονικό διάστημα, η παρέλευση της τελευταίας αυτής περιόδου, η οποία υπερβαίνει το ένα έτος, έχρηζε ουσιαστικής εξήγησης από πλευράς της Αιτήτριας, ιδίως υπό το πρίσμα της προβαλλόμενης από την Αιτήτρια ανάγκης για κατεπείγουσα εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του Καθ’ ου η Αίτηση, προς έκδοση των αιτούμενων ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων.
Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Nicholson στις παραγράφους 7 ─ 9 της ένορκης δήλωσής της, Τεκμήριο 1 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης του Χατζηκώστα, και όπως ειδικότερα προκύπτει από τα σχετικά Τεκμήρια EFN1.2.1, EFN1.4.1, EFN1.6.1, EFN1.8.1, EFN1.9.1, EFN1.10.1 και EFN1.11.1, οι πιστοποιήσεις και επικυρώσεις των σχετικών εγγράφων για σκοπούς εκτέλεσης, όπως η μάρτυρας αναφέρει, εκτός της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων του Ηνωμένου Βασιλείου, είχαν ήδη πραγματοποιηθεί τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2026.
Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η προετοιμασία για την επιδίωξη εκτέλεσης της αγγλικής απόφασης εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου είχε ήδη αρχίσει και προχωρήσει αρκετούς μήνες πριν από την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, ήτοι περίπου έξι έως επτά μήνες προηγουμένως. Η χρονική αυτή απόσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία κατά την αξιολόγηση του επικαλούμενου κατεπείγοντος, καθότι υποδηλώνει ότι η Αιτήτρια είχε ήδη προβεί σε συγκεκριμένες προπαρασκευαστικές ενέργειες προς τον σκοπό αυτό, χωρίς, ωστόσο, να προχωρήσει στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης παρά μόνο στις 23/10/2026.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, ανακύπτει ευλόγως το ζήτημα κατά πόσον η επικαλούμενη ανάγκη άμεσης δικαστικής παρέμβασης, και μάλιστα χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του Καθ’ ου η Αίτηση και έκδοσης των αιτούμενων ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, συνάδει με τη χρονική αλληλουχία των ενεργειών της Αιτήτριας, όπως αυτή προκύπτει από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και τα ίδια τα έγγραφά που παρουσιάζει προς υποστήριξη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, περαιτέρω, η πληροφόρηση που διέθετε η Αιτήτρια μέσω των συνηγόρων της, και ειδικότερα μέσω του κ. Φραγκίσκου Χατζηχάννα, καθώς και το εκτενές σχετικό υλικό που είχε περιέλθει στην κατοχή και γνώση της αναφορικά με τη διαδικασία εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 35 ─ 52 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης του Χατζηκώστα και από τη σχετική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της Αίτησης Αρ. 123/2019. Πρόκειται για πληροφόρηση και στοιχεία που αφορούν εξελίξεις οι οποίες ανάγονται σε χρόνο αρκετά προγενέστερο της 21/09/2026.
Ειδικότερα, όπως προβάλλεται στις παραγράφους 35 και 36 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης του Χατζηκώστα, ο κ. Φραγκίσκος Χατζηχάννας παρέχει νομικές συμβουλές στην Αιτήτρια αναφορικά με τη διαδικασία εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος, καθώς και με άλλες διαδικασίες στην Κύπρο, ήδη από το έτος 2020, ενώ διενεργεί σχετικούς ελέγχους και παρακολουθεί την εξέλιξη της διαδικασίας στο πλαίσιο της Αίτησης Αρ. 123/2019, ώστε η Αιτήτρια να τηρείται ενήμερη για τις σχετικές εξελίξεις.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η επίκληση από την Αιτήτρια της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 21/09/2026, Τεκμήριο 11 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης του Χατζηκώστα που εκδόθηκε στο πλαίσιο της εν λόγω Αίτησης Αρ. 123/2019, δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκομμένα από το ευρύτερο υπόβαθρο πληροφόρησης που η ίδια διέθετε αναφορικά με τη διαδικασία εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος και τις εξελίξεις σε αυτήν.
Παρότι τα ανωτέρω δεν αποδεικνύουν, αφ’ εαυτών, την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία η Αιτήτρια έλαβε γνώση κάθε επιμέρους γεγονότος ή στοιχείου, για τα οποία όφειλε σε κάθε περίπτωση να παρουσίαζε σχετική σαφή μαρτυρία, εντούτοις δεν δικαιολογούν, χωρίς περαιτέρω εξέταση και αξιολόγηση των σχετικών περιστάσεων, το συμπέρασμα ότι η έκδοση της εν λόγω απόφασης, στις 21/09/2026, συνιστούσε για την Αιτήτρια ένα εντελώς αιφνίδιο, απρόβλεπτο και αποκομμένο από τις προηγούμενες εξελίξεις γεγονός, το οποίο θα μπορούσε, χωρίς περαιτέρω εξήγηση, να δικαιολογήσει την προβαλλόμενη ανάγκη κατεπείγουσας δικαστικής παρέμβασης μέσω της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης στο χρονικό στάδιο που αυτή καταχωρήθηκε και υπό τις δοθείσες ως άνω περιστάσεις.
Αντιθέτως, η προϋφιστάμενη και διαρκής παρακολούθηση της διαδικασίας εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος, σε συνδυασμό με την πρόσβαση της Αιτήτριας σε εκτενές σχετικό υλικό μέσω των συνηγόρων της, αποτελούν ουσιώδεις περιστάσεις που πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά την εξέταση του κατά πόσον η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 21/09/2026, Τεκμήριο 11 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Χατζηκώστα, δημιούργησε πράγματι μια νέα και επείγουσα κατάσταση, υπό εξαιρετικές ή ιδιαίτερες συνθήκες που να δικαιολογούν τη μονομερή καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του Καθ’ ου η Αίτηση, ή κατά πόσον η απόφαση αυτή αποτέλεσε απλώς μια περαιτέρω εξέλιξη στο πλαίσιο μιας ήδη γνωστής δικαστικής διαδικασίας, την οποία η Αιτήτρια παρακολουθούσε επί σειρά ετών ή σε κάθε περίπτωση, αρκετό καιρό προηγουμένως.
Είναι, σε ό,τι αφορά τα προαναφερόμενα, δεδομένο, βάσει των ισχυρισμών της Αιτήτριας μέσω της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης Χατζηκώστα, ότι η διαδικασία στο πλαίσιο της Αίτησης Αρ. 123/2019, η οποία οδήγησε στην έκδοση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 21/09/2026, Τεκμήριο 11 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Χατζηκώστα, είχε κινηθεί με αίτηση του εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος, Πέτρου Ιωαννίδη, ημερομηνίας 30/04/2026. Τα σχετικά με την εν λόγω διαδικασία δικόγραφα και η μαρτυρία παρουσιάστηκαν μέσω της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης Χατζηκώστα ως Τεκμήρια 5 ─ 7.
Επομένως, το ζήτημα της μεταχείρισης της απαίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση από τον εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος, Πέτρο Ιωαννίδη, καθώς και τα συναφή ζητήματα, περιλαμβανομένων των προϋποθέσεων που είχαν τεθεί ή των προβληματισμών που είχαν εγερθεί ως προς την πληρωμή προς τον Καθ’ ου η Αίτηση από τις καταθέσεις του Υποκαταστήματος, είχαν ήδη τεθεί στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δικαστικής διαδικασίας, τουλάχιστον πέντε μήνες πριν από την έκδοση της απόφασης στις 21/09/2026.
Και στην περίπτωση αυτή, βεβαίως, το κρίσιμο δεν είναι κατά πόσον η Αιτήτρια γνώριζε εξαρχάς κάθε επιμέρους λεπτομέρεια, αλλά κατά πόσον εξηγείται επαρκώς πότε απέκτησε τη γνώση που επικαλείται, ποιο συγκεκριμένο στοιχείο δεν μπορούσε να διερευνήσει σε προγενέστερο χρόνο και για ποιον λόγο κατέστη αναγκαία, μόνο μετά την έκδοση της απόφασης, η μονομερής καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης σε επείγουσα και βάση.
Υπό το πρίσμα αυτό, η έκδοση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 21/09/2026, Τεκμήριο 11 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Χατζηκώστα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξαλείφει αυτομάτως τη σημασία του χρονικού διαστήματος που είχε προηγηθεί. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της προγενέστερης γνώσης μιας εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας και διαφορετικό εκείνο της γνώσης της τελικής της έκβασης. Η έκβαση αυτή μπορούσε πράγματι να μεταβάλει την πρακτική δυνατότητα είσπραξης. Για να δικαιολογήσει, όμως, την έκδοση των αιτούμενων ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων μονομερώς, θα έπρεπε να καταδειχθεί ποια συγκεκριμένη και άμεση συνέπεια προέκυψε από αυτήν, πέραν της γενικής δυνατότητας μελλοντικής πληρωμής, που δεν αποτελούσε στοιχείο καινούριο.
Το Δικαστήριο δεν αγνοεί ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 21/09/2026, Τεκμήριο 11 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Χατζηκώστα, περί ίσης μεταχείρισης του Καθ’ ου η Αίτηση ως καταθέτη, αποτελεί σημαντική εξέλιξη υπέρ της δυνατότητας συμμετοχής του στις αποφασισμένες διανομές καταθέσεων του Υποκαταστήματος. Η σημασία της εξέλιξης αυτής δεν παραγνωρίζεται ούτε υποβαθμίζεται.
Η ίδια απόφαση, ωστόσο, όπως εκτενέστερα αναφέρεται στη συνέχεια, διατηρεί ρητά την απαίτηση προσκόμισης στοιχείων για την προέλευση των χρημάτων, προς ικανοποίηση του εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος, Πέτρου Ιωαννίδη, πριν από οποιαδήποτε πληρωμή ή διανομή, όπως ήταν άλλωστε και η εξ αρχάς απαίτηση του από τον Καθ’ ου η Αίτηση. Δεν καθορίζει ημερομηνία καταβολής στον Καθ’ ου η Αίτηση ούτε διαπιστώνει ότι αυτός είχε ήδη ικανοποιήσει την εν λόγω προϋπόθεση. Ούτε υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο.
Η διάκριση μεταξύ αποδοχής απαίτησης στο πλαίσιο της διαδικασίας επαλήθευσης και καταβολής πληρωμής προέκυπτε ήδη από την επιστολή της 05/03/2026, η οποία αφορά προσωπικά τον Καθ’ ου η Αίτηση, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος Πέτρου Ιωαννίδη ημερομηνίας 30/04/2026, Τεκμήριο 5 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Χατζηκώστα. Με την εν λόγω επιστολή έγινε δεκτή η επαλήθευση απαίτησης ύψους €278.548,07, έναντι υποβληθείσας απαίτησης ύψους €349.819,42, με παράλληλη διατήρηση της απαίτησης του εκκαθαριστή για τεκμηρίωση της πηγής προέλευσης των χρημάτων. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής του εκκαθαριστή, η αποδοχή αυτή δεν συνιστούσε ανεπιφύλακτη δέσμευση για άμεση πληρωμή, αλλά αποτύπωνε τη διάκριση μεταξύ της αποδοχής της απαίτησης και της δυνατότητας καταβολής των χρημάτων.
Βεβαίως, η εν λόγω προϋπόθεση δεν καθιστούσε αδύνατη κάθε μελλοντική πληρωμή, καθότι θα μπορούσε να ικανοποιηθεί. Ωστόσο, στα εξετασθέντα τεκμήρια δεν εντοπίζεται μεταγενέστερη επιβεβαίωση ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση υπέβαλε τα απαιτούμενα στοιχεία, ότι αυτά έγιναν δεκτά ή ότι είχε προγραμματιστεί συγκεκριμένη πληρωμή προς αυτόν. Ούτε εντοπίζεται οποιαδήποτε εντολή του Καθ’ ου η Αίτηση για μεταφορά ή διάθεση, με οποιονδήποτε τρόπο, του ποσού που ανέμενε να εισπράξει. Δεν έχουν τεθεί τέτοιοι ισχυρισμοί ενώπιον του Δικαστηρίου.
Συνεπώς, η μετάβαση από τη δυνατότητα διανομής καταθέσεων του Υποκαταστήματος από τον εκκαθαριστή, περιλαμβανομένης της δυνατότητας διανομής και προς τον Καθ’ ου η Αίτηση, στη διαπίστωση ύπαρξης άμεσου και πραγματικού κινδύνου απομάκρυνσης ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, ο οποίος δεν θα επέτρεπε την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης με κλήση προς τον Καθ’ ου η Αίτηση, παραμένει χωρίς συγκεκριμένη τεκμηρίωση από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως αναφέρεται εκτενέστερα στη συνέχεια.
Η επίκληση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 21/09/2026, Τεκμήριο 11 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Χατζηκώστα, δεν απαντά, επομένως, από μόνη της, στο ζήτημα της προηγούμενης αδράνειας, η οποία παρέμεινε ανεξήγητη. Η αναμονή της έκδοσης της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου μπορεί να εξηγεί την επιλογή του χρόνου ενέργειας από την Αιτήτρια, δεν αποδεικνύει, όμως, κατ’ ανάγκην την ύπαρξη κατεπείγοντος, ιδίως ενόψει του χρόνου κατά τον οποίο επέλεξε να καταχωρίσει την υπό κρίση Αίτηση, παρά τα γεγονότα που προκύπτει ότι ήταν σε γνώση της ήδη από πολύ παλαιότερα.
Χρειαζόταν να εξηγηθεί από την Αιτήτρια γιατί, παρά την από πολύ παλαιότερα γνωστή σύνδεση του Καθ’ ου η Αίτηση με την Κύπρο, την πορεία της αγγλικής υπόθεσης και της εκτελεστής απόφασης του αγγλικού Δικαστηρίου, καθώς και την πληροφόρηση που διέθετε η Αιτήτρια μέσω της διαδικασίας εκκαθάρισης, δεν επιδιώχθηκε προηγουμένως η λήψη κατάλληλων προστατευτικών μέτρων και γιατί, ακόμη και μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, δεν επαρκούσε η διαδικασία με προηγούμενη ειδοποίηση του Καθ’ ου η Αίτηση, ιδίως ενόψει της αδράνειας που είχε προηγηθεί.
Χωρίς την αναγκαία αυτή δικαιολόγηση, η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 21/09/2026, Τεκμήριο 11 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Χατζηκώστα, λειτουργεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, περισσότερο ως χρονική αφορμή για την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης από την Αιτήτρια παρά ως επαρκής απόδειξη της αναγκαιότητας μονομερούς εξέτασής της και έκδοσης των αιτούμενων ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο, έχοντας συνεκτιμήσει τα ζητήματα που εγείρονται με την παρούσα Αίτηση, το αντικείμενό της, καθώς και την αντικειμενική ανάγκη προετοιμασίας της, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων δεδομένων της, δεν ικανοποιείται ότι η Αιτήτρια απέδειξε την ύπαρξη κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων που θα δικαιολογούσαν τη μονομερή έκδοση των αιτούμενων ενδιάμεσων διαταγμάτων εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση.
Σχετική εν προκειμένω είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αμβροσιάδου ν. Coward, (2013) 1 Α.Α.Δ. 78, στην οποία κρίθηκε ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση πέντε μηνών εκ μέρους του εφεσίβλητου, λόγω της μη έγκαιρης αντίδρασής του στα σχετικά γεγονότα, αναιρούσε το όποιο κατεπείγον θα μπορούσε να επικαλεστεί προς θεμελίωση της μονομερούς αίτησής του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου, (1998) 1 Α.Α.Δ. 598, στην οποία, με αφορμή τη διαπιστωθείσα καθυστέρηση τεσσεράμισι μηνών, είχε παρατηρηθεί ότι: «Η μη λήψη οποιουδήποτε διαβήματος στο ενδιάμεσο, απογυμνώνει, αφ΄εαυτής, το αίτημα του κατεπείγοντος.». Συναφώς, στην υπόθεση Gaijin Network Ltd v. Kononenko, Πολιτική Έφεση Αρ. E38/2026, 15/07/2027, το Εφετείο ως προς το ζήτημα της αδικαιολόγητης καθυστέρησης δύο μηνών από τα σχετικά γεγονότα για την καταχώρηση της αίτησης για την έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων ανέφερε τα εξής:
«Είναι προφανές ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συνέτρεχαν τέτοιες ιδιάζουσες ή πιεστικές ή επείγουσες περιστάσεις, που να στοιχειοθετούσαν το κατεπείγον. Οι αναρτήσεις είχαν γίνει κατά την εβδομάδα από 11.4.26 μέχρι 18.4.26 και το αίτημα της Εφεσείουσας προς την πλατφόρμα για την αφαίρεση τους είχε απορριφθεί από τις 19.4.26. Η Εφεσείουσα άφησε τον χρόνο να διαρρεύσει μέχρι τις 5.6.26, που αποτάθηκε στο Δικαστήριο. Δεν είναι λογικό, στη βάση δικής της αργοπορίας, να προβάλλει την περίπτωση ως τόσο πιεστική που να μην μπορούσε να ακουστεί η άλλη πλευρά (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των C.M.K. Metal Construction Ltd κ.ά., Πολ. Αίτ. 138/18, ημερ. 7.11.18)».
Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί, βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ότι πληρούται η ειδική προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, η οποία αφορά την ύπαρξη ουσιαστικού και πραγματικού κινδύνου αποξένωσής τους (real risk of dissipation). Τούτο ανεξαρτήτως της συνδρομής των γενικών προϋποθέσεων του Άρθρου 32(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι αυτές πληρούνται.
Ενόψει της δραστικής επέμβασης στο δικαίωμα ενός προσώπου να διαθέτει και να διαχειρίζεται την περιουσία του κατά βούληση, την οποία συνεπάγεται η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, τα Δικαστήρια οφείλουν να επιδεικνύουν διαρκή επαγρύπνηση, ώστε να διασφαλίζεται ότι τέτοια διατάγματα εκδίδονται μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η προσαχθείσα μαρτυρία είναι επαρκής για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου να παραμείνει ανικανοποίητη η δικαστική απόφαση, και εφόσον η έκδοση τους είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό τις περιστάσεις.
Το εφαρμοστέο κριτήριο είναι κατά πόσον το Δικαστήριο καταλήγει, στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει ενώπιόν του κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι η άρνηση έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος θα συνεπαγόταν πραγματικό κίνδυνο να παραμείνει ανικανοποίητη δικαστική απόφαση που θα εκδιδόταν υπέρ του ενάγοντος.
Ως προς τον κίνδυνο που απαιτείται να αποδειχθεί, δεν υφίσταται οποιαδήποτε διαφοροποίηση αναλόγως του κατά πόσον το εν λόγω διάταγμα ζητείται πριν ή μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης, παρότι, στην πράξη, η εξασφάλιση τέτοιου διατάγματος ενδέχεται να είναι ευχερέστερη μετά την έκδοση της απόφασης. Η πολιτική του δικαίου αποβλέπει στην εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και, για τον λόγο αυτό, ενδέχεται να είναι ορθό ότι, όταν ο εξ αποφάσεως πιστωτής έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο περί της ύπαρξης πραγματικού κινδύνου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, θα απαιτούνταν ιδιαιτέρως ισχυροί λόγοι προκειμένου να δικαιολογηθεί η άρνηση έκδοσης διατάγματος δέσμευσης προς όφελός του, στη βάση του κριτηρίου του ότι δεν είναι δίκαιο και πρόσφορο υπό τις περιστάσεις.
Ωστόσο, η συναγωγή συμπεράσματος περί ύπαρξης πραγματικού κινδύνου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων δεν καθίσταται κατ’ ανάγκην ευχερέστερη απλώς και μόνο λόγω της έκδοσης δικαστικής απόφασης. Παρότι μια δυσμενής για τον εναγόμενο δικαστική απόφαση ενδέχεται να του παρέχει ισχυρότερο κίνητρο να θέσει τα περιουσιακά του στοιχεία εκτός της εμβέλειας του ενάγοντος, σε σύγκριση με την περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί απλώς απαίτηση εναντίον του, το γεγονός αυτό δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να αποδειχθεί, βάσει της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου να προβεί ο εναγόμενος σε τέτοιες ενέργειες.
Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται να γίνει ουσιώδης διάκριση μεταξύ, αφενός, ενός εναγομένου ο οποίος, μολονότι έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει τις οφειλές του, αρνείται να το πράξει μέχρις ότου εξαναγκαστεί προς τούτο και, αφετέρου, ενός εναγομένου ο οποίος είναι τόσο αποφασισμένος να μην εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις, ώστε να προέβαινε σε ενεργητικές ενέργειες με σκοπό να παρεμποδίσει ή να ματαιώσει την είσπραξη των οφειλόμενων προς τους πιστωτές του ποσών, είτε μέσω της μεταβίβασης ή απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης μορφής αδικαιολόγητης αποξένωσης περιουσίας.
Προκειμένου να αποφευχθεί η ανεπιθύμητη κατάσταση κατά την οποία, το δραστικότατο μέτρο αυτού του διατάγματος θα κατέληγε να αποτελεί συνήθη απειλή, απαιτείται η ύπαρξη πειστικής και ισχυρής μαρτυρίας, από την οποία να μπορεί, τουλάχιστον, να συναχθεί εύλογα το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος εμπίπτει στη δεύτερη ως άνω κατηγορία.
Επί του ζητήματος αυτού, το Court of Appeal της Αγγλίας και Ουαλίας στην υπόθεση Les Ambassadeurs Club Ltd v Yu, [2021] EWCA Civ 1310, ανέφερε τα ακόλουθα:
«In this context, there is an important distinction to be drawn between a defendant who can pay but refuses to pay his debts until he is forced to do so, and a defendant who is so determined not to pay that he would take active steps to frustrate the recovery of sums due to his creditors by transferring or concealing assets or by some other form of unjustified dissipation. In order to avoid the undesirable situation in which, as Gloster LJ put it in Holyoake at [58] "the nuclear remedy of a freezing order would .. become a commonplace threat", there must be cogent evidence from which it can at least be inferred that the defendant falls into the latter category. The distinction is one which the Judge had at the forefront of his mind when he refused to make the freezing order in the present case.».
Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Βγενόπουλος κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε141/2014, 13/09/2023:
«(…) όταν προβάλλεται ο κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και μάλιστα στην απουσία της άλλης πλευράς, αναμένεται η παράθεση στέρεης και συγκεκριμένης μαρτυρίας («solid evidence») που να τον θεμελιώνει. Δεν αρκούν αόριστοι ισχυρισμοί (βλ. Resola (πιο πάνω)).».
Στο σύγγραμμα των Γιώργου Ερωτοκρίτου και μ. Πέτρου Αρτέμη, Διατάγματα, 2016, κεφάλαιο 7, σελίδες 222 και 223, αναφέρεται ότι:
«(…) όπου το Δικαστήριο δεν ικανοποιηθεί από την μαρτυρία που προσκομίζει ο ενάγων, ότι ο εναγόμενος θα προσπαθήσει με την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων να αποφύγει να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εναντίον του, δεν πρέπει να εκδίδει διάταγμα παγοποίησης των περιουσιακών του στοιχείων. (…) Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Τσιολάκκης κ.α. ν. Στυλιανίδη εκείνο που απαιτείται είναι “η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίων (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος”».
Σύμφωνα με την αρχή που απορρέει από την ανωτέρω νομολογία, η απλή άρνηση ενός εναγομένου να εξοφλήσει τις οφειλές του, ακόμη και όταν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να το πράξει, δεν συνιστά αφ' εαυτής επαρκή λόγο για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Για τη χορήγηση τέτοιας εξαιρετικής θεραπείας απαιτείται η προσκόμιση πειστικής και συγκεκριμένης μαρτυρίας, από την οποία να μπορεί ευλόγως να συναχθεί πραγματικός κίνδυνος ότι ο εναγόμενος θα προβεί σε μεταβίβαση, απόκρυψη ή άλλη αδικαιολόγητη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων, με αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί ή να ματαιωθεί η εκτέλεση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης. Η διάκριση μεταξύ της απλής απροθυμίας πληρωμής και του πραγματικού κινδύνου αποξένωσης περιουσίας υπό την ανωτέρω έννοια είναι θεμελιώδης, καθότι το εν λόγω διάταγμα αποτελεί εξαιρετικό και δραστικό ένδικο μέσο και δεν επιτρέπεται, ως και προελέχθη, να χρησιμοποιείται αλλότρια ή καταχρηστικά (βλ. στο σύγγραμμα Γιώργου Ερωτοκρίτου και μ. Πέτρου Αρτέμη, Διατάγματα, 2016, κεφάλαιο 7, σελίδες 223 ─ 225).
Εξετάζοντας τη μαρτυρία στο σύνολό της, και υπό το πρίσμα των προαναφερθεισών νομολογιακών αρχών, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι έχει προσκομιστεί η απαιτούμενη στέρεη και συγκεκριμένη αποδεικτική βάση για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων από τον Καθ’ ου η Αίτηση, με σκοπό τη ματαίωση της εκτέλεσης της εναντίον του εκδοθείσας δικαστικής απόφασης.
Κατ’ αρχάς, η παράλειψη πληρωμής της αγγλικής απόφασης, η αρχική μη συμμετοχή του Καθ’ ου η Αίτηση στη διαδικασία και η μεταγενέστερη προσπάθεια παραμερισμού της, στις οποίες αναφέρονται οι παράγραφοι 61 και 76(β) της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης Χατζηκώστα, αποτελούν στοιχεία που συνεκτιμώνται. Δεν εξισώνονται, όμως, χωρίς περαιτέρω μαρτυρία, με πρόθεση μεταβίβασης ή απόκρυψης περιουσίας προς παρεμπόδιση της εκτέλεσης. Η άσκηση διαδικαστικών μέσων προσβολής της απόφασης, ακόμη και ανεπιτυχώς, δεν αποδεικνύει αφ’ εαυτής τέτοια πρόθεση. Ούτε το σημαντικό ύψος της ανεξόφλητης οφειλής αρκεί, αφ’ εαυτού, για να θεμελιώσει την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, ελλείψει επαρκούς μαρτυρίας που να δικαιολογεί τέτοιο συμπέρασμα.
Περισσότερη προσοχή απαιτούν οι αναφορές στη διαδικασία της εκκαθάρισης της FBME Ltd, ιδίως των παραγράφων 69 ─ 70. Ήτοι, η αποδιδόμενη στον Καθ’ ου η Αίτηση άρνηση παροχής πληροφοριών, οι εκκρεμότητες δανείων συνδεδεμένης εταιρείας και οι ισχυρισμοί ότι περιουσιακά στοιχεία τα οποία εμφανίζονται υπό τον έλεγχο του Καθ’ ου η Αίτηση και του αποβιώσαντος αδελφού του Fadi Saab θα έπρεπε να ανήκουν στην Τράπεζα. Τα στοιχεία αυτά δεν είναι άνευ σημασίας. Ιδίως η συγκεκριμένα τεκμηριωμένη παρεμπόδιση εντοπισμού περιουσίας θα μπορούσε, αναλόγως των περιστάσεων, να στηρίξει δυσμενές συμπέρασμα προς συνεκτίμηση. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, πρέπει να εξεταστούν με την αποδεικτική τους ιδιότητα και τις επιφυλάξεις που περιέχονται στην ίδια την πηγή τους.
Στην παράγραφο 70 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης Χατζηκώστα γίνεται λόγος για «εύλογες υποψίες» ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση «ενδέχεται» να εμπλέκεται σε πράξεις αποξένωσης, υπεξαίρεσης ή παράνομης ιδιοποίησης περιουσίας του Υποκαταστήματος. Στην αμέσως επόμενη παράγραφο 71, όμως, η ίδια βάση παρουσιάζεται ως «μέχρι τώρα δόλια συμπεριφορά». Η μεταβολή αυτή στη διατύπωση δεν συνοδεύεται από πρόσθετη πραγματική βάση που να δικαιολογεί τη μετατροπή της υπόνοιας σε διαπιστωμένη δόλια συμπεριφορά. Αντίστοιχα, στην πρωτογενή ένορκη δήλωση του εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος Πέτρου Ιωαννίδη, μέρος του Τεκμηρίου 5 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης Χατζηκώστα, η παράγραφος 10 φαίνεται να διατυπώνει επιφύλαξη ως προς το ενδεχόμενο να αποδειχθούν τελικά οι αποδιδόμενες παραβάσεις. Αναφέρει, χαρακτηριστικά ότι το γεγονός πως οι επανειλημμένες εκκλήσεις του για παροχή απαντήσεων στην επιστολή ημερομηνίας 03/02/2025 έχουν αγνοηθεί, κατά την άποψη του, προκλητικά, τού δημιουργεί «εύλογες υποψίες» ότι τα εν λόγω πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Καθ’ ου η Αίτηση, «ενδέχεται να εμπλέκονται» σε πράξεις υπεξαίρεσης και παράνομης ιδιοποίησης περιουσιακών στοιχείων του Υποκαταστήματος.
Συνεπώς, αν και οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποκλείονται από την αξιολόγηση επειδή προέρχονται από άλλη δικαστική διαδικασία, δεν μπορούν να προσλάβουν μεγαλύτερη βεβαιότητα από εκείνη που τους αποδίδει η ίδια η μαρτυρία στην οποία στηρίζονται.
Το Δικαστήριο συνεκτιμά επίσης ότι οι καταγγελίες του εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος Πέτρου Ιωαννίδη είχαν αμφισβητηθεί. Η παράγραφος 48 της ίδιας της υποστηρικτικής δήλωσης Χατζηκώστα αναγνωρίζει την καταχώριση ένστασης από πλευράς Καθ’ ου η Αίτηση, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 6. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει στο παρόν στάδιο σε τελική επίλυση των διαφορών εκείνων. Δεν θα μπορούσε άλλωστε. Δεν έχει αυτή την αρμοδιότητα. Ούτε, όμως, μπορεί να εκλάβει τη μία εκδοχή ως δεδομένη, παρακάμπτοντας την αμφισβήτησή της, δεδομένης και της δικαστικής κρίσης επί αυτών, όπως στην συνέχεια αναφέρεται.
Περαιτέρω, απαιτείται σαφής διάκριση μεταξύ περιουσίας της Τράπεζας, περιουσίας συνδεδεμένων εταιρειών, περιουσίας της κληρονομίας του αποβιώσαντος Fadi Saab και προσωπικής περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση. Η αναφορά της παραγράφου 67 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης Χατζηκώστα σε επαληθεύσεις ύψους €6.206.943,01, δεν αποτελεί ασφαλή βάση για απόδοση του ποσού στον Καθ’ ου η Αίτηση. Η σχετική επαλήθευση που περιλαμβάνεται στο υλικό του εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος Πέτρου Ιωαννίδη, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 3 της ένορκη δήλωση του, μέρος του Τεκμηρίου 5, αφορά την κληρονομία του αποβιώσαντος αδελφού του Καθ’ ου η Αίτηση Fadi Saab. Η προσωπική απαίτηση του Καθ’ ου η Αίτηση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αποτελεί χωριστή επαλήθευση από τον εκκαθαριστή και αφορά ποσό €278.548,07.
Εξάλλου, στην εν λόγω ένορκη δήλωση του εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος Πέτρου Ιωαννίδη, στην παράγραφο 9, αυτός αναφέρεται σε εντοπισμό αριθμού περιουσιακών στοιχείων στο Λίβανο και δη ακινήτων «που φαίνεται» να ανήκουν στο Υποκατάστημα «να βρίσκονται εγγεγραμμένα στο όνομα και/ή να είναι υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο» του Καθ’ ου η Αίτηση και του αποβιώσαντος αδελφού του Fadi Saab, χωρίς να υπάρχει προς τούτο βεβαιότητα ή σχετική διαπίστωση, εξ ου και η ανάγκη διερεύνησης με τον Καθ’ ου η Αίτηση αυτού που προβάλλει ως υποψία, με την αποστολή της πιο πάνω επιστολής ημερομηνίας 03/02/2025. Συνεπώς, η αναφορά της παραγράφου 67 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης Χατζηκώστα ότι ο εκκαθαριστής του Υποκαταστήματος Πέτρος Ιωαννίδης έχει εντοπίσει, και τούτο, αφήνεται να εννοηθεί, υπό τύπο διαπίστωσης αυτής της κατάστασης, να «βρίσκονται δηλαδή εγγεγραμμένα στο όνομα και/ή να είναι υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο» του Καθ’ ου η Αίτηση και του αποβιώσαντος αδελφού του Fadi Saab «περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να ήταν εγγεγραμμένα ή να ήταν στην νομική κατοχή και έλεγχο του Υποκαταστήματος», δεν είναι ακριβής και τείνει να παραπλανήσει.
Ομοίως, η μη αποπληρωμή δανείων από την Federal Bank of Lebanon, στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 68 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης Χατζηκώστα, δεν αποδεικνύει χωρίς περαιτέρω σύνδεση ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση προβαίνει ή προτίθεται να προβεί σε αδικαιολόγητη διάθεση της δικής του περιουσίας σε σχέση με την παρούσα. Η εταιρική σχέση και ο αποδιδόμενος έλεγχος δεν αγνοούνται, αλλά δεν αίρουν την ανάγκη να προσδιοριστεί η προσωπική συμπεριφορά που στηρίζει τον προβαλλόμενο κίνδυνο. Εξάλλου, η ύπαρξη οφειλόμενων δανείων της Federal Bank of Lebanon, ακόμη και αν τεκμηριώνεται, δεν αποδεικνύει αυτομάτως προσωπική παρανομία του Καθ’ ου η Αίτηση ή πρόθεσή του να αποξενώσει δικά του περιουσιακά στοιχεία σε ό,τι αφορά την Αιτήτρια. Απαιτείται να προσδιοριστεί η πράξη που του αποδίδεται και η σύνδεσή της με τον επικαλούμενο κίνδυνο.
Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη τα έγγραφα που αφορούν φερόμενα περιουσιακά στοιχεία και παλαιότερες διαθέσεις. Δεν παραγνωρίζει τη δυνατότητα παλαιότερες συναλλαγές του Καθ’ ου η Αίτηση να φωτίζουν τη σημερινή συμπεριφορά του. Στο εξετασθέν υλικό, όμως, δεν προκύπτει επαρκώς ότι οι συγκεκριμένες διαθέσεις συνιστούσαν αδικαιολόγητη απομάκρυνση προσωπικής περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση από την εμβέλεια των πιστωτών του. Η ύπαρξη παλαιών εταιρικών ή καταπιστευματικών διευθετήσεων και αναφορών σε πωλήσεις, οι οποίες φαίνεται ότι διερευνώνται από τον εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος Πέτρο Ιωαννίδη, δεν δικαιολογεί αυτομάτως τέτοιο συμπέρασμα, ιδίως όταν αυτές χρονολογούνται από τόσο παλαιά όσο το έτος 2001 και παλαιότερα, και πολύ πιο πριν των γεγονότων της εκκαθάρισης (βλ. για παράδειγμα τα έγγραφα στις σελίδες PDF 43 ─ 48 του Τεκμηρίου 5.5).
Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της 21/09/2026, Τεκμήριο 11 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση Χατζηκώστα και η ενδεχόμενη καταβολή μερίσματος αποτελούν το πλέον συγκεκριμένο στοιχείο ως προς πιθανή μεταβολή της υφιστάμενης κατάστασης. Ούτε το στοιχείο αυτό, όμως, αρκεί για τη θεμελίωση, βάσει της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, πραγματικού κινδύνου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων. Η καταβολή μερίσματος από τον εκκαθαριστή σε δικαιούχο καταθέτη δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, πράξη αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους του τελευταίου. Θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσβαση σε ρευστό περιουσιακό στοιχείο και, συνεπώς, ευκαιρία μετακίνησής του. Παραμένει, όμως, αναγκαία η μαρτυρία που καθιστά πραγματικό τον κίνδυνο ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση σε ό,τι αφορά την Αιτήτρια θα το μετακινήσει κατά τρόπο που να ματαιώνει την εκτέλεση.
Επιπλέον, η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της 21/09/2026, Τεκμήριο 11 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση Χατζηκώστα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, διατηρεί την απαίτηση συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις προέλευσης κεφαλαίων πριν από οποιαδήποτε πληρωμή (βλ. στη σελίδα 12 της απόφασης). Ως προ ειπώθηκε, από το εξετασθέν υλικό δεν προκύπτει καθορισμένη ημερομηνία πληρωμής ή πλήρωση όλων των σχετικών προϋποθέσεων για πληρωμή μερίσματος προς τον Καθ’ ου η Αίτηση. Δεν προσδιορίζεται στις συγκεκριμένες παραγράφους 72 ─ 73 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης Χατζηκώστα ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση ολοκλήρωσε τον έλεγχο ή ότι ορίστηκε ημερομηνία καταβολής προς αυτόν. Η πρακτική δυνατότητα μελλοντικής διανομής δεν εξισώνεται, χωρίς πρόσθετα στοιχεία, με άμεση και ανεπιφύλακτη εκταμίευση προς τον Καθ’ ου η Αίτηση. Οι παράγραφοι 72 ─ 73 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης Χατζηκώστα δεν προσδιορίζουν περαιτέρω κάποια εντολή ή διευθέτηση του Καθ’ ου η Αίτηση για μεταφορά του ενδεχόμενου μερίσματος εκτός της εμβέλειας της εκτέλεσης και σε ό,τι αφορά την Αιτήτρια, ούτε και από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει κάτι τέτοιο.
Οι γενικές διατυπώσεις ότι ακίνητη περιουσία μπορεί να μεταβιβαστεί σε τρίτο καλόπιστο αγοραστή ή ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση μπορεί «ανά πάσα στιγμή» να αποξενώσει περιουσία, «εάν δεν το έχει πράξει ήδη», περιγράφουν δυνατότητα και φόβο. Δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένη πληροφορία ή άλλη μαρτυρία περί προτεινόμενης πώλησης, προπαρασκευαστικών ενεργειών, απόκρυψης τιμήματος ή άλλης διευθέτησης που να στηρίζει τον προβαλλόμενο κίνδυνο, ούτε και συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο. Η απουσία τέτοιων ενεργειών δεν είναι αυτοτελώς καθοριστική. Εδώ, όμως, δεν αναπληρώνεται από άλλο επαρκώς πειστικό σύνολο περιστατικών. Εξάλλου, γίνεται αντιληπτό ότι η αναφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία και σχετική «δόλια συμπεριφορά», συνδέεται με τις πιο πάνω υπό διερεύνηση από τον εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος Πέτρο Ιωαννίδη παλαιές συναλλαγές, οι οποίες όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν δικαιολογούν αυτομάτως συμπέρασμα περί πραγματικού κινδύνου ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση θα μετακινήσει περιουσιακά του στοιχεία κατά τρόπο που να ματαιώνει την εκτέλεση σε ό,τι αφορά την παρούσα.
Το Δικαστήριο συνεκτιμά, τέλος, ότι, κατά την ίδια την Αιτήτρια, τα τελευταία εμπόδια στην εκτελεστότητα της αγγλικής απόφασης είχαν αρθεί τον Οκτώβριο 2025. Η υποστηρικτική ένορκη δήλωση Χατζηκώστα φέρει ημερομηνία 22/10/2026. Στο ενδιάμεσο δεν προσδιορίζεται στο εξετασθέν υλικό συγκεκριμένη αντίδραση του Καθ’ ου η Αίτηση στην εκτελεστότητα της απόφασης, υπό μορφή μετακίνησης ή απόκρυψης προσωπικής περιουσίας. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια. Περιορίζει, όμως, τη στήριξη που μπορεί να αντληθεί από τον γενικό ισχυρισμό ότι η γνώση αυτής της διαδικασίας θα τον ωθήσει τώρα σε αποξένωση. Συγχρόνως, προβάλλει και το ζήτημα του χρόνου ο οποίος δείχνει ότι η Αιτήτρια είχε παραμείνει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα άπραγη, χωρίς να δικαιολογήσει το γιατί. Σε ό,τι αφορά αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο έχει εκτενώς προαναφερθεί.
Η σωρευτική αξιολόγηση των στοιχείων δεν μεταβάλλει το αποτέλεσμα. Η ανεξόφλητη αγγλική απόφαση, η αποδιδόμενη έλλειψη συνεργασίας και οι εκκρεμείς ισχυρισμοί στην εκκαθάριση δικαιολογούν επιφυλακτικότητα. Δεν συγκροτούν, όμως, στην παρούσα αποδεικτική τους μορφή, επαρκή βάση για συμπέρασμα πραγματικού κινδύνου αδικαιολόγητης αποξένωσης της προσωπικής περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση προς ματαίωση της εκτέλεσης σε ό,τι αφορά την Αιτήτρια. Η κρίση αυτή αφορά την επάρκεια της ενώπιόν του Δικαστηρίου μαρτυρίας για την αιτούμενη προστασία και δεν αποτελεί απόπειρα επίλυσης των αμφισβητούμενων ζητημάτων της εκκαθάρισης. Άλλωστε, ως προς το ζήτημα αυτό, στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της 21/09/2026, Τεκμήριο 11, στην σελίδα 12 αναφέρεται: «Στο παρόν χρονικό σημείο υπάρχουν μεν κάποιες ενδείξεις και υπόνοιες αλλά πολλές παράμετροι παραμένουν ασαφείς και ακαθόριστες.». Συνεπώς, αν και το γεγονός ότι δεν είχαν δοθεί από το Δικαστήριο προς τον εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος Πέτρο Ιωαννίδη οι αιτούμενες οδηγίες στο τότε στάδιο δεν αποτελεί οριστική απαλλαγή του Καθ’ ου η Αίτηση, δεν αποτελεί όμως ούτε δικαστική επιβεβαίωση δόλιας ιδιοποίησης ή της συμπεριφοράς που του αποδίδεται με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση Χατζηκώστα.
Κατά συνέπεια, η ενδιάμεση Αίτηση ημερομηνίας 23/10/2026 αποτυγχάνει και ως εκ τούτου, απορρίπτεται.
Υπό τις περιστάσεις, δεν δικαιολογείται η έκδοση οποιασδήποτε διαταγής ως προς τα έξοδα.
Υπογραφή: ____________________
Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Π. Ε. Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο