ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Π. Ε. Δ.
Αγωγή με αρ.: 1351/2026.
Μεταξύ:
INTERNATIONAL DISTRIBUTION SYSTEMS LTD
Ενάγουσας
-και-
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ
Εναγόμενης
-------------------
Ημερομηνία: 21/10/2026.
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: κ. Ανδρέας Λύτρας και κ. Γιάννης Ζαβρός εκ μέρους της Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
-------------------
[Αίτηση της Ενάγουσας χωρίς ειδοποίηση ημερομηνίας 20/10/2026
για την έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων]
---------------------
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Το Αντικείμενο της Αίτησης.
Με την υπό κρίση μονομερή Αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε χθες στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής, η οποία επίσης καταχωρίστηκε χθες, η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση των ακόλουθων ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων εναντίον της Εναγόμενης, Αστυνομίας Κύπρου:
«Α. Διάταγμα του (…) Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση να απαιτήσει από την Αιτήτρια να συμμορφωθεί με τη Διαταγή Παρουσίασης Εγγράφων ημερομηνίας 03/09/2026, την οποία απέστειλε στην Αιτήτρια το Γραφείο Εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας και Αιτημάτων Δικαστικής Συνδρομής της Καθ' ης η αίτηση και η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στο Έντυπο Απαίτησης («η Διαταγή Παρουσίασης Εγγράφων»), μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση της Απαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Β. Διάταγμα του (…) Δικαστηρίου που να αναστέλλει οποιοδήποτε καθήκον και/ή υποχρέωση της Αιτήτριας να συμμορφωθεί και/ή να παρέχει οποιεσδήποτε πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα και/ή οτιδήποτε άλλο επιζητείται με τη Διαταγή Παρουσίασης Εγγράφων, μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση της Απαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Γ. Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση να προβεί σε ποινική δίωξη και/ή στη λήψη οποιωνδήποτε άλλων νομικών μέτρων εναντίον της Αιτήτριας στη βάση της μη συμμόρφωσης της Αιτήτριας με τη Διαταγή Παρουσίασης Εγγράφων, μέχρι την πλήρη και τελική εκδίκαση της Απαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.».
Προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, η Ενάγουσα επικαλείται την ακόλουθη νομική βάση:
«Η παρούσα αίτηση βασίζεται:
1. Στα άρθρα 12, 15, 17, 30, 35 και 169 του Συντάγματος.
2. Στα άρθρα 6, 8, και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
3. Στα άρθρα 3Α, 3Γ και 6 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155.
4. Στα άρθρα 211 22 και 29 — 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/1960).».
Το Γεγονότα προς Υποστήριξη.
Σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Λουΐζας Κυριάκου ημερομηνίας 20/10/2026 (Παράρτημα Α), μίας εκ των διευθυντών της Ενάγουσας, η τελευταία αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Δημοκρατία και μητρική εταιρεία ουκρανικών θυγατρικών του Ομίλου Borjomi, ο οποίος δραστηριοποιείται στην παραγωγή και διανομή φυσικού μεταλλικού νερού και μη αλκοολούχων ποτών.
Η διαφορά προέκυψε κατόπιν αποστολής προς την Ενάγουσα, στις 03/09/2026, Διαταγής Παρουσίασης Εγγράφων από το Γραφείο Εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας και Αιτημάτων Δικαστικής Συνδρομής της Εναγόμενης, Αστυνομίας Κύπρου. Με τη διαταγή αυτή, η Ενάγουσα κλήθηκε να παραδώσει, μέχρι τις 08/10/2026 και ώρα 12:00, συγκεκριμένα έγγραφα και πληροφορίες, περιλαμβανομένων οικονομικών και λογιστικών στοιχείων, εγγράφων μεταφοράς χρηματικών ποσών, κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών και πληροφοριών αναφορικά με φυσικά και νομικά πρόσωπα με τα οποία διατηρούσε συναλλακτικές σχέσεις. Η διαταγή εκδόθηκε κατ' επίκληση του Άρθρου 6(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και περιλάμβανε προειδοποίηση ότι η μη συμμόρφωση με αυτή συνιστά ποινικό αδίκημα, τιμωρούμενο με φυλάκιση μέχρι τριών ετών ή πρόστιμο μέχρι €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές.
Κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, η εν λόγω διαταγή εκδόθηκε στο πλαίσιο εκτέλεσης αιτήματος δικαστικής συνδρομής των ουκρανικών αρχών, αναφορικά με ποινικές έρευνες που διεξάγονται στην Ουκρανία για κατ' ισχυρισμό νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του Άρθρου 209 του Ποινικού Κώδικα της Ουκρανίας. Οι έρευνες αυτές, σύμφωνα με την Ενάγουσα, πέραν της φερόμενης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αφορούν και κατ’ ισχυρισμόν φοροδιαφυγή, ενώ συνδέονται με ισχυρισμούς των ουκρανικών αρχών περί απόκρυψης, μέσω εικονικών πράξεων και συναλλαγών, της πραγματικής κυριότητας περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με Ρώσους υπηκόους και, ειδικότερα, με τους Mikhail Fridman και Guerman Khan. Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, όπως προβάλλεται, υπόκεινται στις πρόνοιες της ουκρανικής νομοθεσίας περί αναγκαστικής δήμευσης περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε Ρώσους πολίτες, η οποία θεσπίστηκε στο πλαίσιο της γνωστής κρατούσας πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας. Η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι οι ποινικές διαδικασίες είναι πολιτικά υποκινούμενες και αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στην εθνικοποίηση ή αναγκαστική δήμευση περιουσιακών στοιχείων της ίδιας και των ουκρανικών θυγατρικών της εντός της ουκρανικής επικράτειας. Συναφώς, αναφέρεται σε ποινικές διαδικασίες που άρχισαν το 2022, σε δικαστικά διατάγματα δέσμευσης εταιρικών και άλλων περιουσιακών δικαιωμάτων της, περιλαμβανομένων δικαιωμάτων που σχετίζονται με τις ουκρανικές θυγατρικές της, καθώς και σε μεταγενέστερες δικαστικές και ανακριτικές ενέργειες των ουκρανικών αρχών. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε απόφαση ουκρανικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 06/02/2026, με την οποία, κατά τη θέση της Ενάγουσας, επιτράπηκε στο Γραφείο Οικονομικής Ασφάλειας προσωρινή πρόσβαση αποκλειστικά σε φορολογικά της έγγραφα για τα έτη 2021 έως 2024, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του Υπουργείου Οικονομικών της Δημοκρατίας. Από την εν λόγω απόφαση, σύμφωνα πάντοτε με την Ενάγουσα, προκύπτει ότι οι ουκρανικές αρχές, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης, κατά τους ισχυρισμούς της, πολιτικά υποκινούμενης ποινικής διαδικασίας, επιδιώκουν να εξασφαλίσουν έγγραφά της.
Η Ενάγουσα αμφισβητεί τη νομιμότητα της ενέργειας της Εναγομένης, Αστυνομίας Κύπρου, να απαιτήσει την παρουσίαση των επίδικων εγγράφων, υποστηρίζοντας ότι η σχετική διαταγή εκδόθηκε καθ' υπέρβαση των νόμιμων εξουσιών της. Ειδικότερα, προβάλλει ότι το Άρθρο 6(1) του Κεφ. 155 δεν παρέχει, αφ' εαυτού, εξουσία απαίτησης εγγράφων στο πλαίσιο ποινικής έρευνας που διεξάγεται από τις αρχές τρίτου κράτους, χωρίς την ύπαρξη κατάλληλης νομοθετικής ή συμβατικής βάσης, σε διμερές ή πολυμερές επίπεδο, για την παροχή δικαστικής συνδρομής. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι τα νομοθετήματα τα οποία επικαλείται η Εναγόμενη, Αστυνομία Κύπρου στην επίδικη διαταγή, ήτοι ο περί της Εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την Εφαρμογή Ενισχυμένης Συνεργασίας για τη Σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας Νόμος του 2021, Νόμος 2(I)/2021 και ο περί της Καταπολέμησης, μέσω του Ποινικού Δικαίου, της Απάτης εις Βάρος των Οικονομικών Συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμος του 2020, Νόμος 69(I)/2020, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, καθότι η Ουκρανία δεν αποτελεί κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα διερευνώμενα αδικήματα δεν εμπίπτουν, κατά τη θέση της, στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω νομοθετημάτων. Επισημαίνει, επίσης, ότι η επίδικη διαταγή δεν στηρίζεται στο Άρθρο 9 του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου του 2001, Νόμος 23(I)/2001.
Πέραν της προβαλλόμενης υπέρβασης εξουσίας, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η συμμόρφωσή της με τη διαταγή της Εναγομένης, Αστυνομίας Κύπρου θα συνεπαγόταν παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων της, ιδίως του δικαιώματος στη μη αυτοενοχοποίηση, του τεκμηρίου της αθωότητας και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, καθώς και των δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και στο απόρρητο της αλληλογραφίας και επικοινωνίας. Κατά τη θέση της, η ίδια και οι θυγατρικές αυτής εταιρείες αποτελούν αντικείμενο των ουκρανικών ποινικών ερευνών και, συνεπώς, η υποχρεωτική παράδοση εγγράφων και πληροφοριών στην Αστυνομία Κύπρου, υπό την απειλή ποινικής δίωξης στη Δημοκρατία, με σκοπό τη διαβίβασή τους στις ουκρανικές αρχές, θα ισοδυναμούσε με εξαναγκασμό της να συνδράμει στη συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού εναντίον της. Επικαλείται συναφώς τα Άρθρα 12, 15, 17 και 30 του Συντάγματος, τα Άρθρα 6 και 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τα Άρθρα 3Α και 3Γ του Κεφ. 155.
Περαιτέρω, η Ενάγουσα προβάλλει ότι η διαβίβαση των επίδικων πληροφοριών στις ουκρανικές αρχές ενέχει αυξημένο κίνδυνο παραβίασης των δικαιωμάτων της, λαμβανομένων υπόψη του κατά την ίδια πολιτικού χαρακτήρα των ερευνών και των παρεκκλίσεων της Ουκρανίας από διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου λόγω της ισχύος στρατιωτικού νόμου. Υποστηρίζει, επίσης, ότι το αίτημα δικαστικής συνδρομής θα μπορούσε να απορριφθεί δυνάμει του Άρθρου 2(α) του περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής (Κυρωτικού) Νόμου του 2000, Νόμος 2(III)/2000, καθότι, κατά τη θέση της, σχετίζεται με αδικήματα πολιτικού χαρακτήρα.
Υπό το φως των ανωτέρω, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη, Αστυνομία Κύπρου ενήργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών της με την αποστολή της προαναφερόμενης Διαταγής Παρουσίασης Εγγράφων και την προειδοποίηση περί ποινικής δίωξης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Ισχυρίζεται ότι, εάν υποχρεωθεί να παραδώσει τα ζητούμενα έγγραφα, αυτά θα διαβιβαστούν στις ουκρανικές αρχές και θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον της στις εκκρεμούσες ποινικές διαδικασίες, προκαλώντας μη αναστρέψιμη βλάβη στα δικαιώματά της. Αντιθέτως, εάν αρνηθεί να συμμορφωθεί, υποστηρίζει ότι διατρέχει κίνδυνο ποινικής δίωξης στην Δημοκρατία. Για τους λόγους αυτούς επιδιώκει την έκδοση των προαναφερόμενων ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, με τα οποία να απαγορεύεται στην Αστυνομία να απαιτήσει τη συμμόρφωσή της με την επίδικη διαταγή, να αναστέλλεται η σχετική υποχρέωσή της και να εμποδίζεται η ποινική δίωξή της λόγω μη συμμόρφωσης, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας Αγωγής. Η Ενάγουσα υποστηρίζει, τέλος, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, για την έκδοση των αιτούμενων ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, καθότι υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης και κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης, ενώ το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει, κατά τη θέση της, υπέρ της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης μέχρι την τελική επίλυση της διαφοράς.
Η Νομική Πτυχή.
Στην προπαρατεθείσα νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και το Άρθρο 32(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, το οποίο, όπως ανέπτυξε ο συνήγορος της Ενάγουσας με τη γραπτή του αγόρευση, συνιστά τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου στην οποία η Ενάγουσα στηρίζει το αίτημά της για έκδοση των προαναφερόμενων ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων.
Το Δικαστήριο, με βάση το Άρθρο 32(1) του Νόμου 14/1960, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στην έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος (απαγορευτικό, ή προστακτικό), «εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις».
Επιπλέον, σύμφωνα με το Άρθρο 32(Α1) του Νόμου 14/1960, η αίτηση για ενδιάμεσο διάταγμα μπορεί να υποβληθεί σε οποιονδήποτε χρόνο, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου πριν από την καταχώριση της απαίτησης.
Σύμφωνα με την επιφύλαξη του Άρθρου 32(1) του Νόμου 14/1960, το Δικαστήριο, προτού εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα, πρέπει να διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
(α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
(β) υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται θεραπεία, και
(γ) θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα.
Πρόκειται για τρία ειδικά κριτήρια για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, τα οποία πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Εάν δεν πληρούνται όλα, δεν μπορεί να εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα.
Τα κριτήρια αυτά, αφορούν το πρώτο στάδιο της εξέτασης από το Δικαστήριο. Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις, προχωρεί στο δεύτερο στάδιο, το οποίο αφορά την εκτίμηση του κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό τις περιστάσεις.
Σύμφωνα με το Άρθρο 31 του Νόμου 14/1960, η άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, στην οποία αναφέρεται το Άρθρο 32(1) του ίδιου Νόμου, πρέπει να στηρίζεται επί του Νόμου ή των αρχών της επιείκειας. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και μ. Π. Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελίδα 55:
«Η άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου προσδιορίζεται στο Άρθρο 31 του ιδίου Νόμου, το οποίο προβλέπει για την παροχή θεραπείας σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται στο νόμο ή στις αρχές της επιείκειας. Με την αναφορά αυτή, στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγων να ικανοποιήσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου».
Και τονίζεται στη συνέχεια:
«Γι’ αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο ή τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία του απαγορευτικού διατάγματος. Στην περίπτωση παρεμπίπτοντος διατάγματος, το Δικαστήριο παραχωρεί τη συγκεκριμένη θεραπεία ακόμη και χωρίς πλήρη δίκη. Όμως ο ενάγων, ως αιτητής, θα αποτύχει αν δεν πείσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα».
Γίνεται, μεταξύ άλλων, παραπομπή προς υποστήριξη στην απόφαση του Νικολάτου Δ. στην υπόθεση Re Zhigachov, (2013) 1 ΑΑΔ 133, στην οποία αναφέρθηκε ότι:
«Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή σε ουσιαστική θεραπεία».
Και τονίστηκε, με αναφορά στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux, [2007] 1 W.L.R. 320, ότι το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δεν συνιστά από μόνο του αγώγιμο δικαίωμα, δεν υφίσταται αυτοτελώς, αλλά εξαρτάται από την ύπαρξη ήδη υπάρχοντος αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το ήδη υπάρχον αγώγιμο δικαίωμα.
Όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και μ. Π. Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελίδα 101, η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος, αναγνωρισμένου από τον Νόμο ή τις αρχές της επιείκειας, ως προϋπόθεση για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το ευρύτερο ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ως ζήτημα που αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, εξετάζεται στο πλαίσιο της πρώτης προϋπόθεσης που πρέπει να ικανοποιείται με βάση το Άρθρο 32(1) του Νόμου 14/1960, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η προϋπόθεση αυτή, όπως έχει ερμηνευθεί, συνδέεται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της δύναμης των δικογράφων ─υπό την ευρεία έννοια του όρου, που περιλαμβάνει και τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες αποτελούν το υπόβαθρο για την αίτηση έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος─ καθώς και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου, (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598).
Σχετικά με τα πιο πάνω, στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Μ. Π. Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελίδα 123 διατυπώνονται τα εξής:
«Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του είναι αναφορικά με τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ’ ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι ‘επιπόλαιο και ενοχλητικό’ και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγόμενου. Σύμφωνα με τη νομολογία δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή αιτίας αγωγής ανύπαρκτης κατά τον χρόνο της καταχώρισης της αγωγής, εκτός και αν εμπίπτει στην κατηγορία διαταγμάτων Quia Timet».
Το κριτήριο είναι να πεισθεί το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντος, και όχι να αποδειχθεί πλήρως το δικαίωμα αυτό. Ωστόσο, η απλή προβολή του ισχυρισμού δεν αρκεί· πρέπει να παρουσιάζονται στοιχεία που να τον δικαιολογούν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως.
Νομική Υπαγωγή και Συμπεράσματα.
Δεδομένου ότι, όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού, (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, όταν διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, περιττεύει η εξέταση των άλλων προϋποθέσεων που τίθενται από το Άρθρο 32(1) του Νόμου 14/1960 και που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας, το Δικαστήριο θα προβεί αμέσως στην εξέταση του ζητήματος αυτού.
Σύμφωνα με το Άρθρο 172 του Συντάγματος, η Δημοκρατία υπέχει ευθύνη για κάθε ζημιογόνο άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή αρχών της, κατά την άσκηση ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους.
Η εν λόγω συνταγματική διάταξη θεμελιώνει αυτοτελή και δικαστικώς επιδιώξιμη ευθύνη της Δημοκρατίας, όπως αναγνωρίστηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Georghiou v. Attorney-General of the Republic, (1982) 1 C.L.R. 938, όπου διευκρινίστηκε ότι η ευθύνη αυτή εκτείνεται και σε παράνομες πράξεις αστυνομικών οργάνων κατά την εκτέλεση ή την κατ' επίκληση εκτέλεσης των υπηρεσιακών τους καθηκόντων.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 113 του Συντάγματος, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κατέχει τη θεσμική ιδιότητα του νομικού συμβούλου της Δημοκρατίας, ενώ το Άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, προβλέπει ρητώς ότι, εκτός εάν άλλως προβλέπεται ειδικά από Νόμο, οι αγωγές κατά της Δημοκρατίας εγείρονται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως εναγομένου. Η Αστυνομία Κύπρου, η οποία υφίσταται και λειτουργεί ως κρατική δύναμη ασφαλείας δυνάμει του Άρθρου 3 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, Νόμος 73(Ι)/2004, αποτελεί οργανική υπηρεσία της Δημοκρατίας, της οποίας τη γενική εποπτεία ασκεί, σύμφωνα με το Άρθρο 4 του ιδίου Νόμου, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Από τις διατάξεις του εν λόγω Νόμου 73(Ι)/2004 δεν προκύπτει ότι η Αστυνομία Κύπρου περιβάλλεται με αυτοτελή νομική προσωπικότητα ή ότι διαθέτει ανεξάρτητη ικανότητα να ενάγεται ενώπιον Δικαστηρίου πολιτικής δικαιοδοσίας για πράξεις ή παραλείψεις των μελών της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ούτε αναγνωρίζεται σε αυτήν, από τις διατάξεις του εν λόγω Νόμου, οποιαδήποτε αυτοτελής νομική ιδιότητα ή ικανότητα διαδίκου. Εξάλλου, δεν προκύπτει η ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης νομοθετικής διάταξης που να της απονέμει τέτοια νομική προσωπικότητα ή ικανότητα.
Κατά συνέπεια, η αστική ευθύνη για τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις θεμελίωσής της, βαρύνει τη Δημοκρατία, η οποία ενάγεται κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο προαναφερόμενο Άρθρο 57 του Νόμου 14/1960, και όχι την Αστυνομία Κύπρου ως αυτοτελή νομική οντότητα ή οργανισμό. Υπό το φως των ανωτέρω και ελλείψει ειδικής νομοθετικής διάταξης που να προσδίδει στην Αστυνομία Κύπρου αυτοτελή νομική προσωπικότητα ή ικανότητα διαδίκου, αγωγή η οποία στρέφεται απευθείας και αποκλειστικά εναντίον της «Αστυνομίας Κύπρου», ως εάν αυτή αποτελούσε διακριτό νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, δεν αποκαλύπτει αγώγιμη αξίωση εναντίον της κατονομαζόμενης Εναγομένης με εύλογη προοπτική επιτυχίας.
Σε ό,τι αφορά τα προαναφερόμενα, στην προαναφερόμενη υπόθεση Georghiou v. Attorney-General of the Republic, (1982) 1 C.L.R. 938, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
«An injurious act or omission is one that causes damage or produces adverse effects to the rights of the person affected thereby. For the injurious act or omission to be actionable, it must be "άδικος" - unjust (wrongful). "Unjust" or "wrongful" in the context of Article 172, signifies an act committed without authority or justification in law. The authority of officers of the State emanates from the law or laws setting up their office, defining their duties and regulating their discharge subject, always, to the fundamental provisions of the Constitution and notions of good administration. Abuse of authority or office lies at the root of the liability of the Republic for acts or omissions of its officers, both in the field of public as well as private law. Liability attaches not only when the wrongful act occurs in the discharge of their duties but also in the course of the purported discharge of their duties. The relevant expression in the Greek text of the Constitution "κατ' επίκλησιν", imports liability whenever the wrong is done, by invoking the officer's powers. The word "purport", used in the English text, must be understood in this sense. "Κατ' επίκλησιν", connotes acts ostensibly or purportedly within an officer's authority, but not so in actual fact, as a matter of lawful authority. The State is similarly liable for wrongful acts committed because of misappreciation or misconception of an officer's duties arising from a bona fide mistake, as well as for acts or omissions involving a deliberate abuse of powers fraught with mala fides. In short, it covers acts seemingly attributable to the authority of the actor's office but outside the realm of his authority, as defined by law.
The liability of the State under Article 172 extends to wrongful acts or omissions committed or suffered in the domain of both public as well as private law, subject to this qualification. Where the wrongful act is committed in the field of public law, its annulment under Article 146 is a prerequisite to a civil action under Article 146.6 of the Constitution. (…). The investigation of crime, as well as the action of the police, relevant thereto, are acts not cognisable under Article 146 because of their close association with the criminal process and judicial proceedings that may follow (see, Andreas N. Gavris v. The Republic, 1 R.S.C.C. 88, and PhediasKyriakides v. The Republic, 1 R.S.C.C. 66). Hence, wrongful acts or omissions in this area may be the subject of an action before a civil court. (…)
The Constitution envisages the enactment of a law regulating the liability of the State. The existence of the right is not conditioned on the enactment of any law but its exercise may be controlled by law. The control is incidental to the presence of the constitutional right and subject to it. An example of this control is furnished by the enactment of s.57 of Law 14/60, providing that proceedings against the Republic may be instituted by suing the Attorney-General (Kyriakides, supra). But no law can limit the ambit or scope of the right. That would be unconstitutional, because Article 172 is definitive of the liability of the State, as well as the rights of a party injured as a result of acts for which the State is liable in accordance with its provisions. Article 172 does not make the presence of liability of the State dependent on the enactment of a law. Such liability is clearly and succinctly defined by the Constitution itself. No law can derogate therefrom. Consequently, the power of the State to regulate such liability is limited to matters incidental to the existence of State liability, such as the measure of damages, the burden of proof and other procedural matters associated with the exercise of the right. To the extent that Cap. 148 regulates the establishment of liability at civil law, it may be legitimately regarded as a legislation regulating State liability but always subject to Article 172 and lack of freedom of the State to limit the extent of the right. What is certain, is that the liability of the State under Article 172 is not co-extensive or co-incidental with the liability of a master for the wrongs of his servants under Cap. 148. Liability under Cap. 148 is not a prerequisite for liability under Article 172. The liability of the State under Article 172 is pre-eminently a species of public law liability, whereas liability under Cap. 140 lies primarily in the filed of private law.».
Το Δικαστήριο, έχοντας εξετάσει τη μαρτυρία που προσκομίστηκε κατά την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης, στον βαθμό και κατά τον τρόπο που επιτρέπει η νομολογία στο πλαίσιο της ενδιάμεσης διαδικασίας, και υπό το φως των ανωτέρω παρατηρήσεων, καθώς και των σχετικών συνταγματικών, νομοθετικών και νομολογιακών αρχών δικαίου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος που της αναλογούσε, ώστε να πείσει το Δικαστήριο ότι υφίστανται σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης απευθείας αγώγιμου δικαιώματος κατά της Εναγόμενης, Αστυνομίας Κύπρου, και, συνακόλουθα, ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
Αυτό ισχύει δεδομένου ότι, ως και προελέχθη, σύμφωνα με το Άρθρο 172 του Συντάγματος, η Δημοκρατία υπέχει ευθύνη για κάθε ζημιογόνο άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή αρχών της, κατά την άσκηση ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους, περιλαμβανομένων και των μελών της Εναγομένης, Αστυνομίας Κύπρου (βλ. Georghiou v. Attorney-General of the Republic, (1982) 1 C.L.R. 938) όπως εν προκειμένω γίνεται κατά βάση επίκληση σύμφωνα με τα πιο πάνω γεγονότα που επικαλείται η ενόρκως δηλούσα Λουΐζα Κυριάκου. Η Δημοκρατία ενάγεται κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο προαναφερόμενο Άρθρο 57 του Νόμου 14/1960.
Κατάληξη.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται.
Υπό τις περιστάσεις, δεν δικαιολογείται η έκδοση οποιασδήποτε διαταγής ως προς τα έξοδα.
Υπογραφή: ____________________
Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Π. Ε. Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο