LEADINGWAY CONSULTANTS LTD ΑΠΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ ΝΗΣΩΝ C/O ALEMAN, CORDERO, GALINDO & LEE TRUST (BVI) LTD ν. AYOUB FARID MICHEL SAAB, Γενική Αίτηση με αρ.: 9/2026, 30/10/2026
print
Τίτλος:
LEADINGWAY CONSULTANTS LTD ΑΠΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ ΝΗΣΩΝ C/O ALEMAN, CORDERO, GALINDO & LEE TRUST (BVI) LTD ν. AYOUB FARID MICHEL SAAB, Γενική Αίτηση με αρ.: 9/2026, 30/10/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Π. Ε. Δ.                                     

Γενική Αίτηση με αρ.: 9/2026.

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ (ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗ) ΝΟΜΟΣ, ΚΕΦ.10

─και─

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ HIGH COURT OF JUSTICE, BUISNESS AND PROPERTY COURTS OF ENGLAND AND WALES, COMMERCIAL COURT (QBD), ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 04/08/2022, ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟ CL─2021─000736 ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ LEADINGWAY CONSULTANTS LTD KAI (1) AYOUB FARID MICHEL SAAB (2) MICHEL NORBERT SAAB (AS ADMINISTRATOR OF THE ESTATE OF THE LATE FADI MICHEL SAAB)

─και─

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ COURT OF APPEAL (CIVIL DICISION), ON APPEAL FROM THE BUISNESS AND PROPERTY COURTS OF ENGLAND AND WALES, KINGS BENCH DIVISION, COMMERCIAL COURT, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 09/05/2025, ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟ CA 2024─001551 ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ LEADINGWAY CONSULTANTS LTD KAI (1) AYOUB FARID MICHEL SAAB (2) MICHEL NORBERT SAAB (AS ADMINISTRATOR OF THE ESTATE OF THE LATE FADI MICHEL SAAB)

─και─

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ SUPREME COURT OF THE UNITEF KINGDOM, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10/10/2025, ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟ UKSC/2025/0108 ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ LEADINGWAY CONSULTANTS LTD KAI (1) AYOUB FARID MICHEL SAAB (2) MICHEL NORBERT SAAB (AS ADMINISTRATOR OF THE ESTATE OF THE LATE FADI MICHEL SAAB)

─και─

LEADINGWAY CONSULTANTS LTD ΑΠΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ ΝΗΣΩΝ C/O ALEMAN, CORDERO, GALINDO & LEE TRUST (BVI) LTD

Αιτήτρια

─και─

AYOUB FARID MICHEL SAAB

Καθ’ ου η Αίτηση

-------------------

Ημερομηνία: 30/10/2026.

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια: κ. Φ. Χατζηχάννας εκ μέρους της Χατζηχάννας & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Π. Βορκά εκ μέρους της Μιχάλης Βορκάς & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

---------------------

ΑΠΟΦΑΣΗ

Στις 22/10/2026 καταχωρίστηκε μονομερώς η παρούσα Αίτηση, με την οποία η Αιτήτρια, Leadingway Consultants Ltd, αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:

«(A). Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση και/ή δια του οποίου να αναγνωρίζεται, εγγράφεται και εκτελείται στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου η Απόφαση του High Court of Justice, Business and Property Courts of England and Wales, Commercial Court (QBD), ημερομηνίας 04/08/2022, στην υπόθεση υπ' αριθμό CL─2021─000736 μεταξύ των Leadingway Consultants Ltd και (1) Ayoub Farid Michel Saab (2) Michel Norbert Saab (as administrator of the estate of the late Fadi Michel Saab).

(B). Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση και/ή δια του οποίου να αναγνωρίζεται, εγγράφεται και εκτελείται στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου η Απόφαση του Court of Appeal (Civil Division), On Appeal From The Business And Property Courts Of England And Wales, Kings Bench Division, Commercial Court, ημερομηνίας 09/05/2025, στην υπόθεση υπ' αριθμό CA 2024─001551 μεταξύ των Leadingway Consultants Ltd και (1) Ayoub Farid Michel Saab (2) Michel Norbert Saab (as administrator of the estate of the late Fadi Michel Saab).

(Γ). Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση και/ή δια του οποίου να αναγνωρίζεται, εγγράφεται και εκτελείται στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν απόφαση κυπριακού Δικαστηρίου η Απόφαση του Supreme Court of the United Kingdom, ημερομηνίας 10/10/2025, στην υπόθεση υπ' αριθμό UKSC/2025/0108 μεταξύ των Leadingway Consultants Ltd και Saab.». 

Προς υποστήριξη της βασιμότητας των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αιτήτρια επικαλείται την ακόλουθη νομική βάση:

«Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στον περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμος (Κεφ. 10), στα Άρθρα 17 και 31 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, στα Άρθρα 4─9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, Άρθρα 2, 31, 32 και 33, στους Κανονισμούς αμοιβαίας αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων (Foreign Judgments (Reciprocal Enforcement) Rules — Rules of Court made under Section 5), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5 Θ. 7, Δ.48, ΘΘ. 1-13, Δ.48, Δ.55 και Δ.64 και τις συμφυείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου.».

Στην προαναφερόμενη Αίτηση, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, έχει καταχωριστεί μονομερώς, κάθε αναφορά στα αιτητικά της στον «Καθ’ ου η Αίτηση» αφορά τον Ayoub Farid Michel Saab.

Όπως προκύπτει από τη νομική βάση της Αίτησης, καθώς και από τον τίτλο της, το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την υπό κρίση διαδικασία είναι ο περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ. 10. Ως προς το δικονομικό πλαίσιο, εφαρμογή έχει ο περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Διαδικαστικός Κανονισμός (1062/1935), ο Κανονισμός 16(2) του οποίου προβλέπει ότι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί εφαρμόζονται τηρουμένων των διατάξεων των εν λόγω ειδικών Κανονισμών (1062/1935).

Σύμφωνα με Κανονισμούς (1062/1935), η διαδικασία εγγραφής αλλοδαπής δικαστικής απόφασης ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου δύναται να κινηθεί με μονομερή αίτηση (ex parte), δυνάμει του Κανονισμού 2, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση που πληροί τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 3.

Με την έκδοση διατάγματος που επιτρέπει την εγγραφή της αλλοδαπής απόφασης, το Δικαστήριο οφείλει, σύμφωνα με τον Κανονισμό 6(3), να καθορίσει την περίοδο εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί αίτηση παραμερισμού της εγγραφής, καθώς και να περιλάβει ρητή πρόνοια ότι δεν επιτρέπεται η εκτέλεση της απόφασης πριν από την εκπνοή της περιόδου αυτής.

Παρότι, δυνάμει του Κανονισμού 6(2), δεν απαιτείται η επίδοση δηλωτικού του ίδιου του διατάγματος εγγραφής στον εξ αποφάσεως οφειλέτη, ο Κανονισμός 8 επιβάλλει την επίδοση γραπτής ειδοποίησης εγγραφής, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ενημέρωση για το δικαίωμα παραμερισμού και την προθεσμία άσκησής του, υπολογιζόμενη από την ημερομηνία επίδοσης.

Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δύναται, σύμφωνα με τον Κανονισμό 10, να αιτηθεί τον παραμερισμό της εγγραφής με κλήση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση, επικαλούμενος τους προβλεπόμενους από το Κεφ. 10 λόγους παραμερισμού.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των Κανονισμών 6(3) και 11(1) προκύπτει ότι η εγγραφή αλλοδαπής απόφασης δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως και τη δυνατότητα άμεσης εκτέλεσής της. Αντιθέτως, η έκδοση μέτρων εκτέλεσης απαγορεύεται μέχρι την εκπνοή της καθορισθείσας περιόδου παραμερισμού ή οποιασδήποτε παράτασής της.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Κανονισμό 11(2), εφόσον υποβληθεί αίτηση παραμερισμού της εγγραφής, δεν επιτρέπεται η έκδοση μέτρων εκτέλεσης μέχρι την εκδίκαση και οριστική διεκπεραίωση της αίτησης αυτής.

Τέλος, για την έκδοση μέτρων εκτέλεσης απαιτείται η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις των Κανονισμών 9 και 11(3), περιλαμβανομένης της προσκόμισης ένορκης δήλωσης επίδοσης της ειδοποίησης εγγραφής και των σχετικών δικαστικών διαταγμάτων.

Ως προς την εφαρμογή των προαναφερόμενων Κανονισμών (1062/1935) και το δικονομικό πλαίσιο που διέπει την υπό κρίση διαδικασία, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση Re Ζαχαρία κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 2/2023, 25/04/2024, ανέφερε τα ακόλουθα:

«Ο Καν.2 του περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1935, που είχε εφαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης, προνοεί ότι η αίτηση δυνάμει του άρθρου 4 του Νόμου για εγγραφή στο Επαρχιακό Δικαστήριο μιας αλλοδαπής απόφασης για την οποία εφαρμόζεται το Μέρος Ι του Νόμου δύναται να υποβληθεί στο Δικαστήριο χωρίς κλήση. Ο Καν.10(1) ο οποίος προνοεί ότι η αίτηση για τον παραμερισμό της εγγραφής μιας απόφασης πρέπει να γίνεται με αίτηση δια κλήσεως και να υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση, καθιερώνει ότι αυτή είναι η ενδεδειγμένη δικονομική οδός για την προσβολή της εγγραφής.

Για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο μιας αλλοδαπής απόφασης δεν επιβάλλεται η καταχώριση αίτησης με κλήση, ούτε και υφίσταται υποχρέωση επίδοσης της στους ενδιαφερόμενους. (…)

Η κλήση των Εφεσίβλητων δεν συνιστούσε την «κανονική πορεία των πραγμάτων». Η κανονική πορεία, όπως προβλέπεται στον Καν.2, εκτός και αν το κατώτερο Δικαστήριο διέτασσε διαφορετικά, ήταν η αίτηση χωρίς κλήση και η απόφαση επί του ζητήματος στην απουσία τους. Και η πρόβλεψη στον Καν.10(1) δεν είναι εναλλακτικό της προνομιακής δικαιοδοσίας ένδικο μέσο, αλλά η δικονομική πρόβλεψη προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων προσώπων όπως οι Εφεσίβλητοι, ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα τους να ακουστούν και να τηρούνται οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Η διαδικασία αντιμετωπίζεται ως ενιαία. Ο Καν.10(1) διασφαλίζει το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, δηλαδή τη φυσική δικαιοσύνη. Δεν συνιστά θεραπεία η οποία χορηγείται σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, αλλά το προδιαγεγραμμένο διάβημα που οι Εφεσίβλητοι μπορούσαν να λάβουν.

Σημειώνουμε ότι ο Καν.11(2) του Κανονισμού του 1935 προνοεί ότι στην περίπτωση που καταχωριστεί αίτηση για τον παραμερισμό της εγγραφής μιας απόφασης, η απόφαση που εγγράφηκε δεν μπορεί να εκτελεστεί μέχρις ότου η αίτηση παραμερισμού διεκπεραιωθεί. Κατ' αναλογία ο Εφεσείων δεν θα μπορούσε να ενεργεί στη βάση του διατάγματος εγγραφής ή θα μπορούσε να εμποδιστεί από του να ενεργεί, μέχρις ότου η αίτηση παραμερισμού των Εφεσίβλητων διεκπεραιωνόταν. Η διαδικασία για τον παραμερισμό ήταν και η πρόσφορη ώστε να εξεταστούν σε βάθος, με την προσαγωγή της κατάλληλης μαρτυρίας, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, που στην προνομιακή διαδικασία πτυχές τους παρέμειναν αμφισβητούμενες.».

Στην πιο πάνω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι Κανονισμοί (1062/1935) θεσπίζουν ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο δικονομικό πλαίσιο, το οποίο διέπει τόσο την αρχική αναγνώριση και εγγραφή αλλοδαπής απόφασης όσο και τη μεταγενέστερη δυνατότητα προσβολής της εγγραφής.

Ειδικότερα, λέχθηκε ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 2, η αίτηση αναγνώρισης και εγγραφής αλλοδαπής απόφασης υποβάλλεται και, κατά την κανονική πορεία της διαδικασίας, εξετάζεται μονομερώς, χωρίς κλήση ή προηγούμενη επίδοση στους επηρεαζόμενους, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.

Και περαιτέρω, αποφασίστηκε ότι η μονομερής αυτή διαδικασία δεν παραβιάζει τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, καθότι αποτελεί το πρώτο στάδιο της ενιαίας διαδικασίας που καθιερώνουν οι Κανονισμοί (1062/1935). Το δικαίωμα ακρόασης των επηρεαζόμενων προσώπων διασφαλίζεται στο επόμενο στάδιο, μέσω της προβλεπόμενης στον Κανονισμό 10(1) αίτησης διά κλήσεως για παραμερισμό της εγγραφής, η οποία συνιστά την ενδεδειγμένη και ειδικώς προβλεπόμενη δικονομική οδό αμφισβήτησής της. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η αίτηση παραμερισμού δεν αποτελεί θεραπεία για προηγούμενη παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Αντιθέτως, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ίδιας ενιαίας διαδικασίας, μέσω του οποίου κατοχυρώνεται το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο και ακρόασης των επηρεαζόμενων προσώπων.

Η ενότητα και συνοχή του δικονομικού αυτού πλαισίου, λέχθηκε επίσης, ενισχύεται περαιτέρω από τον Κανονισμό 11(2), ο οποίος απαγορεύει την εκτέλεση της εγγεγραμμένης αλλοδαπής απόφασης ενόσω εκκρεμεί αίτηση παραμερισμού, διασφαλίζοντας έτσι την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος αμφισβήτησης της εγγραφής.

Συνεπώς, η αρχή που καθιερώνει η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι η μονομερής εγγραφή αλλοδαπής απόφασης και η μεταγενέστερη κατ' αντιμωλία διαδικασία παραμερισμού δεν αποτελούν δύο ανεξάρτητες διαδικασίες, αλλά διαδοχικά και αλληλοσυμπληρούμενα στάδια ενός ενιαίου δικονομικού μηχανισμού, ο οποίος συνδυάζει την ταχεία εγγραφή αλλοδαπών αποφάσεων με την ουσιαστική διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης και των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.

Συναφής επί των ανωτέρω είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc., (1999) 1 Α.Α.Δ. 124.

Σύμφωνα με το Άρθρο 4(1) του Κεφ. 10:

«4.-(1) Πρόσωπο, το οποίο είναι εξ αποφάσεως πιστωτής βάσει απόφασης στην όποια εφαρμόζεται το Μέρος αυτό του Νόμου αυτού, δύναται να αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο oπoτεδήπoτε εντός έξι ετών μετά την ημερoμηvία της απόφασης, ή, όταν υπήρξε διαδικασία υπό μορφή έφεσης εvαvτίov της απόφασης, μετά την ημερoμηvία της τελευταίας απόφασης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία αυτή, για να εγγράψoυv την απόφαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο, και με την υπoβoλή oπoιασδήπoτε τέτοιας αίτησης το Δικαστήριο δύναται, υπό την επιφύλαξη της απόδειξης των θεμάτων που καθoρίζovται και των άλλων διατάξεων του Νόμου αυτού, να διατάξει όπως η απόφαση εγγραφεί:

Νοείται ότι απόφαση δεν εγγράφεται αν κατά την ημερoμηvία της αίτησης-

(α) ικαvoπoιηθεί πλήρως ή

(β) δεν μπoρoύσε να εφαρμοστεί με εκτέλεση στη χώρα του αρχικού Δικαστηρίου.».

Περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 4(6) του Κεφ. 10:

«(6) Επιπρόσθετα προς το ποσό χρημάτων που είναι πληρωτέο βάσει της απόφασης του αρχικού Δικαστηρίου, περιλαμβαvoμέvoυ οποιουδήποτε τόκου o oπoίoς βάσει του δικαίου της χώρας του αρχικού Δικαστηρίου καθίσταται πληρωτέος βάσει της απόφασης μέχρι το χρόvo εγγραφής, η απόφαση εγγράφεται για τα εύλογα έξοδα της και τα συναφή προς την εγγραφή, περιλαμβαvoμέvωv των εξόδων λήψης πιστoπoιημέvoυ αvτιγράφoυ της απόφασης από το αρχικό Δικαστήριο.».

Συναφώς, το Άρθρο 3 των Κανονισμών (1062/1935) προνοεί:

«3.-(1) An application for registration shall be supported by an affidavit of the facts-

(a) exhibiting a certified copy of the judgment issued by the original court and authenticated by its seal and an English translation of the judgment authenticated by affidavit;

(b) stating to the best of the information and belief of the deponent-

(i) that the applicant is entitled to enforce the judgment;

(ii) as the case may require, either that at the date of the application the judgment has not been satisfied, or, if the judgment has been satisfied in part, what the amount is in respect of which it remains unsatisfied;

(iii) that at the date of the application the judgment can be enforced by execution in the country of the original court;

(iv) that if the judgment were registered the registration would not be, or be liable to be, set aside under section 6 of the Law.

(c) specifying the amount of the interest, if any, which under the law of the country of the original court has become due under the judgment up to the time of registration;

and shall be accompanied by such other evidence with respect to the matters referred to in sub-paragraph (iii) of paragraph (b) or paragraph (c) above as may be required having regard to the provisions of the Order in Council extending the Law to the country of the original court.

(2) Where the sum payable under the judgment is expressed in a currency other than the currency of Cyprus, the affidavit shall also state the amount which that sum represents in the currency of Cyprus calculated at the rate of exchange prevailing at the date of the judgment.

(3) The affidavit shall also state the full name, title, trade or business and the usual or last known place of abode or of business of the judgment creditor and the judgment debtor respectively, so far as known to the deponent.

(4) Where a judgment is in respect of different matters, and some, but not all of the provisions of the judgment are such that if those provisions had been contained in separate judgments, those judgments could properly have been registered, the affidavit shall state the provisions in respect of which it is sought to register the judgment.».

Το Δικαστήριο εξέτασε την υπό κρίση Αίτηση υπό το πρίσμα των προαναφερθεισών νομοθετικών, κανονιστικών και νομολογιακών αρχών, στη βάση της μαρτυρίας του Ανδρέα Χατζηκώστα που παρουσιάστηκε προς υποστήριξη της και τα σχετικά τεκμήρια. Από την αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας δεν προκύπτει οποιαδήποτε εγγενής αδυναμία, αντίφαση ή άλλο στοιχείο ικανό να εγείρει προβληματισμό ως προς την αξιοπιστία της. Ως εκ τούτου, και στο πλαίσιο της μονομερούς εξέτασης της Αίτησης, η μαρτυρία γίνεται αποδεκτή ως ακριβής και αξιόπιστη.

Όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία, αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης εγγραφής αλλοδαπής δικαστικής απόφασης αποτελούν η απόφαση του High Court of Justice, Business and Property Courts of England and Wales, Commercial Court (QBD), ημερομηνίας 04/08/2022, στην υπόθεση υπ’ αριθμό CL─2021─000736, η απόφαση του Court of Appeal (Civil Division), On Appeal from the Business and Property Courts of England and Wales, King's Bench Division, Commercial Court, ημερομηνίας 09/05/2025, στην υπόθεση υπ’ αριθμό CA 2024─001551, καθώς και η απόφαση του Supreme Court of the United Kingdom, ημερομηνίας 10/10/2025, στην υπόθεση υπ’ αριθμό UKSC/2025/0108, οι οποίες εκδόθηκαν στο πλαίσιο της δικαστικής διαφοράς μεταξύ της Αιτήτριας Leadingway Consultants Ltd και των (1) Καθ’ ου η Αίτηση, Ayoub Farid Michel Saab και (2) Michel Norbert Saab, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Fadi Michel Saab. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν επικυρωμένα αντίγραφα τους, ήτοι τα Τεκμήρια 2, 3 και 4 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση Χατζηκώστα, όπως προνοεί ο Κανονισμός 3(1)(α) των Κανονισμών (1062/1935).

Περαιτέρω, από την ίδια μαρτυρία προκύπτει ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε εμπροθέσμως, εντός της προβλεπόμενης από το Άρθρο 4(1) του Κεφ. 10 εξαετούς προθεσμίας, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, υπολογίζεται από την ημερομηνία έκδοσης της τελευταίας απόφασης στο πλαίσιο της διαδικασίας προσβολής και αναθεώρησης της πρωτόδικης απόφασης, ήτοι από την απόφαση του Supreme Court of the United Kingdom, ημερομηνίας 10/10/2025. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ως αφετηρία υπολογισμού της εν λόγω προθεσμίας ληφθεί η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Court of Appeal, ήτοι η 09/05/2025, η Αίτηση εξακολουθεί να εμπίπτει εντός της νομοθετικά προβλεπόμενης εξαετούς περιόδου. Συνεπώς, πληρούται η χρονική προϋπόθεση εγγραφής που προβλέπεται στο Άρθρο 4(1) του Κεφ. 10.

Με βάση τους ισχυρισμούς των παραγράφων 17 και 18 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης Χατζηκώστα, η απόφαση του High Court of Justice, ημερομηνίας 04/08/2022, είναι κατά το Αγγλικό δίκαιο τελεσίδικη εκτελεστή απόφαση στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως προνοείται ότι απαιτείται από τον Κανονισμό 3(1)(b)(iii) των Κανονισμών (1062/1935). Σύμφωνα με αυτήν, εξεδόθη απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση για το ποσό των €45.247.439,92. Ενώ, επιπροσθέτως, όπως προβάλλεται από τις παραγράφους 19 και 20 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης Χατζηκώστα, βάσει του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οφειλόμενος τόκος επί του εν λόγω ποσού κατά την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας Αίτησης, ήταν €15.183.305,32, όπως προνοείται ότι πρέπει να τεκμηριώνεται από τον Κανονισμό 3(1)(c) των Κανονισμών (1062/1935).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παράγραφο 36 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης του Ανδρέα Χατζηκώστα, η απόφαση του High Court, ημερομηνίας 04/08/2022, κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης παρέμενε πλήρως ανικανοποίητη, καθότι δεν είχε καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση. Ως εκ τούτου, στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας, διαπιστώνεται ότι πληρούται και η σχετική νομοθετική προϋπόθεση περί μη ικανοποίησης της αλλοδαπής απόφασης, για σκοπούς εγγραφής της δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 10 όπως και πάλι προβλέπεται από το Άρθρο 4(1) του Κεφ. 10, καθώς και από τον Κανονισμό 3(1)(b)(i),(ii) των Κανονισμών (1062/1935).

Τέλος, όπως προκύπτει από την παράγραφο 39 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης του Ανδρέα Χατζηκώστα, ο ενόρκως δηλών, μέσα από τα όσα προβάλλει, εκφράζει την πεποίθησή του ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε από τους προβλεπόμενους στο Άρθρο 6 του Κεφ. 10 λόγους παραμερισμού της εγγραφής της αλλοδαπής δικαστικής απόφασης. Η εν λόγω μαρτυρία ικανοποιεί την απαίτηση του Κανονισμού 3(1)(b)(iv) για συμπερίληψη στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της πεποίθησης του ενόρκως δηλούντος περί μη συνδρομής λόγων παραμερισμού της εγγραφής. Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι πληρούται και η συγκεκριμένη κανονιστική προϋπόθεση.   

Κατ’ ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, το Δικαστήριο παραχωρεί άδεια για την εγγραφή στη Δημοκρατία, προς σκοπούς εκτέλεσης, της απόφασης του High Court of Justice, ημερομηνίας 04/08/2022, Τεκμήριο 2 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση Χατζηκώστα, η οποία εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση για το ποσό των €45.247.439,92, πλέον τόκων, οι οποίοι κατά την ημερομηνία καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, στις 22/10/2026, ανέρχονταν σε €15.183.305,32, καθώς και των αποφάσεων του Court of Appeal, ημερομηνίας 09/05/2025, και του Supreme Court, ημερομηνίας 10/10/2025, Τεκμήρια 3 και 4, αντίστοιχα, στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση Χατζηκώστα, ωσάν οι αποφάσεις αυτές να είχαν εκδοθεί αρχικά από το παρόν Δικαστήριο κατά τη σημερινή ημερομηνία, 30/10/2026.

Ο Καθ’ ου η Αίτηση έχει το δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο με αίτηση για παραμερισμό της προαναφερόμενης εγγραφής των αποφάσεων των Δικαστηρίων του Ηνωμένου Βασιλείου, εντός 30 ημερών από την επίδοση της σχετικής γραπτής ειδοποίησης, στην οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω. Προς τούτο, με την παρούσα απόφαση δίδεται ειδοποίηση στον Καθ’ ου η Αίτηση ότι, από την επίδοση της εν λόγω γραπτής ειδοποίησης και μέχρι τη λήξη της προαναφερόμενης προθεσμίας, δεν θα εκδοθεί ούτε θα αρχίσει οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης εναντίον του, από πλευράς της Αιτήτριας ή άλλως, σε σχέση με το πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέος. Η Αιτήτρια οφείλει να επιδώσει στον Καθ’ ου η Αίτηση την προαναφερόμενη γραπτή ειδοποίηση εγγραφής, κατά τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό 8 των Κανονισμών (1062/1935).

Υπό τις περιστάσεις, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης €3.500 πλέον Φ.Π.Α. επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση.

Υπογραφή: ____________________

Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Π. Ε. Δ.  

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο