Αναφορικά με την Αίτηση της ΜΥΡΙΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. CAC CORAL LIMITED, Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 81/2025, 24/3/2025
print
Τίτλος:
Αναφορικά με την Αίτηση της ΜΥΡΙΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. CAC CORAL LIMITED, Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 81/2025, 24/3/2025
Ημερομηνία:
24 Μαρτίου 2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

                                                             Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 81/2025 (i-justice)

 

Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965

 

και

 

Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224

 

       Αναφορικά με την Αίτηση της

ΜΥΡΙΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

Εφεσείουσας

 

                                            και   

                                                 

CAC CORAL LIMITED

Εφεσίβλητων

--------------------------------

 

Ημερομηνία: 24/3/2025 

 

Εμφανίσεις:

Για εφεσείουσα: K. ΜΑΥΡΟΚΩΣΤΑΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

Για εφεσίβλητους: ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Προς εξασφάλιση δανείου που είχε δοθεί από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ σε κάποια εταιρεία, η εφεσείουσα που είναι διευθύντρια της εν λόγω εταιρείας, με την υποθήκη [ ]  (στο εξής «επίδικη υποθήκη») υποθήκευσε κάποιο ακίνητό της - που αποτελεί διαμέρισμα - στη Λεμεσό (στο εξής «επίδικο ακίνητο»). Οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι υποκατέστησαν την τράπεζα στα δικαιώματά της που απορρέουν από το δάνειο, τροχοδρομώντας τις σχετικές διαδικασίες πώλησης του επίδικου ακινήτου, δυνάμει του Μέρους VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 μέχρι 2022 (στο εξής «Νόμος») - το οποίο διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή - στις 28/3/2024 εξέδωσαν την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ(1) του Νόμου, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού, την οποία επέδωσαν στην εφεσείουσα με ιδιωτική επίδοση, στις 22/4/2024. Επειδή η εφεσείουσα δε συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις της εν λόγω ειδοποίησης, οι εφεσίβλητοι, στις 2/12/2024 εξέδωσαν την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ(2) του Νόμου, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, κατά τον Τύπο «ΙΑ», του ίδιου Παραρτήματος (στο εξής «επίμαχη ειδοποίηση») την οποία επέδωσαν στην εφεσείουσα και πάλιν με ιδιωτική επίδοση, στις 29/1/2025. Με αυτή, την ειδοποιούν ότι το ενυπόθηκο και εξασφαλιζόμενο με την επίδικη υποθήκη - προς όφελός τους - χρέος, έχει καταστεί πληρωτέο από τις 14/11/1997 και γι’ αυτό προτίθενται να προχωρήσουν σε πώληση του επίδικου ακινήτου με τη διαδικασία πλειστηριασμού - όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου -, στις 27/3/2025 και ώρα 10:00 π.μ.

 

Η εφεσείουσα, στις 14/3/2025 καταχώρησε την υπό κρίση έφεση με την οποία ζητά - μεταξύ άλλων - διάταγμα παραμερισμού και/ή ακύρωσης της επίμαχης ειδοποίησης.

 

Η έφεση αποτελείται από 6 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της εφεσείουσας.

 

Οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν ένσταση στην έφεση. Αποτελείται από 8 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη - κατόπιν εξουσιοδότησης των εφεσίβλητων - η Βάσω Νικολάου (στο εξής «Νικολάου»).

 

Η ακρόαση της έφεσης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Το άρθρο 44Γ του Νόμου - στο βαθμό που μας ενδιαφέρει - προνοεί ότι:

 

«(2) Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με   πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των σαράντα πέντε (45) ηµερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.

 

(3) Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο (2) να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους:

 

(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙

(β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙

(γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙

(δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙

(ε)  ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι επιλέξιμος οφειλέτης και το αδειοδοτημένο ίδρυμα, παρά το ότι είχε υποχρέωση δυνάμει του περί της Σύστασης και Λειτουργίας Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, δεν έχει προσέλθει σε διαμεσολάβηση δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του εν λόγω Νόμου.

(στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙

(ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται  στο σχέδιο “ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων”  ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση.

(η)(i) η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, σε σχέση με το οποίο, έχει εγκριθεί αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο. ή

(ii) η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, σε σχέση με το οποίο, έχει υποβληθεί και εκκρεμεί αίτηση ή ένσταση για ένταξη στο Σχέδιο, αναφορικά με την οποία-

(αα) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο ή οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.2.2 του Σχεδίου. ή

(ββ) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.5 του Σχεδίου:

….. »

 

Από τις παραπάνω πρόνοιες είναι σαφές, ότι το μόνο που μπορεί να επιδιωχθεί στο πλαίσιο έφεσης, όπως η υπό εξέταση είναι ο παραμερισμός της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ» και μόνο για τους 8 λόγους που αναφέρονται εξαντλητικά στο εδάφιο 3.

 

Με αυτό δεδομένο, στο βαθμό που η εφεσείουσα με την υπό κρίση έφεση ζητά οτιδήποτε άλλο, εκτός από τον παραμερισμό της επίμαχης ειδοποίησης και για οποιοδήποτε λόγο, που δεν περιλαμβάνεται στους πιο πάνω, όλες αυτές οι αξιώσεις της καθώς και οι σχετικοί λόγοι έφεσης απορρίπτονται ως νόμω αβάσιμα.

 

Το απόσπασμα από την απόφασή μου στην υπόθεση Στυλιανού ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 114/2023, ημερ. 25/5/2023 δε βοηθά την εφεσείουσα για το λόγο που το επικαλείται. Ο λόγος της εν λόγω απόφασης που απορρέει από το απόσπασμα που παραθέτουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της στη γραπτή αγόρευσή τους, ήταν διαφορετικός.

 

Τα όσα εκεί λέχθηκαν ήταν κατά την εξέταση του τρίτου λόγου έφεσης, με τον οποίο υποβλήθηκε ότι οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» επιδόθηκαν πρόωρα και/ή πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή του ενυπόθηκου ποσού προς τον ενυπόθηκο δανειστή και τούτο, επειδή ο εφεσείοντας και τα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ουδέποτε κλήθηκαν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό προς τους εφεσίβλητους, ως εκ τούτου, η επίδοση των ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» ήταν πρόωρη και/ή παράνομη.

 

Ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος, όχι επειδή θεώρησα, ότι κατά την εξέταση της έφεσης, ο εφεσείων νομιμοποιείτο να προβάλει ως λόγο έφεσης, ότι οι εφεσίβλητοι δεν απέδειξαν ότι επέδωσαν, είτε την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» είτε την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» είτε οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση, εκτός από τον ίδιο και στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, αλλά, επειδή η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» που του είχε επιδοθεί, δεν αφορούσε και δεν απευθυνόταν προσωπικά, δηλαδή ονομαστικά στον ίδιο αλλά, σε άλλο πρόσωπο. Η αναγκαιότητα εξέτασης του κατά πόσο του είχε επιδοθεί η συγκεκριμένη ειδοποίηση απορρέει από το ακόλουθο απόσπασμα της εν λόγω απόφασής μου, που έπεται αυτού που παραθέτουν οι δικηγόροι της εφεσείουσας στην παρούσα υπόθεση.

 

«Το τι έγινε στην προκειμένη περίπτωση με τον εφεσείοντα είναι το εξής:

 

Οι εφεσίβλητοι - σύμφωνα με στοιχεία που έχουν θέσει ενώπιόν μου οι ίδιοι (βλ. το τεκμ. 3 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή τους) - στις 13/4/2022 επέδωσαν στον εφεσείοντα τρία έγγραφα. Το πρώτο, ημερομηνίας 2/2/2022 αποτελεί δική τους επιστολή και απευθύνεται στον εφεσείοντα. Σ’ αυτή περιλαμβάνονται διάφορα στοιχεία, όπως το όνομα του ενός από τους δυο δανειολήπτες στο δάνειο που εξασφαλίζουν η επίδικη υποθήκη και προσωπική εγγύηση και του εφεσείοντα, ο αριθμός της επίδικης υποθήκης και μερικά στοιχεία των επίδικων ακινήτων. Ακολούθως, ο εφεσείοντας, υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή ενημερώνεται για την πρόθεση των εφεσίβλητων να προχωρήσουν σε άσκηση του δικαιώματός τους για πώληση των επίδικων ακινήτων με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου. Όπως αναφέρεται στη συνέχεια, εσωκλείεται ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» και κατάσταση λογαριασμού που δείχνει το οφειλόμενο χρέος, τους τόκους και τα άλλα έξοδα.

 

Το τι προκύπτει από το περιεχόμενο της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» είναι ότι απευθύνεται ονομαστικά στη σύζυγο του εφεσείοντα, η οποία καλείται από τους εφεσίβλητους, όπως εντός 45 ημερών καταβάλει το ποσό που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, μαζί με τους τόκους, με την ειδοποίηση ότι αν δεν το καταβάλει θα προχωρήσουν με τη διαδικασία πλειστηριασμού που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου, στην πώληση των επίδικων ακινήτων και στη μεταβίβασή τους στον αγοραστή.

 

Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι ο εφεσείοντας, ουδέποτε κλήθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους εφεσίβλητους συναφώς με το ενυπόθηκο χρέος που εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη. Η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» που του επιδόθηκε, δεν αφορούσε και δεν απευθυνόταν στον ίδιο, αλλά, σε άλλο πρόσωπο. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι για τον εφεσείοντα, η προθεσμία των 45 ημερών που είχε ταχθεί για καταβολή του ενυπόθηκου χρέους, όχι απλώς δεν παρήλθε, αλλά, ουδέποτε είχε αρχίσει να μετρά. Με αυτό δεδομένο, οι εφεσίβλητοι δεν είχαν δικαίωμα να του επιδώσουν την επίμαχη ειδοποίηση, η οποία επιδίδεται μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις τις προηγούμενης.»

 

Στην ίδια υπόθεση, στο βαθμό που με τον πρώτο λόγο έφεσης υποβλήθηκε ότι οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ήταν πρόωρες και είχαν σταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή, διότι οι εφεσίβλητοι δεν απέστειλαν νόμιμα τις ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και τούτο, επειδή τις απέστειλαν απευθείας με τη μέθοδο της ιδιωτικής επίδοσης, χωρίς να προηγηθούν προσπάθειες αποστολής τους με συστημένο ταχυδρομείο, κατά παράβαση των ερμηνευτικών διατάξεων του άρθρου 44ΙΕ του Νόμου, ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης, στη βάση του αποσπάσματος που  ακολουθεί κρίθηκε νόμω αβάσιμος.

 

«Είναι γεγονός, ότι οι εφεσίβλητοι παραδέχονται (μάλιστα επισυνάπτουν και σχετικό τεκμήριο [βλ. το τεκμ. 3]) ότι η επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» τόσο στον εφεσείοντα όσο και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα έγινε απευθείας με ιδιωτική επίδοση, χωρίς να προηγηθεί, τουλάχιστον προσπάθεια να τους παραδοθεί με συστημένη επιστολή. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν είναι ικανό να οδηγήσει σε επιτυχία την έφεση, καθότι, η προφανής παράβαση επί του προκειμένου δεν αποτελεί αναγνωρισμένο λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ», όπως είναι η επίδικη ειδοποίηση. Πολύ περισσότερο, έχοντας υπόψη ότι η περίοδος που μεσολάβησε από την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» μέχρι και την επίδοση της επίδικης ειδοποίησης σε όλους, όσους, αυτή έχει επιδοθεί, υπερβαίνει κατά πολύ, την - όχι μικρότερη των 45 ημερών - προθεσμία, που σύμφωνα με το άρθρο 44Γ(1) του Νόμου, θα πρέπει να τάσσεται από τον ενυπόθηκο δανειστή στην ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Από το περιεχόμενο των σχετικών ενόρκων δηλώσεων επίδοσης της εν λόγω ειδοποίησης (τεκμ. 3 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση) προκύπτει ότι αυτή επιδόθηκε σε όλα τα πρόσωπα - περιλαμβανομένου και του εφεσείοντα - κατά την ημερομηνία που αναφέρεται κατά περίπτωση, τον Απρίλη του 2022, ενώ από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2 και 4 (που επισυνάπτονται στην ίδια ένορκη δήλωση) προκύπτει ότι η επίμαχη ειδοποίηση επιδόθηκε σε όλα τα πρόσωπα - περιλαμβανομένου και πάλιν του εφεσείοντα - τόσο με συστημένη επιστολή όσο και με ιδιωτική επίδοση, σχεδόν ένα χρόνο αργότερα.»

 

Να πω απλώς, ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, η εφεσείουσα δεν προβάλλει ως λόγο έφεσης ότι η επίμαχη ειδοποίηση της είχε αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή, που αποτελεί αναγνωρισμένο λόγο παραμερισμού της για να έχει νόημα να εξεταστεί κατά πόσο, προηγουμένως τής είχε επιδοθεί και η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», ανεξάρτητα με ποια μέθοδο θα της είχε επιδοθεί.

 

Για να καταλήξω, ενώ το σκεπτικό της απόφασής μου στη Στυλιανού (ανωτέρω) στο οποίο με παραπέμπουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της εφεσείουσας, δε τη βοηθά για σκοπούς στοιχειοθέτησης του 4ου λόγου έφεσης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι εφεσίβλητοι δεν επέδωσαν τις ειδοποιήσεις που προνοούνται στο Μέρος VIA του Νόμου, προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, το τελευταίο απόσπασμα από την ίδια απόφαση - τηρουμένων των αναλογιών - περικλείει το σκεπτικό του συμπεράσματός μου ότι ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης είναι νόμω αβάσιμος.

 

Υπεισέρχομαι τώρα στο μόνο αναγνωρισμένο λόγο έφεσης για τον οποίο η εφεσείουσα ζητά τον παραμερισμό της επίμαχης ειδοποίησης, που είναι ότι αυτή στάλθηκε με ιδιωτική επίδοση αντί με συστημένο ταχυδρομείο.

 

Αποτελεί θέση της εφεσείουσας, ότι  η επίμαχη ειδοποίηση που της επιδόθηκε στις 29/1/2025 είναι παράνομη και/ή παράτυπη και/ή χωρίς το όποιο νομικό αποτέλεσμα, καθότι  αποστάλθηκε δια ιδιωτικής επίδοσης και όχι με συστημένο ταχυδρομείο, κατά παράβαση των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου. Όπως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, ο μόνος τρόπος να προσβληθεί η διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου από τους εφεσίβλητους είναι με την καταχώρηση της παρούσας έφεσης, διά του λόγου της παράβασης των εφεσίβλητων των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου, αναφορικά με τη διαδικασία επίδοσης των επιστολών που προνοούνται καθώς και για τη μη  αποστολή δια μέσω συστημένου ταχυδρομείου και/ή εάν αυτό δεν είναι εφικτό, δια μέσω ιδιωτικής επίδοσης των επιστολών που προνοούνται από τη νομοθεσία σε όλα τα ενδιαφερόμενα με τον προαναφερθέν λογαριασμό, πρόσωπα.

 

Επειδή πράγματι, η μη δέουσα επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ», δυνάμει του άρθρου 44Γ(3) του Νόμου αποτελεί αναγνωρισμένο λόγο παραμερισμού της, τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση, η επίδοση της επίμαχης ειδοποίησης στην εφεσείουσα με ιδιωτική επίδοση, είναι ή όχι δέουσα.

 

Το άρθρο 44ΙΕ του Νόμου προνοεί ότι:

 

         «Για σκοπούς του παρόντος Μέρους –

 

          ……….

 

         «επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό,  την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο:

 

          Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης:

 

          ……….»

 

Από την παραπάνω διάταξη, ως θέμα ερμηνείας - για ό,τι μας ενδιαφέρει - προκύπτουν τα εξής:

 

Η επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ», θα πρέπει σε κάθε περίπτωση (δηλαδή υποχρεωτικά, ως πρώτη επιλογή) να γίνεται με παράδοσή της με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας του προσώπου στο οποίο απευθύνεται. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό (δηλαδή να γίνει επίδοση της ειδοποίησης με συστημένη επιστολή), τότε, η ειδοποίηση μπορεί να επιδοθεί με ιδιωτική επίδοση.

 

Συναφώς με το θέμα, στην πρόσφατη υπόθεση ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΤΕΛΑ, Πολ. Έφ. Αρ. 159/2021, ημερ. 1/12/2023 επισημαίνονται τα εξής:

 

«Στην προκειμένη περίπτωση ο σκοπός του Νομοθέτη είναι ξεκάθαρος. Θέλησε να ιεραρχήσει τον τρόπο επίδοσης, δίδοντας επιτακτικό προβάδισμα στη συστημένη επιστολή. Μόνον όταν η επίδοση με αυτόν τον τρόπο είναι ανέφικτη, διανοίγεται ο δρόμος εναλλακτικά για ιδιωτική επίδοση, συμφώνως των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης, κατόπιν βεβαία σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου.

 

…..

…..

 

Την υποχρέωση επίδοσης της ειδοποίησης τη φέρει ασφαλώς ο ενυπόθηκος δανειστής, ο οποίος συνακόλουθα φέρει και το βάρος να αποδείξει το «ανέφικτο» της δια Νόμου επιβαλλόμενης μεθόδου επίδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση κανένα τέτοιο στοιχείο προσκομίστηκε από πλευράς εφεσείουσας.»

 

Από το παραπάνω απόσπασμα είναι σαφές, ότι ο εναλλακτικός τρόπος για ιδιωτική επίδοση της ειδοποίησης προϋποθέτει το ανέφικτο της επίδοσής της με συστημένη επιστολή.

 

Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεώργιου Δ. Μπαμπινιώτη, δεύτερη έκδοση (2002) «εφικτός» είναι αυτός τον οποίο μπορεί να προσεγγίσει και να πραγματοποιήσει κανείς. Το αντίθετο του «εφικτός» είναι το ανέφικτος, αδύνατος, ακατόρθωτος. Σύμφωνα με το ίδιο λεξικό «ανέφικτος» είναι αυτός που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, να εφαρμοστεί στην πράξη.

 

Το κρίσιμο ερώτημα που καλούμε να απαντήσω είναι το εξής: οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι έχουν και το βάρος απόδειξης του ανέφικτου της επίδοσης της επίμαχης ειδοποίησης στην εφεσείουσα, με παράδοσή της με συστημένη επιστολή, απέδειξαν ότι καθ’ ον χρόνο τής την είχαν επιδώσει με ιδιωτική επίδοση, ήταν ανέφικτο να της την επιδώσουν με συστημένη επιστολή;

 

Η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική και θα έλεγα ότι τεκμηριώνεται από συντριπτικά στοιχεία μαρτυρίας που έχουν θέσει ενώπιόν μου οι εφεσίβλητοι σε συνδυασμό και με μερικά, εξόχως σημαντικά στοιχεία μαρτυρίας που έχει θέσει ενώπιόν μου η εφεσείουσα τα οποία προκύπτουν, το ένα από δήλωσή της η οποία περιέχεται σε δικό της έγγραφο που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, από τον οποίο ασφαλώς μπορώ να λάβω και γνώση και πληροφόρηση και τα υπόλοιπα, από την ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την υπό κρίση έφεση.

 

Ειδικότερα:

 

Η εφεσείουσα, στο έντυπο διορισμού των δικηγόρων της με το οποίο τους έχει εξουσιοδοτήσει - ενυπόγραφα - να καταχωρήσουν την υπό κρίση έφεση αναφέρει ως διεύθυνσή της, την αναγραφόμενη, τόσο στην ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» όσο και - κυρίως - στην επίμαχη ειδοποίηση, διεύθυνση. Ακολούθως, στην παράγραφο 20 i της ένορκης δήλωσής της αναφέρει τα εξής, μεταξύ άλλων: όπως προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, οι εφεσίβλητοι δεν ακολούθησαν πιστά τις πρόνοιες της νομοθεσίας, εφόσον η ειδοποίηση υπό τον Τύπο «Θ», ουδέποτε στάλθηκε κατά παράβαση του άρθρου 44Γ(2) και  (3) και 44ΓΑ του Νόμου, ενόψει και του γεγονότος, ότι το υπό εκποίηση ακίνητο αποτελεί την πρώτη κατοικία της.

 

Για να επαναλάβω, η αναγραφόμενη από την ίδια ως διεύθυνσή της στο έντυπο διορισμού των δικηγόρων της είναι αυτή που αναγράφεται ως διεύθυνσή της, τόσο στην επίμαχη ειδοποίηση όσο και στην ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι».  Και τις δυο αυτές ειδοποιήσεις έχει θέσει ενώπιόν μου η ίδια και από την αναγραφόμενη σ’ αυτές διεύθυνση προκύπτει ότι αυτή αφορά σε διαμέρισμα, το οποίο η εφεσείουσα, ενόρκως αποκαλεί ως την πρώτη κατοικία της.

 

Ότι πρόκειται για διαμέρισμα το επίδικο ακίνητο το οποίο βρίσκεται στη διεύθυνση που αναγράφεται και στην επίμαχη ειδοποίηση προκύπτει και από τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου καθώς και από το περιεχόμενο της σχετικής, με την επίδικη υποθήκη, σύμβασης. Και τα δυο αυτά έγγραφα επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση Νικολάου (βλ. τα τεκμ. 1 - μέρος - και 4).

 

Απ’ εκεί και πέρα, όπως αναφέρει η Νικολάου στην ένορκη δήλωσή της, οι εφεσίβλητοι, ορθώς προχώρησαν σε επίδοση της επίμαχης ειδοποίησης στην εφεσείουσα, μέσω ιδιώτη επιδότη, στις 29/1/2025, αφού προηγουμένως κατέστη ανέφικτη η επίδοσή της με συστημένη επιστολή.

 

Απ’ όσα αναφέρει στη συνέχεια η Νικολάου τα οποία τεκμηριώνονται από αδιάσειστα στοιχεία ανεξάρτητης μαρτυρίας προκύπτουν τα εξής, τα οποία, την ίδια ώρα καταρρίπτουν, καταρχάς, τον έωλο ισχυρισμό της εφεσείουσας, ότι η επίμαχη ειδοποίηση είναι παράνομη και/ή παράτυπη και/ή χωρίς το όποιο νομικό αποτέλεσμα, καθότι αποστάλθηκε δια ιδιωτικής επίδοσης και όχι με συστημένο ταχυδρομείο.

 

Από το περιεχόμενο του εγγράφου με τίτλο «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΓΙΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΥΣΤΗΜΕΝΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ» που είναι έγγραφο του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Συγκοινωνιών & Έργων (τεκμ. 5 στην ένορκη δήλωση Νικολάου) σε συνδυασμό και με όσα αναφέρει η Νικολάου προκύπτει ότι η επίμαχη ειδοποίηση, στις 5/12/2024 κατατέθηκε στο ταχυδρομείο για να παραδοθεί με συστημένη επιστολή και στην εφεσείουσα στη διεύθυνση όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, που καθ’ ομολογία της αποτελεί την κατοικία της. Η συγκεκριμένη διεύθυνση αποτελεί και την τελευταία γνωστή διεύθυνση κατοικίας της στους εφεσίβλητους. Το έγγραφο με τίτλο «Τrack and Trace Results» (τεκ. 6 στην ένορκη δήλωση Νικολάου) είναι από την ιστοσελίδα των Κυπριακών Ταχυδρομείων και σ’ αυτό καταγράφεται η πορεία που ακολούθησε η επίμαχη ειδοποίηση από τη στιγμή της παράδοσής της από τους εφεσίβλητους στο ταχυδρομείο, στις 5/12/2024 μέχρι και την επιστροφή της σ’ αυτούς, στις 29/1/2025, καθώς, μέχρι και τις 27/1/2025 δεν είχε ζητηθεί από την εφεσείουσα.

 

Όσα ακολουθούν αφορούν αποκλειστικά στην επίμαχη ειδοποίηση και αναφέρονται στο τρίτο έγγραφο των Κυπριακών Ταχυδρομείων που έχουν θέσει ενώπιόν μου οι εφεσίβλητοι, που αποτελεί βεβαίωση η οποία υπογράφεται εκ μέρους του αναπληρωτή Διευθυντή Ταχυδρομικών Υπηρεσιών (τεκ. 7 στην ένορκη  δήλωση Νικολάου) - τα οποία εν μέρει προκύπτουν και από περιεχόμενο του τεκμ. 6 -:

 

«Έχω οδηγίες ν’  αναφερθώ στην έρευνά σας σχετικά με το αντικείμενο με αρ. εντοπισμού RB028145708CY και σας ενημερώνω τα ακόλουθα:

 

Το αντικείμενο ετοιμάστηκε για παραλαβή από το Επαρχιακό Ταχυδρομικό Γραφείο Λεμεσού στις 18/12/2024 και στις επόμενες 1-2 εργάσιμες προωθήθηκε ειδοποιητήριο παραλαβής του από τον Ταχυδρομικό Διανομέα στην αναγραφόμενη διεύθυνση. 

 

Μετά την πάροδο 15 ημερών στάλθηκε και υπενθύμιση στην αναγραφόμενη διεύθυνση για ενημέρωση του δικαιούχου. Το αντικείμενο θεωρήθηκε ως αζήτητο εφόσον δεν παραλήφθηκε μέχρι και τις 27/01/2025 ημερομηνία κατά την οποία και ετοιμάστηκε για επιστροφή στον Αποστολέα.

 

…..»

 

Από τα παραπάνω - που δεν αντέκρουσε η εφεσείουσα - προκύπτει με απόλυτη ασφάλεια και βεβαιότητα, πρώτο, ότι η εφεσείουσα, το αργότερο, στις 20/12/2024, με σχετική ειδοποίηση του ταχυδρομείου η οποία απευθυνόταν ονομαστικά στην ίδια και στη διεύθυνση που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, που είναι η ίδια με αυτή που αναγράφεται και στην επίμαχη ειδοποίηση κλήθηκε να παραλάβει την επίμαχη ειδοποίηση. Η σχετική ειδοποίηση τοποθετήθηκε από τον ταχυδρόμο στο ταχυδρομικό κιβώτιό της. Δεύτερο, επειδή η εφεσείουσα δεν ανταποκρίθηκε, μετά από 15 μέρες τής στάλθηκε - με τον ίδιο τρόπο - νέα ειδοποίηση - υπό μορφή υπενθύμισης -, χωρίς και πάλιν να ανταποκριθεί. Τρίτο, επειδή μέχρι και τις 27/1/2025 δεν είχε παραλάβει την επίμαχη ειδοποίηση, αυτή θεωρήθηκε αζήτητη από το ταχυδρομείο, το οποίο, αργότερα, την ίδια μέρα, την έστειλε πίσω στη Λευκωσία στο κατάστημα όπου είχε κατατεθεί από τους εφεσίβλητους, στις 5/12/2024, για να τους επιστραφεί.

 

Απ’ εκεί και πέρα, οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι - κατά τη Νικολάου - μέσω των λειτουργών τους του τμήματος εκποιήσεων,  οι οποίοι ελέγχουν τις διαδικασίες ταχυδρόμησης και παραλαβής των ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» είχαν λάβει γνώση από τις 27/1/2025 για τη μη παραλαβή της επίμαχης ειδοποίσης από την εφεσείουσα και ότι είχαν δοθεί οδηγίες από το Επαρχιακό Ταχυδρομικό Γραφείο Λεμεσού να τους επιστραφεί το συστημένο αντικείμενο, δηλαδή η συστημένη επιστολή που περιείχε την επίμαχη ειδοποίηση, είχαν δηλαδή αντιληφθεί ότι δεν ήταν πλέον εφικτή η επίδοσή της με συστημένο ταχυδρομείο, έδωσαν οδηγίες στον ιδιώτη επιδότη να την επιδώσει στην εφεσείουσα, ο οποίος της την επέδωσε στις 29/1/2025.

 

Και, με δεδομένο ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του πιστού αντιγράφου της επίμαχης ειδοποίησης η οποία επισυνάπτεται στη σχετική ένορκη δήλωση επίδοσής της του ιδιώτη επιδότη (τεκ. 3 στην ένορκη δήλωση Νικολάου), η επίδοση έγινε προσωπικά στην εφεσείουσα - η οποία την παρέλαβε δια της υπογραφής της - στη διεύθυνση που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, δηλαδή το διαμέρισμα στο οποίο, καθ’ ομολογία της διαμένει μέχρι σήμερα, δηλαδή, της επιδόθηκε στην ίδια διεύθυνση που κλήθηκε δυο φορές από το ταχυδρομείο να την παραλάβει με συστημένη επιστολή και δεν ανταποκρίθηκε, το πρώτο ασφαλές συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι, μολονότι έλαβε γνώση της ειδοποίησης παραλαβής της επίμαχης ειδοποίησης και μάλιστα, δυο φορές, για τους δικούς της λόγους, για ένα διάστημα 38 ημερών δεν προσήλθε στο ταχυδρομείο να την παραλάβει. Και, με δεδομένο επίσης, ότι, όχι μόνο δεν αιτιολόγησε αυτή τη στάση της - πολύ περισσότερο που όφειλε να τη δικαιολογήσει -, αλλά ενόρκως ισχυρίστηκε αναληθώς ότι η επίμαχη ειδοποίηση τής στάλθηκε με ιδιωτική επίδοση και όχι με συστημένο ταχυδρομείο, το δεύτερο, ασφαλές συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι οι εφεσίβλητοι, συνεπεία αυτής της στάσης της, εξ αντικειμένου, πολύ ορθά, λογικά, δικαιωματικά και καθόλα νόμιμα θεώρησαν ότι ήταν ανέφικτο να της την επιδώσουν με συστημένη επιστολή, οπότε στη συνέχεια προχώρησαν και της την επέδωσαν με ιδιωτική επίδοση. Ακολουθώντας έτσι πιστά και κατά γράμμα τις επιταγές του Νόμου και της σχετικής νομολογίας [βλ. την ΠΑΝΤΕΛΑ (ανωτέρω)].

 

Έπεται ότι η επίδοση που της έγινε με τη συγκεκριμένη μέθοδο ήταν καθόλα ορθή, νόμιμη και δέουσα τη εννοία του Νόμου και όσων αναφέρονται στην παραπάνω εφετειακή απόφαση, γεγονός το οποίο καθιστά ολωσδιόλου αβάσιμο τον υπό εξέταση λόγο έφεσης και την ίδια ώρα διαγράφει την τύχη της έφεσης, η οποία δεν μπορεί να πετύχει.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η έφεση απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τα έξοδα δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της έφεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εφεσίβλητων και σε βάρος της εφεσείουσας.

 

 

 

 

 

                                                           (Υπ.)   ….…………………………..

                                                                         Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΚΚ

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο