ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγ.: 3607/2017
Μεταξύ:
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
Εναγόντων
και
1. Θεόδωρος Χατζιάντωνας
2. Φλωρεντία Χατζιάντωνα
3. Νίκος Χατζιάντωνας
Εναγόμενων
ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ημερ. 18/10/2021 ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 18(4) ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΕΡΙ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2015 (169(Ι)/2015) ΩΣ ΑΥΤΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ
Μεταξύ:
Β2KAPITAL CYPRUS LTD
Εναγόντων
και
1. Θεόδωρος Χατζιάντωνας
2. Φλωρεντία Χατζιάντωνα
3. Νίκος Χατζιάντωνας
Εναγόμενων
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 03/10/2025
Ημερομηνία: 20/04/2025
Εμφανίσεις:
Για τους Ενάγοντες – Αιτητές: κ. Μ. Βασιλείου για κ.κ. Ηλίας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
Για τoυς Εναγόμενους αρ. 1 και 3 – Καθ’ ων η αίτηση: κ. Χρίστος Σ. Χριστοφόρου για κ.κ. Χρίστος Σ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα αίτηση, οι Ενάγοντες – Αιτητές, αιτούνται:
«Α) Την έκδοση διατάγματος του Σεβαστού Δικαστηρίου, το οποίο να επιτρέπει την τροποποίηση του τίτλου του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής και όλων των συναφών δικογράφων, με τη διαγραφή του ονόματος του Εναγόμενου 3, «ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΙΑΝΤΩΝΑΣ (Α.Δ.Τ. ΧΧΧΧ) και την αντικατάσταση της ως ακολούθως:
«ΔΩΝΑ ΧΑΤΖΙΑΝΤΩΝΑ (Α.Δ.Τ. ΧΧΧΧ) υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστριας της Περιουσίας του Αποβιώσαντα ΝΙΚΟΥ ΧΑΤΖΙΑΝΤΩΝΑ (Α.Δ.Τ. ΧΧΧ) Αμφιπόλεως χχ, χχ Λεμεσός (τηλ. χχχ, χχχ, χχχ)».
Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον την τροποποίηση δια της απαλείψεως της φράσης «Εναγόμενος 3» όπου αυτή αναφέρεται στο σώμα της παρούσας αγωγής και την αντικατάσταση της ως ακολούθως:
«ο αποβιώσαντας, διαχειρίστρια της περιουσίας του οποίου διορίστηκε η θυγατέρα του Δώνα Χατζιάντωνα».
Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον όπως το τροποποιημένο κλητήριο και δικογράφων της παρούσας αγωγής καταχωρηθούν εντός 20 ημερών από την ημερομηνία σύνταξης του διατάγματος τροποποίησης.
Δ) Οποιαδήποτε άλλη διαταγή κρίνει το Δικαστήριο ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
Ε) Τα έξοδα της τροποποίησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα των αγωγών.»
Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία της κας Σταυρούλας Χαραλάμπους, δικηγορικής υπαλλήλου, στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Eναγόντων και η οποία είναι εξουσιοδοτημένη από τους Eνάγοντες να προβεί στην εν λόγω ένορκη ομολογία.
Σε αυτή αναφέρει ότι μόλις πρόσφατα ενημερώθηκαν ότι ο Eναγόμενος 3 απεβίωσε και μετά από έρευνα, εντοπίστηκε ότι υπάρχει η αίτηση διαχείρισης με αριθμό 256/2024, στην οποία εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα, η Δώνα Χατζηάντωνα (βλ. τεκμήριο 1) και ως εκ τούτου απαιτείται να τροποποιηθεί ο τίτλος της αγωγής με την αντικατάσταση του ονόματος του Eναγόμενου 3 με το όνομα της διαχειρίστριας της περιουσίας του.
Η αίτηση επιδόθηκε στην διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Eναγόμενου 3.
Στις 15/12/2025 καταχωρήθηκε ένσταση, στο σώμα της οποίας αναφέρεται ότι οι Eναγόμενοι 1 και 3, προτίθενται να ενστούν στην Αίτηση. Στο σώμα της ένστασης προβάλλονται 6 συνολικά λόγοι ως ακολούθως:
“(1) Oι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης για τροποποίηση της διαγραφής του Εναγόμενου 3, με την αντικατάσταση του υπό της Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Νίκου Χατζιάντωνα, καθότι δεν έχουν προηγουμένως προβεί σε καταχώρηση σχετικής Αιτήσεως για τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής ώστε οι ίδιοι να αντικαταστήσουν την Ενάγουσα Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως ειδική διάδοχοι της εν λόγω Τράπεζας.
(2) Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προωθούν οποιανδήποτε διαδικασία στα πλαίσια της ως άνω υπ’ αριθμόν Αγωγής, καθότι ουδέποτε υπέβαλαν στο Δικαστήριο οποιανδήποτε Αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής ώστε να υποκαταστήσουν ή αντικαταστήσουν τους Ενάγοντες, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ως εκ τούτου στερούνται οποιασδήποτε ενεργής νομιμοποίησης να λαμβάνουν μέρος στην διαδικασία και η Ειδοποίηση την οποία καταχώρησαν οι Αιτητές στο Πρωτοκολλητείο Λεμεσού δια της οποίας γνωστοποιούσαν την εκχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγομένων/Αιτητών από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στους Αιτητές δεν μπορεί να έχει οποιονδήποτε νομικό έρεισμα δια της αυτόματης αντικατάστασης και/ή υποκατάστασης τω Εναγόντων στην παρούσα Αγωγή, καθότι καμία Διάταξη Νόμου δεν δύναται να τροποποιεί τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας που ρυθμίζουν την διαδικασία ενώπιων των Δικαστηρίων, ως προς την τροποποίηση δικογράφων και/ή αντικατάστασης διαδίκων χωρίς την εκ των προτέρων λήψη άδειας υπό του Δικαστηρίου, καθότι σε αντίθετη περίπτωση η Νομοθετική εξουσία επεμβαίνει στην Δικαστική εξουσία κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο δυνάμει του Συντάγματος της Δημοκρατίας και της Αρχής Διάκρισης των Εξουσιών.
(3) Οι Αιτητές με την Αίτηση τους δεν αιτούνται την τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής δια της αντικατάστασης των Εναγόντων αλλά ούτε αιτούνται άδεια για συνέχιση της διαδικασίας υπό των Αιτητών.
(4) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εκδόσεως των αιτούμενων Διαταγμάτων υπό των Αιτητών λόγω μη ενεργής νομιμοποίησης τους στην υπό κρίση Αγωγή.
(5) Η αιτούμενη τροποποίηση υπό των Αιτητών οδηγεί σε κατάχρηση των Δικαστικών Διαδικασιών και παραβιάζεται ο Κανονισμός 12 τω Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως επίσης και τα Άρθρα του Συντάγματος 30.2, 160, 163(1) και 164 και παραβιάζεται η Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών μεταξύ της Νομοθετικής και Δικαστικής Εξουσίας.
(6) Η Αίτηση των Εναγόντων είναι θνησιγενής και θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των Αιτητών.»
Η ένσταση, επίσης, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Δώνας Χατζηάντωνα, διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Eναγόμενου 3, στην οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη και από τον Eναγόμενο 1.
Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι στις 18/10/2021 καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου σχετική Ειδοποίηση, προφανώς δυνάμει του Άρθρου 18(6) του Ν. 169(Ι)/2015, η οποία, ως λαμβάνει νομική συμβουλή, προφανώς δεν είναι αρκετή για την καθολική τροποποίηση των δικογράφων και οι Αιτητές να νομιμοποιούνται στην προώθηση της παρούσας αγωγής, χωρίς την ανάγκη καταχωρήσεως αίτησης τροποποίησης του τίτλου της αγωγής. Η εν λόγω Ειδοποίηση που καταχωρείται στο Πρωτοκολλητείο ως γνωστοποίηση της πώλησης ή αγοράς των πιστωτικών διευκολύνσεων, δεν εξυπακούει και την αυτόματη τροποποίηση όλων των δικογράφων της διαδικασίας καθότι σε τέτοια περίπτωση το νομοθετικό σώμα έχει επέμβει ανεπίτρεπτα στην Δικαστική Εξουσία όπου τα δικόγραφα και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις ή αιτήσεις θα πρέπει να ελέγχονται δικαστικά και μόνο.
Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται ότι το Άρθρο 18(6) του Νόμου 169(Ι)/2015 δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τρόπο που να σημαίνει πως η καταχώρηση ειδοποίησης στο φάκελο του Δικαστηρίου «αυτομάτως αντικαθιστά ή υποκαθιστά» υφιστάμενο διάδικο σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία και πως «αυτομάτως» γίνεται τροποποίηση των δικογράφων της υπόθεσης, χωρίς να έχει προηγηθεί αίτηση τροποποίησης η οποία να τύχει εξέτασης από το εκδικάζον Δικαστήριο. Με την Ειδοποίηση δυνάμει του πιο πάνω Άρθρου γνωστοποιείται η εκχώρηση και γίνεται δεκτή ως «εκ πρώτης όψεως» απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά διευκόλυνσης. Τούτο σημαίνει ότι ο νομοθέτης δεν παρακάμπτει τη δικαστική λειτουργία. Και αυτό διότι, δεν μπορεί ο νομοθέτης να καθορίζει τους διαδίκους ενώπιον του Δικαστηρίου, ζήτημα το οποίο εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του εκδικάζοντος Δικαστηρίου.
Οι Αιτητές δεν έχουν εξασφαλίσει άδεια ή διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια αντικαταστάσεως των Eναγόντων, Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ αλλά ούτε και εξασφάλισαν άδεια συνέχισης της διαδικασίας κατά παράβαση του Κανονισμού 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
Η ακρόαση της πιο πάνω αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Οι εν λόγω αγορεύσεις και επιχειρήματα των διαδίκων λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο και δεν κρίνω απαραίτητο να κάνω λεπτομερή αναφορά σε αυτά. Θα γίνει αναφορά στις εν λόγω θέσεις τους κατωτέρω και εφόσον κριθεί σκόπιμο κατά την κρίση της παρούσας αίτησης. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι η πλευρά του συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση, κάλεσε το Δικαστήριο όπως παραπέμψει νομικό ερώτημα στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 144 του Συντάγματος, με σκοπό να αποφασιστεί η Συνταγματικότητα του Άρθρου 18(6) του Νόμου 169(Ι)/2015.
Η αλλαγή διαδίκων λόγω θανάτου κ.τ.λ διέπεται από τη Δ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και η οποία έχει ως ακολούθως:
“1. A cause or matter shall not become abated by reason of the death or bankruptcy of any of the parties, if the cause of action survive or continue, and shall not become defective by the assignment, creation, or devolution of any estate or title pendente lite; and, whether the cause of action survives or not, there shall be no abatement by reason of the death of either party between the termination of the hearing and judgment, but judgment may in such case be given notwithstanding the death.
2. In case of the death, or bankruptcy, or devolution of estate by operation of law, of any party to a cause or matter, the Court or a Judge may, if it be deemed necessary for the complete settlement of all the questions involved, order that the personal representative, trustee or other successor in interest (if any) of such party be made a party, or be served with notice in such manner and form as hereinafter prescribed, and on such terms as the Court or Judge shall think just, and. shall make such order for the disposal of the cause or matter as may be just.
3. In case of an assignment, creation, or devolution of any estate or title pendente lite, the cause or matter may be continued by or against the person to or upon whom such estate or title has come or devolved.
4. Where by reason of death, bankruptcy, or any other event occurring after the commencement of a cause or matter, and causing a change or transmission of interest or liability, or by reason of any person interested coming into existence after the commencement of the cause or matter, it becomes necessary or desirable that any person not already a party should be made a party, or that any person already a party should be made a party in another capacity, an order that the proceedings shall be carried on between the continuing parties, and such new party or parties, may be obtained ex parte on application to the Court or a Judge, upon an allegation of such change, or transmission of interest or liability, or of any such person interested having come into existence.
[….]”
Στην Ιωάννης Σ. Σπανού άλλως Κκαφά κ.α. v. Σάββα Ιωάννου Κκαφά (1999) 1Α Α.Α.Δ 544, στην οποία εξετάστηκαν οι πιο πάνω δικονομικές πρόνοιες, αποφασίστηκε ότι το ζήτημα είναι διαδικαστικό και όχι ουσίας και ότι σε περίπτωση που το αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι προσωπικό και επιβιώνει του θανάτου του διαδίκου, τότε δυνάμει των πιο πάνω δικονομικών προνοιών, γίνεται η τροποποίηση του τίτλου για να μπορεί να συνεχίσει η διαδικασία. Παραθέτω το κάτω σχετικό απόσπασμα:
“Είναι πρόδηλο από τη Δ. 12 θ. 1 ότι, εφόσον επίδικο θέμα (cause or matter) είναι τέτοιας φύσεως ώστε να επιβιώνει του θανάτου του διαδίκου (δηλαδή, ουσιαστικά, δεν είναι τέτοιας προσωπικής φύσεως ώστε να εξαιρείται του γενικού κανόνα), δεν τερματίζεται (abates) λόγω του θανάτου και δεν επηρεάζεται από αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο θέμα, εφόσον δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις των προσωπικής φύσεως απαιτήσεων, επιβιώνει του θανάτου. Η Δ.12 θ.2 ρυθμίζει περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση, ο διαχειριστής αποβιώσαντος μπορεί να γίνει διάδικος ώστε να διεκπεραιωθεί η διαδικασία και να αποφασισθούν τα επίδικα θέματα. Και η Δ. 12 θ.4 ρυθμίζει τα του διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υφισταμένων διαδίκων και του καθισταμένου αναγκαίου νέου διαδίκου. Ούτε περιορίζεται η Δ. 12 στο προ της αποφάσεως στάδιο. Και λογικά. Εφόσον μετά την έκδοση αποφάσεως υπάρχει δικαίωμα εφέσεως, όπως και άλλα ζητήματα, υπάρχει και "cause or matter" το οποίο συνεχίζει και το οποίο καθιστά αναγκαία τη διεκπεραίωση της διαδικασίας για να αποφασισθούν τελεσίδικα τα επίδικα θέματα, ώστε να είναι δυνατή η επίκληση της Δ. 12.
[…]
Το κριτήριο της Δ. 12 για μη τερματισμό (abatement) και για συνέχιση της διαδικασίας δεν είναι το πρόσωπο του διαδίκου αλλά η συνεχιζόμενη ύπαρξη επιδίκου θέματος (cause or matter). Δοθέντος δε του δικαιώματος εφέσεως και μάλιστα καταχωρηθείσας εμπροθέσμως, σίγουρα υπάρχει τέτοιο θέμα το οποίο καλεί για τελεσίδικη απόφαση- Η καταχώριση της έφεσης αφορά ακριβώς αυτό, η δε καταχώρηση της στο όνομα του αποθανόντος εναγομένου ως Εφεσίβλητου ουδόλως συνιστά θέμα ουσίας που να άπτεται της βάσεως του πράγματος, αλλά θέμα τυπικού λάθους (irregularity) το οποίο μπορεί να διορθωθεί με προσφυγή στη Δ.64. Η κα. Ιωάννου δεν αμφισβήτησε ότι οι Εφεσείοντες θα μπορούσαν να ζητήσουν να ορισθεί διαχειριστής για σκοπούς καταχώρισης, της έφεσης, η οποία, εφόσον εξασφαλίζετο διάταγμα δυνάμει της Δ. 12, θα μπορούσε τότε να καταχωρηθεί εναντίον του διαχειριστή. Τελικά, δηλαδή, η ουσία της έφεσης δεν θα επηρεάζετο από το θάνατο του εναγομένου. Όλα τα άλλα λοιπόν είναι θέματα διαδικασίας και όχι ουσίας, η δε παράλειψη τήρησης της διαδικασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πλήττουσα την ίδια τη βάση της έφεσης ως επίδικου θέματος ώστε να μην είχε εφαρμογή η Δ.64. Αυτή, εξ άλλου, είναι και η φιλοσοφία της Δ.64, ώστε να μην επηρεάζονται ουσιαστικά δικαιώματα από τεχνικής φύσεως λάθη και να μην εξαρτάται η διάσωση της ουσίας από εξεζητημένες διακρίσεις.”
(βλ. επίσης ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ v. 1. 1. ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ D. K. INTERCITY BUSES LARNACAS LTD, (2017) 1Β Α.Α.Δ 1682)
Στην Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χρίστου Χαρίδη (2011) 1 Α.Α.Δ. 285, η οποία αφορούσε τροποποίηση λόγω μεταβίβασης ή εκχώρησης των δικαιωμάτων των εναγόντων, λέχθηκαν τα εξής:
«Τόσο οι πρόνοιες της Δ.12 όσο και οι πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τις οποίες επικαλούνταν οι αιτητές στην αίτηση τους, μαζί με το συνοδευτικό υλικό που περέσχαν μέσω της ένορκης δήλωσης τους και των τεκμηρίων, υποστήριζαν και δικαιολογούσαν πλήρως την αιτούμενη θεραπεία που εζητείτο. Οι αιτητές είχαν ήδη εξασφαλίσει την έγκριση του Δικαστηρίου για τη νομιμοποίηση της δυνατότητας τους όπως συνεχίσουν τη δικαστική διαδικασία στην αγωγή μέσω του Διατάγματος της 13.12.2005 και εκείνο που εζητείτο με την αίτηση τους, ήταν η τυπική εφαρμογή της νέας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της εκκρεμούσας αγωγής, με την υποκατάσταση του υφιστάμενου ενάγοντα από το νέο ο οποίος δικαιωματικά μπορούσε να συνεχίσει την αρξάμενη διαδικασία. Είτε αυτή η θεραπεία χαρακτηριζόταν ως «υποκατάσταση» ή «τροποποίηση» ή και τα δύο, ή άλλως πως, δεν ενέχει καμιά σημασία. Το Δικαστήριο εκαλείτο όπως εγκρίνει την επελθούσα αλλαγή με υποκατάσταση του ονόματος του ενός διαδίκου από άλλο και αυτό μπορούσε να γίνει δικονομικά στη βάση τόσο της Διαταγής 12 όσο και της Διαταγής 25 στις οποίες βασιζόταν η αίτηση και θα είχε ως αποτέλεσμα τη νόμιμη συνέχιση της διαδικασίας από το νέο διάδικο. Παραχωρουμένης δηλαδή της θεραπείας τροποποίησης του ονόματος του διαδίκου, εγκρινόταν η υποκατάσταση του και παρείχετο συνακόλουθα και η άδεια για συνέχιση της διαδικασίας από τον ίδιο, την οποία και εδικαιούτο.
Όπως οι ίδιες οι πρόνοιες της Δ.12, κ.3 αναφέρουν, σε περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων ή μεταβίβασης τίτλου εκκρεμούσας αγωγής, η αγωγή μπορεί να συνεχισθεί από το πρόσωπο το οποίο απέκτησε τον τίτλο ή το δικαίωμα. Σχετική δε αίτηση υποβάλλεται για σκοπούς δικονομικής τάξης, ενώ σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48, κ.8(1)(p) η αίτηση για άδεια συνέχισης διαδικασίας μεταξύ υφιστάμενου και νέου διαδίκου μπορεί να γίνει μονομερώς (ex parte).»
Στην παρούσα περίπτωση, η επιζητούμενη τροποποίηση σκοπό έχει να αντικαταστήσει το όνομα του Εναγομένου 3, ο οποίος έχει αποβιώσει με το όνομα της διαχειρίστριας της περιουσίας του, με σκοπό να συνεχίσει η παρούσα αγωγή εναντίον αυτής. Δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα, επί της ουσίας του αιτήματος αυτού, από την πλευρά της προτιθέμενης Εναγόμενης και του Εναγόμενου 1. Προκύπτει, η αγωγή να αφορά αξίωση οφειλομένου χρέους το οποίο δύναται να διεκδικηθεί από την περιουσία του αποβιώσαντα. Το διάταγμα με το οποίο η προτιθέμενη Εναγόμενη 3, έχει διοριστεί ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Εναγόμενου 3, επισυνάπτεται στην Αίτηση. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι πληρούνται όλες οι σχετικές προϋποθέσεις και η Αίτηση μπορεί να εγκριθεί.
Εκείνο το οποίο, οι Καθ’ ων η αίτηση, εγείρουν είναι ότι Αιτητές, B2Kapital Cyprus Ltd δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα Αίτηση, διότι δεν έχει προηγηθεί η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ώστε οι ίδιοι να αντικαταστήσουν την Ενάγουσα Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως ειδικοί διάδοχοι της εν λόγω Τράπεζας, δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης Δ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ότι η καταχώρηση της σχετικής Ειδοποίησης δυνάμει των σχετικών προνοιών του Ν.169(Ι)/2015, δεν είναι αρκετή για να επιφέρει αυτόματα μια τέτοια αλλαγή. Επίσης, επικαλούνται ζήτημα αντισυνταγματικότητας των εν λόγω προνοιών του Νόμου.
Έχω λάβει υπόψη μου σοβαρά τα όσα οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλούνται. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι με το Νόμο 169(Ι), δίδεται η δυνατότητα στον αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, όπως με σχετική Ειδοποίηση που καταχωρεί στο φάκελο εκκρεμούσας διαδικασίας να υποκαταστήσει και/ή αντικαταστήσει αυτόματα τον εκχωρητή. Παραπέμπω στις πρόνοιες των Άρθρων 18(4) και 18(6) του πιο πάνω αναφερόμενου Νόμου:
«(4) Οποιαδήποτε νοµική διαδικασία, συµπεριλαµβανοµένων, χωρίς περιορισµό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιµο δικαίωµα ή διάταγµα ή απόφαση που κατά το χρόνο µεταβίβασης εκκρεµεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση µε τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που µεταβιβάζονται, δεν τερµατίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται µε οποιοδήποτε τρόπο δυσµενώς λόγω της µεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόµατα τον εκχωρητή στη νοµική αυτή διαδικασία ή στο αγώγιµο δικαίωµα ή διάταγµα ή απόφαση, κατά το χρόνο της µεταβίβασης.
[….]
(6) Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόµου, σε περίπτωση κατά την οποία, κατά τον χρόνο µεταβίβασης, καταχωρισθεί ή εκκρεµεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή Επαρχιακού Κτηµατολογικού Γραφείου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεµούσας διαδικασίας γνωστοποιείται, µε την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο, ανάλογα µε την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος και στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της αναφερόµενης στο εδάφιο (5) του άρθρου 19 γνωστοποίησης και η εν λόγω ειδοποίηση, γίνεται δεκτή σε όλες τις νοµικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της µεταβίβασης και του χρόνου µεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων.
Σημειώνεται ότι, πριν από την πώληση της πιστωτικής διευκόλυνσης, θα πρέπει να ακολουθείται συγκεκριμένη διαδικασία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 18 του Νόμου 169(Ι)/2015, στην οποία, απαιτείται μεταξύ άλλων η γνωστοποίηση αυτής στον δανειολήπτη και στους εγγυητές, παρέχοντας τους συγκεκριμένα δικαιώματα. Αφού ολοκληρωθεί η συγκεκριμένη διαδικασία και μεταβιβαστούν οι πιστωτικές διευκολύνσεις στον αγοραστή, τότε ο τελευταίος αποκτά όλα τα δικαιώματα αυτών και υποκαθιστά τον εκχωρητή.
Στη βάση των προνοιών των Άρθρων 18(4) και 18(6), δεν απαιτείται οποιαδήποτε τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με βάση του Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας με σκοπό την αντικατάσταση του ενάγοντα, πιστωτή με το όνομα του οργανισμού προς το οποίο εκχωρήθηκε η πιστωτική διευκόλυνση.
Αυτό έχουν πράξει και στην παρούσα οι Αιτητές στην παρούσα Αίτηση, καταχωρώντας στο φάκελο της διαδικασίας σχετική Ειδοποίηση ημερομηνίας 18/10/2021. Δεν απαιτείται δηλαδή, να ακολουθηθεί η διαδικασία της Δ.12, η οποία, όπως προκύπτει, χρειάζεται για σκοπούς δικονομικής τάξης και μόνο, είναι τυπικής φύσεως και δεν απαιτείται με αυτή η άσκηση οποιασδήποτε ουσιαστικής κρίσης επί της διαφοράς.
Η μη αναγκαιότητα, σε τέτοιες περιπτώσεις, να ακολουθηθεί η διαδικασία των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, προκύπτει να έχει επιβεβαιωθεί με την πρόσφατη απόφαση στην Αναφορικά με την Αίτηση των CAC CORAL LIMITED Πολιτική Αίτηση Αρ. 156/2025, Ημερ. 26/03/2025. Σε εκείνη την υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης, ήγειρε αυτεπάγγελτα θέμα νομιμοποίησης της εταιρείας Cac Coral Limited, στην προώθηση της αγωγής, η οποία είχε καταχωριστεί από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και η οποία είχε μεταβιβάσει την πιστωτική διευκόλυνση, υπό μορφή εκχώρησης στην εταιρεία Cac Coral Limited, στην βάση Σχεδίου Διακανονισμού. Καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο, δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 18(4) και 18(6) του Νόμου 169(Ι)/2015, σχετική Ειδοποίηση Υποκατάστασης, ως αυτή προβλέπεται στο Άρθρο 19(5) του εν λόγω Νόμου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε ότι η καταχώριση της εν λόγω Ειδοποίησης δεν κατέστησε αυτόματα την Cac Coral Limited, ενάγοντες στην αγωγή και ότι ήταν απαραίτητη η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος στο πλαίσιο σχετικής αίτησης για αντικατάσταση του ονόματος της, απόφαση η οποία ακυρώθηκε με την έκδοση διατάγματος Certiorari. Ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γιασεμής, εκδίδοντας το διάταγμα, ανάφερε τα ακόλουθα:
“Είναι φανερό και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τούτο, ειδικά σε περιπτώσεις όπως η υπό συζήτηση, ότι δεν χρειάζεται να γίνεται τροποποίηση, ακολουθώντας τη συνήθη διαδικασία που προβλέπεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, προς το σκοπό αντικατάστασης του ενάγοντα, πιστωτή, με το όνομα του οργανισμού προς τον οποίο εκχωρήθηκε η πιστωτική διευκόλυνση. Αφού προηγηθεί η καταχώρηση στο Πρωτοκολλητείο της σχετικής Ειδοποίησης Υποκατάστασης, γίνεται χωρίς αίτηση η αλλαγή του ονόματος στον τίτλο της αγωγής και η υπόθεση συνεχίζει. Στην υπόθεση Cac Coral Limited ν. Intermall Investments Ltd κ.α. Πολιτική Έφεση αρ. 356/2016, 26.9.2025, το Εφετείο παρατήρησε, με σχετική αναφορά, την αλλαγή που είχε γίνει στον τίτλο της έφεσης κατ’ εφαρμογή του Νόμου 169(Ι)/2015, εγκρίνοντας εμμέσως πλην σαφώς, την τροποποίηση που διενεργείται χωρίς αίτηση, συνεπεία της καταχώρησης της Ειδοποίησης Υποκατάστασης. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι φανερό ότι η Δικαστής δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε σωστά τις σχετικές πρόνοιες του πιο πάνω νόμου.”
Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, είναι ξεκάθαρο ότι δεν απαιτείται οποιαδήποτε διαδικασία με βάση του Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και η καταχώρηση της σχετικής Ειδοποίησης Υποκατάστασης είναι αρκετή για να γίνει η αλλαγή του ονόματος στον τίτλο της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, οι Αιτητές στην παρούσα υπόθεση, εφόσον έχουν προβεί στην καταχώρηση της σχετικής Ειδοποίησης στο φάκελο, νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα αγωγή και κατ’ επέκταση την παρούσα Αίτηση.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, περαιτέρω, εγείρουν ζήτημα αντισυνταγματικότητας των πιο πάνω προνοιών του Νόμου, καθότι, όπως ισχυρίζονται προσκρούουν στην Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Η αυτόματη και εκ προοιμίου αντικατάσταση διαδίκου υπό του νομοθετικού σώματος, δυνάμει Νόμου, χωρίς την κατ’ ακολουθία των προνοιών των διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, συνιστά, ισχυρίζονται παραβίαση τόσο του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος, όσο και της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και ως εκ τούτου, οι πρόνοιες του Άρθρου 18(4) του Νόμου 169(Ι)/2015, θα πρέπει να κριθούν αντισυνταγματικές. Για αυτό και το ζήτημα θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για να αποφασιστεί.
Έλαβα υπόψη μου τα όσα ο συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση αναφέρει στην γραπτή του αγόρευση καθώς και όσα αντιτείνουν οι Αιτητές.
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, από την 01/07/2023 έχει την εξουσία να αποφασίζει ζητήματα αντισυνταγματικότητας Νόμων (βλ. Άρθρο 9(2)α) του Νόμου 33/1964, ως έχει τροποποιηθεί). Αναφέρονται, επίσης, στο συγκεκριμένο Άρθρο, οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται στην περίπτωση παραπομπής στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, ζητημάτων συνταγματικότητας Νόμων (βλ. Άρθρο 9(2)(α)(i) ).
Το Άρθρο 144.1 του Συντάγματος προνοεί:
“1. Πας διάδικος δικαιούται, καθ’ οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας συμπεριλαμβανομένης και της κατ’ έφεσιν, να εγείρη ζήτημα αντισυνταγματικότητος νόμου ή αποφάσεως η διατάξεώς τινός αυτών ουσιώδους δια την διάγνωσιν της εκκρεμούς ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως. Tο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εγείρεται το ζήτημα, παραπέμπει παρευθύς τούτο ενώπιον του Aνωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδον της διαδικασίας, μέχρις ου αποφανθή επ αυτού το Aνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριο.”
Η παραπομπή ζητήματος αντισυνταγματικότητας Νόμου ή διάταξης μπορεί να εγερθεί από οποιοδήποτε διάδικο και σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και το ζήτημα θα πρέπει να είναι ουσιώδες για τη διάγνωση της εκκρεμούσας υπόθεσης. Πριν την 01/07/2023, παρείχετο εξουσία και στα πρωτόδικα Δικαστήριο για να αποφασίζουν την συνταγματικότητα ενός Νόμου νοουμένου ότι αυτό ήταν αναγκαίο για την επίλυση της ενώπιον τους διαφοράς (βλ. Δημοκρατία v. Kirnouyan κ.α. (1996) 2 Α.Α.Δ. 126, Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides (1966) 3 CLR 640), κάτι το οποίο ισχύει και στην περίπτωση που εξετάζεται και κατά πόσο το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας θα πρέπει να παραπεμφθεί προς γνωμάτευση (βλ. Jaspreet Singh Gill v. Kυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Έφεση Αρ. 88/2023, Ημερ. 29/11/2024). Ζητήματα αντισυνταγματικότητας, επίσης, πρέπει να δικογραφούνται δεόντως για να μπορούν να εξεταστούν. Υπάρχει, επίσης, το τεκμήριο της συνταγματικότητας ενός Νόμου και επαφίεται στον διάδικο που επικαλείται την αντισυνταγματικότητα, να το αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Investylia Ltd v. Ταμπουρή (20060 1Β Α.Α.Δ 1325).
Ζητήματα αντισυνταγματικότητας, παραπέμπονται προς απόφαση εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Στην George Μiliotis and 2 others v. Mustafa Hussein (1963) 2 CLR 287, λέχθηκαν τα εξής:
“Before the trial Court refers any question to the Supreme Constitutional Court it must be satisfied—
(1) that the question raises a point of unconstitutionality;
(2) that it is material for the determination of any matter at issue in the case; and
(3) that it is framed in such a way as to show clearly the question of unconstitutionality raised.
(βλ. επίσης In re M.P. Loftis, 1 R.S.C.C. 30, In re Mayor of Nicosia, 1 R.S.C.C. 59, The Attorney General v. K. M. Kouppis, 1 R.S.C.C. 115)
Στην παρούσα περίπτωση και στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, που υπενθυμίζω αφορά αίτημα των Αιτητών για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις και δεν κρίνω αναγκαία την παραπομπή του ζητήματος που ζητούν οι Καθ’ ων η αίτηση στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για γνωμάτευση. Το ζήτημα αυτό, εγείρεται για πρώτη φορά στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και με τον τρόπο που εγείρεται. Υπενθυμίζεται ότι η σχετική Ειδοποίηση, καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου από τις 18/10/2021 και έκτοτε η αγωγή προωθείτο από τους εδώ Αιτητές, χωρίς ποτέ προηγουμένως να εγερθεί ζήτημα μη νομιμοποίησης τους ή ότι προωθείτο από μη ορθό διάδικο. Περαιτέρω, ο Νόμος, ο οποίος τεκμαίρεται Συνταγματικός, προνοεί δικαίωμα υποκατάστασης και αντικατάστασης των Αιτητών με την καταχώρηση της σχετικής Ειδοποίησης, χωρίς να απαιτείται σχετική διαδικασία με βάση τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε από την απόφαση στην πιο πάνω Πολιτική Αίτηση αρ. 156/2025, Ημερ. 26/03/2026, στην οποία ο συνήγορος των εδώ Καθ’ ων η αίτηση εμφανιζόταν και η οποία, όμως, εκδόθηκε μετά την επιφύλαξη της εν λόγω απόφασης. Σημειώνεται, ότι ο συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση είχε αναφέρει στο Δικαστήριο, ότι εκκρεμούσε η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το ζήτημα αυτό.
Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει το όλο ζήτημα να αφορά διαδικαστικό ζήτημα τυπικής φύσεως και το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν θα επιλύσει την ουσία της παρούσας διαφοράς. Επιπρόσθετα, σημειώνω και τη θέση των Αιτητών ότι το ζήτημα αυτό, εγείρεται από την προτιθέμενη εναγόμενη 3, η οποία ακόμα δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή και κατά συνέπεια, δεν μπορεί να εγερθεί στο στάδιο αυτό.
Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Αίτηση δικαιολογείται και εγκρίνεται. Εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α) – Γ) της Αίτησης. Στη συνέχεια, να ακολουθηθούν οι πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εν όψει της φύσης της τροποποίησης και της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής.
(Υπ.)………………………………………..
Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
Subject: Civil/Other Action/ Interim
Aναφορά: Αίτηση τροποποίησης τίτλου-εταιρεία -εξαγοράς
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο