ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.
Αίτηση/Έφεση: 278/2019
Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμος, Κεφ. 224 και των τροποποιητικών αυτού Νόμων από 3/60 μέχρι σήμερα και των Κανονισμών επί του άρθρου 80 του 1956.
Ιωάννης Αντώνη Φλαγκοφάς
Εφεσείων/Αιτητής
-και-
Κατερίνα Γεωργίου Καζάκκου
Εφεσίβλητη/Καθ’ ης η Αίτηση
Ημερομηνία: 08/12/2025
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια: κύριος Αποστολίδης Φ.
Για Καθ’ ης η Αίτηση: κύριος Κονής Μ. για Πανίκος Α. Λεωνίδου και ΣΙΑ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Δια της παρούσα Αίτησης/Έφεσης ο Αιτητής ζητεί την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου που να κηρύσσει παράνομη και στερούμενης οποιουδήποτε αποτελέσματος ή/και τροποποίηση της Διαταγής ή/και Γνωστοποίησης ή/και Απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 24/09/2019 με αρ. Φακέλου: 05.19.001.32.1239, ΑΧ 3766/2010 (ΑΧ 2219/2015 εικονικός) του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Δια της εν λόγω Απόφασης καθοριζόταν ή/και αποφασιζόταν το κοινό εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των κτημάτων των διαδίκων, ήτοι του Κτήματος του Εφεσείοντα/Αιτητή με αριθμό Εγγραφής 0/[ ], Τεμάχιο [ ], Φ./Σχ. 47/35 και το Ακίνητο της Καθ’ ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Τεμάχιο [ ], Φ./Σχ. 47/35.
2. Ο Εφεσείοντας/Αιτητής επικαλείται 21 λόγους για τους οποίους θα πρέπει να επιτύχει η επίδικη Αίτηση/Έφεση και η Εφεσίβλητη/Καθ’ ης η Αίτηση προβάλλει 13 λόγους για τους οποίους θα πρέπει να αποτύχει η Αίτηση. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Εφεσείοντα/Αιτητή και της κυρίας Σταυρούλας Αντώνη Φλαγκοφά. Από την άλλη η Ένσταση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Εφεσίβλητης/Καθ’ ης η Αίτηση και του κύριου Πανίκου Βασιλείου, Τοπογράφου Μηχανικού και του κύριου Χρίστου Βαλανίδη, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στον Κλάδο Επιτόπιων Ερευνών στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού ως Κτηματολογικός Γραφέας.
Β. Οι Ένορκες Δηλώσεις
Ένορκη Δήλωση Εφεσείοντα/Αιτητή
3. Στην Ένορκη Δήλωση του ο Εφεσείοντας/Αιτητής αναφέρει ότι είναι ο «εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ] ημερομηνίας 6/2/2002 του Φ/Σχεδίου 47/35 στο χωρίο Κοιλάνι Λεμεσού.» και «προκάτοχος» ήταν ο πατέρας του, ο οποίος του δώρισε και του μεταβίβασε το Ακίνητο πριν από το 2000.
4. Αφού «ξερίζωσε» διάφορα δέντρα και επειδή υπήρχε λάκκος το μετέτρεψε σε «περβολότοπο» και στην συνέχεια εξασφάλισε άδεια ανόρυξης φρεατίου από την αρμόδια αρχή, με αριθμό 047130 ημερομηνίας 29/05/2001. Την σχετική ανάπτυξη την έκανε πέραν των 10 «ποδών» από το κοινό σύνορο με το Τεμάχιο 1163 που ανήκει σήμερα στην Καθ’ ης η Αίτηση. Εν τέλει ο Διευθυντής του Κτηματολογίου «τοποθέτησε την διάτρηση να εφάπτεται με το κοινό σύνορο με το Τεμάχιο 1163».
5. Ο Εφεσείων είναι επίσης ιδιοκτήτης του Τεμαχίου [ ] που εφάπτεται δυτικά με το Τεμάχιο [ ] αλλά και με το δικό του [ ]. Αποτελεί δε ισχυρισμό του ότι το κοινό σύνορο μεταξύ των τεμαχίων [ ] και [ ] και η μέχρι σήμερα επί τόπου κατάσταση υπάρχει όχτος . Την κατάσταση αυτή την «θυμάται» πολύ καλά από τον καιρό που με έπαιρνε μαζί του ο πατέρας του στα πιο πάνω κτήματα.
6. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και/ή οι υπάλληλοι του κτηματολογίου, αυθαίρετα, παράνομα, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε υφιστάμενη διαφορά μεταξύ του κοινού συνόρου του κτήματος του με αριθμό 361 και του ακινήτου της Καθ' ης η Αίτηση με αριθμό [ ], και χωρίς να υποβληθεί αίτηση διαφοράς συνόρων μεταξύ του [ ] και [ ], ο Διευθυντής του κτηματολογίου παράνομα, αυθαίρετα, καθ' υπέρβαση εξουσίας, χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη διαδικασία, «μετακίνησε» και « μετέφερε» το κοινό σύνορο που υφίσταται μέχρι σήμερα ο όχτος και το μέρος εκείνο το χαρακτήρισε ότι αποτελεί μέρος του Ακινήτου [ ].
7. Ο αντιπρόσωπος του Διευθυντή ή/και ο Διευθυντής κατά την επιτόπια εξέταση αγνόησαν παντελώς την επιτόπου κατάσταση και τα πραγματικά γεγονότα και παρέλειψε να ερευνήσει κατά πόσο η πραγματική κατάσταση συνάδει και συμφωνεί μα τα σχέδια που χρησιμοποιούνται.
8. Η Καθ’ ης η Αίτηση, είναι η θέση του Αιτητή δεν γνωρίζει τα δεδομένα αφού δεν κατάγεται από το Κοιλάνι αλλά από το Αυγόρου της Αμμοχώστου. Τα συμπεράσματα του Διευθυντή και οι μετρήσεις του αλλά και οι συντεταγμένες από δορυφόρο είναι λανθασμένες αφού δεν «εφαρμόζονται με την επί τόπου κατάσταση που υπάρχει προ αμνημονεύτων χρόνων» και δεν συνάδουν με την ορθή κατοχή του κτήματος εδώ και «από αμηνμονεύτων χρόνων.»
Ένορκη Δήλωση κυρίας Σταυρούλας Αντώνη Φλαγκοφά
9. Είναι η αδελφή του Αιτητή και όπως αναφέρει δεν θυμάται να υπήρξε ποτέ αμφισβήτηση του κοινού συνόρου μεταξύ του τεμαχίου [ ], ιδιοκτησίας της Καθ’ ης η Αίτηση και [ ], ιδιοκτησίας του Αιτητή. Όσο αφορά το τεμάχιο [ ] που ανήκει στην Καθ’ ης η Αίτηση και το [ ] που ανήκει στον αδελφό της, υπήρχε φυσικό σύνορο και συγκεκριμένα όχτος που χώριζε τα δύο κτήματα. Ούτε σε σχέση με τα τεμάχια [ ] και [ ] υπήρχε οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά.
10. Σύμφωνα με την Απόφαση του Διευθυντή, ως ενημερώνεται από τον αδελφό της, πρόσφατα ο Διευθυντής του Κτηματολογίου εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίας 24/09/2019 «επίλυση συνοριακής διαφοράς» αφαιρώντας τμήμα από το Κτήμα του αδελφού της στο κοινό σύνορο των τεμαχίων [ ] και [ ] και χωρίς καμία διαδικασία αφαιρεί και τμήμα από το κτήμα [ ] και [ ].
Ένορκη Δήλωση της Καθ’ ης η Αίτηση
11. Δια της ένορκης δήλωσης της προασπίζεται την νομιμότητα της Απόφασης του Διευθυντή και αναφέρει ότι Το κτήμα με αριθμό τεμαχίου [ ], με αριθμό εγγραφής [ ], Φ/ΣΧ 47/35, στην κοινότητα Κοιλανίου, είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της.
12. Σύμφωνα με Φάκελο 05.19.001.32.1239 Α.Χ. 3766/2010 (ΑΧ2219/2015 εικονικός) του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού υπεβλήθη αίτηση για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς μεταξύ του ακινήτου μου με αριθμό τεμαχίου [ ] και του ακινήτου με αρ. τεμαχίου [ ], με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/ΣΧ 47/35 εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Αιτητή.
13. Αφού ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία και πρακτική από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού έγινε επιτόπια έρευνα στις 09/02/2016 και 28/09/2016, αφού εστάληκαν στις 12/01/2016 και 12/09/2016 με ασφαλισμένο ταχυδρομείο οι υπό του άρθρου 58 προβλεπόμενες ειδοποιήσεις, ο Διευθυντής έκδωσε την απόφαση του με ημερομηνία 24/09/2019.
Ένορκη Δήλωση του κύριου Πανίκου Βασιλείου
14. Σε σχετική ένορκη δήλωση του, η οποία υποστηρίζει την Ένσταση, ο κύριος Πανίκος Βασιλείου, τοπογράφος μηχανικός, κατέχει την θέση του Τεχνικού Μηχανικού Χωρομετρίας/Χαρτογραφίας. Λόγω της θέσης και της πείρας του ως τεχνικός μηχανικός έχει προβεί στην χωρομετρική εργασία της παρούσας υπόθεσης. Με άλλα λόγια ήταν το πρόσωπο που έκανε την επιτόπια εξέταση.
15. Στην σχετική ένορκη δήλωση του ο κύριος Βασιλείου υποστηρίζει την νομιμότητα της Απόφασης σε σχέση με τον καθορισμό των συνόρων μεταξύ των τεμαχίων 1163 και 1162 καταθέτοντας λεπτομέρειες και στοιχεία στα οποία στηρίζει την θέση του αυτή.
Ένορκη Δήλωση του κύριου Χρίστου Βαλανίδη
16. Δια της Ένορκης Δήλωσης του που υποστηρίζει την ένσταση, ο κύριος Βαλανίδης αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Κλάδο Επιτόπιων Ερευνών στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης.
17. Όπως αναφέρει έγινε σχετική αίτηση από την Καθ’ ης η Αίτηση για οριοθέτηση του Ακινήτου της με αριθμό εγγραφής [ ] του Φ/Σχ. 4 7 /35, τεμάχιο [ ], σε κλίμακα 1 :5000 της κοινότητας Κοιλάνι Λεμεσού. Κατά την σχετική χωρομετρική εργασία ειδοποιήθηκε η Εφεσίβλητη να τροποποιήσει την Αίτηση της σε συνοριακή διαφορά και η Αίτηση αυτή έγινε αποδεκτή με αριθμό ΑΧ3766/2020 ούτως ώστε να ολοκληρωθεί η εξέταση της Αρχικής Αίτησης οριοθέτησης.
18. Αφού στάλθηκαν όλες οι σχετικές ειδοποιήσεις στις οποίες κάνει λεπτομερή αναφορά στη Ένορκη Δήλωση του, πραγματοποιήθηκε εν τέλει επιτόπια εξέταση από τον κύριο Βασιλείου. Κατά την επιτόπια εξέταση «εξηγήθηκε» όπως αναφέρει ότι σκοπός της ήταν η υπόδειξη κοινών εγγεγραμμένων συνόρων των τεμαχίων [ ] και [ ] και αφού έγιναν όλες οι σχετικές διαδικασίες εκδόθηκε η Απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου.
Γ. Νομική πτυχή
19. Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει την αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα και οι Συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις.
20. Ουσιαστικά η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στο άρθρο 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ.224), μετά των συναφών τροποποιήσεων του, το οποίο διαλαμβάνει, ότι:
«Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό.».
21. Η εξουσία του Διευθυντή να επιλύει συνοριακή διαφορά ακινήτων παρέχεται μέσα από τα άρθρα 50 και 58 του Κεφ.224.
22. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Χ''Κυριάκου (1991) 1 Α.Α.Δ. 362, επεξηγήθηκε, με παραπομπή στην παλαιά υπόθεση Ibrahim v. Souleyman (1953) 19 C.L.R. 237, τί αποτελεί συνοριακή διαφορά για τους σκοπούς του πιο πάνω Νόμου. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
«Το Κτηματολόγιο είναι τεχνικό τμήμα του Κράτους. Η φύση των διαφορών, ως προς τα σύνορα, στην οποία αναφέρεται το Άρθρο 58, έχει καθοριστεί στην υπόθεση Sherife Moustafaf Moulla Ibrahim v. Mehmed Salih Souleyman 19 C.L.R. 237. Στη σελ. 239 ειπώθηκε: -
"We consider that the kind of dispute to which section 56 (To Άρθρο 56 αναριθμήθηκε σε Άρθρο 58) applies is one in which the boundary is described in the title-deed or delineated on a plan, and the dispute is as to where the physical boundary should actually run on the land so as to conform with the deed or the plan. It does not apply where there is a dispute as to whether the description in a deed or delineation in a plan is correct or not."
23. Παρομοίως στην αμέσως μεταγενέστερη υπόθεση Χ''Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 844, επαναβεβαιώθηκε ότι ως συνοριακή διαφορά, με την έννοια του άρθρου 58, θεωρείται η αμφισβήτηση ως προς την τοποθέτηση των συνόρων ακινήτου επί του εδάφους, με τρόπο που να ανταποκρίνεται προς το σύνορο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εγγραφής ή καθορίζεται σε σχέδιο. Δεν εμπίπτει στον όρο η αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο η περιγραφή του ακινήτου στο πιστοποιητικό εγγραφής ή ο καθορισμός των συνόρων του σε σχέδιο είναι ορθός ή εσφαλμένος.
24. Βέβαια δεν αποκλείεται η περίπτωση όπου ένα φυσικό σύνορο ή φυσικό όριο μπορεί να αποτελέσει βοήθεια στην επίλυση συνοριακής διαφοράς (Theodorou v. Hadjiantoni (1961) C.L.R. 203, Παναγιώτας Ονησιφόρου Δημοσθένους (2011 ) 1 Α.Α.Δ. 885).
25. Στην υπόθεση Θεονίτσα Σωφρονίου Σολομώντος ν. Παναγιώτα Παπανεοκλή (1992) 1 Α.Α.Δ. 906, παρατέθηκαν οι αρχές που διέπουν τις εξουσίες του Διευθυντή και στη συνέχεια του Δικαστηρίου στα πλαίσια Αίτησης-Έφεσης με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα:
«Ο Διευθυντής είναι διοικητικό όργανο στο οποίο, με τις πρόνοιες του Κεφ. 224 αλλά και άλλων νόμων, ανατέθηκε ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων. Οι ενέργειές του, ανάλογα με την περίπτωση, εντάσσονται σε δυο γενικές κατηγορίες. Πρώτα είναι εκείνες που έχουν ως αντικείμενο ζητήματα που εμπίπτουν στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Αυτές οι ενέργειες, εφόσον συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ελέγχονται από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του σύμφωνα με το άρθρο 146.1 του Συντάγματος. Μετά, είναι εκείνες που εμπίπτουν στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου ως αποσκοπούσες στη ρύθμιση ιδιωτικών δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητη περιουσία και που, επομένως, εκ-φεύγουν της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ Ieropoulos v. District Lands Officer Limassol (1987) 3 CLR 830, Westpark Ltd v. Republic (1987) 3 CLR 1473, Machlouzarides v. Republic (1985) 3 CLR 2342, Antoniou and Others v. Republic (1984) 3 CLR 623, Republic v. M.D.M. Estate (1982) 3 CLR 642 Constantinos Nicolaou Georghiou v. Evangelia HjiGeorghiou HjiPhesa (1970) 1 CLR 58, Djemal Moulla Moustafa v. Republic (Minister of Interior and Another (1973) 3 CLR 47, George Asproftas v. Republic (Ministry of Interior (1973) 3 CLR 366, Christakis Christodoulou v. Republic (Minister of Interior and Another,) (1970) 3 CLR 377, White Hills Ltd and Others v. Republic (Minister of Interior and Another) (1970) 3 CLR 132 Theocharis Charalambides v. The Republic (District Lands Officer and Another) 4 RSCC 24, Savvas Yianni Valana v. The Republic of Cyprus through the Director of Lands and Surveys 3 RSCC 91.)»
«To άρθρο 80 του Κεφ. 224 προσφέρει το μηχανισμό για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων, διαταγών και γνωστοποιήσεων του Διευθυντή που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Όπως έχει νομολογηθεί με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αναθεώρηση της προσβαλλόμενης ενέργειας του Διευθυντή γίνεται με βάση τις αρχές που διέπουν την αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο των ενεργειών του που εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. (Bλ.Peyiotis ν. Polemidis (1982) 1 CLR 442, Kafieros and Another v. Theocharous and Others (1978) 1 CLR 619. Οπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Μενέλαος Γ. Αθανάση και άλλοι ν. Μάμας Βαρνάβα Χατζημάμα και άλλος, Πολ. Εφ. 7545 -20.3.90, η έρευνα στα πλαίσια της άσκησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 80, δεν περιορίζεται στο εύλογο αλλά επεκτείνεται και στην ουσία της απόφασης του Διευθυντή. Δεν έχει εγερθεί, και δεν είναι του παρόντος το ζήτημα της καθόλου συνταγματικότητας του άρθρου 80. (Βλ. σχετικά Achilleas Hadjikyriakou v. Theologia HadjiApostolou and Another 3 RSCC 89, Κυριακού Νικήτα Παναγιώτου ν. Σόνια Ανδρέα Χ"Κυριάκου και άλλης (1991) 1 AAA 362 Fatsita v. Fatsita and Another (1988) 1 CLR 210, Παναγιωτού Α Φιλίππου ν. Θεόδωρος Πλάτωνος Στυλιανού (1992) 1 A.A.Δ. 448».
26. Όπως ξεκαθαρίσθηκε στην υπόθεση Pitsillides v. Nasif (1982) 1 C.L.R. 426, η Απόφαση του Διευθυντή, δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ. 224, αναφορικά με συνοριακές διαφορές, αποτελεί θέμα ιδιωτικού δικαίου.
27. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση Δημοσθένους Παναγιώτα Ονησιφόρου, σύζυγος Βάσου Βασιλείου, Σωφρόνιος Χρίστου Χατζησωφρονίου, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Αντώνη Χρίστου Χατζησωφρονίου και Άλλος, Πολιτική Έφεση 111/2008, ημερομηνίας 20.05.11, η οποία αφορούσε έφεση έναντι της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου για επίλυση συνοριακής διαφοράς. Περαιτέρω λέχθηκε ότι:
«Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή πρέπει να εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. Kafieros (πιο πάνω) σελ. 643, 644, Peyiotis and Another v. Polemides (1982) 1 C.L.R. 442, 450, Λιασίδης v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. (1989) 1 Α.Α.Δ. 185, Αθανάση κ.ά. v. Χατζημάμα κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 208, 210, Σολομώντος v. Παπανεοκλή (1992) 1 Α.Α.Δ. 906, 912, Παύλου κ.ά. v. Νεοφύτου μέσω Kλείτου Kαζαφανιώτη ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου (1995) 1 Α.Α.Δ. 973, 977. Βλ. και Georghiou v. Hjiphesa (1970) 1 C.L.R. 58).»
28. Επίσης στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε περαιτέρω ότι λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και σε υποθέσεις που αφορούν τον έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή.
29. Το Κτηματολόγιο, όμως, είναι ο φυσιολογικός φορέας επίλυσης θεμάτων που εμπίπτουν στον τομέα πραγματογνωμοσύνης του. Το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή το φέρει ο Εφεσείοντας (Αριστοτέλους v. Χ''Κυριάκου και άλλου (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 100, Παπαχρυσοστόμου v. Παπασταύρου και άλλος (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 546 και Κτωρίδη v. Επάρχου Λεμεσού και άλλων (2005) 1 Α.Α.Δ. 541).
30. Επιπρόσθετα, η απόφαση του Διευθυντή πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η υποχρέωση του Διευθυντή να δικαιολογήσει την απόφαση του πηγάζει από τη φύση της διαδικασίας που είναι οιονεί δικαστική και από τις ρητές πρόνοιες του Κανονισμού 6(2) και (3) των σχετικών Κανονισμών (Παύλου κ.α. ν. Νεοφύτου (1995) 1 Α.Α.Δ. 973 και Χειμώνας v. Γεωργίου κ.α. (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 108).
31. Οι κτηματολογικές αρχές είναι αναρμόδιες να επιλύουν περιουσιακές διαφορές, κάτω από οποιαδήποτε διάταξη του νόμου (Κραμβιάς και άλλης v. Θεοδοσίου (2000) 1(Α) Α.Α.Δ. 267). Στην υπόθεση Φανή ν. Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος κ.ά., (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1760, λέχθηκε ότι τα περιουσιακά δικαιώματα αποτελούν μέρος των αστικών δικαιωμάτων του ατόμου, η διάγνωση των οποίων ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου.
32. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωμοδρόμου v. Kόκου Πολ.Έφεση 293/07 ημερ. 18/7/2013 ο Εφεσείων είχε προβάλει ακριβώς την ίδια εισήγηση η οποία απερρίφθη. Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα εξής:
«Σε σχέση με το καίριο ερώτημα που προκύπτει από την ως άνω εισήγηση του Εφεσείοντα, κατά πόσο δηλαδή ο Διευθυντής είχε υποχρέωση να εξετάσει την αίτηση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς και να δώσει οριστική απάντηση σε αυτή, το πρωτόδικο δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από την υπόθεση Μάρκου ν. Πασχάλη (2001) 1 Α.Α.Δ. 829 όπου στις σελίδες 836-837 αναφέρεται:
«Έχοντας υπόψη το λεκτικό του άρ. 58 του Κεφ. 224 θεωρούμε ότι αυτό επιβάλλει επιτακτική υποχρέωση στο Διευθυντή να επιλύει οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα η οποία τίθεται ενώπιον του. Όπως έχει τεθεί στην Pitsillides (πιο πάνω), στις σελ. 431-432:
«Ο Διευθυντής υποχρεούται να επιλύσει τη διαφορά ως προς τα σύνορα και να καθορίσει τα σύνορα, όσο καλύτερα μπορεί υπό το φως του διαθέσιμου υλικού και των μητρώων του Κτηματολογίου. Ο νόμος δεν προβλέπει για οποιεσδήποτε περιστάσεις δυνάμει των οποίων ο Διευθυντής δυνατό να μπορούσε να μη δώσει οριστική απάντηση σε διαφορά ως προς τα σύνορα. Κατά συνέπεια υπέχει επιτακτική υποχρέωση να αποφασίσει επί της διαφοράς ως προς τα σύνορα και τίποτε λιγότερο δεν μπορεί να τον απαλλάξει από τις ευθύνες του.»
Δ. Εξέταση της επίδικης Αίτησης/Έφεσης
33. Έχοντας προδιαγράψει το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάζονται Αιτήσεις όπως η παρούσα, καθίσταται αναγκαία η εξέταση της μαρτυρίας για να καταδειχθεί το υπόβαθρο των γεγονότων σε συνάρτηση με τους λόγους που επιδιώκεται η ακύρωση της Απόφασης.
34. Από ανάγνωση της επίδικης Αίτησης και των σχετικών λόγων για τους οποίους επιδιώκεται η ακύρωση της Απόφασης του Διευθυντή και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, συνάγεται ότι ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η Απόφαση του Διευθυντή πάσχει για τον λόγο ότι παράλληλα με τα σύνορα των Τεμαχίων με αριθμό [ ] και [ ] καθορίστηκε και το σύνορο μεταξύ των Τεμαχίων με αριθμό [ ] και [ ]. Κατά τα λοιπά, όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση του αποδίδει στον Διευθυντή «μεροληπτική στάση» αλλά και ότι ο Διευθυντής και οι εκπρόσωποι του «αγνόησαν παντελώς την επιτόπου κατάσταση και/ή τα πραγματικά γεγονότα και/ή παρέλειψε να ερευνήσει κατά πόσον η επιτόπου κατάσταση ταυτίζεται και/ή συνάδει και/ή συμφωνεί με τα εν χρήσει σχέδια.». Επιπλέον καταγράφει ότι οι μετρήσεις του Διευθυντή είναι λανθασμένες και/ή οι συντεταγμένες από τον δορυφόρο δεν εφαρμόζονται με την επί τόπου κατάσταση που υπάρχει «προ αμνημονεύτων χρόνων επί του κοινού συνόρου μεταξύ των Ακινήτων [ ] και [ ]» και πρόκειται ως εκ τούτου «για προαποφασισμένη Απόφαση του […] με σκοπό να ευνοήσουν την Καθ’ ης η Αίτηση.».
35. Στο ίδιο πλαίσιο τοποθετείται και η μαρτυρία της κυρίας Σταυρούλας Αντώνη Φλαγκοφά, ήτοι ότι ουσιαστικά ο Διευθυντής και/ή ο εκπρόσωπος του αγνόησαν την κατάσταση επί του εδάφους και ότι χωρίς να υφίσταται συνοριακή διαφορά μεταξύ των Τεμαχίων [ ] και [ ], ο Διευθυντής προχώρησε και καθόρισε και τα σύνορα μεταξύ των εν λόγω Τεμαχίων.
36. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρεται ότι οι λόγοι ακύρωσης στηρίζονται κατά κύριο λόγο στο ότι ο Διευθυντής ενήργησε καθ’ υπέρβαση εξουσιών, η Απόφαση του Διευθυντή είναι παράνομη και αντισυνταγματική και δεν λαμβάνει υπόψη την επί τόπου κατάσταση «από αρχαιοτάτων χρόνων» που καθορίζονταν από τον όχτο, τόσο φυσικό όσο και κατασκευασμένο. Παραβιάζει η Απόφαση την φυσική δικαιοσύνη καθ’ ότι χωρίς να ειδοποιηθεί ο ιδιοκτήτης του Τεμαχίου [ ] ανέτρεψε ο Διευθυντής την υφιστάμενη συνοριακή γραμμή προς όφελος της Εφεσίβλητης, αγνόησε ο Διευθυντής την ανόρυξη που έγινε σε απόσταση 10 και πλέον μέτρων από το κοινό σύνορο των τεμαχίων [ ] και [ ] και τοποθετεί το «φρέαρ» να εφάπτεται του κοινού συνόρου των δύο κτημάτων. Τα όργανα μέτρησης που χρησιμοποιήθηκαν ήταν ανεπαρκή και ελαττωματικά, δεν χρησιμοποιήθηκαν τα ορθά μέσα επίλυσης της διαφοράς και/ή χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα κριτήρια και μετρήσεις. Αποδίδεται στον Διευθυντή «ευνοιοκρατία» και ότι δεν ακολουθήθηκε η ορθή πρακτική.
37. Έχοντας παραθέσει την μαρτυρία που υποστηρίζει την Αίτηση σε συνάρτηση με τα όσα προβάλλονται ως λόγοι Έφεσης, αυτό που προκύπτει είναι ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι ως επί το πλείστο γενικοί και αόριστοι. Σε κανένα σημείο δεν επεξηγείται ο λόγος για τον οποίο θεωρεί ως εσφαλμένη την μέθοδο και τις μετρήσεις που έκανε ο Διευθυντής για να καταλήξει στην προσβαλλόμενη Απόφαση. Είναι νομολογημένο ότι κατά την επίλυση συνοριακών διαφορών, τα εν χρήσει σχέδια αποτελούν αυθεντικό οδηγό, ανεξαρτήτως του βαθμού ακρίβειας που μπορεί να έχουν (Ρωσσίδου ν. Κυπριανού (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1695). Όμως οι επί τόπου μετρήσεις αποτελούν προϋπόθεση για τον έλεγχο της ορθότητας απόφασης του Διευθυντή (Κυριάκου ν. Παπαστεφάνου (2010) 1 Α.Α.Δ. 496). Όπως επίσης καταγράφεται στην υπόθεση Χρυσάνθη Ευσταθίου Χαραλάμπους v. Έλενας Ευρυπίδη Κωνσταντίνου (2010) 1 Α.Α.Δ. 1972:
«Η ύπαρξη παλαιάς υφιστάμενης κατοικίας και τοίχου, καθώς και το γεγονός ότι η συνοριακή γραμμή περνά μέσα από το υπνοδωμάτιο της κατοικίας της Εφεσίβλητης, δεν είναι αρκετά για να ανατρέψουν τα εν χρήσει σχέδια και όλες τις υπόλοιπες μετρήσεις στις οποίες προέβη το κτηματολόγιο με τη χρήση μετροταινίας, έρευνας σε παλαιούς φακέλους διαχωριζόμενων τεμαχίων και σταθερή έρευνα στην γύρω περιοχή. Επομένως, ο τρόπος που το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία τόσο του Α. Ιεζεκιήλ όσο και αυτή του Α. Ιωσήφ, ήταν καθόλα εύλογος. Από την ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία, δεν υπήρξαν ικανοποιητικές ενδείξεις ότι η επί τόπου κατάσταση ήταν και ένδειξη των πραγματικών συνόρων των δύο κτημάτων. Όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Ρωσσίδου v. Κυπριανού κ.ά. (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1695 και Ε.Κ. Kατεκος Λτδ v. Διευθυντή Κτηματολογίου κ.ά. (2003) 1 Α.Α.Δ. 256, η επί τόπου κατάσταση αναμφίβολα είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη. Όμως, χωρίς επαρκή λόγο το στοιχείο αυτό δεν θα μπορούσε να υπερισχύσει των εν χρήσει σχεδίων τα οποία στις περισσότερες των υποθέσεων αποτελούν ένα αυθεντικό οδηγό σε υποθέσεις συνοριακών διαφορών. Μόνο όπου καταδειχθεί ότι αυτά είναι λανθασμένα, διαφοροποιείται η σημασία τους. Εδώ όμως δεν υπήρχε τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία που να θέσει υπό αμφισβήτηση τα εν χρήσει σχέδια».
38. Απόλυτα σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Ρωσσίδου ν. Κυπριανού κ.ά. (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Θα λέγαμε ότι όποια και αν μπορεί να ήταν η σημασία της επί του εδάφους κατάστασης στον αρχικό καθορισμό του συνόρου, δεν θα μπορούσε η εμφάνιση των πραγμάτων αργότερα να υπερίσχυσε έναντι του εν χρήσει σχεδίου το οποίο με τις όποιες τροποποιήσεις τις οποίες θα μπορούσε να υποστεί, αποτελεί αυθεντικό οδηγό. Συνεπώς, το αποτέλεσμα που προκύπτει από τις μετρήσεις πρέπει εξ ανάγκης να θεωρηθεί ικανοποιητικό, ανεξάρτητα από το βαθμό ακρίβειας που το ίδιο το σχέδιο επιτρέπει. Και αυτό είναι που έγινε στην παρούσα περίπτωση».
39. Συναφής είναι και η ίδια η φύση της επίδικης διαφοράς. Όπως έχει νομολογηθεί (βλ. Ibrahim v. Souleyman 19 CLR 237), συνοριακή διαφορά με έννοια του άρθρου 58 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ. 224) υπάρχει στην περίπτωση που το σύνορο περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας ή απεικονίζεται σε σχέδιο και η φιλονικία είναι ως προς το πού το φυσικό σύνορο πράγματι ευρίσκεται επί της γης έτσι ώστε να συμμορφώνεται με τον τίτλο ή το σχέδιο. Δεν αποτελεί συνοριακή διαφορά η αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο η περιγραφή του ακινήτου στο πιστοποιητικό εγγραφής ή ο καθορισμός των συνόρων του σε σχέδιο είναι ορθός ή εσφαλμένος. Η συνοριακή διαφορά επιλύεται ορθά με την ορθή μεταφορά της γραμμής του συνόρου επί του σχεδίου στο έδαφος. Επομένως ως συνοριακή διαφορά με την έννοια του άρθρου 58 θεωρείται η αμφισβήτηση ως προς την τοποθέτηση των συνόρων ακινήτου επί του εδάφους με τρόπο που να ανταποκρίνεται προς το σύνορο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εγγραφής ή καθορίζεται σε σχέδιο (βλ. Chrysanthou v. Antoniades (1969) 1 CLR 622, Παναγιώτου ν. Χ"Κυριάκου (1991) 1 ΑΑΔ. 362 και Χ"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου (1993) 1 ΑΑΔ 844).
40. Στην επίδικη περίπτωση δεν υπάρχει συγκεκριμένος ισχυρισμός ότι τα «εν χρήσει σχέδια» σε συνάρτηση με τον τρόπο που καθορίστηκε εν τέλει το σύνορο είναι εσφαλμένα. Ο όποιος ισχυρισμός έχει προβληθεί είναι γενικός και αόριστος και δεν υποστηρίζεται από σχετική μαρτυρία. Δεν μπορεί δηλαδή να αποτελέσει η μαρτυρία του Αιτητή/Εφεσείοντα βάση για την εξαγωγή ευρημάτων του Δικαστηρίου.
41. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αιτητής/Εφεσείοντας προβάλλει ουσιαστικά ότι η κατάσταση επί του εδάφους αγνοήθηκε παντελώς από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου και/ή τον αντιπρόσωπο του. Αυτό από μόνο του ως λόγος δεν επαρκεί για να ακυρώσει την Απόφαση του Διευθυντή όπως σημειώθηκε πιο πάνω. Όπως έχει επανειλημμένα σημειωθεί από την νομολογία το βάρος απόδειξης για να καταδειχθεί ότι η απόφαση του Διευθυντή, ως του κατ' εξοχήν αρμόδιου είναι λανθασμένη βρίσκεται στους ώμους του εκάστοτε Αιτητή και είναι ένα δύσκολο εγχείρημα καθότι απαιτείται να καταδειχθούν ισχυροί λόγοι που να υποστηρίζουν τέτοια προσέγγιση που να δικαιολογεί την υποκατάσταση της διακριτικής ευχέρειας του Διευθυντή εφόσον ο ίδιος είναι και το πιο αρμόδιο πρόσωπο να αποφασίσει, ως ειδικός, τα θέματα που εγείρονται ενώπιον του (Κτωρίδη ν. Επάρχου Λεμεσού κ.α. (2005) 1Α ΑΑΔ 541 και Προκοπίου ν. Ryan κ.ά (2012) 1 Α.Α.Δ 1982 και Λουκία Μιχαήλ Αντωνίου v. 1. Μιχαλάκη Αριστοκλή 2. Αναστασία Μ. Αριστοκλή, Π.Ε. Αρ. 213/2011, ημερ. 29/6/2016). Όπως επεξηγείται στην απόφαση Προκοπίου (ανωτέρω) η κτηματολογική εργασία, είναι εξειδικευμένη και η αμφισβήτησή της ορθότητας της, μεταξύ άλλων, μπορεί να επιτευχθεί με την παρουσίαση ανάλογου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης.
42. Δεν είναι επιτρεπτό για τον Διευθυντή να διορθώνει το σχέδιο ως εσφαλμένο ή να μην το εφαρμόζει ως τέτοιο, στη βάση της επιτόπου κατάστασης ως προς τα φυσικά στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να αντιστρατεύοντο την ορθότητα του ή ακόμη να δημιουργούσαν και αμφιβολίες για αυτό. Εάν ο εκάστοτε Εφεσείοντας - Αιτητής διαφωνεί με το εν χρήσει σχέδιο τότε οφείλει να προβεί σε σχετικά διαβήματα δυνάμει του Άρθρου 61 του Κεφ. 224, για διόρθωση του λάθους στα επίσημα κτηματολογικά σχέδια. Η διαφορά μεταξύ των άρθρων 58 και 61 είναι κρίσιμη καθότι στην πρώτη περίπτωση η διαφωνία ως προς τα σύνορα επιλύεται με βάση το σχέδιο, η ορθότητα του οποίου είναι δεδομένη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση αφορά διόρθωση του ίδιου του σχεδίου που αντανακλά την έκταση της γης που οι ιδιοκτήτες δικαιούνται (Χατζημιχαήλ ν. Φιλίππου, Π.Ε. 160/2012, ημερ. 02/06/2021, ECLI:CY:AD:2021:A214, ECLI:CY:AD:2021:A214).
43. Τα πιο πάνω ασφαλώς θα πρέπει να διαβάζονται σε συνάρτηση με τα όσα προβλήθηκαν από την πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση. Όπως αναφέρει ο κύριος Βασιλείου, κατά τον προσδιορισμό των συνόρων έλαβε υπόψη το εν χρήσει χωρομετρικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές, καθώς και προηγούμενες δεσμευτικές χωρομετρικές εργασίες. Προέβη σε έλεγχο των στοιχείων που δόθηκαν σε ψηφιακή μορφή από την Χωρομετρική Βάση Δεδομένων του Συστήματος Πληροφοριών Γης. Επανεξέτασε τα εγγεγραμμένα σύνορα των τεμαχίων 959, 995, 1170, 979, και 1464 και διαπίστωσε ότι ο καθορισμός των εγγεγραμμένων συνόρων των πιο πάνω τεμαχίων είναι ορθός και τα σύνορα όπως αυτά έχουν καθοριστεί, ταυτίζονται με το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο σε ότι αφορά τη θέση το μέγεθος και το σχήμα. Συγκεκριμένα η χωρομετρία των τεμαχίων 1170, 995, 959 έγινε με τον φάκελο ΑΧ1244/2001 που αφορούσε επανατοποθέτηση οροσήμων και η χωρομετρία των τεμαχίων 979 και 1464 έγινε με τον φάκελο ΑΧ885/2012 και ΑΧ2150/2008 που αφορούσαν οριοθέτηση και συγχώνευση αντίστοιχα. Περαιτέρω εφάρμοσε τη χωρομετρία προηγούμενων χωρομετρικών εργασιών κοντά στην εξετάζουσα περιοχή, και συγκεκριμένα τη χωρομετρία που καθορίζεται από το χωρομετρικό βιβλίο Μ870 σελ. 24- 25-26-27-28-29 και έγινε με το φάκελο ΑΔΧ75/2000 και αφορούσε κατασκευή κεντρικού αποχετευτικού αγωγό. Τη χωρομετρία από το χωρομετρικό βιβλίο Μ2575 σελ.8-9 που έγινε με το φάκελο ΔΑΕ75/2000 και αφορούσε επιστροφή πλεονάζουσας έκτασης για το τεμάχιο 982. Τη χωρομετρία από το χωρομετρικό βιβλίο Μ2814 σελ.6-7 που έγινε με τον φάκελο ΑΧ 1049/2002 που αφορούσε οριοθέτηση του τεμαχίου 981. Κατέθεσε δε προς απόδειξη των ισχυρισμών του σχετικά Τεκμήρια, ήτοι τα Τεκμήρια 1, 2 και 3. Αναφέρει επιπλέον ο κύριος Βασιλείου ότι πραγματοποίησε και αποτυπώσεις επιτόπου «καταστάσεων και φυσικής λεπτομέρειας στην περιοχή που σχετίζονται με τα σύνορα» καταγράφοντας και σχετικές λεπτομέρειες. Αναφέρει επίσης ότι τα επίδικα τεμάχια [ ] και [ ] αποτελούσαν κατά το παρελθόν ένα ενιαίο τεμάχιο, τα οποία διαχωρίστηκαν με τον φάκελο Α957 /41 ο οποίος λήφθηκε υπόψη κατά τον καθορισμό των εγγεγραμμένων συνόρων. Τυχόν άλλη κατασκευή που έγινε μεταγενέστερα της εγγραφής δεν «αποτελεί κριτήριο για τον καθορισμό των εγγεγραμμένων συνόρων». Επίσης αναφέρει ότι επιτόπου καταστάσεις των οποίων η θέση και το σχήμα δεν συνάδει με το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο ή γραμμή διαχωρισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εγγεγραμμένο σύνορο.
44. Καταλήγοντας αναφέρει ότι έγινε η καλύτερη δυνατή ταύτιση με το εν χρήσει και αρχικό κτηματικό σχέδιο και καθορίστηκαν τα εγγεγραμμένα σύνορα για τα επίδικα τεμάχια [ ] και [ ]. Επίσης καθορίστηκαν τα εγγεγραμμένα σύνορα των τεμαχίων 973 και 975 στα πλαίσια εξέταση του φακέλου ΑΧ5965/2010 που αφορούσε συγχώνευση και διαχωρισμό, προέκυψε διαφορά συνόρων ανάμεσα στα τεμάχια 973 και 975 με το τεμάχιο 371 η οποία εξετάστηκε με το φάκελο ΑΧ2300/2015 και εκδόθηκε η απόφαση από τον διευθυντή η οποία δεν εφεσιβλήθηκε. Αναφορικά με τα προαναφερόμενα τεμάχια για τα οποία εκδόθηκε η απόφαση είναι παρακείμενα τεμάχια σε σχέση με τα επίδικα τεμάχια. Επισύναψε προς τούτο και σχετικά Τεκμήρια, ήτοι τα Τεκμήρια 5 και 6.
45. Πέραν του ότι δεν παρασχέθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία που να καταδεικνύει τυχόν σφάλματα που θεωρεί ο Αιτητής ότι έγιναν από την πλευρά του Διευθυντή, δεν αμφισβητήθηκαν με τον οποιοδήποτε τρόπο και τα όσα ανέφεραν οι ενόρκως δηλούντες που υποστηρίζουν την Ένσταση και οι οποίοι ανέλυσαν με επαρκή λεπτομέρειας όλες τις ενέργειες που έλαβαν, τις μεθόδους που εφάρμοσαν και τα στοιχεία που έλαβαν υπόψη. Υπό τις περιστάσεις αυτές κρίνω ότι ο Αιτητής οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι τόσο γενικοί και αόριστοι που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για την κρίση του εσφαλμένου της Απόφασης του Διευθυντή σε αντίθεση με τα όσα λεπτομερώς κατέγραψε η πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης.
46. Όσο αφορά το «παράπονο» του Αιτητή ότι παράλληλα με την επίλυση της συνοριακής διαφοράς μεταξύ των Τεμαχίων [ ] και [ ] καθορίστηκε και το σύνορο μεταξύ του Τεμαχίου [ ] και [ ] θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο σχετικό Σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στην Απόφαση του Διευθυντή, δεν υποστηρίζει τους ισχυρισμούς αυτούς του Αιτητή. Από το σχετικό Σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι αυτό που καθορίστηκε είναι το σύνορο μεταξύ των Τεμαχίων [ ] και [ ]. Καθορίστηκε δηλαδή το σύνορο με τρόπο που πλέον το Τεμάχιο [ ] δεν συνορεύει με το Τεμάχιο [ ], ως ήταν προηγουμένως. Η ορθή αποτύπωση των συνόρων μεταξύ των Τεμαχίων [ ] και [ ] καταδεικνύει επί της ουσίας ότι το Τεμάχιο [ ] συνορεύει με το Τεμάχιο [ ].
Ε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
47. Ενόψει των όσων έχουν σημειωθεί πιο πάνω η Αίτηση/Έφεση απορρίπτεται.
48. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης και εναντίον του Αιτητή/Εφεσείοντα ως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)…………………………………………..
Χ. Στρόππος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο