ANTΩΝΗ ΚΑΛΥΦΟΜΜΑΤΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ, Αρ. Αγωγής: 188/2020, 8/12/2025
print
Τίτλος:
ANTΩΝΗ ΚΑΛΥΦΟΜΜΑΤΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ, Αρ. Αγωγής: 188/2020, 8/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.

                                                                                                             Αρ. Αγωγής: 188/2020

 

              ANTΩΝΗ ΚΑΛΥΦΟΜΜΑΤΟΥ                                                                      

            Ενάγουσα

 

-και-

 

 ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ

                                                   

                                                       Εναγόμενος                                                                       

Ημερομηνία:  08/12/2025

 

Εμφανίσεις:

 

Για Ενάγοντα: κύριος Καλυφόμματος Κ.    

Για Εναγόμενο: κυρία Φράγκου Ε.  

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

I.          ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 

1.         Η παρούσα Αγωγή αφορά περιστατικό που έλαβε χώρα, σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης στις 09/12/2019 στο χώρο εργασίας του Ενάγοντα, όπου εργαζόταν και ο Εναγόμενος.

 

2.         Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, ο Εναγόμενος επιτέθηκε απρόκλητα στον Ενάγοντα και χωρίς να προηγηθεί η οποιαδήποτε συζήτηση μεταξύ τους. Η επίθεση αυτή ήταν βίαια, αφού ο Εναγόμενος τον άρπαξε από τα ρούχα και τον έριξε σε ένα σταθμευμένο όχημα, όπου ο Ενάγοντας κτύπησε και έπεσε στο πάτωμα με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο χέρι. Κατά την διάρκεια που βρισκόταν στο πάτωμα ο Ενάγοντας, ο Εναγόμενος τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο προκαλώντας του περαιτέρω σωματικές βλάβες.  Ο Ενάγοντας εξαιτίας του περιστατικού αυτού διεκδικεί γενικές και ειδικές ζημιές.

 

3.         Στο δικόγραφο της υπεράσπισης καταγράφεται άρνηση στα όσα προβάλλει ο Ενάγοντας και ζητείται η απόρριψη της Αγωγής με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου.

 

II.         ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

 

4.         Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν τέσσερεις συνολικά μάρτυρες. Από την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε η Δρ. Ζωή Νικολάου, ο Ενάγοντας και ο κύριος Θεόδωρος Θεοδώρου, ο οποίος εργαζόταν στον ίδιο χώρο κατά την επίδικη περίοδο. Από την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος.,

 

5.         Κατωτέρω θα παρατεθεί κατά τρόπο συνοπτικό η μαρτυρία που προσφέρθηκε κατά την ακρόαση. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραθέσει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή ν’ αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς  η μαρτυρία στην πλήρη της έκταση είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).

 

6.         Σημειώνεται εκ προοιμίου ότι έλαβα υπόψη μου όλη την μαρτυρία που προσκομίστηκε στη πλήρη της μορφή.

 

Η μαρτυρία της ΜΕ1

 

7.          Μέσα από την μαρτυρία της η κυρία Νικολάου ανέφερε ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα ως ασθενή καθότι τον περιέθαλψε στο παρελθόν όπου του είχε τοποθετήσει κάποια εμφυτεύματα περί το 2008. 

 

8.         Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το ιατρικό πιστοποιητικό που φέρει ημερομηνία 09/12/2019 στο οποίο αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας της ανέφερε ιστορικό ξυλοδαρμού στον εργασιακό του χώρο από συνάδελφο. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε θλαστικό τραύμα κάτω χείλους αριστερά και αιμάτωμα άνω χείλος αριστερά. Πραγματοποιήθηκε συρραφή του τραύματος και χορηγήθηκε αντιβιοτική θεραπεία και συστάθηκε προς τον Ενάγοντα συχνή παρακολούθηση μέχρι πλήρη επούλωση. Δεν διαπιστώθηκαν κατάγματα οστών και προσωπικού κρανίου. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 2 απόδειξη είσπραξης του ποσού των 300 Ευρώ από τον Ενάγοντα. Πέραν των πιο πάνω ανέφερε ότι ο Ενάγοντας ήταν αγχωμένος κατά την επίσκεψη του.

 

9.         Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι:

 

(i)        Eξ’ όσων θυμάται ο Ενάγοντας την επισκέφτηκε με την μητέρα του αμέσως μετά τον ξυλοδαρμό. Ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι το τραύμα ήταν φρέσκο και δεν είχαν περάσει 24 ώρες από το τραύμα. Αν περνούσαν 24 ώρες τότε θα ήταν αναγκαία άλλη αντιμετώπιση.

 

(ii)       Αναφορικά με την σοβαρότητα ανέφερε ότι επρόκειτο για θλαστικό τραύμα, μεγέθους 2 εκατοστών. Δεν είχε κατάγματα προσωπικού κρανίου.  Το τραύμα ήταν στο αριστερό χείλος αλλά όχι σε ευθεία γραμμή, δεν ήταν ευθεία γραμμή. Αποκολλήθηκε κομμάτι από τα χείλη και ήταν σχισμένο και αποκολλημένο. Δεν ήταν επιπόλαιο τραύμα αφού αν ήταν δεν θα χρειαζόταν συρραφή.

 

(iii)      Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πόσες ραφές έκανε στον Ενάγοντα ενώ ανέφερε ότι την επισκέφτηκε ο Ενάγοντας επειδή ήταν η προσωπική του γναθοχειρουργός και «φαντάζεται» ότι την επισκέφτηκε επειδή είχε αγωνία αν δημιουργήθηκε ζημιά στα εμφυτεύματα του.

 

(iv)      Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι πρέπει να είδε τον Ενάγοντα δύο με τρείς φορές και τον χρέωσε 300 Ευρώ για την συρραφή αλλά όχι για τις επισκέψεις, αφού αυτή είναι η τακτική του γραφείου της.

 

(v)       Αρνήθηκε ότι ήρθε για να βοηθήσει τον Ενάγοντα αφού δεν ήθελε να έρθει αλλά της επιδόθηκε κλήση.

 

(vi)      Ανέφερε ότι είναι τακτική να εκδίδονται πιστοποιητικά σε περιπτώσεις ξυλοδαρμού και της το ζήτησε ο Ενάγοντας και γι’ αυτό το εξέδωσε.

 

Η μαρτυρία του ΜΕ 2

 

10.      Ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας. Η Γραπτή του Δήλωση κατατέθηκε ως Έγγραφο Α και ανέφερε ότι είναι μάγειρας τα τελευταία 10 χρόνια και κατά τον επίδικο χρόνο ήτοι στις 09/12/2009 εργαζόταν ως μάγειρας στο εστιατόριο Estrella στην Λεμεσό.

 

11.      Στο ίδιο εστιατόριο εργαζόταν και ο Εναγόμενος κατά τον επίδικο χρόνο και υπεύθυνος της κουζίνας ήταν ο Θεόδωρος Θεοδώρου. Την 09/12/2019 τόσο ο ίδιος όσο και ο Εναγόμενος βρίσκονταν εν ώρα καθήκοντος στον χώρο εργασίας τους. Ο χώρος του εστιατορίου αποτελείτο από όροφο και ισόγειο ενώ στο υπόγειο υπήρχε χώρος στάθμευσης.

 

12.      Κατά την πιο πάνω ημερομηνία ο υπεύθυνος της κουζίνας, κύριος Θεοδώρου του ζήτησε να πάει στο ισόγειο να φέρει κάτι. Όταν πήγε στο ισόγειο βρισκόταν εκεί ο Εναγόμενος και του ζήτησε ευγενικά να του το δώσει.

 

13.      Χωρίς καμία αιτία τον έσπρωξε βίαια στο στήθος και του είπε να πάει κάτω στον χώρο στάθμευσης για να μιλήσουν. Ούτε γνωρίζονταν από πριν αλλά ούτε και είχε προηγηθεί το οτιδήποτε. Ενόψει τούτου «θεώρησε ορθό»  να λύσει την όποια παρεξήγηση και «έτσι καλοπροαίρετα» πήγε στο χώρο στάθμευσης. Όταν ήρθε ο Εναγόμενος, εντελώς απρόκλητα και χωρίς να προηγηθεί το οτιδήποτε του επιτέθηκε βίαια, τον άρπαξε από τα ρούχα και τον έριξε με πολλή δύναμη σε σταθμευμένο όχημα. Κτύπησε στο όχημα και έπεσε κάτω με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο χέρι, ήτοι στο δεξιό αγκώνα ο οποίο αιματώθηκε και γδάρθηκε.

 

14.      Ενώ βρισκόταν στο πάτωμα, ο Εναγόμενος τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο προκαλώντας του περαιτέρω σωματικές βλάβες και αιμορραγία. Ενώ αιμορραγούσε του είπε «θέλεις και δικηγόρο; Εν η αρφή μου» και έφυγε.

 

15.      Ανέφερε το περιστατικό στο προϊστάμενο του και κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία χωρίς να γνωρίζει το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση, παρά το ότι λήφθηκαν καταθέσεις. Εξ’ όσων ενημερώθηκε από τον κύριο Θεοδώρου, ο Εναγόμενος απολύθηκε την ίδια στιγμή και εκδιώχθηκε από το εστιατόριο. Επισκέφτηκε τότε την ίδια ημέρα την κυρία Νικολάου η οποία έκανε την σχετική διάγνωση και του χορήγησε αντιβιοτική θεραπεία. Όπως ανέφερε επισκέφτηκε την εν λόγω ιατρό επειδή ήταν αυτή που τον περιέθαλψε παλαιότερα το 2008 όταν είχε σοβαρό τροχαίο ατύχημα για το οποίο νοσηλεύτηκε σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Εξαιτίας του τραύματος αυτού χρειάστηκε αρκετές επεμβάσεις, μεταξύ άλλων και εμφύτευση δοντιών, στην περιοχή που τον γρονθοκόπησε ο Εναγόμενος.

 

16.      Το περιστατικό του προκάλεσε πολύ μεγάλη ταραχή και άγχος και του «ξύπνησε» μνήμες από το ατύχημα του. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί και είχε για αρκετές ημέρες άγχος ανασφάλεια, ένιωθε ντροπή εξευτελισμό, μεταξύ άλλων.

 

17.      Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι λίγο καιρό μετά παραιτήθηκε από την εργασία του και ότι γνώριζε τον Εναγόμενο από την εργασία του και είχαν αρκετή τριβή τις ώρες εργασίας. Διατηρούσαν τυπικές σχέσεις. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο υπήρχε ο οποιοσδήποτε άλλος στο χώρο στάθμευσης εκείνη την ώρα ενώ ο λόγος που εισήλθε στο εστιατόριο ήταν για να τον δει κάποιος και να λάβει άδεια για να φύγει. Δεν ήταν σε θέση να δώσει εξήγηση για τον λόγο που τον κτύπησε ο Εναγόμενος αφού δεν «ήξερε τι θέματα είχε και δεν ήξερε αν είναι καλά ο άνθρωπος». Ήταν γενικότερα λίγο απότομος ο Εναγόμενος όπως «τον έβλεπε να κινείται μέσα στην κουζίνα». Σε σχετικές ερωτήσεις επανέλαβε τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του χωρίς να αποκλίνει από τις θέσεις του και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν.

 

Η μαρτυρία του ΜΕ3

 

18.      Ο ΜΕ3 ήταν εργαζόμενος στο εστιατόριο που εργαζόταν τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο Εναγόμενος. Ανέφερε ότι σε «κάποια στιγμή έστειλε» τον Εναγόμενο για να φέρει κάτι που χρειαζόταν και «στο δεκάλεπτο άκουσε κάποια φασαρία και ο Αντώνης ήταν χτυπημένος στο πρόσωπο και στα χείλη» και «έτρεχε αίμα». Ανέφερε επίσης ότι γενικά ο Εναγόμενος ήταν «ευέξαπτος και ικανός να κάνει κάτι τέτοιο» ενώ στην συνέχεια «ζήτησε να τον απολύσουν».

 

19.      Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν ήταν παρών στο «συμβάν», ωστόσο δεν μπορούσε να πει κατά πόσο έγινε κάτι άλλο αφού όπως ανέφερε «δεν θα είμασταν εδώ». Μετά το περιστατικό όμως, ήρθε η Αστυνομία και έπαιρνε καταθέσεις. Το εστιατόριο εκείνη την ώρα «είχε κάποιο κόσμο αλλά όχι τόσο πολύ κόσμο».

 

Η μαρτυρία του ΜΥ

 

20.      O MΥ κατά την κυρίως εξέταση του έκανε αναφορά σε ένα γεγονός που έλαβε χώρα πριν την ακρόαση της υπόθεσης. Ανέφερε ότι ενώ συζητούσε με την Συνήγορο του έξω από την αίθουσα, δίπλα του καθόταν «ένα νεαρό παιδί». Όταν είδαν τον Συνήγορο του Ενάγοντα τον ρώτησαν «αν ήρθε ο Ενάγοντας» και τότε ο Συνήγορος τους υπέδειξε το «νεαρό παιδί» που καθόταν μαζί τους. Δεν αναγνώρισε τον Ενάγοντα και θεώρησε ορθό να το αναφέρει «για όση σημασία μπορεί να έχει αυτό για ένα Δικαστήριο».

 

21.      Σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης αποτέλεσε θέση του ότι ο μοναδικός σκοπός του Ενάγοντα εξαρχής, ήταν και εξακολουθεί να είναι η αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Εργαζόταν στην ίδια εργασία με τον Ενάγοντα και ο τελευταίος ήταν  γενικά πολύ εριστικός σαν χαρακτήρας και αρκετά προκλητικός. Δεν απέκλεισε κατά τον επίδικο χρόνο να συζήτησαν, πλην όμως ουδέποτε επιτέθηκε στον Ενάγοντα. Απέκλεισε να είχε επιτεθεί σε «κάποιο παιδί τόσο νεαρής ηλικίας» και να έπαθε τόση ζημιά ως ισχυρίζεται και να μην τον θυμάται καν, ούτε το πρόσωπο του. Το μόνο που θυμάται είναι ότι «αυτός ο νεαρός ήταν πολύ έντονα εριστικός και προκλητικός».

 

22.      Ανέφερε ότι «αποδέχομαι ότι ο Ενάγοντας εργαζόταν στο εστιατόριο […] όπου εργαζόμουν» και κατά τα λοιπά αρνήθηκε ότι την 09/12/2019 επιτέθηκε «καθ’ οιονδήποτε τρόπο στον Ενάγοντα. Να μιλήσουμε ναι, μπορεί, αλλά να επιτέθηκα σε αυτόν όχι. Ποτέ δεν έγινε κάτι τέτοιο.». Ουδέποτε καταχωρίστηκε η οποιαδήποτε ποινική υπόθεση εναντίον του και αρνήθηκε ότι ο Ενάγοντας υπέστη οποιαδήποτε ταλαιπωρία, πόνο και έξοδα από υπαιτιότητα του.

 

23.      Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν είδε κανένα τραυματισμό και ότι ο Ενάγοντας «ήταν προβληματικός».

 

III.       ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

24.      Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται.

 

25.      Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Όπως τίθεται από την νομολογία «υπάρχουν δύο στάδιο πνευματικής διεργασίας». Το πρώτο στάδιο είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας και με στόχο την διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων. Το δεύτερο στάδιο είναι η διαπίστωση κατά πόσο ο Ενάγων έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της απαίτησης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο. Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (συνδυασμένη ανάγνωση των  Pashkovskiy v. Pashkovskayia (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 657, 667, R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd. (1996) 1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084, Wynne v Mavronicola (2009) 1 ΑΑΔ 1138 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014).

 

26.      Η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και δεν συναρτάται με το οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614).

 

27.      Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη «φόρμουλα» για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα και την εξακρίβωση της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου. Ως εκ τούτου έχουν καθιερωθεί κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί της ζωής, που προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του.  Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές ή ακόμα και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψής στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποια ιδιότητα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους, όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του  (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165, Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 661, Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου  (1999)  1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου (2000) 1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.  (2001)  2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd (2009) 1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016).  

28.      Δεν παραγνωρίζεται ασφαλώς ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στην μαρτυρία ενός προσώπου αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας (βλ. Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797).  

 

29.      Το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, ECLI:CY:AD:2017:C35).

 

30.      Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165).

 

31.      Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια  μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο  βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας (Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339)[1].

32.      Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα (Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304), ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454).

 

33.      Διευκρινίζεται ότι οι  υποβολές των  συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και  αν δεν προσαχθεί  αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

34.      Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης που έχει καθορίσει η νομολογία των Δικαστηρίων προβαίνω στην πιο κάτω αξιολόγηση.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1

 

 

35.      Η ΜΕ1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και οι απαντήσεις της ήταν ευθείς και η στάση της γενικότερα έδιδε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια και να καταθέσει τα γεγονότα ως τα γνώριζε. Από κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν εντοπίστηκε προσπάθεια να καταθέσει οτιδήποτε άλλο πέραν των όσων γνώριζε.  Ήταν η ιατρός που εξέτασε τον Ενάγοντα και που ανέλαβε την ίαση του τραυματισμού του. Ανέφερε ότι τα τραύματα συνίσταντο σε θλαστικό τραύμα κάτω χείλους αριστερά και αιμάτωμα άνω χείλος αριστερά. Πραγματοποίησε συρραφή του τραύματος και χορηγήθηκε αντιβιοτική θεραπεία και συστάθηκε προς τον Ενάγοντα συχνή παρακολούθηση μέχρι πλήρη επούλωση. Ανέφερε ότι δεν διαπιστώθηκαν κατάγματα οστών και προσωπικού κρανίου και κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 2 απόδειξη είσπραξης του ποσού των 300 Ευρώ από τον Ενάγοντα. Πέραν των πιο πάνω ανέφερε ότι ο Ενάγοντας ήταν αγχωμένος κατά την επίσκεψη του. Παρά τις υποβολές της Συνηγόρου του Εναγόμενου ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον Ενάγοντα, χαρακτηριστική ήταν η αναφορά της ότι «δεν ήθελε να έρθει αλλά της επιδόθηκε κλήση.». Πέραν τούτων τα όσα ανέφερε συνάδουν και με τα όσα ανέφερε ο Ενάγοντας αλλά και ο ΜΕ3, τουλάχιστον στο βαθμό που άπτονταν των εξωτερικών γνωρισμάτων του τραύματος του Ενάγοντα.  

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2

 

36.      Προσεγγίζω την μαρτυρία του ΜΕ2 με προσοχή καθότι είναι ο Ενάγοντας και έχει προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Παρά το γεγονός αυτό η μαρτυρία του υποστηριζόταν από τα όσα ανέφεραν οι λοιποί μάρτυρες και οι απαντήσεις του παρουσίαζαν συνοχή. Συγκεκριμένα τα όσα ανέφερε περί του τρόπου τραυματισμού του ήταν αντίστοιχα με τα όσα ανέφερε στην ΜΕ1 κατά την επίσκεψη του στο ιατρείο της, η οποία μάλιστα ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι το τραύμα ήταν τέτοιο που θα είχε συμβεί εντός των προηγούμενων 24 ωρών καθότι σε διαφορετική περίπτωση θα έχρηζε διαφορετικής αντιμετώπισης.  Αντίστοιχα, τα όσα ανέφερε σε σχέση με τον τρόπο που έλαβαν χώρα τα γεγονότα και η επίθεση από τον Ενάγοντα ουδόλως αμφισβητήθηκαν επί της ουσίας από την πλευρά του Εναγόμενου αφού δεν προσφέρθηκε καμία μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα με άλλο τρόπο. Σημειώνεται δε ότι οι ΜΕ3 και ΜΕ1 δεν ήταν παρόντες κατά το επίδικο περιστατικό αλλά από την μια η ΜΕ1 επιβεβαίωσε ότι ο Ενάγοντας προσήλθε στο ιατρείο της με τραύματα που δεν ήταν επιπόλαια και ότι της ανέφερε ο Ενάγοντας ότι προκλήθηκαν από ξυλοδαρμό και ο μεν ΜΕ3 ανέφερε ότι είδε τον Ενάγοντα κτυπημένο και αίματα μετά που τον «έστειλε» να φέρει κάτι από το ισόγειο.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ3

 

 

37.      Αναφορικά με τον ΜΕ3, επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Τα όσα ανέφερε κατά την διαδικασία αφορούσαν τα όσα προηγήθηκαν της επίθεσης και όσα ακολούθησαν μετά από αυτή. Επιβεβαίωσε ουσιαστικά ότι ήταν το πρόσωπο που ζήτησε από τον Ενάγοντα να φέρει κάτι από το ισόγειο και όταν επέστρεψε ο Ενάγοντας τον είδε κτυπημένο στα χείλη, μαρτυρία η οποία συνάδει με τα όσα αναφέρει ο Ενάγοντας και η ΜΕ1, τουλάχιστον ως προς τα εξωτερικά γνωρίσματα του τραύματος του Ενάγοντα. Τα όσα ανέφερε δεν αμφισβητήθηκαν επί της ουσίας με αντίθετη μαρτυρία. Οι απαντήσεις του ήταν ευθείς και έδιδε την εντύπωση ότι ήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια και να καταθέσει σε σχέση με όσα γνωρίζει.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ

 

38.      Προσεγγίζοντας την μαρτυρία του ΜΥ με προσοχή έχοντας υπόψη ότι είναι ο Εναγόμενος και έχει προσωπικό συμφέρον από την πορεία της υπόθεσης, ο ΜΥ δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Καθ’ όλη την διαδικασία διατηρούσε αμυντική στάση, έδειχνε εκνευρισμό όταν του υποβάλλονταν ερωτήσεις και εκφραζόταν με έντονο τρόπο. Στις ερωτήσεις που του υπέβαλλε ο Συνήγορος του Ενάγοντα απαντούσε είτε αναφέροντας ότι δεν θυμάται είτε ότι αρνείται ότι τα γεγονότα έλαβαν ως αναφέρει ο Ενάγοντας αποφεύγοντας να κάνει την οποιαδήποτε συγκεκριμένη επί της ουσίας αναφορά στον τρόπο που ο ίδιος θυμάται να έλαβαν χώρα τα γεγονότα. Τέλος, ενώ από την μια ανέφερε ότι δεν θυμόταν τον Ενάγοντα, εντούτοις σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του ανέφερε ότι θυμόταν ότι εργάζονταν μαζί στο ίδιο εστιατόριο.

 

39.      Για τους λόγους που έχουν σημειωθεί πιο πάνω, κρίνω ότι η μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ3 και ΜΕ3 είναι αξιόπιστες μαρτυρίες επί των οποίων μπορεί να στηριχθεί η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ως προς τον τρόπο που έλαβαν χώρα τα γεγονότα και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Λαμβάνεται υπόψη ότι δεν προσφέρθηκε καμία επί της ουσίας αντίθετη μαρτυρία για τα γεγονότα, πέραν αυτών που ανέφεραν οι ίδιοι οι ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3.

 

40.      Αντίθετα, για τους λόγους που επίσης αναφέρονται πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΥ κρίνεται αναξιόπιστη και δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τον τρόπο που έλαβαν χώρα τα γεγονότα.

 

 

 

Τα γεγονότα όπως εξάγονται από την μαρτυρία

 

41.      Συνεπεία των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη την δικογραφία, τα επίδικα γεγονότα και τα σχετικά Τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, εξάγονται τα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση:

 

(i)            Κατά τον επίδικο χρόνο και συγκεκριμένα στις 09/12/2019 ο Ενάγοντας εργαζόταν ως μάγειρας στο εστιατόριο Estrella στην Λεμεσό×

 

(ii)          Στο ίδιο εστιατόριο εργαζόταν την ίδια ημέρα και ο Εναγόμενος και υπεύθυνος της κουζίνας ήταν ο Θεόδωρος Θεοδώρου. Την 09/12/2019 τόσο ο ίδιος όσο και ο Εναγόμενος βρίσκονταν εν ώρα καθήκοντος στον χώρο εργασίας τους. Ο χώρος του εστιατορίου αποτελείτο από όροφο και ισόγειο ενώ στο υπόγειο υπήρχε χώρος στάθμευσης×

 

(iii)         Κατά την πιο πάνω ημερομηνία ο υπεύθυνος της κουζίνας, κύριος Θεοδώρου ζήτησε από τον Εναγόμενο να πάει στο ισόγειο να φέρει κάτι. Όταν πήγε στο ισόγειο βρισκόταν εκεί ο Εναγόμενος και του ζήτησε ευγενικά να του το δώσει×

 

(iv)         Χωρίς καμία αιτία τον έσπρωξε βίαια στο στήθος και του είπε να πάει κάτω στον χώρο στάθμευσης για να μιλήσουν, χωρίς να προηγηθεί οτιδήποτε προηγουμένως και έτσι ο Ενάγοντας πήγε στο χώρο στάθμευσης. Όταν ήρθε ο Εναγόμενος, εντελώς απρόκλητα και χωρίς να προηγηθεί το οτιδήποτε του επιτέθηκε βίαια, τον άρπαξε από τα ρούχα και τον έριξε με πολλή δύναμη σε σταθμευμένο όχημα. Κτύπησε στο όχημα και έπεσε κάτω με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο χέρι, ήτοι στο δεξιό αγκώνα ο οποίο αιματώθηκε και γδάρθηκε×

 

(v)          Ενώ βρισκόταν στο πάτωμα, ο Εναγόμενος τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο προκαλώντας του περαιτέρω σωματικές βλάβες και αιμορραγία. Ενώ αιμορραγούσε του είπε «θέλεις και δικηγόρο; Εν η αρφή μου» και έφυγε×

(vi)         Ακολούθως ο Ενάγοντας ανέφερε το περιστατικό στο προϊστάμενο του και κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία και λήφθηκαν καταθέσεις×

 

(vii)        Την ίδια ημέρα ο Ενάγοντας επισκέφτηκε την ΜΕ1, ήτοι την ιατρό του, η οποία κατά την κλινική εξέταση διαπίστωσε θλαστικό τραύμα κάτω χείλους αριστερά και αιμάτωμα άνω χείλος αριστερά. Πραγματοποιήθηκε συρραφή του τραύματος και χορηγήθηκε αντιβιοτική θεραπεία και συστάθηκε προς τον Ενάγοντα συχνή παρακολούθηση μέχρι πλήρη επούλωση. Δεν διαπιστώθηκαν κατάγματα οστών και προσωπικού κρανίου. Για τις υπηρεσίες της αυτές και για τις επισκέψεις που ακολούθησαν χρέωσε τον Ενάγοντα το ποσό των 300 Ευρώ.

 

IV.       ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

 

42.      Ενόψει των όσων σημειώθηκαν πιο πάνω εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο η πλευρά του Ενάγοντα έχει καταφέρει αν αποδείξει την υπόθεση της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ. μεταξύ πολλών άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου (2010) 1 ΑΑΔ 665).

 

43.      Εκ προοιμίου σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις που οι Συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο και εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο θα γίνει αναφορά σε αυτές (βλ. Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1 (Β) ΑΑΔ 1238  & Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).  

 

 

Το αστικό αδίκημα της επίθεσης

 

44.      Από τα όσα κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και από την δικογραφία προκύπτει ότι ο Ενάγοντας στηρίζει την βάση της Αγωγής του στο αστικό αδίκημα της επίθεσης.

 

45.      Όπως προκύπτει από το άρθρο 26 (1) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 που προνοεί το αστικό αδίκημα της επίθεσης το τι θα πρέπει να καταδειχθεί για να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αστικό αδίκημα είναι (α) η απειλή χρήσης βίας ή η χρήση βίας, (β) η ύπαρξη πρόθεσης και η (γ) έλλειψη συναίνεσης από την πλευρά του θύματος. Είναι αδίκημα αγώγιμο per se, πράγμα που σημαίνει ότι δεν απαιτείται η πρόκληση ζημίας. 

 

46.      Αναφορικά με το πρώτο συστατικό, η επαφή πρέπει να είναι άμεση, είτε με το σώμα του εναγόμενου, είτε μέσω κάποιου οργάνου.  Στην Αγγλική υπόθεση Fagan v. Metropolitan Police Commissioner (1968) 3 All E R 442 επιβεβαιώθηκε ότι η βία μπορεί να ασκηθεί, είτε κατ' ευθεία από το σώμα του παραβάτη, είτε διά μέσου κάποιου οργάνου, το οποίο ελέγχεται από τις πράξεις του.  Έτσι, είναι επίθεση είτε είναι το χέρι του παραβάτη, που έρχεται σε επαφή με το σώμα του παραπονούμενου, είτε είναι ένα όργανο, το οποίο ο παραβάτης κρατά στο χέρι του και χρησιμοποιεί για να ασκήσει βία.  

 

47.      Η πρόθεση είναι αυτή που διακρίνει το αδίκημα της επίθεσης από το αδίκημα της αμέλειας.  Απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης άσκησης βίας κατά του προσώπου άλλου.  Όπου, όμως, η χρήση βίας είναι αποτέλεσμα αμελούς πράξης, τότε η βάση αγωγής θα πρέπει να είναι αμέλεια και όχι επίθεση (Βλ. Wilson v. Pringle (1982) 2 All E R 440 και Rasid v. Braybrook (1972) 8 JSC 1082). 

 

48.       Αν κάποιος εκ προθέσεως ασκήσει βία ευθέως πάνω σε άλλον, τότε ο ενάγων έχει αγώγιμο δικαίωμα για επίθεση και βιαιοπραγία ή επέμβαση στο πρόσωπο. Το παραμικρό άγγιγμα από κάποιο με θυμό συνιστά βιαιοπραγία.  Αν, όμως, αυτός δεν προξενήσει βλάβη με πρόθεση, αλλά άνευ προθέσεως, ο ενάγων δεν έχει σήμερα αγώγιμο δικαίωμα για επέμβαση στο πρόσωπο.  Έχει μόνο αγώγιμο δικαίωμα για αμέλεια και μόνο κατόπιν απόδειξης παράλειψης επίδειξης εύλογης φροντίδας (βλ. Letang v. Cooper (1964) 2 All E R 929).     

 

49.      Τέλος, το αδίκημα διαπράττεται μόνο όπου δεν υπάρχει συναίνεση για την εφαρμογή της βίας.  Η ύπαρξη συναίνεσης, εκτός αν λήφθηκε με απάτη, εμποδίζει την πράξη από του να είναι παράνομη. 

 

50.      Ο βαθμός ή η φύση της βίας που ασκείται ή που απειλείται να ασκηθεί είναι άνευ σημασίας και ακόμη και ένα απλό αλλά ηθελημένο άγγιγμα, χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει το υπό κρίση αστικό αδίκημα (βλ. μεταξύ άλλων Letang v. Cooper (1964) 2 All ER 929 και σχετικές αναφορές που γίνονται στην Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Αναστάσιου Ηροδότου, (2015) 2 ΑΑΔ 128).

 

51.      Η πρόθεση εμπεριέχει την συνειδητοποίηση στο μυαλό του εναγόμενου για την συμπεριφορά του και τις συνέπειές της μαζί με επιθυμία για την έλευση των συνεπειών αυτών.  Βέβαια, η ερμηνεία αυτού του ορισμού είναι περισσότερο τεχνική, παρά ουσιαστική. Ένας διάδικος θα πρέπει να θεωρείται ότι είχε την πρόθεση αν αυτό που απορρέει από την πράξη του είναι η αναγκαία ή φυσική συνέπεια αυτού που πράττει.  Αν αποδειχθεί μια πράξη η φυσική απόρροια της οποίας είναι ένα βέβαιο γεγονός και καμία μαρτυρία ή εξήγηση δεν δίδεται, τότε δεν αποκλείεται ότι ο Εναγόμενος να διέπραξε την πράξη αυτή με την ισχυριζόμενη πρόθεση (βλ. PP v. Smith (1961) AC 290 και Georghios Protopapas v. The Police (1962) CLR 27).

 

52.      Εξετάζοντας τα όσα αναδύθηκαν μέσα από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή σε συνάρτηση με το πιο πάνω νομολογιακό και νομοθετικό πλαίσιο, ο Εναγόμενος «έσπρωξε» αρχικά τον Ενάγοντα, ακολούθως και αφού ζήτησε από τον Ενάγοντα να συναντηθούν στον χώρο στάθμευσης και όταν συναντήθηκαν εκεί χωρίς να προηγηθεί το οτιδήποτε τον άρπαξε από τα ρούχα και τον έριξε με πολλή δύναμη σε σταθμευμένο όχημα. Συνεπεία τούτου, ο Ενάγοντας κτύπησε στο όχημα και έπεσε κάτω με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο χέρι, ήτοι στο δεξιό αγκώνα ο οποίο αιματώθηκε και γδάρθηκε. Ενώ βρισκόταν στο πάτωμα, ο Εναγόμενος τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο προκαλώντας του περαιτέρω σωματικές βλάβες και αιμορραγία. Ενώ αιμορραγούσε του είπε «θέλεις και δικηγόρο; Εν η αρφή μου» και έφυγε.

 

53.      Από τα όσα καταγράφηκαν πιο πάνω, προκύπτει ότι ο τρόπος που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα, με τον Εναγόμενο αρχικά «να σπρώχνει» τον Ενάγοντα, ακολούθως να του ζητά να συναντηθούν στον χώρο στάθμευσης, ακολούθως να τον ρίχνει πάνω σε σταθμευμένο όχημα και τέλος να τον γρονθοκοπεί ενώ βρισκόταν στο πάτωμα, επιφέροντας του τα τραύματα που επανειλημμένα σημειώθηκαν, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι ο Εναγόμενος διέπραξε το αστικό αδίκημα της επίθεσης απέναντι στον Ενάγοντα αφού πέραν του ότι άσκησε βία απέναντι στον Ενάγοντα, ενήργησε με πρόθεση. Δεν οφείλονταν οι τραυματισμοί που προκλήθηκαν στον Ενάγοντα σε αμέλεια, ενώ σε κανένα σημείο δεν καταδείχθηκε αλλά ούτε υπήρξε και ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί ύπαρξης αμέλειας ή συναίνεσης από την πλευρά του Ενάγοντα.

 

54.      Ενόψει των πιο πάνω, ο Ενάγοντας έχει καταδείξει στον αναγκαίο βαθμό την υπόθεση του και ο Εναγόμενος διέπραξε εναντίον του Ενάγοντα το αστικό αδίκημα της επίθεσης, ως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.

 

Οι αποζημιώσεις

 

55.      Οποιοδήποτε πρόσωπo, πoυ υφίσταται βλάβη ή ζημιά λόγω αστικoύ αδικήματoς δικαιoύται vα αvαζητήσει από τo πρόσωπo τo oπoίo διέπραξε ή ευθύvεται για τo αστικό αυτό αδίκημα τις θεραπείες τις oπoίες τo δικαστήριo έχει εξoυσία vα χoρηγήσει. Η αρχή που διέπει τον υπολογισμό αποζημιώσεων σε περιπτώσεις διάπραξης αστικών αδικημάτων είναι η αρχή της αποκατάστασης βάσει της οποίας, το θύμα θα πρέπει να τεθεί στη θέση που θα βρισκόταν εάν δεν διαπραττόταν το εν λόγω αστικό αδίκημα (βλ. άρθρο 3 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148  και Papakokkinou and Others v. Kanther (1982) 1 CLR 65).  Η ιδιομορφία της παρούσας υπόθεσης έγκειται στο ότι κατά τον υπολογισμό του ύψους του ποσού των γενικών αποζημιώσεων δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ότι αφορούν σε παραβίαση του δικαιώματος για προστασία της σωματικής ακεραιότητας και ότι είναι υπό αυτή την έννοια που θα πρέπει να προσεγγίζονται οι γενικές αποζημιώσεις σε σχέση με το αστικό αδίκημα της επίθεσης και επομένως θα πρέπει να διαφοροποιούνται από τις συνήθεις αποζημιώσεις που επιδικάζονται σε περιπτώσεις αμέλειας

 

56.      Με βάση τη νομολογία, η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες που η διαγωγή του Εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει η επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος (Andrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας (1998) 1 Α.Α.Δ. 1836).

 

57.      Τιμωρητικές αποζημιώσεις αποδίδονται για να καταδειχθεί ο αποτροπιασμός του Δικαστηρίου για τη συμπεριφορά του Εναγόμενου έχοντας στόχο τόσο την τιμωρία όσο και τον παραδειγματισμό (Stassinos Investment and Finance Limited v. Γενικός Εισαγγελέας κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 142/2013, ημερ. 3/3/2020). Οι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον εναγόμενο και να τον αποτρέψουν από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. Δεν αποσκοπούν όμως στην αποκατάσταση του θύματος όπως είναι οι συνήθεις αποζημιώσεις, αλλά τέτοιες αποζημιώσεις επιδικάζονται όταν διαπιστώνεται βλάβη στα αισθήματα του ενάγοντα λόγω της επίδειξης από τον εναγόμενο στοιχείων ακραίας αλαζονείας ή καταπιεστικής συμπεριφοράς για την οποία επιβάλλεται η τιμωρία του ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδριανής Πάλμα κ.ά. (2015) 1 Α.Α.Δ. 2489). Σκοπός τους είναι η τιμωρία ουσιαστικά του Εναγόμενου για απαράδεκτες πράξεις και συμπεριφορές έξω από το ορθό και νόμιμο μέτρο. Στόχος είναι η τιμωρία του αδικοπραγούντος όταν η συμπεριφορά του αφενός καταδεικνύει έντονη αδιαφορία για τα δικαιώματα του άλλου μέρους και αφετέρου στοχεύει στην επίτευξη κέρδους στον ίδιο (Παπακόκκινου ν. Κάνθερ (1982) 1 Α.Α.Δ. 65, Δημοκρατία v. Ονουφρίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 463/2012, ημερ. 23/11/2018, ECLI:CY:AD:2018:A517, ECLI:CY:AD:2018:A517).

 

58.      Όπου οι περιστάσεις διάπραξης αστικού αδικήματος είναι τέτοιες, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να επιδικάσει επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις αν διαπιστώσει βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειας του ενάγοντα (Eliades v. Lyssarides (1979) 1 C.L.R. 254).

 

59.      Όσο αφορά την διαφορά μεταξύ των δύο, ήτοι παραδειγματικών και επαυξημένων, υπογραμμίστηκε ότι «η διαφορά μεταξύ των δύο φαίνεται να είναι περισσότερο θεωρητική και όπως επισήμανε ο Λόρδος Devlin στη Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, οι επαυξημένες αποζημιώσεις μπορεί να καλύψουν όλες τις περιπτώσεις, εκτός από κάποιες σπάνιες περιστάσεις που ενδεχομένως να υπάρχουν ιδιάζοντα γεγονότα που να συνηγορούν υπέρ της κατ' εξαίρεση χορήγησης της θεραπείας των παραδειγματικών αποζημιώσεων (Βλ. Papakokkinou v. Kanther (1982) 1 Α.Α.Δ. 65, στις σελ. 76-78).» (βλ. CORNELIUS DESMOND O' DWYER ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 47/2015, ημερομηνίας 01/12/2023).

 

60.      Σε σχέση με τις Γενικές Αποζημιώσεις υπενθυμίζεται ότι δεν θα πρέπει απαραιτήτως και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο να αναφέρεται σε προηγούμενες αυθεντίες, πριν καθορίσει το ποσό των γενικών αποζημιώσεων. Μόνο όπου υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις ή τραύματα το Δικαστήριο ενδεχομένως να ανατρέξει σε νομολογία για άντληση καθοδήγησης (Nικολάου Aντώνης ν. Eπίσημου Παραλήπτη, ως διαχειριστή της περιουσίας του πτωχεύσαντος Λούη Aιμίλιου, (2009) 1 ΑΑΔ 1339). 

 

 

61.      Στην επίδικη περίπτωση δεν προβλήθηκε μαρτυρία αλλά ούτε και ισχυρισμός ότι η επίθεση του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα προκάλεσε οποιαδήποτε άλλη μόνιμη βλάβη ή συνέπεια πέραν θλαστικού τραύματος κάτω χείλους αριστερά και αιμάτωμα άνω χείλος αριστερά και της συρραφής του τραύματος και της χορήγησης αντιβιοτικής θεραπείας. Συστάθηκε προς τον Ενάγοντα συχνή παρακολούθηση μέχρι πλήρη επούλωση ενώ δεν διαπιστώθηκαν κατάγματα οστών και προσωπικού κρανίου. Υπό το φως των δεδομένων αυτών κρίνεται ότι δεν υφίσταται η οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα που να καθιστά απαραίτητη την προσφυγή σε προγενέστερη νομολογία για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων.

 

62.      Σε κάθε περίπτωση, σχετική καθίσταται στην παρούσα αλληλουχία η υπόθεση Κυριάκος Ηλία ν. Αλέξης Ευτυχίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 291/2016, ημερομηνίας 30/09/2025 όπου Πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των 3.000 Ευρώ ως «γενικές, επαυξημένες και τιμωρητικές αποζημιώσεις» για επίθεση την οποία ο Εφεσίβλητος, τότε κληρωτός οπλίτης στην Εθνική Φρουρά, δέχθηκε από τον ανώτερο του, ανθυπολοχαγό πεζικού Εφεσείοντα. Ο Εφεσίβλητος διαγνώστηκε με θλάση οσφύος και του χορηγήθηκε τετραήμερη αναρρωτική άδεια και παραπονείτο ότι από την επίθεση και μέχρι την δίκη ταλαιπωρείτο με πόνο στην μέση.  Στην πιο πάνω υπόθεση η καταδικαστέα συμπεριφορά εντοπίστηκε στο γεγονός ότι ο Εναγόμενος «ενήργησε με τρόπο αλαζονικό προς υφιστάμενο του, σε χώρο όπου το περιστατικό έγινε αντιληπτό και από τρίτα πρόσωπα και το συμβάν ήταν ταπεινωτικό για τον Εφεσίβλητο.».

 

63.      Επανερχόμενος στην επίδικη υπόθεση και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που έλαβε χώρα η επίθεση, την σοβαρότητα των τραυμάτων που υπέστη ο Ενάγοντας, όπου η σοβαρότητα τους αντικατοπτρίζεται από την θεραπεία στην οποία υποβλήθηκε ο Ενάγοντας αμέσως μετά τον τραυματισμό του αλλά και στην απουσία μόνιμης βλάβης, τα αισθήματα «ντροπής και εξευτελισμού» που αισθάνθηκε ο Ενάγοντας από την απρόκλητη επίθεση του Ενάγοντα στον χώρο εργασίας του, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις το ποσό των 2500 Ευρώ αποτελεί εύλογη αποζημίωση υπό μορφή γενικών και επαυξημένων αποζημιώσεων.

 

64.      Σε σχέση με τις τιμωρητικές αποζημιώσεις θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέσα από την μαρτυρία που προσφέρθηκε δεν καταδείχθηκε τέτοια αλαζονική συμπεριφορά του Εναγόμενου, η οποία αποσκοπούσε στην ταπείνωση του Ενάγοντα και στην επίτευξη κέρδους από την πλευρά του Εναγόμενου.

 

65.      Ζημιές που ήδη αποκρυσταλλώθηκαν και μπορούν να υπολογιστούν αριθμητικά επιδικάζονται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρειες και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. Ανδρέας Σπύρου v. Άριστου Χ"Χαραλάμπους (1989) 1Ε Α.Α.Δ. 298.).  

 

66.      Ο Ενάγοντας αξιώνει ως ειδικές αποζημιώσεις το ποσό των 300 Ευρώ, το οποίο αφορά τα έξοδα που κατέβαλε στην ιατρό την οποία επισκέφτηκε για να περιθάλψει τα τραύματα που προκλήθηκαν από την επίθεση του Εναγόμενου. Προσκόμισε προς τούτο και σχετικό αποδεικτικό το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 σχετική απόδειξη είσπραξης. Είναι γνωστή η σχετική επί του θέματος νομολογία και δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά (βλ. μεταξύ πολλών άλλων μεταξύ άλλων Ηλιάδης Μάριος κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, (2016) 1 ΑΑΔ 1305, Χρυσοστόμου Ανδρέας ν. Cyprialife Limited, (2011) 1 ΑΑΔ 1490, Ανδρέα Πίριλλου v. Ρουπινέττας Κονναρή (2000) 1 ΑΑΔ 1153, Φούτρη ανωτέρω, Μεταξάκης Χρίστος v. Δήμου Λευκωσίας (2003) 1 ΑΑΔ 467, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Ανδρέου Χατζαχαραλάμπους (1989) 1Ε ΑΑΔ 298, Παναγή Παναγιώτης κ.ά. ν. Σάββα Κακόψιτου κ.ά. (2001) 1 ΑΑΔ 839, R.K.B. Leathergoods Ltd ν. Βιργινίας Ευαγγέλου Αγγελίδη (2004) 1 ΑΑΔ 1071 και Galatariotis Telecommunications Ltd v. 1.  Δημήτρη Σιουκιούρογλου  Λτδ κ.ά. (2008) 1 ΑΑΔ 29). Διαπιστώνεται ότι ο Ενάγοντας δικογράφησε την σχετική απαίτηση του και κατέθεσε προς τούτο σχετική απόδειξη που όπως αναφέρθηκε κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Συνεπώς, ο Ενάγοντας έχει αποδείξει την σχετική απαίτηση του στον αναγκαίο βαθμό και δικαιούται στην έκδοση Απόφασης για το ποσό των 300 Ευρώ.

 

Τόκος

 

67.      Αναφορικά με τον τόκο σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο άρθρο 58 Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπου προνοείται ότι το επιδικασθέν ποσό θα φέρει ετήσιο τόκο από την ημέρα που γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα.

 

68.      Στην απουσία μαρτυρίας που να καταδεικνύει κατά πόσο προηγήθηκε οποιαδήποτε επιστολή δια της οποίας να τίθετο η απαίτηση του Ενάγοντα απέναντι στον Εναγόμενο, ο νόμιμος τόκος επιδικάζεται επί των Γενικών και Ειδικών Αποζημιώσεων από την καταχώριση της επίδικης Αγωγής μέχρι εξόφλησης.

 

V.        ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

69.      Ενόψει των όσων έχουν σημειωθεί πιο πάνω η Αγωγή επιτυγχάνει και ως εκ τούτου:

 

(i)            Επιδικάζεται το ποσό των 2.500 Ευρώ ως Γενικές και Επαυξημένες Αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής μέχρι εξόφλησης×

 

(ii)          Επιδικάζεται το ποσό των 300 Ευρώ ως ειδικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώριση της Αγωγής μέχρι εξόφλησης×

 

(viii)       Όσο αφορά τα δικηγορικά έξοδα και ως ο σχετικός κανόνας, επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου, ήτοι του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

                   (Υπ.)…………………………………………..

                                                                                                  Χ. Στρόππος, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Βλ. και τα όσα αναφέρει ο (όπως ήταν τότε) Έντιμος Π.Ε.Δ., Α. Δαυίδ στην Αγωγή Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας. […] Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676).».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο