DP World Limassol Limited ν. GAP Vassilopoulos & James Louisides (Naval Operations) Limited, Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 298/2025, 22/12/2025
print
Τίτλος:
DP World Limassol Limited ν. GAP Vassilopoulos & James Louisides (Naval Operations) Limited, Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 298/2025, 22/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                

       Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 298/2025 I-Justice

Μεταξύ:

DP World Limassol Limited, ΗΕ χχχ, Λεμεσός, Κύπρος

                                                                                                                        Ενάγουσας

και

 

GAP Vassilopoulos & James Louisides

(Naval Operations)  Limited, HE xxx, Λευκωσία, Κύπρος

Eναγομένης

 

     Αίτηση ημερ. 16.04.25 για αμφισβήτηση κατά τόπο δικαιοδοσίας

     Δικαστηρίου, παραμερισμό εντύπου διορισμού δικηγόρου και

     διαγραφής του εντύπου απαίτησης

 

Ημερομηνία: 22.12.25

Εμφανίσεις:

Για Εναγόμενη-Αιτήτρια: κος Ν. Μακρίδης για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για Ενάγουσα-Καθ’ ης η αίτηση: κος Γ. Μίτλετον μαζί με κ. Ε. Νικολάου

                                                         για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. 

 

                    ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Η Ενάγουσα καταχώρισε Έντυπο Απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 που είναι το δικονομικό καθεστώς που διέπει την παρούσα υπόθεση. Η Εναγόμενη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης με το οποίο εκδήλωσε πρόθεση να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ. Λεμεσού, στο οποίο ανατέθηκε η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης.

 

Ακολούθησε η υποβολή της υπό κρίση αίτησης από την Εναγόμενη (Αιτήτρια), η οποία προωθήθηκε δια κλήσεως εντός του χρονικού πλαισίου που προβλέπουν οι πρόνοιες του Μέρους 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023. Θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω αυτούσια τα αιτητικά της παρούσας αίτησης:     

«Α.       Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει και/ή διαγράφει το Έντυπο Διορισμού Δικηγόρου (Έντυπο Αρ. 5) στην παρούσα Απαίτηση, συνεπεία εκτέλεσής του από αναρμόδιο και/ή μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και/ή άνευ προηγούμενης σχετικής και/ή δεόντως εκδοθείσας απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας.

Β.         Εφόσον το υπό Α, ανωτέρω αιτητικό επιτύχει, διάταγμα του δικαστηρίου, το οποίο να παραμερίζει και/ή διαγράφει το Έντυπο Απαίτησης (Έντυπο Αρ. 4) στην παρούσα Απαίτηση.

Γ.         Άνευ επηρεασμού των υπό Α. και Β. ανωτέρω αιτητικών και σε περίπτωση που αυτά δεν εξεταστούν από το Δικαστήριο και/ή απορριφθούν, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τη μεταφορά και/ή παραπομπή της παρούσας Απαίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, το οποίο έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να εκδικάσει την Απαίτηση.

Δ.         Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κριθεί ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις.»

 

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, το Μέρος 12 και το Μέρος 23 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, τα άρθρα 21, 29, 30 & 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), το άρθρο 33 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ.113), τα άρθρα 49 & 50 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149), το δίκαιο επιείκειας, οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Άρη Βασιλόπουλου (στο εξής «ΕΔΑΒ»), εκ των διευθυντών και ο γραμματέας της Εναγόμενης εταιρείας στην προκειμένη περίπτωση, ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος για τον σκοπό αυτό. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται έγγραφα. Στην ένορκη δήλωση προβάλλονται επιχειρήματα τα οποία, κατά τη γνώμη του ομνύοντα και κατ’ επέκταση της Εναγομένης, δικαιολογούν έγκριση της παρούσας αίτησης. Το σύνολο των αναφορών που παρουσιάζονται προδιαγράφουν την εκδοχή της Εναγομένης.

 

Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μπορεί να λεχθεί η θέση του ομνύοντα ότι το πρόσωπο που υπογράφει ως «Chief Executive Officer» στο Έντυπο Διορισμού Δικηγόρου της Ενάγουσας εταιρείας, κατόπιν έρευνας στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 2), δεν είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της, το οποίο είναι το αρμόδιο σώμα, βάση του καταστατικού της (Τεκμήριο 3), να διεξάγει όλες τις εργασίες της Ενάγουσας. Εξ όσον έχει πληροφορηθεί από το δικηγόρο της Εναγομένης, το επίμαχο έντυπο διορισμού δικηγόρου δεν συνιστά νόμιμη εξουσιοδότηση της Ενάγουσας για καταχώρηση της παρούσας απαίτησης, το εκτελέστηκε από αναρμόδιο και μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο με αποτέλεσμα να υπόκειται σε παραμερισμό. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, εφόσον το Δικαστήριο αποφασίσει σε παραμερισμό του εντύπου διορισμού δικηγόρου τότε θα πρέπει να παραμεριστεί και το Έντυπο Απαίτησης.

 

Περαιτέρω και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η Εναγόμενη επικαλείται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι αυτό που, βάσει των δεδομένων της υπόθεσης, έχει κατά τόπο αρμοδιότητα για εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Ως τέτοια δεδομένα η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι:

(α)       το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης εταιρείας βρίσκεται στην Λευκωσία (Τεκμήριο 1),

(β)       ο χώρος εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών βρίσκεται στη Λευκωσία αφού το εγγεγραμμένο γραφείο τους είναι στην επαρχία εκείνη,

(γ)        κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση αυτή χρόνο το εγγεγραμμένο γραφείο της Ενάγουσας εταιρείας βρισκόταν στην Λευκωσία,

(δ)        τα τιμολόγια αναφέρουν ως τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας την Τράπεζα Κύπρου που έχει εγγεγραμμένο γραφείο στη Λευκωσία   (Τεκμήριο 4) και επίσης υποδεικνύουν ότι το υποκατάστημα της όπου διατηρείται ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός βρίσκεται στη Λευκωσία (Τεκμήριο 5).    

 

Η Εναγόμενη (Καθ’ ης η αίτηση) αντέδρασε στις 24.06.25 με την καταχώρηση εντύπου ένστασης επί 9 λόγους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη στην ολότητα της.

 

Η νομική βάση της ένστασης των Εναγόντων βασικά ομοιάζει μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπλέον αναφορά στο άρθρο 33Α του Κεφ.113, στα άρθρα 23, 25, 26, 30, 35, 152, 155, 158 & 179 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Simon Pitout (στο εξής «ΕΔSP»), ο οποίoς δηλώνει ότι από την 01.06.23 κατέχει τη θέση του διευθύνοντα συμβούλου της Ενάγουσας εταιρείας στην παρούσα υπόθεση. Ο ομνύοντας δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί σε ένορκη δήλωση στην περίπτωση αυτή.

 

Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης από την οπτική γωνία της Ενάγουσας, προβάλλονται θέσεις και επισυνάπτονται έγγραφα που σύμφωνα με τον ομνύοντα τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Οι επικαλούμενες αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή της Ενάγουσας.

 

Περίληψη του περιεχομένου της ΕΔSP καθιστά αντιληπτή τη θέση ότι η προώθηση της υπό κρίση αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας επειδή αποτελεί κίνηση τακτικής από μέρους της Εναγομένης προκειμένου να καθυστερήσει την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.

 

Κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από το δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα στην υπόθεση αυτή, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, υπέδειξε ότι εναλλακτικά υπάρχει παράλληλη/ταυτόχρονη δικαιοδοσία με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για την εκδίκαση της υπόθεσης με στενότερη όμως σύνδεση με την επαρχία Λεμεσού έχοντας υπόψη ότι η περιοχή που έχει παραχωρηθεί για χρήση βρίσκεται στη Λεμεσό, η έδρα της Ενάγουσας είναι στη Λεμεσό όπως στην Λεμεσό είναι η εγγεγραμμένη διεύθυνση της.

 

Επίσης, μετά από νομικής συμβουλής που έλαβε από το δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα στην υπόθεση αυτή, ο ομνύοντας δηλώνει ότι η Εναγόμενη δεν νομιμοποιείται και ούτε έχει έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει το κατά πόσο ο ίδιος ήταν ή όχι εξουσιοδοτημένος να αναθέσει το νομικό χειρισμό της υπόθεσης στους υφιστάμενους δικηγόρους. Όπως είπε, πρόκειται για εσωτερικές εξουσιοδοτήσεις χωρίς η Εναγόμενη να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα ή locus standi αμφισβήτησης τους. Είναι η θέση του ότι ο ίδιος είναι υπόλογος στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ενάγουσας και αυτό με τη σειρά του στους μετόχους και όχι έναντι της Εναγομένης, η οποία ούτε διευθυντής αλλά ούτε μέτοχος της Ενάγουσας είναι.

 

Επικαλούμενος την ιδιότητα του, τις εξουσίες που του έχει αναθέσει το Διοικητικό Συμβούλιο της Ενάγουσας αλλά και τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, ο ομνύοντας δηλώνει ότι διαθέτει φαινόμενη πληρεξουσιότητα να δίδει εντολές σε δικηγόρους να ενεργούν για λογαριασμό της Ενάγουσας σε υπόθεση ανάκτησης χρέους, όπως, λέει, είναι η προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω είναι η θέση του ομνύοντα ότι συνδυασμένη ανάγνωση των όρων εργοδότησης του ημερ. 01.06.23, της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας που προσδιορίζει τις εξουσίες του, το καταστατικό έγγραφο της εν λόγω εταιρείας του παρέχουν πραγματική πληρεξουσιότητα.

 

Καταλήγοντας ο ομνύοντας δηλώνει ότι ακόμη αν η θέση της Εναγομένης κριθεί ορθή, δηλαδή ότι το έντυπο διορισμού δικηγόρου συνάφθηκε χωρίς εξουσιοδότηση, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις διαγραφής του εντύπου απαίτησης, ως αιτείται η Εναγόμενη. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, πρόκειται για εξαιρετικό μέτρο που αν εφαρμοστεί θα πλήξει το συνταγματικό δικαίωμα πρόσβασης της Ενάγουσας στο Δικαστήριο προκειμένου να διαγνωστούν τα αστικά δικαιώματα τους. Είναι περίπτωση όπου θα μπορούσε να εκληφθεί ότι υπάρχει ελάττωμα και να τύχει αποκατάστασης, χωρίς να δικαιολογείται απόρριψη της υπόθεσης.

 

Το χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της αίτησης προνοούσε την καταχώρηση συμπληρωματικής γραπτής μαρτυρίας εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος. Έκαστο μέρος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου συμπληρωματική ένορκη δήλωση στο χρόνο που απαιτείτο κάνοντας έτσι χρήση της δυνατότητας που παρέχεται από τις πρόνοιες του Κ.23.11(1)(β) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023. Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης). Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω αυτά που αναφέρουν. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα τους.

 

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με αναφορά σε θεσμούς πολιτικής δικονομίας, αποσπάσματα από νομικά συγγράμματα και παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Επίσης έχω αναγνώσει το Έντυπο Απαίτησης και το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης.

 

Θα εξετάσω πρώτα τη θέση της Εναγομένης ότι το Ε.Δ. Λευκωσίας είναι το κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση για τους λόγους που εξηγεί. Προς τούτο ζητεί την έκδοση σχετικού διατάγματος με το οποίο η παρούσα απαίτηση να παραπεμφθεί για εκδίκαση από το Ε.Δ. Λεμεσού στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Η προτεραιότητα που επιδεικνύεται για την εξέταση του σημείου (Γ) της υπό κρίση αίτησης είναι αυτονόητη αφού σε περίπτωση επιτυχίας του οι υπόλοιπες αξιούμενες θεραπείες καθίστανται άνευ σημασίας για εξέταση.

 

Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ύπαρξη κατά τόπο δικαιοδοσία αναζητείται μέσα από τα δικόγραφα της υπόθεσης που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για εκδίκαση, το περιεχόμενο των οποίων αντιπαραβάλλεται με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Εκτός από τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, θα πρόσθετα και τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα και έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα από τη νομολογία.

 

Αφετηρία εξέτασης είναι το πλαίσιο των γεγονότων που δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης. Ουσιαστικά εκείνο που έχει σημασία είναι ο βαθμός και η έκταση αμφισβήτησης των γεγονότων που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. Τα γεγονότα της έκθεσης απαίτησης αμφισβητούνται μέσα από τη δικογραφία. Εάν παραμείνουν αναλλοίωτα τότε το ζήτημα εξετάζεται πάνω σ’ αυτή τη βάση.

 

Στην υπόθεση Μούρτζινος v. Global Cruises SA. (1992) 1 Α.Α.Δ. 1160 λέχθηκαν, ανάμεσα σ’ άλλα, τα εξής που αφορούν το υπό εξέταση θέμα:

«Η απόφαση ως προς την ύπαρξη  ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες (Βλ. Central Cooperative Bank v. CY.E.M.S. (1984) 1 CLR 435).

 

Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTDvUnited Sea Transport Ltd και άλλος (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι, (1991) 1 Α.Α.Δ. 225Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ, (1991) 1 Α.Α.Δ. 1059

 

Πριν από την καταχώριση τουλάχιστον της έκθεσης απαίτησης, η εξέταση ζητήματος κατά τόπο δικαιοδοσίας, αν και δύναται θεωρητικά δύναται να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, στην πράξη είναι πρόωρη. Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είτε από μόνο του είτε μαζί με εξωγενείς παράγοντες, δεν είναι αρκετό για να διαφωτίσει το Δικαστήριο (Μούρτζινος v. Global Cruises SA. (πιο πάνω)).  

 

Στην περίπτωση όπου έχει καταχωριστεί μόνο η έκθεση απαίτησης, η κατά τόπο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προσδιορίζεται από τα γεγονότα του εν λόγω δικογράφου. Στην Sartas Importers-Distributors Ltd v. Μαρουλλή (2003) 1Γ Α.Α.Δ. 1446 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι:

«Η νομολογία ορίζει, ως σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η δικαιοδοσία δικαστηρίου να επιληφθεί διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση - (βλ., μεταξύ άλλων, Sevegep Ltd. v. United Sea Transport (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 729. Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 1160).  Στην προκείμενη περίπτωση, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που προσδιορίζονται στο Κλητήριο Ένταλμα και την Έκθεση Απαιτήσεως.  Ως εκ τούτου, δικαιολογημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλαβε και άσκησε δικαιοδοσία προς επίλυσή της.»

 

Όταν δεν αμφισβητούνται τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης, τότε το  πλαίσιο τους είναι εκείνο που θα καθορίσει το ζήτημα της κατά τόπο δικαιοδοσίας Δικαστηρίου που θα είναι το αρμόδιο για να εκδικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση. Στην Παστελλής v. Θεοχάρους (1999) 1 Α.Α.Δ. 1614 υποδείχτηκε ότι:

«Γνώμονας για το δικαιοδοτικό θέμα στην περίπτωση μπορούσε να ήταν μόνο οι ισχυρισμοί του εφεσείοντα στην έκθεση απαίτησης και αφού αυτοί παρέμειναν αναλλοίωτοι, δεν υπήρχε περιθώριο για απόδοση σ' αυτούς περιεχομένου άλλου από εκείνο που είχε ήδη οριστικά προσδιοριστεί.»

 

Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο μπορεί να λεχθεί ότι το υπό κρίση ζήτημα δύναται να εξεταστεί μέσα από το σώμα του εντύπου απαίτησης και το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση που δεν έχει καταχωριστεί έκθεση υπεράσπισης έχω ανατρέξει στα έγγραφα που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και ένσταση προκειμένου να τα αντιπαραβάλω με το έντυπο απαίτησης και με το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης.

 

Η κατά τόπο αρμοδιότητα του Ε.Δ. σε πολιτικές υποθέσεις διέπεται από το άρθρο 21 του Ν.14/60, στο οποίο περιλαμβάνονται ορισμένες παραμέτρους που το Δικαστήριο καλείται να λάβει υπόψη του προτού αποφασίσει. Μία από αυτές περιέχεται στο εδάφιο (1)(α) του πιο πάνω άρθρου και έχει ως εξής: «η βάσις της αγωγής έχη προκύψει είτε καθ’ ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι’ ην το δικαστήριον καθιδρύθη.» Στην προκειμένη περίπτωση εκείνο που ενδιαφέρει είναι αν η βάση αγωγής έχει προκύψει στην επαρχία Λεμεσού.

 

Το πρώτο σημείο με το οποίο θα ασχοληθώ είναι ο προσδιορισμός της βάσης απαίτησης στην παρούσα υπόθεση. Ανατρέχοντας στο σώμα του Εντύπου Απαίτησης και στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, παρατηρώ ότι η απαίτηση της Ενάγουσας εδράζεται σε ισχυρισμό παράβασης όρων σύμβασης άδειας χρήσης κρηπιδώματος και ανοικτού αποθηκευτικού χώρου στο λιμάνι Λεμεσού από πολεμικά ναυτικά πλοία, κρουαζιερόπλοια και το προσωπικό της πολυεθνικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών. Κάτω από το ίδιο νομικό πέπλο και στη βάση του ιδίου αντικειμένου, η Ενάγουσα επικαλείται τη συνομολόγηση τροποποιητικών συμφωνιών και προσθετικών εγγράφων της αρχικής σύμβασης, την υπογραφή concession agreement για τη διαχείριση του λιμανιού Λεμεσού και συμφωνία εκχώρησης μεταξύ της Ενάγουσας, της Εναγομένης και της Αρχής Λιμένων Κύπρου. Οι επικαλούμενες συμβάσεις επισυνάπτονται στην έκθεση απαίτησης. Συνεπεία του δικογραφημένου ισχυρισμού περί παράβασης όρων σύμβασης εξ’ υπαιτιότητας της Εναγομένης, η Ενάγουσα αξιώνει την επιδίκαση αποζημιώσεων ή εναλλακτικά επιδιώκει την πληρωμή συγκεκριμένου ποσού ως συμβατικό χρέος.

 

Μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση της, η Εναγόμενη αναγνωρίζει ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξαν συμβατικές σχέσεις (σημείο 4, σελίδα 2 & σημείο 9, σελίδα 4 ΣΕΔΑΒ). Η Εναγόμενη επίσης αναγνωρίζει τη συνομολόγηση των συμφωνιών που η Ενάγουσα επικαλείται (σημείο 9(β), σελίδα 3 ΕΔΑΒ). Μπορεί η Εναγόμενη να προβάλλει ότι και άλλα ζητήματα θα απασχολήσουν το Δικαστήριο αλλά όλα έχουν ως πυρήνα τις επικαλούμενες συμφωνίες και γενικότερα τις συμβατικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν την επαγγελματική συνεργασία της με την Ενάγουσα (σημείο 4, σελίδα 2 ΕΔΑΒ). Επομένως για σκοπούς εξέτασης της συγκεκριμένης θέσης έχει σημασία ότι η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης προωθείται πάνω στη νομική βάση που έχει προαναφερθεί, πράγμα που η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί μέσα από την ένσταση της, στην οποίαν προβάλλονται θέσεις που συγκροτούν την εκδοχή της.

 

Είναι γεγονός ότι μία σύμβαση δύναται να περιέχει όρο ή όρους που να καθορίζουν την κατά τόπο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μέσα από το κείμενο της αναφερόμενης σύμβασης και των τροποποιητικών συμφωνιών και προσθετικών εγγράφων που συνθέτουν το πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων των διαδίκων δεν υπάρχει οποιοσδήποτε όρος που να ρυθμίζει ειδικά το θέμα αυτό.

 

Ο νομικός ορισμός της «βάσης αγωγής» παρέχεται στο άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Ν.14/60 και περιλαμβάνει «το σύνολον των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμον δικαίωμα, περί ου η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ολόκληρον την βάσιν της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει προκύψει εντός της δικαιοδοσίας εάν η σύμβασις συνήφθη εντός αυτής, καίτοι η διάρρηξις δυνατόν να επήλθεν αλλαχού, και επίσης εάν η διάρρηξις επήλθεν εντός της δικαιοδοσίας, καίτοι η σύμβασις δυνατόν να συνήφθη αλλαχού.»

 

Συνεπώς γίνεται αντιληπτό ότι ο τόπος στον οποίον συνάπτεται η σύμβαση ή εκεί που εκδηλώνεται η διάρρηξη της καθορίζουν κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Η προαναφερόμενη νομοθετική διατύπωση υποστηρίζεται από νομολογία. Σχετική είναι η υπόθεση C. & K. Κυριάκου και Αδ/φοί Λτδ v. Ιωάννου (1990) 1 Α.Α.Δ. 479 στην οποίαν και παραπέμπω.      

 

Η δε έννοια της επιφύλαξης του εδαφίου (2) του άρθρου 21 του Ν.14/60 ευθυγραμμίζεται με την πιο πάνω τοποθέτηση. Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης του ζητήματος παραθέτω αυτούσιο τις διατάξεις του εν λόγω εδαφίου: «Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου ειδικού Νόμου, απαίτηση για απόδοση καθυστερημένων μισθωμάτων που προκύπτει από σύμβαση μισθώσεως ακινήτου ή απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεως ένεκα αθέτησης πωλητηρίου ή ενοικιαστηρίου εγγράφου ή άλλης σύμβασης που αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία δύναται να εισαχθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου [η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Δεν θα μπορούσε η νομική έννοια του πιο πάνω εδαφίου να παρεκκλίνει από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2 και 21(1)(β) του Ν.14/60 με τα οποία συνδέεται άρρηκτα αφού εμπεριέχουν το ίδιο αντικείμενο που είναι η διάρρηξη σύμβασης. Εξάλλου η ρητή διατύπωση που περιέχεται στην εν λόγω επιφύλαξη επιβεβαιώνει τη στενή σύνδεση της με τα προαναφερόμενα άρθρα.

 

Με κάθε σεβασμό στον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας, η ερμηνεία που δίδει προκειμένου να εισηγηθεί ότι το άρθρο 21(2) προσδίδει κατά τόπο αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας εντός της οποίας βρίσκεται ακίνητη ιδιοκτησία την οποίαν αφορά η απαίτηση, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η θεώρηση του με αναφορά στο συσχετισμό της απαίτησης με ακίνητη ιδιοκτησία επικαλούμενος τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου είναι, με κάθε ταπεινότητα, εσφαλμένη. Η διατύπωση που υπάρχει με τη χρήση της φράσης «όπως προβλέπεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου» μετά από το σημείο στίξης κόμμα, καθιστά σαφές ότι η κατά τόπο αρμοδιότητα όταν υπάρχει σύμβαση, περιλαμβανομένου σύμβασης που αφορά ακίνητο, προσδιορίζεται μέσα από τις παραμέτρους του άρθρου 21(1), χωρίς έτσι να συνδέεται με τον τόπο που βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης. Σχετική είναι η υπόθεση Παστελλής v. Θεοχάρους (πιο πάνω) στην οποίαν και παραπέμπω. Η δε υπόθεση πρωτόδικου δικαστηρίου Alpha Bank Cyprus v. Amenanco Ltd κ.α., Αγωγή Αρ. 4918/2009 ημερ. 10.01.2014 [Κίτσιος Α.Ε.Δ., όπως ήταν τότε] στην οποίαν αναφέρεται ο συνήγορος της Ενάγουσας (§74, σελίδα 19 της γραπτής αγόρευσης του), δεν βοηθά το επιχείρημα του συνηγόρου της Ενάγουσας. Στην υπόθεση εκείνη απλά δεν αποκλείστηκε η δυνατότητα ταύτισης, χωρίς όμως να καθορίζεται η κατά τόπο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με μοναδικό γνώμονα την τοποθεσία του ακινήτου.           

 

Με βάση τα πιο πάνω, εκείνο που χρήζει εξέτασης είναι που η επικαλούμενη σύμβαση είτε έχει συνομολογηθεί είτε έχει διαρρηχθεί. Από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν μπορεί να διαπιστωθεί σε ποιο μέρος η σύμβαση είχε συναφθεί. Ούτε εναλλακτικά δύναται να εξακριβωθεί σε ποιο μέρος η εν λόγω σύμβαση έχει κατ’ ισχυρισμό παραβιαστεί. Οι όποιες αναφορές γίνονται σε σύμβαση χρήσης δεν προσδιορίζουν τοποθεσία είτε συνομολόγησης της είτε επικαλούμενης παραβίασης της.

 

Μία άλλη παράμετρος που περιέχεται στο εδάφιο (1)(β) του άρθρου 21 του Ν.14/60 αναφέρει τα εξής: «ο εναγόμενος ή οιοσδήποτε των εναγομένων, κατά τον χρόνον της εγέρσεως της αγωγής, διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός της επαρχίας δι’ ην το δικαστήριον καθιδρύθη.» Από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτει ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης εταιρείας βρίσκεται στην επαρχία Λευκωσίας. Συγκεκριμένα το Τεκμήριο 1 στην αρχική ΕΔΑΒ που είναι έγγραφο από έρευνα η οποία έγινε από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών παρουσιάζει το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης να είναι εντός του Δήμου Στροβόλου της Επαρχίας Λευκωσίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι επαγγελματικές δραστηριότητες της Εναγόμενης διεξάγονται αποκλειστικά και μόνο στη Λευκωσία όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποστηρίζει με ασφάλεια κάτι τέτοιο.

 

Ο χώρος εκτέλεσης της σύμβασης είναι μία άλλη παράμετρος που εκτιμάται. Στην περίπτωση που υπάρχει παράλειψη αποπληρωμής οφειλής, έχει νομολογηθεί ότι όπου δεν καθορίζεται ο τόπος αποπληρωμής ο οφειλέτης υπέχει υποχρέωση να αναζητήσει τον πιστωτή για να τον πληρώσει στον τόπο της εργασίας του ή της διαμονής του. Αυτό καθορίζει το χώρο εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Πουγιούκα κ.α. v. Θρασυβούλου (1998) 1 Α.Α.Δ. 2014 και Χριστοφόρου κ.α. v. Paneuropean Insurance Co Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 1644, στις οποίες και παραπέμπω.

 

Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και ειδικότερα κατόπιν έρευνας  που έγινε στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, παρατηρώ ότι από τις 22.10.24 η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Ενάγουσας βρίσκεται στην Επαρχία Λεμεσού (Τεκμήριο 2 ΕΔΑΒ). Ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει σχετικά με το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης. Οι πληρωμές φαίνεται ότι γίνονταν βάση τιμολογίων που εξέδιδε η Ενάγουσα. Τα τιμολόγια αυτά επισυνάπτονται στο Έντυπο Απαίτησης ως παράρτημα της. Αν κάποιος αναγνώσει το περιεχόμενο τους θα αντιληφθεί ότι η πληρωμή τους παραπέμπεται σε τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας στο υποκατάστημα αρ. 0189 της Τράπεζας Κύπρου. Με βάση το Τεκμήριο 5 της ΕΔΑΒ, το εν λόγω υποκατάστημα βρίσκεται στην Επαρχία Λευκωσίας.

 

Παρόλα αυτά, δεδομένου της αδιαμφισβήτητης σχέσης της Ενάγουσας με την Επαρχία Λεμεσού, θα ήταν εξίσου αποδεκτό αν οι πληρωμές τελικά είχαν γίνει στην Επαρχία Λεμεσού. Θα ήταν βοηθητικό έως καθοριστικό αν ενώπιον του Δικαστηρίου κατατίθεντο οι αποδείξεις πληρωμών που θα καταδείκνυαν τη μορφή, τον τρόπο και τον τόπο πραγματοποίησης των πληρωμών. Το σημαντικό όμως αυτό στοιχείο απουσιάζει. Στην υπόθεση Καλλήνου v. Σιβιτανίδη (2012) 1 Α.Α.Δ. 201 που ήταν αγωγή για επιστροφή ποσού Λ.Κ.£1.500 το οποίο είχε κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό στην Πόλη Χρυσοχούς ως αντάλλαγμα αξίας ποσότητας καρβούνων που δεν είχε παραδοθεί, αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής ανήκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τέτοιες πληρωμές γίνονταν τελικά στη Λευκωσία. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να υποστηριχτεί η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Εναγομένης ότι ο χώρος εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών βρίσκεται στην Επαρχία Λευκωσίας.

 

Για τους λόγους που έχω εξηγήσει το έντυπο απαίτησης, η έκθεση απαίτησης αλλά και τα έγγραφα που συγκροτούν την υπό κρίση αίτηση και ένσταση στην όψη τους δεν αποκαλύπτουν έλλειψη κατά τόπο δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Στο παρόν στάδιο δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι το ΕΔ Λευκωσίας έχει αποκλειστικά κατά τόπο δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση και ότι το ΕΔ Λεμεσού στερείται τέτοιας αρμοδιότητας. Αν στην πορεία παρουσιαστούν άλλα γεγονότα που δύναται να δικαιολογήσουν διαφοροποίηση της κρίσης του Δικαστηρίου το θέμα θα τεθεί εκ νέου υπό το μικροσκόπιο εξέτασης.  

 

Κατά συνέπεια, η αιτούμενη θέση της Εναγομένης υπό το σημείο (Γ) δεν μπορεί να ευσταθήσει και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Προχωρώ στην εξέταση της θέσης της Εναγομένης υπό το σημείο (Α) της αίτησης με την οποίαν ισχυρίζεται ότι το έντυπο διορισμού δικηγόρου της Ενάγουσας θα πρέπει να παραμεριστεί και/ή διαγραφεί επειδή, σύμφωνα με την ίδια, εκδόθηκε και υπογράφηκε από αναρμόδιο και/ή μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, χωρίς να προηγηθεί γι’ αυτό το θέμα αυτό απόφαση από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ενάγουσας. Για τους λόγους που έχει παραθέσει, η Ενάγουσα θεωρεί ότι ο διορισμός δικηγόρου από το πρόσωπο που φέρει την υπογραφή του στο εν λόγω έντυπο πάσχει νομικά χωρίς να υπάρχει δυνατότητα θεραπείας. Η πλευρά της Ενάγουσας απορρίπτει τη θέση της Εναγομένης ως εσφαλμένη. Για τους δικούς της λόγους που έχει παρουσιάσει, η ίδια εκτιμά ότι η θέση της Εναγομένης δεν μπορεί να έχει προοπτική επιτυχίας.

 

Όπως ήδη λέχθηκε, η παρούσα διαδικασία ξεκίνησε με την καταχώρηση εντύπου απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7 (Κ.7.1(1)(α)) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που τέθηκαν σε ισχύ από 01.09.23. Ο Κ.7.1(5) προνοεί ότι όταν ο ενάγοντας διαμένει στην Κύπρο έντυπο απαίτησης το οποίο παρουσιάζεται από δικηγόρο πρέπει να συνοδεύεται από γραπτό έντυπο διορισμού δικηγόρου σύμφωνα με το Έντυπο αρ.5. Μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου δεν απαιτείται το έντυπο απαίτησης που υποβάλλεται από δικηγόρο να συνοδεύεται από έντυπο διορισμού του. Τέτοια άδεια δίδεται εφόσον αποδειχτεί ότι υπάρχει καλός λόγος που δικαιολογεί τέτοια παρέκκλιση (Κ.7.1(7)). Εφόσον δεν σημειώνεται ρητά οποιαδήποτε διάκριση, ο Κ.7.1(5) αφορά φυσικά και/ή νομικά πρόσωπα.

 

Εφαρμόζοντας τον πιο πάνω κανονισμό για νομικά πρόσωπα που είναι εγκαταστημένα στην Κύπρο, η Ενάγουσα, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο στην επαρχία Λεμεσού, καταχώρησε έντυπο απαίτησης δια δικηγόρου εναντίον της Εναγομένης συνοδευόμενο από έντυπο διορισμού δικηγόρου. Το συγκεκριμένο έντυπο διορισμού δικηγόρου φέρει υπογραφή. Από κάτω της υπογραφής υπάρχει χειρόγραφα το όνομα «Simon Pitout» και δίπλα από το όνομα αυτό επίσης χειρόγραφα η φράση «Chief Executive Officer». Δεν αμφισβητείται ότι η υπογραφή στο έντυπο διορισμού ανήκει στον Simon Pitout. Παράλληλα είναι προφανές ότι το πρόσωπο αυτό υπογράφει το εν λόγω έγγραφο επικαλούμενος την ιδιότητα του διευθύνοντα συμβούλου της Ενάγουσας.

 

Η εξουσιοδότηση δικηγόρου πηγάζει από το διορισμό του, ο οποίος θεσμοθετήθηκε να είναι στη βάση συγκεκριμένου εντύπου. Ο Πρωτοκολλητής εγκρίνει την καταχώρηση εντύπου απαίτησης δια δικηγόρου εφόσον, μεταξύ άλλων, ικανοποιηθεί ότι συνοδεύεται από το έντυπο διορισμού του. Η έλλειψη έγγραφου διορισμού δικηγόρου υποδηλώνει ότι ο δικηγόρος που εμφανίζεται δεν έχει οδηγίες από τον διάδικο για τον οποίον εμφανίζεται να τον εκπροσωπεί στη δικαστική διαδικασία της απαίτησης. Η εμφάνιση δικηγόρου κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη (Αναφορικά με την αίτηση φύσεως certiorari του διαιτητή Ευθύμιου Ανδρέου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2021 ημερ. 05.10.22), ECLI:CY:AD:2022:D435. Στην υπόθεση Τρύφωνος το γένος Κυρ. Μαρκίδη v. Τραπέζης Κύπρου ΛτδΠολιτική Έφεση Αρ. 411/2011 ημερ. 27.03.18, ECLI:CY:AD:2018:A132 μνημονεύεται η απόφαση στην Eleni Charalambous v. Vyron Anastopoulos, Civil Appeal 7103 ημερ. 15.04.88 (μη δημοσιευμένη) όπου αποφασίστηκε ότι η παράλειψη του δικηγόρου του εναγομένου να προσκομίσει και να καταχωρίσει διοριστήριο μαζί με το σημείωμα εμφάνισης ή εμπροθέσμως, όπως προβλέπεται από τη Δ.16, κ.11:

«is tantamount that the counsel concerned has no instructions from the party in the action.»

 

(Η υπογράμμιση είναι δική μας)

 

Βέβαια, εν προκειμένω δεν επρόκειτο για το αρχικό στάδιο καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης στο οποίο αναφέρεται η Δ,16, κ.11, όμως αποτελεί βασική αρχή ότι η εξουσιοδότηση του δικηγόρου να ενεργεί για τον πελάτη του πηγάζει από το διοριστήριο του.  Όπως αναφέρεται για την ανάλογη περίπτωση του solicitor στα Halsbury's, ανώτ., Τόμος 36, σελ. 74: 

 

«The solicitor's authority to act for his client arises from his retainer, and thus is confined to transacting the business to which the retainer extends or impliedly extends.»

 

Η Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1961 (Annual Practice 1961) σελίδα 183 ασχολείται με το θέμα όπου δικηγόρος εμφανίζεται για τον Εναγόμενο. Όπως επισημαίνεται, από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό θεωρείται ότι ο δικηγόρος έχει σχετική εξουσιοδότηση να το πράξει. Σε περίπτωση όμως ο δικηγόρος εμφανίζεται για Εναγόμενο χωρίς τη γνώση ή την εξουσιοδότηση του, ο Εναγόμενος έχει το δικαίωμα να πετύχει την ακύρωση της εμφάνισης. Σαφώς τέτοιο δικαίωμα δεν μπορεί παρά να παρέχεται και στον αντίδικο, όπως είναι η δική μας περίπτωση. Όταν εγείρεται θέμα νόμιμης εξουσιοδότησης δικηγόρου η δικονομική πρακτική είναι να καταχωρείται αίτηση, η οποία επιδίδεται στο αντίδικο μέρος.

Στην προκειμένη περίπτωση η Εναγόμενη άσκησε τη δέουσα δικονομική πρακτική στα πλαίσια μιας διαδικασίας όπου εγείρεται ένα ζήτημα που επηρεάζει τα συμφέροντα της. Στη βάση αυτών των δεδομένων η προώθηση της παρούσας αίτησης δεν συνιστά κατάχρηση της παρούσας διαδικασίας. Ούτε εντοπίζω οποιοδήποτε κώλυμα από μέρους της Εναγομένης στην προσπάθεια της για ανάδειξη του θέματος αυτού.

 

Εάν κριθεί ότι το έντυπο διορισμού δικηγόρου πάσχει νομικά για το λόγο που η Εναγόμενη επικαλέστηκε και θα πρέπει να ακυρωθεί, θα πρόκειται για περίπτωση όπου ο συγκεκριμένος δικηγορικός οίκος εμφανίστηκε χωρίς εξουσιοδότηση από την Ενάγουσα. Εφόσον το Δικαστήριο καταλήξει σε τέτοιο ενδεχόμενο, η Ενάγουσα θα έχει παραλείψει να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες των Κ.7.1(5) και Κ.7.1(7). Με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023, παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό επιφέρει την επιβολή κυρώσεων, εκτός αν ο διάδικος που παρέλειψε να συμμορφωθεί αιτηθεί και εξασφαλίσει απαλλαγή από την κύρωση (Κ.3.6(1)).

 

Η πλευρά της Εναγομένης καλεί το Δικαστήριο να παραμερίσει και/ή διαγράψει το Έντυπο Απαίτησης αν το έντυπο διορισμού δικηγόρου ακυρωθεί, η οποία είναι η εισηγούμενη κύρωση που κατά τη γνώμη της θα πρέπει να επιβληθεί στην Ενάγουσα (αιτούμενη θεραπεία υπό το σημείο (Β)). Αντίθετα, η πλευρά της Ενάγουσας, παρόλο ότι απορρίπτει ότι το έντυπο διορισμού δικηγόρου πάσχει νομικά εντούτοις σε περίπτωση που κριθεί ότι υπάρχει νομικό ελάττωμα καλεί το Δικαστήριο να μην εφαρμόσει την εισηγούμενη κύρωση για τους λόγους που επικαλείται. Με κάθε σεβασμό στην Ενάγουσα, η στάση της αυτή δεν ισοδυναμεί με ύπαρξη αίτησης που απαιτείται εντός της έννοιας του πνεύματος των προνοιών του Κ.3.6(1). Αν υπήρχε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο θα την εξέταζε υπό το φως των προνοιών των Κ.3.6(2) και Κ.3.6(3), περιλαμβανομένου και των θέσεων που προβάλλει η Ενάγουσα προκειμένου να δικαιολογήσει γιατί δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί η εισηγούμενη από την Εναγόμενη κύρωση.

 

Στην υπόθεση ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ v. Lakis Georghiou Construction Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 214/2012 ημερ. 06.09.16, ECLI:CY:AD:2016:A411, η οποία ήταν υπόθεση πριν από τη θέσπιση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, «θεωρήθηκε από την πλειοψηφία του Εφετείου ότι η έφεση ήταν έγκυρη, έστω και αν είχε καταχωριστεί χωρίς να συνοδεύεται από διοριστήριο. Η παράλειψη θεωρήθηκε ως θεραπεύσιμη παρατυπία, εφόσον ο ενδιαφερόμενος διάδικος Επίσημος Παραλήπτης, ο οποίος στο μεταξύ είχε διοριστεί ως προσωρινός εκκαθαριστής της εφεσείουσας εταιρείας, είχε εμφανιστεί δια εκπροσώπου ενώπιον του Εφετείου δηλώνοντας την επιθυμία του να εκπροσωπηθεί στην έφεση.  Διευκρίνισε, μάλιστα, ότι είχε εξουσιοδοτήσει τους δικηγόρους της εταιρείας, δίδοντας τους διοριστήριο, ώστε να τον εκπροσωπήσουν ως εκκαθαριστή, πλην όμως το διοριστήριο, για άγνωστους για τον ίδιο λόγους δεν υπήρχε στο φάκελο του Δικαστηρίου.»

 

Με τη θέσπιση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 εισήχθηκε ο Κ.3.6 για τον οποίον έχω κάνει αναφορά προηγουμένως. Ο εν λόγω κανονισμός αντιστοιχεί στον Κ.3.9 των αγγλικών θεσμών πολιτικής δικονομίας, όπως αυτός στην πορεία έχει τροποποιηθεί. Η αγγλική νομολογία αντιμετωπίζει πλέον τέτοιες περιπτώσεις με βάση το σκεπτικό της υπόθεσης Denton v. TH White Ltd [2014] EWCA Civ 906. Η προσέγγιση που ακολουθεί αφορά τεστ τριών σταδίων, αντίς δύο που ήταν μέχρι τότε με την υπόθεση Mitchell v. News Group Newspapers Ltd [2013] EWCA Civ 1537. Το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure 4η έκδοση αναφέρεται στα τρία στάδια της Denton. Το ακόλουθο απόσπασμα στη σελίδα 653 είναι σχετικό:

«The Denton test has three stages. The first stage, rather than focusing the question on whether the non-compliance was trivial, requires the court to consider if it was serious or significant. Where the breach was neither serious nor significant, relief ought generally to be granted. Assuming the breach was serious or significant, the second stage requires the court to consider the reasons for the non-compliance. Again, where a good reason exists, the court is likely to grant relief. Where there is no good reason for the non-compliance, the court must go on to consider all the circumstances of the case. This is to ensure the application for relief is dealt with in accordance with the overriding objective. In considering the circumstances, the seriousness of the breach will be important (bearing in mind that the third stage is only likely to be reached if the breach is not insignificant, and there was no good reason for it). Further the party’s track record of complying with rules and orders will be relevant, as will the promptness of the application (though promptness is not a pre-requisite for granting relief. If the non-compliance would result or has resulted in the trial date being adjourned, that will generally be a factor strongly indicating that the court should refuse relief. Any adjournment of a trial date will, inevitably, have an adverse impact of the court’s ability to manage its resources effectively.»

 

Η διεύθυνση των εργασιών μιας εταιρείας ασκείται στη βάση εξουσιών που εκχωρούνται στο πρόσωπο που έχει επιφορτιστεί με το καθήκον της διοίκησης. Όπως σημειώνεται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Palmers Company Law, 16η έκδοση, σελ. 178, οι εξουσίες ασκούνται προς όφελος της εταιρείας και μόνο. Οι διοικητικοί σύμβουλοι (διευθυντές) είναι αυτοί που διαθέτουν εξουσία την οποίαν ασκούν στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους. Οι εξουσίες αυτές πηγάζουν κυρίως από τις πρόνοιες του καταστατικού της εταιρείας αλλά και από ψηφίσματα της εταιρείας καθώς επίσης από συμφωνητικά έγγραφα (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Principles of Modern Company Law, 10η έκδοση, §16-24, σελ. 487-488). Οι διοικητικοί σύμβουλοι (διευθυντές) είναι αυτοί στους οποίους το καταστατικό, τα ψηφίσματα και οι συμφωνίες της εταιρείας αναθέτουν εξουσίες στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων τους (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 7(2), §1085, σελ. 100-101). Παράλληλα είναι μέσω αυτών των εγγράφων που οι εξουσίες αυτές των διοικητικών συμβούλων υπόκεινται σε περιορισμούς.

  

Το καταστατικό της Ενάγουσας τέθηκε ενώπιον μου ως Τεκμήριο 3 της ΕΔΑΒ. Σύμφωνα με το άρθρο 87, οι εργασίες της Ενάγουσας διευθύνονται από το διοικητικό συμβούλιο της. Ειδικότερα, το άρθρο 87Α υποδεικνύει ότι καμία ενέργεια δεν αναλαμβάνεται από διοικητικό σύμβουλο εκτός εάν αυτά εγκριθούν από την πλειοψηφία των διοικητικών συμβούλων, εκ των οποίων τουλάχιστον ένας θα είναι σύμβουλος τάξης Α και ένας θα είναι σύμβουλος τάξης Β. Οι ενέργειες αυτές αφορούν θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου. Τα θέματα αυτά καθορίζονται μέσα από το εν λόγω άρθρο. Ένα από αυτές είναι η έναρξη οποιασδήποτε σημαντικής δικαστικής διαδικασίας      (εδάφιο (ε)).     

 

Είναι η θέση της Εναγομένης ότι ο Pitout δεν είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας (§5 ΕΔΑΒ).

 

Τα ονόματα των διοικητικών συμβούλων της Ενάγουσας σημειώνονται στο σχετικό έντυπο πληροφοριών που υπάρχει στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Πράγματι αν κάποιος το αναγνώσει θα παρατηρήσει ότι δεν περιλαμβάνεται αυτό του Pitout (Τεκμήριο 2 ΕΔΑΒ).

 

Ωστόσο το άρθρο 109 του καταστατικού της Ενάγουσας παρέχει εξουσία στο διοικητικό συμβούλιο να διορίζει ένα άτομο που μπορεί να είναι ή να μην είναι σύμβουλος ως γενικός διευθυντής (διευθύνοντα σύμβουλο/chief executive officer ή αλλιώς «CEO») για περίοδο και υπό όρους που θα καθορίζονται κατά την κρίση του και με τον τρόπο που θεωρείται ενδεδειγμένο. Το δε άρθρο 111 του καταστατικού της Ενάγουσας σημειώνει ότι το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας μπορεί να αναθέτει και να μεταβιβάζει στο γενικό διευθυντή οποιαδήποτε εξουσία που ασκεί αυτό, επισυνάπτοντας στις εξουσίες αυτές τους όρους και περιορισμούς που καθορίζονται, κατά την κρίση του, κάθε φορά από αυτό. Οι εξουσίες που μεταβιβάζονται μπορούν να ασκούνται είτε παράλληλα με το διοικητικό συμβούλιο είτε μόνο από τον διευθύνοντα σύμβουλο με την προϋπόθεση ότι το διοικητικό συμβούλιο δύναται κάθε φορά να αναστέλλει, να ανακαλεί ή να τροποποιεί όλες ή μερικές από τις εξουσίες που μεταβιβάζονται στον διευθύνοντα σύμβουλο.

 

Από τα ενώπιον μου στοιχεία, φαίνεται ότι κατ’ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 109 του καταστατικού η θέση διευθύνοντα συμβούλου της Ενάγουσας δόθηκε από το διοικητικό συμβούλιο στον Pitout, καταρρίπτοντας έτσι την περί του αντιθέτου θέση της Εναγομένης. Το προφίλ της θέσης του διευθύνοντα συμβούλου περιγράφεται μέσα από σχετικό έγγραφο που υπογράφεται από αρμόδιο λειτουργό με υπεύθυνη θέση και του Pitout (Τεκμήριο 1 ΕΔSP). Μία από τις αρμοδιότητες της θέσης του διευθύνοντα συμβούλου είναι το δικαίωμα να υπογράφει έγγραφα της Ενάγουσας (σελίδα 3).

 

Επίσης από το μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε, παρατηρώ ότι ο Pitout εργοδοτήθηκε από την Ενάγουσα στη θέση του διευθύνοντα συμβούλου (Chief Executive Officer) υπογράφοντας σχετικό συμφωνητικό έγγραφο εργοδότησης (Τεκμήριο 1 ΕΔSP). Ημερομηνία έναρξης της εργοδότησης του φαίνεται ότι ήταν η 01.06.23. Το έγγραφο που περιέχει το προφίλ της θέσης του Pitout αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συμφωνητικού εγγράφου εργοδότησης του στην Ενάγουσα (όρος 4.3 του συμφωνητικού εγγράφου εργοδότησης).

 

Σε σχέση με τα καθήκοντα, τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες του Pitout ως διευθύνοντα συμβούλου της Ενάγουσας, το διοικητικό συμβούλιο φαίνεται, στα πλαίσια των διατάξεων του άρθρου 111 του καταστατικού, να προγραμμάτισε την διεξαγωγή ψηφίσματος ημερ. 01.06.23 (resolution in writing by the Board of Directors of the Company). Η πραγματοποίηση και έγκριση του, ως είναι η θέση της Ενάγουσας, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Εναγομένης. Η θέση της Ενάγουσας ότι εγκρίθηκε υποστηρίζεται από την υπογραφή του σχετικού εγγράφου από τους διοικητικούς συμβούλους της Ενάγουσας, γεγονός που επίσης δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη. Στο έγγραφο αυτό (μέρος Τεκμηρίου 2 ΕΔSP) τονίζονται, ανάμεσα σ’ άλλα, τα εξής:

«1.       the CEO be and is hereby authorised to represent and bind the Company in relation to any agreement, … not exceeding the operating expenditure amounts as set in the agreed budget for that particular year or for budgeted capital expenditure not exceeding EUR 50.000 (hereinafter an ‘Agreement’), and the action contemplated by such agreement be and are hereby approved and ratified by the Company.

2.         the CEO be and is hereby authorised in his sole discretion to execute such agreement on behalf of the Company … and do all such deeds, acts or things as may be required in order to give effect to, or comply with, such Agreement’.»

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διαχωρίσουμε τη λήψη απόφασης για την έγερση απαίτησης από τη λήψη απόφασης που αφορά το διορισμό δικηγορικού οίκου που δυνάμει σχετικής συμφωνίας θα εκπροσωπήσει νομικά την Ενάγουσα στην παρούσα δικαστική διαδικασία αφού πρώτα είχε αποφασιστεί η καταχώρηση υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν συζητούμε εάν ή όχι νόμιμα και συμβατικά ο Pitout υπό την ιδιότητα του διευθύνοντα συμβούλου της Ενάγουσας προχώρησε σε καταχώρηση της υπόθεσης. Δεν συζητούμε αν η απόφαση του Pitout να εγείρει την παρούσα απαίτηση συνάδει ή όχι με τους όρους εργοδότησης του. Εάν υφίσταται τέτοιο ζήτημα η Ενάγουσα μπορεί, εάν το κρίνει, να καταγγείλει τη σύμβαση εργοδότησης του. Επέλεξε όμως να μην το πράξει. Επαναλαμβάνω ότι αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης.

 

Εκείνο που μας απασχολεί είναι η συμφωνία του Pitout με συγκεκριμένο δικηγορικό οίκο ώστε αυτός να αναλάβει τη νομική εκπροσώπηση της Ενάγουσας στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση που αποφασίστηκε να εγερθεί. Ουσιαστικά μέσω της συμφωνίας αυτής προσβάλλεται η νομιμότητα και εγκυρότητα του διοριστήριου εγγράφου. Υπό αυτή την έννοια, η Εναγόμενη έχει έννομο συμφέρον (locus standi), σε αντίθεση με το τι η Ενάγουσα επικαλέστηκε, επειδή το θέμα άπτεται του πυρήνα της δικαστικής διαδικασίας που στρέφεται εναντίον της Εναγομένης.

 

Η επιλογή δικηγορικού γραφείου συνιστά ξεχωριστή και ανεξάρτητη πτυχή από αυτή που αφορά την απόφαση του να προχωρήσει με καταχώρηση της αγωγής. Σε σχέση με το θέμα αυτό, ο Pitout στην ένορκη δήλωση του δηλώνει πως έλαβε γραπτή διαβεβαίωση από το δικηγορικό οίκο που εμφανίζεται να εκπροσωπεί νομικά την Ενάγουσα στη δικαστική διαδικασία της υπόθεσης αυτής ότι τα δικηγορικά έξοδα τους δεν θα υπερβούν τα €50.000. Αυτό το δεδομένο συνάδει με τον οικονομικό περιορισμό που ο Pitout, από τη θέση που κατέχει, έχει στα πλαίσια υπογραφής συμφωνίας εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας.

Στο έγγραφο ημερ. 01.06.23 (resolution in writing by the Board of Directors of the Company) δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένο είδος συμφωνίας αλλά ούτε και συμφωνία ειδικής φύσεως. Ο μοναδικός περιορισμός είναι χρηματικής φύσεως. Συνδυασμένη μελέτη των προνοιών του άρθρου 87 του καταστατικού της Ενάγουσας με βάση τις οποίες οι εργασίες της Ενάγουσας διευθύνονται από το διοικητικό συμβούλιο της και του εγγράφου ημερ. 01.06.23 καταδεικνύει ότι για συμφωνίες όπου το αντάλλαγμα της δεν ξεπερνά τα €50.000, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, το διοικητικό συμβούλιο εκχώρησε τις εξουσίες του στον Pitout, ο οποίος κατέχει τη θέση του διευθύνοντα συμβούλου/chief executive officer στην Ενάγουσα. Θα μπορούσε να ήταν μία άλλη συμφωνία με άλλο δικηγορικό οίκο έναντι οικονομικού ανταλλάγματος υψηλότερου των €50.000, οπότε τα πράγματα ενδεχομένως να ήταν διαφορετικά.

 

Η Εναγόμενη προβάλλει επιπρόσθετα τη θέση ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να υποδεικνύει ότι το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας γνώριζε για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Ακόμη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ουδείς εξουσιοδότησε τον Pitout να υπογράφει τις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Με κάθε σεβασμό στην Εναγόμενη, τα εν λόγω ζητήματα που εγείρει δεν καλύπτονται από το πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Είναι ζητήματα που ξεφεύγουν του σκοπού της παρούσας διαδικασίας στην ενδιάμεση αίτηση. Είναι αντιληπτό ότι ο πυρήνας της αίτησης παρουσιάζει διαφορετικό αντικείμενο εξέτασης από αυτό που προβάλλουν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί.

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η αιτούμενη θέση της Εναγομένης υπό το σημείο (Α) δεν έχει προοπτική επιτυχίας και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Η απόρριψη της πιο πάνω θέσης της Εναγομένης συμπαρασύρει μοιραία σε αποτυχία την αιτούμενη θέση της υπό το σημείο (Β) χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αυτόνομα.

 

Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η παρούσα αίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη στην ολότητα της. Την ίδια στιγμή επιτυγχάνουν οι λόγοι ένστασης αρ. 4 και 7 που βασικά είναι οι κατ’ εξοχήν λόγοι που άπτονται της ουσίας της παρούσας αίτησης.

 

Η Εναγόμενη καλείται να καταχωρήσει πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης εντός 14 ημερών από σήμερα με την προθεσμία να αρχίζει να μετρά από αύριο, δηλαδή από τις 23.12.25 (Κ.12.1(7)(β)). Ακολούθως να καταχωριστεί και να επιδοθεί έκθεση υπεράσπισης δυνάμει του Μέρους 7 σύμφωνα και ως προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023 ((Κ.12.1(7)(γ)).

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2 και 39.4(1)(α) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Παρατηρώ ότι οι συνήγοροι συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους με βάση τον Κ.39.9(1) για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων καταθέτοντας σχετικό κατάλογο. Παρόλα αυτά, με κοινή δήλωση τους που αναρτήθηκε ηλεκτρονικά περιόρισαν το ύψος τους στο συμφωνημένο ποσό των €5,000 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. και πραγματικών εξόδων. Το συμφωνημένο ύψος τους εγκρίνεται από το Δικαστήριο.

 

Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα οποία εκ συμφώνου ανέρχονται στο ποσό των €5,000 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. και πραγματικών εξόδων επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Καθ’ ης η αίτησης και εναντίον Εναγομένης /Αιτήτριας. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 45 ημερών από σήμερα.

 

 

 

(Υπ.) …………………………….

                                                                                                  Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο