Equix Group Limited ν. Ανδρέα Καρύδη, Αρ. Αγωγής: 910/2020, 17/10/2025
print
Τίτλος:
Equix Group Limited ν. Ανδρέα Καρύδη, Αρ. Αγωγής: 910/2020, 17/10/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                 

                                                    Αρ. Αγωγής: 910/2020

Μεταξύ:

Equix Group Limited, HE xxx, από τη Λάρνακα

Ενάγουσας

                                                και

Ανδρέα Καρύδη, από τη Λευκωσία

                                                                                                Εναγομένου

 

 

Αίτηση ημερ. 23.10.24 για παροχή περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες

 

Ημερομηνία: 17.10.25

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Ε. Χατζηνεοφύτου για Χάρης Κυριακίδης & Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενο-Καθ’ ου η αίτηση: κος Κ. Λαμπριανίδης για Ανδρέας Καρύδης &

                                                         Σία Δ.Ε.Π.Ε.                         

 

                                                  ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση που υπεβλήθηκε στις 23.10.24 η Ενάγουσα ζητεί εναντίον του Εναγομένου:

«A.       Διάταγμα του Δικαστηρίου για του οποίου να διατάσσεται και να υποχρεώνεται ο Εναγόμενος και/ή οι δικηγόροι του όπως παραδώσουν στην Αιτήτρια εντός 20 ημερών από της εκδόσεως του παρόντος διατάγματος ή/και εντός οπουδήποτε άλλου χρόνου ήθελε ορίσει το δικαστήριο, τις ακόλουθες περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες (further and better particulars) σε σχέση με την Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου:

 

1.    Αναφορικά με την παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης:

(α)       να συγκεκριμενοποιηθεί η ημερομηνία και ο τόπος υπογραφής της κατ’ ισχυρισμό συμφωνίας διευθέτησης∙

(β)       να διευκρινιστούν τα μέρη της κατ’ ισχυρισμό συμφωνίας διευθέτησης και η ιδιότητα που είχαν αυτά στην εν λόγω συμφωνία διευθέτησης∙

(γ)        να διασαφηνιστεί το κατά πόσο ο Εναγόμενος ήταν μέρος στην κατ’ ισχυρισμό συμφωνία διευθέτησης∙ και

(δ)        να συγκεκριμενοποιηθεί (i) το αντικείμενο της κατ’ ισχυρισμό συμφωνίας διευθέτησης, (ii) οι κυριότερες πρόνοιες της καθώς και (iii) τι ακριβώς ήταν αυτό που διευθετήθηκε με την υπογραφή της.

 

2.    Αναφορικά με την παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης:

(α)       να διευκρινιστούν ποιες είναι οι κατ’ ισχυρισμό παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της Ενάγουσας οι οποίες έχουν δήθεν προκαλέσει τη ζημιά της και πότε αυτές ι κατ’ ισχυρισμό παράνομες πράξεις ή παραλείψεις έχουν λάβει χώρα και πώς αυτές έχουν προκαλέσει ζημιά στην ενάγουσα την οποία και αξιώνει με την Αγωγή.

 

3.     Αναφορικά με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης:

(α)       να διευκρινιστεί ποια ήταν η συμπεριφορά της Ενάγουσας η οποία οδήγησε στην πρόκληση ζημιάς∙

(β)       να εξειδικευτεί με ποιο τρόπο η κατ’ ισχυρισμό αυτή η συμπεριφορά της Ενάγουσας έχει προκαλέσει την ζημιά∙ και

(γ)        να διασαφηνιστεί σε τι ακριβώς συνίσταται ο κίνδυνος στον οποίο η ενάγουσα έχει δήθεν θέσει τον εαυτό της.

 

4.     Αναφορικά με την παράγραφο 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης:

(α)       να αναφερθεί το όνομα της εταιρείας από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα καθώς και οι λεπτομέρειες που αφορούν την εταιρική της δομή∙

(β)       να διευκρινιστεί η ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας της ενάγουσας με την εταιρεία από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για το εν λόγω δάνειο∙ και

(γ)        να γίνει αναφορά στη σύνδεση και/ή σχέση του εν λόγω δανείου με τα επίδικα ζητήματα και συγκεκριμένα με την ζημιά που διεκδικεί η Ενάγουσα μέσω της παρούσας αγωγής.

 

5.     Αναφορικά με την παράγραφο 25 της Έκθεσης Υπεράσπισης:

(α)       να διευκρινιστεί η ταυτότητα του τρίτου προσώπου που δήθεν προκάλεσε τις ζημιές εντός του καταστήματος∙

(β)       να συγκεκριμενοποιηθεί το τι συνίσταται η εσκεμμένη και/ή αμελής συμπεριφορά του τρίτου προσώπου που δήθεν προκάλεσε τις ζημιές εντός του καταστήματος∙ και

(γ)        να εξειδικευτεί ο τρόπος με τον οποίο η κατ’ ισχυρισμό αυτή συμπεριφορά έχει οδηγήσει στην πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα.

 

6.     Αναφορικά με την παράγραφο 33 της Έκθεσης Υπεράσπισης:

(α)       να διευκρινιστεί με ποιο τρόπο και με ποιες ενέργειες η ενάγουσα έχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο υπαγάγει τον εαυτό της σε κίνδυνο∙

(β)       να διασαφηνιστεί σε τι ακριβώς συνίσταται  κίνδυνος που επικαλείται ο Εναγόμενος∙ και

(γ)        να διευκρινιστεί η ταυτότητα των άλλων προσώπων τα οποία κατά τον Εναγόμενο παρακίνησαν την Ενάγουσα στην καταχώριση της Αγωγής.»

 

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, η Δ.19 Θ.4, Θ.6-Θ.8 & Θ.16, Δ.48 9(i), στη διακριτική ευχέρεια, συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Άντρεας Δρουσιώτη, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα στην υπόθεση αυτή, η οποία δηλώνει εξουσιοδοτημένη για τον σκοπό αυτό. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επισυνάπτεται ένα έγγραφο.

 

Στην ένορκη δήλωση καταγράφονται τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως τα αντιλαμβάνεται η πλευρά της Αιτήτριας. Παράλληλα εξήγησε το σκεπτικό του χρονικού σημείου που επιλέγηκε η προώθηση της παρούσας αίτησης λέγοντας ότι καταχωρίστηκε αφού δεν υπήρξε ανταπόκριση από μέρους του Εναγόμενου (Καθ’ ου η αίτηση) στην επιστολή ημερ. 21.02.24 που του αποστάλθηκε προηγουμένως για τον σκοπό αυτό. Επίσης στην αίτηση αυτή σημειώνονται στοιχεία και προβάλλονται οι λόγοι που σύμφωνα με την ομνύουσα πληρούν τις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ομνύουσα δηλώνει ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν άπτονται ζητημάτων μαρτυρίας, ούτε αποτελούν προσπάθεια αλίευσης ή εκμαίευσης μαρτυρίας αλλά είναι άκρως απαραίτητες για να διευκρινιστούν ουσιώδη γεγονότα και ισχυρισμοί του Εναγομένου, τα οποία θα τους παρέχουν πληρέστερη πληροφόρηση στη φύση της υπόθεσης του Εναγομένου προκειμένου η πλευρά της Ενάγουσας να μην βρεθεί προ εκπλήξεως κατά την ακροαματική διαδικασία. Το σύνολο των γεγονότων και των αναφορών που παρουσιάζονται προδιαγράφουν την εκδοχή της Ενάγουσας (Αιτήτριας).

 

Ο Εναγόμενος αντέδρασε στις 30.04.25 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 7 λόγους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν δικαιολογείται η επιτυχία της υπό κρίση αίτησης.

 

Η νομική βάση της ένστασης της Εναγόμενης ομοιάζει μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου Στην ένορκη δήλωση προβάλλονται επιχειρήματα που σύμφωνα με τον Εναγόμενο τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Τα επικαλούμενα επιχειρήματα σκιαγραφούν την εκδοχή του Εναγομένου.

 

Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, η έκθεση υπεράσπισης περιέχει με σαφήνεια επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με κάθε ισχυρισμό ως προς τα ουσιώδη γεγονότα που τη στοιχειοθετούν με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να γνωρίζει από την αρχή σε ποια γεγονότα στηρίζεται ο Εναγόμενος και ποια μαρτυρία θα πρέπει να παρουσιάσει για να αντικρούσει την υπεράσπιση του. Γι’ αυτό είναι η θέση του Εναγομένου ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν είναι αναγκαίες αλλά αποσκοπούν στην αναζήτηση και αποκάλυψη μαρτυρίας, πράγμα που δεν εμπίπτει στο πεδίο της υπό κρίση αίτησης. Ο Εναγόμενος ακόμη δηλώνει ότι η Ενάγουσα προωθεί καταχρηστικά την παρούσα αίτησης επειδή οι λεπτομέρειες που ζητεί αποτελούν μαρτυρία χωρίς έτσι να την εμποδίζουν στην προετοιμασία της για την ακρόαση τη αγωγής.

 

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκως δηλώσεων μαζί με το επισυνημμένο έγγραφο αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με αναφορά σε θεσμούς πολιτικής δικονομίας, αποσπάσματα από νομικά συγγράμματα και παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί.

 

Οι λόγοι ένστασης έχουν ομαδοποιηθεί και θα εξεταστούν με βάση το ζήτημα που εγείρουν. Κάποιοι λόγοι ένστασης θα εξεταστούν μαζί λόγω του κοινού στοιχείου τους, πάντοτε βέβαια υπό το πρίσμα του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας.

 

Θα ξεκινήσω με την εξέταση των λόγων που άπτονται της ουσίας της υπό κρίση αίτησης. Πρόκειται για τους λόγους ένστασης αρ. 1, 2 & 4. Το ερώτημα που τελεί υπό κρίση είναι αν από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δικαιολογείται η χορήγηση των αιτουμένων λεπτομερειών ή ορισμένων από αυτών.

 

Θεωρώ χρήσιμο να θέσω πρώτα το νομικό πλαίσιο.

 

Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων (Τσαγγάρη v Γαβριηλίδου κ.α. (2003) 1 Α.Α.Δ. 472, Erimoudis Estates v Χριστοδουλίδη (1995) 1 Α.Α.Δ. 926, Χριστοδούλου v Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ (1997) 1 Α.Α.Δ. 718). Είναι ακόμη γνωστό ότι τα δικόγραφα προκαθορίζουν τις παραμέτρους μέσα στις οποίες η κάθε πλευρά θα δικαιούται να προσκομίσει τη δική της μαρτυρία (Πολυκάρπου v Ederma Trading (2000) 1 Α.Α.Δ. 699). Είναι γι’ αυτό που οι έγγραφες προτάσεις χαρακτηρίστηκαν ως οι σιδηροδρομικές γραμμές πάνω στις οποίες θα κινηθεί το τρένο της αγωγής.

 

Τα δικόγραφα θα πρέπει να ετοιμάζονται και να συντάσσονται σύμφωνα με τους κανόνες που τίθενται στη Δ.19 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών οι οποίοι ίσχυαν πριν από το νέο δικονομικό καθεστώς το οποίο ισχύει από 01.09.23 και ιδιαίτερα με τη συνδυασμένη εφαρμογή των Κ.4 & 6 αυτής, μέσα από τους οποίους, ανάμεσα σ’ άλλα, προνοείται ρητώς πως κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει μόνο σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος στηρίζει την απαίτηση ή υπεράσπιση ή ανταπαίτηση του ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά όχι μαρτυρία η οποία θα αποδειχθεί με γεγονότα (Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ (2000) 1(Α) Α.Α.Δ. 157). Η λέξη ‘ουσιώδη’ (material) σημαίνει αναγκαία για το σκοπό διατύπωσης μιας πλήρης αιτίας αγωγής. Η παράθεση όλων των ουσιωδών γεγονότων αποτελεί όχι μόνο βασικό προαπαιτούμενο αλλά και υποχρέωση ώστε η αντίδικη πλευρά να γνωρίζει τι έχει να αντιμετωπίσει (Athina Leathergoods Ltd v Χαραλάμπους κ.α. (2000) 1 Α.Α.Δ. 787). Όταν οι προαναφερόμενοι θεμελιώδεις κανόνες δικογράφησης παραβιάζονται, η άλλη πλευρά δικαιούται να απευθυνθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει την έκδοση δικαστικού διατάγματος που να διατάζει τον αντίδικο να τον εφοδιάσει με τις απαιτούμενες υπό τις περιστάσεις λεπτομέρειες.

 

Το θέμα της παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών από ένα διάδικο σε σχέση με δικόγραφο που καταχώρησε διέπεται δικονομικά από τη Δ.19 Κ.6 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι πανομοιότυπη με την παλαιά αγγλική διάταξη O.19 r.7. Η δυνατότητα να ζητήσει κάποιος την παροχή τέτοιων λεπτομερειών πριν από την καταχώρηση της υπεράσπισης του έτσι ώστε να μπορέσει να την καταχωρήσει περιέχεται στον Κ.8 της ίδιας Διάταξης. Συγκεκριμένα, ο Κ.7 αναφέρει κατά λέξη τα εξής:

«A further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just.»

 

Ο δε Κ.8 προνοεί επί λέξει τα πιο κάτω:

«Particulars of a claim shall not be ordered under Rule 6 of this Order to be delivered before defence unless the Court or Judge shall he of opinion that they are necessary or desirable to enable the defendant to plead or ought for any other special reason to be so delivered.»

 

Από το λεκτικό των πιο πάνω κανονισμών καθίσταται αντιληπτό ότι η έκδοση διατάγματος για παροχή περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Για παράδειγμα το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την παροχή περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών στις περιπτώσεις εκείνες που κρίνει ότι απουσιάζουν τέτοιες λεπτομέρειες σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαίες και θα έπρεπε να περιέχονται σ’ ένα δικόγραφο έτσι ώστε μέσα από αυτές να καθορίζονται με περισσότερη σαφήνεια τα επίδικα θέματα για να προσκομιστεί, κατά την ακρόαση, η σχετική μαρτυρία αλλά και για να σχηματίσει η άλλη πλευρά σαφή και πλήρη εικόνα της φύσης και έκτασης της υπόθεσης την οποία θα έχει να αντιμετωπίσει κατά τη δίκη και να μπορέσει έτσι να ετοιμάσει και παρουσιάσει τη δική της υπόθεση υπό τη μορφή υπεράσπισης, χωρίς να καταλαμβάνεται εξαπίνης και χωρίς να βρεθεί προς του φάσματος τετελεσμένων γεγονότων (National Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v Achaia Shipping Ltd (1975) 1 C.L.R. 427, Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι v Credit Libanais S.A.L. (1991) 1 Α.Α.Δ. 649). Το τι αποτελεί αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζεται με βάση τα περιστατικά και δεδομένα της κάθε υπόθεσης με το βάρος απόδειξης να βαραίνει τον αιτητή.

 

Από την άλλη, το Δικαστήριο δεν θα υποδείξει στα μέρη τον τρόπο σύνταξης των εγγράφων προτάσεων τους (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας v Μασόνου (1980) 1 C.L.R. 192). Επομένως, στα πλαίσια διεκπεραίωσης του έργου του, το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει την ανάγκη εξειδίκευσης των γεγονότων από τη μια και την αποφυγή αποκάλυψης μαρτυρίας από την άλλη και εκεί που φαίνεται ότι σκοπός του αιτητή είναι το τελευταίο η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί ενάντια της αίτησης. Όπως έχει ήδη λεχθεί, περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο σχετικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομιστεί προς απόδειξη τους.

 

Η παροχή τέτοιων λεπτομερειών σκοπεύει στο να διευκρινίσει και εξειδικεύσει τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ’ ουδένα λόγο στο να εκμαιεύσει ή να ιχνηλατήσει ή να αποκαλύψει την ίδια τη μαρτυρία με την οποίαν αυτά θα αποδειχθούν (Θεμιστοκλέους v Χρ. Γεωργιάδη Λτδ (πιο πάνω)). Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί ότι υποχρέωση για παροχή λεπτομερειών δεν υπάρχει σε περιπτώσεις όπου το βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου γεγονότος το φέρει η άλλη πλευρά (Κουρσουμά v. Κοσμά (1991) 1 Α.Α.Δ. 973).

 

Στην υπόθεση Χριστοδούλου v Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ (πιο πάνω) υποδείχτηκαν τα εξής:

«Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v C.D. Hay and Sons Ltd (1971) 1 C.L.R. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ’ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v Panayiota Neophytou and Others (1983) 1 C.L.R. 669, 680). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο.Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξαπίνης. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις αιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι v Credit Libanais S.A.L. (1991) 1 Α.Α.Δ. 649, 652). Στην υπόθεση National Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v Achaia Shipping Ltd (1975) 1 C.L.R. 427, 432, τονίστηκε η ανάγκη για ακρίβεια στα δικόγραφα ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματική διαφορά και να ετοιμαστεί για δίκη.»

 

Στη δε υπόθεση Ευδόκιος Σάββα v Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (αρ.2) (1992) 1 Α.Α.Δ. 1146 τονίστηκαν, ανάμεσα σ’ άλλα, τα ακόλουθα:

«Η παροχή περαιτέρω λεπτομερειών σκοπεί στον εντοπισμό και όπου επιβάλλεται την διευκρίνιση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα. Θα συνιστούσε εκτροπή, όπως αναγνωρίζει η νομολογία, η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα (Re Wells (Deceased) (1962) 1 All.E.R. 812).

Η μαρτυρία δεν αποτελεί αντικείμενο των εγγράφων προτάσεων, ούτε μπορεί να διαταχθούν λεπτομέρειες του περιεχομένου της εφόσον αποκαλύπτεται (Temperton v Russell (1893) 9 T.L.R. 318)

 

Εξ’ όσον γίνεται αντιληπτό η Ενάγουσα ζητεί περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με δικογραφημένες αναφορές του Εναγομένου μέσα από τις §2, §3, §4, §12, §25 & §33 της έκθεσης υπεράσπισης του. Έχω ήδη στην αρχή παραθέσει αυτούσια ποιες ακριβώς λεπτομέρειες ζητούνται μέσα από κάθε παράγραφο ξεχωριστά. Δεν χρειάζεται να τις επαναλάβω.

 

Στην §2 της έκθεσης υπεράσπισης ο Εναγόμενος επικαλείται κώλυμα της Ενάγουσας στην προώθηση της παρούσας αγωγής επειδή, όπως ισχυρίζεται, τα κατ’ ισχυρισμό αγώγιμα δικαιώματα της Ενάγουσας εναντίον του αποτέλεσαν αντικείμενο διευθέτησης στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ των μετόχων της Ενάγουσας και/ή την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα ζητεί λεπτομέρειες προβάλλοντας ως λόγους τη διασαφήνιση ζητημάτων και προκειμένου να διαπιστωθεί αν επιδιώκεται αποπροσανατολισμός του Δικαστηρίου.

 

Με κάθε σεβασμό στην Ενάγουσα δεν υφίσταται ζήτημα αποκρυστάλλωσης κανενός ζητήματος αναγκαίου για την προώθηση της απαίτησης της. Η συγκεκριμένη παράγραφος δικογραφεί τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία για να αντιληφθεί ο αναγνώστης ποιο είναι το υπερασπιστικό στοιχείο που προβάλλεται σ’ αυτήν. Οι λεπτομέρειες που ζητούνται αφορούν μαρτυρικό υλικό. Για παράδειγμα η ημερομηνία και ο τόπος σύναψης της επικαλούμενης συμφωνίας διευθέτησης που ζητούνται κάθε άλλο παρά μαρτυρία συνιστά. Ομοίως κατά πόσο ο Εναγόμενος ήταν μέρος ή όχι της επικαλούμενης συμφωνίας. Όπως και το αίτημα της Εναγομένης να της αναφερθούν το αντικείμενο και οι κυριότερες πρόνοιες της κατ’ ισχυρισμό συμφωνίας. Αναφορικά με το ερώτημα τι ακριβώς ήταν αυτό που διευθετήθηκε με την υπογραφή της επικαλούμενης συμφωνίας, με ταπεινότητα θεωρώ ότι η απάντηση βρίσκεται στο δικογραφημένο περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου. Εν πάση περιπτώσει, οι απαντήσεις στις πιο πάνω απορίες βρίσκονται σε μαρτυρικό υλικό που θα περιέλθει στην αντίληψη της Ενάγουσας όταν ο Εναγόμενος, ως ο διάδικος που καλείται να αποδείξει τους ισχυρισμούς του αυτούς, θα προβεί σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων με την Ενάγουσα να έχει δικαίωμα είτε να της προσκομιστούν αντίγραφα των εγγράφων αυτών είτε να επιθεωρήσει το περιεχόμενο τους και ακολούθως όταν ο Εναγόμενος ετοιμάσει κατάλογο μαρτύρων με σύνοψη της μαρτυρίας τους στα πλαίσια των δικονομικών ενεργειών για την προετοιμασία της ουσίας της υπόθεσης για ακρόαση. Το εάν ο Εναγόμενος σκοπεύει να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο, ως είναι η θέση της Ενάγουσας, είναι κάτι που θα διαπιστωθεί μέσα από την προώθηση της υπεράσπισης στη βάση του μαρτυρικού υλικού που θα προσκομίσει.

 

Στην §3 της έκθεσης υπεράσπισης του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που η Ενάγουσα υπέστη οποιαδήποτε ζημιά τότε γενεσιουργός αιτία πρόκλησης της είναι δικές της «παράνομες πράξεις και/ή παραλείψεις». Η Ενάγουσα εδώ ζητεί να απαριθμηθούν αυτές οι επικαλούμενες παράνομες πράξεις και/ή παραλείψεις που της αποδίδονται, να προσδιοριστεί χρονικά πότε αυτές έγιναν και πως αυτές ευθύνονται για την πρόκληση της ζημιάς της.

 

Είναι γεγονός ότι ο Εναγόμενος δικογραφεί ισχυρισμό μέσα από τον οποίον καταλογίζει στην Ενάγουσα επιλήψιμη συμπεριφορά από μέρους της και συγκεκριμένα ότι προέβηκε σε ενέργειες που ο ίδιος χαρακτηρίζει ότι είναι παράνομες και ότι παρέλειψε να προβεί σε πράξεις που ο ίδιος εκτιμά ότι ευθύνονται για την κατάσταση της, χωρίς όμως να τις καταγράφει. Παράλληλα αναφέρεται γενικά και αόριστα σε τέτοιες επιλήψιμες ενέργειες και παραλείψεις δίχως να προσδιορίζει χρονικά πότε αυτές συνέβησαν. Προχωρεί μάλιστα να συνδέσει τέτοιες πράξεις και παραλείψεις που δεν περιγράφει και που δεν καθορίζει χρονικά ότι ευθύνονται για την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα χωρίς να αναφέρει με ποιο τρόπο αυτές προκάλεσαν τη ζημιά στην Ενάγουσα. Σε τελευταία ανάλυση, ο Εναγόμενος δικογραφεί ένα σοβαρό ισχυρισμό, ως μέρος της υπερασπιστικής του γραμμής, ο οποίος χαρακτηρίζεται από γενικότητα και ασάφεια.

 

Θεωρώ ότι η Ενάγουσα ορθά και δίκαια ζητεί τις αιτούμενες λεπτομέρειες σχετικά με τη συγκεκριμένη παράγραφο αφού είναι ουσιαστικές και θα πρέπει να είναι εις γνώση της προκειμένου να είναι σε θέση να προωθήσει την απαίτηση της αντικρούοντας την υπεράσπιση του Εναγομένου χωρίς να καταληφθεί εξ’ απροόπτου ή να το πράττει με εικασίες ή πιθανολογούμενα σενάρια. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ισχυρισμός για αμελή και/ή για οποιασδήποτε μορφής παράνομης/επιλήψιμης συμπεριφοράς ο κανόνας είναι να δικογραφούνται λεπτομέρειες της επικαλούμενης αμέλειας ή της επιλήψιμης συμπεριφοράς που καταλογίζεται και να γίνεται σύνδεση πως αυτή ευθύνεται για την προκληθείσα ζημιά. Με την υφιστάμενη διατύπωση του περιεχομένου της συγκεκριμένης παραγράφου η Ενάγουσα δεν μπορεί να σχηματίσει σαφή και πλήρη εικόνα της φύσης και της έκτασης του ισχυρισμού που ο Εναγόμενος δικογραφεί και θα προβάλει ως μέρος της υπεράσπισης του και καλείται να αντιμετωπίσει αφού επικαλείται εκτέλεση παράνομων πράξεων ή παράλειψη ενεργειών που έπρεπε, κατά τη γνώμη του να είχαν γίνει χωρίς να αναφέρει ποιες είναι αυτές και πως σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αλλά και με τις θεραπείες που αξιώνονται εναντίον του (Κυπριακή Δημοκρατία v. Φωτόπουλου κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε229/2014 ημερ. 10.07.18), ECLI:CY:AD:2018:A356.

 

Στην §4 της έκθεσης υπεράσπισης του ο Εναγόμενος δικογραφεί την αρχή του volenti non fit injuria που θεωρεί ότι ισχύει προκειμένου να επικαλεστεί πως η συμπεριφορά που επέδειξε η Ενάγουσα ήταν αυτή που ευθύνεται για την εθελούσια έκθεση της σε κίνδυνο, ως αποτέλεσμα της οποίας υπέστη ζημιές. Εδώ η Ενάγουσα ζητεί να της διευκρινιστεί ποια ήταν η συμπεριφορά που της αποδίδεται η οποία, κατ’ ισχυρισμό του Εναγομένου, οδήγησε στην πρόκληση ζημιάς εις βάρος της. Επίσης ζητεί να εξειδικευτεί πως η επιλήψιμη συμπεριφορά που της αποδίδεται της έχει προκαλέσει ζημιά. Ακόμη αιτείται να διασαφηνιστεί ποιος ήταν ο κίνδυνος στον οποίον η Ενάγουσα έχει, κατ’ ισχυρισμό του Εναγομένου, εκθέσει τον εαυτό της.

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι όλα τα πιο πάνω ερωτήματα της Ενάγουσας καλύπτονται από τον σχολιασμό στον οποίον έχω κάνει σχετικά με την §3. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός για επιλήψιμη συμπεριφορά της Ενάγουσας που ευθύνεται για πρόκληση ζημιάς, χωρίς να δικογραφούνται λεπτομέρειες των επικαλούμενων παράνομων ενεργειών και παραλείψεων και δίχως να δικογραφούνται γεγονότα που να αποκαλύπτουν με ποιο τρόπο η συμπεριφορά που της αποδίδεται της προκάλεσε ζημιά, επεκτείνεται και στην προκειμένη περίπτωση. Οι ίδιες λεπτομέρειες που χρειάζονται να παρασχεθούν, τη σημαντικότητα των οποίων για σκοπούς προώθησης της απαίτησης έχω επισημάνει προηγουμένως, ισχύουν και εδώ. Ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγομένου για ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας εναντίον του (§3) και η δικογραφημένη επίκληση της αρχής volenti non fit injuria (§4), αμφότερα ως μέρος της υπεράσπισης, συνδέονται με τις ίδιες επικαλούμενες παράνομες πράξεις και παραλείψεις και με ποιο τρόπο αυτές, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, ευθύνονται για την κατ’ ισχυρισμό πρόκλησης ζημιάς στην Ενάγουσα.

 

Στην §12 της έκθεσης υπεράσπισης του ο Εναγόμενος αφού παραδέχεται ότι την περίοδο από 12.02.16 μέχρι και τον Φεβρουάριο 2019 κάποιος με το όνομα Gaynulin κατείχε το 50% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Ενάγουσας, αναφέρει ότι το ιδιοκτησιακό συμφέρον του Gaynulin επί της Ενάγουσας μεταβιβάστηκε και/ή εκχωρίστηκε προς όφελος άλλων ατόμων που κατονομάζονται δυνάμει συμφωνίας διευθέτησης. Επίσης δικογραφείται η θέση ότι η Ενάγουσα, στα πλαίσια διαχείρισης των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων, σύναψε δάνειο με εταιρεία εγγεγραμμένη στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Εδώ η Ενάγουσα ζητά στοιχεία που αφορούν το όνομα και την εταιρική δομή της εταιρείας στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Επίσης ζητά να ενημερωθεί για την ημερομηνία σύναψης της επικαλούμενης συμφωνίας δανείου και εξήγηση πως αυτή συνδέεται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης και τη ζημιά που η ίδια ισχυρίζεται ότι υπέστη.

 

Με κάθε σεβασμό στην Ενάγουσα, όλα τα αιτήματα της σχετικά με την παράγραφο αυτή εμπίπτουν στο πεδίο μαρτυρίας. Εφόσον, όπως η ίδια ανάφερε, αντίγραφο της επικαλούμενης συμφωνίας θα περιέλθει στην κατοχή της στο στάδιο της διαδικασίας αποκάλυψης, τότε, χωρίς αμφιβολία, η Ενάγουσα θα είναι σε θέση να βρει απαντήσεις στα ερωτήματα της. Με την προσκόμιση του εγγράφου η Ενάγουσα θα έχει την ευκαιρία να μελετήσει το περιεχόμενο της με αποτέλεσμα η αναγκαιότητα παροχής τέτοιων στοιχείων στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας να έχει εκμηδενιστεί. Ο Εναγόμενος, ως ο διάδικος που το επικαλέστηκε, θα παρουσιάσει την μαρτυρία αυτή στο κατάλληλο στάδιο.

 

Στην §25 της έκθεσης υπεράσπισης του ο Εναγόμενος αρνείται ότι προκάλεσε ζημιές στο επίμαχο κατάστημα και παράλληλα ισχυρίζεται ότι εάν υπάρχουν τέτοιες ζημιές αυτές είναι προϊόν εσκεμμένης και/ή αμελούς συμπεριφοράς της Ενάγουσας και/ή τρίτου προσώπου. Εδώ η Ενάγουσα αιτείται την αποκάλυψη της ταυτότητας του επικαλούμενου προσώπου καθώς επίσης ζητεί να συγκεκριμενοποιηθεί η επικαλούμενη επιλήψιμη συμπεριφορά αυτού του τρίτου προσώπου και προσδιορισμό του τρόπου που σύμφωνα με τον Εναγόμενο της προκάλεσε ζημιά. Η Ενάγουσα ζητεί τις εν λόγω λεπτομέρειες με τη δικαιολογία ότι αυτές είναι αναγκαίες για διευκρίνιση της θέσης του Εναγομένου περί ύπαρξης τρίτου προσώπου και το ρόλο που αυτός έχει διαδραματίσει.

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι η ταυτότητα του επικαλούμενου τρίτου προσώπου αποκαλύπτεται μέσα από το περιεχόμενο της §25 της έκθεσης υπεράσπισης. Συνεπώς το εν λόγω ζήτημα αυτό ρυθμίζεται με ανάγνωση της συγκεκριμένης παραγράφου.

 

Αντίθετα θεωρώ ότι ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγομένου για επίδειξη εσκεμμένης και/ή αμελούς συμπεριφοράς από τρίτο πρόσωπο είναι γενικός και αόριστος αφού στερείται σχετικών λεπτομερειών. Ο Εναγόμενος θα πρέπει να δώσει λεπτομέρειες τέτοιας επιλήψιμης συμπεριφοράς που χρεώνει σε τρίτο πρόσωπο και με ποιο τρόπο αυτή, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, προκάλεσε ζημιά στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα ορθά και δίκαια αιτείται τη συγκεκριμένη λεπτομέρεια αφού οφείλει να γνωρίζει τον συγκεκριμένο δικογραφημένο ισχυρισμό του Εναγομένου στην ολοκληρωμένη του μορφή. Η Εναγόμενη δικαιούται να έχει υπόψη της το πλαίσιο υπεράσπισης του Εναγομένου χωρίς κενά έτσι ώστε να είναι σε θέση να την αντιμετωπίσει παρουσιάζοντας παράλληλα την υπόθεση της.

 

Η §33 της έκθεσης υπεράσπισης είναι η τελευταία παράγραφος στην οποίαν η Ενάγουσα ζητεί λεπτομέρειες. Το αίτημα εδώ είναι πολυεπίπεδο.

 

Ο Εναγόμενος αρνείται ότι εφαρμόζεται η νομική αρχή του res ipsa loquitur. Η Ενάγουσα καλεί τον Εναγόμενο να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με τη θέση του ότι το αξίωμα αυτό δεν τυγχάνει εδώ εφαρμογής. Με κάθε σεβασμό στην Ενάγουσα, ο Εναγόμενος δεν έχει υποχρέωση να δώσει την λεπτομέρεια αυτή επειδή το βάρος απόδειξης ότι ισχύει το φέρει η Ενάγουσα (Κουρσουμά v. Κοσμά (πιο πάνω)). Η Ενάγουσα είναι ο διάδικος που οφείλει να τεκμηριώσει ότι δικαιολογημένα γίνεται επίκληση της νομικής αρχής «τα γεγονότα ομιλούν από μόνα τους»  αφού πρόκειται για το διάδικο που το ισχυρίζεται (§27 έκθεσης απαίτησης).

 

Περαιτέρω ο Εναγόμενος δικογραφεί τη θέση ότι η πιο πάνω νομική αρχή δεν μπορεί να ισχύει επειδή η Ενάγουσα εξέθεσε εθελούσια τον εαυτό της σε κίνδυνο και αξιώνει αποζημιώσεις ένεκα κατ’ ισχυρισμό επιλήψιμης συμπεριφοράς της. Η Ενάγουσα ζητεί να της διευκρινιστεί ποιος είναι ο κίνδυνος στον οποίον αναφέρεται, ποιες είναι οι ενέργειες αυτές με τις οποίες ο Εναγόμενος θεωρεί ότι η ίδια εξέθεσε τον εαυτό της σε κίνδυνο και με ποιο τρόπο αυτό έγινε. Με κάθε σεβασμό, έχω την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που έχει ήδη σχολιαστεί. Δεν χρειάζεται να ασχοληθώ περαιτέρω παρά μόνο να παραπέμψω σ’ αυτά που έχουν ήδη λεχθεί.

 

Επίσης μέσα από την ίδια παράγραφο ο Εναγόμενος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι άλλα πρόσωπα με τη συμπεριφορά τους παρακίνησαν την Ενάγουσα να καταχωρίσουν την παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη ζητεί την αποκάλυψη της ταυτότητας αυτών των ατόμων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το ζήτημα αυτό, δηλαδή η αιτούμενη αποκάλυψη της ταυτότητας προσώπων, συνιστά μαρτυρία η οποία θα δοθεί από τον Εναγόμενο στα πλαίσια απόδειξης της υπεράσπισης του. Η δε Ενάγουσα θα έχει την ευκαιρία να αντεξετάσει τους μάρτυρες που θα δώσουν μαρτυρία επί του συγκεκριμένου θέματος. Ο εν λόγω δικογραφημένος ισχυρισμός, όπως διατυπώνεται, δεν χρήζει διασαφήνισης. Δεν είναι περίπτωση όπου η Ενάγουσα καταλαμβάνεται εξ’ απροόπτου αλλά είναι σε θέση να αντιληφθεί συμπληρωμένα και σε όλη του την έκταση το νόημα του θέματος.

 

Δεν διαφεύγει της προσοχής μου η αναφορά της Ενάγουσας ότι δικαιούται στη χορήγηση των αιτουμένων λεπτομερειών και ότι σύμφωνα με την ίδια τούτο, ανάμεσα σ’ άλλα, φαίνεται από το ότι η πλευρά του Εναγομένου τελικά δεν ανταποκρίθηκε παρόλο ότι αρχικά κινήθηκε προς την κατεύθυνση αυτή. Με κάθε σεβασμό δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή, η οποία στερείται ερείσματος. Το γεγονός ότι οι δικηγόροι του Εναγομένου εκδήλωσαν προθυμία να ικανοποιήσουν την παροχή των αιτουμένων λεπτομερειών δεν γεννά δικαίωμα στην Ενάγουσα να το απαιτεί ως κεκτημένη αξίωση.

 

Οι αιτούμενες λεπτομέρειες τις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι θα πρέπει να δοθούν δεν αποτελούν αλίευση μαρτυρίας, ως αφήνει να εννοηθεί ο Εναγόμενος, αλλά κρίνονται αναγκαίες για τον προσδιορισμό της υπόθεσης στην ολοκληρωμένη της διάσταση που έχει να αντιμετωπίσει η Ενάγουσα. Περαιτέρω ο Εναγόμενος δεν επικαλείται οποιαδήποτε ζημιά που θα μπορούσε να υποστεί από την έκδοση διατάγματος παροχής τέτοιων λεπτομερειών. Ούτε παρατηρώ να εγκυμονείται τέτοιος κίνδυνος εις βάρος του Εναγομένου, πάντοτε βέβαια για εκείνες τις λεπτομέρειες που το Δικαστήριο θεωρεί ότι θα μπορούσαν να δοθούν. Αντίθετα αποτελούσε υποχρέωση του να το έπραττε από την αρχή με τη δικογράφηση τους στην έκθεση υπεράσπισης του.

 

Επιπλέον ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι «Μέσω της παρούσας αίτησης η Ενάγουσα αναζητεί διευκρινίσεις για θέμα και/ή θέματα τα οποία είναι ήδη στη γνώση της και/ή θα μπορούσε να ζητήσει με άλλη αίτηση εκτός από την επίδικη.» Πρόκειται για τον λόγο ένστασης αρ. 5.

 

Με κάθε σεβασμό στον Εναγόμενο, δεν έχει δίκαιο να παραπονιέται σχετικά με όλες τις αιτούμενες λεπτομέρειες. Μπορεί με ασφάλεια να λεχθεί ότι οι λεπτομέρειες εκείνες που το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Εναγόμενος μπορεί να δώσει στην Ενάγουσα θα έπρεπε να είχαν δικογραφηθεί στην έκθεση υπεράσπισης. Όπως ήδη λέχθηκε, οι κανόνες δικογράφησης επιβάλλουν την συμπερίληψη τους τέτοιων λεπτομερειών στην έκθεση υπεράσπισης ως γεγονότα που αποτελούν μέρος της υπερασπιστικής γραμμής. Επομένως η παρούσα αίτηση είναι το κατάλληλο δικονομικό διάβημα για τη χορήγηση τους.

 

Επιπροσθέτως, με τους λόγους ένστασης αρ. 3 & 6 ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Είναι γνωστό ότι η κακοπιστία στην προώθηση μιας διαδικασίας πρέπει να αποδεικνύεται στη βάση σαφούς και επαρκούς μαρτυρίας από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα που να υποστηρίζει το συγκεκριμένο ισχυρισμό. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του διαδίκου που επικαλείται κακοπιστία. Με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση  συνήθως οδηγείται σε απόρριψη (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (2012) 1 Α.Α.Δ. 745). Κατ’ ανάλογο τρόπο ισχύει και για την περίπτωση της κατάχρησης.

 

Στην προκειμένη περίπτωση η κακοπιστία και η κατάχρηση συνδέονται με τη θέση του Εναγομένου ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες αποτελούν μαρτυρία και όχι ουσιώδη γεγονότα. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, η παρούσα αίτηση είναι αχρείαστη.  

 

Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν έχω εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του Εναγομένου. Έχω ήδη εξηγήσει γιατί οι λεπτομέρειες εκείνες που το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Εναγόμενος μπορεί να δώσει στην Ενάγουσα δεν αποτελούν μαρτυρία αλλά ουσιώδη γεγονότα που με βάση τους κανόνες δικογράφησης θα έπρεπε να είχαν καταγραφεί στην έκθεση υπεράσπισης. Υπό αυτή την έννοια, η παρούσα αίτηση έχει βαθμό όχι απλά χρησιμότητας αλλά και αναγκαιότητας.

 

Με τον τελευταίο λόγο ένστασης (λόγος ένστασης αρ. 7), είναι η θέση του Εναγομένου ότι με την παρούσα αίτηση προκαλείται καθυστέρηση στην υπόθεση συνεπεία αυτής δημιουργία άσκοπων εξόδων.

 

Με κάθε σεβασμό στον Εναγόμενο, δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω θέση του. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δικαιολογείται ο χρόνος που παρήλθε στην προώθηση της και γενικά παρέχονται εξηγήσεις για το χρονικό σημείο που τελικά η αίτηση αυτή προωθήθηκε. Ειδικότερα, όπως σημειώνεται και δεν έχει αμφισβητηθεί, μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης εκδικάστηκε αίτηση διαγραφής ισχυρισμών της έκθεσης υπεράσπισης. Με την έκδοση απόφασης αποστάληκε σχετική επιστολή και ακολούθως πραγματοποιήθηκαν συζητήσεις μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίες δεν είχαν θετική κατάληξη. Ευθύς με την αποτυχία των συνομιλιών η Ενάγουσα προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Υπό τις περιστάσεις δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε ολιγωρία από μέρους της Ενάγουσας στην προώθηση της παρούσας αίτησης και ως εκ τούτου ουδεμία καθυστέρηση παρατηρείται. Περαιτέρω η αναγκαιότητα και η χρησιμότητα που χαρακτηρίζει την παρούσα αίτηση, έστω μέρος της, καθιστά έκθετο σε απόρριψη τον ισχυρισμό του Εναγομένου περί δημιουργίας αχρείαστων εξόδων.

 

Κάτω από αυτά τα δεδομένα και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι το συμφέρον της ορθής απονομής δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειες του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ως το σημείο (2) αναφορικά με την §3 της έκθεσης υπεράσπισης και ως το σημείο 5(β) & (γ) αναφορικά με την §25 της έκθεσης υπεράσπισης.

 

Συνακόλουθα η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και ειδικότερα στο βαθμό και στην έκταση που έχει εξηγηθεί.

 

Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών σχετικά με τα πιο πάνω σημεία εντός 21 ημερών από σήμερα. Οι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες όταν προσκομιστούν θα αποτελούν μέρος των δικογραφημένων θέσεων του Εναγομένου στην έκθεση υπεράσπισης του. Στην ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η διαταγή για λεπτομέρειες δεν θα συνεπάγεται αναστολή της διαδικασίας κάτω από τη Δ.19 Κ.9, αλλά σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με το διάταγμα ο Εναγόμενος δεν θα μπορεί να προσκομίσει μαρτυρία για υποστήριξη των σχετικών ισχυρισμών του.

 

Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον του Εναγομένου/Καθ’ ου η αίτηση. Στην επιδίκαση των εξόδων λήφθηκε υπόψη η εκ των προτέρων αποστολή σχετικής επιστολής ημερ. 21.02.24 των δικηγόρων της Ενάγουσας στους δικηγόρους του Εναγομένου (Δ.19 Κ.7). Ωστόσο ένεκα της μερικούς επιτυχίας της παρούσας αίτησης, τα έξοδα είναι μειωμένα κατά 50%.

 

  

 

                                                                        (Υπ.)    .................................

                                                                                    Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο