ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ν. DAKA EMBROIDERIES RETAIL LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2010/2019, 29/10/2025
print
Τίτλος:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ν. DAKA EMBROIDERIES RETAIL LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2010/2019, 29/10/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.                                 

         Αρ. Αγωγής: 2010/2019

Μεταξύ:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.

                                                                                                                         Εναγόντων

                                                            και

1.    DAKA EMBROIDERIES RETAIL LIMITED

2.    C. VRAHIMIS LIMITED

3.    NICOS VRAHIMIS LIMITED

                                                                                                Εναγομένων

 

Αίτηση ημερομηνίας 05.09.25 για παροχή οδηγιών σχετικά με τη

διαδικασία ακρόασης της αίτησης ημερ. 21.12.23 για παρακοή

διατάγματος ημερ. 23.01.20

 

Ημερομηνία: 29.10.25

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Α. Αντωνιάδου για LC Law Stylianou & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενους 1-3/Καθ’ ων η αίτηση 1-3: κος Ν. Θαρσυβούλου για

                                                                              Νικόλας Θρασυβούλου Δ.Ε.Π.Ε.

 

                                                ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στις 23.01.20 εκδόθηκε ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1, 2 & 3 με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η εκδίκαση της αγωγής εκκρεμεί μέχρι σήμερα.

 

Επειδή οι Ενάγοντες θεωρούν ότι η Εναγόμενη 2 εταιρεία παρακούει το πιο πάνω διάταγμα με αποτέλεσμα να μην συμμορφώνεται με πρόνοιες του, καταχώρησαν την αίτηση ημερ. 21.12.23 με την οποίαν ζητούν την έκδοση διατάγματος που να τιμωρεί την Εναγόμενη 2 και/ή τους αξιωματούχους της για ανυπακοή και/ή να τους εξαναγκάζει σε υπακοή του. Επίσης στην ίδια αίτηση ζητείται από το Δικαστήριο να διατάξει την Εναγόμενη 2 να καταβάλει στους Ενάγοντες χρηματικό ποσό ως μορφή αποζημίωσης για την ανεπανόρθωτη βλάβη που κατ’ ισχυρισμό προκλήθηκε σ’ αυτούς ένεκα της επικαλούμενης ζημιάς. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, προς υποστήριξη του περιεχομένου της οποίας επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα. Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση μέλους του διοικητικού συμβουλίου της.

 

Ακολούθως με αίτηση τους ημερ. 07.11.24 οι Ενάγοντες αιτήθηκαν την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την παρουσία του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση της Εναγομένης 2 στην αίτηση παρακοής ημερ. 21.12.23 κατά την ημερομηνία ακρόασης της ώστε να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του. Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Στην πορεία η αίτηση αυτή (ημερ. 07.11.24) αποσύρθηκε άνευ βλάβης.

 

Στις 05.09.25 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση δια κλήσεως με την οποίαν οι Ενάγοντες (Αιτητές) ζητούν από το Δικαστήριο να δώσει οδηγίες που θα ρυθμίζουν την διαδικασία ακρόασης της αίτησης ημερ. 21.12.23, δηλαδή της αίτησης παρακοής. Διαζευκτικά ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να καθορίζεται ότι η εκδίκαση της αίτησης παρακοής θα διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων τηρουμένου του δικαιώματος αντεξέτασης σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.4(2) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν πριν από την 01.09.23. Περαιτέρω οι Ενάγοντες αιτούνται την έκδοση διατάγματος που να διατάζει την παρουσία του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ημερ. 26.04.24 των Εναγομένων στην αίτηση παρακοής ημερ. 07.12.23 ώστε να αντεξεταστεί αναφορικά με τους ισχυρισμούς του στην §7 της ένορκης δήλωσης του. 

 

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, οι Δ.39 Θ.1, Δ.48 Θ.1-Θ.3 & Θ.4(2), Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν πριν από την 01.09.23, στο άρθρο 42 του Ν.14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στα εδάφια (1) & (3)(δ) του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που στην Κύπρο θεσπίστηκε με τον κυρωτικό Ν.39/62, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την έγκριση της περιέχονται σε ένορκη δήλωση της κυρίας Λώρας Στυλιανού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση.

 

Η Εναγόμενη 2 (Καθ’ ης η αίτηση) αντέδρασε στις 29.09.25 με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί 15 λόγων. Ορισμένοι από αυτούς επαναλαμβάνονται, άλλοι σχετίζονται με κάποιους άλλους ενώ άλλοι καλύπτονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι δεν συντρέχουν λόγοι που ικανοποιούν την επιτυχία της αίτησης.

 

Η νομική βάση της ένστασης της Εναγομένης 2 είναι ουσιαστικά παρόμοια μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπλέον αναφορά στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και στους περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Διαδικαστικών Κανονισμών.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 2, το οποίο είναι το άτομο που ζητείται η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του.

 

Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων της υπό κρίση αίτησης και ένστασης. Οι αναφορές που περιέχονται σ’ αυτές προδιαγράφουν της εκδοχές των διαδίκων. Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτές. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα από το περιεχόμενο τους.

 

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί.

Ένας από τους λόγους ένστασης που προβάλλονται είναι ότι μέρος της υπό κρίση αίτησης και συγκεκριμένα τα σημεία (Α) & (Β) αυτής θα πρέπει να απορριφθούν επειδή καταχωρίστηκαν χωρίς την εκ των προτέρων άδεια του Δικαστηρίου, κατά παράβαση έτσι των περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Διαδικαστικών Κανονισμών. Πρόκειται για τον 1ο λόγο ένστασης.

 

Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να λεχθεί ότι για σκοπούς εξέτασης του συγκεκριμένου λόγου ένστασης η αίτηση εξετάζεται στην ολότητα της. Η αίτηση προσεγγίζεται ως ενιαίο έγγραφο. Το σημείο (Γ) που η πλευρά της Εναγομένης 2 δεν έχει συμπεριλάβει στον υπό κρίση λόγο ένστασης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του σώματος της αίτησης και κατ’ επέκταση των σημείων (Α) & (Β) τα οποία αποτελούν αντικείμενο εξέτασης στο συγκεκριμένο λόγο ένστασης, ως κομμάτια του ιδίου σώματος της αίτησης. Δεν μπορεί η αίτηση να τύχει διαχωρισμού. Δεν θα διεξαχθεί εξέταση της παρούσας αίτησης μέσω κατακερματισμού της. Συνεπώς η εξέταση των περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Διαδικαστικών Κανονισμών θα αφορά την αίτηση εξ’ ολοκλήρου και όχι αποσπασματικά, δηλαδή μέρος του σώματος της, με ότι αυτό συνεπάγεται.

 

Η εκδίκαση παλαιών υποθέσεων ρυθμίζεται από Διαδικαστικούς Κανονισμούς που έχουν θεσπιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και έχουν τεθεί σε ισχύ στις 25.11.22. Πρόκειται για τους περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022, οι οποίοι στην πορεία έτυχαν τροποποίησης. Ένας από αυτούς είναι ο Κανονισμός 4, ο οποίος τροποποιήθηκε με τους περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) (Τροποποιητικούς) (Αρ.1) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022. Η τροποποίηση αυτή τέθηκε σε ισχύ στις 23.12.22.

 

Αρχικά παλαιά υπόθεση θεωρείτο αυτή που εκκρεμούσε και καταχωρίστηκε μεταξύ των ετών 2014 ‑ 2018. Αργότερα με τη θέσπιση των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) (Τροποποιητικού) (Αρ.1) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2024 που τέθηκε σε ισχύ στις 06.09.24, παλαιές υποθέσεις είναι αυτές οι οποίες εκκρεμούν και «που καταχωρίστηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου, 2021».

 

Ο τροποποιημένος Κανονισμός 4 σημειώνει τα εξής:

«Για όλες τις υποθέσεις μεταξύ των πιο πάνω ετών για τις οποίες υπάρχει ήδη ορισμένη ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας ή που έχουν οριστεί για οποιονδήποτε σκοπό ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται, χωρίς την προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου, η καταχώριση οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης. Το αίτημα για άδεια τίθεται προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου προς έγκριση ή απόρριψη αναλόγως της περιπτώσεως. Εναπόκειται στο δικαστήριο να εξετάσει το αίτημα για να δώσει όλες τις πρέπουσες οδηγίες ή/και να αποφασίσει ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια προς το συμφέρον της δικαιοσύνης»

 

[η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]


Από το λεκτικό του Κανονισμού προκύπτει ότι για να καταχωριστεί οποιαδήποτε ενδιάμεση αίτηση σε υπόθεση που εμπίπτει στην κατηγορία των καθυστερημένων υποθέσεων, απαιτείται προηγουμένως η άδεια του Δικαστηρίου. Η παροχή τέτοιας άδειας, όπως έχω πει, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο συγκεκριμένoς Κανονισμός εισήχθηκε ώστε να περιορίσει τις περιπτώσεις υποβολής αιτήσεων σε αργοπορημένο στάδιο ώστε οι υποθέσεις να προγραμματίζονται απρόσκοπτα για ακρόαση με τον τρόπο που τα επίδικα θέματα αποκρυσταλλώνονται και όχι όποτε επιλεκτικά ένας διάδικος κατά καιρούς επιλέγει να διαμορφώσει. Αυτό σίγουρα δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης που είναι το κριτήριο για την παροχή τέτοιας άδειας. Κατά κανόνα, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της χορήγησης τέτοιας άδειας στην περίπτωση που αντικειμενικά έχουν προκύψει γεγονότα μετά τη θέσπιση του αναφερόμενου Κανονισμού 4.

 

Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στον κατάλογο των καθυστερημένων υποθέσεων και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι' αυτό. Μέχρι σήμερα η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε δύο ημερομηνίες αλλά για διάφορους λόγους η εκδίκαση δεν έχει ξεκινήσει. Το γεγονός ότι η ακρόαση δεν ξεκίνησε δεν σημαίνει ότι ευνοεί την καταχώρηση αιτήσεων που η παρουσία τους παρεκκλίνει την πορεία εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη λέχθηκε, η αίτηση παρακοής καταχωρίστηκε στις 21.12.23. Έκτοτε καταχωρίστηκαν άλλες δύο αιτήσεις που σχετίζονται με την αίτηση παρακοής. Η μία στις 07.11.24 η οποία τελικά αποσύρθηκε στις 11.07.25 και η άλλη στις 05.09.25. Σε όλες καταχωρίστηκαν ενστάσεις. Μπορεί η φύση των αιτήσεων αυτών να είναι ιδιόμορφη αλλά δεν παύει από το να συντηρεί την εκκρεμότητα εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Μπορεί με ασφάλεια να λεχθεί ότι από τις 21.12.23 που καταχωρίστηκε η αίτηση παρακοής μέχρι σήμερα, η πορεία της υπόθεσης προς την εκδίκαση της παρέμεινε στάσιμη. Γι’ αυτό και σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, η οποία είναι ενδιάμεσης φύσεως, θεωρώ ότι απαιτείται η εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας από το Δικαστήριο που να επιτρέπει την καταχώρηση της.      

 

Συνεπώς οι πρόνοιες του Κανονισμού 4, όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί, τυγχάνουν εδώ εφαρμογής. Αν τέτοιες ενδιάμεσες αιτήσεις εξαιρούνταν τότε ο σκοπός του Κανονισμού 4 θα εξουδετερωνόταν. Είναι γι’ αυτό που στις 11.07.25 το Ε.Δ. Λεμεσού (υπό διαφορετική σύνθεση) είχε δώσει την άδεια του στην Ενάγουσα να καταχωρήσει νέα ενδιάμεση αίτηση αντεξέτασης λόγω της απόσυρσης άνευ βλάβης της προηγούμενης.

 

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης το Δικαστήριο είχε εκ των προτέρων δώσει την άδεια του στους Ενάγοντες. Οι θέσεις των διαδίκων διίστανται. Έχω αναφέρει προηγουμένως ότι σώμα της υπό κρίση αίτηση προσεγγίζεται ενιαία και όχι αποσπασματικά. Δηλαδή εκείνο που θα εξετάσω είναι αν έχει δοθεί η απαιτούμενη άδεια για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης στο βαθμό και στην έκταση που παρουσιάζεται ενώπιον μου, δηλαδή στη συνολική της διάσταση.

 

Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω ότι μέσα από τη γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων αναγνωρίζει ότι δεν έχει εξασφαλιστεί εκ των προτέρων η άδεια του Δικαστηρίου στη συνολική της έκταση. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι η άδεια που εξασφαλίστηκε καλύπτει μόνο το τρίτο μέρος που ζητείται στην αίτηση. Ωστόσο σύμφωνα με τους Ενάγοντες, τα υπόλοιπα δύο σκέλη της αίτησης είναι «παρεμφερή, συνυφασμένα, άμεσα συνδεδεμένα και αναγκαία με το αίτημα για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην Ε.Δ.Β. και η εκδίκαση τους δεν θα εκτροχιάσει ούτε τη διαδικασία ούτε την παρούσα Αίτηση.» Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος της   Εναγομένης 2 δήλωσε πως τα μέρη για τα οποία δεν εξασφαλίστηκε άδεια θα πρέπει να απορριφθούν.

 

Θα πρέπει να λεχθεί ότι η άδεια του Δικαστηρίου που δόθηκε στην πλευρά των Εναγόντων στις 11.07.25 περιορίζεται στην καταχώρηση αίτησης πανομοιότυπης μ’ αυτή που αποσύρθηκε, η οποία αφορά αίτηση που να διατάζει την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα σε σχέση με τους ισχυρισμούς του στην §7 της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την ένσταση της Εναγομένης 2 στην αίτηση παρακοής των Εναγόντων εναντίον της ημερ. 21.12.23. Υπό αυτήν την προϋπόθεση δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο. Αλλοίμονο να ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου επί ενός συγκεκριμένου σημείου, το Δικαστήριο να ικανοποιεί το αίτημα αναμένοντας να υλοποιηθεί αυτό για το οποίο έχει δώσει ειδική άδεια αλλά τελικά να καταχωρείται αίτηση που να περιλαμβάνει και διάφορα άλλα αιτητικά υπό το πρόσχημα ότι είναι υποβοηθητικά. Αυτό ισοδυναμεί με συμπεριφορά που παραγνωρίζει τις οδηγίες Δικαστηρίου. Σαφώς δεν πρόκειται για απλή παρατυπία που μπορεί να θεραπευτεί, όπως αφήνει να εννοηθεί η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων, αλλά για δικονομική ενέργεια που επιδιώκει αιτήματα για τα οποία δεν εξασφαλίστηκε άδεια, συμπεριφορά που είναι μη ιάσιμη. Το ίδιο ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Με κάθε σεβασμό η θέση των Εναγόντων στερείται ερείσματος.

 

Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να απορρίψει την αίτηση. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Την ίδια στιγμή δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο 1ος λόγος ένστασης κρίνεται επιτυχής αφού το επιχείρημα που προβλήθηκε από τον συνήγορο της Εναγομένης 2 διαφέρει από το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Ενόψει της κατάληξης της παρούσας αίτησης, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης.

 

Εν πάση περιπτώσει, θα προχωρήσω αυτεπάγγελτα και θα καθορίσω το πλαίσιο εντός του οποίου θα διεξαχθεί η ακρόαση της αίτησης παρακοής ημερ. 21.12.23, προσδιορίζοντας έτσι τη διαδικασία εκδίκασης της. Αυτό βέβαια μπορούσε να είχε συμφωνηθεί από τους συνηγόρους των εμπλεκομένων χωρίς την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης και της ένστασης που ακολούθησε.

 

Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιλαμβάνεται περίπτωσης τιμωρίας φυσικών και νομικών προσώπων για παρακοή δικαστικού διατάγματος αντλείται και συνάμα προσδιορίζεται μέσα από το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο στο οποίο καθορίζονται τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα, τα οποία είναι η επιβολή οικονομικών κυρώσεων υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση πραγμάτων (κατάσχεση περιουσίας) ή ακόμη στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση. Πρόσθετα παρέχεται δικαιοδοσία για την επιδίκαση αποζημιώσεων (Krashias Shoe Factory Ltd also trading as "K" Shoes v. Adidas (1989) 1E Α.Α.Δ. 750).

Σύμφωνα με την υπόθεση Krashias (πιο πάνω), η πολιτική διαδικασία για ανυπακοή διατάγματος έχει δυο σκοπούς:

(α) τον πειθαναγκασμό σε υπακοή και/ή

(β) την τιμωρία του παραβάτη.

Σχετική είναι και η αγγλική υπόθεση Enfield NVC v. Mahoney [1983] 2 All E.R. 901 (CA).

Η διαδικασία παρακοής διατάγματος σε αστική υπόθεση έχει ποινικό χαρακτήρα αφού επιδιώκεται η καταδίκη και τιμωρία του παραβάτη (Halin v. Timur κ.α. (2005) 1Α A.A.Δ. 424). Παρά την αστική μορφή της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του Δικαστηρίου προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος (Πέτσα ν. Πιερίδη (2011) 1Γ Α.Α.Δ. 1716). Πρόκειται για 'οιωνοί', όπως χαρακτηρίστηκε, ποινική διαδικασία, γι’ αυτό και το μέτρο απόδειξης της είναι εκείνο που εφαρμόζεται στις ποινικές υποθέσεις, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Ιωάννου ν. Μανώλη, άλλως Έλλης Ρόπαλη μέσω της πληρεξουσίου αντιπροσώπου αυτής Δέσποινας Σάκκα κ.α. (1998) 1Γ Α.Α.Δ. 1423, Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά (1993) 1 Α.Α.Δ. 309 και Knight v. Clifton [1971] 2 All E.R. 378).

 

Σχετική με τη φύση της διαδικασίας που ακολουθείται στην περίπτωση αίτησης για παρακοή δικαστικού διατάγματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Denning M.R., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση In Bramblevale, Re [1970] Ch. 128:

            “A contempt of court is an offence of a criminal character. A man may be sent to prison for it. It must be satisfactorily proved. To use the time-honoured phrase, it must be proved beyond reasonable doubt. It is not proved by showing that, when the man was asked about it, he told lies.  There must be some further evidence to incriminate him. Once some evidence is given, then his lies can be thrown into the scale against him.  But there must be some other evidence …”

 

Επίσης, στη σελίδα 92 του κυπριακού νομικού συγγράμματος 'Sentencing in Cyprus', έκδοση 1978 του κυρίου Γεώργιου Πική, Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως ήταν τότε, αναφέρονται τα εξής:

            “Lastly it must be mentioned that contempt proceedings are proceedings of a criminal nature; with the exception of cases of contempt in the face of the court, the procedure applicable to criminal cases must be followed and applied”.

 

[η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]

 

Περαιτέρω στην υπόθεση Krashias (πιο πάνω) υποδείχτηκε ότι οι παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο στις ποινικές υποθέσεις.

 

Χρήσιμη αναφορά παρέχεται επίσης στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Poliakova (Αρ. 1) (2011) 1(Α) A.A.Δ. 356, στην οποία επαναλαμβάνεται ότι:

«Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd (1970) Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2) (1988) 1 All E.R. 975)…»

 

Ίδιο σκεπτικό εφαρμόστηκε στην πρόσφατη απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση I.G. κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 7/2024 I-Justice ημερ. 26.03.25 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι:

«Οι αιτήσεις παρακοής στηρίζονται στο άρθρο 42 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως (Αρ. 2) του 2024. Η διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες αιτήσεις είναι ταυτόσημη με τη διαδικασία σε ποινική δίκη (βλ. Κώστα v. Κώστα (2003) 1(A) Α.Α.Δ. 269).» 

 

Επομένως το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) μετά των συναφών τροποποιήσεων περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο προς επίτευξη του σκοπού. Όπως λέχθηκε στην Θεοφάνους v. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α. (2009) 2 Α.Α.Δ. 634, «Η λειτουργία του Άρθρου 42 τείνει καθαρά προς αποκατάσταση και γίνεται επ’ ωφελεία του παραπονούμενου.» Σε αντίθεση με την ποινική δικαιοδοσία της οποίας σκοπός είναι η τιμωρία του παραβάτη για το αδίκημα που διέπραξε, η αστική δικαιοδοσία, η οποία είναι χωριστή, έχει βασικό σκοπό, ως ήδη λέχθηκε, τον εξαναγκασμό του παραβάτη σε υπακοή του διατάγματος μέσω της επιβολής κυρώσεων. Μπορεί η διαδικασία να εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, αλλά η στοιχειοθέτηση και η απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Αυτό υπαγορεύεται από τις συνέπειες που επιφέρει η καταδίκη προσώπου εις βάρος του οποίου, στα πλαίσια αστικής δικαιοδοσίας, έχει προωθηθεί αίτηση παρακοής δικαστικού διατάγματος, οι οποίες ταυτίζονται με τις επιπτώσεις ποινικού δικαστηρίου (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (2003) 1 Α.Α.Δ. 1085).   

Το δε δικονομικό δίκαιο περιέχεται στη Δ.42Α των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν μέχρι την 01.09.23.  Τούτο σε συνάρτηση με την προηγούμενη αναφορά ότι η στοιχειοθέτηση και η απόδειξη της κατηγορίας σε αίτηση παρακοής συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης μέσω μιας διαδικασίας που έχει «οιωνοί» ποινικό χαρακτήρα με ότι αυτό συνεπάγεται, παρόλο ότι η αίτηση παρακοής εντάσσεται στα πλαίσια αστικής δικαιοδοσίας Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ο «οιωνοί» ποινικός χαρακτήρας της αίτησης παρακοής δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη τυφλή υιοθέτηση κάθε διαδικαστικού/δικονομικού διαβήματος που ακολουθείται σε ποινική υπόθεση συνοπτικής δίκης ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με ποινική δικαιοδοσία, αλλά διασφάλιση συνταγματικών και άλλων δικαιωμάτων των διαδίκων στο βαθμό και στην έκταση μιας ποινικής υπόθεσης, όπως για παράδειγμα η εφαρμογή κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και η χρήση βάρους απόδειξης στο ύψος που ενδείκνυται, έχοντας υπόψη ότι η αίτηση παρακοής εντάσσεται στα πλαίσια αστικής δικαιοδοσίας Επαρχιακού Δικαστηρίου. 

 

Με γνώμονα τα πιο πάνω, η εκδίκαση της επίμαχης αίτησης παρακοής ημερ. 21.12.23 θα πραγματοποιηθεί στη βάση προφορικής μαρτυρίας. Συγκεκριμένα:

(α)     πρώτα θα δώσει ένορκη μαρτυρία ο ενόρκως δηλών της αίτησης παρακοής με την ένορκη δήλωση του να αποτελεί ουσιαστικά την κυρίως εξέταση του μέσα από την οποίαν θα καταθέσει τα όποια τυχόν τεκμήρια επιθυμεί να προσκομίσει,

(β)     ακολούθως θα αντεξεταστεί από τον συνήγορο της Εναγομένης 2/Καθ’ ης η αίτησης, οι ερωτήσεις της οποίας θα περιορίζονται αυστηρά σε σχέση με το αντικείμενο εκδίκασης της αίτησης παρακοής και τους λόγους ένστασης που σχετίζονται μ’ αυτό,

(γ)     έπειτα ο ενόρκως δηλών της ένστασης δύναται, εάν επιθυμεί, να δώσει ένορκη μαρτυρία με την ένορκη δήλωση του να αποτελεί ουσιαστικά την κυρίως εξέταση του μέσα από την οποίαν θα καταθέσει τα όποια τυχόν τεκμήρια επιθυμεί να προσκομίσει,

(δ)     στην περίπτωση που ο ενόρκως δηλών της ένστασης επιλέξει να δώσει ενόρκως μαρτυρία, τότε η μαρτυρία του θα προηγηθεί οποιασδήποτε τυχόν άλλης μαρτυρίας υπεράσπισης και μετά την κυρίως εξέταση του θα τεθεί υπό το μικροσκόπιο αντεξέτασης από τον συνήγορο της Ενάγουσας/Αιτήτριας, η οποία θα περιορίζεται αυστηρά σε σχέση με το αντικείμενο εκδίκασης της αίτησης παρακοής και τους λόγους ένστασης που σχετίζονται μ’ αυτό,

(ε)     ο ενόρκως δηλών της ένστασης δύναται να επιλέξει να μην δώσει ένορκη μαρτυρία,

(στ)   σε κάθε περίπτωση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλών της ένστασης θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο μαζί με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που θα τεθεί ενώπιον του,

(ζ)     σε κάθε περίπτωση η πλευρά της Εναγομένης 2/Καθ’ ης η αίτησης δικαιούται να ζητήσει την κλήτευση οποιουδήποτε μάρτυρα, ο οποίος, μετά την κατάθεση οποιασδήποτε ένορκης προφορικής μαρτυρίας και τυχόν τεκμηρίων, θα τύχει αντεξέτασης από τον συνήγορο της Ενάγουσας/Αιτήτριας, η οποία θα περιορίζεται αυστηρά σε σχέση με το αντικείμενο εκδίκασης της αίτησης παρακοής και τους λόγους ένστασης που σχετίζονται μ’ αυτό.

 

Η αίτηση παρακοής ημερ. 21.12.23 ορίζεται για ακρόαση στις 23.01.26 και ώρα 10:00.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης, θεωρώ ότι υπάρχει λόγος που δικαιολογεί παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Παρόλο ότι η υπό κρίση αίτηση είχε απορριπτική κατάληξη, εντούτοις με βάση το σκεπτικό που ανέλυσα και με γνώμονα ότι η ένσταση ουσιαστικά δεν βοήθησε σε οτιδήποτε αφού βασικά κανένας λόγος ένστασης εξετάστηκε επί της ουσίας του, κρίνω ορθό, λογικό και δίκαιο κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. Ως εκ τούτου, κάθε πλευρά να επιβαρύνεται με τα δικά της έξοδα.

 

 

                                                                        (Υπ.)    .................................

                                                                                    Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο