DOMINICA KULCZYK ν. SEBASTIAN KULCZYK κ.α., Αρ. Αίτησης (πριν από την έγερση απαίτησης): 13/2025 Φ.Φ., 21/11/2025
print
Τίτλος:
DOMINICA KULCZYK ν. SEBASTIAN KULCZYK κ.α., Αρ. Αίτησης (πριν από την έγερση απαίτησης): 13/2025 Φ.Φ., 21/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.

                                   

                Αρ. Αίτησης (πριν από την έγερση απαίτησης): 13/2025 Φ.Φ.

Μεταξύ:

DOMINICA KULCZYK, Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο

                                                                                                               Αιτήτριας

και

 

1.    SEBASTIAN KULCZYK, Ελβετία

2.    LUGLIO LIMITED (HE xxx), Λεμεσός, Κύπρος

  Καθ’ ων η αίτηση

 

Αίτημα ημερομηνίας 19.09.25 να μην ακουστούν οι

Καθ’ ων η αίτηση 1 & 2 σε ενδιάμεση διαδικασία εκτός εάν

συμμορφωθούν με τα ενδιάμεσα διατάγματα ημερομηνίας 05.06.25

ως τροποποιήθηκαν στις 30.07.25 και με τον κανόνα δικαστηρίου

ημερ. 30.07.25

 

Ημερομηνία: 21.11.24

Εμφανίσεις:

Για Αιτήτρια: κος Μ. Κυπριανού για Michael Kyprianou & Co L.L.C.

Για Καθ’ ου η αίτηση 1: κος Δ. Κρονίδης για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.

Για Καθ’ ης η αίτηση 2: κος Α. Ερωτοκρίτου για A.G. Erotocritou L.L.C.

 

        ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ’ ου η αίτηση 1 υφίσταται διαφορά σε σχέση με τον διαχωρισμό της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους, η οποία πρόκειται να εξεταστεί στην Ελβετία. Προς υποβοήθηση έγερσης της δικαστικής διαδικασίας στην Ελβετία, η Αιτήτρια στις 21.05.25, δυνάμει του Κ.25.4(1) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, καταχώρησε Κυρίως Αίτηση στο Ε.Δ. Λεμεσού την οποίαν προώθησε μονομερώς με σκοπό την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων.

 

Στις 05.06.25 το Ε.Δ. Λεμεσού εξέδωσε μονομερώς ενδιάμεσα διατάγματα, τα οποία, μεταξύ άλλων:

(α)       προέβηκαν σε διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη,

(β)       απαγορεύουν την αποξένωση, επιβάρυνση ή μείωση της αξίας των μετοχών που ο Καθ’ ου η αίτηση 1 κατέχει στην Καθ’ ης η αίτηση 2,

(γ)        απαγορεύουν την πώληση, διάθεση ή επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η αίτησης 2 και τη μεταβίβαση ή μείωση της αξίας των μετοχών της.

 

Τα ενδιάμεσα διατάγματα στρέφονται εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 & 2 (στο εξής οι «Καθ’ ων η αίτηση»).

 

Μετά από διαβουλεύσεις και συγκεκριμένα στις 30.07.25 τα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία, η οποία κατέστη Κανόνας Δικαστηρίου. Παράλληλα την ίδια ημερομηνία, εκ συμφώνου, τροποποιήθηκαν τα ενδιάμεσα διατάγματα ημερ. 05.06.25 που είχαν εκδοθεί μονομερώς όπου, μεταξύ άλλων, αποσύρθηκε η πτυχή που αφορούσε τον διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη.  

 

Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι στις 27.10.25 η Αιτήτρια καταχώρισε δικαστική διαδικασία στην Ελβετία.

 

Επειδή η Αιτήτρια θεώρησε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν συμμορφωθεί με την υποχρέωση τους που απορρέει από τις πρόνοιες του όρου 2(iii) του Κανόνα Δικαστηρίου, στις 19.09.25 καταχώρησε την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση. Η αίτηση περιλαμβάνει δύο πτυχές. Το πρώτο σκέλος (υπό το σημείο Α) επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στους Καθ’ ων η αίτηση να ακουστούν στην Κυρίως Αίτηση που δυνάμει, εγκριμένου από το Δικαστήριο, χρονοδιαγράμματος είναι ορισμένη για ακρόαση στις 28.11.25 προκειμένου να αποφασιστεί εάν τα ενδιάμεσα διατάγματα θα οριστικοποιηθούν ή όχι, ένεκα της επικαλούμενης μη συμμόρφωσης τους. Το δεύτερο σκέλος (υπό τα σημεία Β & Γ) περιλαμβάνει την τιμωρία των Καθ’ ων η αίτηση λόγω κατ’ ισχυρισμό ηθελημένης παρακοής.

 

Μετά από κοινή επιθυμία των διαδίκων, δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως εκδικαστεί ξεχωριστά και κατά προτεραιότητα το αιτούμενο σημείο (Α) προκειμένου να μην επηρεαστεί η ημερομηνία εκδίκασης της Κυρίως Αίτησης. Οι διάδικοι είχαν δηλώσει στο Δικαστήριο ότι η διαδικασία παρακοής θα οδηγούσε σε εκτροχιασμό της προγραμματισμένης ημερομηνίας εκδίκασης της Κυρίως Αίτησης (28.11.25) και προς αποφυγή αυτού του ενδεχομένου ζήτησαν στο στάδιο αυτό την εκδίκαση αμέσως μόνο του σημείου (Α) ώστε μέχρι τις 28.11.25 να ξεκαθαρίσει το ζήτημα αν οι Καθ’ ων η αίτηση δικαιούνται να ακουστούν ενώπιον της διαδικασίας στην Κυρίως Αίτηση.

 

Για καλύτερη αντίληψη του αντικειμένου εκδίκασης στην προκειμένη περίπτωση, παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο του αιτουμένου σημείου (Α):

«A.       Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 να υπερασπιστούν και/ή να ενστούν και/ή να ακουστούν στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και/ή να εγείρουν και/ή να προωθήσουν οποιαδήποτε διαδικασία και/ή να λάβουν οποιοδήποτε περαιτέρω διάβημα στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης και/ή να προωθήσουν την Ένσταση τους ημερομηνίας 12/9/2025, ένεκα της καταφρόνησης του δικαστηρίου από τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 και/ή της ηθελημένης και/ή εκ προθέσεως παρακοής και/ή απείθειας και/ή της μη συμμόρφωσης των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 με το Διάταγμα του δικαστηρίου ημερομηνίας 5/6/2025 και/ή με τον Κανόνα Δικαστηρίου (Rule οf Court) ημερομηνίας 30/7/25 και/ή με τη δέσμευση και/ή υποχρέωση (undertaking) την οποία ανέλαβαν σύμφωνα με την παράγραφο 2(a)(iii) του Κανόνα Δικαστηρίου να παρέχουν στην Αιτήτρια ή στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της πληροφορίες και όλα τα σχετικά έγγραφα αναφορικά με εν ισχύ (“in force”) δάνεια ή άλλες παρόμοιες συμφωνίες μεταξύ από την μια πλευρά της Kulczyk Investments S.A. (“KI”) και, από την άλλη, (i) της Καθ’ ης η αίτηση 2, (ii) της Manta Ray, (iii) του Καθ’ ου η αίτηση 1 και (iv) οποιωνδήποτε άλλων εταιρειών που ελέγχονται από τον Καθ’ ου η αίτηση 1 και που βρίσκονται εκτός του ομίλου εταιρειών της Καθ’ ης η αίτηση 2.»

    

Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5 & 9 του Κεφ.6, τα Μέρη 23 & 25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, το άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, περιέχονται σε ένορκη δήλωση της κυρίας Ελεάνας Πούλλαδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση. Προς υποστήριξη της ένορκης δήλωσης, επισυνάπτονται έγγραφα.

 

Μέσα από την ένορκη δήλωση παρατίθεται το λεκτικό του επίμαχου όρου 2(iii) του Κανόνα Δικαστηρίου τόσο στην αγγλική γλώσσα που έχει συνταχθεί όσο και σε ελεύθερη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα. Το παράπονο της Αιτήτριας εντοπίζεται στις §14-§16 της ΕΔ Πούλλαδου, τις οποίες καταγράφω, περιοριζόμενος πάντοτε στην πτυχή που μας αφορά:

«14.     Προκύπτει σαφώς από το λεκτικό της πιο πάνω παραγράφου 2(a)(iii) του Κανόνα Δικαστηρίου ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 ανέλαβαν την υποχρέωση (undertaking) να δώσουν στην πλευρά της Αιτήτριας πληροφορίες και έγγραφα αναφορικά με δάνεια ή παρόμοιες συμφωνίες που βρίσκονται σε ισχύ μεταξύ των προαναφερόμενων μερών.

 

15.       Κατά παράβαση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν στη βάση της εν λόγω παραγράφου 2(a)(iii) του Κανόνα Δικαστηρίου οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 δεν προσκόμισαν εντός της ταχθείσας ημερομηνίας και/ή μέχρι σήμερα οποιαδήποτε έγγραφα ούτε έδωσαν οποιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση με εν ισχύ δάνεια ή παρόμοιες συμφωνίες μεταξύ των μερών που αναφέρονται στην παράγραφο 2(a)(iii) του Κανόνα.  Το μόνο που έπραξαν οι Καθ’ ων η αίτηση ήταν να προσκομίσουν βεβαίωση ημερομηνίας 20/8/2025 που δήλωνε ότι από την 13/6/2025 και μετά δεν συνάφθηκαν συμφωνίες δανείου ή παρόμοιας φύσεως συμφωνίες μεταξύ των προαναφερόμενων μερών.  Η βεβαίωση αυτή επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο ΕΠ 61.

 

16.       Όμως, το ζητούμενο της παραγράφου 2(a)(iii) του κανόνα Δικαστηρίου δεν ήταν μόνο να διαφανεί κατά πόσο συνάφθηκαν τέτοιες δανειακές ή άλλες παρόμοιες συμφωνίες μετά την 13/6/2025, αλλά και να δοθούν πλήρεις λεπτομέρειες στην πλευρά της Αιτήτριας για τέτοιες συμφωνίες οι οποίες συνάφθηκαν οποτεδήποτε πριν την εν λόγω ημερομηνία και που εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ.»

 

Σύμφωνα με την Αιτήτρια ο Κανόνας Δικαστηρίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις πρόνοιες των ενδιάμεσων διαταγμάτων που έχουν μονομερώς εκδοθεί και ότι το περιεχόμενο του συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών προκειμένου να είναι εφικτή η επιτήρηση και/ή η αστυνόμευση αλλά και η πιστή τήρηση των προνοιών των εν λόγω προσωρινών διαταγμάτων. Ένεκα αυτής της επικαλούμενης διασύνδεσης είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η μη συμμόρφωση των Καθ’ ων η αίτηση με τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από τον Κανόνα Δικαστηρίου συνιστά παρακοή τόσο του Κανόνα Δικαστηρίου όσο και των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση αντέδρασαν στις 31.10.25 με την καταχώρηση κοινού εντύπου ένστασης στην υπό κρίση αίτηση επί 6 λόγων. Βασική θέση τους είναι ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρακοή και/ή καταφρόνηση Δικαστηρίου επειδή, όπως λένε:

(α)       το παράπονο της Αιτήτριας αφορά ισχυριζόμενη παραβίαση και/ή ανυπακοή Κανόνα Δικαστηρίου και όχι Δικαστικού Διατάγματος,

(β)       η ερμηνεία που οι Καθ’ ων η αίτηση δίδουν σε ότι αφορά το περιεχόμενο του επίμαχου όρου 2(iii) του Κανόνα Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη και δεν συνάδει με το λεκτικό του εγγράφου,

(γ)        οι πληροφορίες που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν έχουν αποκαλυφθεί δυνάμει του Κανόνα Δικαστηρίου βρίσκονται ήδη στην κατοχή της Αιτήτριας μετά από οικειοθελή αποκάλυψη τους από τους Καθ’ ων η αίτηση στις 21.10.25.

 

Επίσης οι Καθ’ ων η αίτηση προβάλλουν τις επιπλέον θέσεις με τις οποίες εναλλακτικά εισηγούνται ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή:

(1)        το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα μέσα από ένα γενικό και αόριστο αιτητικό υπό το σημείο (Α) με το οποίο να αποστερείται το δικαίωμα τους να ακουστούν στη διαδικασία όπου τα ενδιάμεσα διατάγματα έχουν εκδοθεί μονομερώς,

(2)        ακόμη και αν οι Καθ’ ων η αίτηση βρίσκονταν σε παρακοή και πάλι δεν θα δικαιολογείτο η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να μην τους επιτρέψει να ακουστούν στη διαδικασία όπου τα ενδιάμεσα διατάγματα έχουν εκδοθεί μονομερώς αφού σε τέτοια περίπτωση θα παραβιάζονταν τα συνταγματικά δικαιώματα των Καθ’ ων η αίτηση, 

(3)        η Αιτήτρια ενεργεί καταχρηστικά με απώτερο σκοπό να αναβάλει την προγραμματισμένη ακρόαση της διαδικασίας των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων.

 

Η νομική βάση της ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση είναι παρόμοια μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης με επιπλέον αναφορά στον περί Συμβάσεων Νόμο (Κεφ.149).

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Παντελή Αριστείδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ’ ης η αίτηση 2 στην υπό κρίση αίτηση. Η ένορκη δήλωση

 

Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται έγγραφα που κατά τη γνώμη των Καθ’ ων η αίτηση τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη του υπό εξέταση μέρους της υπό κρίση αίτησης. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Παράλληλα προβάλλονται γεγονότα που παραπέμπουν στην παρούσα υπόθεση από την γωνία αντίληψης των Καθ’ ων η αίτηση, στη βάση των οποίων θεωρούν ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο από μέρους τους. Τα επικαλούμενα γεγονότα σκιαγραφούν την εκδοχή των Καθ’ ων η αίτηση στην προκειμένη περίπτωση.

 

Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση διαφωνούν με την ερμηνεία που η Αιτήτρια αποδίδει στο λεκτικό του επίμαχου όρου 2(iii) του Κανόνα Δικαστηρίου. Όπως υποδεικνύουν στις §19, §20 & §21 της ΕΔ Αριστείδη:

«19.     Σύμφωνα με το λεκτικό της παραγράφου 2(a)(iii) του Κανόνα Δικαστηρίου, είναι ξεκάθαρο ότι η υποχρέωση των Καθ’ ων η Αίτηση περιορίζεται στην να αποκαλύψουν «πληροφορίες σε σχέση με δάνεια ή παρόμοιες συμφωνίες, περιλαμβανομένων συμπληρωματικών εγγράφων σε ισχύ».  Δηλαδή, οι Καθ’ ων η Αίτηση ανέλαβαν να παράσχουν πληροφορίες αναφορικά με δάνεια, παρόμοιες συμφωνίες και συμπληρωματικά έγγραφα σε ισχύ.

 

20.       Επίσης, από το λεκτικό της παραγράφου 2(a)(iii) του Κανόνα Δικαστηρίου προκύπτει ότι η πληροφόρησε αφορά δάνεια, παρόμοιες συμφωνίες και συμπληρωματικά έγγραφα σε ισχύ, που συνάφθηκαν μετά τις 13/06/2025.  Αυτό προκύπτει από την δεύτερη πρόταση της παραγράφου που αναφέρει «Εάν δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε τέτοια συναλλαγή από την 13.6.2025, τότε το γεγονός αυτό θα επιβεβαιωθεί εγγράφως...» Εάν η πρόθεση των μερών ήταν να αποκαλυφθούν όλα τα δάνεια, παρόμοιες συμφωνίες και συμπληρωματικά έγγραφα που ήταν σε ισχύ πριν από τις 13/06/2025, η δεύτερη πρόταση της παραγράφου θα ήταν περιττή.

21.       Εξ’ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, και ως έχω πληροφορηθεί από τους κκ. Ανδρέα Δημητρίου και Δημήτρη Κρονίδη οι οποίοι διαπραγματεύτηκαν τον Κανόνα Δικαστηρίου, η πρόθεση των μερών ήταν όπως οι Καθ’ ων η Αίτηση παρέχουν πληροφορίες για δάνεια, παρόμοιες συμφωνίες και συμπληρωματικά έγγραφα σε ισχύ, τα οποία συνάφθηκαν μετά τις 13/06/2025.»

 

Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι έχουν συμμορφωθεί πλήρως με τις υποχρεώσεις τους βάση του Κανόνα Δικαστηρίου και επί τούτου ισχυρίζονται τα εξής στην §22 της ΕΔ Αριστείδη:

«22.     Στις 21/08/2025 οι καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε αποκάλυψη κάτω από τον Κανόνα Δικαστηρίου, στα πλαίσια της οποίας επιβεβαίωσαν ότι από την 13/06/2025, δεν συνάφθηκαν δάνεια, παρόμοιες συμφωνίες και συμπληρωματικά έγγραφα.»

 

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές και προφορικές αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.

 

Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.

 

Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη αναγνώσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί. Έχω επίσης εκτιμήσει τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση. Έχω επιπλέον μελετήσει με προσοχή τη νομολογία στην οποίαν με έχουν παραπέμψει οι δύο πλευρές.

Το ερώτημα που εγείρεται και το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι αν οι Καθ’ ων η αίτηση επέδειξαν τη συμπεριφορά που τους αποδίδεται και αν αυτή δικαιολογεί αποστέρηση του δικαιώματος τους να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης αναφορικά με την ισχύ των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων.

 

Το υπό εξέταση ζήτημα πραγματεύεται το κυπριακό νομικό σύγγραμμα ‘Διατάγματα’ των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη. Στις σελίδες 420-421 του εν λόγω συγγράμματος παρέχονται κυπριακές και αγγλικές αποφάσεις.

 

Η νομολογία υποδεικνύει ότι το Δικαστήριο δύναται να μην επιτρέψει σε ένα διάδικο να ακουστεί και να θέσει την εκδοχή του συμμετέχοντας σε δικαστική διαδικασία σε περίπτωση που δεν έχει προηγουμένως συμμορφωθεί με την έκδοση ενός διατάγματος εφόσον υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και περιστάσεις. Ωστόσο δεν υπάρχει απόλυτος κανόνας απαγόρευσης σε διάδικο να συμμετέχει σε διαδικασία. Στην αγγλική υπόθεση Hadkinson v. Hadkinson [1952] 2 All ER 567 λέχθηκε ότι δεν υπάρχει αυστηρός κανόνας αποκλεισμού. Το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να ακούσει τον διάδικο εναντίον του οποίου υπάρχει ισχυρισμός ότι δεν συμμορφώθηκε. Μόνο εάν υπάρχουν καλοί λόγοι το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει να μην ακούσει τον διάδικο. Το σκεπτικό της υπόθεσης Hadkinson υιοθετήθηκε στην κυπριακή υπόθεση Mouzouris and another v. Xylophaghou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287.

 

Στην Mavromatis and others v. Cyprus Hotels Co Ltd (1967) 1 C.L.R. 266 το Εφετείο διερεύνησε κατά πόσο οι εφεσείοντες είχαν συμμορφωθεί με το διάταγμα για παράδοση κατοχής ξενοδοχείου προτού επιληφθεί της ενώπιον του έφεσης. Όταν οι εφεσείοντες δήλωσαν ότι δεν είχαν παρακούσει το διάταγμα, ζήτησε να τους ακούσει πρώτα επί του σημείου αυτού. Οι εφεσείοντες τότε ζήτησαν διήμερη αναβολή μέσα στην οποίαν παρέδωσαν το ξενοδοχείο.

 

Στην υπόθεση Θρασυβούλου v. Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ (2001) 1Α Α.Α.Δ. 687 το Εφετείο αρνήθηκε να ακούσει τον εφεσείοντα και ανέστειλε τη διαδικασία έφεσης μέχρις ότου αυτός συμμορφωθεί με το διάταγμα που εκδόθηκε για το οποίο υπήρξε ισχυρισμός ότι παράκουσε.

 

Η αρχή στο να μην επιτραπεί σε διάδικο να ακουστεί και να θέσει τις θέσεις του σε δικαστική διαδικασία δεν αναφέρεται στην εξουσία του Δικαστηρίου να τιμωρήσει τον διάδικο που παρακούει και επιδεικνύει περιφρόνηση στην υπακοή ενός εκδοθέντος διατάγματος αλλά αφορά την ευρύτερη εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία και να εμποδίζει κατάχρηση της (Θρασυβούλου v. Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ (πιο πάνω)). Επί του σημείου αυτού γίνεται αντιληπτό ότι απαιτείται εξισορρόπηση από τη μία της άσκησης του συνταγματικού δικαιώματος ενός διαδίκου να ακούγεται ενώπιον του Δικαστηρίου θέτοντας τις θέσεις και την εκδοχή του και από την άλλη της ανάγκης να προστατεύεται το κύρος της δικαιοσύνης μέσω της άσκησης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να αποτρέπει την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας από τον διάδικο που επιθυμεί να ακουστεί αλλά επιλέγει να περιφρονεί τη συμμόρφωση του στην έκδοση δικαστικού διατάγματος. Η εξισορρόπηση αυτή πηγάζει μέσα από τις συνθήκες και περιστάσεις που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση.

 

Τα πιο πάνω βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Louis Vitton v. Δερμοσάκ και άλλης (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453 στην οποίαν λέχθηκαν, ανάμεσα σ’ άλλα, τα εξής:

«Η παρακοή διατάγματος δικαστηρίου δε συνεπάγεται αυτόματα και τη στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου σε παρεμπίπτουσα διαδικασία ή κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Παρέχεται όμως διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να μη επιτρέψει σε διάδικο που καταφρονεί διαταγή του δικαστηρίου ν' ακουστεί σ' άλλη διαδικασία από την υπόθεση που εκδηλώθηκε η ανυπακοή εφόσο κριθεί ότι η παρακοή του παρεμβάλλει εμπόδια στην απονομή της δικαιοσύνης. Αυτή είναι η αρχή η οποία προκύπτει για τις διαδικαστικές συνέπειες παρακοής από την απόφαση του  Εφετείου στην Antonis Mouzouris & Another vXylophaghou Plantations Ltd(1977) 1 C.L.R. 287 και η οποία θεμελιώνεται στην απόφαση του Δικαστή Denning στη Hadkinson vHadkinson (1952) Ρ. 285. Στη Mouzouris (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η απόφαση στη Theofylactos Mavrommatis & 2 Others vCyprus Hotels Co Ltd(1967) 1 C.L.R. 266 δε θεμελιώνει κανόνα αποκλεισμού του εν παρακοή διαδίκου από τη διαδικασία.»

 

Μάλιστα, όπως σημειώνεται στην ίδια πιο πάνω υπόθεση, η ανάγκη εμφάνισης αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν ο διάδικος που επιδιώκει να ακουστεί και να θέσει τις θέσεις του στο Δικαστήριο είναι αυτός, εναντίον του οποίου το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το σκεπτικό του οποίου βρίσκει έρεισμα και με βάση το πνεύμα που διέπει του Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023, οι οποίοι συγκροτούν το δικονομικό πλαίσιο της αίτησης στην οποίαν εκδόθηκαν μονομερώς τα ενδιάμεσα διατάγματα:

«Άλλωστε, προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδίδεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση στον εναγόμενο, εκπνέει και χάνει την ισχύ του εκτός αν επικυρωθεί αφού ακουστεί και ο αντίδικος [άρθρο 9(3) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου – ΚΕΦ. 6].  Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.  Η ισχύς διατάγματος, το οποίο εκδίδεται εξ πάρτε, δεν μπορεί να παρατείνεται για περισσότερο χρόνο απ’ ότι είναι απόλυτα αναγκαίος για τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο και την προετοιμασία της απάντησής του.

 

Η παράταση του διατάγματος μετά την ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης, επιτρέπεται μόνο εφόσο τούτο κριθεί δικαιολογημένο από το δικαστήριο μετά την ακρόαση των διαδίκων [σχετική είναι και η απόφαση στην Αίτηση Αρ. 129/90, Χάρη Φεσσά, που αποφασίστηκε στις 8/9/90 και θα δημοσιευθεί στους τόμους (1990) 1 Α.Α.Δ.].  Η τεκμηρίωση των προϋποθέσεων για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας, βαρύνει τον αιτητή, όπως επιβάλει η λογική του πράγματος και όπως επιτάσσει το άρθρο 9(3) του ΚΕΦ.6.  Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε δεν παρέχει οποιοδήποτε ουσιαστικό ή δικονομικό πλεονέκτημα, στον αιτητή, ο οποίος βαρύνεται κατά – την ακρόαση να τεκμηριώσει το αίτημά του για την παροχή θεραπείας.»

 

Όπως ακόμη τονίστηκε στην Γρηγορίου και άλλοι v. Σταύρου και άλλων    (Αρ. 1) (1992) 1 Α.Α.Δ. 237, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει ή αφαιρέσει το βασικό αυτό δικαίωμα ακροάσεως εάν διάδικος είναι αποδεδειγμένα ένοχος παρακοής και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει τούτο, δηλαδή η παρακοή αποτελεί εμπόδιο στην πορεία της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, με το να δυσκολεύεται η διακρίβωση των ορθών γεγονότων ή η εφαρμογή της διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν ασκεί την πιο πάνω εξουσία του εάν ο υπαίτιος διάδικος δείξει καλό λόγο για την μη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εναντίον του.

 

Στην πρόσφατη υπόθεση Mints κ.α. v. Shishkin Πολιτική Έφεση Αρ. Ε69/2020 σχ. με την Ε70/2020 και Ε71/2020 ημερ. 10.01.24 επιβεβαιώθηκε ότι οι αρχές που διέπουν το ζήτημα που εγέρθηκε εδώ τέθηκαν με σαφήνεια στην προαναφερόμενη υπόθεση Louis Vitton v. Δερμοσάκ και άλλης (πιο πάνω). Στην κατάληξη του το Εφετείο, χωρίς να εισηγείται ότι η ανυπακοή σε διάταγμα πρέπει να γίνεται ανεκτή αλλά αντίθετα όπως υπέδειξε θα πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα ένδικα μέτρα ώστε αυτός που περιφρονεί να εξαναγκάζεται σε υπακοή υπό το φόβο επιβολής τιμωρίας, αποφάσισε ότι το διάταγμα που εκδόθηκε δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τους εφεσείοντες να ακουστούν στη διαδικασία έφεσης.

 

Στην προκειμένη περίπτωση έχω ενώπιον μου τα εξής αδιαμφισβήτητα δεδομένα:

(α)       Η Αιτήτρια πέτυχε μονομερώς την έκδοση δραστικών ενδιάμεσων διαταγμάτων απαγορευτικής φύσεως εις βάρος των Καθ’ ων η αίτηση.

(β)       Τα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία, η οποία κατέστη Κανόνας Δικαστηρίου.

(γ)        Ο Κανόνας Δικαστηρίου περιέχει ανάληψη δεσμεύσεων από τους διαδίκους.

(δ)        Στα πλαίσια υλοποίησης των δεσμεύσεων που ανέλαβαν στη βάση του Κανόνα Δικαστηρίου, οι Καθ’ ων η αίτηση:

                 i.          προσκόμισαν γραπτή βεβαίωση ημερομηνίας 20.08.25 με την οποίαν δήλωναν ότι από τις 13.06.25 και έπειτα δεν συνάφθηκαν συμφωνίες δανείου ή παρόμοιας φύσεως συμφωνίες ανάμεσα σε εταιρείες/νομικούς οργανισμούς που κατονομάζονται και σχετίζονται με τους διαδίκους και τις διαφορές τους,

                ii.          με επιστολή τους ημερ. 21.09.25 προς την Αιτήτρια απέστειλαν αντίγραφο συμφωνίας δανείου ημερ. 26.08.25 μεταξύ της KI Finance (Cyprus) Ltd (100% θυγατρική της KI) και της Καθ’ ης η αίτησης 2 βάση της οποίας είχε χορηγηθεί δάνειο προς την Καθ’ ης η αίτηση 2 ύψους €10,000,000.00,

               iii.          απέστειλαν δέσμη εγγράφων (συμφωνίες δανείου, παραρτήματα, συμφωνία εμβάσματος, συμφωνίες συμψηφισμού ημερ. 21.07.23, 24.09.25 & 14.10.25 των εταιρειών/νομικών οργανισμών KI Finance (Cyprus) Ltd, KI, Καθ’ ου η αίτηση 2, Manta Ray Ventures Limited) με επιστολή ημερ. 21.10.25 των Καθ’ ων η αίτηση,

              iv.          με ξεχωριστή επιστολή τους ημερ. 21.10.25 οι Καθ’ ων η αίτηση απέστειλαν πίνακα στον οποίον καταγράφεται αριθμός δανείων ή συμφωνιών και λεπτομέρειες τους.     

(ε)        Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του όρου 2(iii) του Κανόνα Δικαστηρίου υπό την έννοια ότι δεν έχουν παρουσιάσει μέχρι σήμερα αντίγραφα συμφωνητικών εγγράφων των δανείων που επικαλούνται στον σχετικό πίνακα που ετοίμασαν καθώς επίσης αξιόπιστα στοιχεία/έγγραφα που καταδεικνύουν το σημερινό υπόλοιπο τους.

(στ)      Οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλούνται πλήρη συμμόρφωση.

 

Έχοντας υπόψη μου τις νομικές αρχές όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί διαχρονικά μέσα από τη νομολογία, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να απαγορεύει σε διάδικο που δεν έχει συμμορφωθεί με διάταγμα που έχει εκδοθεί ή με δέσμευση/ανάληψη υποχρέωσης ενός διαδίκου απέναντι στο Δικαστήριο να ακουστεί ενώπιον του θέτοντας τις θέσεις και την εκδοχή του πρέπει να ασκείται με φειδώ και με προσοχή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι γίνεται ανεκτή η μη συμμόρφωση ενός διαδίκου. Αυτός που δεν συμμορφώνεται με ένα διάταγμα ή με δέσμευση/ανάληψη υποχρέωσης από μέρους του απέναντι στο Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπος με συνέπειες/κυρώσεις.

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το αντικείμενο εκδίκασης πηγάζει μέσα από πρόνοια που περιέχεται σε Κανόνα Δικαστηρίου. Ο Κανόνας Δικαστηρίου έχει την έννοια της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Έκαστο συμβαλλόμενο μέρος αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις και δεσμεύσεις που περιέχονται στο έγγραφο. Σε περίπτωση που ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις και δεσμεύσεις του που καθορίζονται στο έγγραφο ευθύνεται απέναντι στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Μία τέτοια συμφωνία είναι δεσμευτική για τα μέρη. Η δέσμευση που αυτή επιφέρει παραπέμπει στο δίκαιο των συμβάσεων. Η συμφωνία που κατέστη Κανόνας Δικαστηρίου δεν αποτελεί δικαστική απόφαση με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει αλλά μία συμφωνία που οι συμβαλλόμενοι καλούνται να τιμήσουν (Απαισιώτη και άλλη v. Ράγια και άλλης (1993) 1 Α.Α.Δ. 882). Η σημασία που έχει μία τέτοια περίπτωση είναι ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να ενεργήσει για την υλοποίηση της (Sofocli vLeonidou (1988) 1 C.L.R. 583, Harrison v. Caribbean Swimming Pools Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/2015 ημερ. 19.11.24). Ο όλος χειρισμός για την υλοποίηση τέτοιας συμφωνίας γίνεται με την ενεργό εμπλοκή του δικαστηρίου και υπό το πρίσμα της αρχής της δίκαιης δίκης που πρέπει να χαρακτηρίζει τη δικαστική διαδικασία σε κάθε υπόθεση αστικής φύσεως.

 

Η προκειμένη περίπτωση έχει τη νομική σημασία που έχω περιγράψει πιο πάνω. Το γεγονός ότι αναφέρεται πως η συμφωνία των διαδίκων επισυνάπτεται στο Ενδιάμεσο Διάταγμα ημερ. 05.06.25 ως Κανόνας Δικαστηρίου δεν το καθιστά ως μέρος του δικαστικού διατάγματος ώστε τυχόν παραβίαση του να σημαίνει αυτόματα παραβίαση του ιδίου του δικαστικού διατάγματος. 

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας υπέβαλε ότι ο Κανόνας Δικαστηρίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το Ενδιάμεσο Διάταγμα ημερ. 05.06.25 που τροποποιήθηκε στις 30.07.25. Προσδιορίζοντας τη μορφή διασύνδεσης ο κύριος Κυπριανού ευσεβάστως ανάφερε ότι ο Κανόνας Δικαστηρίου είναι το αποτέλεσμα των επιτυχημένων διαβουλεύσεων των διαδίκων που σκόπευαν στην εξεύρεση συμφωνίας, η οποία, ανάμεσα σ’ άλλα, θα διασφάλιζε την Αιτήτρια χωρίς να καθίσταται αναγκαίος ο διορισμός Ενδιάμεσου Παραλήπτη, πράγμα που θα γινόταν με αντάλλαγμα αντίστοιχων υποχωρήσεων από μέρους της. Εξ ου και η τροποποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τη διαγραφή προνοιών που αφορούσαν τον Ενδιάμεσο Παραλήπτη, οι οποίες ίσχυαν με την αρχική έκδοση του. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τον κύριο Κυπριανού. Ούτε διαφωνώ με τη θέση του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ανέλαβαν συγκεκριμένες δεσμεύσεις βάση του Κανόνα Δικαστηρίου. Εκείνο όμως που ελέγχεται είναι η αναφορά του εν λόγω συνηγόρου ότι οι δεσμεύσεις αυτές λήφθηκαν έναντι του Δικαστηρίου. Οι υποχρεώσεις που αδιαμφισβήτητα οι Καθ’ ων η αίτηση ανέλαβαν δυνάμει συμφωνίας και αποτυπώθηκαν στο κείμενο του Κανόνα Δικαστηρίου είναι προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, η οποία είναι η Αιτήτρια.         

 

Το Δικαστήριο έχει ρόλο υπό την έννοια που έχω εξηγήσει προηγουμένως. Με το σκεπτικό που έχω αναπτύξει προσεγγίζω το θέμα αυτό. Σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για νομικό έγγραφο. Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου είναι ζήτημα νομικής φύσεως που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το ζήτημα αυτό πραγματεύεται αναλυτικά το κυπριακό νομικό σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» του Π. Γ. Πολυβίου, Τόμος Β’, σελίδες 481-540, στο οποίο και ανάτρεξα. Ερμηνεύοντας ένα έγγραφο το Δικαστήριο σκοπεύει να εξακριβώσει τις πραγματικές προθέσεις των συμβαλλομένων μερών. Στόχος του Δικαστηρίου είναι ο εντοπισμός του κύριου σκοπού και της νοητικής πρόθεσης του συντάκτη του εγγράφου. Εδώ βέβαια πρόκειται για διαπίστωση της πραγματικής πρόθεσης ή βούλησης των διαδίκων. Η πρόθεση αυτή συνάγεται από τη συνήθη λογική γραμματική έννοια των λέξεων. Συνεπώς βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου του εγγράφου αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και των όρων, δηλαδή να ερμηνεύονται κατά γράμμα όπως είναι γενικά κατανοητές, η οποία μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο που γνωρίζει όμως τα γεγονότα και το πλαίσιο της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων πρέπει το κείμενο της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά (Ανόρθωσης v. Απόλλων (2002) 1Α Α.Α.Δ. 518). Εκεί και όπου υπάρχει ασάφεια η οποία δεν μπορεί να επιλυθεί με τη συνολική ερμηνεία του εγγράφου στην ολότητα του και δεν μπορεί να εξακριβωθεί η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, δύναται να δοθεί εξωγενής μαρτυρία για σκοπούς αποσαφήνισης των συμφωνηθέντων (Γεωργίου v. Meridian Hotels Ltd (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 2059). Εκεί δε που υπάρχει αμφιβολία ως προς το νόημα εγγράφου που συντάχτηκε από το ένα μέρος αλλά έτυχε αποδοχής από το άλλο και εφόσον αποκλειστούν όλα τα άλλα ερμηνευτικά εργαλεία, εφαρμόζεται ο ερμηνευτικός κανόνας του contra proferentem που είναι να ερμηνεύεται ο όρος εναντίον του συντάχτη του κειμένου ή εναντίον του προσώπου που τον προωθεί  (Τάκης Ξενόπουλος v. Thomas Nelson (1982) 1 C.L.R. 674, Εταιρεία Χρύσανθος Κυριάκου Λτδ v. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (1995) 3 Α.Α.Δ. 178, B.H.P. Petroleum Ltd v. British Steel Plc [2000] 2 Lloyds Rep. 277).

 

Όπως ήδη λέχθηκε, το παράπονο της Αιτήτριας αφορά τον όρο 2(a)(iii) του Κανόνα Δικαστηρίου. Η Αιτήτρια θεωρεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του συγκεκριμένου όρου. Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης του σχολιασμού που θα ακολουθήσει, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο του:

«2.  The Respondents 1 and 2 agree and undertake that:

(a)  Matters Relating to Information:

…………………………………………………………………………………………

 

(iii)       The Respondents will provide DK or her authorized representatives with information concerning loans or similar agreements, including ancillary documents in force between KI and any of the KI Group companies and: (i) Luglio; (ii) Manta Ray; (iii) SK and (iv) any other companies controlled by SK outside the Luglio Group. If no such transaction has taken place from 13.6.2025, then this fact will be confirmed in writing by two directors of Luglio, at least one of whom resides in Cyprus.

 

The above information set out in paragraphs 2(1)(i) to (iii) above will be provided to DK or her duly authorised representatives in writing within 15 working days from the date of the present Rule of Court and, thereafter, on a monthly basis up until the end of the Cypriot proceedings. In addition, the Respondents shall provide DK with the information regarding any specific transaction under paragraph 2(a)(ii) above within 15 working days from the date when the said transaction has taken place.»

 

Ερμηνεία του πιο πάνω αποσπάσματος με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές καθιστά αντιληπτό ότι οι Καθ’ ων η αίτηση καλούνται να εφοδιάσουν την Αιτήτρια με πληροφορίες που αφορούν δάνεια ή παρόμοιες συμφωνίες, περιλαμβανομένου βοηθητικών εγγράφων που βρίσκονται σε ισχύ ανάμεσα στους νομικούς οργανισμούς που κατονομάζονται. Εάν καμία τέτοια συναλλαγή έχει γίνει από τις 13.06.25 και έπειτα, το γεγονός αυτό να επιβεβαιωθεί γραπτώς με τον τρόπο που υποδεικνύεται μέσα από τις πρόνοιες του εν λόγω όρου.

 

Θα έλεγα ότι η πιο πάνω ερμηνεία ταυτίζεται μ’ αυτήν που εξέφρασαν οι Καθ’ ων η αίτηση, με την οποίαν συμφωνώ. Αντίθετα, με κάθε σεβασμό στην Αιτήτρια, η ερμηνεία που δίδει σε ότι αφορά τις δεσμεύσεις των Καθ’ ων η αίτηση μέσα από τον επίμαχο όρο δεν με βρίσκουν σύμφωνο επειδή δεν φαίνεται να συνάδει με τον προαναφερόμενο κανόνα ερμηνείας εγγράφου.

 

Η υποχρέωση των Καθ’ ων η αίτηση απέναντι στην Αιτήτρια αναφορικά με τον όρο αυτό είναι η διαβίβαση πληροφοριών σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις των εταιρειών που συγκεκριμένα απαριθμούνται. Αν υπήρχε δέσμευση, εκτός από τη διαβίβαση πληροφοριών, για προσκόμιση εγγράφων τότε η διατύπωση θα ήταν διαφορετική. Ειδικότερα αντί της φράσης «with information concerning loans or similar agreements, including ancillary documents in force between…» το λεκτικό προφανώς θα ήταν «with information and agreements, including ancillary documents in force, concerning loans or similar aspects between… » Δηλαδή η διατύπωση θα ήταν τέτοια ώστε να διδόταν έμφαση στην υποχρέωση που θα ήταν συνδυασμός πληροφοριών και εγγράφων που θα καθορίζονταν με σαφήνεια στο είδος ή στην κατηγορία εγγράφων που απαιτούνταν. Όπως είναι τώρα το λεκτικό, η έμφαση περιορίζεται στη διαβίβαση πληροφοριών. Η υφιστάμενη διατύπωση είναι σαφής και συγκεκριμένη, μέσα από την οποίαν αναδεικνύεται η κοινή πρόθεση των διαδίκων.

 

Με επιστολή τους ημερ. 21.10.25 οι Καθ’ ων η αίτηση ετοίμασαν και διαβίβασαν στην Αιτήτρια πληροφορίες σχετικές με το αντικείμενο του επίμαχου όρου. Η Αιτήτρια δεν το αμφισβητεί. Όπως δεν αμφισβητεί ότι οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στη χρονική περίοδο που πρέπει. Επίσης η Αιτήτρια παραδέχεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση με γραπτή βεβαίωση τους ημερ. 20.08.25 έχουν δηλώσει ότι από τις 13.06.25 και έπειτα δεν συνάφθηκαν συμφωνίες δανείου ή παρόμοιας φύσεως συμφωνίες ανάμεσα σε εταιρείες/νομικούς οργανισμούς που κατονομάζονται και σχετίζονται με τους διαδίκους και τις διαφορές τους, ως είχαν υποχρέωση να πράξουν με βάση τις πρόνοιες του συγκεκριμένου όρου. Μάλιστα αργότερα, αισθανόμενοι της ευθύνης τους, έντιμα και ειλικρινά, με επιστολή τους ημερ. 21.09.25 προς την Αιτήτρια απέστειλαν αντίγραφο συμφωνίας δανείου ημερ. 26.08.25 μεταξύ της KI Finance (Cyprus) Ltd (100% θυγατρική της KI) και της Καθ’ ης η αίτησης 2 βάση της οποίας είχε χορηγηθεί δάνειο προς την Καθ’ ης η αίτηση 2 ύψους €10,000,000.00, αποκαλύπτοντας έτσι την ύπαρξη δανείου μετέπειτα της 13.06.25.  

 

Οι προαναφερόμενες πληροφορίες έχουν επισυναφθεί ως Παράρτημα 6 στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Αιτήτριας. Έχοντας μελετήσει τις πληροφορίες αυτές παρατηρώ ότι αυτές αναφέρονται, ανάμεσα σ’ άλλα, στα είδη εγγράφου πιστωτικών διευκολύνσεων, στη σχετική ημερομηνία, στην επωνυμία του δανειστή, στην επωνυμία του δανειζόμενου, στο ποσό δανείου και στο ποσό που χρησιμοποιήθηκε με χρονικό ορόσημο τις 30.09.25. Χωρίς αμφιβολία ο πίνακας αυτός καταγράφει λεπτομέρειες σχετικές με τις δεσμεύσεις που οι Καθ’ ων η αίτηση ανέλαβαν.

 

Το παράπονο της Αιτήτριας σχετικά με την επικαλούμενη μη συμμόρφωση εστιάζεται στην μη προσκόμιση από μέρους των Καθ’ ων η αίτηση σε:

(α)       αντίγραφα των δανείων που περιέχονται στον πίνακα πληροφοριών που ετοίμασαν και διαβίβασαν στην Αιτήτρια, και

(β)       αξιόπιστα έγγραφα που καταδεικνύουν το σημερινό υπόλοιπο των δανείων που σημειώνονται.

 

Με κάθε σεβασμό η Αιτήτρια δεν έχει δίκαιο να παραπονιέται. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η δέσμευση των Καθ’ ων η αίτηση αφορούν πληροφορίες και όχι έγγραφα.

Παρόλα αυτά, αν και δεν είχαν τέτοια υποχρέωση, προς αποφυγή εκτροχιασμού της διαδικασίας οι Καθ’ ων η αίτηση με επιστολή τους ημερ. 21.10.25 έχουν αποστείλει δέσμη εγγράφων (συμφωνίες δανείου, παραρτήματα, συμφωνία εμβάσματος, συμφωνίες συμψηφισμού ημερ. 21.07.23, 24.09.25 & 14.10.25 των εταιρειών/νομικών οργανισμών KI Finance (Cyprus) Ltd, KI, Καθ’ ου η αίτηση 2, Manta Ray Ventures Limited). Να σημειωθεί ότι η Αιτήτρια δεν το αμφισβητεί. Την ίδια στιγμή όμως δεν διευκρινίζει τι ακριβώς υπολείπεται από τον πίνακα ή ποια έγγραφα δανείου που περιέχονται στον πίνακα πληροφοριών δεν της έχουν δοθεί.

 

Περαιτέρω κατά τρόπο γενικό, αόριστο και ασαφή η Αιτήτρια επικαλείται την παράλειψη προσκόμισης «αξιόπιστων εγγράφων» που σύμφωνα με τον συνήγορο της καταδεικνύουν το σημερινό υπόλοιπο των δανείων που σημειώνονται προκειμένου να ελέγξει την ορθότητα των πληροφοριών που καταγράφονται στον σχετικό πίνακα που ετοίμασαν οι Καθ’ ων η αίτηση και της διαβίβασαν. Κατ’ αρχάς αυτό από μόνο του καταδεικνύει αναγνώριση της Αιτήτριας ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στον σχετικό πίνακα είναι σχετικές, επαρκείς και ολοκληρωμένες με το αντικείμενο της δέσμευσης αφού αυτό που απαιτεί είναι προσκόμιση εγγράφων προς επιβεβαίωση της ορθότητας των πληροφοριών που περιέχονται στον πίνακα που οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν ετοιμάσει.

 

Ο δε ισχυρισμός της περί «αξιόπιστων εγγράφων» κάθε άλλο παρά αναδεικνύει οποιαδήποτε παράλειψη από μέρους των Καθ’ ων η αίτηση. Θα πρέπει να λεχθεί ότι εκεί που υπάρχει πρόθεση από τα μέρη να δημιουργήσουν δέσμευση προσκόμισης εγγράφων, πρώτα διατυπώνεται στη σύμβαση η πρόθεση αυτή κατά τρόπο ρητό και σαφή και ακολούθως προσδιορίζεται το είδος ή η κατηγορία των εγγράφων αυτών που πρέπει να δοθούν  ώστε σε περίπτωση μη συμμόρφωσης το μέρος που όφειλε και δεν ανταποκρίθηκε να υποχρεωθεί να το πράξει. Εδώ τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Σε κάθε περίπτωση ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας δεν προσδιόρισε τι εννοεί ως «αξιόπιστα έγγραφα» που έπρεπε καθηκόντως οι Καθ’ ων η αίτηση να είχαν προσκομίσει και δεν το έπραξαν. Τούτο παρά τις επανειλημμένες διευκρινιστικής φύσεως ερωτήσεις του Δικαστηρίου που τον καλούσε να τοποθετηθεί.

 

Υπό το φως των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να συμμορφωθούν με δεσμεύσεις της που πηγάζουν από τις πρόνοιες του όρου 2(α)(iii) του Κανόνα Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης υπό τα σημεία (α), (β) και (γ) της ένστασης (σελίδα 5 της παρούσας απόφασης) επιτυγχάνουν.

 

Το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση ώστε να θέσουν τις θέσεις και την εκδοχή τους στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας στην Κυρίως Αίτηση.

Ένεκα της προδιαγραφόμενης κατάληξης του υπό εξέταση θέματος, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης.

 

Συνακόλουθα το μέρος της αίτησης που εξετάστηκε (σημείο ‘Α’) απορρίπτεται ως αβάσιμο.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2 και 39.4(1)(α) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση 1 & 2 και εναντίον της Αιτήτριας. Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων δυνάμει του Κ.39.7. Να σημειωθεί ότι οι συνήγοροι, κατά παράβαση του Κ.39.9(1), δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.

 

Ως εκ τούτου, τα έξοδα, μειωμένα κατά 20% ένεκα της πιο πάνω μη συμμόρφωσης των συνηγόρων με το καθήκον τους χωρίς να έχει διαπιστωθεί ότι οφείλεται σε εύλογη αιτία (Κ.39.9(2)), έχουν υπολογιστεί σε €4.232 πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει) επί ποσού €4.214. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 15 ημερών από σήμερα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ενόψει της κοινής υποβολής ένστασης επιδικάζεται ένα σετ εξόδων.

    

 

 

(Υπ.) …………………………….

                                                                                                  Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο