ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης (Μέρος 7): 1102/2024 I-Justice
Μεταξύ:
1. Dr. Ricardo De Jesus Segovia Gasque, xxx Mexico
2. Gilda Yolanda Segovia Gasque, xxx Mexico
3. Grupo Segovia S.C. xxx Mexico
Εναγόντων
και
1. 4SQUARE (CY) LTD, HE χχχ, xxx Λεμεσός
2. ITRADE GLOBAL (CY) LTD, HE xxx, xxx Λεμεσός
3. Capitalx, Εμπορική Επωνυμία ΕΕ χχχ, xxx Λεμεσός
4. LRMO HOLDINGS LTD, HE xxx, xxx Λεμεσός
5. 4 SQUARE SY LIMITED, HE xxx, xxxΣεϋχέλλες
Eναγομένων
Αίτηση ημερ. 21.01.25 για αμφισβήτηση δικαιοδοσίας Δικαστηρίου,
διαγραφή της αγωγής και παραμερισμού του διατάγματος επίδοσης
ημερ. 15.11.24 του εντύπου απαίτησης και της επίδοσης αυτού
Ημερομηνία: 14.11.25
Εμφανίσεις:
Για Εναγόμενη 5/Αιτήτρια: κα Ε. Γεωργιάδου για Άθως Δημητρίου
Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Ενάγοντες 1-3/Καθ’ ων η αίτηση 1-3: κος Boris Lazic μαζί με κ. Μ. Σωφρονίου
για B. Lazic & Co L.L.C.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Έντυπο Απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 που είναι το δικονομικό καθεστώς που διέπει την παρούσα υπόθεση. Η Εναγόμενη 5 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης με το οποίο εκδήλωσε πρόθεση να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ. Λεμεσού, στο οποίο ανατέθηκε η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης.
Ακολούθησε η υποβολή της υπό κρίση αίτησης από την Εναγόμενη 5 (Αιτήτρια), η οποία προωθήθηκε δια κλήσεως εντός του χρονικού πλαισίου που προβλέπουν οι πρόνοιες του Μέρους 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023.
Θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω αυτούσια τα αιτητικά της παρούσας αίτησης:
«A. Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφασίζει την παρούσα Απαίτηση και/ή να αποδώσει τις αξιούμενες θεραπείες και/ή ότι δεν είναι ο κατάλληλος φορέας (forum convenience) για εκδίκαση της Απαίτησης.
Β. Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή απορρίπτεται και/ή διαγράφεται η παρούσα Απαίτηση εναντίον της Αιτήτριας λόγω απουσίας και/ή έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα Απαίτηση.
Γ. Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή απορρίπτεται και/ή διαγράφεται η επίδοση και το διάταγμα ημ. 15.11.2024 για επίδοση του εντύπου απαίτησης στην παρούσα Απαίτηση, εκτός δικαιοδοσίας.
Δ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορη υπό τις περιστάσεις.»
Νομική βάση της αίτησης είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, το Μέρος 12 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), τα άρθρα 21 & 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου.
Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Μάριου Μιχαήλ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 5 στην προκειμένη περίπτωση, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος για τον σκοπό αυτό. Προς υποστήριξη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται έγγραφα. Στην ένορκη δήλωση προβάλλονται επιχειρήματα τα οποία, κατά τη γνώμη του ομνύοντα και κατ’ επέκταση της Εναγομένης 5, δικαιολογούν έγκριση της παρούσας αίτησης. Το σύνολο των αναφορών που παρουσιάζονται προδιαγράφουν την εκδοχή της Εναγομένης 5.
Οι Ενάγοντες 1, 2 & 3, στο εξής οι Ενάγοντες (Καθ’ ων η αίτηση), αντέδρασαν στις 24.01.25 με την καταχώρηση εντύπου ένστασης επί 15 λόγους. Δεν χρειάζεται να τους απαριθμήσω. Αναφορά σ’ αυτούς θα γίνει στη συνέχεια. Κοινό σημείο τους είναι η εγειρόμενη θέση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη.
Η νομική βάση της ένστασης των Εναγόντων βασικά ομοιάζει μ’ αυτήν της υπό κρίση αίτησης.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Ερμίνας Παπασολωμού, η οποία είναι δικηγόρος που συνεργάζεται με τον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση. Η ομνύουσα δηλώνει εξουσιοδοτημένη να προβεί σε ένορκη δήλωση στην περίπτωση αυτή.
Στην ένορκη δήλωση προβάλλονται θέσεις και επισυνάπτονται έγγραφα που σύμφωνα με τους Ενάγοντες τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ’ επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στην ουσία μέσα από την ένορκη δήλωση αναλύονται και επεξηγούνται οι λόγοι ένστασης. Οι επικαλούμενες αναφορές σκιαγραφούν την εκδοχή των Εναγόντων.
Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ένορκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης). Γι’ αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω αυτά που αναφέρουν. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί ότι χρειάζεται, θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα τους.
Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα αποτελούν το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο.
Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αμφότεροι συνήγοροι, με αναφορά σε θεσμούς πολιτικής δικονομίας, αποσπάσματα από νομικά συγγράμματα και παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν και παράλληλα εκ διαμέτρου αντίθετες νομικές θέσεις και ισχυρισμούς τους. Πλήρης ανάλυση της νομικής επιχειρηματολογίας των συνηγόρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Εκεί και όπου κρίνεται ότι χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε νομικά επιχειρήματα των συνηγόρων.
Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης και στη βάση των θέσεων και επιχειρημάτων αμφοτέρων πλευρών. Προς το σκοπό αυτό έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, το οποίο και μελέτησα με προσοχή. Έχω ακόμη μελετήσει ενδελεχώς όλο το μαρτυρικό υλικό που μου έχει παρουσιαστεί.
Η αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την απαίτηση του Ενάγοντα διέπεται δικονομικά από το Μέρος 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, στους οποίους εμπίπτει η παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα ο Κ.12.1 περιγράφει τη διαδικασία που ο Εναγόμενος καλείται να ακολουθήσει.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μέρος 12 αποτελεί μέρος της νομικής βάσης δυνάμει της οποίας προωθείται η υπό κρίση αίτηση. Συμμορφούμενη με τα δικονομικά διαβήματα που απαιτούνται μέσα από τις πρόνοιες του συγκεκριμένου Μέρους για την υποβολή αίτησης όπως την παρούσα, η Εναγόμενη 5 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης σημειώνοντας στο σχετικό έντυπο την κατάλληλη επιλογή η οποία υποδηλώνει την πρόθεση της να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ. Λεμεσού (Κ.12.1(2)) και ακολούθως εντός του προβλεπομένου χρονικού διαστήματος των 14 ημερών από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης της προώθησε την παρούσα αίτηση (Κ.12.3(α)) υποστηριζόμενη από μαρτυρία (Κ.12.3(β)).
Η αρμοδιότητα των Επαρχιακών Δικαστηρίων στην Κύπρο να εξετάζουν και να αποφασίζουν ζητήματα επί πολιτικών υποθέσεων διαχωρίζεται σε κατά τόπον και καθ’ ύλην. Αν κάποιος μελετήσει το άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) που ασχολείται με την κατά τόπο δικαιοδοσία και το άρθρο 22 της ίδιας νομοθεσίας που αφορά την καθ’ ύλην δικαιοδοσία δεν θα μπορεί να διαφωνήσει με την άποψη ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην επιλογή για προώθηση της υπόθεσης αυτής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η φύση και το είδος της υπόθεσης σε συνδυασμό με την αξία της αμφισβητούμενης διαφοράς και της παρουσίας διαδίκων που εδρεύουν και ασκούν επαγγελματικές δραστηριότητες στην επαρχία Λεμεσού δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώσουν την πιο πάνω τοποθέτηση.
Όταν όμως προβάλλεται το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο της Κύπρου στερείται δικαιοδοσίας να επιλύσει τη διαφορά των διαδίκων επειδή Δικαστήριο άλλης χώρας είναι καταλληλότερο να το πράξει, τότε εξετάζεται κατά πόσο η νομική αρχή «forum non conveniens» μπορεί να τύχει εφαρμογής. Η εν λόγω νομική αρχή παραπέμπει στο σκεπτικό ότι το κυπριακό δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί πως το ίδιο δεν είναι το κατάλληλο βήμα για να εξετάσει τη διαφορά των διαδίκων αλλά υπάρχει άλλο προσφοροδότερο δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση.
Μελέτη της σχετικής με το θέμα αυτό νομολογίας καθιστά αντιληπτό ότι υπάρχουν δύο περιπτώσεις στις οποίες δύναται να εξεταστεί η νομική αρχή «forum non conveniens» Πρόκειται για την περίπτωση στην οποίαν υπάρχει δεσμευτική συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών τους για επίλυση τους στην αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας, άλλης από την Κύπρο (η 1η περίπτωση), καθώς επίσης η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου (η 2η περίπτωση).
Όταν υπάρχει συμφωνημένη πρόνοια για αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας (1η περίπτωση) εφαρμόζεται η ρήτρα εκτός αν καταδειχτούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν την μη εφαρμογή της. Βασικός εκπρόσωπος της περίπτωσης αυτής είναι η αγγλική υπόθεση The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641. Το σκεπτικό της ακολουθήθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Donohue Armco Inc [2001] UKHL 64 στην οποίαν υποδείχτηκε ότι ως γενικός κανόνας «where parties have bound themselves by an exclusive jurisdiction clause, effect should ordinarily be given to that obligation in the absence of strong reasons for departing from it.» Η στοιχειοθέτηση της βαρύνει το διάδικο που επικαλείται τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου (εδώ του κυπριακού δικαστηρίου) ενώπιον του οποίου τέθηκε η υπόθεση (δηλαδή τον Ενάγοντα/Καθ’ ου η αίτηση) και όχι το μέρος που ισχυρίζεται ρήτρα δικαιοδοσίας ξένης χώρας. Το τι δύναται να αποτελέσει «ισχυρό λόγο» εξαρτάται από τα γεγονότα και τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης.
Η κατάσταση στην 1η περίπτωση περιπλέκεται όταν οι Εναγόμενοι είναι περισσότεροι από ένας. Εδώ το Δικαστήριο χρειάζεται να σταθμίσει με περισσότερη προσοχή τα ενώπιον του γεγονότα και περιστάσεις ώστε να κρίνει κατά πόσο υφίστανται ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση από την εφαρμογή της συμφωνημένης ρήτρας για αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας (Republic of Angola v. Perfectib Ltd [2018] EWHC 965, Jong v. HSBC Private Bank (Monaco) SA [2015] EWCA 2). Ισχυροί λόγοι μπορεί να είναι τέτοιοι που δεν μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνημένης ρήτρας. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση Standard Chartered Bank (Hong Kong) Ltd v. Independent Power Tanzania Ltd [2015] EWHC 1640 όπου, ανάμεσα σ’ άλλα, λέχθηκαν, τα εξής: «… and held (at [109] that in such circumstances, if very strong or exceptional grounds for granting a stay are demonstrated, the court may in an appropriate case grant a stay, provided that the grounds in question can properly be described as unforeseen and unforeseeable at the time the agreement was made.»
Εκεί όμως που γίνεται επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επί το ότι το κυπριακό δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο βήμα για την εκδίκαση της διαφοράς αλλά υπάρχει άλλο καταλληλότερο βήμα επίλυσης της διαφοράς (2η περίπτωση), πρέπει να καταδειχτούν ότι υφίστανται παράγοντες που ικανοποιούν το Δικαστήριο για να αναστείλει τη διαδικασία και να παραπέμψει την υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Κύριος εκπρόσωπος της περίπτωσης αυτής είναι η αγγλική υπόθεση Spiliada Maritime Corp. v. Consulex Ltd (The Spiliada) [1986] 3 All E.R. 843. Το βάρος απόδειξης ότι υφίστανται τέτοιοι παράγοντες οι οποίοι μεταθέτουν τη δικαιωματική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου το έχει ο διάδικος που το επικαλείται με την αίτηση του, δηλαδή ο Εναγόμενος/Αιτητής.
Το σκεπτικό αμφοτέρων περιπτώσεων υιοθετήθηκε σε διάφορες κυπριακές αποφάσεις. Ενδεικτικά παραπέμπω στην Far Eastern Shipping Company Plc v. BN Marine Company Limited (2014) 1Γ Α.Α.Δ. 2650 όπου λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο διάδικος που επιδιώκει την αναστολή της διαδικασίας επικαλούμενος τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) υπάρχει άλλη καταλληλότερη δικαιοδοσία στην οποίαν μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων στη βάση διαφόρων παραγόντων που δίδουν ξεκάθαρη εικόνα και (β) η αναστολή δεν αποστερεί στον Ενάγοντα/Καθ’ ου η αίτηση κάποιο ουσιαστικό ή δικονομικό πλεονέκτημα. Σε σχέση με τη δεύτερη περίπτωση που γίνεται επίκληση δικαιοδοσίας ξένου δικαστηρίου, επαναδιατυπώθηκε η νομική θέση ότι εφαρμόζεται η συμφωνημένη ρήτρα εκτός αν καταδειχτούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση.
Ίδια νομική προσέγγιση υπήρξε προηγουμένως στην Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 549.
Μέσα από τη νομολογία (Zeeland Navigation Co Ltd v. Banque Worms (2000) 1 Α.Α.Δ. 707, παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη προκειμένου το Δικαστήριο να κρίνει αν η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της αναστολής της διαδικασίας λόγω ύπαρξης άλλου καταλληλότερου βήματος εκδίκαση της διαφοράς είναι οι πιο κάτω, χωρίς να σημαίνει ότι πρόκειται για εξαντλητικό κατάλογο:
(α) που διαδραματίστηκε το επίδικο συμβάν και τα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα,
(β) η δικαιοδοσία με την οποίαν η αγωγή έχει το στενότερο και πλέον αποτελεσματικό σύνδεσμο,
(γ) που βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης – ο κύριος τόπος διεξαγωγής των εργασιών της,
(δ) αριθμός μαρτύρων, η γλώσσα που ομιλούν, η χώρα καταγωγής και διαμονής τους - η ευχέρεια ή δυσχέρεια προσκόμισης μαρτυρίας,
(ε) χώρα προέλευσης, διαμονής, βαθμός δεσμών – σχέσης και διεξαγωγής δραστηριοτήτων των διαδίκων,
(στ) σύνδεση της ισχυριζόμενης βάσης αγωγής και της αξίωσης του Ενάγοντα με την Κυπριακή Δημοκρατία και τα Δικαστήρια της,
(ζ) το εφαρμοστέο δίκαιο στη διαφορά – ο νόμος που διέπει τη συναλλαγή,
(η) το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση,
(θ) που συνομολογήθηκε - υπογράφηκε και/ή εκτελέστηκε η σύμβαση,
(ι) η δικαστική δαπάνη,
(κ) η ευχέρεια ή δυσχέρεια πραγματοποίηση δίκης.,
(λ) κατά πόσο ο Εναγόμενος/Αιτητής επιδιώκει επίλυση της διαφοράς σε δικαστήριο ξένης δικαιοδοσίας ώστε να αποκτήσει δικονομικά πλεονεκτήματα,
(μ) κατά πόσο τα δικαιώματα του Ενάγοντα/Καθ’ ου η αίτηση θα υποστούν δυσμενή επηρεασμό σε περίπτωση που η διαφορά εκδικαστεί ενώπιον δικαστηρίου ξένης δικαιοδοσίας ένεκα στέρησης ασφάλειας της απαίτησης του, αδυναμίας εκτέλεσης εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, κινδύνου παραγραφής που δεν υφίσταται στο νομικό σύστημα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου τέθηκε η υπόθεση (εδώ του κυπριακού δικαστηρίου), πολιτικών – φυλετικών – θρησκευτικών ή άλλων λόγων που καθιστούν απίθανη τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης για τον συγκεκριμένο διάδικο.
Στην υπό κρίση αίτηση μία βασική ενδιάμεση αξίωση του Εναγομένου 5, αν όχι η κυριότερη, είναι η έκδοση διατάγματος που να αναγνωρίζει ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση και να αποδώσει τις θεραπείες που οι Ενάγοντες επιδιώκουν επειδή δεν είναι ο κατάλληλος φορέας γι’ αυτό (forum convenience). Πρόκειται για την αιτούμενη αξίωση υπό το σημείο (Α) της υπό εξέταση αίτησης. Οι Ενάγοντες απορρίπτουν την εν λόγω αιτούμενη αξίωση της Εναγομένης 5 μέσα από τους λόγους ένστασης αρ. 4 & 7-15.
Για σκοπούς εξέτασης του εγειρόμενου ζητήματος θεωρώ χρήσιμο να σκιαγραφήσω τις αναφορές που η κάθε πλευρά παραθέτει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει, αναλόγως, την υπό κρίση και έντυπο ένστασης.
Συγκεκριμένα προς υποστήριξη της θέσης της η Εναγόμενη 5 προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα που περιληπτικά αναφέρονται:
· Οι Ενάγοντες 1 & 2 (Καθ’ ων η αίτηση 1 & 2) είναι Μεξικανοί ενώ η Ενάγουσα 3 (Καθ’ ης η αίτηση 3) είναι μεξικανική εταιρεία, χωρίς οποιοσδήποτε από αυτούς είτε να διαμένει στην Κύπρο είτε να διεξάγει επαγγελματικές δραστηριότητες στην Κύπρο με αποτέλεσμα ουδείς από αυτούς να έχει οποιαδήποτε σχέση ή δεσμό με την Κύπρο,
· η Εναγόμενη 5 (Αιτήτρια) είναι εταιρεία συσταθείσα στις Σεϋχέλλες και με έδρα στις Σεϋχέλλες (Τεκμήριο 1 ΕΔ Μιχαήλ),
· η Εναγόμενη 5 είναι αδειοδοτημένη από την αρμόδια υπηρεσία στις Σεϋχέλλες να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες και προς τούτο η άδεια της διέπεται από τις πρόνοιες σχετικής νομοθεσίας στις Σεϋχέλλες (Τεκμήριο 2 ΕΔ Μιχαήλ) χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση ή δεσμό με την Κύπρο,
· η βάση απαίτησης είναι διαφορά που προέκυψε από σύμβαση που συνομολογήθηκε μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 5 και προνοεί ότι θα διέπεται από το δίκαιο της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών,
· οι Ενάγοντες είχαν πλήρη αντίληψη και αποδέχτηκαν ρητά ότι συμβλήθηκαν με εταιρεία που εδρεύσει στις Σεϋχέλλες υπογράφοντας σχετική δήλωση ότι συμφωνούν με τους όρους της σχετικής σύμβασης (Τεκμήριο 3 ΕΔ Μιχαήλ),
· η ανάμιξη κυπριακών οντοτήτων στην παρούσα διαφορά είναι ασύνδετη με τα γεγονότα και το αντικείμενο της υπόθεσης,
· από τα δικόγραφα προκύπτει ότι πιο πρόσφορο θα ήταν η διαφορά να εκδικαζόταν από τα δικαστήρια είτε των Σεϋχελλών είτε του Μεξικού,
· η κατ’ ισχυρισμό διάπραξη της συνομωσίας εδράζεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 είναι θυγατρική της Εναγομένης 5,
· η Εναγόμενη 1 δεν έχει σχέση με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών αλλά υφίσταται μόνο ως πάροχος υπηρεσιών πληρωμών προς όφελος της Εναγομένης 5,
· Η επωνυμία της Εναγομένης 3 που αναγράφεται στο Έντυπο Απαίτησης είναι εσφαλμένη και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί διάδικος στην απαίτηση,
· Η μόνη σχέση της Εναγομένης 4 με την υπόθεση είναι ότι ο τότε μέτοχος της φαινόταν ως διευθυντής της Εναγομένης 2.
Από την άλλη, οι Ενάγοντες υποστήριξαν την εκδοχή τους προβάλλοντας επιχειρήματα που αναφέρω συνοπτικά πιο κάτω:
· η βάση απαίτησης δεν είναι παράβαση όρων συμβατικής σχέσης και ούτε διεκδικούνται αποζημιώσεις αλλά εξωσυμβατικά αδικήματα, όπως είπαν, της απάτης, του δόλου, της δόλιας παραπλάνησης, της συνομωσίας/συμπαιγνίας και του αδικαιολόγητου πλουτισμού,
· η λειτουργία και η δομή του επενδυτικού σχήματος διεξαγόταν υπό την ομπρέλα του ομίλου Capitalix με επίκεντρο την Κύπρο μέσω θυγατρικών και επιχειρησιακών μονάδων που ελέγχονται από τους Εναγομένους,
· οι 4 από τις 5 Εναγόμενες είναι κυπριακές εταιρείες με έδρα τη Λεμεσό και με δραστηριότητες, λογαριασμούς και στελέχοι εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας,
· η Εναγόμενη 5 (Αιτήτρια), αν και εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες, αποτελεί μητρική της Εναγομένης 1 και λειτουργεί ως κεντρική οντότητα ομίλου επιχειρήσεων που εδρεύει, δραστηριοποιείται και παρέχει υπηρεσίες στην Κύπρο,
· οι επίδικες συναλλαγές, υπηρεσίες και παραλείψεις έγιναν εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας ή τουλάχιστον είχαν την ουσιαστική και επιχειρησιακή τους εκτέλεση στην Κύπρο, τα δε πραγματικά γεγονότα σχετίζονται άμεσα με την Κύπρο με την υπόθεση γενικότερα έτσι να συνδέεται ουσιαστικά με την Κύπρο,
· τα άτομα που κατ’ ισχυρισμό διέπραξαν τα επικαλούμενα αστικά αδικήματα δραστηριοποιούνται στην Κύπρο, η δε κατ’ ισχυρισμό ζημιά προκλήθηκε εντός της επικράτειας της Κύπρου,
· η πλατφόρμα (Capitalix) μέσω της οποίας φέρεται να διαπράχτηκε η κατ’ ισχυρισμό απάτη, ελέγχεται και λειτουργεί από κυπριακές εταιρείες και πρόσωπα,
· οι κρίσιμες επικοινωνίες, οδηγίες και συναλλαγές εκτελέστηκαν στην Κύπρο ή μέσω της Κύπρου,
· οι οικονομικές και λειτουργικές πτυχές της διαφοράς εδράζονται στην Κύπρο.
Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω διατυπωμένες θέσεις των διαδίκων και κατόπιν μελέτης της έκθεσης απαίτησης αλλά και του μαρτυρικού, για την παρούσα αίτηση, υλικού, το πρώτο σημείο που χρήζει εξέτασης είναι η θέση της Εναγομένης 5 ότι υπάρχει συμφωνημένη πρόνοια για αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας. Η Εναγόμενη 5 ισχυρίζεται ότι βάση απαίτησης αποτελεί διαφορά της Εναγομένης 5 με τους Ενάγοντες που προέκυψε από μεταξύ τους σύμβαση στην οποίαν υπάρχει συμφωνημένη ρήτρα που προνοεί ότι διαφορές που προκύπτουν σχετικά με το εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο θα εξετάζονται κάτω από το δίκαιο της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών. Οι Ενάγοντες αντίθετα επέμειναν ότι η παράβαση όρων συμβατικής σχέσης δεν αποτελεί βάση απαίτησης και ότι ούτε διεκδικούνται αποζημιώσεις γ’ αυτό.
Αν κάποιος αναγνώσει το έντυπο απαίτησης (Έντυπο Αρ.4), δυνάμει του οποίου καταχωρίστηκε η παρούσα υπόθεση, θα διαπιστώσει ότι στο εν λόγω έγγραφο προβάλλονται ως βάσεις απαίτησης η παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων, η επίδειξη συμπεριφοράς που συνιστά απάτη-δόλο-δόλια παραπλάνηση, η συνομωσία, η παράβαση νομοθετικών καθηκόντων και ο αθέμιτος πλουτισμός.
Συνεπώς μία βάση απαίτησης των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων είναι η παράβαση συμβατικών δεσμεύσεων. Με λίγα λόγια προβάλλεται ισχυρισμός για παράβαση σύμβασης. Θα ασχοληθώ με το ζήτημα αυτό στη συνέχεια.
Μία άλλη δικογραφημένη βάση αγωγής είναι η παράβαση εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων. Η μη συμπερίληψη οποιονδήποτε συγκεκριμένων λεπτομερειών αγγίζει τα όρια της τυπικής αναφοράς.
Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός που επίσης δικογραφείται στο Έντυπο Απαίτησης δεν αποτελεί αυτόνομη βάση απαίτησης αλλά συνιστά εξωσυμβατική θεραπεία που ανήκει στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Αποτελεί τον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση ώστε να θεραπευτεί μία αδικία προς ένα άτομο όταν άλλο πρόσωπο προσπορίζεται όφελος χωρίς αντάλλαγμα. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός απορρέει από οιωνεί συμβατική σχέση. Σε τελευταία ανάλυση μπορεί να λεχθεί ότι εντάσσεται στο δίκαιο των συμβάσεων και έχει ως πυρήνα τον περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149) ως εξειδικευμένη πτυχή του δυνάμει των άρθρων 65 και 72 (ΧΧΧ Ιωαννίδη κ.α. v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου Πολιτική Έφεση Αρ. 80/2013 ημερ. 13.01.20, ECLI:CY:AD:2020:A11, Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ και άλλη v. Κακάβου (2015) 1Γ Α.Α.Δ. 2195).
Η απάτη που επιπλέον προβάλλεται στην Κύπρο αποτελεί αστικό αδίκημα που διέπεται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.149).
Σε ότι αφορά την επικαλούμενη συνομωσία, αυτή μπορεί να ιδωθεί ως προέκταση της απάτης-δόλιας συμπεριφοράς-δόλιας παραπλάνησης.
Επανέρχομαι στο θέμα της κατ’ ισχυρισμό παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων από μέρους των Εναγομένων, η οποία δικογραφείται στο έντυπο απαίτησης. Η §1 του εγγράφου σημειώνει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Η παρούσα αγωγή αφορά οικονομική απαίτηση των Εναγόντων για το ποσό των 6,147,849.73 Δολαρίων ΗΠΑ (ή 5,662,169.6 Ευρώ κατά την 5.3.2024) λόγω συνομωσίας, δόλιας παραπλάνησης και παράβασης συμβατικών και άλλων νομικών υποχρεώσεων από την πλευρά των Εναγόμενων.»
[η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου]
Ακολούθως στην §27 του εντύπου απαίτησης τους οι Ενάγοντες παρέχουν λεπτομέρειες της επικαλούμενης παράβασης σύμβασης, ως επιβάλλουν οι κανόνες δικογράφησης. Το σημείο (i) της εν λόγω παραγράφου δικογραφεί και συνάμα εξηγεί τον τρόπο που σύμφωνα με τους Ενάγοντες «οι Εναγόμενοι παραβίασαν κατάφωρα τις συμβατικές τους υποχρεώσεις.» Επιπλέον, συνεπεία της επικαλούμενης παράβασης σύμβασης από τους Εναγομένους οι Ενάγοντες διεκδικούν την έκδοση διατάγματος «που να αναγνωρίζει την παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων, αναφορικά με την εγγύηση ασφάλειας του κεφαλαίου και των συμφωνημένων αποδόσεων, καθώς και την παραπλάνηση των Εναγόντων για την ασφάλεια των κεφαλαίων τους.» Σχετική είναι η §28 Γ του Εντύπου Απαίτησης, στην οποίαν και παραπέμπω. Εφόσον δε οι Ενάγοντες επικαλούνται ότι υπέστηκαν οικονομική ζημιά λόγω, ανάμεσα σ’ άλλα, παράβαση συμβατικών δεσμεύσεων των Εναγομένων, χωρίς αμφιβολία η αξίωση για επιδίκαση αποζημιώσεων συνδέεται άμεσα με τον συγκεκριμένο δικογραφημένο ισχυρισμό τους.
Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι Ενάγοντες ισχυρίζονται εις βάρος τους συμπεριφορά δόλου, απάτης, συνομωσίας, αθέμιτο πλουτισμό και παράβασης νομοθετικών καθηκόντων από τους Εναγομένους, τα οποία επίσης δικογραφούν στο Έντυπο Απαίτησης. Ωστόσο το γεγονός αυτό δεν διαγράφει την ύπαρξη ισχυρισμού περί παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων, ως βάση απαίτησης στην υπόθεση αυτή. Σε κάθε περίπτωση οι εν λόγω ισχυρισμοί που επίσης χρεώνονται στους Εναγομένους, παρόλο ότι είναι ανεξάρτητοι, εντούτοις στη βάση των γεγονότων που δικογραφούνται στο έντυπο απαίτησης πηγάζει από την επικαλούμενη επαγγελματική συνεργασία των Εναγόντων με τους Εναγομένους στη μορφή που έχει περιγραφεί, αναπόσπαστο μέρος της οποίας είναι η επικαλούμενη σύμβαση, το πλαίσιο της οποίας έχει εξηγηθεί.
Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση επισυνάπτονται οι όροι συμφωνητικού εγγράφου που διέπει το πλαίσιο παροχής επαγγελματικών υπηρεσιών από την Εναγόμενη 5 σε πελάτες της. Πρόκειται για το Τεκμήριο 2 που φέρει τίτλο «4SQUARE SY LIMITED [Εναγόμενη 5] TERMS AND CONDITIONS». Παράλληλα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 έγγραφο υπό τον τίτλο ‘Joint Account Acknowledgement Form’ που φαίνεται να φέρει τις υπογραφές των Εναγόντων 1 & 2. Όπως σημειώνεται, είναι έγγραφο που οι εν λόγω Ενάγοντες υπέβαλαν σε εμπορική επωνυμία της Εναγομένης και με την υπογραφή τους έχουν δηλώσει ότι έχουν διαβάσει, αντιληφθεί και συμφωνήσει στο περιεχόμενο του πιο πάνω συμφωνητικού εγγράφου (Τεκμήριο 2). Ειδικά γι’ αυτό παραπέμπω στο σημείο (2) του Τεκμηρίου 3:
«2. Have read, understood and agreed to Terms and Conditions and the legal documents that appear on the Company’s website.»
Επομένως η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι δεν έχει προσκομιστεί συμφωνητικό έγγραφο που να συνδέει τους πελάτες του με τους Εναγομένους στη βάση επαγγελματικής σχέσης, με κάθε σεβασμό, δεν φαίνεται να ευσταθεί, πάντοτε για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης. Από το Τεκμήριο 2 άξιο αναφοράς είναι ο όρος 37.1 κάτω από την ενότητα «APPLICABLE LAW AND REGULATIONS» που είναι σχετικός με το υπό εξέταση θέμα, του οποίου το περιεχόμενο του παρατίθεται αυτούσιο:
«The business relationship and Agreement are governed by the Laws of the Republic of Seychelles.»
Εξίσου σχετικό με το ζήτημα που μας απασχολεί είναι και όρος 37.3 του Τεκμηρίου 2, τις πρόνοιες του οποίου επίσης παραθέτω αυτούσιες:
«All transactions on behalf of the Client shall be subject to applicable laws, regulations, directives, circulars and customs of the FSA [Seychelles Financial Services Authority]. The Company [Εναγόμενη 5] shall be entitled to take or omit to take any measures which it considers desirable in view of compliance with the Applicable Regulations in force at the time. Any such measures as may be taken and the Applicable Regulations in force shall be binding on the Client [Ενάγοντες].»
Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό, πάντοτε για σκοπούς του αντικειμένου της υπό κρίση αίτησης, ότι η επαγγελματική συνεργασία των διαδίκων στην ολοκληρωμένη της διάσταση ρυθμίζεται από το νομικό σύστημα της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών. Στο πλαίσιο αυτής της επαγγελματικής συνεργασίας, χωρίς αμφιβολία αλλά και με ρητή αναφορά, εντάσσεται και το συμφωνητικό έγγραφο επί του οποίου βασίζεται νομικά η σχέση των διαδίκων με την επίλυση διαφορών που απορρέουν από αυτό να διέπεται από το δίκαιο της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών. Περαιτέρω φαίνεται να έχει συμφωνηθεί από τα μέρη ότι όλες οι συναλλαγές και δοσοληψίες τους διέπονται από νομοθεσίες, κανονισμούς, ήθη και πρακτική της Αρχής Επενδυτικών Υπηρεσιών των Σεϋχελλών.
Τα πιο πάνω είναι παράμετροι που δεν μπορούν παρά να υποδείξουν την ύπαρξη συμφωνημένης ρήτρας για αποκλειστική δικαιοδοσία στα Δικαστήρια της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών. Όπως φαίνεται από το λεκτικό της, η συμφωνημένη ρήτρα για αποκλειστική δικαιοδοσία στα Δικαστήρια της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών δεν περιορίζεται σε διαφορές του συμφωνητικού εγγράφου αλλά επεκτείνεται σε κάθε είδους διαφωνία όλων των πτυχών της επαγγελματικής συνεργασίας τουλάχιστον της Εναγομένης 5 και των Εναγόντων 1 & 2. Αυτό σημαίνει ότι, εκτός από τη βάση απαίτησης περί παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων, η συμφωνημένη ρήτρα καλύπτει και τις υπόλοιπες επικαλούμενες βάσεις απαίτησης.
Ακολούθως το παρόν Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αν υπάρχουν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση από την εφαρμογή της συμφωνημένης ρήτρας για αποκλειστική δικαιοδοσία από τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών υπό το φως του αριθμού διαδίκων που συμμετέχουν στην δικαστική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης. Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξης τους, όπως ήδη λέχθηκε, βαραίνει τους Ενάγοντες.
Έχοντας εκτιμήσει και σταθμίσει με ιδιαίτερη προσοχή όλα τα στοιχεία και δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου παρατηρώ ότι:
- Οι Ενάγοντες 1 & 2 κατάγονται από το Μεξικό, χώρα στην οποίαν διαμένουν και εργάζονται, στοιχείο που αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων.
- Η Ενάγουσα 3 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Μεξικό, στοιχείο που αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων.
- Η Εναγόμενη 5 αναδεικνύεται ως η εταιρεία που είχε την ευθύνη να συνεργάζεται επαγγελματικά με πελάτες και αυτή που έδιδε οδηγίες για την εκτέλεση συναλλαγών και την εφαρμογή της επαγγελματικής σχέσης με τους πελάτες.
- Οι Εναγόμενες 1, 2 & 4 μπορεί να είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κύπρο πλην όμως ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών του οποίου ηγείται η Εναγόμενη 5, θεωρούμενες, με απλά λόγια, παραρτήματα της Εναγομένης 5, η οποία .
- Η Εναγόμενη 5 είναι εταιρεία συσταθείσα στις Σεϋχέλλες και με έδρα στις Σεϋχέλλες, στοιχείο που αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων.
- Η Εναγόμενη 5 είναι αδειοδοτημένη από την αρμόδια υπηρεσία στις Σεϋχέλλες να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες και προς τούτο η άδεια της διέπεται από τις πρόνοιες σχετικής νομοθεσίας στις Σεϋχέλλες, στοιχείο που αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων.
- Οι Ενάγοντες 1, 2 & 3 και η Εναγόμενη 5 ουδεμία σχέση έχουν και κανένα δεσμό διαθέτουν με την Κύπρο.
- Η Εναγόμενη 3, στην καλύτερη περίπτωση, είναι εμπορική επωνυμία της Εναγομένης 5.
- Χωρίς αμφιβολία το εφαρμοστέο δίκαιο στη διαφορά και ο νόμος που διέπει τις επαγγελματικές συναλλαγές των διαδίκων είναι αυτά της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών.
- Η ευχέρεια προσκόμισης μαρτυρίας και η πραγματοποίηση δίκης δεν κλίνει προς την κατεύθυνση των Κυπριακών Δικαστηρίων αφού οι πιθανοί μάρτυρες, οι οποίοι προφανώς θα προέρχονται από τους Ενάγοντες και την Εναγόμενη 5, βρίσκονται στο εξωτερικό.
- Οι Ενάγοντες φαίνεται να γνωρίζουν, να αναγνωρίζουν και να είχαν συμφωνήσει με την Εναγόμενη 5 από την οποίαν λάμβαναν οδηγίες όλα τα υπόλοιπα μέλη του ομίλου ότι διαφορές που άπτονται γενικά της επαγγελματικής συνεργασίας των διαδίκων στην ολοκληρωμένη της διάσταση, περιλαμβανομένου του συμφωνητικού εγγράφου επί του οποίου βασίζεται νομικά η σχέση των διαδίκων και των δοσοληψιών – συναλλαγών τους, θα διέπονται και θα ρυθμίζονται ρυθμίζεται από το νομικό σύστημα, το δίκαιο, τις νομοθεσίες, τους κανονισμούς, τα ήθη και την πρακτική της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών.
Παράλληλα ενώπιον μου δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει τις πιο κάτω προβαλλόμενες θέσεις των Εναγόντων, οι οποίες παρέμειναν σε λεκτικό και συνάμα θεωρητικό επίπεδο:
- Οι επίμαχες συναλλαγές και ενέργειες πραγματοποιήθηκαν στην Κύπρο.
- Η κατ’ ισχυρισμό ζημιά των Εναγόντων προκλήθηκε εντός της επικράτειας της Κύπρου.
- Οι οικονομικές και λειτουργικές πτυχές της διαφοράς εδράζονται στην Κύπρο.
- Τα επικαλούμενα αστικά αδικήματα εις βάρος των Εναγόντων διαπράχτηκαν στην Κύπρο.
Το γεγονός ότι οι Εναγόμενες εταιρείες 1, 2 & 4 είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κύπρο δεν προδιαγράφει αυτόματα διάπραξη της συμπεριφοράς που τους αποδίδεται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ούτε από μόνο του αυτό προσδίδει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδικάζουν κάθε είδους υπόθεση στην οποίαν εμπλέκονται.
Το δε πλαίσιο του ρόλου και της εμπλοκής των Εναγομένων 1, 2 & 4 στην υπόθεση αυτή παρέμεινε αδιευκρίνιστος και ασαφής. Κανένα στοιχείο ή δεδομένο προσκομίστηκε που αποδεδειγμένα να διαφωτίζει το Δικαστήριο σχετικά με το σημείο αυτό.
Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι ο διαχωρισμός των Εναγομένων 1, 2 & 4 από τους Εναγομένους 3 & 5 στην προώθηση δύο υποθέσεων με τους Ενάγοντες στην Κύπρο και στη Δημοκρατία των Σεϋχελλών σαφώς δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Μόνο αχρείαστη ταλαιπωρία προσώπων, αδικαιολόγητη πολλαπλότητα δικαστικών διαδικασιών και περιττά έξοδα θα προκαλούνταν από μία τέτοια ενέργεια.
Συνεπώς μπορεί με ασφάλεια να λεχθεί ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και δεδομένα της υπόθεσης που να συνιστούν ισχυροί λόγοι, βάση των οποίων να δικαιολογείται η μη εφαρμογή της συμφωνημένης ρήτρας. Έπεται ότι στην προκειμένη περίπτωση η αρχή του forum non conveniens τυγχάνει εφαρμογής.
Στη βάση των πιο πάνω το Κυπριακό Δικαστήριο και ειδικότερα το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο βήμα για να εξετάσει τις διαφορές των διαδίκων. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, προσφορότερο δικαστήριο που είναι αρμόδιο και κατ’ επέκταση έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση αυτή είναι το Δικαστήριο της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών.
Οι σχετιζόμενοι λόγοι ένστασης αρ. 4 & 7-15 απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Οι Ενάγοντες επίσης ισχυρίζονται ότι η παρούσα αίτηση που προωθείται συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Πρόκειται για μέρος του 1ου λόγου ένστασης. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης επηρεάζοντας έτσι δυσμενώς τα δικαιώματα τους στην εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η Εναγόμενη 5 δεν ασπάζεται τη θέση αυτή.
Με κάθε σεβασμό στον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων, δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την πιο πάνω τοποθέτηση του. Το γεγονός της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης δεν την καθιστά αυτόματα καταχρηστική της διαδικασίας. Βάση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 η Εναγόμενη 5 είχε δικαίωμα να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και το έπραξε στο κατάλληλο χρονικό σημείο, χωρίς ολιγωρία ή καθυστέρηση, προβαίνοντας στο ορθό δικονομικό μέτρο μέσα από τη λήψη των δεόντων ενεργειών.
Μέσα από τον 3ο λόγο ένστασης τους οι Ενάγοντες εγείρουν δύο ζητήματα που κατά τη γνώμη τους προκύπτουν μέσα από την προώθηση της υπό κρίση αίτησης, για τα οποία υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να απορριφθεί. Πρόκειται για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και κακοπιστία. Αμφότερα θέματα συνδέονται με την πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης, την οποίαν αποδίδουν στην Εναγόμενη 5. Με τη θέση αυτή προφανώς δεν συμφωνεί η Εναγόμενη.
Έχω ήδη σχολιάσει το ζήτημα της κατάχρησης αμέσως πιο πάνω. Δεν χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε και απλά παραπέμπω σ’ αυτά που έχουν ήδη λεχθεί.
Σε ότι αφορά το ζήτημα της κακοπιστίας αυτή θα πρέπει να αποδεικνύεται στη βάση σαφών στοιχείων που ο διάδικος που εγείρει τέτοιον ισχυρισμό έχει το βάρος να προσκομίσει στο Δικαστήριο. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στην Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (2012) 1 Α.Α.Δ. 745) με το ακόλουθο απόσπασμα να ομιλεί από μόνο του:
«Η διαπίστωση κακοπιστίας είναι ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όπου διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας.
Τα πιο πάνω βρίσκουν έρεισμα στη δική μας περίπτωση. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν έχω εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό των περί ύπαρξης κακοπιστίας. Ουδεμία πρόθεση της Εναγομένης 5 στην πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης έχω εντοπίσει από μέρους της Εναγομένης 5. Αντίθετα, όπως ήδη λέχθηκε, η Εναγόμενη 5 άσκησε το δικονομικό της δικαίωμα έγκαιρα και με τον ενδεδειγμένο τρόπο που προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας.
Κατά συνέπεια ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης απορρίπτεται στην ολότητα του.
Περαιτέρω είναι η θέση των Εναγόντων ότι «Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Εναγομένης 5 είναι ανεπαρκής, ελλιπής, γενική, αόριστη και/ή τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτήν δεν αποτελούν επαρκές και ικανοποιητικό νομικό και πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων και η Εναγόμενη 5 δεν απέσεισε το βάρος που ήταν επιφορτισμένη προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.» Η εν λόγω τοποθέτηση των Εναγόντων, την οποίαν δεν συμμερίζεται η Εναγόμενη 5, προωθείται με τον 5ο λόγο ένστασης.
Με κάθε σεβασμό στους Ενάγοντες η εν λόγω τοποθέτηση τους συνιστά συμπέρασμα και όχι λόγο ένστασης με συγκεκριμένο και σαφή νόημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια του αντικειμένου εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται θα εξεταστούν και θα κριθούν από το Δικαστήριο υπό το φως των αρχών και παραμέτρων που έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα από τη νομολογία, πάντοτε με γνώμονα το αντικείμενο εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας και γενικότερα το σκοπό που αυτή έχει.
Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, ο λόγος ένστασης αυτός δεν έχει έρεισμα για να χρήζει αυτοτελή εξέταση με τον γενικό τρόπο και την αόριστη μορφή που έχει διατυπωθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
Υπό το φως όλων των στοιχείων, δεδομένων και περιστάσεων που τέθηκαν ενώπιον μου, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι ο κατάλληλος φορέας (forum non conveniens) για να εκδικάσει την παρούσα Απαίτηση με αποτέλεσμα να στερούνται δικαιοδοσίας να αποφασίζουν γι’ αυτήν και να αποδώσουν τις αξιούμενες θεραπείες. Στη βάση του σκεπτικού που έχω αναπτύξει και εξηγήσει, καταλήγω ότι καταλληλότερο βήμα για τον σκοπό αυτό είναι το αρμόδιο Δικαστήριο της Δημοκρατίας των Σεϋχελλών.
Η προδιαγραφόμενη κατάληξη συμπαρασύρει σε αποτυχία τους λόγους ένστασης αρ. 2 και 6.
Ένεκα της έλλειψης δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια, δεν μπορεί παρά η υπόθεση αναφορικά με την Εναγόμενη 5 να οδηγηθεί σε παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή διαγραφή. Οτιδήποτε διαφορετικό θα συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται και/ή απορρίπτεται και/ή διαγράφεται η παρούσα Απαίτηση εναντίον της Εναγομένης 5. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η επίδοση του Εντύπου Απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας και το διάταγμα του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 15.11.24 για επίδοση της παρούσας Απαίτησης εκτός δικαιοδοσίας σε ότι αφορά την Εναγόμενη 5.
Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει. Την ίδια στιγμή η ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της.
Μοιραία το γεγονός της έλλειψης δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια καθιστά την παρούσα υπόθεση και για τους υπόλοιπους Εναγόμενους (Εναγόμενους 1-4) έκθετη σε απόρριψη. Κατά συνέπεια, για το λόγο που έχω εξηγήσει η απαίτηση παραμερίζεται και/ή απορρίπτεται και/ή διαγράφεται στην ολότητα της για όλους του Εναγόμενους.
Σε ότι αφορά τα έξοδα, έχοντας υπόψη μου τους Κανονισμούς 39.2 και 39.4(1)(α) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που διέπει την επιδίκαση τους. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 5/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγόντων 1, 2 & 3/Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 & 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων δυνάμει του Κ.39.7. Να σημειωθεί ότι οι συνήγοροι, κατά παράβαση του Κ.39.9(1), δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.
Ως εκ τούτου, τα έξοδα, μειωμένα κατά 20% ένεκα της πιο πάνω μη συμμόρφωσης των συνηγόρων με το καθήκον τους χωρίς να έχει διαπιστωθεί ότι οφείλεται σε εύλογη αιτία (Κ.39.9(2)), έχουν υπολογιστεί σε €4.538 πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει) επί ποσού €4.512. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 15 ημερών από σήμερα.
(Υπ.) …………………………….
Γ. Κ. Βλάμης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο