ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 651/2024 (IJ)
Μεταξύ:
Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας με την Ονομασία Lordos Les Sirenes
Ενάγουσας,
ν.
Tariole Limited (HE 114352)
Εναγόμενης.
Αίτηση (εκκρεμούσα διαδικασία) ημερομηνίας 16/5/25
Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου, 2026
Για την Εναγόμενη/Αιτήτρια:
κα Κ.Ηροδότου μαζί με κ. Α.Μαρκίδη για Α.Καριτζής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Ενάγουσα/Καθ'ης η Αίτηση:
κα Ν.Παπακωνσταντίνου μαζί με κ.Σ.Μουσκαλλή για Giorgos Landas LLC
Για Ενδιαφερόμενο μέρος/Καθ’ου η Αίτηση («L.F.M. Limited»):
κ. Σ. Α. Πούγιουρος για Σώζος Α. Πούγιουρος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ/ΙΣΤΟΡΙΚΟ
1. Με την απαίτηση της, η Ενάγουσα ως η κατ’ισχυρισμόν νόμιμη και εκλελεγμένη Διαχειριστική Επιτροπή της πολυκατοικίας «Lordos Les Sirenes» (στο εξής η «Επίδικη Πολυκατοικία»), η οποία περιλαμβάνει ακίνητο ιδιοκτησίας της Εναγόμενης (στο εξής η «Επίδικη Μονάδα»), διεκδικεί από την τελευταία, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) ποσό ύψους €3.107,78 ως η συμμετοχή και/ή συνεισφορά της Εναγόμενης στα έξοδα συντήρησης, επιδιόρθωσης, αποκατάστασης και διαχείρισης της επίδικης πολυκατοικίας (στο εξής τα «Κοινόχρηστα») για την περίοδο 1/7/23 εώς 30/6/24, β) ποσό ύψους €4.522,83 ως η συμμετοχή και/ή συνεισφορά της Εναγόμενης σε έξοδα αντικατάστασης του κοινόχρηστου ανελκυστήρα της επίδικης πολυκατοικίας και γ) ποσό ύψους €315 μηνιαίως ως προϋπολογισθέντα κοινόχρηστα μέχρι την έκδοση απόφασης.
2. Η Εναγόμενη εμφανίστηκε στην διαδικασία καταχωρώντας σημείωμα εμφάνισης σημειώνοντας στο σχετικό έντυπο ότι προτίθεται να αμφισβητήσει την απαίτηση ή μέρος αυτής ως και την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ακολούθως καταχώρησε την Αίτηση ημερ.18/9/24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία κατόπιν εκδίκασης, απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.10/4/25.
3. Στις 16/5/25 η Εναγόμενη καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, αρχικά σε μονομερή βάση, και κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου κατέστη δια κλήσεως. Στην συνέχεια και ενώ εκκρεμούσε η παρούσα με σκοπό την εκδίκαση της, η Εναγόμενη καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Σημειώνεται ότι, ως προκύπτει από τον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, προηγήθηκαν παρατάσεις της σχετικής προθεσμίας καταχώρησης με την σύμφωνη γνώμη της άλλης πλευράς στις 4/11/2024 και 15/4/2025.
4. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της, η Εναγόμενη προβάλλει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις, αλλά και ισχυρισμούς περί αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας, στην βάση των οποίων επίσης εγείρει ανταπαίτηση εναντίον της τελευταίας, με την οποία διεκδικεί αναγνωριστικής και άλλης φύσεως διατάγματα και θεραπείες.
II. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ & ΕΝΣΤΑΣΗ
ΑΙΤΗΣΗ
5. Με την παρούσα αίτηση (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Αίτηση») η Εναγόμενη/Αιτήτρια (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Εναγόμενη») αιτείται την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου «Norwich Pharmacal» με το οποίο να διατάσσεται τόσο η Ενάγουσα/Καθ’ης η Αίτηση (στο εξής η «Ενάγουσα») όσο και η εταιρεία «Lordos Flat Management Limited» (στο εξής το «Ενδιαφερόμενο Μέρος»), όπως καταχωρήσουν και επιδώσουν στην Αιτήτρια ένορκη δήλωση η οποία θα περιλαμβάνει αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο τους αναφορικά με οικονομικά ζητήματα της επίδικης πολυκατοικίας, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών καταστάσεων όλων των εσόδων και εξόδων της τελευταίας και τις σχετικές αποδείξεις, στοιχεία και δικαιολογητικά για αυτά.
6. Η αίτηση στηρίζεται στους Κ. 7.1(4), 22.1, 23.1, 23.2, 23.4, 23.6, 233.8 και 23.9, 25.1 (θ), (ι), 25.4, 25.6, 25.7 κσι 25.9, 32.14, 23.15 23.17 των Κ.Π.Δ. του 2023, στα άρθρα 29, 32 και 48 Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 2, 5, 9, 91 (Α) - (Δ) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Κεφ.6, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ. 224) και στους Πρότυπους Κανονισμούς, στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση Παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων τύπου «Norwich Pharmacal», στις νομικές αρχές που καθιερώθηκαν από το κοινοδίκαιο στην υπόθεση Norwich Pharmacal and Co and Others ν. Commissioners and Customs Excise (1973) 2 ALL E.R. 943 και/ή σε οποιαδήποτε άλλο καθοδηγητικό νόμο και νομολογία καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου.
7. Οι θέσεις της Εναγόμενης προκύπτουν από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την υπό εξέταση Αίτηση (στο εξής η «ΕΔ-ΝΠ») και των δύο (2) Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων που καταχωρίστηκε στην βάση του χρονοδιαγράμματος εκδίκασης της (στο εξής οι «ΣΕΔ-ΝΜ1» και «ΣΕΔ-ΝΜ2»), και από την σωρεία τεκμηρίων που επισυνάπτονται στις προαναφερόμενες.
8. Η ομνύουσα στην ΕΔ-ΝΠ αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτήν να προβεί στην ένορκη δήλωση που αφορά νομικά ζητήματα και ότι στην ουσία με την αίτηση η Εναγόμενη επιδιώκει την αποκάλυψη όλων των εσόδων και εξόδων της Κοινόκτητης Οικοδομής και τις σχετικές αποδείξεις και στοιχεία και δικαιολογητικά για αυτά. Η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι, από την πληροφόρηση που αντλεί, η Εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου και η μητρική οργάνωση της Εναγόμενης (στο εξής η «SOLFO») είναι ιδιοκτήτρια 6 διαμερισμάτων στην επίδικη πολυκατοικία. Θέση της ομνύουσας είναι ότι η επίδικη πολυκατοικία αποτελεί κοινόκτητη οικοδομή και διέπεται από τους Πρότυπους Κανονισμούς που περιλαμβάνονται στην σχετική Νομοθεσία.
9. Καταγράφεται στην ΕΔ-ΝΠ ότι μια εκ των θέσεων της Εναγόμενης, που θα προβληθεί με περαιτέρω λεπτομέρεια στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της, είναι ότι τα ποσά που απαιτεί η Ενάγουσα με την απαίτηση της είναι λανθασμένα και/ή ανυπόστατα και/ή καταχρηστικά και/ή παράνομα και/ή έχουν υπολογιστεί με λανθασμένο και/ή παράτυπο και/η παράνομο τρόπο. Γι' αυτό το λόγο η Εναγόμενη χρειάζεται τα έγγραφα που ζητεί με την αίτηση, για να υπερασπιστεί ορθά και δίκαια τον εαυτό της και να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και περαιτέρω στοιχεία για τη θέση της. Επιπρόσθετα, η ομνύουσα αναφέρει ότι με βάση τους Πρότυπους Κανονισμούς παρέχεται στην Εναγόμενη η δυνατότητα πρόσβασης στα απαιτούμενα έγγραφα.
10. Ακολούθως, η ομνύουσα εξιστορεί το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, ήτοι ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης (στο εξής ο «ΝΜ»), κάλεσε πολλές φορές στο παρελθόν την Ενάγουσα και την εταιρεία διαχείρισης, δηλαδή το Ενδιαφερόμενο Μέρος, να του προσκομίσουν τα απαιτούμενα έγγραφα και δεδομένα αλλά αυτοί αρνηθήκαν. Κατά συνέπεια, σύμφωνα πάντα με την ΕΔ-ΝΠ, η SOLFO κατά τις 15/9/23 αποφάσισε να προσλάβει ελεγκτή από την εταιρεία «Cyprus Audit Services Ltd» με σκοπό να διεξάγει έλεγχο των εσόδων, εξόδων και γενικά των οικονομικών καταστάσεων της επίδικης πολυκατοικίας. Η SOLFO επωμίστηκε το κόστος πληρωμής των πιο πάνω ελεγκτικών υπηρεσιών και θέση της ομνύουσας είναι ότι συμφωνήθηκε με την τότε διαχειριστική επιτροπή ότι εάν οι κύριοι των μονάδων δεχόταν, σε μεταγενέστερο χρόνο και αφού έβλεπαν την προαναφερθείσα έκθεση οικονομικού ελέγχου, να πληρώσουν την χρέωση του ελεγκτή και ως εκ τούτου η SOLFO θα λάμβανε τα χρήματα της πίσω. Ακολούθως, η ομνύουσα αναφέρει ότι επειδή το Ενδιαφερόμενο Μέρος αρνήθηκε να παρέχει τα απαιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες στον ελεγκτή της SOLFO, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να εκδώσει βεβαίωση ότι δεν ήταν δυνατό να προχωρήσει με τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων της επίδικης πολυκατοικίας. Μετά την πάροδο του χρόνο διαφάνηκε ότι η Ενάγουσα αρνήθηκε να προσκομίσει τα στοιχεία και έγγραφα που ζητήθηκαν .
11. Η ομνύουσα ανάφερε ότι η Ενάγουσα δεν της παρείχε τα απαιτούμενα έγγραφα και κατά την διαδικασία προδικαστηριακού πρωτόκολλου μεταξύ των μερών, παρά το σχετικό αίτημα της Εναγόμενης, και ότι πιστεύει ότι διεξάγεται ξεκάθαρα προσπάθεια απόκρυψης πληροφοριών στις οποίες δια νόμου έχει δικαίωμα πρόσβασης και για να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της με ακρίβεια και να εγείρει την ανταπαίτηση της στην πιο πάνω απαίτηση εναντίον της Ενάγουσας πρέπει να λάβει τα απαιτούμενα έγγραφα.
12. Προς υποστήριξη των θέσεων της Εναγόμενης που προκύπτουν από την ΕΔ-ΝΠ, στην τελευταία επισυνάπτονται τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια: Αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας της επίδικης μονάδας και των ακινήτων της SOLFO (Τεκμήριο 1), αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με σχετική βεβαίωση για την εφαρμογή των Πρότυπων Κανονισμών σε σχέση με την επίδικη πολυκατοικία, (Τεκμήριο 2), συμφωνία παροχής υπηρεσιών με την εταιρεία «Cyprus Audit Services Ltd» (Τεκμήριο 3), βεβαίωση πληρωμής και ηλεκτρονικό μήνυμα όπου κατά την ομνύουσα διαφαίνεται ο σχετικός διακανονισμός μεταξύ της Εναγόμενης, της τότε διαχειριστικής επιτροπής και του ελεγκτή (Τεκμήριο 4), αλληλογραφία από την προκύπτει, σύμφωνα με την ΕΔ-ΝΠ, ότι το Ενδιαφερόμενο Μέρος αρνήθηκε να παρέχει τα απαιτούμενα έγγραφα στον ελεγκτή της SOLFO (Τεκμήριο 5), βεβαίωση του τελευταίου ότι δεν ήταν δυνατό να προχωρήσει με τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων της επίδικης πολυκατοικίας ημερ.6/8/24 (Τεκμήριο 6).
ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
13. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση τόσο της Ενάγουσας, όσο και του Ενδιαφερόμενου Μέρους.
14. Η Ενάγουσα μέσω της ένστασης της προβάλλει σωρεία λόγων (συνολικά 28) για τους οποίους δεν πρέπει η αίτηση της Εναγόμενης να επιτύχει και τους οποίους παραθέτω συνοπτικά ως εξής: 1. η επίδικη αίτηση προωθείται καταχρηστικά και με αλλότρια κίνητρα αφού όλα τα έξοδα είναι διαθέσιμα στους ιδιοκτήτες, μέσω της παροχής τριμηνιαίας κατάστασης εξόδων μαζί με κάθε τιμολόγιο και ετησίου ελεγμένου οικονομικού υπολογισμού στη Γενική Συνέλευση, καθώς και ήταν εις γνώση της αιτήτριας όπου αντιπρόσωπος της ήταν μέλος της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας, 2. οι πληροφορίες μπορούν να εξασφαλιστούν από άλλες πηγές και να επιτευχθούν με κλήση μάρτυρα ή διαδικασία αποκάλυψης και συνεπώς η παρούσα διαδικασία δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα, 3. δεν υπάρχει αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης αυτών συμπεριλαμβανομένου ότι δεν δίδονται λεπτομέρειες για ανάμειξη της Καθ'ης η Αίτηση σε οποιαδήποτε αδικοπραξία, 4. τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά και καλύπτουν ευρύ φάσμα οδηγιών για ακαθόριστη χρονική περίοδο καθιστώντας την συμμόρφωση αδύνατη, 5. η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια, 6. η επίδικη αίτηση προωθήθηκε καθυστερημένα για σκοπούς περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας απαίτησης και στην δημιουργία εξόδων και 7. η επίδικη αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή τις πρόνοιες του νόμου και/ή της νομολογίας.
15. Η νομική βάση της ένστασης της Καθ'ης η Αίτηση βασίζεται στους Κ.4, 16, 22, 23.7 (5), 25, 32 των Κ.Π.Δ. 2023, στα άρθρα 29, 32 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/ 60, στα άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 9, 91Α, 91Γ στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 αρ. 2, 3, 4, 5, 6, 9, 91Α, 91Γ, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο (Κεφ. 224), στους Πρότυπους Κανονισμούς, στα άρθρα 15, 31 και 32 του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2018, Ν.125(Ι)/2018, στη νομολογία, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στις αρχές τις Επιείκειας, στις αρχές και στη Νομολογία που διέπει την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων και διαταγμάτων αποκάλυψης και/ή τύπου «Norwich Pharmacal» και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
16. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση της Ενάγουσας, εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση δικηγόρου από την Δικηγορική Εταιρεία που την εκπροσωπεί (στο εξής η «ΕΔ-ΑΠ») ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ο ομνύοντας αναφέρει ότι, μέσω της Αίτησης, γίνεται προσπάθεια συσκότισης της ουσίας της αγωγής, σύγχυσης και καθυστέρησης της διαδικασίας και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, τα ποσά τα οποία αξιώνει η Ενάγουσα τεκμηριώνονται επαρκώς και εμπεριστατωμένα μέσω πλήθους εγγράφων, τα οποία έχουν ήδη τεθεί υπόψη της Εναγόμενης και το αίτημα της είναι αόριστο, ατεκμηρίωτο, εξόφθαλμα υπέρμετρο, δυσανάλογο και πρακτικά ανεφάρμοστο και δεν διέπεται από πραγματική αναγκαιότητα, εφόσον δεν προσδιορίζονται σαφώς το σχετικό χρονικό πλαίσιο στο οποίο υπάγονται τα έγγραφα και ούτε εξειδικεύεται ποια ακριβώς είναι αυτά.
17. Περαιτέρω, ο ομνύοντας αναφέρει ότι μέχρι και το 2022 η Εναγόμενη κατέβαλε κανονικά τα οφειλόμενα κοινόχρηστα, χωρίς αμφισβήτηση αναφορικά με την ορθότητα ή την νομιμότητα των καταστάσεων το οποίο συνιστά σιωπηρή αποδοχή της εγκυρότητας αυτών και ως αποτέλεσμα το αίτημα της στερείται νοήματος. Με βάση τα όσα αναφέρει ομνύοντας το αίτημα εκτείνεται ακόμη και σε βάθος δεκαετιών αφού η ανέγερση του συγκροτήματος της επίδικης πολυκατοικίας πραγματοποιήθηκε σταδιακά από 1992 έως 1995 ενώ η Εναγόμενη απέκτησε τις μονάδα της μεταγενέστερα το 2006. Συνεπώς η έκδοση διατάγματος για έγγραφα από το έτος ανέγερσης μέχρι σήμερα θα ήταν, σύμφωνα με τον ομνύοντα θα ήταν υπέρμετρα δυσχερής και δυσανάλογη καθώς δεν υπάρχει νομοθετική πρόνοια για διατήρηση λογιστικών και οικονομικών εγγράφων που εκτείνεται πέραν της επταετίας και προϋποθέτει τεράστιους πόρους σε χρόνο, κόστος και ανθρώπινο δυναμικό και δεν δύναται να να εφαρμοστεί αφού νομίμως δεν διατηρούνται τα εν λόγω έγγραφα και συνεπώς δεν υφίστανται πλέον.
18. Αναφορικά με την διαχείριση των οικονομικών θεμάτων της επίδικης πολυκατοικίας, συμπεριλαμβανομένης της καταγραφής, ταξινόμησης και αρχειοθέτησης όλων των σχετικών εγγράφων και παραστατικών, αυτή εκτελείται αποκλειστικά από εξωτερική εταιρεία διαχείρισης, δηλαδή το Ενδιαφερόμενο Μέρος και τον εκάστοτε συνεργαζόμενο λογιστή ενώ η Ενάγουσα δεν ανέλαβε ποτέ, ούτε κατέχει, ούτε οφείλει να διατηρεί τα αρχεία αυτά. Συνεπώς, θέση της Ενάγουσας, είναι ότι η επίδικη αίτηση στρέφεται εναντίον αναρμόδιου και εσφαλμένου προσώπου.
19. Περαιτέρω, ο ομνύοντας αναφέρει ότι γίνεται διαχείριση όλων των εξόδων της πολυκατοικίας με απόλυτη διαφάνεια και είναι πλήρως διαθέσιμα στους ιδιοκτήτες, συμπεριλαμβανομένης της Εναγόμενης, και τους παρέχεται, σε τακτική βάση, τριμηνιαίος οικονομικός απολογισμός συνοδευόμενος από τα αντίστοιχα τιμολόγια και επιπλέον καταρτίζεται και υποβάλλεται στη Γενική Συνέλευση ετήσιος ελεγμένος οικονομικός απολογισμός. Προς τούτο, σύμφωνα με τον ομνύοντα, το Ενδιαφερόμενο Μέρος διασφαλίζει την ενημέρωση όλων των ιδιοκτητών, συμπεριλαμβανομένης της Εναγόμενης, η οποία επιλέγει να μη συμμετέχει στις συνελεύσεις ή να συνεργαστεί εποικοδομητικά. Επιπλέον, στην ΕΔ-ΑΠ αναφέρεται ότι οι ετήσιοι απολογισμοί εγκριθήκαν χωρίς ένσταση από τον εκπρόσωπο της Εναγόμενης, ο οποίος διετέλεσε μέλος της διαχειριστικής επιτροπής της επίδικης πολυκατοικίας για έξι συνεχόμενα έτη.
20. Σε σχέση με την πρόσληψη της «Cyause Audit Services Ltd», ο ομνύοντας αναφέρει ότι ο ΝΜ προχώρησε μονομερώς στην προαναφερθείσα πρόσληψη, στην απουσία ενημέρωσης και συνεννόησης με την Ενάγουσα ενώ παραιτήθηκε από μέλος της διαχειριστικής επιτροπής της επίδικης πολυκατοικίας τον Οκτώβριο του 2023. Θέση της Ενάγουσας είναι ότι η μονομερής αυτή πρόσληψη, χωρίς την έγκριση της Γενικής Συνέλευσης ή τη συναίνεση της πλειοψηφίας των ιδιοκτητών, στερείται νομιμοποίησης. Επιπλέον, στην ΕΔ-ΑΠ αναφέρεται ότι η επίδικη πολυκατοικία τελεί επισήμως και δια της υπογραφής ‘Engagement Letter’ υπό την εποπτεία νομίμως διορισμένης εξωτερικής ελεγκτικής εταιρείας , μέλος του ΣΕΛΚ, όπου ο οικονομικός έλεγχος για τα έτη 2023 - 2024 βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, ενώ οι οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2023-2024 θα είναι διαθέσιμα σε όλους τους ιδιοκτήτες, συμπεριλαμβανομένης της Εναγόμενης, πριν την προσεχή Ετήσια Γενική Συνέλευση του 2025, ως προβλέπεται από τις διαδικασίες και πρακτικές της επίδικης πολυκατοικίας.
21. Περαιτέρω, ως η ΕΔ-ΑΠ, από το έτος 2018 έως το 2023, ο ΝΜ και τα προηγούμενα έτη από την απόκτηση του διαμερίσματος το 2006 ο πατέρας του ΝΜ, συμμετείχαν ενεργά στη Διαχειριστική Επιτροπή της πολυκατοικίας, συμπεριλαμβανομένου της οικονομικής εποπτείας της πολυκατοικίας, όπου προέβαιναν στην έγκριση και υπογραφή των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και στη διαχείριση των σχετικών εξόδων και ελέγχων και είχαν άμεση γνώση και συνδιαμόρφωναν τις αποφάσεις που αφορούσαν την οικονομική λειτουργία της επίδικης πολυκατοικίας. Συνεπώς, η Εναγόμενη είχε άμεση πρόσβαση στα έγγραφα και στοιχεία κατά την προαναφερθείσα περίοδο και εμπλοκή στις σχετικές διαδικασίες. Ως εκ τούτου, θέση της Εναγόμενης είναι ότι τα αιτούμενα διατάγματα, σε χρονική περίοδο που οι ίδιοι έλεγχαν και ενέκριναν τις αντίστοιχες αποφάσεις, δεν είναι καλόπιστα και υποδηλώνουν προσπάθεια εκτροπής της διαδικασίας.
22. Τέλος, η ΕΔ-ΑΠ αναφέρεται στο ότι δεν παρουσιάστηκε τεκμηριωμένη ένδειξη περί ύπαρξης πραγματικής ή έστω πιθανολογούμενης αδικοπραξίας από τελικό αδικοπραγούντα, ούτε οποιαδήποτε ανάμειξη της Καθ'ης η Αίτηση σε ενδεχόμενη παρανομία και ο ομνύοντας περαιτέρω εξήγα γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος Norwich.
23. Προς υποστήριξη των θέσεων της Ενάγουσας που προκύπτουν από την ΕΔ-ΑΠ, στην τελευταία επισυνάπτονται τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια: Αντίγραφο αναλυτικής κατάστασης για το πρώτο τρίμηνο του 2025 (Τεκμήριο 1) και ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 15.07.25 σε σχέση με την ανάθεση σε διορισμένη εξωτερική ελεγκτική εταιρεία όπου ο οικονομικός έλεγχος για τα έτη 2023 - 2024 βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη (Τεκμήριο 2),
24. Το Ενδιαφερόμενο Μέρος μέσω της ένστασης του προβάλλει συνολικά 14 λόγους ένστασης, που συνοπτικά έχουν ως εξής: 1. η επίδικη αίτηση είναι νομικά αβάσιμα, 2. η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένα γεγονότα με βάση την νομολογία καθώς η Εναγόμενη επιζητεί τα αιτούμενα διατάγματα όχι για εξεύρεση τρίτου άγνωστου προσώπου ο οποίος αδικοπράγησε κατά της Εναγόμενης αλλά για σκοπούς ετοιμασίας Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, 3. το Ενδιαφερόμενο Μέρος ενεργεί σύμφωνα με τις οδηγίες της Ενάγουσας και ουδέποτε απέκρυψε οτιδήποτε από οποιονδήποτε ιδιοκτήτη στο κτηριακό συγκρότημα της πολυκατοικίας, συμπεριλαμβανομένου της Αιτήτριας, 4. η αίτηση είναι πρόωρη καθώς αξιώνονται διατάγματα αποκάλυψης πριν το στάδιο όπου γίνεται αποκάλυψη εγγράφων μεταξύ των μερών, 5. η αίτηση είναι καταχρηστική καθώς έχει ήδη καταχωρηθεί ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας, 6. η αίτηση είναι γενική και αόριστη καθιστώντας την συμμόρφωση αδύνατη σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, 7. η αίτηση είναι παραπλανητική καθώς το ενδιαφερόμενο μέρος δεν έχει υποχρέωση να παράσχει πληροφορίες σε μη εξουσιοδοτημένο, από την Ενάγουσα, ελεγκτικό οίκο, το οποίο θα συνιστούσε παραβίαση προσωπικών δεδομένων των ιδιοκτητών, 8. δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ούτε το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, 9. το Ενδιαφερόμενο Μέρος καθ' όλη τον ουσιώδη χρόνο ενημέρωνε και εξακολουθεί να ενημερώνει ανελλιπώς τους ιδιοκτήτες του συγκροτήματος της πολυκατοικίας, συμπεριλαμβανομένης της Εναγόμενης, για τις οικονομικές καταστάσεις του συγκροτήματος, 10. η αίτηση δεν αναγράφει το ορθό όνομα του Ενδιαφερόμενο Μέρος και 11. το Ενδιαφερόμενο Μέρος ενεργεί για λογαριασμό της Καθ'ης η Αίτηση και έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει παραβίαση του Ν.125(Ι)/18.
25. H ένσταση του Ενδιαφερόμενου Μέρους βασίζεται στο Μέρος 23 των Κ.Π.Δ. 2023, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, στο άρθρο 15 του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2018, Ν.125(Ι)/2018 και στην νομολογία.
26. H ένσταση του Ενδιαφερόμενου Μέρους υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση διευθυντή του γραφείο του, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος σχετικά (στο εξής η «ΕΔ-ΚΧ). Στην ΕΔ-ΚΧ αναφέρεται σε μετονομασία του Ενδιαφερόμενου Μέρους από τις 22/04/1988 και ο ομνύοντας παρουσιάζει σχετικό πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος (Τεκμήριο 1). Αναφέρεται επίσης ότι επί τακτικής βάσης το Ενδιαφερόμενο Μέρος από το 1996 που συμπληρώθηκε το συγκρότημα της επίδικης πολυκατοικίας μέχρι σήμερα παρείχε πλήρης στοιχεία εσόδων - εξόδων του συγκροτήματος σε όλους τους ιδιοκτήτες. Περαιτέρω, επιβεβαιώνει ότι δεν παρείχε στοιχεία σε ελεγκτή τον οποίο επέλεξε η Εναγόμενη καθώς δεν διορίστηκε από την Ενάγουσα και η τελευταία δεν συμφώνησε με την επιλογή του και ότι παροχή στοιχείων υπό τις περιστάσεις ενδεχομένως να αποτελούσε παράβαση της Νομοθεσίας για προσωπικά δεδομένα. Αναφέρεται ότι ο ενόρκως δηλών στην ΕΔ-ΝΜ, δεν ήταν μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επιπλέον, σύμφωνα με τον ομνύοντα, το Ενδιαφερόμενο Μέρος δεν διατηρεί στοιχεία ή έγγραφα πέραν από 10 χρόνια στο παρελθόν και ότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι αδύνατη η συμμόρφωση.
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΡΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ
(«ΣΕΔ-ΝΜ1» και «ΣΕΔ-ΝΜ2»)
27. Η Εναγόμενη προέβη σε δυο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις εις απάντηση στις ένορκες δηλώσεις της Ενάγουσας και του Ενδιαφερόμενου Μέρους.
28. Ειδικότερα, στην ΣΕΔ-ΝΜ1, ο ομνύοντας αναφέρει ότι είναι αντιπρόσωπος της Αιτήτριας και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, αναφέρεται στον Πρότυπο Κανονισμό 46 του Κεφ. 224 και πως δεν τίθεται ζήτημα χρονικού περιορισμού αυτού. Περαιτέρω αναφέρει ότι με βάση τον Πρότυπο Κανονισμό 45 η Καθ'ης η Αίτηση τηρεί καταστάσεις εσόδων και εξόδων και τις υποβάλλει προς έγκριση με όλες τις σχετικές αποδείξεις και στοιχεία στην τακτική γενική συνέλευση. Συνεπώς, απορρίπτει την θέση της Καθ'ης η αίτηση ότι δεν φέρει ευθύνη για την φύλαξη και τήρηση των οικονομικών καταστάσεων, ως αβάσιμο.
29. Αναφορά γίνεται επιπλέον στον τρόπο υπολογισμού των κοινόχρηστων που ακολουθείται από το Ενδιαφερόμενο Μέρος και ότι αυτό αντιβαίνει την νομοθεσία για πληρωμή κοινόχρηστων με βάση τα τετραγωνικά μέτρα της κάθε μονάδας. Επιπλέον, στην ΣΕΔ-ΝΜ1 αναφέρεται παράνομος αποκλεισμός του «Μπλοκ Φ» από την συμμετοχή στα κοινόχρηστα χωρίς να έχει νομίμως διαχωριστεί από την υπόλοιπη πολυκατοικία, γεγονός που ανακαλύφθηκε το καλοκαίρι του 2023. Συνεπώς, τα αιτούμενα διατάγματα είναι αναγκαία για να τεκμηριώσει η Εναγόμενη την πιο πάνω θέση της. Περαιτέρω, ο ομνύοντας αναφέρεται και σε υπερχρεώσεις αναφορικά με τα κοινόχρηστα και γι'αυτό επιβάλλεται η πρόσβαση στις απαιτούμενες οικονομικές καταστάσεις.
30. Επιπρόσθετα, ο ομνύοντας αναφέρεται και στην πισίνα ότι δεν λειτουργεί και δεν έχει άδεια λειτουργίας εξαιτίας της Ενάγουσας. Περαιτέρω αναφορά γίνεται από τον ίδιο σχετικά με τον νομότυπο της πρόσληψης της «Cyause Audit Services Ltd», που έλαβε χώρα περί την 17/09/23 με απόφαση των 2/3 μελών της τότε Διαχειριστικής Επιτροπής ενώ αναφέρει ότι η Εναγόμενη δεν έλαβε γνώση για την πρόσληψη της ελεγκτικής εταιρείας «Soutzis Prime Audit».
31. Στην ΣΕΔ-ΝΜ1 ο ομνύοντας αναφέρει ότι το Ενδιαφερόμενο Μέρος δρα αυθαίρετα χωρίς κανένα έλεγχο και/ή εποπτεία από την Ενάγουσα ενώ προβάλει τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος, όταν ήταν μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής, δεν είχε αρμοδιότητες οικονομικού ελέγχου και συνεπώς, ουδέποτε είχε στην κατοχή της η Εναγόμενη αποδείξεις/τιμολόγια, τα οποία ζήτησε. Αναφορά γίνεται από τον ομνύοντα επίσης σε αποκλεισμό ορισμένων μονάδων και την πιθανότητα να εξυπηρετούνται συμφέροντα με την παράνομη απαλλαγή τους από την πληρωμή των κοινόχρηστων.
32. Ο Ενόρκως Δηλών επαναλαμβάνει ότι τα αιτούμενα διατάγματα επιζητούνται για να υπερασπιστεί ορθά και δίκαια η Εναγόμενη τον εαυτό της, να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και να στοιχειοθετήσει με ακρίβεια την ανταπαίτηση της. Επιπλέον αναφέρεται ο ομνύοντας στην μη νόμιμη σύσταση της Ενάγουσας για το οποίο αποτάθηκε αρχικά με αίτηση στον Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και ακολούθως προχώρησε στην καταχώρηση Αίτησης/Έφεσης 99/24, όπου επιφυλάχθηκε απόφαση.
33. Ο ομνύοντας επιπλέον αναφέρει ότι η αποκάλυψη εγγράφων διεκδικείται σε κατοπινό στάδιο μετά την καταχώρηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης επειδή δεν γνωρίζει αν αυτά θα αποκαλυφθούν και σε περίπτωση μη αποκάλυψης θα προχωρά η απαίτηση και θα βρίσκεται η Εναγόμενη σε δυσμενέστερη θέση.
34. Προς απόδειξη των θέσεων της Εναγόμενης, ο ομνύοντας στην ΣΕΔ-ΝΜ1, προσκομίζονται τα ακόλουθα έγγραφα σαν τεκμήρια: Καταστάσεις λογαριασμού του 1997 και 2010 εις τις οποίες, σύμφωνα με τον ομνύοντα, φαίνεται η εφαρμογή ‘votes’ (ψήφων) αντί τετραγωνικών μέτρων κατά τον υπολογισμό κοινόχρηστων (Τεκμήριο 7), πίνακα αναφορικά με ποια θα έπρεπε, σύμφωνα με τον ομνύοντα, να ήταν η συνεισφορά εκάστου διαμερίσματος με βάση τα τετραγωνικά μέτρα αυτής καθώς και των ιδιοκτητών που αποκλείστηκαν (Τεκμήριο 8), «Ανάλυση των Εξόδων» και η σχετική Τριμηνιαία Δήλωση που εκδόθηκε από το Ενδιαφερόμενο Μέρος (Τεκμήριο 9), ηλεκτρονικό μήνυμα που κατά τον ομνύοντα αποδεικνύει ότι ο πατέρας του ουδέποτε ήταν μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής και όταν ήταν ο ίδιος, δεν είχε αρμοδιότητες σε σχέση με τον οικονομικό έλεγχο (Τεκμήριο 10), πιστοποιητικό έρευνας του Αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογίου στο οποίο διαφαίνεται η ιδιοκτησία ορισμένων μονάδων από τις εταιρείες που έκτισαν την επίδικη μονάδα και τα διαμερίσματα της SOLFO και των οποίων τα συμφέροντα θεωρεί ο ομνύοντας ότι ενδεχομένως να εξυπηρετούνται δια της παράνομης απαλλαγής του από την πληρωμή κοινόχρηστων (Τεκμήριο 11) και φωτογραφία από την ιστοσελίδα του Κτηματολογίου (από το 1993 και 1963) όπου κατά την θέση του διαφαίνεται το κτίσιμο των «Μπλοκ Α και F» ταυτόχρονα (Τεκμήριο 12).
35. Στην ΣΕΔ-ΝΜ2, εις απάντηση της ΕΔ-ΚΧ, ο ομνύοντας αναφέρει ότι είναι αντιπρόσωπος της Εναγόμενης και δεόντως εξουσιοδοτημένος και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του αναφορικά με την πρόσληψη της «Cyause Audit Services Ltd». Στην ΕΔ-ΝΜ2 αναφέρεται επίσης ότι ο ομνύοντας ζήτησε τις απαιτούμενες πληροφορίες από το Ενδιαφερόμενο Μέρος στις 02.10.23, όταν ήταν ακόμα μέλος της τότε Διαχειριστικής επιτροπής (ενώ ακολούθως παραιτήθηκε στις 08.10.23), όπου το Ενδιαφερόμενο Μέρος αρνήθηκε να προσκομίσει στην Αιτήτρια τις οικονομικές καταστάσεις για τις περιόδους 2019 έως 2021 και επισυνάπτει προς απόδειξη των εν λόγω θέσεων του σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία (Τεκμήριο 13).
36. Ο ομνύοντας επαναλαμβάνει ότι δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός για διατήρηση των απαιτούμενων εγγράφων και ούτε η προσκόμιση τους παραβιάζει προσωπικά δεδομένα, αφού οι ιδιοκτήτες μονάδων δικαιούνται διά νόμου πρόσβαση και επιθεώρηση σε προσωπικές πληροφορίες των άλλων ιδιοκτητών, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Κεφ. 224. Τέλος, ο ομνύοντας αναφέρεται στις συνθέσεις των διευθυντών του Ενδιαφερόμενου Μέρους και των ιδιοκτητών των μονάδων, που αναφέρει ότι παράνομα έχουν απαλλαγεί από τα κοινόχρηστα, και πως πρόκειται για τα ίδια άτομα. Προς τούτο προσκομίζει ηλεκτρονική έρευνα του Έφορου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας αναφορικά με τους Διευθυντές και Γραμματέας των εταιρειών αυτών (Τεκμήριο 14).
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ
(στο εξής η«ΣΕΔ-ΑΧ»)
37. Στα πλαίσια του σχετικού χρονοδιαγράμματος εκδίκασης, η Ενάγουσα άσκησε επίσης το σχετικό δικαίωμα της καταχωρώντας συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση με σκοπό την απάντηση στις θέσεις της Εναγόμενης που προβλήθηκαν μέσω της ΣΕΔ-ΝΜ1.
38. Η ΣΕΔ-ΑΧ γίνεται από ασκούμενη δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα και η οποία δηλώνει σχετικά εξουσιοδοτημένη. Η ομνύουσα επιχειρηματολογεί ότι ο Κανονισμός 46 του Κεφ. 224 αναφέρεται σε επιθεώρηση, των καταστάσεων εσόδων και εξόδων και στις σχετικές αποδείξεις και στοιχεία, εντός εύλογου χρόνου και επαναλαμβάνει ότι η Εναγόμενη λάμβανε τις οικονομικές καταστάσεις από το Ενδιαφερόμενο Μέρος κάθε χρόνο πριν από την Ετήσια Γενική Συνέλευση. Περαιτέρω, η ομνύουσα αναφέρει ότι ο ΝΜ όταν ήταν μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής, μια από τις κύριες αρμοδιότητες του ήταν η εξέταση των οικονομικών καταστάσεων που διανέμονταν στους ιδιοκτήτες.
39. Στην ΣΕΔ-ΑΧ γίνεται εκτενής επανάληψη ισχυρισμών που αναφέρθηκαν στην ΕΔ-ΑΠ σχετικά με την ασάφεια των αιτούμενων διαταγμάτων, την μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, την έλλειψη υποχρέωσης διατήρησης λογιστικών αρχείων πέραν της επταετίας, την καταβολή των κοινόχρηστων από την Αιτήτρια όταν ο ΝΜ ήταν μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής μέχρι την παραίτηση του και ότι η Ενάγουσα συνεργάζεται με εγκεκριμένο λογιστή πτοσκομίζοντας σχετική βεβαίωση (Τεκμήριο 1). Αναφορά γίνεται από την ομνύουσα στο σύστημα κατανομής των κοινόχρηστων στη βάση ψήφων και πως αυτό υπολογίζεται και είναι αποδεκτός από όλους τους συνιδιοκτήτες χωρίς να αμφισβητείται η νομιμότητα αυτού, προσκομίζοντας προς τούτο έγγραφο από τον εργολάβο, κατά την ανέγερση της επίδικης πολυκατοικίας, αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμό ψήφων (Τεκμήριο 2). Η ομνύουσα αναφέρει επιπλέον ότι ο αποκλεισμός του «Μπλοκ Φ» και των καταστημάτων από τα κοινόχρηστα είναι ζήτημα που συνδέεται με την ουσία της διαφοράς και θα κριθεί κατά την ακροαματική διαδικασία ενώ αρνείται τον ισχυρισμό περί κοινής πρόσληψης της εταιρείας «Cyause Audit Services Ltd» και επαναλαμβάνει την θέση της για διορισμό της ελεγκτικής εταιρείας «Soutzis Prime Audit».
III. ΑΚΡΟΑΣΗ
40. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση της πιο πάνω αναφερόμενης γραπτής μαρτυρίας που προσάχθηκε εκατέρωθεν προς υποστήριξη της Αίτησης και των Ενστάσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των προέβαλαν την επιχειρηματολογία τους τόσο μέσω των γραπτών αγορεύσεων που καταχώρησαν και το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν, όσο και προφορικά κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί προσεκτικά και έχοντας λάβει υπόψη το περιεχόμενο τους για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης, δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνει ειδική αναφορά σε αυτό.
41. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι, παρά τις παρατάσεις που προηγήθηκαν, μέσω της Αίτησης η Εναγόμενη διεκδικούσε αρχικά και διάταγμα παράτασης της προθεσμίας καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και τυχόν Ανταπαίτησης της. Εντούτοις, κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση για ακρόαση, το σχετικό αιτητικό, κατόπιν σχετικής δήλωσης της συνηγόρου της Εναγόμενης, εγκαταλείφθηκε και συνακόλουθα απορρίφθηκε.
IV. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
42. Σύμφωνα με το Μέρος 25 Καν.1 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής οι «ΝΚΠΔ»), οι ενδιάμεσες θεραπείες τις οποίες δύναται να χορηγήσει το Δικαστήριο, περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων, αλλά χωρίς περιορισμό, διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων ή επιθεώρησης περιουσίας πριν από την έγερση απαίτησης (βλ. Μέρος 25 Καν.1(θ)) και διάταγμα σε συγκεκριμένη διαδικασία για αποκάλυψη εγγράφων ή επιθεώρηση περιουσίας εναντίον μη διαδίκου (βλ. Μέρος 25 Καν.1(ι)).
43. Παρά τη μη συμπερίληψη του στην νομική βάση της Αίτησης, θεωρώ ότι, εν όψει της φύσης των διαταγμάτων που επιδιώκονται, σχετικό είναι και το Μέρος 31 των ΝΚΠΔ, το οποίο διέπει την αποκάλυψη, επιθεώρηση και προσαγωγή εγγράφων μεταξύ διαδίκων σε υφιστάμενη ή και σε επακόλουθη διαδικασία, αλλά και εναντίον μη διαδίκου. Παραθέτω τις σχετικές, κατά την άποψη μου, με την παρούσα διαφορά πρόνοιες:
«31.1. Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους
(1) Το παρόν Μέρος περιλαμβάνει κανονισμούς αναφορικά με την αποκάλυψη, προσαγωγή και επιθεώρηση εγγράφων σε όλες τις απαιτήσεις.
(2) Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται σε μικρή απαίτηση μόνο αν, και στον βαθμό που, το δικαστήριο δώσει οδηγίες.
31.2. Ερμηνεία
(1) .....
(2) «Αποκάλυψη» σημαίνει γενική ή ειδική αποκάλυψη εγγράφων.
(3) «Γενική Αποκάλυψη Εγγράφων» σημαίνει αποκάλυψη από διάδικο των εγγράφων τα οποία είναι ή ήταν στην κατοχή, φύλαξη, έλεγχο ή εξουσία του, και στα οποία προτίθεται να στηριχτεί για την υπόθεσή του ή τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου οι άλλοι διάδικοι και το δικαστήριο να κατανοήσουν την υπόθεσή του.
(4) «Ειδική Αποκάλυψη Εγγράφων» σημαίνει αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων ή κατηγοριών εγγράφων, τα οποία είναι ή ήταν στην κατοχή, φύλαξη, έλεγχο ή εξουσία του διαδίκου ή προσώπου το οποίο προβαίνει στην αποκάλυψη και τα οποία εύλογα μπορούν να υποστηρίξουν την υπόθεση οποιουδήποτε διαδίκου, μεταξύ άλλων, επηρεάζοντας δυσμενώς την υπόθεση άλλου διαδίκου.
(5) «Εύλογη Έρευνα» σημαίνει έρευνα για έγγραφα , η οποία εύλογα αναμένεται από διάδικο ή άλλο πρόσωποτο οποίο οφείλει να προβεί σε ειδική αποκάλυψη εγγράφων, δυνάμει οποιουδήποτε κανονισμού του παρόντος Μέρους, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, περιλαμβανομένων των ακολούθων:
(α) του αριθμού των εγγράφων ή κατηγοριών εγγράφων τα οποία ζητούνται·
(β) της φύσης και της πολυπλοκότητας της διαδικασίας·
(γ) της ευκολίας και του κόστους ανάκτησης οποιουδήποτε συγκεκριμένου εγγράφου ή κατηγοριών εγγράφων· και
(δ) της σημασίας οποιουδήποτε εγγράφου ή κατηγοριών εγγράφων τα οποία ενδέχεται να εντοπιστούν κατά την έρευνα.
(6) «Παράλειψη Συμμόρφωσης» σημαίνει την άρνηση ή παράλειψη ή καθυστέρηση στην αποκάλυψη ή προσαγωγή, ή την αποκάλυψη ή προσαγωγή χωρίς να ακολουθείται το σχετικό Έντυπο ή οι σχετικές πρόνοιες του παρόντος Μέρους ή οποιοδήποτε σχετικό δικαστικό διάταγμα.
..........................................
31.5. Ειδική Αποκάλυψη
(1) Οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να καταχωρίζει και να επιδίδει στους άλλους διαδίκους Αίτημα Ειδικής αποκάλυψης εντός του χρόνου ο οποίος ορίζεται από το δικαστήριο
(2) Το Αίτημα Ειδικής Αποκάλυψης γίνεται σύμφωνα με το Έντυπο αρ.46 και περιλαμβάνει:
(α) (i) περιγραφή του κάθε ζητούμενου εγγράφου, η οποία να είναι επαρκής για να το προσδιορίσει ή
(ii) περιγραφή με επαρκείς λεπτομέρειες (περιλαμβανομένου του υπό εξέταση αντικειμένου) περιορισμένης και ειδικής ζητούμενης κατηγορίας εγγράφων, τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι υπάρχουν·
(β) δήλωση, η οποία να αναφέρει με ποιο τρόπο το ζητούμενο έγγραφο ή κατηγορία εγγράφων σχετίζεται με τα ζητήματα και είναι ουσιώδες για την έκβαση της διαδικασίας·
(γ) δήλωση:
(i) ότι το ζητούμενο έγγραφο ή κατηγορία εγγράφων δεν είναι στην κατοχή, φύλαξη, έλεγχο ή εξουσία του διάδικου που υποβάλλει το αίτημα· ή
(ii) των λόγων για τους οποίους θα ήταν υπέρμετρα επαχθές για τον διάδικο που υποβάλλει το αίτημα να αποκαλύψει και να προσαγάγει τέτοιο έγγραφο.
(δ) τους λόγους για τους οποίους ο διάδικος που υποβάλλει το αίτημα πιστεύει ότι τα έγγραφα που ζητούνται είναι στην κατοχή, φύλαξη, έλεγχο ή εξουσία του διαδίκου προς τον οποίο απευθύνεται το αίτημα.
(3) Ο διάδικος στον οποίο απευθύνεται το Αίτημα Ειδικής αποκάλυψης προβαίνει σε Ειδική Αποκάλυψη όλων των ζητουμένων εγγράφων ή κατηγοριών εγγράφων για τα οποία δεν προβάλλει ένσταση εντός του χρόνου ο οποίος διατάχθηκε από το δικαστήριο.
(4) (α) Αν ο διάδικος στον οποίο απευθύνεται το Αίτημα Ειδικής Αποκάλυψης έχει ένσταση στην αποκάλυψη ή προσαγωγή μερικών ή όλων των ζητούμενων εγγράφων ή κατηγοριών εγγράφων δηλώνει περιεκτικά, αλλά συγκεκριμένα τους λόγους της ένστασης στο Αίτημα Ειδικής Αποκάλυψης η οποία καταχωρίζεται στο δικαστήριο και παραδίδεται στους άλλους διαδίκους εντός του χρόνου ο οποίος θα οριστεί από το δικαστήριο. Η ένσταση πρέπει να είναι σύμφωνα με το Έντυπο αρ.47.
(β) Ο διάδικος που υποβάλλει το Αίτημα για Ειδική Αποκάλυψη δύναται να καταχωρίσει απάντηση στην ένσταση εντός του χρόνου που θα καθορίσει το δικαστήριο, σύμφωνα με το Έντυπο αρ.48.
(5) Το δικαστήριο εξετάζει το Αίτημα Ειδικής Αποκάλυψης και την ένσταση και δύναται να διατάξει τον διάδικο στον οποίο απευθύνεται τέτοιο αίτημα να προβεί σε Ειδική Αποκάλυψη οποιουδήποτε ζητούμενου εγγράφου ή κατηγορίας εγγράφων τα οποία είναι ή ήταν στην κατοχή, φύλαξη, έλεγχο ή εξουσία του για τα οποία το δικαστήριο αποφασίζει ότι:
(α) έχουν ικανοποιηθεί οι απαιτήσεις του κανονισμού 31.5(2)· και
(β) δεν εφαρμόζεται κανένας από τους λόγους ένστασης οι οποίοι παρατίθενται στον κανονισμό 31.5(7).
(6) (α) Παρά τα προβλεπόμενα στον κανονισμό 31.5(5), το δικαστήριο δύναται να καλέσει οποιοδήποτε διάδικο να επιχειρηματολογήσει προφορικά προτού εκδώσει διάταγμα Ειδικής Αποκάλυψης.
(β) Το δικαστήριο δύναται να δώσει την απόφαση του και την αιτιολογία της κάνοντας μερική ή πλήρη χρήση της σχετικής στήλης του Παρατήματος Α που θα επισυνάπτεται στο Αίτημα Ειδικής Αποκάλυψης, στην ένσταση, και στην απάντηση στην ένσταση.
(7) Το δικαστήριο αποκλείει έγγραφο ή κατηγορία εγγράφων από αποκάλυψη ή προσαγωγή για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:
(α) έλλειψη σχετικότητας με τα ζητήματα ή ουσιώδους σημασίας για την έκβαση της δικαστικής διαδικασίας·
(β) νομικό κώλυμα ή προνόμιο·
(γ) ιδιαίτερη δυσκολία στην προσαγωγή της ζητούμενης μαρτυρίας·
(δ) απώλεια ή καταστροφή του εγγράφου, η οποία αποδεικνύεται προς ικανοποίηση του δικαστηρίου·
(ε) λόγοι εμπιστευτικότητας τους οποίους το δικαστήριο κρίνει επιτακτικούς·
(στ) λόγοι ειδικής πολιτικής ή θεσμικής ευαισθησίας (περιλαμβανομένης μαρτυρίας, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως απόρρητη από κυβέρνηση ή δημόσιο διεθνή οργανισμό) τους οποίους το δικαστήριο κρίνει επιτακτικούς· ή
(ζ) λόγοι διαδικαστικής οικονομίας, αναλογικότητας, δίκαιης μεταχείρισης ή ισότητας των διαδίκων, τους οποίους το δικαστήριο κρίνει επιτακτικούς.
(8) Δήλωση μάρτυρα για Ειδική Αποκάλυψη αναφέρει τα βήματα τα οποία πραγματοποιήθηκαν για Εύλογη Έρευνα των εγγράφων.
(9) Παρά τα προβλεπόμενα σε οποιοδήποτε άλλο κανονισμό, αν διάδικος παραλείψει να αποκαλύψει ή προσαγάγει οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο ζητείται σε Αίτημα Ειδικής Αποκάλυψης στην αποκάλυψη ή προσαγωγή του οποίου δεν πρόβαλε ένσταση εντός του προβλεπόμενου χρόνου ή παραλείψει να αποκαλύψει ή προσαγάγει οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο διατάχθηκε όπως αποκαλυφθεί ή προσαχθεί:
(α) το δικαστήριο δύναται να συμπεράνει ότι τέτοιο έγγραφο θα έβλαπτε τα συμφέροντα αυτού του διαδίκου· και
(β) ο διάδικος αυτός δεν δύναται να καταθέσει ως μαρτυρία το έγγραφο το οποίο παρέλειψε να αποκαλύψει ή προσαγάγει,
εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπήρχαν ειδικές περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούν τέτοια παράλειψη.
31.6. Ειδική Αποκάλυψη από μη διάδικο
(1) Διάδικος έχει το δικαίωμα, εντός του χρόνου ο οποίος έχει διαταχθεί από το δικαστήριο, να υποβάλει αίτηση για έκδοση διατάγματος Ειδικής Αποκάλυψης Εγγράφων εναντίον προσώπου το οποίο δεν είναι διάδικος στην απαίτηση.
(2) Η αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από μαρτυρία για τα θέματα τα οποία αναφέρονται στον κανονισμό 31.5(2).
(3) Χωρίς επηρεασμό της εξουσίας του δικαστηρίου να διατάξει αποκάλυψη και προσαγωγή εγγράφων από μη διάδικο, δυνάμει οποιουδήποτε άλλου κανονισμού ή νόμου, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα, δυνάμει του παρόντος κανονισμού μόνο όταν:
(α) έχουν ικανοποιηθεί οι απαιτήσεις του κανονισμού 31.6(2)·
(β) δεν εφαρμόζεται κανένας από τους λόγους ένστασης οι οποίοι παρατίθενται στον κανονισμό 31.5(7).»
44. Στο επίκεντρο κάθε αιτήματος για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, περιλαμβανομένων διαταγμάτων τύπου «Norwich», είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960.[1] Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd (1982) 1 CLR 557 όπως και στη Νομολογία που ακολούθησε (βλ. Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 782 και Πουργουρίδη v. Μέζου (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Απαιτείται όπως ο αιτητής αποδείξει ότι i) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ii) υπάρχουν καλές πιθανότητες ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης και iii) εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Το Δικαστήριο, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο δεν αποφασίζει επί της ουσίας της αγωγής, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας, αλλά περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις (Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 CLR 263).
45. Σε περίπτωση που πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, διεργασία γνωστή ως «το ισοζύγιο της ευχέρειας». (βλ. ΚΟΤ v. Θεωρή (1989) 1Α.Α.Δ. 255 και Mints κ.α vs. Shishkin κ.α., Πολ.Εφ.αρ. Ε70/20, Ε69/20 και Ε71/20, ημ.10/1/24). Στο συγκεκριμένο πλαίσιο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδραση που ενδεχομένως θα έχει η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στα συμφέροντα των μερών και οφείλει να επιλέγει την οδό που εμπεριέχει τους ολιγότερους κινδύνους αδικίας (βλ.Ευστρατίου v. Dickran Ouzounian and Company Ltd (2014) 1Α Α.Α.Δ. 212)
46. Η έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου «Norwich», που διεκδικούνται μέσω της Αίτησης, βασίζεται στην ομώνυμη υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise [1973] 2 All E.R. 943, οι αρχές της οποίας έχουν προέλευση το δίκαιο της επιείκειας και έχουν ενσωματωθεί στην Κυπριακή Νομολογία (βλ. Avila Management Services Ltd κ.α. v. Stepanek κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403, Penderhill Holdings Ltd κ.ά. ν. Ιωάννη Κλουκινά (2014) 1 Α.Α.Δ. 118 και RPM Services Europe Ltd v. 1. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε137/2021, ημερ. 31.01.24). Ως προς την φύση και σκοπό των εν λόγω διαταγμάτων ως και τις ειδικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους, πέραν αυτών που προκύπτουν από το Άρθρο 32 του Ν.14/60, παραθέτω σχετικό καθοδηγητικό απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην RPM Services Europe Ltd (πιο πάνω):
«Τέτοια διατάγματα αποτελούν σημαντικό εργαλείο για τους διάδικους που επιτρέπει στο θύμα αδικοπραξίας να λάβει πληροφορίες και/ή έγγραφα με τα οποία να αποκαλύπτεται ο αδικοπραγούντας και με τα οποία δύναται να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Τα διατάγματα αυτά μπορούν να εκδοθούν, όχι μόνο εναντίον του καθ' αυτού αδικοπραγούντα, αλλά και εναντίον κάθε ατόμου που αποδεικνύεται ότι έλαβε μέρος ή αναμείχθηκε στην παράνομη πράξη, έστω και άθελα του.
Η θεραπεία που ζητείται με αίτηση έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, μπορεί να εγκριθεί όταν η αίτηση επιζητεί αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών, ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώριση της απαίτησης.
Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. v. Stepanek κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403, γίνεται νομολογιακή ανασκόπηση των εφαρμοστέων αρχών και τονίζεται το επιβεβλημένο καθήκον ατόμου, το οποίο αναμείχθηκε σε αδικοπραξίες άλλων, χωρίς κατ' ανάγκη να υπέχει προσωπική ευθύνη, να διευκολύνει δίνοντας πλήρεις πληροφορίες, συμβάλλοντας έτσι στην επιτυχή προώθηση αξιώσεων μέσω της λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον όλων όσων ενέχονται σε αδικοπραξίες.
Τα κυπριακά δικαστήρια επίσης, υιοθετώντας τη σχετική επί του θέματος απόφαση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, ελέγχουν κατά πόσο εφαρμόζονται οι ειδικές προϋποθέσεις οι οποίες και θα πρέπει να συντρέχουν προς έκδοση διαταγμάτων αυτής της μορφής με προεξάρχουσα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Αυτές είναι:
1. πρέπει να έχει λάβει χώρα ή κατ' ισχυρισμό να έχει λάβει χώρα μία αδικοπραξία από έναν τελικό αδικοπραγούντα,2. πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος, ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και
3. το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση, πρέπει α) να έχει αναμιχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.
Όπως έχει αναφερθεί και στην METAQUOTES SOFTWARE LTD κ.α. ν. DABABOU Πολιτική Έφεση αρ. Ε324/16, ημερ. 14.11.2018, ECLI:CY:AD:2018:A501, ECLI:CY:AD:2018:A501, η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος και αυτής της μορφής τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τελικό ζητούμενο δεν θα πρέπει να είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Με αυτά ως δεδομένα, αίτημα για αποκάλυψη δεν είναι ορθό να ικανοποιηθεί, αν οι αξιούμενες πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή αν το Δικαστήριο δεν πεισθεί περί της πραγματικής πρόθεσης έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντα.»
V. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
47. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος με βάση την ένορκη μαρτυρία, ως αναφέρεται ανωτέρω, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη και την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε στο ενδιάμεσο και βρίσκεται εντός του ηλεκτρονικού φακέλου του Δικαστηρίου, στο οποίο φρονώ ότι το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) (1999) 1 Α.Α.Δ. 1938).
(i) ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ
Καλή Βάση Αγωγής & Σοβαρό Ζήτημα προς εξέταση / Πρέπει να έχει λάβει χώρα ή κατ' ισχυρισμό να έχει λάβει χώρα μία αδικοπραξία από έναν τελικό αδικοπραγούντα
48. Σύμφωνα με τις νομικές αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω, για ικανοποίηση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης, απαιτείται, όπως, μέσα από τη δικογραφημένη θέση του Αιτητή, αποκαλύπτονται γεγονότα τα οποία δικαιολογούν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και καλή βάση αγωγής, στην παρούσα περίπτωση συγκεκριμένα, καλή βάση ανταπαίτησης. Εφόσον η Εναγόμενη έχει καταχωρήσει Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση, τούτο πρέπει να προκύπτει, πρωτίστως, από το περιεχόμενο τους, δηλαδή από τα δικογραφημένα ουσιώδη γεγονότα.
49. Με βάση το δικόγραφο της Εναγόμενης, όπου δικογραφούνται λεπτομέρειες αμέλειας και/ή συντρέχουσας αμέλειας και/ή παράβαση των εκ του νόμου και των κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας, ως Διαχειριστική Επιτροπή, κρίνω ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση αναφορικά με το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
50. Παράλληλα κρίνω ότι πληρείται και η 1η προϋπόθεση με βάση την Avila Management Services Ltd (πιο πάνω) δηλαδή ότι υφίσταται ισχυρισμός ότι έχει λάβει χώρα μία αδικοπραξία από έναν τελικό αδικοπραγούντα.
Ύπαρξη Πιθανότητας να δικαιούται η Εναγόμενη σε θεραπεία
51. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρείται η 2η προϋπόθεση του Άρθρου 32. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, κατά την εξέταση της εν λόγω προϋπόθεσης, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του Αιτητή η οποία εξετάζεται και σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή (βλ. ΤΑΣΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ κ.α. v. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (ΟΣΕΛ) ΛΤΔ κ.α., Πολ.Έφ.Αρ. E265/2016, 10/4/25).
52. Θεωρώ ότι η Εναγόμενη, μέσω της μαρτυρίας που έχει προσαγάγει προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. ΕΔ-ΝΠ, ΣΕΔ-ΝΜ1 και ΣΕΔ-ΝΜ2), θέτει κάποια γεγονότα τα οποία σε περίπτωση όπου μετά από αξιολόγηση όντως γίνουν δεκτά, θα έχει και πιθανότητα να επιτύχει στην αγωγή της. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60.
Δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο / Πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος, ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος
53. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
54. Εάν όντως ευσταθεί η θέση της Εναγόμενης ότι δεν έχει και/ή δεν μπορεί να έχει τα αναγκαία στοιχεία για την προώθηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντα όσο και για την υποβοήθηση της ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση απαίτησης (περιλαμβανομένης ανταπαίτησης). Συνακόλουθα, είναι απαραίτητο για την Εναγόμενη να καταδείξει ότι οι πληροφορίες που επιζητούνται είναι ζωτικής σημασίας αλλά και ότι οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να ληφθούν από άλλες πηγές.
55. Στην παρούσα περίπτωση όμως, η Εναγόμενη στο ενδιάμεσο, ήδη καταχώρησε Υπεράσπιση, αλλά και Ανταπαίτηση μέσω της οποίας διεκδικεί διάφορα διατάγματα και θεραπείες εναντίον της Ενάγουσας στην βάση αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της στην βάση ισχυρισμών που βρίσκουν έρεισμα και στη μαρτυρία που έχει προσαγάγει προς υποστήριξη της Αίτησης της. Κατ’ επέκταση, είμαι της άποψης ότι, η αναγκαιότητα που επικαλείται για την παροχή των αιτούμενων εγγράφων έχει εκλείψει. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Nikitin v Richards Butler LLP (2007) EWHC 173:
«The second requirement does, however, require some elaboration. The information in question in Norwich Pharmacal itself was such that without it "no action can ever be begun because the Appellants do not know who are the wrongdoers who have infringed their patent" ....
I am wholly unconvinced by the case for the Applicants. They have, and indeed assert that they have, quite sufficient information to make claims against the Respondents if they are truly minded to do so. So, too, they could provide that information to the Information Commissioner. The sense of the Applicants taking proceedings, with the obvious difficulties of establishing any loss, the lapse of time and the lack of a basis for complaint for the last 16 months or so, seems to me to be hard to fathom. That does indeed suggest that the objective relates to the Commercial Court action and the serious allegations they face. But they need no more to take effective steps. There are no continuing threats. They know the prime movers. In agreement with Mr White's submission, I do not think this relief is intended to enable a victim of unlawful conduct to fine tune a pleading or identify every person of whatever standing who may have committed an unlawful act.»
(η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
56. Συνεπώς δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι ζητούμενες πληροφορίες είναι ζωτικής σημασίας για τους σκοπούς που ισχυρίζεται η Εναγόμενη, εφόσον έχει ήδη καταχωρίσει Ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας για τα αδικήματα που επικαλείται στα πλαίσια της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας. Η προσπάθεια φαίνεται πλέον να αποσκοπεί στην τελειοποίηση του δικογράφου τους, πράγμα που είναι εκτός των πλαισίων για τα οποία εκδίδονται διατάγματα τέτοιας φύσης. Επιπλέον, από το περιεχόμενο της γραπτής της μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων, η Εναγόμενη φαίνεται να έχει στοιχεία ως προς τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν στις κατ’ισχυρισμόν αδικοπραξίες εναντίον της. Σημειώνεται επίσης, προς επιβεβαίωση των πιο πάνω ότι, ως προκύπτει και από τα σχετικά πρακτικά, η Εναγόμενη ήδη συμφώνησε με την άλλη πλευρά δύο φορές (βλ. πρακτικά ημερ.4/11/2024 και 15/4/2025) παράταση της προθεσμίας καταχώρησης της υπεράσπισης της, χωρίς όμως να εγείρει ζήτημα αναγκαιότητας των αιτούμενων εγγράφων για τον σκοπό αυτό.
57. Επιπρόσθετα, οι φοβίες της Εναγόμενης αναφορικά με την μη αποκάλυψη των αιτούμενων εγγράφων, ως προκύπτουν από την μαρτυρία που έχει προσαγάγει, θεωρώ ότι είναι πρόωρες και αδικαιολόγητες και για τον λόγο ότι με βάση το Μέρος 31 των ΝΚΠΔ υφίσταται συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία διέπεται από τις δικές της προϋποθέσεις. Μέσω της τελευταίας, η Εναγόμενη μπορεί εάν το επιθυμεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος ειδικής αποκάλυψης τόσο εναντίον της Ενάγουσας (βλ. Μέρος 31 Καν.5 και Καν.7) όσο και εναντίον του Ενδιαφερόμενου Μέρους (βλ. Μέρος 31 Καν.6 και Καν.7), κάτι το οποίο όμως δεν έχει πράξει μέχρι σήμερα. Συνεπώς και γι' αυτόν τον λόγο κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η έκδοση του απαιτούμενου διατάγματος.
58. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 αλλά ούτε και η 2η προϋπόθεση της Avila.
Ισοζύγιο της ευχέρειας
59. Παρά το ότι με την πιο πάνω διαπίστωση καθίσταται αχρείαστη η εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων, είμαι της άποψης ότι ούτε το ισοζύγιο της ευχέρειας[2], θα έκλινε υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος για τους πιο κάτω λόγους.
60. Στην παρούσα υπόθεση θα ήμουν της άποψης ότι η έκδοση του επιδιωκόμενου διατάγματος θα προκαλούσε πολύ μεγαλύτερη αδικία στην Εναγόμενη αφού στο αιτητικό του αιτούμενου διατάγματος δεν προσδιορίζεται η χρονολογία, που επιζητείται για τις οικονομικές καταστάσεις, τα έσοδα και έξοδα της επίδικης πολυκατοικίας, τις σχετικές αποδείξεις, στοιχεία και δικαιολογητικά για αυτά. Συνεπώς, το αιτούμενο διάταγμα είναι ασαφές καθιστώντας την συμμόρφωση της Ενάγουσας καταπιεστική, αδύνατη και ενδεχομένως αχρείαστα πολυέξοδη. Σε κάθε περίπτωση, η έκδοση διατάγματος για περίοδο από την ανέγερση της πολυκατοικίας μέχρι σήμερα, έχοντας υπόψη την δικογραφία και την επίδικη περίοδο που καθορίζεται σε αυτά, δεν θα εξυπηρετούσε την διαχείριση της υπόθεσης με τρόπο ανάλογο προς τον πρωταρχικό σκοπό, ως ορίζεται στο Μέρος 1 των ΝΚΠΔ. Από την άλλη, λαμβάνοντας τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, καμία ανεπανόρθωτη ζημιά θα προκαλείτο στην Εναγόμενη από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(ii) ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΥ ΜΕΡΟΥΣ
61. Έχοντας υπόψη ότι με την Αίτηση ζητείται εναντίον και του Ενδιαφερόμενου Μέρους η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης τύπου «Norwich», θεωρώ ότι τα όσα αναφέρω ανωτέρω εφαρμόζουν και εδώ. Ως εκ τούτου, κρίνων ότι δεν υφίσταται αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενος διατάγματος και ότι δεν θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο με τον τρόπο που προανάφερα. Επίσης, η κρίση μου ότι δεν θα ήταν δίκαιο και ορθό να εκδοθεί τέτοιο γενικό και ασαφές διάταγμα, ισχύει κατ' αναλογία και στην έκταση που αφορά το Ενδιαφερόμενο Μέρος.
62. Σε περίπτωση που η Αιτήτρια επιζητεί διάταγμα εναντίον του Ενδιαφερόμενου Μέρους στην βάση του Μέρους 25 Καν.1(ι) των ΝΚΠΔ[3], εάν αυτή η συγκεκριμένη διαδικασία είναι η διαδικασία έκδοσης διατάγματος «Norwich» εναντίον τρίτου προσώπου που δεν είναι διάδικος, τότε το σχετικό αιτητικό έτσι και αλλιώς θα ήταν καταδικαστέο σε απόρριψη για τους λόγους που ήδη ανάφερα. Στην περίπτωση που επιζητεί διάταγμα εναντίον του στην βάση του Μέρους 25 Καν.25.1(θ)[4], θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται εφόσον το λεκτικό της εν λόγω πρόνοιας φαίνεται να αφορά διατάγματα πριν την καταχώρηση απαίτησης, ενώ στην παρούσα περίπτωση έχει καταχωρηθεί ήδη ανταπαίτηση.
VI. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
63. Συνακόλουθα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, καταλήγω στο ότι η αίτηση της Εναγόμενης/Αιτήτριας πρέπει να απορριφθεί και ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται.
64. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα (βλ. Μέρος 39 Καν.2(1)) ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Παρόλα αυτά σε σχέση με το ύψος των εξόδων, τον τρόπο και χρόνο καταβολής τους, λαμβάνω υπόψη μου όλες τις περιστάσεις, περιλαμβανομένης της έκβασης της διαδικασίας και της αχρείαστης έκτασης που έλαβε η προσαχθείσα μαρτυρία από πλευράς της Εναγόμενης και της Ενάγουσας η οποία ξέφυγε του περιορισμένου σκοπού της υπό εξέταση διαδικασίας με, μεταξύ άλλων, εκτενή αναφορά σε επιχειρηματολογία νομικής φύσεως στα πλαίσια της γραπτής μαρτυρίας, το περιεχόμενο των καταλόγων εξόδων που καταχώρησαν οι συνήγοροι με σκοπό την υποβοήθηση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση της σχετικής διαταγής και το γεγονός ότι η Ενάγουσα και το Ενδιαφερόμενο Μέρος έτυχαν ξεχωριστής εκπροσώπησης.
65. Ως αποτέλεσμα, επιδικάζονται έξοδα της Αίτησης υπέρ της Ενάγουσας/Καθ’ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης/Αιτήτριας, τα οποία έχουν υπολογιστεί συνοπτικά από πλευράς του Δικαστηρίου (έχοντας υπόψη το Μέρος 39 Καν.7(1)) στο ποσό των €1,101 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €22 ως πραγματικά έξοδα, αλλά για τους λόγους που προανέφερα, η σχετική διαταγή εκδίδεται για μειωμένο κατά 20% ποσό δικηγορικών εξόδων, δηλαδή για το ποσό των €881 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €22 ως πραγματικά έξοδα.
66. Περαιτέρω, επιδικάζονται έξοδα της Αίτησης υπέρ του Ενδιαφερόμενου Μέρους/Καθ’ου η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης/Αιτήτριας τα οποία έχουν υπολογιστεί συνοπτικά από πλευράς του Δικαστηρίου στο ποσό των €1,050 πλέον Φ.Π.Α., πλέον €7 ως πραγματικά έξοδα, και εκδίδεται σχετική διαταγή.
67. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 14 ημερών από σήμερα.
(Υπ.)............................
Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] RPM SERVICES EUROPE LIMITED v. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε137/2021, 31/1/2024.
[2] DOMS PROPERTIES LTD v. MEDITERRANEAN REAL ESTATES PROPERTIES LTD, Πολ. ΄Εφ.Αρ. Ε122/2020, 11/3/22.
[3] «(ι) διάταγμα σε συγκεκριμένη διαδικασία για αποκάλυψη εγγράφων ή επιθεώρηση περιουσίας εναντίον μη διαδίκου·»
[4] «(θ) διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων ή επιθεώρησης περιουσίας πριν από την έγερση απαίτησης·»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο