ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 1046/2024 (IJ)
Μεταξύ:
V. B.
Ενάγοντα,
ν.
Α. Σ.
Εναγόμενης.
Αίτηση (εκκρεμούσα διαδικασία)
για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 17/1/25
Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου, 2026
Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κα Ε. Οικονομίδη για IRINA IKONOMIDI & CO LLC
Για την Ενάγουσα / Καθ’ης η Αίτηση: κα Κ. Πιερούδη
ΑΠΟΦΑΣΗ
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Με την παρούσα Αίτηση, ο Ενάγοντας/Αιτητής (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Ενάγοντας») επιδιώκει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης/Καθ’ ης η Αίτηση (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Εναγόμενη»), ως οι αιτούμενες θεραπείες υπ’ αριθμούς 1,3 και 4 υπό του σημείου Δ της Έκθεσης Απαίτησης.
2. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας ζητεί απόφαση και /ή διάταγμα του Δικαστηρίου για τη έξωση της Εναγόμενης και/ή οποιουδήποτε εξαρτωμένου και/ή αντιπροσώπου της και/ή οποιουδήποτε προσώπου που κατέχει το διαμέρισμα που βρίσκεται στον Χο όροφο της πολυκατοικίας «ΧΧΧΧΧΧ», διαμέρισμα Χ επί της οδού 2Χ ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧ, θύρα Χ, Αγία Τριάς, ΧΧΧΧ, Λεμεσός, Φ/Σχ 5Χ/ΧΧ06Χ2, Τμήμα Χ, Τεμάχιο ΕΠΙ 6ΧΧ (στο εξής το «Επίδικο Διαμέρισμα»), οιανδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία την οποία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις και τα έξοδα αίτησης.
II. ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ
Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ
3. Στην έκθεση απαίτησης που συνοδεύει το Έντυπο Απαίτησης του Ενάγοντα, ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι είναι πολίτης Ρωσίας και ιδιοκτήτης του επίδικου διαμερίσματος το οποίο αγόρασε μέσω πλειστηριασμού περί τις 12/12/23 με σκοπό να τη χρησιμοποιεί ως μόνιμη ή εξοχική κατοικία ο ίδιος και οι εξαρτώμενοι του. Συγκεκριμένα, με βάση τα όσα ο ίδιος ισχυρίζεται, χορηγήθηκε στον Ενάγοντα άδεια κτήσης σχετικά με το επίδικο διαμέρισμα υπό τον όρο ότι θα χρησιμοποιείται από τον Ενάγοντα μόνο ως εξοχική ή μόνιμη κατοικία και ότι δεν παραχωρείται οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ή για οποιοδήποτε άλλο σκοπό.
4. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγοντας ανακάλυψε την ύπαρξη ενοικιαστή εντός του επίδικου διαμερίσματος μόνο αφού επισκέφθηκε αυτό με σκοπό να αλλάξει τις κλειδαριές. Η Εναγόμενη η οποία είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας και μόνιμος κάτοικος Κύπρου, ενοικίασε το επίδικο διαμέρισμα από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη της περί την 1/3/2019 για 2 έτη, έναντι πολύ χαμηλού μηνιαίου ενοικίου ύψους €50, λόγω του ότι ο ιδιοκτήτης ήταν πατέρας της. Η ενοικίαση έληξε στις 28/2/2021 και έκτοτε η ενοικίαση λήγει από την τελευταία ημέρα του μήνα που ακολουθεί. Το επίδικο διαμέρισμα χρησιμοποιείται από την Εναγόμενη για σκοπούς διαμονής της ιδίας και/ή των εξαρτωμένων της, ακόμη και μετά την λήξη του συμβολαίου.
5. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι δικηγόροι του, μέσω της δικηγόρου της Εναγόμενης, ζήτησαν από την τελευταία όπως παραδώσει στον Ενάγοντα την ελεύθερη κατοχή του επίδικου διαμερίσματος. Η Εναγόμενη όμως ανταποκρίθηκε ζητώντας στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού του Ενάγοντα για την από πλευράς της συνέχιση καταβολής των ενοικίων, τα οποία όμως αρνήθηκε να της προμηθεύσει εν όψει του πιο πάνω αναφερόμενου όρου.
6. Στη συνέχεια μέσω των δικηγόρων του τη 1/3/2024 έστειλε επιστολή στην Εναγόμενη με ιδιώτη επιδότη για τερματισμό της ενοικίασης από τις 30/4/2024, ημερομηνία κατά την οποία ο Ενάγοντας θεωρεί έληξε η ενοικίαση, και ζητώντας την παράδοση της ελεύθερης κατοχής του επίδικου διαμερίσματος. Επειδή, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Εναγόμενη απέφευγε τον επιδότη, η ίδια επιστολή της απεστάληκε στις 27/3/2024 διπλοσυστημένη μέσω ταχυδρομείου και στις 29/3/2024 με τηλεομοιότυπο και ηλεκτρονικό μήνυμα στην δικηγόρο της. Η Εναγόμενη απάντησε στην επιστολή του Ενάγοντα δια της αποστολής επιστολής απάντησης και επιταγής αξίας €250 για οφειλόμενα ενοίκια μέχρι τον Μάϊο 2024, η οποία ουδέποτε εξαργυρώθηκε από τον Ενάγοντα εφόσον δεν αποδέκτηκε τη συνέχιση της ενοικίασης.
7. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη αρνείται να παραδόσει κατοχή του επίδικου ακινήτου με την πρόφαση ότι έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής και επιμένει στην ενοικίαση του επίδικου διαμερίσματος παρά την προαναφερόμενη απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι το επίδικο διαμέρισμα ανεγέρθηκε πριν το 1999 αλλά δεν ενοικιαζόταν ή προσφερόταν προς ενοικίαση έως το 2000 κάτι που επιβεβαιώνει η πρώτη σελίδα του ενοικιαστηρίου της εγγράφου.
ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ
8. Η Εναγόμενη εμφανίστηκε στην διαδικασία καταχωρώντας μέσω δικηγόρου σημείωμα εμφάνισης σημειώνοντας στο σχετικό έντυπο ότι προτίθεται να αμφισβητήσουν την απαίτηση ή μέρος αυτής, ως και την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
9. Ακολούθως, η Εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση μέσω της οποίας εγείρει προδικαστική ένσταση ως προς την καθ’ύλην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση εν όψει του ότι το επίδικο διαμέρισμα ευρίσκεται σε περιοχή στην Λεμεσό εις την οποία εφαρμόζεται ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος, κτίστηκε πριν το 1999, προσφέρετο για ενοικίαση κατά το χρόνο εκείνο και η Εναγόμενη είναι θέσμια ενοικιάστρια του και Κύπρια πολίτης, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου. Ως εκ τούτου η θέση της Εναγόμενης είναι ότι το αρμόδιο Δικαστήριο είναι αυτό του Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού.
10. Η Εναγόμενη αρνείται τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι το επίδικο διαμέρισμα δεν προσφερόταν για ενοικίαση έως το 2000 και ισχυρίζεται ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο που επικαλείται ο Ενάγοντας αφορούσε δύο (2) διαμερίσματα και η εν λόγω αναφορά επί του εγγράφου αντιστοιχούσε στο δεύτερο διαμέρισμα (αριθμός 1) και όχι το επίδικο διαμέρισμα (αριθμός 2).
11. Η Εναγόμενη παραδέχεται ότι το επίδικο διαμέρισμα χρησιμοποιείται από την ίδια με σκοπό την διαμονή της και ότι παρέμεινε σε αυτό μετά τη λήξη του ενοικιαστηρίου συμβολαίου. Ισχυρίζεραι ότι κατέβαλε χαμηλό ενοίκιο για τους λόγους που αναφέρονται στο ενοικιαστήριο και λόγω ανεργίας, υποαπασχόλησης και λόγω της περιόδου που όλα υπολειτουργούσαν λόγω πανδημίας.
12. Η Εναγόμενη αρνείται ότι ο Ενάγοντας δεν γνώριζε για την ύπαρξη του ενοικιαστή στο επίδικο διαμέρισμα και ότι επίσης προέβη σε δήλωση, στα πλαίσια συνάντησης που είχε με την διαχείριση της πολυκατοικίας, ότι δεν τον ενοχλεί εφόσον πληρώνεται το ενοίκιο. Επιπρόσθετα, αρνείται ότι απέφευγε τον επιδότη του Ενάγοντα.
13. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας δραστηριοποιείται στην Κύπρο με αγοραπωλησίες ακινήτων και αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα για να το εκμεταλλευτεί για σκοπούς αλλότριους από εκείνους που εξασφαλίστηκε η άδεια του Υπουργείου, παραπλανώντας το τελευταίο. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία στον Άγιο Αθανάσιο και επιπλέον το επίδικο διαμέρισμα δεν μπορεί να αποτελέσει εξοχική κατοικία αφού βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή, στο κέντρο της Λεμεσού και κοντά στην οικία που ήδη διαμένει ο Ενάγοντας.
14. Αποτελεί θέση της Εναγόμενης ότι διαμένει νόμιμα στο επίδικο διαμέρισμα αφού έχει καταστεί θέσμια ενοικιάστρια, ότι ο τερματισμός υπό του Ενάγοντα είναι παράνομος και νομικά αβάσιμος, και ότι έχει ήδη καταβάλει αριθμό ενοικίων προς τον Ενάγοντα μέσω της δικηγόρου του και ως προς τούτο παραδέχει ότι ζήτησε τα σχετικά στοιχεία του Ενάγοντα.
III. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ & ΕΝΣΤΑΣΗ
ΑΙΤΗΣΗ
15. Η παρούσα αίτηση, εδράζεται, μεταξύ άλλων, επί του Μέρους 24 καν.1-6 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα (στο εξής η «ΕΔ-VB»).
16. Ο ομνύων στα πλαίσια της ΕΔ-VB επαναλαμβάνει σε εκτενέστερο βαθμό και με περισσότερη λεπτομέρεια τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα, ως προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης, επισυνάπτοντας σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια προς υποστήριξη αυτών ως εξής: Τίτλο ιδιοκτησίας και άδεια κτήσης αυτής (Τεκμήριο 1), το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ.3/1/2019 μεταξύ της Εναγόμενης και του πατέρα της (Τεκμήριο 2), αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων/δικηγόρων και αντίγραφα επιταγών (Τεκμήρια 3-7).
17. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών εξαιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης ως το αιτητικό της αίτησης και αναφέρει ότι, ως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης και η νομική θέση επί της οποία βασίζεται η υπόθεση του είναι σαφής λόγω του περιορισμού στην χρήση του επίδικου διαμερίσματος, ως καθορίζετια από το Υπουργείο Εσωτερικών, που σε καμία περίπωση δεν προνοεί για δικαίωμα διαμονής της Εναγόμενης.
ΕΝΣΤΑΣΗ
18. Η Εναγόμενη καταχώρησε ένσταση, η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, επί του Μέρους 24 καν.1-7 και του Μέρους 23 καν.1-8 και 13 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.
19. Με την ένσταση της Εναγόμενης προβάλλονται διάφοροι λόγους για τους οποίους δεν πρέπει η αίτηση της Ενάγουσας να επιτύχει και τους οποίους παραθέτω συνοπτικά ως εξής: 1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και η αίτηση είναι παράτυπη και στερείται νομικής βάσης, 2. Η Εναγόμενη προβάλλει στην υπεράσπιση της ουσιαστική και πραγματική καλόπιστη υπεράσπιση που επιβάλλει τη συνέχιση της διαδικασίας για απονομή της δικαιοσύνης, 3. Στην υπεράσπιση εγείρεται προδικαστική ένσταση για την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που δεν μπροεί να προσπεραστεί με την εξέταση της αίτησης και αποκαλύπτονται γεγονότα που θα πρέπει να δοθεί το δικαίωμα στην Εναγόμενη να προβάλει και υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για τους οποίος πρέπει το ζήτημα να αποφασιστεί σε δίκη, και 4. Η Εναγόμενη έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης.
20. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση, προκύπτουν από την υπεράσπιση της Εναγόμενης και την Ένορκη Δήλωση της Εναγόμενης (στο εξής η «ΕΔ-ΑΣ»).
21. Στην ΕΔ-ΑΣ, η ομνύουσα επαναλαμβάνει υπό μορφή μαρτυρίας τα όσα αναφέρονται στην υπεράσπιση της, με έμφαση τη θέση ότι δικαιοδοσία για την εκδίκαση της μεταξύ τους διαφοράς κέκτειται το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων αφού πληρούνται όλες οι σχετικές προϋποθέσεις και έχει καταστεί θέσμια ενοικιάστρια και συνεπώς, κατά την ίδια, δεν νομιμοποιείται ο Ενάγοντας στην έξωση της. Σύμφωνα με την ΕΔ-ΑΣ, ο Ενάγοντας εκσεμμένα παραπλανά το Δικαστήριο και προβαίνει σε λανθασμένες αναφορές για να πετύχει στην απαίτηση του εναντίον της. Η ομνύουσα αναφέρει ότι το επίδικο διαμέρισμα προσφερόταν ανέκαθεν από τον πατέρα της για ενοικίαση πριν από το 2000 και ότι η αναφορά επί της 1ης σελίδας του ενοικιαστηρίου εγγράφου επί του οποία βασίζει την θέση του ο Ενάγοντας αφορά άλλο διαμέρισμα, συγκεκριμένα το διαμέρισμα αρ.1, ενώ από την 2η σελίδα διαφαίνεται ότι το επίδικο διαμέρισμα είναι το διαμέρισμα αρ.2.
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΓΡΑΠΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΥΠΟ ΕΝΑΓΟΝΤΑ (ΣΕΔ-ΜΚ1 και ΣΕΔ-ΜΚ2)
22. Συμπληρωματικά της ΕΔ-VB καταχωρήθηκε και η Ένορκη Δήλωση από τον αντιπρόσωπο του Ενάγοντα στην Κύπρο (στο εξής η «ΣΕΔ-ΜΚ1»), στην οποία αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν προβαίνει ο ίδιος ο Ενάγοντας στην ένορκη δήλωση.
23. Το περιεχόμενο της ΣΕΔ-ΜΚ1, ουσιαστικά απαντά στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στην ΕΔ-ΑΣ, με σκοπό την αντίκρουση τους και δια της επανάληψης των ισχυρισμών και θέσεων του Ενάγοντα, οι οποίοι προβλήθηκαν μέσω της μαρτυρίας του. Ο ομνύοντας τοποθετείται επί των θέσεων της Εναγόμενης, ως προβλήθηκαν μέσω της ΕΔ-ΑΣ, και αναφέρει συγκεκριμένα ότι ο Ενάγοντας αρχικά καταχώρησε αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού για έξωση της Εναγόμενης. Όμως εν τέλει απέσυρε την αίτηση αποδεχόμενος τους σχετικούς προβληματισμούς του Δικαστηρίου ως προς την δικαιοδοσία του. Ως εκ τούτου, η πλευρά του θεωρεί ότι το παρόν Δικαστήριο είναι το αρμόδιο προς εκδίκαση της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς.
24. Ο ομνύοντας αρνείται ότι ο Ενάγοντας προέβει σε δήλωση ότι δεν τον ενοχλεί η παρουσία ενοικιαστή στο επίδικο διαμέρισμα εφόσον πληρώνεται το ενοίκιο και αναφέρει ότι πρόθεση του να εκδιώξει την Εναγόμενη ήταν σταθερή και δεν εξαργυρώνονται από πλευράς του οι επιταγές της Εναγόμενης οι οποίες παραλαμβάνονται με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του, και οι οποίες θα της επιστραφούν αμέσως μετά την τυχόν απόφαση έξωσης της.
25. Προς απόδειξη των πιο πάνω, ο ομνύοντας παρουσιάζει ως τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: Αντίγραφο πρακτικού του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (Τεκμήριο 1), επιστολή που επιβεβαιώνει την αγορά του επίδικου διαμερίσματος σε πλειστηριασμό (Τεκμήριο 2) και επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα προς την Αστυνομία (Τεκμήριο 3).
26. Περαιτέρω, συμπληρωματικά της ΕΔ-VB και ΣΕΔ-ΜΚ1 καταχωρήθηκε και η ΣΕΔ-ΜΚ2, μέσω της οποίας ο αντιπρόσωπος του Ενάγοντα στην Κύπρο αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 της ΕΔ-VB και συγκεκριμένα ως προς την λανθασμένη αναγραφή επί αυτού του αριθμού του επίδικου διαμερίσματος και την συνακόλουθη διόρθωση του από την αρμόδια υπηρεσία. Ομνύοντας επισυνάπτει ως τεκμήρια τόσο το λανθασμένο έγγραφο (Τεκμήριο 2), ως και το διορθωμένο (Τεκμήριο 1).
IV. ΑΚΡΟΑΣΗ
27. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση της πιο πάνω αναφερόμενης γραπτής μαρτυρίας που προσάχθηκε εκατέρωθεν προς υποστήριξη της Αίτησης και Ένστασης.
28. Και οι δύο πλευρές, μέσω των συνηγόρων τους, καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις στον φάκελο της υπόθεσης, και κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση για ακρόαση, προέβηκαν επίσης σε προφορική επιχειρηματολογία ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Σημειώνεται ότι, στα πλαίσια των προφορικών της παραστάσεων, η συνήγορος του Ενάγοντα ανέφερε ότι διεκδικείται και η θεραπεία υπ’ αριθμόν 2 υπό του σημείου Δ της Έκθεσης Απαίτησης, όμως η εν λόγω αξίωση δεν περιλήφθηκε στο αιτητικό της υπό κρίση αίτησης.
29. Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των δικογράφων, τα οποία συμπληρώθηκαν πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων και δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτό στη συνέχεια.
V. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
30. Ανάμεσα στις εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα για τη συνοπτική διεκπεραίωση των ζητημάτων που δεν χρήζουν «ενδελεχούς διερεύνησης και εκδίκασης»[1] περιλαμβάνεται και η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 24, όταν ο ενάγων ή ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας. Το Δικαστήριο δηλαδή έχει την ευκαιρία να εκτελέσει μέρος του καθήκοντος του όσο αφορά την ενεργό διαχείριση υποθέσεων και δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη.[2]
31. Στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 2 All ER 91, τονίστηκε ότι «[ε]ίναι σημαντικό, σε κατάλληλες περιπτώσεις, ο δικαστής να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24. Ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, υλοποιεί τον πρωταρχικό σκοπό που περιλαμβάνεται στο Μέρος 1. Εξοικονομεί δαπάνες, διασφαλίζει την επιτάχυνση της διαδικασίας και την εξοικονόμηση των πόρων του δικαστηρίου και γενικώς, είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εάν ο ενάγων έχει μια υπόθεση η οποία είναι προδήλως απορριπτέα, τότε είναι προς το συμφέρον του ενάγοντα να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατόν.Ομοίως, εάν μία απαίτηση είναι βέβαιο ότι θα ευοδωθεί, ο ενάγων θα πρέπει να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατόν.»
32. Με βάση το Μέρος 24 καν.2 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής θα οι «ΝΚΠΔ») το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον Εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος α) αν κρίνει ότι ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος (κ.24.2(1)(α)(ii)) και β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη (κ.24.2(1)(β)). (‘ουσιαστικές προϋποθέσεις’).
33. Σε σχέση με τη διαδικασία (‘τυπικές προϋποθέσεις’), το Μέρος 24 καν.4 διαλαμβάνει ότι η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23, η δε αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής και/ή αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί. Το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας που προς υποστήριξη της Αίτησης πρέπει να επιβεβαιώνεται από δήλωση αλήθειας (Μέρος 24 καν.5(5)). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το Μέρος24 καν.3(1) ένας Ενάγοντας δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο Εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.
34. Στο Μέρος 24 καν.6 προβλέπονται τα πιο κάτω διατάγματα, τα οποία δύναται να εκδώσει το Δικαστήριο κατόπιν εκδίκασης αίτησης δυνάμει του Μέρους 24:
(α) απόφαση επί της απαίτησης,
(β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης (σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται από τον εναγόμενο),
(γ) απόρριψη της αίτησης,
(δ) διάταγμα υπό όρους, το οποίο απαιτεί από διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση του διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.
35. Σύμφωνα με τον καν.6, το δικαστήριο δύναται, επίσης, να δώσει οδηγίες ως προς την καταχώριση και επίδοση υπεράσπισης και περαιτέρω οδηγίες για τη διαχείριση της υπόθεσης.
36. Ως προς την ερμηνεία των σχετικών προνοιών του Μέρους 24 και συγκεκριμένα των όρων «πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης» και «επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη», εν όψει της σχετικά πρόσφατης λόγω της σχετικά πρόσφατης υιοθέτησης των ΝΚΠΔ, αντλώ καθοδήγηση από την Νομολογία σε σχέση με την αντίστοιχη δικονομική πρόνοια στην Αγγλία, δηλαδή το Μέρος 24.2 των Αγγλικών Θεσμών, η οποία είναι πανομοιότυπη με το Μέρος 24 καν.2 των ΝΚΠΔ.
37. Στην υπόθεση Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) (η οποία επικυρώθηκε από το Court of Appeal στην υπόθεση AC Ward & Sons Ltd v Catlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098), παράγραφο 15, καθορίστηκε ως η ορθή προσέγγιση όσον αφορά αιτήσεις, της φύσεως ως η υπό εξέταση, η πιο κάτω:
i) Το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν ο ενάγοντας έχει «ρεαλιστική» και όχι «ευφάνταστη» προοπτική επιτυχίας (Swain ν Hillman [2001] 2 All ER 91),
ii) Μια «ρεαλιστική» απαίτηση είναι αυτή που έχει μια καλή προοπτική επιτυχίας. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για απαίτηση η οποία δεν είναι απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472),
iii) Για να καταλήξει στο συμπέρασμά του περί «ρεαλιστικής» υπόθεσης, το δικαστήριο δεν πρέπει να διεξαγάγει «μικρή δίκη» (“mini trial”) (Swain ν Hillman, πιο πάνω),
iv) Αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο πρέπει να δεχτεί τα όσα λέει ο ενάγων ενώπιον του ασυζητητί και χωρίς ανάλυση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να αποδοθεί πραγματική υπόσταση στα γεγονότα που προβάλλονται, ιδιαίτερα εάν δεν συνάδουν με σχετικά επί του θέματος έγγραφα (ED & F Man Liquid Products v Patel, πιο πάνω),
v) Εντούτοις, για να καταλήξει στο συμπέρασμά του, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη όχι μόνον τη μαρτυρία ενώπιον του κατά την αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τη μαρτυρία που ευλόγως αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμη στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550),
vi) Παρόλο ότι μια υπόθεση μπορεί να αποδειχθεί κατά τη διάρκεια της δίκης ότι δεν είναι πραγματικά περίπλοκη, αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει χωρίς ενδελεχή διερεύνηση όλων των γεγονότων στη δίκη, (εξέταση η οποία δεν είναι δυνατή ή επιτρεπτή στη διαδικασία της συνοπτικής απόφασης). Συνεπώς, όταν υπάρχει εύλογη αιτία ότι μια πληρέστερη εξέταση των γεγονότων της υπόθεσης θα προσέθετε ή θα διαφοροποιούσε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του ο δικαστής και ως εκ τούτου θα επηρέαζε το αποτέλεσμα της υπόθεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να είναι επιφυλακτικό να αποφασίζει κατά τρόπο συνοπτικό, ακόμα και όταν δεν υπάρχει εμφανής σύγκρουση των γεγονότων κατά τον χρόνο που επιλαμβάνεται της αίτησης (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd ν Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63),
vii) Από την άλλη, δεν είναι σπάνιο μια αίτηση δυνάμει του Μέρους 24 να εγείρει ένα σύντομο νομικό ζήτημα και, αν το δικαστήριο πεισθεί ότι κατέχει όλη την αναγκαία μαρτυρία για τη σωστή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν επαρκή δυνατότητα να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, το δικαστήριο θα πρέπει με θάρρος να αποφασίσει επί του θέματος.
38. Τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τόσο από ενάγοντες όσο και από εναγόμενους. Ο Αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης (κ.24 καν.2). Ωστόσο, εάν ο αιτητής προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησής του για συνοπτική απόφαση, τότε ο καθ’ ου η αίτηση φέρει το αποδεικτικό βάρος να αποδείξει ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας ή ότι υπάρχει κάποιος άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης (βλ. παράγραφο 24.2.5 του White Book 2021, Patel και New Zealand Cricket v Neo Sports). Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ’ου η αίτηση δεν είναι υψηλό (βλ. Patel, ανωτέρω).
VI. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΑ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
39. Στρέφομαι τώρα στην εξέταση του κατά πόσο δικαιολογείται με βάση τα όσα έχουν προσαχθεί ενώπιον μου η έκδοση συνοπτικής απόφασης που ζητεί ο Ενάγοντας.
40. Με βάση τις νομικές αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω, και συγκεκριμένα τις τυπικές προϋποθέσεις που θέτει το Μέρος 24, ο Ενάγοντας αποτάθηκε στο Δικαστήριο προωθώντας την υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με το Μέρος 23 μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης από πλευράς των Εναγόμενων. Το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας, η οποία καταχωρίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης, περιέχεται στην αίτηση και επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας του ίδιου του Ενάγοντα. Επιπρόσθετα, από απλή ανάγνωση της υπό εξέταση αίτησης και της μαρτυρίας που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της (ΕΔ-VB, ΣΕΔ-ΜΚ1 και ΣΕΔ-ΜΚ2), προκύπτει συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Μέρους 24 καν.4(2)(α), εφόσον προσδιορίζονται περιεκτικά οι πρόνοιες των εγγράφων (Άδεια Κτήσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας υπό του Υπουργείου Εσωτερικών και το Ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ της Εναγόμενης και του πατέρα της) και των νομικών σημείων επί των οποίων βασίζεται ο Ενάγοντας.
41. Από την άλλη, η προϋπόθεση του Μέρους 24 καν.4(2)(β) η οποία όμως, σε κάθε περίπτωση, είναι διαζευκτική του Μέρους 24 καν.4(2)(α) (βλ. αναφορά ‘ή/και’) και δεν ανατρέπει το πιο πάνω αποτέλεσμα, δεν προκύπτει να πληρείται. Παρά την αναφορά στην παράγραφο 16 της ΕΔ-VB ότι ‘η Εναγόμενη/Καθ’ης η Αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης’ πουθενά δεν αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή τα ζητήματα πρέπει να εκδικαστούν.
42. Στην πιο πάνω βάση κρίνεται πως o Ενάγοντας έχει συμμορφωθεί με τις τυπικές προϋποθέσεις που θέτει το Μέρος 24.
43. Ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης, εκείνο που επιβάλλεται να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι α) η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος και β) δεν υπάρχει κάποιος άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή τα ζητήματα που εγείρονται πρέπει να αποφασιστούν σε δίκη. Το σχετικό βάρος απόδειξης φέρει στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγοντας, ως Αιτητής στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης.[3]
44. Ο Ενάγοντας με την απαίτηση του επιδιώκει την ανάκτηση της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος από την Εναγόμενη. Από την άλλη η Εναγόμενη, αμφισβητεί την καθ' ύλην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την απαίτηση του Ενάγοντα αλλά και παράλληλα το δικαίωμα του να ζητεί την έξωση της, στην βάση του ότι έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής υπό την έννοια του Ν.23/1983.
45. Το ζήτημα αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου διέπεται από το Μέρος 12 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, ο καν.1(α) προνοεί ότι ο Εναγόμενος ο οποίος επιθυμεί να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να εκδικάσει την απαίτηση δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο την έκδοση διατάγματος το οποίο να αναγνωρίζει ότι στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας ή δεν θα πρέπει να ασκήσει οποιαδήποτε δικαιοδοσία δυνατόν να έχει. Ο Εναγόμενος, ο οποίος επιθυμεί να υποβάλει τέτοια αίτηση, οφείλει πρώτα να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, σύμφωνα με το Μέρος 10, και να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή, η οποία υποδηλώνει την πρόθεση του αυτή,[4] και να υποβάλει την αίτηση εντός 14 ημερών από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, η οποία πρέπει να υποστηρίζεται από μαρτυρία.[5] Μη συμμόρφωση με τα προαναφερόμενα, σύμφωνα με τον καν.1(4) εξισούται με αποδοχή από πλευράς του Εναγόμενου της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και δεν δύναται να ισχυριστεί ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του.
46. Η Εναγόμενη, ενώ μέσω του σημειώματος εμφάνισης της δήλωσε την πρόθεση της να αμφισβητήσει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δεν προέβη στην καταχώρηση σχετικής αίτησης. Παραταύτα, τόσο στην υπεράσπιση της όσο και στο πλαίσιο της υπό εξέταση αίτησης, η Εναγόμενη έκδηλα αμφισβητεί την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, θεωρώντας τον εαυτό της θέσμιο ενοικιαστή. Όμως, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι η Εναγόμενη αποδέκτηκε την δικαιοδοσία ως προνοεί ο καν.1(4) (πιο πάνω), ο καν.5 ορίζει ότι η αποδοχή από διάδικο δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου. Συνεπώς, η μη έγερση αίτησης, δεν προσδίδει ταυτόχρονα δικαιοδοσία στο Δικαστήριο, ούτε θεωρώ ότι τερματίζει κάθε συζήτηση ως προς το ζήτημα, ειδικά όπου αυτό αποτελεί άξονα της υπεράσπισης του Εναγόμενου για την οποία καλείται το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς την πραγματική προοπτική επιτυχίας της, ως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση.
47. Ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (Ν.23/1983), με τον οποίο καθιδρύθηκαν τα Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων, επιβάλλει περιορισμούς σε ανάκτηση κατοχής ακινήτων στα οποία εφαρμόζει ή για την έξωση θέσμιων ενοικιαστών[6] και θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την εκδίκαση μιας διαφοράς από αυτά. Οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς και έχουν συνοψιστεί στην σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΛΕΖΟΥ κ.α. v. ΧΑΡΗΣ ΚΑΦΑΡΙΔΗΣ ΕΣΤΕΗΤ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 295/2018, ημερ.28/3/24, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Για να υπάγεται μία διαφορά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) το ακίνητο να υπάγεται στα πλαίσια εφαρμογής του Ν.23/83, δηλαδή να ευρίσκεται εντός των ορίων ελεγχόμενης περιοχής και να συμπληρώθηκε μέχρι και την 31.12.1999,
β) να υφίσταται ενοικίαση ή άλλη κατοχή του ακίνητου δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή και
γ) ο ενοικιαστής να είναι θέσμιος και κατ' επέκταση η ενοικίαση να είναι θέσμια.
Σύμφωνα με τον νόμο, «θέσμιος ενοικιαστής» σημαίνει ενοικιαστής ακίνητου o οποίος κατά τη λήξη ή τον τερματισμό της πρώτης ενοικίασης εξακολουθεί να κατέχει το ακίνητο. Ως «πρώτη ενοικίαση» ορίζεται η πρώτη ενοικίαση του ακίνητου από τον εκάστοτε ενοικιαστή και η διάρκεια της καθορίζεται από το ενοικιαστήριο έγγραφο ή την προφορική συμφωνία ή ελλείψει αυτών από τον τρόπο πληρωμής του ενοικίου.»
48. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν.23/1983 «ιδιοκτήτης» περιλαμβάνει «εν σχέσει προς οιονδήποτε ακίνητον παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, πλην του ενοικιαστού, το οποίον δικαιούται ή θα εδικαιούτο, άνευ των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εις κατοχήν ακινήτου, και εν περιπτώσει υπενοικιάσεως, ενοικιαστήν όστις υπενοικιάζει το ακίνητον ή οιονδήποτε μέρος τούτου», «ενοικιαστής» περιλαμβάνει θέσμιο ενοικιαστή αλλά όχι μη πολίτη της Δημοκρατίας και «ακίνητο» σημαίνει «κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999» ενώ «ελεγχόμενη περιοχή» σημαίνει «οποιαδήποτε περιοχή της Κύπρου ήθελε κηρυχθεί ως τέτοια με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (3) του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου».
49. Περαιτέρω, η έννοια της λέξης «ακίνητο», έτυχε ερμηνείας στην υπόθεση ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ v. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 30/2019, 1/6/20, ECLI:CY:AD:2020:A171 και συγκεκριμένα επιβεβαιώθηκε η κατάληξη του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην Κωνσταντινίδη ν. Βραχίμη, αρ. αγωγής 567/1991, ημερ. 30/6/93 ότι, πέραν από την ανάγκη να αποδεικνύεται ότι το ακίνητο βρίσκεται σε ελεγχόμενη περιοχή και ότι συμπληρώθηκε μέχρι την 31/12/1999, πρέπει επιπρόσθετα να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να καταδεικνύεται ότι το ακίνητο προσφερόταν προς ενοικίαση ή να ήταν ενοικιασμένο κατά την πιο πάνω περίοδο.
50. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, με βάση τα όσα έχουν προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό εξέταση διαδικασίας και σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών, προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο γεγονότων μεταξύ των μερών ότι α) ο Ενάγοντας είναι ιδιοκτήτης του επίδικου διαμερίσματος το οποίο ευρίσκεται στην Λεμεσό, β) η Εναγόμενη είναι Κύπρια και διαμένει στο επίδικο διαμέρισμα, γ) η διαμονή της Εναγόμενης στο επίδικο διαμέρισμα προκύπτει από ενοικιαστήριο έγγραφο (Τεκμήριο 2 ΕΔ-VB) το οποίο συνάφθηκε μεταξύ της Εναγόμενης και του προηγούμενου ιδιοκτήτη/πατέρα της και δ) το προαναφερόμενο ενοικιαστήριο δεν ευρίσκεται πλέον σε ισχύ. Διίστανται φυσικά οι θέσεις ως προς τον τρόπο που η ενοικίαση στην βάση του τελευταίου έπαυσε να υφίσταται, αλλά δεν θεωρώ η εν λόγω διάσταση αναιρεί το υπόβαθρο που απαιτείται στο παρόν πλαίσιο για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος που έχει εγερθεί. Αποτελεί επίσης παραδεκτό υπόβαθρο μεταξύ των μερών ότι το επίδικο διαμέρισμα ολοκληρώθηκε πριν το 1999.
51. Εγείρονται όμως αντικρουόμενες θέσεις από τα μέρη ως προς το κατά πόσο το επίδικο ακίνητο βρισκόταν υπό ή προς ενοικίαση μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999. Η μαρτυρία που προσάχθηκε από πλευράς του Ενάγοντα προς υποστήριξη της θέσης ότι το επίδικο διαμέρισμα δεν προσφέρετο για ή τελούσε υπό ενοικίαση κατά την προαναφερόμενη περίοδο είναι το ενοικιαστήριο έγγραφο Τεκμήριο 2 ΕΔ-VB. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας βασίζεται επί σχετικής αναφοράς στην 1η σελίδα. Η θέση του Ενάγοντα ως και η μαρτυρία που προσήγαγε προς υποστήριξη της, τελούν υπό αμφισβήτηση από την Εναγόμενη η οποία έχει προσαγάγει τη δική της μαρτυρία προς αντίκρουση τους. Συγκεκριμένα, μέσω της ΕΔ-ΑΣ η Εναγόμενη αναφέρει ότι το επίδικο διαμέρισμα προσφερόταν ανέκαθεν από τον πατέρα της για ενοικίαση πριν το 2000 και ότι η αναφορά επί του Τεκμηρίου 2 ΕΔ-VB αφορά άλλο διαμέρισμα, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται από το υπόλοιπο περιεχόμενο του.
52. Κατά την άποψη μου η πιο πάνω της Εναγόμενης δεν έχει αντικρουστεί από τον Ενάγοντα, τουλάχιστον στην έκταση που απαιτείται για σκοπούς της υπό εξέτασης αίτησης. Παρά την από πλευράς του Ενάγοντα καταχώρησης συμπληρωματικής γραπτής μαρτυρίας για τον σκοπό αυτό, το περιεχόμενο των ΣΕΔ-ΜΚ1 και ΣΕΔ-ΜΚ2 όχι μόνο δεν αποσαφηνίζει, αλλά ούτε καν σχολιάζει τις αναφορές σε δύο διαφορετικά διαμερίσματα επί του Τεκμηρίου 2 ΕΔ-VB, τις οποίες επικαλείται η Εναγόμενη. Ούτε έχει παρουσιάσει οιανδήποτε θετική μαρτυρία ο Ενάγοντας προς αντίκρουση της θέσης της Εναγόμενης ότι το επίδικο διαμέρισμα ενοικιάζετο από τον πατέρα της κατά την κρίσιμη περίοδο. Το Τεκμήριο 1 ΣΕΔ-ΜΚ1, το οποίο σύμφωνα με τον Ενάγοντα αποτελεί πρακτικό του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού, δεν θεωρώ ότι αποτελεί μαρτυρία από μόνη της ικανή να αντικρούσει τα όσα η άλλη πλευρά έχει προσαγάγει εφόσον γίνεται μνεια στο πρακτικό σε ‘εκ πρώτης όψεως’ προβληματισμούς του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας του. Παράλληλα καλειται η δικηγόρος του Αιτητή να τοποθετηθεί σχετικά και να προβεί σε καταχώρηση τυχόν συμπληρωματικής μαρτυρίας, προφανώς για να καταστεί δυνατή η εξέταση του εν λόγω ζητήματος από πλευράς του Δικαστηρίου. Δηλαδή, δεν προκύπτει το ζήτημα της δικαιοδοσίας να εξετάστηκε από το Δικαστήριο ώστε να εκφέρει τελική κρίση επί του θέματος. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία που ο Ενάγοντας παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον σύμφωνα με την ΣΕΔ-ΜΚ1, η αίτηση που καταχώρησε ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων αποσύρθηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα και το ζήτημα δεν διαφαίνεται να εξετάστηκε στην έκταση ώστε το Δικαστήριο να εκφέρει τελική κρίση επί του ζητήματος και να εκδώσει σχετική απόφαση.
53. Ως προκύπτει από την πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΔΗΜΟΣ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΡΑΤΗ, Πολιτική Έφεση αρ. E47/2025, ημερ.28/5/25, με αναφορά στην ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ v. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. E178/2014, ECLI:CY:AD:2020:A285, ημερ.11/8/20, ζητήματα αρμοδιότητας τα οποία δεν γίνονται παραδεκτά στα δικόγραφα, πρέπει να αποδεικνύονται με θετική μαρτυρία ή με παραδοχή γεγονότων τα οποία είναι ικανά να θεμελιώσουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του παραδεκτό, αλλά ούτε και διαυγές, πραγματικό υπόβαθρο ώστε να καταλήξει κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία για το ζήτημα δικαιοδοσίας που εγείρει η Εναγόμενη, το οποίο αποτελεί νομικό ζήτημα και δεν δύναται να επιλυθεί χωρίς σαφήνεια ως προς το πλαίσιο γεγονότων που το περιβάλλει. Απαιτείται μαρτυρία με την οποία θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι θέσεις των μερών, ώστε να αξιολογηθεί και εξαχθούν ευρήματα ως προς το πραγματικό υπόβαθρο που είναι αναγκαίο για να αποφασιστούν μέσω δικαστικής κρίσης τα σχετικά νομικά θέματα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, όχι μόνο δεν είναι ξεκάθαρο το πλαίσιο των γεγονότων, αλλά οι θέσεις των μερών ως προς τα κρίσιμα γεγονότα είναι αντίθετες.
54. Συνακόλουθα, κρίνω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποσείσει το βάρος που του αναλογούσε και να αποδείξει, στα πλαίσια της υπο εξέταση αίτησης, ότι η Εναγόμενη δεν έχει προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και ότι δεν υπάρχει κάποιος άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή τα ζητήματα που εγείρονται πρέπει να αποφασιστούν σε δίκη. Συμπερασματικά, δεν δύναται το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση, ως ζητεί ο Ενάγοντας.
VII. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
55. Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
56. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Λαμβάνεται όμως υπόψη ότι τα μέρη, συμπεριλαμβανομένης της Εναγόμενης, κατά παράβαση του Μέρους 39 καν.9(1), δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον της για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.
57. Ως αποτέλεσμα, έχοντας υπόψη μου τον Κ.39.9(2), θεωρώ ότι οιονδήποτε ποσό επιδικαστεί υπέρ της, είναι ορθό υπό τις περιστάσεις να μειωθεί κατά 10%. Για τον ίδιο λόγο, κρίνω ότι δικαιολογείται απόκλιση από τον γενικό κανόνα με βάση τον καν.7 σε σχέση με τον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων από πλευράς του Δικαστηρίου.
58. Ως εκ των πιο πάνω, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης/ Καθ’ης η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή, τα οποία να υπολογιστούν λεπτομερώς από τον πρωτοκολλητή και τα οποία θα τελούν υπό την αίρεση της έγκρισης του δικαστηρίου, μειωμένα κατά 10%.
59. Τα έξοδα θα είναι καταβλητέα εντός 14 ημερών από την κοινοποίηση στην πλευρά του Ενάγοντα του εγκεκριμένου από πλευράς του Δικαστηρίου σχετικού καταλόγου.
(Υπ.)............................
Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. κ.1.5(2)(γ) των ΝΚΠΔ.
[2] Βλ. κ.24.1 (1) ΝΚΠΔ.
[3] Βλ. κ24.4 των ΝΚΠΔ και The White Book Service 2024: Civil Procedure, Vol.1, παρ. 24.2.3 υπό τον τίτλο «Burdens of proof».
[4] καν.12.1(2) των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.
[5] καν.12.1(3) των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.
[6] Βλ. Άρθρο 11(1)(α) του περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (Ν.23/1983).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο