ΑΝΤΡΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 808/21, 7/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΤΡΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 808/21, 7/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 808/21

Μεταξύ:

 ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Ενάγοντας

 

και

 

 

1.      ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

2.    ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ

Εναγόμενοι

 

Ως τροποποιήθηκε δυνάμει απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 10.06.24

 

ΑΝΤΡΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

 

Ενάγουσα

 

και

 

1.      ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

2.    ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΙΜΙΤΕΔ

Εναγόμενοι

-------------------

Αίτηση αντεξέτασης ημερ. 30.09.25

 

Ημερομηνία: 07.01.26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για  Εναγόμενους/Αιτητές: κ. Κ. Κουκούνης για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.  

Για Ενάγουσα/Καθ’ης η Αίτηση: κ. Χρ. Καστανιάς για Χρήστος Καστανιάς & Συνεργάτες

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

1.  Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα, αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνέπεια τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στις 19.03.20. Ειδικότερα, ως το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ημερ. 17.06.24, είναι η θέση του αποβιώσαντα ότι η Εναγόμενη 1 ενώ οδηγούσε αμελώς το όχημα της, που ήταν ασφαλισμένο από την Εναγόμενη 2, προκάλεσε τον τραυματισμό του.

 

Ιστορικό της παρούσας αγωγής

 

2.  Πέραν της εκδίκασης, από αδελφούς δικαστές, της αίτησης τροποποίησης ημερ. 26.10.22 της Ενάγουσας και της αίτησης διαγραφής της παρούσας αγωγής ημερ. 17.02.23 των Εναγομένων 1 και 2, παραμένει προς εκδίκαση (1) η δεύτερη αίτηση ημερ. 24.01.25 των Εναγομένων 1 και 2 για διαγραφή καθώς και (2) η αίτηση διαγραφής ημερ. 08.04.25 των Εναγομένων 1 και 2 προτάσεων της Ενάγουσας ως αναγράφονται στην Ένορκη Δήλωση της ημερ. 13.02.25, η οποία συνοδεύει την ένσταση της Ενάγουσας που καταχωρήθηκε στην προαναφερθείσα αίτηση ημερ. 24.01.25.

 

3.  Στα πλαίσια της αίτησης διαγραφής ημερ. 08.04.25 των Εναγομένων 1 και 2, η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση ημερ. 29.04.25, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση αυτής ίδιας ημερομηνίας. Ακολούθως, οι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 2 υπέβαλαν αίτημα για άδεια καταχώρησης αίτησης αντεξέτασης της Ενάγουσας, αναφορικά με ισχυρισμούς της επί συγκεκριμένων παραγράφων της ένορκης δήλωσης της ημερ. 29.04.25, δυνάμει του άρθρου 4 των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022 (35/22), το οποίο αίτημα εγκρίθηκε από αδελφό δικαστή στις 16.09.25.

 

Η παρούσα αίτηση

 

4.   Αντικείμενο της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου αποτελεί η αίτηση ημερ. 30.09.25 των Εναγομένων 1 και 2 (εφ’εξής «η επίδικη αίτηση») για αντεξέταση της Ενάγουσας αναφορικά με τους ισχυρισμούς της, ως περιέχονται στις παραγράφους 5, 6 και 10 έως 14 της ένορκης δήλωσης της ημερ. 29.04.25.  

 

5.  Η νομική βάση της επίδικης αίτησης στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ 1 – 7, 8 (1) (y), (z), (qq) και 9 – 13, Δ.28, Δ.30 Θ 1 – 11, Δ.39 Θ. 1 – 21, Δ.57 Θ. 1 – 4 και Δ.64, στα άρθρα 29 έως 32, 48 και 52 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, στα άρθρα 5 – 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του κοινοδικαίου, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του δικαστηρίου.

 

6.  Την επίδικη αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του «Θ.Θ.» (εφ’εξής «η Ε/Δ Θ.Θ.») ημερ. 30.09.25, ο οποίος είναι λειτουργός απαιτήσεων της Εναγόμενης 2 και εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 1 και 2 να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ο ομνύοντας στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα εκ της θέσης του και των καθηκόντων του και ένεκα εγγράφων που έχει στην κατοχή του. Περαιτέρω, προσδιορίζει ότι ο χρόνος αντεξέτασης της Ενάγουσας θα είναι περίπου 30 λεπτά. Ακολούθως στην Ε/Δ Θ.Θ., ο ομνύοντας αναφέρει ότι στην Ε/Δ ημερ. 29.04.25 της Ενάγουσας αυτή προβαίνει σε αναληθείς και αβάσιμους ισχυρισμούς τους οποίους οι Εναγόμενοι 1 και 2 απορρίπτουν και αμφισβητούν και επειδή υπάρχει πλήρης διάσταση γεγονότων μεταξύ των μερών υπάρχει καλός λόγος για αντεξέταση της Ενάγουσας, ώστε να διευκρινιστούν και να αποκρυσταλλωθούν τα πραγματικά γεγονότα ως παρουσιάζονται στην Ε/Δ της Ενάγουσας ημερ. 29.04.25, για να δύναται το Δικαστήριο να αποφασίσει επί της αίτησης διαγραφής ημερ. 08.04.25. Περαιτέρω, ο ομνύοντας αναφέρει ότι η αντεξέταση της Ενάγουσας είναι απαραίτητη για να μην παραμείνουν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας αναντίλεκτοι,  να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα ορθά και αληθή γεγονότα και να διαψευστούν οι αβάσιμοι και ανυπόστατοι ισχυρισμοί της Ενάγουσας, ως εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση της ημερ. 29.04.25.   

 

Ένσταση στην επίδικη αίτηση

 

7.  Η επίδικη αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας ημερ. 24.10.25 (εφ’εξής «η ένσταση»). Η ένσταση υποστηρίζεται από 10 λόγους ένστασης που δύναται να συνοψισθούν ως εξής: (1) δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης τους αιτούμενου διατάγματος ενώ έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα εξυπηρετήσει την εκδίκαση της αίτησης διαγραφής ημερ. 08.04.25 αλλά αποσκοπεί στην αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της ενάγουσας (λόγοι ένστασης 1 έως 3, 6, 7 και 9), (2) το αίτημα αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και/ή την καθυστέρηση εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (λόγος ένστασης 4), (3) με την επίδικη αίτηση, οι Αιτητές επεκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος υφίσταται διαφωνία μεταξύ των διαδίκων κατά παράβαση των αρχών που διέπουν την εξέταση τέτοιας φύσεως αιτήσεων και μοναδικό σκοπό έχουν να ενισχύσουν την δική τους «αξιοπιστία» με την αντεξέταση του συνόλου της ενόρκου δηλώσεως της Ενάγουσας (λόγος ένστασης 5), (4) η επίδικη αίτηση είναι κατά νόμο και/ή ουσία ατεκμηρίωτη και/ή στερείται οποιουδήποτε πραγματικού και/ή νομικού υποβάθρου και/ή είναι πρόωρη και/ή προσφέρεται άλλο κατάλληλο δικονομικό διάβημα, ήτοι με την καταχώριση αίτησης για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς αμφισβήτησή των ισχυρισμών της Ενάγουσας (λόγος ένστασης 8) και (5) οι παράγραφοι επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση της Ενάγουσας αφορούν καθαρά νομική συμβουλή που έλαβε η Ενάγουσας και/ή εξ’ακοής μαρτυρία και/ή δικούς της σχολιασμούς επί θεμάτων και συνεπώς δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης επί αυτών και/ή των νομικών συμβουλών (λόγος ένστασης 10). 

 

8.  Η νομική βάση της ένστασης βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.13, Δ.38 Θ. 1 -5, Δ.39 Θ. 1 – 5 και 18, Δ.48, Θ. 1 – 9 και Δ.64, στα άρθρα 15, 18, 19, 28, 30 και 35 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα άρθρα 2, 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 6, 8, 9 και 10 της  Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κυρώθηκε με τον Ν.39/62, στα άρθρα 28, 29, 31, 34 και 58 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, κεφ. 189, στα άρθρα 23, 24, 25, 26 (1) και 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, στις αρχές του δίκαιου της επιείκειας, του κοινοδικαίου, της ισονομίας, της ισότητας των όπλων, της φυσικής δικαιοσύνης, του δεδικασμένου (res judicata) και του estoppel, την νομολογία των Αγγλικών και Κυπριακών Δικαστηρίων καθώς και τη διακριτική ευχέρεια, τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.  

 

9.  H ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας ημερ. 24.10.25. όπου αναφέρει τους λόγους γιατί η ίδια θεωρεί ότι η επίδικη αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα, ήτοι επιδιώκεται η αντεξέταση της για σκοπούς διευκρίνησης ισχυρισμών της που παράλληλα απορρίπτονται και αμφισβητούνται από τους Εναγόμενους. Η ομνύουσα αναφέρει επιπλέον ότι κατ’ισχυρισμό η επίδικη αίτηση προωθείται με σκοπό την υπονόμευση της αξιοπιστίας της και ενίσχυση της αξιοπιστίας των Εναγομένων. Περαιτέρω, η ομνύουσα αναφέρει ότι οι παράγραφοι επί των οποίων επιζητείται η αντεξέταση της αφορούν νομικές συμβουλές και γεγονότα ως μεταφέρθηκαν από τον συνήγορο της και τον δικό της σχολιασμό επί αυτών ως η ίδια τα αντιλαμβάνεται και ότι δεν εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης από την αντεξέταση της επί αυτών της των ισχυρισμών ενώ στις παραγράφους 5, 6 και 11 της ένορκης δήλωσης της δεν αναφέρεται σε καταχρηστική ή ανέντιμη συμπεριφορά των Εναγομένων. Στην ένορκη της δήλωση, η ομνύουσα αναφέρει επιπλέον ότι, εξ’οσων λαμβάνει νομική συμβουλή, εφόσον οι Εναγόμενοι αμφισβητούν τους ισχυρισμούς της έπρεπε να προβούν στην καταχώριση αίτησης για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και όχι στην προώθηση της επίδικης αίτησης καθώς και ότι η διαφωνία των μερών αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλουν δεν αποτελεί ικανοποιητικός λόγος για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν θα διασαφηνιστεί κανένα ζήτημα με την αντεξέταση αυτής αλλά αντιθέτως θα διαιωνίσει την διαδικασία καθυστερώντας την εκδίκαση της αγωγής ενώ το δικαστήριο θα οδηγηθεί σε πλήρη ακροαματική διαδικασία με αντικείμενο την διακρίβωση αμφισβητούμενων γεγονότων αναφορικά με ζητήματα που αφορούν την έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας.

 

Γραπτές Αγορεύσεις των μερών

 

10.  Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς προς υποστήριξη των θέσεων τους. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και την Νομολογία στην οποία παρέπεμψαν το Δικαστήριο για σκοπούς υποστήριξης των θέσεων που εγείρουν. Θα αναφερθώ στις αγορεύσεις των μερών, όπου κριθεί αναγκαίο, πιο κάτω.

 

Νομική Πτυχή

 

11. H επίδικη αίτηση για αντεξέταση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διαλαμβάνει τα εξής:

 

«1. Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination.»

 

 

Σε ελεύθερη μετάφραση του Δικαστηρίου:

 

«1. Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία δύναται να προσκομισθεί με ένορκη δήλωση αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε διαδίκου, να διατάξει την παρουσία του δηλούντος προς αντεξέταση». (υπογράμμιση του Δικαστηρίου)

 

12. Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι το όλο ζήτημα ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προκύπτει από την λέξη «may», ήτοι «δύναται», η οποία ασκείται δικαστικά, σε συνάρτηση, πρωτίστως, με τα επίδικα ζητήματα σε τέτοιας φύσεως αιτήσεων καθώς και με τα ιδιαίτερα γεγονότα και ανάγκες κάθε υπόθεσης. Η αντεξέταση είναι επιτρεπτή επί ζητημάτων τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά την εκάστοτε κυρίως αίτηση αλλά δεν θα πρέπει να δίδεται άδεια για αντεξέταση όταν αυτή εμφανώς θα επεκτείνει τη συζήτηση σε μη αναγκαία, για την εξέταση της αίτησης, ζητήματα.

 

13. Ως προς τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο, κατά την άσκηση  της πιο πάνω διακριτικής του ευχέρειας, διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρονται πιο κάτω στο σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος, 21, σελ. 418-419:

 

«The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion». (υπογράμμιση του Δικαστηρίου)

 

14.  Όσο αφορά την ερμηνεία της Δ.39 Θ. 1 από τα Κυπριακά Δικαστήρια, στην υπόθεση Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου (2008) 1 Α.Α.Δ. 280  αναφέρθηκαν τα εξής σημαντικά:

 

«Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του Καθ’ ού στην αίτηση Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39 Θ. 1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της».

 

15. Επιπλέον στην υπόθεση Rana Wahed Ali (Αρ. 1) (2004) 1 Α.Α.Δ. 1660 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«[…] η αίτηση για αντεξέταση ομνύσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων.»

 

Εξέταση της επίδικης αίτησης

 

16. Το επίδικο ζήτημα της αίτησης διαγραφής ημερ. 08.04.35, σε συνάρτηση με το οποίο θα κριθεί η αναγκαιότητα παροχής άδειας για αντεξέταση της Ενάγουσας στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, είναι κατά πόσο οι συγκεκριμένες αναφορές που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 7, 8 και 21 της Ένορκης Δήλωσης της Ενάγουσας ημερ. 13.02.25 είναι πράγματι σκανδαλώδεις και/ή αχρείαστες, καθώς και κατά πόσο τα όσα αναφέρονται στην προαναφερθείσα παράγραφο 21 καλύπτονται από προνόμιο.

 

17. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας στις παραγράφους 5, 6 και 11 της Ένορκης Δήλωσης της ημερ. 29.04.25, ζητείται η αντεξέταση της ως προς τον τρόπο και τις συνθήκες που ενήργησαν οι εναγόμενοι και/ή οι δικηγόροι τους καθώς και ως προς την κατ’ισχυρισμό καταχρηστική συμπεριφορά των Εναγομένων και/ή των δικηγόρων τους. Έχω εξετάσει τις προαναφερθείσες παραγράφους της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας ημερ. 29.04.25 και διαπιστώνω ότι σε αυτές η Ενάγουσα, εξ’όσων λαμβάνει νομική συμβουλή, εκθέτει τους λόγους για τους οποίους η ίδια θεωρεί ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων διαγραφής. Δεν προκύπτει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αναγκαιότητα περαιτέρω διευκρίνησης των όσων προβάλλει η Ενάγουσα για σκοπούς εξέτασης της αίτησης ημερ. 08.04.25, ώστε να δικαιολογείται η αντεξέταση της επί των εν λόγω παραγράφων. Η όποια συμπεριφορά αποδίδει η Ενάγουσα είτε στους Εναγόμενους είτε ενδεχομένως στους δικηγόρους τους αποτελεί προσωπική της θέση, η οποία δεν δεσμεύει το Δικαστήριο και ούτε χρήσουν διευκρίνησης για σκοπούς εξέτασης της αίτησης ημερ. 08.4.25.

18. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας στις παραγράφους 10 και 11 της Ένορκης Δήλωσης της ημερ. 29.04.25, ζητείται η αντεξέταση της ως προς φερόμενες προσβλητικές και σκανδαλώδεις αναφορές της ομνύουσας εις βάρος των Εναγομένων και των δικηγόρων τους καθώς και ως προς τον ισχυρισμό της ότι οι υπό διαγραφή αναφορές της είναι αληθείς και ότι είχαν επαναληφθεί από την ίδια στο παρελθόν και δήθεν οι Εναγόμενοι δεν ενοχληθήκαν. Έχω εξετάσει τις προαναφερθείσες παραγράφους της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας ημερ. 29.04.25 και διαπιστώνω ότι η Ενάγουσα, εξ’όσων λαμβάνει νομική συμβουλή, απαντά επί ισχυρισμών που αναγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 08.04.25, χωρίς να ανακύπτει ανάγκη διασαφήνισης των όσων προβάλλει για σκοπούς εξέτασης της αίτησης ημερ. 08.04.25. Ο σχολιασμός της Ενάγουσας αναφορικά με τον τρόπο που ενεργούν οι Εναγόμενοι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και ο ισχυρισμός της ότι παρόμοιες αναφορές της δεν ενόχλησαν σε προγενέστερη διαδικασία μεταξύ των μερών, αποτελούν προσωπικές της θέσεις, οι οποίες δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο  και ούτε χρήζουν διευκρίνησης για σκοπούς εξέτασης της αίτησης ημερ. 08.4.25.

 

19. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 12 έως 14 της Ένορκης Δήλωσης της ημερ. 29.04.25, ζητείται η αντεξέταση της Ενάγουσας ως προς: (α) τους ισχυρισμούς της περί δήθεν άνευ βλάβης και προνομιούχων συζητήσεων μεταξύ των δικηγόρων των μερών, (β) τον ισχυρισμό της περί απειλής και εκβιασμού προς αποδοχή της κατ’ισχυρισμό πρότασης, (γ) τον ισχυρισμό της περί φίμωσης της και/ή παράβασης των συνταγματικών της δικαιωμάτων, (δ) τον ισχυρισμό της ότι οι εν λόγω συζητήσεις εξώδικης διευθέτησης δεν ήταν άνευ βλάβης και εμπίπτουν στις εξαιρέσεις που θέτει ο νόμος καθώς και (ε) τον ισχυρισμό της ότι η πρόθεση των Εναγομένων για εξώδικη διευθέτηση δεν ήταν γνήσια αλλά αποσκοπούσε στην άσκηση ψυχολογικής πίεσης υπό τον εκβιασμό περαιτέρω δικονομικών μέτρων. Έχω εξετάσει τις προαναφερθείσες παραγράφους και διαπιστώνω ότι η Ενάγουσα παραθέτει, κατά τον ισχυρισμό της, τα όσα της ανάφερε ο συνήγορος της σχετικά με την συζήτηση των συνηγόρων των μερών για εξώδικη διευθέτηση, πως η ίδια την αντιλήφθηκε και για ποιον λόγο θεωρεί ότι η εν λόγω συζήτηση δεν ήταν «άνευ βλάβης». Περαιτέρω, η ομνύουσα αναφέρει ότι δεν αποκαλύπτει το ακριβές περιεχόμενο της συζήτησης των δικηγόρων και εν πάση περίπτωση, ως λαμβάνει νομική συμβουλή, γιατί η ίδια θεωρεί ότι η εν λόγω συζήτηση εμπίπτει στις εξαιρέσεις του νόμου και δεν καλύπτεται από προνόμιο. Τα όσα παραθέτει η ομνύουσα στις εν λόγω παραγράφους δεν χρήζουν διευκρίνησης προκειμένου το Δικαστήριο να εξετάσει την αίτηση ημερ. 08.04.25. Η θέση της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι προσπαθούν να την φιμώσουν, μετά που την απείλησαν με νέα δικαστικά μέτρα, καθώς και να της υποδείξουν τι να αναφέρει, αποτελεί προσωπική της άποψη, που δεν δεσμεύει το Δικαστήριο και ούτε χρήζει διευκρίνησης για σκοπούς εξέτασης της αίτησης ημερ. 08.04.25.

 

20. Προς τούτο σημειώνω ότι η ελευθερία της έκφρασης κάθε διαδίκου, προστατεύεται τόσο από το Άρθρο 19 του Συντάγματος όσο και από το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, χωρίς ωστόσο να πρόκειται για απόλυτο δικαίωμα, καθότι δύναται να περιοριστεί υπό προϋποθέσεις, ως διαλαμβάνει το Άρθρο 19 (3) του Συντάγματος και το Άρθρο 10 (2) της Ευρωπαϊκής Συμβάσης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

21. Αναφέρω επιπλέον ότι η επίδικη αίτηση είναι καταδικαστέα σε απόρριψη και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι τα ζητήματα για τα οποία ζητείται η αντεξέταση της Ενάγουσας εκτείνονται επί διαφορών μεταξύ των μερών, αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ως αυτά φέρονται να έχουν διαδραματιστεί. Η παρούσα διαδικασία δεν αποτελεί το κατάλληλο δικονομικό βήμα εφόσον οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, τους οποίους επιθυμούν να διαγράψουν με την αίτηση τους ημερ. 08.04.25, και δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε καλός λόγος για έγκριση της επίδικης αίτησης.

 

22. Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς έγκριση της επίδικης αίτησης. Ως εκ τούτου, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται.

 

Κατάληξη

 

23. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/Καθ’ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.

24. Οι αιτήσεις ημερ.  24.01.25 και 08.04.25 ορίζονται για Προγραμματισμό στις 13/02/26 και η ώρα 9:00π.μ. με την φυσική παρουσία τόσο των συνηγόρων που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση όσο και των διαδίκων.

 

 

 

 

(Υπ.)……………………...

Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο