ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1512/22 (i -Justice)
Μεταξύ:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ
Ενάγοντας
και
ΑΥΞΕΝΤΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ
Εναγόμενη
--------------------
Ημερομηνία: 23.01.26
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγοντα: κα. Μ. Παστελλά για Κλεάνθης Καραμανίδης Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενης: κ. Γ. Κωνσταντινίδης για Γιάννης Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
AΠΟΦΑΣΗ
1. Με την παρούσα αγωγή, ως το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερ. 22.09.22, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης ποσό ύψους €5.852,25, που αντιπροσωπεύει αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη, πλέον νόμιμο τόκο.
Δικόγραφα
2. Ειδικότερα, ο Ενάγοντας, στην Έκθεση Απαίτησης του, ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τον Μάρτιο του 2021 επισκέφθηκε το κατάστημα και/ή υποστατικό της Εναγόμενης με σκοπό την αγορά μεταχειρισμένου γεωργικού μηχανήματος, ήτοι τρακτέρ με σβάρνα και κάποιες τσάπες, με σκοπό την καλλιέργεια οικογενειακών του κτημάτων. Προς τούτο, του προτάθηκε μεταχειρισμένο γεωργικό μηχάνημα τρακτέρ μάρκας «Massey Ferguson», με σβάρνα και άλλα παρελκόμενα, 49,5 ίππων.
3. Ακολούθως, τα μέρη συνήψαν προφορική συμφωνία και/ή εν μέρει προφορική και γραπτή συμφωνία και/ή βάσει προσφοράς και αποδοχής συμφώνησαν και προς τούτο εκδόθηκε τιμολόγιο δια το ποσό των €11.400 για το προαναφερθέν τρακτέρ, με την προϋπόθεση ότι η Εναγόμενη θα το επισκεύαζε, θα το έβαφε, θα αντικαθιστούσε τα παλιά ελαστικά με καινούρια και θα το παρέδιδε στον Ενάγοντα σε άριστη και λειτουργήσιμη κατάσταση, ενώ με την παράδοση θα λάμβανε χώρα και η μεταβίβαση. Περαιτέρω, ως η Έκθεση Απαίτησης, συμφωνήθηκε η καταβολή, από τον Ενάγοντα, επιπλέον ποσού ύψους €850 για επιπρόσθετη κούπα μεταφοράς υλικών, όλα για το συνολικό ποσό των €12.250, με εξάμηνη εγγύηση καθώς και ότι η Εναγόμενη θα επισκεύαζε και/ή διόρθωνε δωρεάν οποιαδήποτε βλάβη παρουσιαζόταν στα γεωργικά μηχανήματα και/ή εργαλεία. Προς τούτο, ο Ενάγοντας υπέγραψε το έντυπο Μεταβίβασης και το Τιμολόγιο και κατέβαλε στην Εναγόμενη, σε δύο πληρωμές των €5.000 και €7.250, το ποσό των €12.250.
4. Κατά την παράδοση του προαναφερθέντος τρακτέρ, κατά ή περί την 04.04.21, αφού τέθηκε σε λειτουργία, διαπιστώθηκε ότι αυτό έχανε λάδια και δεν έφερε πινακίδες εγγραφής. Προς τούτο, στις 17.04.21, μηχανικός της Εναγόμενης προέβη σε επιδιόρθωση του τρακτέρ και διαβεβαίωσε τον Ενάγοντα ότι αυτό είναι πλέον κατάλληλο για άμεση χρήση.
5. Λίγες μέρες αργότερα, κατά τη χρήση του προαναφερθέντος τρακτέρ για όργωση ενός από τα οικογενειακά του κτήματα μαζί με Ιερέα του χωριού, ο Ενάγοντας, μετά από δεκαπέντε (15) λεπτά λειτουργίας, διαπίστωσε ότι το τρακτέρ έχανε εκ νέου λάδια και είχε υπερθερμανθεί. Στη συνέχεια, ο Ενάγοντας, μαζί με τον Ιερέα του χωριού, στην προσπάθεια τους να ξεκινήσουν το τρακτέρ, έβαλαν νερό στο ραδιατέρ και λάδι και τότε διαπίστωσαν ότι έβγαζε αγιώματα το ραδιατέρ και ότι, ως εκ τούτου, δεν έγινε η αντικατάσταση εξαρτημάτων κατά παράβαση της πιο πάνω προφορικής συμφωνίας των διαδίκων.
6. Ακολούθως, κατά ή περί τις 15.05.21, μηχανικός της Εναγόμενης προέβη σε επιθεώρηση και επιβεβαίωσε ότι το τρακτέρ δεν λειτουργούσε και απαιτούσε επισκευή και αλλαγή ραδιατέρ. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, επρόκειτο για εργασίες τις οποίες η Εναγόμενη όφειλε και/ή ανάλαβε και/ή παρέλειψε να εκτελέσει πριν την παράδοση. Επιπλέον, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, κατόπιν έρευνας του Ενάγοντα και του δικηγόρου του, εντοπίστηκαν τα στοιχεία του τρακτέρ και διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός πλαισίου ήταν παραποιημένος και/ή αλλοιωμένος καθώς και ότι η μηχανή ήταν μικρότερη κυβισμού από 49,5 ίππους που ψευδώς και/ή ανακριβώς δηλώθηκαν στον Ενάγοντα.
7. Στη συνέχεια, παρά την ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των μερών και λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος, χωρίς η Εναγόμενη να μεριμνήσει για την επιδιόρθωση του τρακτέρ ή την παραλαβή του και την επιστροφή των χρημάτων που της καταβληθήκαν, με νέα επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερ. 18.04.22 προς την Εναγόμενη, η τελευταία ενημερώθηκε ότι ο Ενάγοντας είχε υποστεί ζημιά και/ή απώλεια, εξ’υπαιτιότητας της Εναγόμενης, αφού προέβη στην επιδιόρθωση του τρακτέρ με δικά του έξοδα, συνολικού ύψους €5.825,25, τα οποία αξιώνει με την παρούσα αγωγή.
8. Η Εναγόμενη καταχώρισε Υπεράσπιση, στις 24.03.23, στην οποία ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας προσήλθε στα γραφεία της γνωρίζοντας επακριβώς τι επιθυμούσε να αγοράσει και ότι το τρακτέρ που, εν τέλει, αγόρασε αποτέλεσε αποκλειστικά δική του επιλογή, χωρίς να του έχει προταθεί από την Εναγόμενη ή από αντιπρόσωπο αυτής. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι εξέδωσε Δελτίο Παραγγελίας, στο οποίο περιγράφονταν τα είδη τα οποία συμφώνησε να πουλήσει η Εναγόμενη στον Ενάγοντα και η τιμή ανά προϊόν καθώς και ότι αυτό υπεγράφη από τον Ενάγοντα και τον Διευθυντή της Εναγόμενης. Με την Υπεράσπιση της η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι στο εν λόγω Δελτίο Παραγγελίας αναγράφεται ξεκάθαρα ότι το τρακτέρ, η τσάπα και η σβάρνα πωλούνταν μεταχειρισμένα και στην κατάσταση στην οποία ευρίσκονταν. Η Εναγόμενη επιπλέον αρνείται ότι συμφώνησε να επισκευάσει το τρακτέρ με καινούργια ανταλλακτικά και ελαστικά, βαμμένο και έτοιμο για πλήρη χρήση και ισχυρίζεται ότι προέβη σε μια επισκευή του τρακτέρ (γενικό service), παραδίδοντας το σε λειτουργήσιμη κατάσταση, χωρίς να παράσχει ουδεμία εγγύηση, καθότι επρόκειτο για μεταχειρισμένο προϊόν με κατασκευαστικό έτος το 1966.
9. Σε σχέση με την παράδοση του τρακτέρ, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα (έχανε λάδι μια τσιμούχα) το οποίο αποκαταστάθηκε άμεσα από την Εναγόμενη και συνεπώς το τρακτέρ ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Η Εναγόμενη επιπλέον αρνείται τη ζημιά που υπέστη ο Ενάγοντας κατά τη χρήση του τρακτέρ και ότι αυτό έβγαζε αγιώματα από το ραδιατέρ. Στην Έκθεση Υπεράσπιση της ισχυρίζεται επιπλέον ότι η οποιαδήποτε ζημιά υπέστη ο Ενάγοντας, αυτή οφείλεται στον κακό χειρισμό του Ενάγοντα και/ή άγνοια και μη εξοικείωση του Ενάγοντα στην χρήση του τρακτέρ, την οποία δικογραφεί, ενώ η Εναγόμενη ουδεμία ευθύνη έχει.
10. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, που καταχωρήθηκε στις 05.04.23, ο Ενάγοντας απέρριψε τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης και επανέλαβε τους ισχυρισμούς του, ως αναγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης του.
Η ακροαματική διαδικασία
11. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το 2022 και συνεπώς ισχύουν οι πρόνοιες της Δ.30 των παλιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε. Παρόλο που η αξίωση της παρούσας αγωγής υπερβαίνει το ποσό των €3.000, ως προκύπτει από το πρακτικό ημερ. 24.10.24, κατόπιν συμφωνίας των μερών δοθήκαν οδηγίες του Δικαστηρίου όπως η παρούσα εκδικαστεί ως υπόθεση «ταχείας εκδίκασης», σύμφωνα με τις πρόνοιες τις Δ.30. θ.5(4).[1] Το σύνολο της μαρτυρίας του Ενάγοντα προσκομίστηκε υπό μορφή γραπτών δηλώσεων ενώ του σύνολο της μαρτυρίας της Εναγόμενης προσκομίστηκε υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς μάρτυρας αντεξετάστηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής.
12. Ειδικότερα, προς υποστήριξη της αγωγής του Ενάγοντα καταχωρήθηκε στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, στις 11.04.25, έγγραφο με τίτλο «Γραπτή Δήλωση» του ιδίου ημερομηνίας 10.04.25 δια το οποίο ο Ενάγοντας ορκίστηκε ενώπιον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ανυπόγραφη γραπτή δήλωση του κ. Α. Α.» ημερ. 10.04.25 και ανυπόγραφη γραπτή δήλωση του κ. «Χ. Χ. Χ.» ημερ. 10.04.25. Σημειώνεται ότι για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης δεν λήφθηκαν υπόψη τα Τεκμήριο 6, 7 και 8 προς Αναγνώριση που δεν κατατέθηκαν ως κανονικά Τεκμήρια από τον Ενάγοντα (βλ. Δημοκρατία ν. Epco Cyprus Ltd (2007) 1Β Α.Α.Δ. 883, Lefkaritis Bros Ltd v Tanya Shipping Office (1987) 1 C.L.R. 43, 49, Demeco Company Ltd v Beckhoff Gasellchaft MBH (1988) 1 C.L.R. 82 και Galip v Suleyman (1963) 2 C.L.R. 129).
13. Προς υποστήριξη της Υπεράσπισης, καταχωρήθηκε στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, στις 28.07.25, ένορκη δήλωση του κ. «Α.Α» ημερ. 28.07.25 και ένορκη δήλωση του κ. «Ζ.Ν.» ημερ. 28.07.25.
14. Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση με γραπτές τελικές αγορεύσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης προς υποστήριξη των θέσεων που εγείρουν.
15. Εξέτασα με πολύ προσοχή τόσο την προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και τις Γραπτές Αγορεύσεις των μερών, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο η ειδική επίκλησή τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490 και BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANKJOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK" BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, ημερ. 16/3/2022). Αναφέρω βεβαίως ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα περιόρισε την αξίωση του στη βάση του αγώγιμου δικαιώματος περί παράβασης του συμφωνηθέντος όρου, ότι το επίδικο τρακτέρ θα παραδιδόταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση, επί του οποίου ο Ενάγοντας αξιώνει τις αιτούμενες ζημίες, πλην του ποσού των €350 που αντιπροσωπεύει αμοιβή τρίτων στην καλλιέργεια χωραφιών, το οποίο πλέον δεν διεκδικείται. Ένεκα της αρχής ότι ισχυρισμοί που δεν προωθούνται θεωρούνται εγκαταλειφθέν, το μόνο επίδικο θέμα προς εξέταση παραμένει κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται τις ειδικές αποζημιώσεις που αξιώνει λόγω παραβίασης, εκ μέρους της Εναγόμενης, του ως άνω όρου της συμφωνίας μεταξύ των μερών.
Η Μαρτυρία
Σύνοψη μαρτυρίας του Ενάγοντα
16. Παρόλο που η μαρτυρία είναι καταχωρημένη εντός του ηλεκτρονικού φακέλου της παρούσας υπόθεσης, παραθέτω μια σύνοψη αυτής για εκάστη πλευρά. Ο Ενάγοντας (εφ’εξής, στην παρούσα ενότητα, «ο ΜΕ.1») στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι είναι μόνιμος κάτοικος Λευκωσίας, λογιστής και ασχολείται μεταξύ άλλων με την γεωργία και την εκμετάλλευση γεωργικών οικογενειακών του κτημάτων στην Πάφο. Αναφορικά με την Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, ασχολείται με την πώληση και/ή επιδιόρθωση γεωργικών μηχανημάτων και έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Λεμεσό. Προς τούτο αντίγραφο έρευνας στο μητρώο του Έφορου Εταιρειών αναφορικά με την Εναγόμενη επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1.
17. Ως προς τα επίδικα γεγονότα, ο ΜΕ.1 ανάφερε ότι, κατά ή περί τον Μάρτιο του 2021, επισκέφθηκε το κατάστημα και/ή υποστατικό της Εναγόμενης, ως ειδικός επαγγελματίας και/ή πωλητής, εκφράζοντας την πρόθεση του να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο γεωργικό μηχάνημα, ήτοι ένα τρακτέρ με σβάρνα και κάποιες τσάπες για σκοπούς καλλιέργειας οικογενειακών του κτημάτων. Προς τούτο λειτουργός και/ή διευθυντής της Εναγόμενης του πρότεινε μεταχειρισμένο γεωργικό μηχάνημα, ήτοι τρακτέρ μάρκας «Massey Ferguson» με σβάρνα και άλλα παρελκόμενα, 49,5 ίππων το οποίο είναι κατάλληλο για τον σκοπό του. Περαιτέρω, ο ΜΕ.1 ισχυρίζεται ότι τα μέρη συμφωνήσαν προφορικά και/ή εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτώς και/ή βάση προσφοράς και αποδοχής και προς τούτο εκδόθηκε τιμολόγιο δια το ποσό των €11.400 για το προαναφερόμενο τρακτέρ, με την προϋπόθεση ότι η Εναγόμενη θα το επισκεύαζε, θα το έβαφε, θα αντικαθιστούσε τα παλιά ελαστικά με καινούρια και θα το παρέδιδε στον ΜΕ.1 σε άριστη και λειτουργήσιμη κατάσταση, ενώ με την παράδοση θα λάμβανε χώρα και η μεταβίβαση. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε η καταβολή, από τον ΜΕ.1, επιπλέον ποσού ύψους €850 για επιπρόσθετη κούπα μεταφοράς υλικών, όλα για το συνολικό ποσό των €12.250, με εξάμηνη εγγύηση καθώς και ότι η Εναγόμενη θα επισκεύαζε και/ή διόρθωνε δωρεάν οποιαδήποτε βλάβη παρουσιαζόταν στα γεωργικά μηχανήματα και/ή εργαλεία.
18. Ο ΜΕ.1 δήλωσε ότι αφού τα μέρη συμφωνήσαν, αυτός υπέγραψε το έντυπο Μεταβίβασης και το Τιμολόγιο, τα οποία δεν έλαβε, ενώ κατέβαλε στην Εναγόμενη, σε δύο πληρωμές των €5.000 και €7.250, το συμφωνημένο ποσό των €12.250. Προς τούτο αντίγραφο απόδειξης είσπραξης αρ. 185515 ημερ. 16.03.21 για το ποσό των €5.000 και αντίγραφο απόδειξης είσπραξης αρ. 185523 ημερ. 04.04.21 για το ποσό των €7.250 επισυναφθήκαν ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα και αντίγραφο επιταγής του Ενάγοντα ημερ. 16.03.21 προς την Εναγόμενη δια το ποσό των €5.000 και αντίγραφο επιταγής του Ενάγοντα ημερ. 04.04.21 προς την Εναγόμενη δια το ποσό των €7.250 επισυναφθήκαν ως Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα.
19. Ο ΜΕ.1 ακολούθως ισχυρίστηκε ότι κατά την παράδοση του προαναφερόμενου τρακτέρ από λειτουργό και/ή διευθυντή της Εναγόμενης, κατά ή περί την 04.04.21, αφού τέθηκε σε λειτουργία, διαπιστώθηκε ότι αυτό έχανε λάδια από τη μηχανή και δεν έφερε πινακίδες εγγραφής. Προς τούτο, ο λειτουργός και/ή ο διευθυντής της Εναγόμενης τον διαβεβαίωσαν ότι θα ερχόταν μηχανικός για διευθέτηση του προβλήματος και ότι θα του αποστέλλονταν ο τίτλος ιδιοκτησίας του τρακτέρ. Ακολούθως, στις 17.04.21, μηχανικός της Εναγόμενης προέβη σε επιδιόρθωση του τρακτέρ και διαβεβαίωσε τον ΜΕ.1 ότι αυτό είναι πλέον κατάλληλο για άμεση χρήση.
20. Λίγες μέρες αργότερα, κατά τη χρήση του τρακτέρ για όργωση ενός από τα οικογενειακά του κτήματα, μαζί με Ιερέα του χωριού, ο ΜΕ.1 διαπίστωσε ότι, μετά από δεκαπέντε (15) λεπτά λειτουργίας, το τρακτέρ έχανε εκ νέου λάδια και είχε υπερθερμανθεί. Στη συνέχεια, ο ΜΕ.1, μαζί με τον Ιερέα του χωριού, στην προσπάθεια τους να ξεκινήσουν το τρακτέρ, έβαλαν νερό στο ραδιατέρ και λάδι και τότε διαπίστωσαν ότι έβγαζε αγιώματα το ραδιατέρ και ότι, ως εκ τούτου, δεν έγινε η αντικατάσταση εξαρτημάτων, από την Εναγόμενη, κατά παράβαση της εν μέρει προφορικής συμφωνίας των διαδίκων.
21. Ακολούθως, λόγω πολλών προσπαθειών του ΜΕ.1 να επικοινωνήσει με την Εναγόμενη χωρίς ανταπόκριση, ο ΜΕ.1 αναγκάστηκε να αποταθεί σε δικηγόρο ο οποίος επικοινώνησε με την Εναγόμενη και μηχανικός της Εναγόμενης επικοινώνησε με τον ΜΕ.1 για να γίνει επιθεώρηση του τρακτέρ. Προς τούτο, κατά ή περί τις 15.05.21, ο μηχανικός της Εναγόμενης προέβη σε επιθεώρηση του τρακτέρ και επιβεβαίωσε ότι αυτό δεν λειτουργούσε και απαιτούσε επισκευή και αλλαγή ραδιατέρ, εργασίες τις οποίες η Εναγόμενη όφειλε και/ή ανάλαβε και/ή παρέλειψε να εκτελέσει πριν την παράδοση. Επιπλέον, ο ΜΕ.1 ισχυρίζεται ότι κατόπιν έρευνας του ιδίου και του δικηγόρου του, εντοπίστηκαν τα στοιχεία του τρακτέρ και διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός πλαισίου ήταν παραποιημένος και/ή αλλοιωμένος καθώς και ότι η μηχανή του τρακτέρ ήταν μικρότερη κυβισμού από 49,5 ίππους που ψευδώς και/ή ανακριβώς δηλώθηκαν στον ΜΕ.1.
22. Ακολούθως, παρά την ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των μερών και λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος, χωρίς η Εναγόμενη να μεριμνήσει για την επιδιόρθωση του τρακτέρ ή την παραλαβή του και την επιστροφή των χρημάτων που της καταβληθήκαν, με νέα επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερ. 18.04.22 προς την Εναγόμενη, η τελευταία ενημερώθηκε ότι ο Ενάγοντας είχε υποστεί ζημιά και/ή απώλεια εξ’υπαιτιότητας της Εναγόμενης, αφού προέβη στην επιδιόρθωση του τρακτέρ με δικά του έξοδα. Προς τούτο αντίγραφο τιμολογίου αρ. 24939 ημερ. 20.11.21 δια το ποσό των €4.787,00 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 προς αναγνώριση, αντίγραφο τιμολογίου αρ. 23866 ημερ. 03.12.21 δια το ποσό των €150 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 προς αναγνώριση,[2] αντίγραφο Έκθεσης Εμπειρογνώμονα του κ. «Α.Α» ημερ. 03.12.21 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8 προς αναγνώριση[3] και δέσμη της ανταλλαχθείσας αλληλογραφίας των δικηγόρων των μερών, για σκοπούς διευθέτησης της υπόθεσης, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9.[4]
23. Ο ΜΕ.1 επιπλέον αναφέρθηκε στο παράπονο που υπέβαλε εναντίον της Εναγόμενης, μέσω του δικηγόρου του, στην Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή. Τέλος, δήλωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο δικηγόρος του προειδοποίησε την Εναγόμενη προφορικά και/ή γραπτά να τους ενημερώσει για τις παράνομες και αυθαίρετες πράξεις και/ή παραλείψεις της με σκοπό την τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων της δυνάμει της γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας των μερών και την εξεύρεση ειρηνικής λύσης αλλά η Εναγόμενη αμέλησε και/ή αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να συμμορφωθεί και/ή πλουτίζοντας αδικαιολόγητα με αποτέλεσμα την ανεπανόρθωτη ζημιά και απώλεια στα έσοδα του συνολικού ύψους €5.852,25, περιλαμβανομένων της αμοιβής του εμπειρογνώμονα/εκτιμητή ζημιάς ύψους €150, των επιπρόσθετων εργασιών για επιδιόρθωση του τρακτέρ ύψους €4787, την αμοιβή τρίτων για καλλιέργεια των χωραφιών του ύψους €350 και την αμοιβή για παροχή νομικών υπηρεσιών ύψους €565,25. Προς τούτο αντίγραφο τιμολογίου αρ. F00239649 ημερ. 16.06.22 ύψους €565,25 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10, δέσμη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή και του δικηγόρου του Ενάγοντα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11 και αντίγραφο Έντυπου Υποβολής Παραπόνου του Ενάγοντα προς την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 12.
Γραπτές Δηλώσεις των κ.κ. «Α.Α.» και «Χ.Χ.Χ.» ημερ. 10.04.25
24. Αναφορικά με τις γραπτές δηλώσεις των κ.κ. «Α.Α» και «Χ.Χ.Χ» ημερ. 10.04.25 (εφ’εξής «οι Γραπτές Δηλώσεις») που, ως αναφέρω ανωτέρω, καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα παρατηρώ ότι αυτές δεν συμμορφώνονται με την Δ.30 Θ.5(5)(i) των παλιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που διαλαμβάνει τα εξής:
«Δ.30 Θ. 5 (5) Οποτεδήποτε καταχωρείται έγγραφη μαρτυρία, αυτή συμμορφώνεται με τους ακόλουθους κανόνες:
(i) Η έγγραφη μαρτυρία κατατίθεται με ένορκη δήλωση ή με δήλωση κατόπιν της νενομισμένης διαβεβαίωσης»
25. Ειδικότερα, στην παρούσα περίπτωση οι Γραπτές Δηλώσεις είναι ανυπόγραφες και δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω μάρτυρες έχουν ορκιστεί με τη νενομισμένη διαβεβαίωση, δηλαδή να έχουν ορκιστεί[5] ενώπιον του Δικαστηρίου ή Πρωτοκολλητή οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή ενώπιον προσώπου ειδικώς εξουσιοδοτημένου προς τούτο από το Ανώτατο Δικαστήριο.[6] Παρά το γεγονός ότι κατά την εκδίκαση υποθέσεων «ταχείας διαδικασίας» δεν υποβάλλονται ενστάσεις αναφορικά με την αποδεκτότητα της μαρτυρίας που προσκομίζουν οι διάδικοι, εντούτοις το Δικαστήριο έχει το καθήκον και την εξουσία να αγνοήσει προσκομισθείσα μαρτυρία η οποία δεν συμμορφώνεται με τις ουσιώδεις προϋποθέσεις της Δ.30 θ. 5 (5) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Έχοντας υπόψη ότι οι Γραπτές Δηλώσεις, ως αναφέρω ανωτέρω, δεν συμμορφώνονται με τη Δ.30 θ.5 (5) (i), θεωρώ ότι η παράλειψη αυτή είναι θεμελιώδης, καθότι άπτεται της ουσίας της μαρτυρίας, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει ενώπιον του τη μαρτυρία των κ.κ. «Α.Α» και «Χ.Χ.Χ» προς αξιολόγηση αυτής.
26. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα όσα διαλαμβάνει η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία κατήργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρων και αντικανονικών μέτρων καθιστώντας κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς αντικανονικότητα που μπορεί να θεραπευθεί, νοουμένου ότι ο υπεύθυνος για την παρατυπία διάδικος προβεί σε σχετικό διάβημα (βλ. Dasaki Enterntainment Co. Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2) (2009) 1 Α.Α.Δ. 356, Wunderlich v. Παναγιώτου (1999) 1 Α.Α.Δ. 366, Earlsfield Steel Limited v. Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A.N. Kyjmin (2009) 1 A.A.Δ. 1350 και Αρέστη ν. Ερμογένους (2010) 1 Α.Α.Δ. 1844). Στην παρούσα περίπτωση όμως καταλήγω ότι δεν τίθεται ζήτημα θεραπείας παρατυπίας, δυνάμει της Δ.64, καθότι, πέραν του ότι δεν υποβλήθηκε οποιοδήποτε σχετικό αίτημα από την πλευρά του Ενάγοντα, η υπό κρίση παράλειψη δεν αποτελεί απλά παραβίαση της Δ.30 θ. 5 (5) (i) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά άπτεται της αποδεκτότητας της ίδιας της μαρτυρίας των κ.κ. «Α.Α» και «Χ.Χ.Χ», δεδομένου ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν υπέγραψαν ούτε ορκίστηκαν επί του περιεχομένου των δηλώσεων τους, κατά τρόπο ώστε οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί τους να τους δεσμεύον και παράλληλα να αποτελούν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου.
27. Δεδομένου της κατάληξης του Δικαστηρίου αναφορικά με τις Γραπτές Δηλώσεις, η παράθεση του περιεχομένου τους, κρίνεται περιττή.
Σύνοψη μαρτυρίας της Εναγόμενης
28. Στην ένορκη δήλωση ημερ. 28.07.25 του κ. «Α.Α» (εφ’ξής «ο ΜΥ.1») αναφέρει ότι είναι ο μοναδικός διευθυντής της Εναγόμενης και γνωρίζει καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 αναφέρει ότι ασχολείται επαγγελματικά με την εισαγωγή, πώληση (καινούργιων και μεταχειρισμένων), αγορά, επιδιόρθωση, επισκευή γεωργικών ελκυστήρων και παρελκομένων, γεωργικών μηχανημάτων και άλλων συναφών εμπορευμάτων για 30 έτη καθώς και ότι από το 2020, που ίδρυσε την Εναγόμενη, ασκεί τις πιο πάνω δραστηριότητες μέσω της. Προς τούτο, ο ΜΥ.1 δηλώνει ότι απέκτησε μεγάλη εμπειρία αναφορικά με τα μηχανήματα που εμπορεύεται και ειδικά στους γεωργικούς ελκυστήρες (τρακτέρ), τον τρόπο λειτουργίας και τα χαρακτηριστικά τους, τα διαφορά προβλήματα που δυνατό να προκύψουν και πως αυτά μπορούν να αντιμετωπιστούν.
29. Ως προς τα επίδικα γεγονότα, ισχυρίζεται ότι τον Μάρτιο του 2021, κατά την επίσκεψη του Ενάγοντα στο κατάστημα της Εναγόμενης στη Λεμεσό, ο Ενάγοντας του ανάφερε ότι επιθυμούσε να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο τρακτέρ μάρκας «Massey Ferguson» με σβάρνα και άλλα παρελκόμενα που είχε δει στο χώρο για πώληση, χωρίς ο ΜΥ.1 να του προτείνει συγκεκριμένο τρακτέρ. Προς τούτο ο ΜΥ.1 εξέδωσε «Δελτίο Παραγγελίας» το οποίο υπέγραψε ο ίδιος και ο Ενάγοντας, όπου αναφερόταν η περιγραφή και η τιμή των αγορασθέντων προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου τρακτέρ, καθώς και ότι αυτά πωλούνται μεταχειρισμένα. Για την αγορά των προϊόντων η Εναγόμενη χρέωσε και εισέπραξε το συνολικό ποσό των €12.250. Προς τούτο αντίγραφο δελτίου παραγγελίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1. Σύμφωνα με τον ΜΥ.1, δεν συμφωνήθηκε οτιδήποτε πέραν των όσων αναγράφονται στο δελτίο παραγγελίας ενώ, πριν από την παράδοση του τρακτέρ, η Εναγόμενη προέβη σε «γενικό service» (συμπεριλαμβανομένου ελέγχου του ρολογιού της θερμοκρασίας της μηχανής του τρακτέρ) και ακολούθως το παρέδωσε σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Ο ΜΥ.1 αρνείται ότι ανέλαβε να βάψει το τρακτέρ, ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών ότι το αυτό θα ήταν πλήρως επισκευασμένο με καινούργια ανταλλακτικά και ελαστικά, ότι η Εναγόμενη παρείχε εξάμηνη εγγύηση για αυτό, καθώς και ότι δεσμεύτηκε να επισκευάσει δωρεάν οποιαδήποτε βλάβη παρουσιαζόταν στο τρακτέρ και στα λοιπά προϊόντα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1. Προς τούτο ο ΜΥ.1 εξήγησε τους λόγους γιατί, ως διευθυντής της Εναγόμενης, δεν θα δέσμευε την Εναγόμενη με εγγύηση σε σχέση με μεταχειρισμένο μηχάνημα ηλικίας 60 και πλέον ετών.
30. Αναφορά επίσης έγινε στην πρώτη επιδιόρθωση του επίδικου τρακτέρ και ότι ο ΜΥ.1 έστειλε μηχανικό, ο οποίος διαπίστωσε το πρόβλημα με τη τσιμούχα την οποία επιδιόρθωσε και το τρακτέρ ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 δήλωσε ότι, όταν ο Ενάγοντας τον ενημέρωσε ότι επιχείρησε να καλλιεργήσει τα χωράφια του όπου το επίδικο τρακτέρ παρουσίασε ξανά πρόβλημα, ο ίδιος ανταποκρίθηκε και στις 15.05.21 έστειλε μηχανικό, ήτοι τον κ. «Ζ.Ν». Ο ΜΥ.1 ανάφερε ότι ο κ. «Ζ.Ν.» είναι υπάλληλος της Εναγόμενης και αναφέρθηκε στα ευρήματα του κατά την επιθεώρηση του τρακτέρ, ήτοι ότι η σχάρα του ραδιατέρ είχε γεμίσει με χόρτα και χώματα, με αποτέλεσμα να μην εισέρχεται αέρας για να ψύξει τη μηχανή, η οποία υπερθερμάνθηκε προκαλώντας ζημιές σε αυτή, συμπεριλαμβανομένων των αγιωμάτων που έβγαιναν από το ραδιατέρ. Ο ΜΥ.1 αναφέρθηκε και στην πρακτική που πρέπει να ακολουθείται όταν ανεβαίνει η θερμοκρασία της μηχανής ενός τρακτέρ και γιατί θεωρεί ότι στην παρούσα περίπτωση δεν ακολουθήθηκε.
31. Θέση του ΜΥ.1 είναι ότι η Εναγόμενη δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη και ότι ο Ενάγοντας αγόρασε μεταχειρισμένο προϊόν στην κατάσταση που ευρίσκεται, ως επιμαρτυρείται από τις επιστολές των δικηγόρων της Εναγόμενης ημερ. 23.06.21, 12.08.21 και 20.04.22 (βλ. Τεκμήριο 9 της Γραπτής Δήλωσης του Ενάγοντα ημερ. 10.04.25). Επιπρόσθετα, ο ΜΥ.1 αρνείται ότι οφείλει να καταβάλλει στον Ενάγοντα το ποσό των €4.787, ως το τιμολόγιο αρ. 24939, την αναγκαιότητα τον όσων περιγράφονται στο προαναφερθέν τιμολόγιο καθώς και ότι η Εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον Ενάγοντα τα αξιούμενα ποσά.
32. Επόμενος μάρτυρας της Εναγόμενης είναι ο κ. «Ζ.Ν.» (εφ’εξής «ο ΜΥ.2»), ο οποίος στην ένορκη δήλωση του ημερ. 28.07.25, αναφέρει ότι είναι μηχανικός στο επάγγελμα με πολύχρονη εμπειρία στους γεωργικούς ελκυστήρες (τρακτέρ) και στα γεωργικά μηχανήματα και ότι εργάζεται για την Εναγόμενη από την ίδρυση της. Αναφορά έγινε από τον ΜΥ.2 στα καθήκοντα του, ήτοι την επιδιόρθωση, επιθεώρηση και συντήρηση τρακτέρ και άλλων γεωργικών μηχανημάτων.
33. Ως προς τα επίδικα γεγονότα ανάφερε ότι, περί τον Μάρτιο του 2021, του δόθηκαν οδηγίες από τον ΜΥ.1 να προβεί σε «γενικό service» του επίδικου τρακτέρ. Προς τούτο ο ΜΥ.2 μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του, έθεσε το τρακτέρ σε λειτουργία και αφού προέβη σε όλους τους απαραίτητους ελέγχους διαπίστωσε ότι, παρόλη την παλαιότητα του, ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση και κατάλληλο για χρήση. Ακολούθως, στις 15.05.21, μετά από οδηγίες του ΜΥ.1, που τον ενημέρωσε ότι παρουσιάστηκε μηχανικό πρόβλημα στο επίδικο τρακτέρ, επικοινώνησε με τον Ενάγοντα για να το επιθεωρήσει. Ο ΜΥ.2 ανάφερε ότι κατά την πιο πάνω επιθεώρηση διαπίστωσε ότι υπήρχαν ζημιές στη μηχανή και σε άλλα μηχανικά μέρη του τρακτέρ, τα οποία ήταν προφανές ότι οφείλοντο από την υπερθέρμανση της μηχανής, καθώς και ότι αυτό δεν ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Αναφορά έγινε από τον ΜΥ.2 στις διαπιστώσεις του σε έλεγχο της σχάρας, ήτοι ότι ήταν γεμάτη με χόρτα, χώματα και άλλες ακαθαρσίες. Ένεκα της πιο πάνω επιθεώρησης του, ο ΜΥ.2 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπερθέρμανση της μηχανής οφείλετο στο γεγονός ότι η σχάρα ήταν γεμάτη με τις προαναφερθείσες ακαθαρσίες.
34. Σύμφωνα με τον ΜΥ.2 είναι φυσιολογικό να πιάνει ακαθαρσίες η σχάρα, λόγω της φύσης των εργασιών για τις οποίες χρησιμοποιείται το τρακτέρ, χωρίς να έχει σημασία αν αυτό είναι παλιό ή σύγχρονο. Εντούτοις, αποτελεί βασική γνώση για όσους χρησιμοποιούν τρακτέρ ότι πρέπει να ελέγχουν συχνά τη θερμοκρασία της μηχανής μέσω σχετικής ένδειξης που υπάρχει στο ταμπλό και εφόσον διαπιστωθεί αύξηση της θερμοκρασίας να σταματούν τη χρήση, να καθαρίζουν τη σχάρα, να αναμένουν λίγο να πέσει η θερμοκρασία και ακολούθως να συνεχίζουν τη χρήση.
Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα
35. Στη βάση της πιο πάνω έγγραφης μαρτυρίας, ως επίσης και τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τα πιο κάτω προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου:
(1) O Ενάγοντας είναι κάτοικος Λευκωσίας και επαγγέλλεται ως λογιστής.
(2) Η Εναγόμενη, από τις 06.02.20, είναι δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο στο μητρώο του Έφορου Εταιρειών και ασχολείται με την πώληση και επιδιόρθωση γεωργικών οχημάτων. Το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης είναι στη Λεμεσό και Διευθυντής και Γραμματέας της είναι ο ΜΥ.1 (βλ. Τεκμήριο 1 στην Γραπτή Δήλωση του Ενάγοντα).
(3) Ο Ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν πελάτης της Εναγόμενης. Ειδικότερα, περί τον Μάρτιο του 2021, ο Ενάγοντας αγόρασε από την Εναγόμενη το τρακτέρ μάρκας «Massey Ferguson» με αρ. εγγραφής CW731 (εφ’εξής «το επίδικο τρακτέρ») μαζί με τσάπα, σβάρνα και μια επιπρόσθετη κούπα δια το συνολικό ποσό των €12.250, το οποίο καταβλήθηκε στην Εναγόμενη με δύο επιταγές του Ενάγοντα ημερ. 16.03.21 και 04.04.21 δια το ποσό των €5.000 και €7.250 αντίστοιχα (βλ. Τεκμήριο 1 στην Γραπτή Δήλωση του ΜΥ.1 σε συνάρτηση με τα Τεκμήρια 2 έως 5 στη Γραπτή Δήλωση του Ενάγοντα).
(4) Το επίδικο τρακτέρ παραδόθηκε στον Ενάγοντα στις 04.04.21 όπου διαπιστώθηκε πρόβλημα στο επίδικο τρακτέρ και ως εκ τούτου στάλθηκε μηχανικός της Εναγόμενης στις 17.04.21 και επιδιόρθωσε το πρόβλημα.
(5) Λίγες μέρες αργότερα παρουσιάστηκε νέο πρόβλημα στο επίδικο τρακτέρ. Προς τούτο, στις 15.05.21, το επίδικο τρακτέρ επιθεωρήθηκε από τον ΜΥ.2, ο οποίος διαπίστωσε ότι αυτό δεν ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση.
Αξιολόγηση της μαρτυρίας & Ευρήματα Δικαστηρίου
36. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα πάντοτε εντός του αυστηρού πλαισίου των δικογραφημένων ισχυρισμών των μερών που καθορίζουν τα επίδικα θέματα προς εξέταση από το Δικαστήριο (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24 και Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826).
37. Η ακρόαση της παρούσας αγωγής, ως αναφέρω ανωτέρω, έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπου όλη η μαρτυρία κατατέθηκε γραπτώς και το Δικαστήριο κατ’επέκταση δεν είχε την ευκαιρία να αξιολογήσει τη συμπεριφορά, τη στάση, τις αντιδράσεις των μαρτύρων και τον τρόπο που αυτοί απαντούν, όπως συμβαίνει κατά τη συνήθη πορεία της ακροαματικής διαδικασίας. Εντούτοις, η απουσία δια ζώσης μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μεταβάλλει τις ισχύουσες νομολογιακές αρχές, ως προς την αξιολόγηση και αποδοχή της μαρτυρίας, ούτε δικαιολογεί απόκλιση από τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Άλλωστε και στο πλαίσιο της συνήθους ακροαματικής διαδικασίας, η αξιολόγηση ενός μάρτυρα δεν περιορίζεται και δεν εξαντλείται στην εντύπωση που αφήνει στο εδώλιο αλλά γίνεται σε συνάρτηση και συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε. 185/2012, ημερ. 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179).
38. Συνεπώς, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων που κατέθεσαν εξετάζεται λαμβάνοντας υπόψη σωρεία παραγόντων, ως έχουν καθιερωθεί από την πάγια νομολογία, όπως η λογικοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, η ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους, η ύπαρξη ή η απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, η υποστήριξη της μαρτυρίας τους από την έγγραφη μαρτυρία καθώς και η αντικειμενική υφή, υπόσταση και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 Α.Α.Δ. 2192 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω)). Επιπρόσθετα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χριστοφίνης ν. Φραντζή Π.Ε. 328/11, ημερ. 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Επιπλέον, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454, Φάρμα Ρένος Χ"Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331, ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 158/2013, ημερ. 26/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:A403).
39. Αναφορικά με την μαρτυρία του Ενάγοντα, ως προς τα επίδικα θέματα, διαπιστώνεται ότι ο Ενάγοντας προβαίνει σε διαζευκτικούς ισχυρισμούς, χωρίς να είναι ξεκάθαρη, ποια, εν τέλει είναι η θέση του ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Ειδικότερα, ο Ενάγοντας ανάφερε ότι τα μέρη συμφωνήσαν «προφορικώς και/ή εν μέρει προφορικώς και εν μέρει γραπτώς συμφωνία και/ή βάσει προφοράς και αποδοχής» και ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο δικηγόρος του προειδοποίησε την Εναγόμενη «προφορικά και/ή γραπτά» να τους ενημερώσει «για τις παράνομες και αυθαίρετες πράξεις και/ή παραλείψεις της με σκοπό την τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων της δυνάμει των όρων της γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας» των μερών και την εξεύρεση ειρηνικής λύσης «αλλά η Εναγόμενη αμέλησε και/ή αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να συμμορφωθεί και/ή πλουτίζοντας αδικαιολόγητα» με αποτέλεσμα την ανεπανόρθωτη ζημιά και απώλεια στα έσοδα του συνολικού ύψους €5.825,25. Η πάγια νομολογία επιτρέπει τη δικογράφηση και προώθηση διαζευκτικών νομικών ισχυρισμών αλλά όχι την προώθηση διαζευκτικών γεγονότων (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματ.) Λτδ ν. Χίνη (2008) 1 Α.Α.Δ. 818, Καστάνος κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ. 1374 και Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 347/08, 23/1/12). Προς τούτο ο διάδικος οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Η παράλειψη αυτή του Ενάγοντα να διαλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει δημιουργεί αβεβαιότητα στο Δικαστήριο, ως προς τα πραγματικά γεγονότα.
40. Έχοντας διεξέλθει το «Δελτίο Παραγγελίας» (βλ. Τεκμήριο 1 στη Γραπτή Δήλωση του ΜΥ.1) αποδέχομαι μόνο την θέση του Ενάγοντα ότι βάση προσφοράς και αποδοχής τα μέρη συμφωνήσαν όπως ο Ενάγοντας αγοράσει από την Εναγόμενη το επίδικο τρακτέρ μαζί με τσάπα, σβάρνα και μια επιπρόσθετη κούπα δια το συνολικό ποσό των €12.250 και προς τούτο εκδόθηκε το «Δελτίο Παραγγελίας» που υπέγραψε τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο ΜΥ.1. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται στην μαρτυρία ΜΥ.1 αλλά και από το «Δελτίο Παραγγελίας» (βλ. Τεκμήριο 1 στην Γραπτή Δήλωση του ΜΥ.1). Συνεπώς γίνεται το ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου.
41. Δεν αποδέχομαι, όμως, τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι τα πιο πάνω συμφωνηθέντα τελούσαν υπό την προϋπόθεση ότι η Εναγόμενη θα επισκεύαζε το επίδικο τρακτέρ, θα το έβαφε, θα αντικαθιστούσε τα παλιά ελαστικά με καινούρια και θα του το παρέδιδε σε άριστη και λειτουργήσιμη κατάσταση. Ομοίως, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι του παραχωρήθηκε εξάμηνη εγγύηση και ότι η Εναγόμενη θα «επισκεύαζε και/ή διόρθωνε» δωρεάν τα πιο πάνω αγορασθέντα, από τον Ενάγοντα, προϊόντα. Έχοντας εξετάσει το «Δελτίο Παραγγελίας» (βλ. Τεκμήριο 1 στη Γραπτή Δήλωση του ΜΥ.1) παρατηρείται ότι σε αυτό αναγράφεται ρητώς πως το επίδικο τρακτέρ αγοράζεται μεταχειρισμένο στην κατάσταση που βρίσκεται, ενώ αντίστοιχη αναφορά γίνεται και για την τσάπα και τη σβάρνα, οι οποίες επίσης αγοράστηκαν μεταχειρισμένες. Θεωρώ ότι, εάν πράγματι ίσχυαν οι δεσμεύσεις που επικαλείται ο Ενάγοντας ότι ανέλαβε έναντι του η Εναγόμενη σε σχέση με το επίδικο τρακτέρ, αυτές θα έπρεπε να είχαν καταγραφεί γραπτώς, όπως και να του είχε παρασχεθεί γραπτώς η κατ’ισχυρισμό εξάμηνη εγγύηση, προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. Βεβαίως δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας επαναλαμβάνει τις πιο πάνω θέσεις του στο παράπονο του προς την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή (βλ. Τεκμήριο 12). Ωστόσο, στο εν λόγω παράπονο του ο Ενάγοντας, επικαλούμενος τις ίδιες περιστάσεις, αιτείται υπαναχώρηση από τη σύμβαση, το οποίο δεν συνάδει με τη θέση που υιοθετεί στην παρούσα αγωγή όπου δεν προωθεί τέτοιο σχετικό αίτημα. Η αντίφαση αυτή πλήττει την αξιοπιστία της εκδοχής του. Επί τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ.1, ήτοι ότι το επίδικο τρακτέρ αγοράστηκε από τον Ενάγοντα μεταχειρισμένο στην κατάσταση που βρίσκεται όπως επίσης αγοράστηκαν μεταχειρισμένες η τσάπα και η σβάρνα, ως τεκμηριώνεται από το Δελτίο Παραγγελίας (βλ. Τεκμήριο 1 στη Γραπτή Δήλωση του ΜΥ.1) και ως εκ τούτου γίνεται το ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου. Εκ του περισσού αναφέρω ότι εάν η εκδοχή του Ενάγοντα ήταν αληθές τότε διερωτούμαι γιατί δεν διαμαρτυρήθηκε όταν παρέλαβε το επίδικο τρακτέρ και είδε ότι αυτό δεν είχε βαφτεί και δεν έφερε καινούρια ελαστικά τα οποία μπορούσαν να γίνουν ευκόλως αντιληπτά με μόνη την θέαση τους. Αυτά πλέον των άλλων που έχω αναφέρει οδηγούν στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας δεν λέγει την αλήθεια.
42. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας στην δική του μαρτυρία αναφέρει ότι το επίδικο τρακτέρ τελούσε σε αχρηστία από το 2014, ενώ ο ΜΥ.1 στη δική του μαρτυρία ανέφερε ότι το επίδικο τρακτέρ κατασκευάστηκε το 1966. Έχοντας υπόψη ότι η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε, κρίνω ότι στερείται κάθε λογικής η παροχή οποιασδήποτε εγγύησης από την Εναγόμενη για το επίδικο τρακτέρ. Επιπρόσθετα, το ότι η Εναγόμενη προέβη σε «γενικό service» του επίδικου τρακτέρ και μεταγενέστερα επιδιόρθωσε το πρόβλημα που παρουσιάστηκε κατά την παράδοση, ώστε αυτό να βρίσκεται σε λειτουργήσιμη κατάσταση, όπως αναφέρθηκε από τους μάρτυρες της Εναγόμενης, δεν συνιστά ούτε τεκμηριώνει, κατά τη γνώμη μου, συμφωνία παροχής εγγύησης ή ανάληψη διαρκούς υποχρέωσης επισκευής του επίδικου τρακτέρ στο μέλλον.
43. Η μαρτυρία του Ενάγοντα ότι του προτάθηκε το επίδικο τρακτέρ από «λειτουργό και/ή διευθυντή της Εναγόμενης», ότι ο αριθμός πλαισίου του επίδικου τρακτέρ ήταν παραποιημένος, ότι η μηχανή του επίδικου τρακτέρ ήταν μικρότερου κυβισμού που «ψευδώς και/ή ανακριβώς» κατ’ισχυρισμό του δηλώθηκε κρίνεται ως άσχετη με τα επίδικα θέματα καθώς ο Ενάγοντας δεν αξιώνει, εν τέλει, υπαναχώρηση από τα πιο πάνω συμφωνηθέντα, ως αναγράφεται στην αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των μερών (βλ. Τεκμήριο 9) και στο παράπονο του Ενάγοντα προς την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή (βλ. Τεκμήριο 12). Όπως άσχετη κρίνεται η μαρτυρία του Ενάγοντα αναφορικά με την μεταβίβαση του επίδικου τρακτέρ και την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, εφόσον προς τούτο δεν αξιώνει σχετικά διατάγματα. Μη επίδικο με τα γεγονότα της παρούσας επίσης κρίνεται και η μαρτυρία αναφορικά με την ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του συνηγόρου του Ενάγοντα με την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή (βλ. σχετικά Τεκμήριο 11) για επανεξέταση του παραπόνου του Ενάγοντα. Ως εκ τούτου, η πιο πάνω μαρτυρία του Ενάγοντα δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο.
44. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι κατά την παράδοση του επίδικου τρακτέρ στις 04.04.21 και αφού αυτό τέθηκε σε λειτουργία διαπιστώθηκε ότι έχανε λάδια από τη μηχανή και ότι, προς τούτο, στις 17.04.21 στάλθηκε μηχανικός της Εναγόμενης, ο οποίος προέβη σε επιδιόρθωση αυτού και διαβεβαίωσε ότι το επίδικο τρακτέρ βρισκόταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση, σημειώνεται ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε. Μάλιστα, επιβεβαιώθηκε από τον ΜΥ.1 στη δική του μαρτυρία ότι υπήρχε πρόβλημα με το επίδικο τρακτέρ και προς τούτο έστειλε μηχανικό για επιδιόρθωση αυτού. Συνεπώς, σε συνέχεια του πιο πάνω ευρήματος (4) του Δικαστηρίου, γίνεται περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο τρακτέρ παραδόθηκε στον Ενάγοντα στις 04.04.21 όπου, αφού αυτό τέθηκε σε λειτουργία, διαπιστώθηκε διαρροή λαδιών από τη μηχανή και ως εκ τούτου στάλθηκε μηχανικός της Εναγόμενης, στις 17.04.21, ο οποίος επιδιόρθωσε το πρόβλημα και το επίδικο τρακτέρ ήταν πλέον σε λειτουργήσιμη κατάσταση και έτοιμο για χρήση. Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΥ.1 ότι το πρόβλημα ήταν με τη τσιμούχα, το Δικαστήριο περιορίζεται στην καταγραφή της μαρτυρίας, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε κρίση επί τεχνικών ζητημάτων, δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκε ανεξάρτητη μαρτυρία του πραγματογνώμονα που επιδιόρθωσε το πρόβλημα στις 17.04.21. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό δεν κρίνεται ουσιώδες με τα επίδικα ζητήματα εφόσον το επίδικο τρακτέρ τότε επιδιορθώθηκε.
45. Περαιτέρω αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα ότι λίγες μέρες αργότερα, κατά τη χρήση του επίδικου τρακτέρ για όργωση ενός από τα οικογενειακά του κτήματα, μαζί με Ιερέα του χωριού, αυτός διαπίστωσε ότι, μετά από δεκαπέντε (15) λεπτά λειτουργίας, το τρακτέρ έχανε εκ νέου λάδια, είχε υπερθερμανθεί και το ραδιατέρ έβγαζε αγιώματα. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν από τους ΜΥ.1 και ΜΥ.2 στη δική τους μαρτυρία. Συνεπώς, η πιο πάνω μαρτυρία του Ενάγοντα, σε συνέχεια του ευρήματος (5) του Δικαστηρίου, γίνεται το ανάλογο περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου. Δεν αποδέχομαι όμως το συμπέρασμα του Ενάγοντα περί παραβίασης της προφορικής συμφωνίας των μερών λόγω μη αλλαγής εξαρτημάτων από την Εναγόμενη εφόσον, ως αναφέρω ανωτέρω, δεν υπάρχει ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη ανέλαβε τέτοια υποχρέωση και περαιτέρω ενόψει του ότι ο Ενάγοντας δεν κρίνεται ως ειδικός επί του θέματος καθώς ουδέποτε ανέφερε ότι έχει γνώσεις του αντικειμένου αυτού, είτε λόγω πείρας είτε λόγω εκπαίδευσης/μόρφωσης του επί του θέματος αυτού.
46. Ενόψει της μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας του Ενάγοντα ότι το επίδικο τρακτέρ δεν ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση, ως ανάφερε ο ΜΥ.2 στη δική του μαρτυρία, εξυπακούεται ότι αυτό χρειαζόταν επισκευή για το οποίο προβαίνω στο ανάλογο συμπέρασμα. Δεν αποδέχομαι όμως την μαρτυρία του Ενάγοντα ότι έπρεπε να γίνει αλλαγή ραδιατέρ για επιδιόρθωση του προβλήματος στο επίδικο τρακτέρ ένεκα της μη προσκόμισης μαρτυρίας πραγματογνώμονα επί τούτου.
47. Ούτε αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη δεν παρέδωσε το επίδικο τρακτέρ σε λειτουργήσιμη κατάσταση και όφειλε να αλλάξει το ραδιατερ του πριν την παράδοση αυτού. Ως αναφέρω ανωτέρω, δεν υπάρχει ανάλογο εύρημα του Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη ανάλαβε ποτέ την υποχρέωση να αλλάξει το ραδιατέρ του επίδικου τρακτέρ. Αντιθέτως το μόνο εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι συμφωνήθηκε όπως ο Ενάγοντας αγοράσει, από την Εναγόμενη, το επίδικο τρακτέρ μεταχειρισμένο στην κατάσταση που βρίσκεται. Περαιτέρω, επί τούτου, ο ΜΥ.1 ανάφερε ότι πριν την παράδοση του επίδικου τρακτέρ, η Εναγόμενη έπραξε μόνο «γενικό service», συμπεριλαμβανομένου ελέγχου ρολογιού της θερμοκρασίας της μηχανής. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν από τον ΜΥ.2, ο οποίος προέβη στο «γενικό service» και διαπίστωσε ότι το επίδικο τρακτέρ ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση και κατάλληλο για χρήση. Η προαναφερθείσα μαρτυρία των ΜΥ.1 και ΜΥ.2 παρέμεινε αναντίλεκτη. Συνεπώς, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι πριν την παράδοση του επίδικου τρακτέρ η Εναγόμενη προέβη σε «γενικό service» του επίδικου τρακτέρ, συμπεριλαμβανομένου ελέγχου ρολογιού της θερμοκρασίας της μηχανής και διαπιστώθηκε ότι το επίδικο τρακτέρ ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση και κατάλληλο για χρήση.
48. Αναφορικά με το πρόβλημα που διαπιστώθηκε στο επίδικο τρακτέρ λίγες μέρες αργότερα, ήτοι ότι το επίδικο τρακτέρ έχανε εκ νέου λάδια, είχε υπερθερμανθεί και το ραδιατέρ έβγαζε αγιώματα, αξιολογώντας την μαρτυρία των ΜΥ.1 και ΜΥ.2, ως αξιόπιστη και τεκμηριωμένη, υιοθετώ τη μαρτυρία και τα συμπεράσματα τους, καθότι αμφότεροι κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες λόγω της πολυετούς εμπειρίας και ειδικότητας τους και απέδωσαν το προαναφερθέν πρόβλημα στη μη ορθή χρήση του επίδικου τρακτέρ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, η υπερθέρμανση της μηχανής αποδόθηκε στο γεγονός ότι η σχάρα ήταν γεμάτη με χόρτα, χώματα και άλλες ακαθαρσίες, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η εισροή αέρα για ψύξη της μηχανής Οι ΜΥ.1 και ΜΥ.2 μάλιστα ανέφεραν ότι η συγκέντρωση ακαθαρσιών στη σχάρα είναι σύνηθες φαινόμενο λόγω της φύσης των εργασιών για τις οποίες χρησιμοποιείται το τρακτέρ, ασχέτως της παλαιότητάς του. Περαιτέρω, οι ΜΥ.1 και ΜΥ.2 συγκλίνουν στη μαρτυρία τους, ως προς την ορθή χρήση του τρακτέρ, αναφέροντας ότι σε περίπτωση ανόδου της θερμοκρασίας της μηχανής θα πρέπει να διακόπτεται η χρήση, να καθαρίζεται η σχάρα και να αναμένεται η πτώση της θερμοκρασίας πριν τη συνέχιση της χρήσης. Μάλιστα ο ΜΥ.1 ανέφερε ότι ο χρήστης προειδοποιείται για την άνοδο της θερμοκρασίας από το ρολόι της θερμοκρασίας του τρακτέρ, ενώ ο ΜΥ.2 ανέφερε ότι η θερμοκρασία της μηχανής ελέγχεται συχνά μέσω σχετικής ένδειξης στο ταμπλό. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 ανέφερε ότι, λόγω της υπερθέρμανσης της μηχανής έβγαιναν αγιώματα από το ραδιατέρ. Η πιο πάνω εμπειρογνωμοσύνη[7] του ΜΥ.1, με εμπειρία, ως ανέφερε, 30 ετών, μεταξύ άλλων, στην επιδιόρθωση και επισκευή γεωργικών μηχανημάτων και του ΜΥ.2, ο οποίος, ως η παραδεκτή μαρτυρία, επιθεώρησε το επίδικο τρακτέρ στις 15.05.21 και τα συμπεράσματα τους, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα και δεν προσβλήθηκαν με αντίθετη μαρτυρία πραγματογνώμονα, γίνονται αποδεκτά. Ως εκ τούτου, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι το προαναφερθέν πρόβλημα που διαπιστώθηκε, λίγες μέρες μετά, προκλήθηκε λόγω του ότι η σχάρα ήταν γεμάτη με χόρτα, χώματα και άλλες ακαθαρσίες, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η εισροή αέρα για ψύξη της μηχανής και ότι τα πιο πάνω δεν συνδέονται με την κατάσταση παράδοσης του επίδικου τρακτέρ αλλά με τον τρόπο χρήσης του, ως αναφέρθηκε στην αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΥ.1 και ΜΥ.2.
49. Επιπρόσθετα ούτε η μαρτυρία του Ενάγοντα για τη ζημιά που προκλήθηκε στο επίδικο τρακτέρ, ένεκα του προαναφερθέντος προβλήματος, γίνεται αποδεχτή καθώς αυτή δεν τεκμηριώνεται. Ειδικότερα, ο Ενάγοντας επισυνάπτει στην μαρτυρία του αντίγραφα των τιμολόγιών δια τα ποσά των €4.787,00 και €150, ως Τεκμήρια 6 και 7 προς αναγνώριση, χωρίς ποτέ να αναγνωριστούν και γίνουν τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να αποκτήσουν αποδεικτική αξία, ενώ οι κ.κ. «Α.Α» και «Χ.Χ.Χ» που τα αναγνώρισαν και τα επισύναψαν ως Τεκμήρια στη δική τους μαρτυρία, ως αναφέρω ανωτέρω, δεν υπέγραψαν αυτή ούτε ορκίστηκαν επί του περιεχομένου των δηλώσεων τους. Ούτε φρονώ ότι η αναφορά των προαναφερθέντων αξιούμενων ποσών στην επιστολή ημερ. 18.04.22 του δικηγόρου του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη (βλ. Τεκμήριο 9) είναι αρκετό για τεκμηρίωση αυτών. Αποδέχομαι όμως την μαρτυρία του Ενάγοντα ότι για σκοπούς εξωδικαστηριακής διευθέτησης ο ίδιος αποτάθηκε σε δικηγόρο για το οποίο τιμολογήθηκε το ποσό των €565,25, τα οποία κατέβαλε με δικά του έξοδα, ως τεκμηριώνεται από το αντίγραφο τιμολογίου αρ. F00239649 ημερ. 16.06.22 (βλ. Τεκμήριο 10) και δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνεπώς γίνεται το ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου.
50. Η μαρτυρία των ΜΥ.1 και ΜΥ.2 έχει ήδη αξιολογηθεί ανωτέρω. Ως εκ τούτου, παρέλκει η εκ νέου παράθεση των αποδεκτών από το Δικαστήριο στοιχείων της μαρτυρίας τους.
Βάρος Απόδειξης
51. Όσο αφορά το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, αυτό έχει πρόσφατα σχολιαστεί από το Εφετείο στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας ν. Α.Σ. Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 104/2019, ημερ. 19/7/2024, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«Δυο λόγια πρώτα για το βάρος απόδειξης. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις, το βάρος απόδειξης ή το γενικό βάρος όπως κάποτε περιγράφεται (burden/onus of proof) το έχει κατά κανόνα ο ενάγοντας και το επίπεδο απόδειξης (standard of proof) το οποίο θα πρέπει να αποσείσει είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities), δηλαδή να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not). Σχετική είναι η υπόθεση Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1295, όπου λέχθηκαν τα ακολούθα:
«Όπως διευκρινίστηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ (2001) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1858‑ «το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδειχτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).»
Το βάρος απόδειξης, όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υποβαθμίζεται ούτε αντιμετωπίζεται εκπτωτικά σε υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» που διέποντο από τις πρόνοιες της Διαταγής 30. Ο ενάγοντας έχει το ίδιο βάρος απόδειξης και θα πρέπει να το αποσείσει στο ίδιο επίπεδο, αν θέλει να δικαιούται σε απόφαση […]
Ο συνοπτικός τρόπος εκδίκασης, ήτοι δια της προσαγωγής ενόρκων δηλώσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δεδηλωμένης δικογραφημένης αντίθεσης, θα πρέπει να θέτει σε εγρήγορση τον ενάγοντα κατά τη διεργασία απόδειξης της υπόθεσης του. Θα πρέπει να προσκομίσει ένορκες δηλώσεις από τα αρμόδια πρόσωπα με συνημμένα όλα τα σχετικά τεκμήρια, και αναλόγως αμφισβήτησης, να είναι έτοιμος να ζητήσει την κατ' εξαίρεση ενεργοποίηση του μηχανισμού αντεξέτασης ή ακόμα και προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας δυνάμει της Διαταγής 30, Θεσμός 7.»
52. Περαιτέρω, στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΕΡΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΏΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολ. Έφ. 141/19, ημερ. 19.05.25 με αναφορά στην αρχή ως καθιερώθηκε στην Henderson v. Henry E. Jenkings & Sons [1969] 3 All E.R. 756, αναφέρθηκε ότι το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο Ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επιδίκου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.
Νομική Πτυχή
53. Ως αναφέρω ανωτέρω, η αξίωση του Ενάγοντα για αποζημιώσεις εδράζεται στη παράβαση της συμφωνίας των μερών. Προς τούτο το Άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149) (εφ’εξής «ο Νόμος»), διαλαμβάνει τα εξής ως προς το ποιες συμφωνίες συνιστούν συμβάσεις: «10.-(1) Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες~ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών».
54. Στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο - Θεωρία, Ουσία, Μεθοδολογία, Πρακτική» Τόμος Α σελ. 33 αναγράφεται ότι τόσο στο κοινοδίκαιο όσο και στον Κυπριακό Νόμο βασικά στοιχεία μιας έγκυρης σύμβασης είναι η πρόταση (offer),[8] η αποδοχή (acceptance)[9] και η αντιπαροχή (consideration)[10] (βλ. σχετικά Γεωργίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 1794).
55. Σύμφωνα με τη νομολογία, για την κατάρτιση έγκυρης συμφωνίας, δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη αντιπαροχής, αλλά απαιτείται επιπλέον η ύπαρξη δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών προς δημιουργία έννομης σχέσης (intention to create legal relations) ή, αλλιώς, η ύπαρξη πρόθεσης δημιουργίας έννομης σχέσης (βλ. Στέλιος Στυλιανίδης v. British American Insurance Co Ltd (2003) 1 Α.Α.Δ. 1772, C. Malathouras & Sons Ltd v. Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ (2004) 1 Α.Α.Δ. 1233 και ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΔΡΕΑ ΛΟΙΖΟΥ κ.α. v. ΦΡΟΣΟΥΛΑΣ ΤΟΦΑΡΗ κ.α., Π.Έ. Αρ. 269/2015, 12/12/2023).
56. Περαιτέρω, όπως επισημάνθηκε στην Alpan Furnishings v. Δημάδη (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 170, αποτελεί θεμελιώδη αρχή του συμβατικού δικαίου ότι οι όροι μιας σύμβασης καθορίζονται από τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη, αρχή που ερείδεται στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι, ως κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν είναι λοιπόν ευθύνη ή έργο του δικαστηρίου η συμπλήρωση ατελούς σύμβασης και προς τούτο οι όροι της σύμβασης πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια ώστε το περιεχόμενο να μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Άλλωστε στο άρθρο 29 του Νόμου[11] προνοείται ότι μόνο συμφωνίες οι όροι των οποίων είναι βέβαιοι έχουν νομική ισχύ (βλ. Οικονόμου Σολωμός και Άλλη v. Γεωργίου Α. Ττοφίνη και Άλλης (1993) 1 C.L.R. 436).
57. Το κριτήριο κατά πόσο οι όροι της σύμβασης διατυπώνονται με την αναγκαία βεβαιότητα υποδείχθηκε στην Saab κ.α. and Another v. The Holy Monastery of Ayios Neοphytos (1982) 1 C.L.R. 499, ήτοι «Whether someone genuinely seeking to discover its meaning, is able to do so» σε ελεύθερη μετάφραση του Δικαστηρίου: «Κατά πόσο κάποιος που επιδιώκει πραγματικά να ανακαλύψει το νόημά του, είναι σε θέση να το πράξει.»
58. Ως προς την ερμηνεία των όρων μιας σύμβασης στην υπόθεση Dome Investments Public Company Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 111/13 ημερ. 17.06.21, ECLI:CY:AD:2021:A260 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:
«[…], η ερμηνεία των όρων μιας συμφωνίας αποτελεί νομικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου εναπόκειται στο δικαστήριο και μόνο. Παρέπεμψε στην πλούσια περί τούτου νομολογία την οποία δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε στην ίδια έκταση(Saab and Another v. Holy Monastery of Ayios Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499, Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407, Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Μούτση (2000) 1 Α.Α.Δ. 1809, Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance (2011) 1 A.A.Δ.1739, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.2) (1998) 1 Α.Α.Δ. 2335).
Ό,τι προκύπτει από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία είναι ότι ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα. Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ' απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή».»
59. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΤΩΝ Π.Κ. ΟΡΕΙΝΟΣ ΛΤΔ ΚΑΙ ΣΑΔΟΛΙΝ ΠΕΙΝΤΣ (ΚΥΠΡΟΣ) ΛΤΔ κ.α. ν. ΦΡΙΞΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ (2004) 1 Α.Α.Δ. 2013, αναφέρθηκε ότι η αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων των διαπραγματεύσεων, μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων, αποτελεί πάντοτε χρήσιμο οδηγό.
60. Ως προς τα εγειρόμενα ζητήματα, σύμφωνα με τη νομολογία, σε περίπτωση παράβασης σύμβασης το μη υπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος έχει δικαίωμα αποζημίωσης για κάθε ζημιά που ήθελε υποστεί λόγω της παράλειψης του υπαίτιου συμβαλλομένου μέρους. Το ζήτημα χορήγησης αποζημιώσεων προνοείται στο άρθρο 73(1) του Νόμου[12] που παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση.
61. Ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το ζήτημα χορήγησης αποζημιώσεων από παράβαση σύμβασης έγινε πρόσφατα από το Εφετείο στην Μιχάλης Ιωάννου ν. S.G. Massif Wooden Doors & Windows Limited, Πολ. Εφ. 81/19 ημερ. 21.03.25 όπου αναφέρθηκε ότι το Άρθρο 73 (1) του Νομού ενσωματώνει τις αρχές του κοινοδικαίου στο ζήτημα των αποζημιώσεων από παράβαση σύμβασης, ως διαμορφώθηκε με τη θεμελιακή υπόθεση Hadley v. Baxendale [1969] 1 AC 350 (βλ. Phillippou Ltd ν. Josephy Hoyle & Son (1982) 1 CLR 625). Στην Μιχάλης Ιωάννου (ανωτέρω) αναφέρθηκαν επίσης τα εξής σχετικά:
«Κατά την κρίση μας, η αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης δυνάμει του πιο πάνω Άρθρου 73(1) του Κεφ. 149, όχι μόνον δεν έγινε εκ του περισσού αλλά αντιθέτως ήταν ορθή και επιβεβλημένη. Αυτό, παρότι τα ποσά που διεκδικούσε η εφεσίβλητη στην ανταπαίτηση της, δεν αφορούσαν αποζημίωση μετά από τερματισμό της σύμβασης, αλλά αποζημίωση μετά την εκτέλεση της σύμβασης, με τη μορφή του υπόλοιπου χρέους από δύο συμφωνίες εκτέλεσης εργασιών, με τις πρόνοιες των οποίων, η εφεσίβλητη συμμορφώθηκε πλήρως.
Τονίζουμε ότι όπως είναι νομολογημένο, το αναίτιο μέρος μπορεί να ζητήσει αποζημιώσεις χωρίς να τερματίσει τη σύμβαση. Ούτε το Άρθρο 73(1) του Κεφ. 149, ούτε η νομολογία καθορίζει ως απαραίτητη προϋπόθεση την καταγγελία της σύμβασης, προκειμένου να ζητηθούν αποζημιώσεις από το αναίτιο μέρος.
Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου μας, στην υπόθεση Adamko Developers Ltd κ.α ν. Χριστίνας Θεμιστοκλέους κ.α. Πολ. Έφεση 25/19, ημ. 30.1.2024, στην οποία παρατέθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο -Θεωρία, Ουσία, Μεθοδολογία, Πρακτική» Τόμος Β σελ. 650, στο οποίο αναφέρονται οι επιλογές που έχει το αναίτιο μέρος στην περίπτωση παράβασης σύμβασης:
«Εκεί που ένας συμβαλλόμενος αρνηθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, είτε στο σύνολο τους είτε σε κάποιο σημαντικό βαθμό, τότε ο άλλος συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να τερματίσει την σύμβαση και να θεωρήσει τον εαυτό του ως απαλλαγμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω υποχρέωση εκπλήρωσης της. Η ίδια αρχή ισχύει σε περιπτώσεις παράβασης ουσιώδους όρου της σύμβασης ή εκεί που ένας συμβαλλόμενος καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει την σύμβαση. Στις πιο πάνω περιπτώσεις, η σύμβαση δεν τερματίζεται από μόνη της. Το αθώο μέρος έχει το δικαίωμα να τερματίσει την σύμβαση, εάν έτσι επιλέξει, και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Υπαλλακτικά, εάν έτσι επιθυμεί, μπορεί να συνεχίσει με την σύμβαση και απλώς να διεκδικήσει αποζημιώσεις.»
Η ίδια αρχή επαναλαμβάνεται και σε πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μάριος Κυριάκου κ.α. v. Α/φοι Μ & Κ Μιχαήλ, Πολ. Έφεση 203/2015, ημ. 1/2/2024, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
«Επισημαίνεται ότι σε περίπτωση παράβασης μιας συμφωνίας η συμφωνία δεν τερματίζεται από μόνη της. Το ανυπαίτιο μέρος έχει το δικαίωμα είτε να τερματίσει τη συμφωνία, και να διεκδικήσει αποζημιώσεις, είτε να συνεχίσει με τη Συμφωνία και απλώς να διεκδικήσει αποζημιώσεις.»
Αναφέρεται επίσης στη σελίδα 652 του πιο πάνω συγγράμματος του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, ότι όποια και να είναι η φύση της παράβασης, από τη στιγμή που αυτή διαπιστώνεται, το αναίτιο μέρος έχει δικαίωμα αποζημίωσης. Σε περίπτωση σοβαρής παράβασης ή παράβασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, το αναίτιο μέρος έχει επιπλέον το δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης. Αν το ασκήσει εντός εύλογου χρόνου, τότε η σύμβαση παύει να έχει νομική ισχύ (βλ. Α.Ν. Stasis Estates Co. Ltd v. George Evans Edwards κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 385, 393).»
62. Επιπρόσθετα, στην ΒΟΥΖΟΥΝΗ κ.α. ν. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ, Πολ. Εφ. 457/12, ημερ. 10.04.2019, ECLI:CY:AD:2019:A138, επισημάνθηκε ότι ο σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του αθώου αντισυμβαλλόμενου στη θέση που θα βρισκόταν αν η σύμβαση εκτελείτο απρόσκοπτα (βλ. επίσης Μαγδαλήνη Θεοδούλου Καλογήρου ν. Α. ZAKHEOS ESTATES LTD Φ/ΔΙ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ κ.α. (2008) 1 Α.Α.Δ. 1260), ενώ η επιδίκαση και επιμέτρησή τους απαιτεί την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προβαλλόμενης απώλειας και της παραβίασης της σύμβασης. H ζημιά θα πρέπει να προέρχεται, είτε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είτε να ήταν προβλέψιμη, με βάση το τι γνώριζαν ή είχαν υπόψη τους τα διάδικα μέρη, κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης (Hadley v. Baxendale (1854) 9 Exch 341, Saab (ανωτέρω), Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 679 και σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο -Θεωρία, Ουσία, Μεθοδολογία, Πρακτική» Τόμος Β σελ. 758). Επιπρόσθετα δεν επιδικάζονται αποζημιώσεις για ζημιές ή απώλειες που χαρακτηρίζονται ως έμμεσες ή απομακρυσμένες (βλ. Μούρτζινος ν. Πλοίου «Γαλαξίας» κ.α. (1997) 1 Α.Α.Δ. 80).
63. Ως προς τον χρόνο υπολογισμού της ζημιάς, αποτελεί γενική αρχή ότι o κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αποζημίωσης είναι, συνήθως, ο χρόνος διάρρηξης (βλ. Saab (ανωτέρω), Καλησπέρας ν. Δρυάδης κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 867, Cyfield Development Co. Ltd v. Ι-Tel (Cyprus) Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 957 και Ρωξάνη Κουδουνάρη – Βερναρδάκη ν. Christiane E. Oldendorff, Πολ. Εφ. 95/12, ημερ. 20.01.2017), ECLI:CY:AD:2017:A14. Ταυτόχρονα στην Saab (ανωτέρω) αναγνωρίστηκε η δυνατότητα καθορισμού των αποζημιώσεων σε χρόνο μεταγενέστερο της παράβασης της συμφωνίας. Αυτό κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Α. ZAKHEOS ESTATES LTD (ανωτέρω). Ενδεικτικά, σε περιπτώσεις όπου, για εύλογο λόγο, η πρόθεση για ολοκλήρωση της συμφωνίας εξακολουθεί να υφίσταται (βλ. Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 1026).
Συμπεράσματα
64. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολιογιακές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο ο Ενάγοντας απόδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση του εναντίον της Εναγόμενης.
65. Στην παρούσα περίπτωση, όπως ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από τα μέρη και προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Ενάγοντας αγόρασε από την Εναγόμενη το επίδικο τρακτέρ, καταβάλλοντας το τίμημα αυτού και προς τούτο συνομολογήθηκε έγκυρη σύμβαση μεταξύ των μερών. Ωστόσο, καταλήγω ότι η προσκομισθείσα από τον Ενάγοντα μαρτυρία δεν ήταν τέτοια ώστε να υπερπηδήσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει προς απόδειξη των αξιώσεων του εναντίον της Εναγόμενης. Ειδικότερα, στην βάση των ανωτέρων ευρημάτων, ήτοι ότι το πρόβλημα υπερθέρμανσης του επίδικου τρακτέρ λίγες ημέρες μετά την επιδιόρθωση του στις 17.04.21 δεν συνδέεται με την κατάσταση παράδοσης του αλλά με τον τρόπο χρήσης του, κρίνω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των αξιούμενων ζημιών του και της κατ’ισχυρισμό παραβίασης της επίδικης σύμβασης των μερών. Εν πάση περίπτωση, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει τις αξιούμενες ζημιές για αμοιβή του εμπειρογνώμονα ύψους €150 και τις επιπρόσθετες εργασίες επιδιόρθωσης ύψους €4.787. Επίσης δεν απέδειξε ότι υφίσταντο συμφωνημένοι όροι περί εξάμηνης εγγύησης του επίδικου τρακτέρ και ότι η Εναγόμενη είχε αναλάβει να «επισκεύαζε και/ή διόρθωνε» δωρεάν το επίδικο τρακτέρ, ώστε να στοιχειοθετήσει παραβίαση τέτοιων όρων.
Κατάληξη
66. Για λόγους, ως εκτέθηκαν ανωτέρω, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δεν απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό, την υπόθεση του εναντίον της Εναγόμενης. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται.
Έξοδα
67. Σύμφωνα με το Άρθρο 43 του Ν.14/1960 και τη Δ.59 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με την νομολογία, θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν συντρέχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντος διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. Φιλίππου ν. Φιλίππου (1990) 1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.ά. (2010) 1 Α.Α.Δ. 419).
68. Στην βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν συντρέχει λόγος απόκλισης από τον κανόνα ότι τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Συνεπώς, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)……………………...
Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Δ.30 θ. 5 (4): «Όπου οι διάδικοι συμφωνούν, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας έστω και αν το αντικείμενο της αγωγής υπερβαίνει τις €3.000, οπότε ακολουθούνται οι διατάξεις των Θεσμών 5(1) και 5(2) ανωτέρω.»
[2] Σημειώνεται ότι έχει χειρόγραφα σημειωθεί ως «Τεκμήριο 8» αντί το «Τεκμήριο 7 προς αναγνώριση», ως το περιγράφει ο Ενάγοντας.
[3] Σημειώνεται ότι έχει χειρόγραφα σημειωθεί ως «Τεκμήριο 7» αντί το «Τεκμήριο 8 προς αναγνώριση», ως το περιγράφει ο Ενάγοντας.
[4] Σημειώνεται ότι δεν δικογραφήθηκε η επιστολή ημερ. 05.05.21 του δικηγόρου του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη και η επιστολή ημερ. 12.08.21 του δικηγόρου του Ενάγοντα προς τον δικηγόρο της Εναγόμενης, οι οποίες επισυνάπτονται εντός του Τεκμήριο 9.
[5] Βλ. σχετικά Δ.39 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί τα εξής: «The affidavit when sworn shall be signed by the deponent or, if he cannot write, marked by him with his mark, in the presence of the person administering the oath.»
[7]Στην απόφαση Evangelou & another ν. Ambizas and another (1982) 1 C.L.R. 41 αναφέρθηκε ότι εμπειρογνώμονες προμηθεύουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να αξιολογηθεί η ορθότητα των συμπερασμάτων τους. Βασική αρχή είναι ότι «experts give evidence and do not decide the issue» (Phipson on Evidence 12. έκδοση σελ. 486). Ως προς τις αρχές που διέπει το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αυτές έχουν αναλυθεί στην Αντρέα Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/14. ημερ. 02.05.17, ECLI:CY:AD:2017:B154.
[8] Βλ. Άρθρο 2 (2) (α) του Νόμου.
[9] Βλ. Άρθρο 2 (2) (β) του Νόμου.
[10] Βλ. Άρθρο 2 (2) (δ), (ε) και (στ) του Νόμου καθώς και το Άρθρο 25 (1) του Νόμου που προβλέπει ότι η συμφωνία που συνάφθηκε χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη εκτός και αν ισχύουν οι εξαιρέσεις που προβλέπει το Άρθρο 25 (1) (α) έως (γ) του Νόμου.
[11] «29. Συμφωνίες, των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες»
[12] «73.-(1) Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης.
Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο