LADAPTIVE LIMITED ν. JANNA FACHIRIDOU LLC, Αρ. Απαίτησης: 932/2024, 27/2/2026
print
Τίτλος:
LADAPTIVE LIMITED ν. JANNA FACHIRIDOU LLC, Αρ. Απαίτησης: 932/2024, 27/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη.Ε.Δ.

                                                                                     

Αρ. Απαίτησης: 932/2024 (IJ)

Μεταξύ:

 

LADAPTIVE LIMITED

 

Ενάγουσας,

ν.

 

JANNA FACHIRIDOU LLC

 

 

Εναγόμενης.

 

Αίτηση (εκκρεμούσα διαδικασία)

για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 27/2/25

 

Ημερομηνία27 Φεβρουαρίου, 2026

 

Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Χ. Ανδρέου για ΧΑΤΖΗΛΟΪΖΟΥ, ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Εναγόμενη / Καθ’ης η Αίτηση: κα Ειρ. Λάμπρου

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

I.    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.   Με την παρούσα Αίτηση, η Ενάγουσα/Αιτήτρια (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Ενάγουσα») επιδιώκει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης/Καθ’ ης η Αίτηση (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Εναγόμενη»), ως τα σημεία I, III, V, VII και VIII της παραγράφου 21 της Έκθεσης Απαίτησης η οποία συνοδεύει το Έντυπο Απαίτησης του.

 

2.   Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα ζητεί απόφαση και /ή διάταγμα του Δικαστηρίου για την έξωση της Εναγόμενης από το κατάστημα με αριθμό Χ στην οδό ΧΧΧ 7, ΧΧΧ & ΧΧΧ, Block 1, 4047, Γερμασόγεια, Λεμεσό με αρ.εγγραφής 0/Χ2Χ7Χ, Φ/Σχ. Χ/Χ-ΧΧ7-Χ4Χ, Τμήμα Χ, ΕΠΙ ΧΧ3, στην Ενορία Ποταμός Γερμασόγεια, Γερμασόγεια του Δήμου Αμαθούντας (στο εξής το «Επίδικο Κατάστημα»), για ενδιάμεσα οφέλη και/ή κέρδη και αποζημιώσεις ύψους €700 μηνιαίως από την ημερομηνία καταχώρησης της Απαίτησης μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής κατοχής του υποστατικού στην Ενάγουσα, για την πληρωμή τυχόν καθυστερημένων κοινόχρηστων ή/και τελών υδατοπρομήθειας ή/και τηλεφώνου ή/και άλλων Δημοτικών ή/και Κρατικών τελών ή/και φόρων σχετιζόμενων με την χρήση του υποστατικού μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής κατοχής του υποστατικού στην Ενάγουσα, έξοδα και νόμιμο τόκο.

 

II.   ΣΥΝΟΨΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ

Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ

3.   Στην έκθεση απαίτησης που συνοδεύει το Έντυπο Απαίτησης της Ενάγουσας, η τελευταία ισχυρίζεται ότι από 17/8/2011 και/ή κατά πάντα ουσιώδη για την απαίτηση της χρόνο είναι η ιδιοκτήτρια και/ή δικαιούχος του επίδικου καταστήματος, το οποίο δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου αλλά κείται εντός της επαρχίας Λεμεσού και συνεπώς εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.

 

4.   Η Εναγόμενη είναι δικηγορική εταιρεία και δυνάμει γραπτής συμφωνίας ενοικίασης ημερ.1/6/2016, ενοικίασε το επίδικο κατάστημα από την Ενάγουσα για την περίοδο 1/6/2016 μέχρι 31/12/2023 έναντι μηνιαίου ενοικίου το οποίο συμφωνήθηκε στο ποσό των €600, καταβλητέο την 1η έκαστου μήνα, με περίοδο χάριτος 10 ημερών ή/και αύξηση κατά 5% ανά διετία και με δικαίωμα επέκτασης της ενοικίασης από πλευράς της Εναγόμενης με την αποστολή γραπτής ειδοποίησης τουλάχιστον 2 μήνες πριν την λήξη της.

 

5.   Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, οι διάδικοι υπέγραψαν νέα συμφωνία ενοικίασης για το επίδικο κατάστηκα κατά ή περί την 1/6/2020,  η οποία προέβλεπε περίοδο ενοικίασης από 1/6/2020 μέχρι 31/5/2022, μηνιαίο ενοίκιο €660 και δικαίωμα επέκτασης της περιόδου ενοικίασης από πλευράς της Εναγόμενης με την αποστολή γραπτής ειδοποίησης τουλάχιστον 2 μήνες πριν την λήξη της ή/και εναπόκειτο στους Ενάγοντες εάν θα αποδέχονταν την εν λόγω επέκταση. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η προαναφερόμενη συμφωνία είναι άκυρη και/ή ανίσχυρη καθότι δεν υπογράφηκε στην παρουσία ή/και δεν φέρει τις υπογραφές 2 μαρτύρων.

 

6.   Το ποσό του ενοικίου που κατέβαλε η Εναγόμενη στη συνέχεια αυξήθηκε στο ποσό €700 ή/και παρά τις διαμαρτυρίες των Εναγόντων η καταβολή του γινόταν με επανειλημμένες καθυστερήσεις ή/και παραλείψεις.

 

7.   Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ή/και συμφωνιών ενοικίασης ότι οι Εναγόμενοι θα πλήρωναν, πέραν του ενοικίου, και όλους τους φόρους και τέλη που επιβάλλονταν σε σχέση με την χρήση ή/και κατοχή του επίδικου καταστήματος.

 

8.   Κατά ή περί τις 5/5/2023 η Ενάγουσα, μέσω δικηγόρου, με επιστολή κάλεσε την Εναγόμενη όπως, λόγω λήξης της συμφωνίας ενοικίασης, να παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του επίδικου καταστήματος μέχρι τις 31/12/2023 στην οποία η τελευταία παρέλειψε να ανταποκριθεί. Κατά ή περί τις τις 28/9/2023, η Ενάγουσα απέστειλε νέα επιστολή εκδηλώνοντας την πρόθεση της να μην ανανεώσει την συμφωνία ενοικίασης του επίδικου καταστήματος και καλώντας εκ νέου την Εναγόμενη όπως παραδώσει την κατοχή του τελευταίου εντός της ίδιας προθεσμίας. Η Εναγόμενη απάντησε στην τελευταία επιστολή της Ενάγουσας με την επιστολή ημερ.14/12/2023 αρνούμενη να συμμορφωθεί και η Ενάγουσα την κάλεσε εκ νέου γραπτώς στις 18/12/2023 να σεβαστεί τα συμφωνηθέντα και να παραδώσει το επίδικο κατάστημα εντός της καθορισθείσας απο πλευράς της προθεσμίας.

 

9.   Εξαιτίας της μη συμμόρφωσης της Εναγόμενης με το περιεχόμενο των ανωτέρω αναφερόμενων επιστολών, στις 30/5/2024 η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη επιστολή με την οποία τερμάτιζε την ενοικίαση από μήνα σε μήνα ή/και άλλως, την καλούσε να παραδώσει κατοχή του επίδικου διαμερίσματος μέχρι τις 30/6/2024 και την ενημέρωνε ότι οποιαδήποτε πληρωμή από την Εναγόμενη θα εισπρασσόταν ως αποζημίωση λόγω της παράνομης επέμβασης και με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Ενάγουσας.

 

10.          Η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ.5/6/2024 ανέφερε ότι δεν πρόκειτο να συμμορφωθεί με την απαίτηση της Ενάγουσας και μέχρι σήμερα δεν έχει παραδώσει την κατοχή του επίδικου στην Ενάγουσα και έχει καταστεί παράνομος επεμβασίας με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να στερείται απόλαυσης ή/και απόλαυσης της περιουσίας της και να υφίσταται απώλεια σε μηνιαία βάση μέχρι την επιστροφή της κατοχής του ακινήτου ύψους €700 ή/και ίση με την ενοικιαστική αξία, περί τα €1.500.

 

11.          Περαιτέρω ή/και διαζευκτικά η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη με τη συμπεριφορά της έχει δεχθεί τον τερματισμό της ενοικίασης αφού παραλείπει να καταβάλει όλα τα μηνιαία ποσά που θα έπρεπε να καταβάλλει.

 

 

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ

12.          Η Εναγόμενη εμφανίστηκε στην διαδικασία καταχωρώντας μέσω δικηγόρου σημείωμα εμφάνισης στις 8/11/2024 σημειώνοντας στο σχετικό έντυπο ότι προτίθεται να αμφισβητήσει την απαίτηση ή μέρος αυτής, ως και την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.

 

13.          Ακολούθως, η Εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση μέσω της οποίας εγείρει προδικαστικές ενστάσεις σε σχέση με α) την μη νομιμοποίηση της Ενάγουσας να προωθεί την παρούσα απαίτηση εναντίον της, β) την μη συμμόρφωση της Ενάγουσας με το περιεχόμενο του Πρωτόκολλου που απέστειλε, και γ) την μη αποκάλυψη εύλογης αιτίας έγερσης απαίτησης στο δικόγραφο της Ενάγουσας και την καταχρηστικότητα αυτού, ζητώντας παράλληλα διαγραφή του στην βάση του Μέρους 3 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

14.          Σε σχέση με την ουσία της απαίτησης, η Εναγόμενη παραδέχεται στην υπεράσπιση της την ιδιότητα της Ενάγουσας σε σχέση με το επίδικο διαμέρισμα και ότι η ίδια αποτελεί δικηγορική εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο στην Πάφο αλλά αγνοεί και κατά συνέπεια απορρίπτει την πλεοιοψηφία των υπόλοιπων ισχυρισμών της Ενάγουσας.

 

15.          Σε σχέση με την έννοια και/ή ισχύ και/ή εγκυρότητα και/ή την νομιμότητα των όρων των επίδικων συμφωνιών, επιφυλάσσει το δικαίωμα της όπως αναφερθεί εκτενέστερα κατά την δικάσιμο. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας σε σχέση με την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το επίδικο κατάστημα εμπίπτει στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο.

III. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ & ΕΝΣΤΑΣΗ

ΑΙΤΗΣΗ

16.          Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων στην απαίτηση και εδράζεται, μεταξύ άλλων, επί του Μέρους 23 καν.1,2,4, 4(6), 5, 11, 12 και 13 και του Μέρους 24 καν.1-6(1)(α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του διευθυντή, γραμματέα και αποκλειστικού μέτοχου της Ενάγουσας εταιρείας (στο εξής η «ΕΔ-ΣΓ»).

17.          Ο ομνύων στα πλαίσια της ΕΔ-ΣΓ επαναλαμβάνει κυρίως, σε εκτενέστερο όμως βαθμό και με περισσότερη λεπτομέρεια, τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, ως προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης, επισυνάπτοντας σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια προς υποστήριξη αυτών ως εξής: Αντίγραφο του δελτίου ταυτότητας του ομνύοντα (Τεκμήριο 1), εκτυπωμένο αποτέλεσμα έρευνας από την επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών για την Ενάγουσα εις την οποία εμφαίνεται η ιδιότητα του ομνύονται σε σχέση με την τελευταία (Τεκμήριο 2), αντίγραφο του επ’ονόματι της Ενάγουσας τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος (Τεκμήριο 3), εκτυπωμένο αποτέλεσμα έρευνας από την επίσημη ιστοσελίδα-πύλη του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας εις την οποία φαίνεται η αξία του υποστατικού για το 2021 (Τεκμήριο 4), αντίγραφο γραπτής συμφωνίας ενοικίασης ημερ. 1/6/2016 (Τεκμήριο 5), αντίγραφο γραπτής συμφωνίας ενοικίασης ημερ.1/6/2020 (Τεκμήριο 6) και ανταλλαγείσα μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία (Τεκμήριο 7-11).

18.          Περαιτέρω, σε σχέση με την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, αναφέρει ότι η Ενάγουσα ενεγράφηκε ως ιδιοκτήτρια και έλαβε κατοχή του επίδικου καταστήματος το 2011 και ως εκ τούτου δεν έχει οποιοδήποτε λόγο να πιστεύει ούτε γνωρίζει κατά πόσο αυτό ήταν υπό ή προς ενοικίαση κατά την 31/12/1999, ως το σχετικό κριτήριο του Νόμου.

19.          Επιπρόσθετα, μέσω της ΕΔ-ΣΓ, ο ομνύοντας περιορίζει, για τους λόγους που αναφέρει, την απαίτηση της Ενάγουσας για αποζημιώσεις στο τελευταίο συμφωνηθέν ενοίκιο, δηλαδή €700 μηνιαίως από καταχώρηση της απαίτησης μέχρι την παράδοση του επίδικου καταστήματος και δηλώνει ότι η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση πρέπει να εκδικαστεί.

ΕΝΣΤΑΣΗ

20.          Η Εναγόμενη καταχώρησε ένσταση, η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, επί του Μέρους 8 καν.7 και του Μέρους 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

21.          Με την ένσταση της Εναγόμενης προβάλλονται διάφοροι λόγους για τους οποίους δεν πρέπει η αίτηση της Ενάγουσας να επιτύχει και τους οποίους παραθέτω συνοπτικά ως εξής: 1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Θεσμών για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης, 2. Η Αίτηση είναι ουσιαστικά και/ή νομικά αβάσιμη, 3. Δεν επιβεβαιώνεται αιτία αγωγής από το περιεχόμενο της ΕΔ-ΣΓ και η τελευταία δεν περιέχει τα απαραίτητα γεγονότα για τη θεμελίωση της απαίτησης, 4. Η Εναγόμενη έχει καλόπιστη και βάσιμη Υπεράσπιση και έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που της παρέχουν δικαίωμα να την προωθήσει και δεν αποσκοπεί στην καθυστέρηση της υπόθεσης, 5. Τα επισυνημμένα τεκμήρια στην ΕΔ-ΣΓ δεν είναι νομικά και ουσιαστικά επαρκή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης αφού τα πλείστα δεν είναι πρωτότυπα και δεν δίδεται επαρκής αιτιολογία για την προσαγωγή αντιγράφων και/ή δεν προσκομίστηκε η καλύτερη δυνατή μαρτυρία, 6. Εγείρονται νομικά σημεία τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρίας και τα οποία, εάν γίνουν αποδεκτά, θα καταδείξουν ότι δεν ευσταθεί η αξίωση του Ενάγοντα, 7. Η απαίτηση του Ενάγοντα δεν είναι ξεκαθαρισμένη, και 8. Η Αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, κακόπιστα, καταχρηστικά και καταπιεστικά, με μοναδικό σκοπό να στερήσει από την Εναγόμενη την δυνατότητα να υπερασπιστεί την θέση της.

22.          Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της μοναδικής διευθύντριας και νόμιμης εκπροσώπου της Εναγόμενης (στο εξής η «ΕΔ-ΖΦ») η οποία προς υποστήριξη των λόγων ένστασης της, αναφέρει ότι το επίδικο κατάστημα εμπίπτει στις ελεγχόμενες περιοχές που διέπονται από τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο, ότι η Εναγόμενη όφειλε να προβεί σε ενδελεχή έρευνα σε σχέση με την χρήση του κατά την 31/12/1999 και ότι τα εν λόγω υποστατικά ανεγέρθησαν και διαμορφώθηκαν με αποκλειστικό σκοπό την ενοικίαση.

23.          Η ομνύουσα επιβεβαιώνει την ενοικίαση του επίδικου καταστήματος μέσω γραπτής συμφωνίας την 1/6/2016 και αναφέρει ότι έκτοτε η επιχείρηση της λειτουργεί συνεχώς και απρόσκοπτα στο εν λόγω υποστατικό για οκτώ (8) συναφή έτη, έχοντας αναπτύξει σταθερή πελατεία, εμπορική φήμη και αναγνωσιμότητα στο τομέα των παρεχόμενων υπηρεσιών.

24.          Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, λόγω της μακροχρόνιας και αδιάλειπτης σχέσης ενοικίασης μεταξύ των διαδίκων και η αποδοχή αυξήσεων από πλευράς της Εναγόμενης, υπήρχε εύλογη και θεμιτή προσδοκία ότι η μίσθωση θα συνεχιζόταν χωρίς να απαιτείται η αποστολή γραπτής ειδοποίησης εκ μέρους της Εναγόμενης και ότι θα ανανεώνετο σιωπηρά. Ειδικότερα, αναφέρει ότι ο ίδιος ο ιδιοκτήτης ποτέ δεν έθεσε τέτοιο ζήτημα, αλλά αντιθέτως την 1/6/2020 πρότεινε την υπογραφή νέας γραπτής συμφωνίας μέχρι 31/5/2022, με σκοπό την άυξηση ενοικίου, στο οποίο και συναίνεσε. Η εν λόγω συμφωνία έληξε την 1/6/2022 και ακολούθως ανανεωνόταν από μήνα σε μήνα και κατέχει το επίδικο κατάστημα μέχρι και σήμερα καταβάλλοντας το ποσό €700 μηνιαίως. Από την 1/6/2022 μέχρι και τις 5/5/2023 χρησιμοποιούσε το υποστατικό χωρίς οποιοδήποτε παράπονο ή ένσταση εκ μέρους της Ενάγουσας, μάλιστα περί την 1/1/2023, η τελευταία προέβη σε νέα αύξηση του ενοικίου ανεβάζοντας αυτό στο ποσό των €700, την οποία και αποδέχθηκε και καταβάλλει ανελλιπώς.

25.          Σε σχέση με την συμφωνία ενοικίασης ημερ.1/6/2020, η ομνύουσα αναφέρει ότι δεν είναι άκυρη, δεδομένου ότι φέρει ορθά συμπληρωμένες τις σχετικές μαρτυρίες, όπως απαιτείται από τον Νόμο και, προς απόδειξη της θέσης της, επισυνάπτει την εν λόγω συμφωνία ως Τεκμήριο Α. Περαιτέρω αναφέρει ότι η συμφωνία εκτελείτο και από τα δύο μέρη και η Ενάγουσας αποδεχόταν το συμφωνηθέν ενοίκιο χωρίς οποιαδήποτε ένσταση ή επιφύλαξη.

 

26.          Αναφέρεται επίσης στην ΕΔ-ΖΦ ότι η Εναγόμενη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς τις Αρχές και προβαίνει κανονικά και εμπρόθεσμα στις απαραίτητες πληρωμές με βάση τα συμφωνηθέντα. Η ομνύουσα περαιτέρω εξιστορεί το ιστορικό της επικοινωνίας και αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων μετά την επιστολή της Ενάγουσας ημερ.5/5/2023 και επεξηγεί ότι ο πραγματικός σκοπός της επιδιωκόμενης έξωσης είναι επειδή δεν συμφώνησε σε νέα αύξηση του ενοικίου στο ποσό των €1.800.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΓΡΑΠΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΥΠΟ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ

27.          Συμπληρωματικά της ΕΔ-ΣΓ καταχωρήθηκε και η Ένορκη Δήλωση από δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την Ενάγουσα (στο εξής η «ΣΕΔ-ΜΙ»), στην οποία αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν προβαίνει ο ενόρκως δηλών της ΕΔ-ΣΓ στην ένορκη δήλωση και η πηγή πληροφόρησης της ομνύουσας ως προς τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης.

 

28.          Σε σχέση με την μη καταχώρηση πρωτότυπων εγγράφων, η ομνύουσα επεξηγεί τον λόγο που επισυνάφθηκαν αντίγραφα των Τεκμηρίων 1, 2 και 6 αλλά και των διάφορων επιστολών και βεβαιώσεων αποστολής τους. Ειδικότερα σε σχέση με το Τεκμήριο 6 ΕΔ-ΣΓ, αναφέρει ότι η Ενάγουσα δεν κατάφερε να εντοπίσει την πρωτότυπη συμφωνία και εξ ανάγκης καταχωρήθηκε το αντίγραφο της. Η πρωτότυπη συμφωνία καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο Α ΕΔ-ΖΦ όπου φαίνεται ότι υπογράφεται από δύο μάρτυρες, παρά ταύτα το αντίγραφο που έχει στην κατοχή της η Ενάγουσα δεν φέρει τις υπογραφές μαρτύρων. Σε κάθε περίπτωση όμως, αναφέρει ότι η εν λόγω συμφωνία, ως γίνεται παραδετκό και από την Εναγόμενη, έχει λήξει και δεν επηρεάζει την ουσία της Απαίτησης της Ενάγουσας.

 

29.          Προς αντίκρουση των σχετικών θέσεων που προβάλλονται στην ΕΔ-ΖΦ, η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται σε καθυστερήσεις στην πληρωμή των ενοικίων από την Εναγόμενη μετά τις 17/3/2025 και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφα στιγμιότυπων οθόνης όπου φαίνονται οι σχετικές πληρωμές.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΓΡΑΠΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΥΠΟ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ

30.          Συμπληρωματικά της ΕΔ-ΖΦ καταχωρήθηκε και η Ένορκη Δήλωση (στο εξής η «ΣΕΔ-ΖΦ») από την ίδια ομνύουσα, στην οποία απορρίπτει τις θέσεις που προβάλλονται στην ΣΕΔ-ΜΙ εγείρει ζήτημα ως προς την καταχώρηση της τελευταίας από τρίτο πρόσωπο. Αναφέρει περαιτέρω ότι η μη καταχώρηση πρωτότυπων εγγράφων υποσκάπτει την δυνατότητα της Εναγόμενη να επιβεβαιώσει την γνησιότητα και πληρότητα αυτών, ότι οι καθυστερήσεις στις πληρωμές ενοικίων δεν ήταν καταχρηστικές αλλά ένδειξη καλής θέλησης και αντικατόπτριζαν προσπάθειες διευθέτησης των διαφορών των διαδίκων εξωδικαστικά και εμμένει στην θέση της προς την εγκυρότητα της συμφωνίας ημερ.1/6/2020.

IV. ΑΚΡΟΑΣΗ

31.          Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση της πιο πάνω αναφερόμενης γραπτής μαρτυρίας που προσάχθηκε εκατέρωθεν προς υποστήριξη της Αίτησης και Ένστασης.

 

32.          Και οι δύο πλευρές, μέσω των συνηγόρων τους, καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις στον φάκελο της υπόθεσης, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση για ακρόαση, και κατόπιν σχετικών διευκρινήσεων που τους ζητήθηκαν από το Δικαστήριο, προέβηκαν επίσης σε προφορική επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους.

 

33.          Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι, στα πλαίσια των προφορικών του παραστάσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας ανέφερε ότι, σε περίπτωση που επιτύχει η Αίτηση της, η πλευρά τους δεν θα εμμένει στην προώθηση των υπόλοιπων αξιώσεων της Ενάγουσας επί της απαίτησης της, οι οποίες δεν διεκδικούνται μέσω της υπό κρίση Αίτησης.

 

34.          Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση, τις εκατέρωθεν υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των δικογράφων, τα οποία συμπληρώθηκαν πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων.

 

V.  ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

35.          Ανάμεσα στις εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα για τη συνοπτική διεκπεραίωση των ζητημάτων που δεν χρήζουν «ενδελεχούς διερεύνησης και εκδίκασης»[1] περιλαμβάνεται και η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους 24, όταν ο ενάγων ή ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας. Το Δικαστήριο δηλαδή έχει την ευκαιρία να εκτελέσει μέρος του καθήκοντος του όσο αφορά την ενεργό διαχείριση υποθέσεων και δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη.[2] Ως αναφέρθηκε και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. Ε86/2025 ημερ. 11/2/2026, με παραπομπή στην απόφαση του Λόρδου Woolf στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 2 All ER 91:

 

«To Μέρος 24 αποσκοπεί στην παροχή στους διαδίκους, της δυνατότητας να επιλύσουν γρήγορα, αποτελεσματικά και με το λιγότερο δυνατόν κόστος την δικαστική τους διαφορά. Παραπέμπω επί του προκειμένου στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Woolf στην υπόθεση Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91 που είναι καθοδηγητικό, δεδομένου ότι το Μέρος 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (CPR 24) που ρυθμίζει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, είναι πανομοιότυπο με το Μέρος 24 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023:

 

..............................................................................................................................................

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

 «Είναι σημαντικό ένας δικαστής σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24. Με τον τρόπο αυτό, υλοποιεί τους πρωταρχικούς στόχους που περιέχονται στο Μέρος 1. Εξοικονομεί έξοδα. Επιτυγχάνει την αποστολή του. Αποφεύγει τη χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, και θα προσέθετα, γενικά, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εάν ο ενάγων έχει μια υπόθεση που είναι καταδικασμένη να απορριφθεί, τότε είναι προς το συμφέρον του να γνωρίζει το συντομότερο δυνατό ότι αυτή είναι η κατάσταση. Ομοίως, εάν μια αξίωση είναι βέβαιο ότι θα ευδοκιμήσει, ο ενάγων θα πρέπει να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατό.»

 

Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι είναι πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»

 

36.          Οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 των ΝΚΠΔ ταυτίζονται με τις αντίστοιχες Αγγλικές δικονομικές διατάξεις, με αποτέλεσμα οι εφαρμοστέες στην Αγγλία νομολογιακές αρχές έκδοσης συνοπτικής απόφασης να είναι καθοδηγητικές για τα κυπριακά Δικαστήρια.[3] Εντοπίζονται όμως κάποιες διαφορές στην Αγγλία ως προς τη διαδικασία προσκόμισης μαρτυρίας και το είδος των υποθέσεων στις οποίες ρητά δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.

 

37.          Με βάση το Μέρος 24 καν.2 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής θα οι «ΝΚΠΔ») το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον Εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος α) αν κρίνει ότι ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος (Μέρος 24 καν.2(1)(α)(ii)) και β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη (Μέρος 24 καν.2(1)(β)). (‘ουσιαστικές προϋποθέσεις’).

38.          Σε σχέση με τη διαδικασία (‘τυπικές προϋποθέσεις’), το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας που προς υποστήριξη της Αίτησης πρέπει να επιβεβαιώνεται από δήλωση αλήθειας (Μέρος 24 καν.5(5)). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το Μέρος24 καν.3(1) ένας Ενάγοντας δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο Εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια. Το Μέρος 24 καν.4 διαλαμβάνει ότι η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23, η δε αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής και/ή αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και αναφέρει ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.

39.          Στο Μέρος 24 καν.6 προβλέπονται τα πιο κάτω διατάγματα, τα οποία δύναται να εκδώσει το Δικαστήριο κατόπιν εκδίκασης αίτησης δυνάμει του Μέρους 24:

(α) απόφαση επί της απαίτησης,

(β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης (σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται από τον εναγόμενο),

(γ) απόρριψη της αίτησης,

(δ) διάταγμα υπό όρους, το οποίο απαιτεί από διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση του διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.

40.          Σύμφωνα με τον καν.6, το δικαστήριο δύναται, επίσης, να δώσει οδηγίες ως προς την καταχώριση και επίδοση υπεράσπισης και περαιτέρω οδηγίες για τη διαχείριση της υπόθεσης.

41.          Ως προς την ερμηνεία των σχετικών προνοιών του Μέρους 24 και συγκεκριμένα των όρων «πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης» και «επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη», αντλώ καθοδήγηση από την απόφαση στην Διογένους (πιο πάνω) αλλά και την Νομολογία σε σχέση με την αντίστοιχη δικονομική πρόνοια στην Αγγλία, δηλαδή το Μέρος 24.2 των Αγγλικών Θεσμών, η οποία είναι πανομοιότυπη με το Μέρος 24 καν.2 των ΝΚΠΔ.  

42.          Στην υπόθεση Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) (η οποία επικυρώθηκε από το Court of Appeal στην υπόθεση AC Ward & Sons Ltd v Catlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098), παράγραφο 15, καθορίστηκε ως η ορθή προσέγγιση όσον αφορά αιτήσεις, της φύσεως ως η υπό εξέταση, η πιο κάτω:

i)              Το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν ο ενάγοντας έχει «ρεαλιστική» και όχι «ευφάνταστη» προοπτική επιτυχίας (Swain ν Hillman [2001] 2 All ER 91),

ii)             Μια «ρεαλιστική» απαίτηση είναι αυτή που έχει μια καλή προοπτική επιτυχίας. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για απαίτηση η οποία δεν είναι απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472),

iii)           Για να καταλήξει στο συμπέρασμά του περί «ρεαλιστικής» υπόθεσης, το δικαστήριο δεν πρέπει να διεξαγάγει «μικρή δίκη» (“mini trial”) (Swain ν Hillman, πιο πάνω),

iv)           Αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο πρέπει να δεχτεί τα όσα λέει ο ενάγων ενώπιον του ασυζητητί και χωρίς ανάλυση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να αποδοθεί πραγματική υπόσταση στα γεγονότα που προβάλλονται, ιδιαίτερα εάν δεν συνάδουν με σχετικά επί του θέματος έγγραφα (ED & F Man Liquid Products v Patel, πιο πάνω),

v)            Εντούτοις, για να καταλήξει στο συμπέρασμά του, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη όχι μόνον τη μαρτυρία ενώπιον του κατά την αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τη μαρτυρία που ευλόγως αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμη στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550),

vi)           Παρόλο ότι μια υπόθεση μπορεί να αποδειχθεί κατά τη διάρκεια της δίκης ότι δεν είναι πραγματικά περίπλοκη, αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει χωρίς ενδελεχή διερεύνηση όλων των γεγονότων στη δίκη, (εξέταση η οποία δεν είναι δυνατή ή επιτρεπτή στη διαδικασία της συνοπτικής απόφασης). Συνεπώς, όταν υπάρχει εύλογη αιτία ότι μια πληρέστερη εξέταση των γεγονότων της υπόθεσης θα προσέθετε ή θα διαφοροποιούσε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του ο δικαστής και ως εκ τούτου θα επηρέαζε το αποτέλεσμα της υπόθεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να είναι επιφυλακτικό να αποφασίζει κατά τρόπο συνοπτικό, ακόμα και όταν δεν υπάρχει εμφανής σύγκρουση των γεγονότων κατά τον χρόνο που επιλαμβάνεται της αίτησης (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd ν Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63),

vii)          Από την άλλη, δεν είναι σπάνιο μια αίτηση δυνάμει του Μέρους 24 να εγείρει ένα σύντομο νομικό ζήτημα και, αν το δικαστήριο πεισθεί ότι κατέχει όλη την αναγκαία μαρτυρία για τη σωστή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν επαρκή δυνατότητα να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, το δικαστήριο θα πρέπει με θάρρος να αποφασίσει επί του θέματος.

43.          Τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τόσο από ενάγοντες όσο και από εναγόμενους. Ο Αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης (Μέρος 24 καν.2). Ωστόσο, εάν ο αιτητής προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησής του για συνοπτική απόφαση, τότε ο καθ’ ου η αίτηση φέρει το αποδεικτικό βάρος να αποδείξει ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας ή ότι υπάρχει κάποιος άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης (βλ. παράγραφο 24.2.5 του White Book 2021, Patel και New Zealand Cricket v Neo Sports). Το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται από τον καθ’ου η αίτηση δεν είναι υψηλό (βλ. Patel, ανωτέρω) και αρκεί απλά να αντικρούσει τη θέση του αιτητή ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη (βλ. Sainsbury's Supermarkets Limited v Condek Holdings Limited [2014] EWHC 2016 (TCC), σύγγραμμα White Book 2021 p.842 par.24.2.5 και Director of Public Prosecutions v Surin [2025] EWHC 10 (KB)). 

44.          Σημαντικό ως προς το βάρος απόδειξης από τον αιτητή είναι το Μέρος 24 καν.4(3), το οποίο διαλαμβάνει ότι εκτός αν η ίδια η αίτηση περιέχει το σύνολο τής μαρτυρίας (αν υπάρχει) στην οποία στηρίζεται ο αιτητής, η αίτηση πρέπει να προσδιορίζει τη γραπτή μαρτυρία στην οποία στηρίζεται ο αιτητής.[4] Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα του αιτητή να καταχωρίσει πρόσθετη μαρτυρία, δυνάμει του κανονισμού 24.5(2). Αντίστοιχη δυνατότητα για καταχώριση γραπτής μαρτυρίας καθορίζεται από το Μέρος 24 καν.5(1) και στον καθ' ου η αίτηση, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης.

45.          Επαφίεται στον Αιτητή πλέον μεγαλύτερο βάρος σε σχέση με τα προβλεπόμενα στην Δ.18 των παλαιών θεσμών και απαιτείται από πλευράς του είτε η προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας του, είτε ο σαφής προσδιορισμός της γραπτής μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται προκειμένου ο ίδιος να αποδείξει όχι μόνο την υπόθεση του αλλά και το ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει προοπτικές επιτυχίας. Η μαρτυρία του Αιτητή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη με την έννοια ότι τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 24 καν.2 και επιπρόσθετα να, καταδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη.[5]

46.          Σύμφωνα με την Διογένους (πιο πάνω), κατά την κρίση του ζητήματος, το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει ένα αρνητικό τεστ και παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:

«Κατά την αξιολόγηση των πιθανοτήτων επιτυχίας μιας απαίτησης ή υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν απαιτείται να δεχθεί χωρίς ανάλυση όλα όσα λέει ένας διάδικος στη γραπτή του μαρτυρία (βλ. ED & F Man Liquid Products Ltd v. Patel [2003] EWCA Civ. 472). Εντούτοις, στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται από τους Δικαστές να εγκαταλείψουν τις κριτικές τους ικανότητες (abandon their critical faculties) (βλ. Calland v. Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192), παρότι η εξέταση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 δεν απαιτεί από τον Δικαστή να διεξάγει «μίνι δίκη» (βλ. Swain v. Hillman ανωτέρω).

Επομένως, κατά την ακρόαση αίτησης δυνάμει του Μέρους 24 το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να αποφασίσει επί πραγματικών γεγονότων εκεί όπου η εκδοχή της μιας πλευράς φαίνεται αξιόπιστη και έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η άλλη πλευρά. Η επιλογή μεταξύ των δυο εκδοχών αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστή και όχι του Δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση συνοπτικής απόφασης (βλ. Fashion Gossip Limited v Esprit Telecoms UK Limited [2000] 7 WLUK 794). Με την εξαίρεση όμως των περιπτώσεων που αυτό που παρουσιάζεται είναι τόσο εγγενώς απίθανο ή αντικρούεται από άλλη εξωγενή μαρτυρία (unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it) όπως αναφέρει ο Ward LJ στην απόφαση Day v. Royal Automobile Club Motoring Services Ltd [1999] 1 Αll ER 1007, 1013, με την οποία προτείνει την κατ' αναλογία υιοθέτηση του αρνητικού κριτηρίου, και σε αιτήσεις για παραμερισμό ερήμην απόφασης. »

47.           Τέλος, η έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να εξετάζεται και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του Άρθρου 30 του Συντάγματος, και τέτοια απόφαση εκδίδεται μόνο σε καθαρές υποθέσεις, και κατόπιν απόδειξης των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο Μέρος 24. Σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο στον οποίο θα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 AAΔ 239 και Διογένους, ανωτέρω).

 

VI. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΑ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

48.          Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομική πτυχή, στρέφομαι τώρα στην εξέταση του κατά πόσο δικαιολογείται με βάση τα όσα έχουν προσαχθεί ενώπιον μου η έκδοση συνοπτικής απόφασης που ζητεί η Ενάγουσα.

 

49.          Με βάση τις νομικές αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω, και συγκεκριμένα τις τυπικές προϋποθέσεις που θέτει το Μέρος 24, η Ενάγουσα αποτάθηκε στο Δικαστήριο προωθώντας την υπό κρίση αίτηση σύμφωνα με το Μέρος 23 μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης από πλευράς της Εναγόμενης. Το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας, επί της οποίας βασίζεται η Ενάγουσα, αναφέρεται στην αίτηση και επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας. Επιπρόσθετα, πληρείται η προϋπόθεση του Μέρους 24 καν.4(2)(β) εφόσον στην παράγραφο 29 της ΕΔ-ΣΓ ο ομνύοντας αναφέρει ότι ‘οι Εναγόμενοι δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και δεν γνωρίζω άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση πρέπει να εκδικαστεί.

50.          Στην πιο πάνω βάση κρίνεται πως η Ενάγουσα έχει συμμορφωθεί με τις τυπικές προϋποθέσεις που θέτει το Μέρος 24.

51.          Ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης, εκείνο που επιβάλλεται να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι α) η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος και β) δεν υπάρχει κάποιος άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή τα ζητήματα που εγείρονται πρέπει να αποφασιστούν σε δίκη. Το σχετικό βάρος απόδειξης φέρει στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγοντας, ως Αιτητής στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης.[6]

52.          Η Ενάγουσα μέσω της παρούσας αίτησης επιδιώκει, μεταξύ άλλων, την έκδοση συνοπτικής απόφασης για την ανάκτηση της κατοχής του επίδικου καταστήματος από την Εναγόμενη. Από την άλλη η Εναγόμενη, αμφισβητεί την καθ' ύλην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την απαίτηση της και ισχυρίζεται ότι δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων.

 

53.          Το ζήτημα αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου διέπεται από το Μέρος 12 των ΝΚΠΔ. Συγκεκριμένα, ο καν.1(α)  προνοεί ότι ο Εναγόμενος ο οποίος επιθυμεί να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να εκδικάσει την απαίτηση δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο την έκδοση διατάγματος το οποίο να αναγνωρίζει ότι στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας ή δεν θα πρέπει να ασκήσει οποιαδήποτε δικαιοδοσία δυνατόν να έχει. Ο Εναγόμενος, ο οποίος επιθυμεί να υποβάλει τέτοια αίτηση, οφείλει πρώτα να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, σύμφωνα με το Μέρος 10, και να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή, η οποία υποδηλώνει την πρόθεση του αυτή,[7] και να υποβάλει την αίτηση εντός 14 ημερών από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, η οποία πρέπει να υποστηρίζεται από μαρτυρία.[8]  Μη συμμόρφωση με τα προαναφερόμενα, σύμφωνα με τον καν.1(4) εξισούται με αποδοχή από πλευράς του Εναγόμενου της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και δεν δύναται να ισχυριστεί ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του.

 

54.          Η Εναγόμενη, ενώ μέσω του σημειώματος εμφάνισης της δήλωσε την πρόθεση της να αμφισβητήσει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δεν προέβη στην καταχώρηση σχετικής αίτησης. Παραταύτα, τόσο στην υπεράσπιση της όσο και στο πλαίσιο της υπό εξέταση αίτησης, η Εναγόμενη έκδηλα αμφισβητεί την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Όμως, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι η Εναγόμενη αποδέκτηκε την δικαιοδοσία ως προνοεί ο καν.1(4) (πιο πάνω), ο καν.5 ορίζει ότι η αποδοχή από διάδικο δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου. Η εν λόγω προσέγγιση βρίσκει έρεισμα και στην διαχρονική επί του θέματος Νομολογία μας, με βάση την οποία, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αμφισβήτηση της δι­καιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να προβληθεί από διάδικο, το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, και αυτεπάγγελτα, να επιληφθεί θέματος που άπτεται της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί της αγωγής, ως ζήτημα δημόσιας τάξης, δεδομένου όμως ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου.[9] Συνεπώς, η μη έγερση αίτησης από την Εναγόμενη, δεν προσδίδει ταυτόχρονα δικαιοδοσία στο Δικαστήριο, ούτε θεωρώ ότι τερματίζει κάθε συζήτηση ως προς το ζήτημα.

 

55.          Ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (Ν.23/1983), με τον οποίο καθιδρύθηκαν τα Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων, επιβάλλει περιορισμούς σε ανάκτηση κατοχής ακινήτων στα οποία εφαρμόζει ή για την έξωση θέσμιων ενοικιαστών,[10] και θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την εκδίκαση μιας διαφοράς από αυτά. Οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς και έχουν συνοψιστεί στην σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΛΕΖΟΥ κ.α. v. ΧΑΡΗΣ ΚΑΦΑΡΙΔΗΣ ΕΣΤΕΗΤ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 295/2018, ημερ.28/3/24, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Για να υπάγεται μία διαφορά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

α) το ακίνητο να υπάγεται στα πλαίσια εφαρμογής του Ν.23/83, δηλαδή να ευρίσκεται εντός των ορίων ελεγχόμενης περιοχής και να συμπληρώθηκε μέχρι και την 31.12.1999,

β) να υφίσταται ενοικίαση ή άλλη κατοχή του ακίνητου δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή και

γ) ο ενοικιαστής να είναι θέσμιος και κατ' επέκταση η ενοικίαση να είναι θέσμια.

 

Σύμφωνα με τον νόμο, «θέσμιος ενοικιαστής» σημαίνει ενοικιαστής ακίνητου o οποίος κατά τη λήξη ή τον τερματισμό της πρώτης ενοικίασης εξακολουθεί να κατέχει το ακίνητο. Ως «πρώτη ενοικίαση» ορίζεται η πρώτη ενοικίαση του ακίνητου από τον εκάστοτε ενοικιαστή και η διάρκεια της καθορίζεται από το ενοικιαστήριο έγγραφο ή την προφορική συμφωνία ή ελλείψει αυτών από τον τρόπο πληρωμής του ενοικίου.»

 

56.          Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν.23/1983 «ιδιοκτήτης» περιλαμβάνει «εν σχέσει προς οιονδήποτε ακίνητον παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, πλην του ενοικιαστού, το οποίον δικαιούται ή θα εδικαιούτο, άνευ των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εις κατοχήν ακινήτου, και εν περιπτώσει υπενοικιάσεως, ενοικιαστήν όστις υπενοικιάζει το ακίνητον ή οιονδήποτε μέρος τούτου», «ενοικιαστής» περιλαμβάνει θέσμιο ενοικιαστή αλλά όχι μη πολίτη της Δημοκρατίας και «ακίνητο» σημαίνει «κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999» ενώ «ελεγχόμενη περιοχή» σημαίνει «οποιαδήποτε περιοχή της Κύπρου ήθελε κηρυχθεί ως τέτοια με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (3) του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου».

 

57.          Περαιτέρω, η έννοια της λέξης «ακίνητο», έτυχε ερμηνείας στην υπόθεση ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ v. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 30/2019, 1/6/20, ECLI:CY:AD:2020:A171 και συγκεκριμένα επιβεβαιώθηκε η κατάληξη του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην Κωνσταντινίδη ν. Βραχίμη, αρ. αγωγής 567/1991, ημερ. 30/6/93 ότι, πέραν από την ανάγκη να αποδεικνύεται ότι το ακίνητο βρίσκεται σε ελεγχόμενη περιοχή και ότι συμπληρώθηκε μέχρι την 31/12/1999, πρέπει επιπρόσθετα να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να καταδεικνύεται ότι το ακίνητο προσφερόταν προς ενοικίαση ή να ήταν ενοικιασμένο κατά την πιο πάνω περίοδο.

 

58.          Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, με βάση τα όσα έχουν προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό εξέταση διαδικασίας και σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των μερών, αρχικά διαπιστώνω ότι συνιστά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων μεταξύ των μερών ότι το υπό ενοικίαση ακίνητο συνιστά κατάστημα[11] ιδιοκτησίας της Ενάγουσας.

 

59.          Επιπρόσθετα, προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο ότι η πρώτη ενοικίαση[12] μεταξύ των μερών δημιουργήθηκε στην βάση γραπτής συμφωνίας ημερ.1/6/2016, με ημερομηνία λήξης τις 31/12/2023 και με δικαίωμα ανανέωσης της υπό της Εναγόμενης, το οποίο όμως δεν εξάσκησε με τον τρόπο που καθορίζετο στην εν λόγω συμφωνία. Δεν αμφισβητείται επίσης η σύναψη της γραπτής συμφωνίας ημερ.1/6/2020 για ενοικίαση του επίδικου καταστήματος, εις αντικατάσταση της συμφωνίας ημερ.1/6/2016, η οποία προέβλεπε περίοδο ισχύος μέχρι 31/5/2022 και με δικαίωμα ανανέωσης της υπό της Εναγόμενης, το οποίο όμως δεν εξάσκησε. Διίστανται φυσικά οι θέσεις ως προς την εγκυρότητα της συμφωνίας ημερ.1/6/2020, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν αναιρεί το κοινό έδαφος ότι η πρώτη ενοικίαση μεταξύ των διαδίκων έληξε, είτε κατόπιν εκπνοής της συμφωνίας ημερ.1/6/2016 στις 31/12/2023, λόγω μη ανανέωσης της, ή ακυρώθηκε δια της σύναψης της συμφωνίας ημερ.1/6/2020 μεταξύ τους και η Εναγόμενη έκτοτε εξακολουθεί να κατέχει το επίδικο κατάστημα με τελευταίο συμφωνηθέν ενοίκιο μεταξύ των διαδίκων €700 μηνιαίως.

 

60.          Από την άλλη, ενώ έχει καταστεί παραδεκτό από πλευράς της Εναγόμενης ότι το επίδικο κατάστημα ευρίσκεται στην Γερμασόγεια του Δήμου Αμαθούντας, τα μέρη διαφωνούν ως προς το κατά πόσο ο εν λόγω Δήμος συνιστά «ελεγχόμενη περιοχή»[13] υπό την έννοια του Ν.23/1983. Παραπέμπω σχετικά στο Αρθρο 3 του περί Δήμων Νόμο του 2022, Ν. 52(Ι)/2022, που προνοεί για ίδρυση και σύσταση Δήμων και στο Παράρτημα Ι. Στο τελευταίο καθορίζεται, ως προς την Επαρχία Λεμεσού, η σύσταση του Δήμου Αμαθούντας, με έδρα τον Άγιο Αθανάσιο, ο οποίος αποτελείται από τους δήμους Αγίου Αθανασίου και Γερμασόγειας, καθώς και τις κοινότητες Αγίου Τύχωνα, Ακρούντας, Αρμενοχωρίου, Μαθικολώνης, Μουτταγιάκας και Φοινικαριών, που μετονομάζονται στα αντίστοιχα ομώνυμα δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Ανατολικής Λεμεσού. Τα δημοτικά διαμερίσματα Αγίου Αθανασίου, Γερμασόγειας, Μουταγιάκας και Αγίου Τύχωνα που περιλαμβάνονται στον Δήμο Ανατολικής Λεμεσού, αποτελούν «ελεγχόμενες περιοχές», γεγονός για το οποίο διατηρώ και δικαστική γνώση δυνάμει της Κ.Δ.Π 232/2024[14], η οποία κατήργησε την Κ.Δ.Π. 519/2007 και η οποία τέθηκε σε ισχύ από 1 Ιουλίου 2024. Συνεπώς, σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η πλευρά της Ενάγουσας, το επίδικο κατάστημα ευρίσκεται σε «ελεγχόμενη περιοχή» που διέπεται από τις πρόνοιες του Ν.23/1983.

 

61.          Σημειώνεται ότι, παρά τα πιο πάνω, καμία μαρτυρία έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε από τον Ενάγοντα ή από την Εναγόμενη αλλά ούτε και έχει δικογραφηθεί οτιδήποτε σχετικό με την ημερομηνία ολοκλήρωσης του επίδικου καταστήματος, ώστε να δύναται να διαπιστώσει το Δικαστήριο κατά πόσο το επίδικο κατάστημα ολοκληρώθηκε πριν ή μετά την 31/12/1999.[15] Περαιτέρω, η θέση του ομνύοντα στην ΕΔ-ΣΓ, ότι δεν έχει οποιοδήποτε λόγο να πιστεύει αλλά ούτε γνωρίζει κατά πόσο το επίδικο κατάστημα τελούσε «υπό ή προς ενοικίαση» κατά την 31/12/1999, δεν θεωρώ ότι, τουλάχιστον στο παρόν πλαίσιο, αποτελεί θετική μαρτυρία ικανή από μόνη της να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης που φέρει η Ενάγουσα για να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν πληρείται η σχετική προϋπόθεση που θέτει η Νομολογία και η οποία διατυπώνεται με επιτακτικό τρόπο.[16] Ειδικά εφόσον η Εναγόμενη ανταποκρίθηκε στην εν λόγω θέση ισχυριζόμενη ότι το επίδικο κατάστημα ανεγέρθηκε και διαμορφώθηκε με σκοπό την ενοικίαση. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση της Εναγόμενης, παρά την γενικότητα που την διέπει, δεν αντικρούστηκε από την Ενάγουσα, παρά την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από πλευράς της, και σε συνάρτηση με την παντελή απουσία πραγματικού υποβάθρου σε σχέση με την ημερομηνία ολοκλήρωσης του επίδικου καταστήματος, καθιστά αδύνατη από πλευράς του Δικαστηρίου την εξέταση της προϋπόθεσης που θέτει η ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗΣ (πιο πάνω). Επιπλέον, παραμένει μετέωρο το κατά πόσο η συμφωνία ημερ.1/6/2020 επηρεάζει την συνδρομή της προϋπόθεσης που αφορά την λήξη της «πρώτης ενοικίασης», εφόσον τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης της εγκυρότητας της από την ίδια την Ενάγουσα.

 

62.          Ως προκύπτει από την πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΔΗΜΟΣ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΡΑΤΗ, Πολιτική Έφεση αρ. E47/2025, ημερ.28/5/25, με αναφορά στην ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ v. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. E178/2014, ECLI:CY:AD:2020:A285, ημερ.11/8/20, ζητήματα αρμοδιότητας τα οποία δεν γίνονται παραδεκτά στα δικόγραφα, πρέπει να αποδεικνύονται με θετική μαρτυρία ή με παραδοχή γεγονότων τα οποία είναι ικανά να θεμελιώσουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του παραδεκτό, αλλά ούτε και διαυγές, πραγματικό υπόβαθρο ώστε να καταλήξει κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία για το ζήτημα δικαιοδοσίας που εγέρθηκε, το οποίο αποτελεί νομικό ζήτημα και δεν δύναται να επιλυθεί χωρίς σαφήνεια ως προς το πλαίσιο γεγονότων που το περιβάλλει. Απαιτείται μαρτυρία με την οποία θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι θέσεις των μερών, ώστε να αξιολογηθεί και εξαχθούν ευρήματα ως προς το πραγματικό υπόβαθρο που είναι αναγκαίο για να αποφασιστούν μέσω δικαστικής κρίσης τα σχετικά νομικά θέματα.

 

63.          Δεν διέλαθε όμως της προσοχής μου ότι, πέραν του διατάγματος ανάκτησης κατοχής του επίδικου καταστήματος, μέσω της αίτησης ζητείται και συνοπτική απόφαση για ενδιάμεσες οφειλές, από την ημερομηνία καταχώρησης της απαίτησης μέχρι παράδοση του επίδικου καταστήματος, ύψους €700 μηνιαίως, το οποίο είναι παραδεκτό από πλευράς της Εναγόμενης ως το τελευταίο συμφωνηθέν μεταξύ των διαδίκων ποσό του μηνιαίου ενοικίου,. Το Δικαστήριο με βάση το Μέρος 24 καν.2 δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον Εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος. Ωστόσο, το εν λόγω ζήτημα, εκτός του ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αξίωση τη Ενάγουσας για την έξωση της Εναγόμενης από το επίδικο κατάστημα και συνεπώς διέπεται από τους ίδιους προβληματισμούς σε σχέση με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ως έχουν εκφραστεί ανωτέρω, στην ΣΕΔ-ΜΙ αναφέρεται ότι εν τέλει η Εναγόμενη εξόφλησε οιαδήποτε οφειλόμενα προς την Ενάγουσα, μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης.

 

64.          Όσο αφορά τώρα την συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης για κοινόχρηστα, τέλη υδατοπρομήθειας, ρεύματος, τηλεφώνου κλπ. μέχρι την ημερομηνία παράδοσης της κατοχής του επίδικου καταστήματος στην Ενάγουσα, η θέση της Εναγόμενης ως προβλήθηκε στην ΕΔ-ΖΦ ότι δεν οφείλεται οτιδήποτε από πλευράς της προς τις αρμόδιες Αρχές. Η εν λόγω θέση παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον όχι μόνο δεν αντικρούστηκε, αλλά ούτε και σχολιάστηκε στην ΣΕΔ-ΜΙ που ακολούθησε.

 

65.          Συνακόλουθα, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποσείσει το βάρος που της αναλογούσε και να αποδείξει, στα πλαίσια της υπο εξέταση αίτησης, ότι η Εναγόμενη δεν έχει προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και ότι δεν υπάρχει κάποιος άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή τα ζητήματα που εγείρονται πρέπει να αποφασιστούν σε δίκη. Συμπερασματικά, δεν δύναται το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση, ως ζητείται με την Αίτηση της.

 

VII.         ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

66.          Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

67.          Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Λαμβάνεται όμως υπόψη ότι τα μέρη, συμπεριλαμβανομένης της Εναγόμενης, κατά παράβαση του Μέρους 39 καν.9(1), δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον της για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.

 

68.          Ως αποτέλεσμα, έχοντας υπόψη μου τον Μέρους 39 καν.9(2), θεωρώ ότι οιονδήποτε ποσό επιδικαστεί υπέρ της, είναι ορθό υπό τις περιστάσεις να μειωθεί κατά 10%. Για τον ίδιο λόγο, κρίνω ότι δικαιολογείται απόκλιση από τον γενικό κανόνα με βάση τον καν.7 σε σχέση με τον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων από πλευράς του Δικαστηρίου.

 

69.          Ως εκ των πιο πάνω, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης/ Καθ’ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, τα οποία να υπολογιστούν λεπτομερώς από τον πρωτοκολλητή και τα οποία θα τελούν υπό την αίρεση της έγκρισης του δικαστηρίου, μειωμένα κατά 10%.

 

70.          Τα έξοδα θα είναι καταβλητέα εντός 14 ημερών από την κοινοποίηση στην πλευρά της Ενάγουσας του εγκεκριμένου από πλευράς του Δικαστηρίου σχετικού καταλόγου.

 

 

                                                                                    (Υπ.)............................

                                                                                   Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής         



[1] Βλ. Μέρος 1 καν.5(2)(γ) των ΝΚΠΔ.

[2] Βλ. Μέρος 24 καν.1 (1) των ΝΚΠΔ.

[3] Γεώργιος Διογένους κ.α. v. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED, Πολιτική Έφεση αρ. Ε86/2025 ημερ. 11/2/2026.

[4] Βλ. Διογένους (πιο πάνω).

[5] Βλ. Διογένους (πιο πάνω).

[6] Βλ. κ24.4 των ΝΚΠΔ και The White Book Service 2024: Civil Procedure, Vol.1, παρ. 24.2.3 υπό τον τίτλο «Burdens of proof».

[7] καν.12.1(2) των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

[8] καν.12.1(3) των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

[9]Βλ. PHILIPPOU ν. PHILIPPOU (1986) 1 CLR 689 Σεβεγέπ Λτδ ν. United Sea Transport and Another (1989) 1E ΑΑΔ 729.

[10] Βλ. Άρθρο 11(1)(α) του περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (Ν.23/1983) και Δίσπυρου (1990) 1 ΑΑΔ 365.

[11]Βλ. άρθρο 2 του Ν.23/1983: «ακίνητο» σημαίνει «κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα.»

[12] Βλ. ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΛΕΖΟΥ κ.α. v. ΧΑΡΗΣ ΚΑΦΑΡΙΔΗΣ ΕΣΤΕΗΤ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 295/2018, ημερ.28/3/24.

[13] Βλ. άρθρο 2 του Ν.23/1983: «ελεγχόμενη περιοχή» σημαίνει «οποιαδήποτε περιοχή της Κύπρου ήθελε κηρυχθεί ως τέτοια με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (3) του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου».

[14]Βλ. Άρθρο 3 του Περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (23/1983).

[15] Βλ. άρθρο 2 του Ν.23/1983: «ακίνητο» σημαίνει «κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα….και συμπληρώθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999».

[16] Βλ. ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ v. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 30/2019, 1/6/20, ECLI:CY:AD:2020:A171.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο