ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1174/2024 (Ι-justice)
Μεταξύ:
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
Ενάγοντα,
ν.
Μ. Σ.
Εναγόμενης.
Αίτηση ημερομηνίας 11/2/2025
για έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων και κατάσχεσης εις χείρας τρίτου
Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου, 2026
Για τον Ενάγοντα / Αιτητή / Εξ Αποφάσεως Πιστωτή:
κ. Γ. Διογένους για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε..
Για την Εναγόμενη / Καθ’ης η Αίτηση / Εξ Αποφάσεως Χρεώστιδα:
Προσωπικά, χωρίς νομική εκπροσώπηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ / ΑΙΤΗΣΗ
1. Στις 14/1/2025, εκδόθηκε απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, με την οποία η τελευταία διατάσσετο να πληρώσει ποσό €15.000.- πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 17/6/2024 μέχρι 31/12/2014, ο οποίος ανέρχετο σωρευτικά στο ποσό €728,63 και από 1/1/2025 μέχρι την πλήρη και τελική εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, πλέον δικηγορικά έξοδα.
2. Ως προκύπτει από το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης, ο Ενάγοντας/Αιτητής/Εξ Αποφάσεως Πιστωτής (στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Αιτητής») μέσω αυτής διεκδικούσε την διεξαγωγή έρευνας αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης/Καθής η Αίτηση/Εξ Αποφάσεως Χρεώστιδας (στο εξής θα αναφέρεται ως η «Καθ’ης η Αίτηση») και διατάγματα πληρωμής του εξ’αποφάσεως χρέους μηνιαίως, αποκοπής απολαβών και κατάσχεσης εις χείρα τρίτου, μεταξύ άλλων.
3. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), ως έχει τροποποιηθεί Μέρη VIII και IX, άρθρα 82-91(Ι), στον Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο του 2009 (Ν.60(Ι)/2008), στη νομολογία και επί της διακριτικής ευχέρειας και εξουσίας του Δικαστηρίου.
4. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα εις την οποία γίνεται, κατά την άποψη μου, τυπική αναφορά στην έκδοση της απόφασης, στην μη καταβολή οιουδήποτε ποσού από πλευράς της Εναγόμενης έναντι της απόφασης και στα διατάγματα και θεραπείες που ζητούνται.
II. ΑΚΡΟΑΣΗ
5. Παρά το γεγονός ότι η Καθ’ης η Αίτηση προέβηκε αρχικά στην καταχώρηση ένστασης στην αίτηση, κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου για ακρόαση, δήλωσε ότι είχε την δυνατότητα και αποδέχετο την έκδοση διατάγματος για την πληρωμή του εξ’αποφάσεως χρέους της δια μηνιαίων δόσεων ύψους €500 που εισηγήθηκε η πλευρά του Αιτητή. Στο εν λόγω πλαίσιο κατατέθηκε εκ συμφώνου το Έγγραφο ‘Α’, το οποίο αποτελεί βεβαίωση του εργοδότη της Καθ’ης η Αίτηση που επιβεβαιώνει την εισοδηματική της ικανότητα για το έτος 2026. Η Καθ’ης η Αίτηση διαφώνησε όμως με την έκδοση διατάγματος απολαβών στο οποίο η πλευρά του Αιτητή επέλεξε δικαιωματικά να επιμένει.
6. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, σημειώνεται ότι, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κλήθηκε και από πλευράς του Αιτητή η Καθ’ης η αίτηση να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ενώ παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πρόσωπο φερόμενο ως αρμόδιος υπάλληλος αυτής, η εν λόγω εταιρεία δεν συμμετείχε στην διαδικασία ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο αλλά ούτε και εξετάστηκε ενόρκως το εν λόγω πρόσωπο.
7. Όσο αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά της αίτησης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή, μέσω των σχετικών του δηλώσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, περιόρισε αυτά εμμένοντας μόνο στο διάταγμα αποκοπής απολαβών και στο διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Ως προς το τελευταίο κατατέθηκε εκ συμφώνου το Έγγραφο ‘Β’, το οποίο αποτελεί κατάσταση λογαριασμού στην ANCORIA BANK και επιβεβαιώνει την ύπαρξη ταμείου συντάξεως (‘pension plan’) ύψους €8.020,36 προς όφελος της Καθ’ης η Αίτηση. Η πλευρά του αιτητή αιτήθηκε έκδοση διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για το εν λόγω ποσό ώστε να πιστωθεί έναντι του εξ’αποφάσεως χρέους. Η Καθ’ης η Αίτηση δεν προέβαλε ένσταση στην έκδοση του εν λόγω διατάγματος.
8. Τα μέρη κληθηκαν να αγορεύσουν επί της διαφωνίας τους στην έκδοση του διατάγματος αποκοπής απολαβών αλλά και επί της δυνατότητας έκδοσης του διατάγματος εις χείρας τρίτου που επιδιώκει ως ανωτέρω ο Αιτητής.
9. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή κατέθεσε γραπτό κείμενο, το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε και αντίγραφα αποφάσεων τις οποίες θεώρησε σχετικές με το εν λόγω ζήτημα και αγόρευσε επίσης προφορικά, συμπληρωματικά των γραπτών του θέσεων. Η Καθ’ης η Αίτηση επιχειρηματολόγησε κυρίως κατά της έκδοσης διατάγματος αποκοπής απολαβών στην βάση λόγων που άπτοντο της αξιοπρέπειας και υπόληψης της στα μάτια του εργοδότη της και επειδή δεν ήθελε να εμπλέξει τον τελευταίο σε προσωπικές της νομικές διαδικασίες θεωρώντας ότι, ενδεχομένως, αυτό να έχει αρνητικές επιπτώσεις για την ίδια σε επαγγελματικό επίπεδο.
10. Έχω μελετήσει την αίτηση και υποστηρικτική ένορκη δήλωση, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν εκ συμφώνου στα πλαίσια της υπό εξέταση διαδικασίας και έχω λάβει υπόψη μου τα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του Αιτητή και την Καθ’ης η Αίτηση.
III. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
11. Σύμφωνα με το Άρθρο 14(1)(ε) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 (στο εξής το «Κεφ. 6»), κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Κεφ. 6, να εκτελεστεί με την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VIII και την έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους ΙΧ του Κεφ. 6.
12. Σύμφωνα με το το Άρθρο 82 του Μέρους VIII, δύναται ο εξ αποφάσεως πιστωτής να αποταθεί στο Δικαστήριο για να εξεταστεί ο εξ αποφάσεως οφειλέτης, μεταξύ άλλων, αναφορικά (α) Με την οικονομική του κατάσταση με σκοπό την έκδοση οποιουδήποτε από τα διατάγματα που αναφέρονται στο Μέρος ΙΧ και (β) με οποιοδήποτε συμφέρον έχει σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία στη φύλαξη ή κάτω από τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία, ή αναφορικά με τυχόν οφειλές τρίτου προσώπου σ΄ αυτόν, με σκοπό την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου δυνάμει του Μέρους VII.
13. Σύμφωνα με το Άρθρο 87(1) του Κεφ. 6, το Δικαστήριο, δύναται, μετά την εξέταση του οφειλέτη, να εκδώσει, ανάλογα με την περίπτωση, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:
(α) διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις,
(β) διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων,
(γ) διάταγμα αποκοπής απολαβών,
(δ) διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο εξ αποφάσεως οφειλέτης να διαθέσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της,
(ε) ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου.
14. Όμως το Άρθρο 87(2) του Μέρους VIII, προνοεί ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ή ένταλμα δυνάμει του εδαφίου (1) το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή.
15. Η έκδοση διατάγματος πληρωμής ενός εξ αποφάσεως χρέους διέπεται από το Άρθρο 90 του Μέρους ΙΧ και η έκδοση διατάγματος αποκοπής απολαβών από το Άρθρο 91Ε. Το τελευταίο, προνοεί συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
«Έκδοση διαταγμάτων αποκοπής απολαβών
91Ε.-(1) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (2), διάταγμα αποκοπής απολαβών εκδίδεται κατόπιν έρευνας που διεξάγει το δικαστήριο δυνάμει του Μέρους VIII ύστερα από αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή.
(2) Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα αποκοπής απολαβών στις περιπτώσεις που εκκρεμεί άλλος τρόπος εκτέλεσης ή σε περίπτωση που εκκρεμεί υπόθεση για διάπραξη ποινικού αδικήματος δυνάμει του άρθρου 91Β.»
16. Όσο αφορά τις συνέπειες και περιεχόμενο διατάγματος αποκοπής απολαβών, αναφέρονται στο Άρθρο 91ΣΤ(1) του Μέρους ΙΧ τα ακόλουθα σχετικά:
«91ΣΤ.-(1) Το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα αποκοπής απολαβών στις περιπτώσεις που ο εξ αποφάσεως οφειλέτης είναι μισθωτός, το οποίο απευθύνεται στο πρόσωπο που διαπιστώνεται ότι είναι ο εργοδότης του εξ αποφάσεως οφειλέτη και το οποίο εφαρμόζεται ως διαταγή προς το πρόσωπο αυτό όπως-
(α) Προβαίνει σε περιοδικές αφαιρέσεις και κατακρατήσεις από τις απολαβές του οφειλέτη του ποσού που το Δικαστήριο υπολόγισε ως εύλογο και εντός των δυνατοτήτων του οφειλέτη να πληρώσει με δόσεις0 και
(β)καταβάλλει τις εν λόγω περιοδικές αφαιρέσεις και κατακρατήσεις στον εξ αποφάσεως πιστωτή ή στον αρμόδιο λειτουργό του Δικαστηρίου σε τέτοια χρονικά διαστήματα που το δικαστήριο ορίζει.
(2) Κάθε διάταγμα αποκοπής απολαβών περιέχει-
(α) Επαρκή στοιχεία και πληροφορίες για να μπορεί ο εργοδότης να διακριβώσει την ταυτότητα του οφειλέτη
(β) αναφορά για ολόκληρο το ποσό που είναι πληρωτέο δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου (ή του υπόλοιπου του εν λόγω χρέους) περιλαμβανομένων των εξόδων
(γ) αναφορά στο ποσό το οποίο περιοδικώς αποκόπτεται από τις απολαβές του οφειλέτη, καθώς επίσης και τις περιόδους των εν λόγω αποκοπών που το Δικαστήριο εύλογα κρίνει, έχοντας υπόψη του τα ακόλουθα στοιχεία αναφορικά με τον εξ αποφάσεως οφειλέτη:
(i) Τις απολαβές του, πραγματικές και αναμενόμενες
(ii) οποιαδήποτε άλλα εισοδήματα του από εργασία ή άλλες πηγές
(iii) τα έξοδα για τις βασικές οικογενειακές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του
(iv) άλλες υποχρεώσεις και ανάγκες του.»
IV. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΑ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
17. Έχοντας υπόψη μου πάντοτε την σχετική νομική πτυχή, στρέφομαι τώρα στην υπό εξέταση περίπτωση.
18. Αρχίζοντας από το διάταγμα αποκοπής απολαβών, σημειώνω ότι η έκδοση του διέπεται από προϋποθέσεις, οι οποίες προκύπτουν από τις συνδυασμένες πρόνοιες των Άρθρων 87(2), 91Ε και 91ΣΤ(1) του Κεφ.6. Συγκεκριμένα, πρέπει το διάταγμα να περιλαμβάνεται στην αίτηση του εξ’αποφάσεως πιστωτή, να εκδίδεται κατόπιν αίτησης του τελευταίου για έρευνα στην βάση του Μέρους VIII, να μην εκκρεμεί άλλος τρόπος εκτέλεσης ή υπόθεση για διάπραξη ποινικού αδικήματος δυνάμει του άρθρου 91Β, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης να είναι μισθωτός και να διαπιστώνεται ο εργοδότης του εξ αποφάσεως οφειλέτη.
19. Στην παρούσα περίπτωση το διάταγμα αποκοπής απολαβών περιλαμβάνεται στην παράγραφο 13 του αιτητικού της αίτησης. Η αίτηση επιδίωκε την έρευνα της Καθ’ης η Αίτηση στην βάση του Μέρους VIII, κάτι το οποίο διαφαίνεται τόσο από την νομική της βάση αλλά και το ίδιο το αιτητικό της. Δεν έχει προσαχθεί οτιδήποτε ενώπιον μου από οιανδήποτε πλευρά το οποίο να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι εκκρεμεί άλλος τρόπος εκτέλεσης ή υπόθεση για διάπραξη ποινικού αδικήματος δυνάμει του άρθρου 91Β. Από τις ενώπιον του Δικαστηρίου δηλώσεις αλλά και το περιεχόμενο του Εγγράφου ‘Α’, διαπιστώνεται ότι η Καθ’ης η Αίτηση είναι μισθωτή και έχουν παρασχεθεί επαρκή στοιχεία όσο αφορά τον εργοδότη της. Τα μέρη προέβηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε δηλώσεις ως προς το παραδεκτό της εργοδότησης της Καθ’ης η Αίτηση από την αναφερόμενη στο Έγγραφο ‘Α’ εταιρεία ως και την εισοδηματική της δυνατότητα, η οποία της επιτρέπει για να καταβάλλει το ποσό των €500 μηνιαίως προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της. Συνακόλουθα, κρίνω ότι οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις πληρούνται.
20. Όσο αφορά τώρα τα όσα ανέφερε η Καθ’ης η Αίτηση κατά της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος δεν θεωρώ ότι αποτελούν λόγο να μην ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια προς έκδοση του, ενώ, παράλληλα, δεν έχει προσαχθεί ενώπιον μου οτιδήποτε το οποίο να τεκμηριώνει τις εν λόγω θέσεις και φοβίες της, οι οποίες παραμένουν, κατά την άποψη μου, στην σφαίρα της γενικότητας και της εικασίας. Λαμβάνω υπόψη μου περαιτέρω ότι η απόφαση εκδόθηκε ερήμην της Καθ’ης η Αίτηση τον Ιανουάριο 2025 και η θέση της πλευράς του Αιτητή ότι έκτοτε δεν κατέβαλε οιονδήποτε ποσό προς εξόφληση της δεν έχει αμφισβητηθεί ή αντικρουστεί από πλευράς της. Η παρούσα αίτηση εκκρεμεί από τον Φεβρουάριο 2025 και από τον φάκελο προκύπτει να είναι το μόνο μέτρο εκτέλεσης στο οποίο προέβηκε η πλευρά του Αιτητή και σχετικά άμεσα μετά την έκδοση της εναντίον της απόφασης. Συνεπώς, δεν θεωρώ παράλογη την επιθυμία του Αιτητή να επιμένει, αφού διαπιστώθηκε η οικονομική της δυνατότητα και το καθεστώς της ως μισθωτή, στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
21. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι, εν όψει του ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος, ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος να μην ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αποκοπής απολαβών.
22. Ερχόμενη τώρα στο ζήτημα έκδοσης διατάγματος εντάλματος ή διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ενώ διαπιστώνεται από την Αίτηση ότι έχει περιληφθεί στο αιτητικό της Αίτησης (παρ.15), δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο περιουσιακό στοιχείο του οποίου επιδιώκεται η κατάσχεση και αποτελεί αντικείμενο του Εγγράφου ‘Β’. Θεωρώ ότι τα όσα ισχύουν με βάση την Λουγκρίδης ν. Eurolife Ltd (2004) 1 Α.Α.Δ. 886, σε σχέση με την ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων στα πλαίσια αίτησης για την εξέταση της οικονομικής δυνατότητας ενός εξ’αποφάσεως οφειλέτη, ισχύουν κατ’ αναλογία στην παρούσα περίπτωση. Στην Λουγκρίδης αναφέρθηκαν τα εξής:
«Έχοντας λοιπόν υπόψη τις γενικές πρόνοιες του Νόμου, όπως τις συνοψίσαμε πιο πάνω, κρίνουμε πως η συμπερίληψη αιτήματος σε αίτηση για εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ώστε αυτός να εξεταστεί αναφορικά με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου [Άρθρο 82(β)], εξυπακούει τον ακριβή καθορισμό του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου που έχει με οποιοδήποτε τρόπο μεταβιβαστεί από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη, με σκοπό βέβαια να καταδολιεύσει τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Η φράση στο Άρθρο 91Γ «δύναται να κηρυχθεί άκυρη από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή του εν λόγω οφειλέτη», οδηγεί στην ορθή εφαρμογή της πρόνοιας αυτής του Νόμου η οποία άπτεται του σταδίου της διαδικασίας που αφορά, καθώς και ο πλαγιότιτλος λέγει: «σε διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, επιβαρύνσεων». Προσθέτουμε και το Άρθρο 87(2) σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα, μεταξύ άλλων, για ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων «το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή.» Στην υπό κρίση αίτηση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστή δεν καθορίζονταν τα περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή τα ακίνητα για τα οποία και ζητείτο διάταγμα ακύρωσης της μεταβίβασης τους. Με την αίτηση επιδιωκόταν η εξέταση του εφεσείοντος αναφορικά με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου κ.λπ. Εφόσον, και όταν αποκαλύφθηκε από τον εφεσείοντα στο Δικαστήριο πως είχε μεταβιβάσει στα παιδιά του τα ακίνητα, θα έπρεπε να ακολουθήσει ειδική αίτηση, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 91Γ του Νόμου, για να κριθεί κατά πόσο οι μεταβιβάσεις ήσαν καταδολιευτικές. Τέτοιο αίτημα μπορεί βεβαίως να συμπεριληφθεί και στην αίτηση έρευνας, στην οποία όμως πρέπει να καθορίζεται το περιουσιακό στοιχείο, για το οποίο υπάρχει ο ισχυρισμός πως μεταβιβάστηκε για να καταδολιευθεί ο πιστωτής, μαζί βεβαίως με το πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση ώστε και αυτό να ακουστεί, ως πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα ευθέως τίθενται υπό συζήτηση.»
23. Είμαι της άποψης ότι τα πιο πάνω εφαρμόζουν και στην υπό εξέταση περίπτωση. Δηλαδή, εφόσον δεν καθορίστηκε το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο στην ίδια την Αίτηση και αφού διαπιστώθηκε στα πλαίσια της τελευταίας η ύπαρξη του, όφειλε η πλευρά του Αιτητή να προβεί σε ξεχωριστή αίτηση με βάση το Άρθρο 73 του Μέρους VII του Κεφ.6. Το ίδιο το λεκτικό του Άρθρου 73 θεωρώ ότι συνηγορεί υπέρ του εν λόγω συμπεράσματος και παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες του κατωτέρω:
«Ένταλμα κατάσχεσης κινητών ή χρεών στα χέρια τρίτου
73. Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 82 και 87 του Μέρους VIII, όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρο (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω.» (Οι υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου)
24. Η πιο πάνω θέση, ενισχύεται και από το λεκτικό του Άρθρου 82 του Μέρους VIII, το οποίο αναφέρει ότι δύναται ο εξ αποφάσεως πιστωτής να αποταθεί στο Δικαστήριο για να εξεταστεί ο εξ αποφάσεως οφειλέτης, μεταξύ άλλων, αναφορικά με οποιοδήποτε συμφέρον έχει σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία στη φύλαξη ή κάτω από τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία, ή αναφορικά με τυχόν οφειλές τρίτου προσώπου σ΄ αυτόν, με σκοπό την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου δυνάμει του Μέρους VII.
25. Στην παρούσα περίπτωση, με βάση τα όσα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα με βάση το περιεχόμενο του Εγγράφου ‘Β’, το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο τελεί υπό τον έλεγχο και κατοχή τρίτου προσώπου, συγκεκριμένα της ANCORIA BANK, το οποίο όμως δεν συμμετείχε στην παρούσα διαδικασία αλλά ούτε και κλήθηκε να συμμετάσχει, εφόσον, προφανώς, το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο δεν ήταν υπόψη της πλευράς του Αιτητή κατά το στάδιο καταχώρησης της αίτησης και δεν ήταν δυνατή η έκδοση εντάλματος σε σχέση με αυτό.
26. Ως αποτέλεσμα κρίνω ότι, δεν δύναται να εκδοθεί, τουλάχιστον στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, το διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου που επιδιώκει ο Αιτητής.
V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
27. Υπό το φως των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση επιτυγχάνει στην έκταση που αφορά το διάταγμα πληρωμής του εξ’αποφάσεως ποσού δια μηνιαίων δόσεων και το διάταγμα για αποκοπή του μηνιαίου ποσού από τις απολαβές της Καθ’ης η Αίτηση. Η αίτηση στην έκταση που αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά, απορρίπτεται.
28. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η Καθ’ης η Αίτηση διατάττεται να καταβάλλει μηνιαίες δόσεις προς τον Αιτητή για το ποσό των €500 μηνιαίως, από 1/3/2026, με περίοδο χάριτος τριών (3) ημερών, μέχρι πλήρους εξόφλησης του εξ αποφάσεως ποσού δυνάμει της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ημερ.14/1/2025 πλέον τόκο και έξοδα, ήτοι ως εξής:
Μέχρι πλήρη εξόφληση του ποσού των €15.000 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 17/6/2024 μέχρι 31/12/2014, ο οποίος ανέρχετο σωρευτικά στο ποσό €728,63 και από 1/1/2025 μέχρι την πλήρη και τελική εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους πλέον €1.838 έξοδα της αγωγής και της απόφασης ημερ.14/1/2025, πλέον νόμιμο τόκο προς 5.5% ετησίως από 19/11/2024 μέχρι 31/12/2024, πλέον τόκο προς 6% από 1/1/2025 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. επ’αυτών προς 19%, πλέον €272.94 ως έξοδα επίδοσης και πραγματικά έξοδα της αγωγής.
Το ως άνω ποσό των €500 θα αποκόπτεται από τις απολαβές της Καθ’ης η Αίτηση από την εργοδότρια εταιρεία της C.S. LTD από την 1/3/2026 και ακολούθως την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, με περίοδο χάριτος τριών (3) ημερών, μέχρι τελικής εξόφλησης του εξ Αποφάσεως Ποσού ή ενόσω βρίσκεται στην υπηρεσία αυτής, οποιοδήποτε επισυμβεί νωρίτερα.
Προς τούτο, διατάσσεται η εργοδότης της ήτοι η εταιρεία C.S. LTD (HE Χ2Χ2Χ) όπως προβαίνει σε αφαίρεση και κατακράτηση του ποσού των €500 μηνιαίως από την 1/3/2026, με περίοδο χάριτος τριών (3) ημερών, μέχρι πλήρους εξόφλησης.
Διατάσσεται περαιτέρω η εταιρεία C.S. LTD (HE Χ2Χ2Χ) να καταβάλλει το αποκοπτόμενο ποσό κάθε μήνα και αμέσως μετά την αποκοπή του ποσού, προς τον Αιτητή, και το αργότερο εντός 3 ημερών, μέχρι εξοφλήσεως του εξ Αποφάσεως Ποσού.
Οι εργοδότες πληροφορούνται ότι υποχρεούνται να δίνουν απόδειξη στην Καθ’ης η Αίτηση σε σχέση με κάθε μηνιαία αποκοπή απολαβών. Περαιτέρω οι εργοδότες πληροφορούνται ότι επιπροσθέτως του αποκοπτομένου ποσού δικαιούνται, εάν το κρίνουν αναγκαίο, να αποκοπεί και ποσό μέχρι 3% του αποκοπτόμενου ποσού για κάλυψη γραφικών και διοικητικών τους εξόδων.
Επισύρεται η προσοχή των εργοδοτών στα άρθρα 91Ε, 91ΣΤ, 91Ζ, 91Η, 91Θ και 91Ι του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 και ειδικά το ότι η τυχόν μη συμμόρφωση με το ως άνω διάταγμα συνιστά ποινικό αδίκημα.
Δίδονται οδηγίες όπως το παρόν διάταγμα συνταχθεί άμεσα και όπως επιδοθεί στην εργοδότρια εταιρεία της Καθ' ης η Αίτηση το συντομότερο δυνατόν από τον Αιτητή και παράλληλα να παρέχονται τα απαραίτητα στοιχεία για την διεκπεραίωση της σχετικής πληρωμής ώστε να καταστεί δυνατή η συμμόρφωση εντός της προβλεπόμενης σε αυτό προθεσμίας.
Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ενόψει της επιτυχίας της Αίτησης, των σχετικών δηλώσεων που έγιναν ενώπιον του Δικαστηρίου, και επειδή δεν βρίσκω κανέναν λόγο γιατί θα πρέπει σε αυτήν την περίπτωση το Δικαστήριο να διαφοροποιηθεί από την πάγια νομολογία, ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, διατάσσεται η καταβολή των εξόδων της Αίτησης υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση, όπως αυτά έχουν ήδη συμφωνηθεί στο ποσό των €1.100 πλέον Φ.Π.Α., πλέον €136 ως πραγματικά έξοδα.
(Υπ.)............................
Αφρ. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο