ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 117/25 (i-justice)
Μεταξύ:
ΑΝΤΡEΑΣ ΠΑΠΑΦΡΑΓΚΟΥ
Ενάγοντας
και
ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
Εναγόμενη
--------------------
Αίτηση ημερ. 10.10.25 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης
Ημερομηνία: 24.02.26
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Α. Νεοκλέους για Ν.Ε. Νεοκλέους Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενη/Καθ’ης η Αίτηση: κα. Ν. Κατροτζανή για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Στην παρούσα απαίτηση ο Ενάγοντας, με το τροποποιημένο Έντυπο Απαίτησης μαζί με την Έκθεση Απαίτησης ημερ. 28.02.25, αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνέπεια τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στις 12.06.24. Ειδικότερα, είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ], ασφαλισμένη στην ασφαλιστική εταιρεία «ΑΝΥ ΤΙΜΕ», οδηγούσε αμελώς το όχημα του και ως εκ τούτου ο Ενάγοντας υπέστη σωματικές βλάβες και η μοτοσυκλέτα του ζημιές συνέπεια του προαναφερόμενου τροχαίου δυστυχήματος.
Η επίδικη αίτηση
2. Με την παρούσα αίτηση ημερ. 10.10.25 (εφ’εξής «η επίδικη αίτηση»), o Ενάγοντας/Αιτητής επιδιώκει την διαγραφή και αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου 3 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 28.02.25 του Ενάγοντα, ώστε η νέα παράγραφος 3 να διαβάζει ως ακολούθως:
«Η ασφαλιστική εταιρεία που κάλυπτε το όχημα με αριθμό εγγραφής [ ] και τον οδηγό του (ο οποίος εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος), κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος, εμπορευόμενη υπό την επωνυμία ΑΝΥΤΙΜΕ, σε συνεργασία, κάλυψη και με την εγγύηση της εναγομένης, ανέλαβε την ευθύνη να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις υπέρ του ενάγοντος. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από την ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων και επιστολογραφίας μεταξύ των διαδίκων μερών»
3. Η νομική βάση της επίδικης αίτησης στηρίζεται στους Κ.18.1, 18.2, 22.1, 23.5 και 25.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (εφ’εξής «οι Κ.Π.Δ. 2023»).
4. Η επίδικη αίτηση επιβεβαιώνεται από Δήλωση Αληθείας ημερ. 10.10.25 και υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του «Ν.Ε.Ν» ημερ. 10.10.25 (εφ’εξης «η Ε/Δ Ν.Ε.Ν»), όπου αναφέρεται ότι μέχρι το 2016 ήταν δικηγόρος και έκτοτε ασχολείται με νομικά θέματα στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, δηλώνοντας ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από αυτόν όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ο ομνύοντας δηλώνει ότι κατά τον χρόνο προετοιμασίας, σύνταξης και πληκτρολόγησης της έκθεσης απαίτησης, η δακτυλογράφος εκ παραδρομής προέβη σε εσφαλμένη πληκτρολόγηση, με αποτέλεσμα να σημειωθεί ακούσιο σφάλμα στην πληκτρολόγηση και ειδικότερα η παράγραφος 3, ως δικογραφείται, να στερείται νοήματος ενώ η έκθεση απαίτησης, ως συντάχθηκε από τον ίδιο, ήταν ορθή.
Ένσταση Καθ’ης η Αίτηση
5. Η επίδικη αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης/Καθ’ης η Αίτηση. Η ένσταση της Καθ’ης η Ένσταση ημερ. 16.12.25 υποστηρίζεται από 10 λόγους ένστασης που δύναται να συνοψισθούν ως εξής: (1) θέματα που αφορούν σφάλματα ή τον τρόπο λειτουργίας του δικηγορικού γραφείου, που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως λόγοι που βρίσκονται εκτός του ελέγχου του και ούτε η παράλειψη και/ή αμέλεια και/ή λάθος δικηγορικών υπαλλήλων και/ή γραμματέων και/ή των δικηγόρων του Ενάγοντα μπορούν να αποτελέσουν ικανοποιητικό λόγο για έγκριση της επίδικης αίτησης (λόγοι ένστασης 1, 2 και 6), (2) η επίδικη αίτηση είναι αχρείαστη και/ή καταχρηστική και/ή αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών, είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή απαράδεκτη ενώ ακόμη και με την έγκριση της αιτούμενης θεραπείας ο Ενάγοντας εξακολουθεί να μην αποκαλύπτει καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης και/η δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης εναντίον της και/ή δεν συνδέεται η Εναγόμενη με το επίδικο ατύχημα (λόγοι ένστασης 3, 8 και 10), (3) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι Κ.Π.Δ. 2023 και η νομολογία για τροποποίηση (λόγος ένστασης 4), (4) η αιτούμενη τροποποίηση δεν αφορά εισαγωγή γεγονότων που πρόσφατα περιήλθαν στην γνώση του Ενάγοντα (λόγος ένστασης 5) και (5) δεν δίδεται καμιά αιτιολογία αναφορικά με την καθυστέρηση στην υποβολή της επίδικης αίτησης και/ή παράλειψη προώθησης της σε προγενέστερο στάδιο ενώ η επίδικη αίτηση προκαλεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση εις βάρος της Εναγόμενης και της ορθής και ταχείας απονομής της δικαιοσύνης (λόγοι ένστασης 7 και 9).
6. Η νομική βάση της ένστασης της Καθ’ης η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 16Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (96(Ι)/2000), στους Κ.18.1, 18.2, 22.1, 23.5, 23.7 και 25.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στη νομολογία και στην γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου.
7. H ένσταση της Καθ’ης η Αίτηση βασίζεται και στην αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 08.07.25 και την «Δήλωση Μάρτυρα» του «Κ.Δ.» ημερ. 08.07.25, όπου ο ομνύοντας δηλώνει ότι με βάση την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε βάση αγωγής κατά της Εναγόμενης αφού σύμφωνα με τη δικογραφία καμιά συμβατική ή ενοχική ή άλλη έννομη σχέση υφίσταται μεταξύ των μερών. Περαιτέρω, η ένσταση της Καθ’ης η Αίτηση επιβεβαιώνεται από «Δήλωση Αληθείας» ημερ. 16.12.25 και υποστηρίζεται από «Δήλωση Μάρτυρα» του «Κ.Δ» ημερ. 16.12.25 (εφ’εξης «η Δ/Μ Κ.Δ») που επίσης επιβεβαιώνεται από «Δήλωση Αληθείας» του «Κ.Δ.» ημερ. 16.12.25. Στη Δ/Μ Κ.Δ., ο ομνύοντας δηλώνει ότι είναι προϊστάμενος Τμήματος Απαιτήσεων της Εναγόμενης, δεόντως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην παρούσα δήλωση και αναφέρει την πηγή γνώσεων του αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο ομνύοντας στη Δ/Μ Κ.Δ επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην Ε/Δ Ν.Ε.Ν. αναφορικά με τη λανθασμένη πληκτρολόγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός καθώς αναμένεται ότι μετά τη δακτυλογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης ότι αυτή θα αναγνωστεί προτού υπογραφτεί. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε αναφορά ότι η καταχώρηση της επίδικης αίτησης προέκυψε ένεκα της καταχώρισης αίτησης για συνοπτική απόφαση ημερ. 07.07.25 εκ μέρους της Εναγόμενης.
8. Ακολούθως, στη Δ/Μ Κ.Δ. γίνεται αναφορά ότι ο Ενάγοντας, σύμφωνα με το άρθρο 16Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (96(Ι)/2000) και τους δικογραφημένους του ισχυρισμούς, έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αδικοπραγούντος ή του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπεύθυνου ή αμφοτέρων. Στην παρούσα περίπτωση δικογραφείται ότι η ασφαλιστική εταιρεία του αδικοπραγούντος είναι κάποια «ANYTIME» ενώ στην προτεινόμενη τροποποίηση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η ασφαλιστική εταιρεία του αδικοπραγούντος κατά τον ουσιώδη χρόνο εμπορευόταν υπό την επωνυμία «ANYTIME» χωρίς να αναφέρεται ότι η Εναγόμενη είναι η ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στον αδικοπραγήσαντα οδηγό. Συνεπώς, θέση του ομνύοντα είναι ότι ο Ενάγοντας δεν απέκτησε απευθείας αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης αλλά εναντίον της «ANYTIME». Τέλος, ο ομνύων, προβάλλει τη θέση ότι η αιτούμενη τροποποίηση, δια της προσθήκης ότι «…..σε συνεργασία, κάλυψη και με την εγγύηση της εναγομένης, ανέλαβε την ευθύνη να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις υπέρ του ενάγοντος», δεν αποκαλύπτει καλό αγώγιμο δικαίωμα και εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης εναντίον της Εναγόμενης.
Αγορεύσεις των μερών
9. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν προφορικά και γραπτώς προς υποστήριξη των θέσεων τους. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και τη Νομολογία στην οποία παρέπεμψε η πλευρά της Εναγόμενης/Καθ’ης η Αίτηση προς υποστήριξη των θέσεων που εγείρουν.
10. Θα αναφερθώ στις αγορεύσεις των μερών, όπου κριθεί αναγκαίο, πιο κάτω. Σημειώνεται, βεβαίως, ότι κατά την ακρόαση της επίδικης αίτησης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ανέφερε ότι, επειδή ο «Ν.Ε.Ν.» αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, ουδείς έλεγξε την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στην Ε/Δ Ν.Ε.Ν. Περαιτέρω, οι θέσεις που προβάλλει η πλευρά της Εναγόμενης στη Γραπτή της Αγόρευση ημερ. 29.01.26, περί εισαγωγής δήθεν νέων βάσεων αγωγής και περί ασυμβατότητας της προτεινόμενης παραγράφου 3 με την υφιστάμενη παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης, δεν συμπεριλαμβάνονται στους λόγους ένστασης της Καθ’ης η Αίτηση και στην Δ/Μ Κ.Δ. Προς τούτο, ως είναι παγίως νομολογιακά καθιερωμένο, η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας (βλ. El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1255). Συνεπώς, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί και θέσεις των μερών δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη και δεν θα τύχουν περαιτέρω εξέτασης από το Δικαστήριο. Η αναφορά, στη Δ/Μ Κ.Δ., ότι η παρούσα απαίτηση εδράζεται στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο και στον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμο του 2000 (96(Ι)/2000) και όχι στον περί Συμβάσεων Νόμο ή άλλο νόμο αφορά τη νομική βάση της παρούσας απαίτησης του Ενάγοντα. Αντιθέτως, η θέση περί εισαγωγής νέων βάσεων αγωγής και ασυμβατότητας των προτεινόμενων τροποποιήσεων, ως προβάλλεται στη Γραπτή Αγόρευση ημερ. 29.01.26, συνιστά αυτοτελές λόγο ένστασης, ο οποίος δεν δικογραφείται, ως αναφέρω ανωτέρω, προκειμένου να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο.
Νομική Πτυχή
11. Για το ζήτημα τροποποίησης δικογράφων σχετικό είναι το Μέρος 18: Tροποποιήσεις σε δικόγραφα των Κ.Π.Δ. 2023. Ειδικότερα, ο Κ.18.1 των Κ.Π.Δ. 2023 προνοεί τα εξής:
«18.1 (1) Διάδικος δύναται να τροποποιήσει δικόγραφο σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την επίδοσή του σε οποιοδήποτε άλλο διάδικο.
(2) Αν το δικόγραφο έχει επιδοθεί, διάδικος δύναται να το τροποποιήσει μόνο:
(α) με τη γραπτή συγκατάθεση όλων των άλλων διαδίκων· ή
(β) με άδεια του δικαστηρίου, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.
(3) Αν δικόγραφο έχει επιδοθεί, αίτηση τροποποίησής του διά της αφαίρεσης, προσθήκης ή υποκατάστασης διαδίκου πρέπει να υποβληθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 20.4.»
12. Από το πιο πάνω λεκτικό του Κ.18.1(2) (β) των Κ.Π.Δ 2023 προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου,[1] μετά την επίδοση, είναι δυνατή μόνο με τη γραπτή συγκατάθεση όλων των διαδίκων ή με άδεια του δικαστηρίου, εφόσον τούτο εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβανομένου υπόψη του πρωταρχικού σκοπού. Ο πρωταρχικός σκοπός καθορίζεται στον Κ.1.2 των Κ.Π.Δ. 2023, ο οποίος διαλαμβάνει τα εξής:
«1.2. Πρωταρχικός σκοπός
(1) Οι παρόντες κανονισμοί αποτελούν διαδικαστικό κώδικα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.
(2) Ο χειρισμός υπόθεσης δίκαια και με αναλογικό κόστος περιλαμβάνει, στον βαθμό που είναι πρακτικά εφικτό:
(α) τη διασφάλιση ότι οι διάδικοι τίθενται επί ίσοις όροις·
(β) την εξοικονόμηση δαπανών·
(γ) τον χειρισμό μιας υπόθεσης με τρόπους αναλογικούς προς:
(i) το υπό αναφορά χρηματικό ποσό·
(ii) τη σοβαρότητα της υπόθεσης·
(iii) την πολυπλοκότητα των θεμάτων· και
(iv) τις οικονομικές συνθήκες κάθε διαδίκου·
(δ) τη διασφάλιση ταχέος και δίκαιου χειρισμού·
(ε) την κατανομή σε αυτήν κατάλληλου μέρους των πόρων του δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις· και
(στ) την επιβολή συμμόρφωσης με κανονισμούς και διατάγματα.»
13. Στην Καντούνας ν. Ηλιάδης κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 54/2024, ημερ. 18.10.2024, υποδείχθηκε από το Εφετείο η εξής ενδεικτική ερμηνεία του πρωταρχικού σκοπού:
«Επισημαίνουμε ότι με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών, πέραν των ουσιαστικών διαδικαστικών αλλαγών, επιχειρείται μια αλλαγή κουλτούρας και φιλοσοφίας. Μιας κουλτούρας και φιλοσοφίας σύγχρονης και προοδευτικής που θα επιτρέπει στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού, να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με ευελιξία και πρακτικότητα προς εξυπηρέτηση του δικαίου και της δικαιοσύνης. Παράλληλα σκοπείται η απομάκρυνση από δυσλειτουργικές και αχρείαστες διαδικασίες που ενίοτε συνέτειναν σε καθυστερήσεις, αύξαναν κατά τρόπο αχαλίνωτο τα έξοδα και τη δαπάνη της υπόθεσης και αντιστρατεύονταν την όλη προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης. Ο πρωταρχικός σκοπός προάγει τη συμμετοχή στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης και όχι τον αποκλεισμό απ' αυτήν, τηρουμένων βεβαίως της κατά κανόνα συμμόρφωσης με τεθείσες προθεσμίες, τύπους και προϋποθέσεις.»
14. Η Κυπριακή νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του Μέρους 14 των Κ.Π.Δ. 2023 δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί ενόψει της πρόσφατης εφαρμογής των νέων Κ.Π.Δ. 2023.[2]
15. Αναφορικά με τις γενικές αρχές για έγκριση αιτήματος τροποποίησης, σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από το Αγγλικό Whitebook 2018 παράγραφος 17.3.5, σελ. 606:
«Having regard to the overriding objective on an application for permission to amend requires the court to exercise its discretion so as to deal “with the case justly and at proportionate cost” which includes (amongst other things) saving expense, ensuring that the case is dealt with expeditiously and allocation to it no more than a fair share of the court’s limited resources (see r.1.1.)».
16. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την Αγγλική νομολογία, σε σχέση με το αντίστοιχο Μέρος 17 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας της Αγγλίας. Ειδικότερα, στην υπόθεση Quah v Goldman Sachs International [2015] EWHC 759 (Comm) αναφέρθηκε στην παράγραφο 36 ότι αίτηση για τροποποίηση απορρίπτεται όταν είναι σαφές ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν παρουσιάζει πραγματική προοπτική επιτυχίας και προς τούτο εφαρμόζεται το κριτήριο που ισχύει για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.[3] Ως εκ τούτου, ο αιτητής οφείλει να προβάλλει υπόθεση η οποία υπερβαίνει το επίπεδο του απλώς συζητήσιμου (merely arguable) και το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει τροποποίηση η οποία επιδιώκει να εισαγάγει εκδοχή των πραγματικών γεγονότων που είναι εγγενώς απίθανη, αντιφατική ή δεν υποστηρίζεται από σύγχρονη τεκμηρίωση. Περαιτέρω, στην υπόθεση Quah (ανωτέρω), έχοντας υπόψη αριθμό υποθέσεων αναφορικά με τις αρχές που διέπουν εξαιρετικά καθυστερημένες αιτήσεις τροποποίησης (βλ. Swain-Mason v Mills & Reeve [2011] 1 WLR 2735(παρά. 69 to 72, 85 and 106); Worldwide Corporation Ltd v GPT Ltd [CA Transcript No 1835] 2 December 1988; Hague Plant Limited v Hague [2014] EWCA Civ 1609 (παρά. 27 to 33); Dany Lions Ltd v Bristol Cars Ltd [2014] EWHC 928 (QB) (παρά. 4 to 7 and 29); Durley House Ltd v Firmdale Hotels plc [2014] EWHC 2608 (Ch) (παρά. 31 and 32); Mitchell v News Group Newspapers [2013] EWCA Civ 1537) έγινε αναφορά[4] στις αρχές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε καθυστερημένες αιτήσεις τροποποίησης, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες:
«a) whether to allow an amendment is a matter for the discretion of the court. In exercising that discretion, the overriding objective is of the greatest importance. Applications always involve the court striking a balance between injustice to the applicant if the amendment is refused, and injustice to the opposing party and other litigants in general, if the amendment is permitted;
b) where a very late application to amend is made the correct approach is not that the amendments ought, in general, to be allowed so that the real dispute between the parties can be adjudicated upon. Rather, a heavy burden lies on a party seeking a very late amendment to show the strength of the new case and why justice to him, his opponent and other court users requires him to be able to pursue it. The risk to a trial date may mean that the lateness of the application to amend will of itself cause the balance to be loaded heavily against the grant of permission;
c) a very late amendment is one made when the trial date has been fixed and where permitting the amendments would cause the trial date to be lost. Parties and the court have a legitimate expectation that trial fixtures will be kept;
d) lateness is not an absolute, but a relative concept. It depends on a review of the nature of the proposed amendment, the quality of the explanation for its timing, and a fair appreciation of the consequences in terms of work wasted and consequential work to be done;
e) gone are the days when it was sufficient for the amending party to argue that no prejudice had been suffered, save as to costs. In the modern era it is more readily recognised that the payment of costs may not be adequate compensation;
f) it is incumbent on a party seeking the indulgence of the court to be allowed to raise a late claim to provide a good explanation for the delay;
g) a much stricter view is taken nowadays of non-compliance with the Civil Procedure Rules and directions of the Court. The achievement of justice means something different now. Parties can no longer expect indulgence if they fail to comply with their procedural obligations because those obligations not only serve the purpose of ensuring that they conduct the litigation proportionately in order to ensure their own costs are kept within proportionate bounds but also the wider public interest of ensuring that other litigants can obtain justice efficiently and proportionately, and that the courts enable them to do so.»
17. Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με τις αρχές που λαμβάνονται υπόψη σε εξέταση αίτησης τροποποίησης παρέχεται και στην CIP Properties (AIPT) Ltd v Galliford Try Infrastructure Ltd [2015] EWHC 1345 (TCC).[5] Έχοντας υπόψη τις αρχές ως λέχθηκαν στις υποθέσεις Quah (ανωτέρω) και CIP Properties (ανωτέρω), στην υπόθεση Pearce v. East and North Hertfordshire NHS Trust [2020] EWHC 1504 (QB) συνοψίσθηκαν οι γενικές αρχές σχετικά με την έγκριση αιτημάτων τροποποίησης δικογράφου, τις οποίες θεωρώ χρήσιμο όπως παραθέσω αυτούσιες:
«a) In exercising the discretion under CPR 17.3, the overriding objective is of central importance. Applications always involve the court striking a balance between injustice to the applicant if the amendment is refused, and injustice to the opposing party and other litigants in general, if the amendment is permitted.
b) A strict view must be taken to non-compliance with the CPR and directions of the Court. The Court must take into account the fair and efficient distribution of resources, not just between the parties but amongst litigants as a group. It follows that parties can no longer expect indulgence if they fail to comply with their procedural obligations: those obligations serve the purpose of ensuring that litigation is conducted proportionately as between the parties and that the wider public interest of ensuring that other litigants can obtain justice efficiently and proportionately is satisfied.
c) The timing of the application should be considered and weighed in the balance. An amendment can be regarded as 'very late' if permission to amend threatens the trial date, even if the application is made some months before the trial is due to start. Parties have a legitimate expectation that trial dates will be met and not adjourned without good reason. Where a very late application to amend is made the correct approach is not that the amendments ought, in general, to be allowed so that the real dispute between the parties can be adjudicated upon. A heavy burden lies on a party seeking a very late amendment to show the strength of the new case and why justice to him, his opponent and other court users requires him to be able to pursue it. The timing of the amendment, its history and an explanation for its lateness, is a matter for the amending party and is an important factor in the necessary balancing exercise: there must be a good reason for the delay.
d) The prejudice to the resisting parties if the amendments are allowed will incorporate, at one end of the spectrum, the simple fact of being 'mucked around' to the disruption of and additional pressure on their lawyers in the run-up to trial and the duplication of cost and effort at the other. The risk to a trial date may mean that the lateness of the application to amend will of itself cause the balance to be loaded heavily against the grant of permission. If allowing the amendments would necessitate the adjournment of the trial, this may be an overwhelming reason to refuse the amendments.
e) Prejudice to the amending party if the amendments are not allowed will, obviously, include its inability to advance its amended case, but that is just one factor to be considered. Moreover, if that prejudice has come about by the amending party's own conduct, then it is a much less important element of the balancing exercise».
18. Επίσης στην υπόθεση Sodi-Tech EDM Ltd and another v DJM Law Ltd [2025] EWHC 981 (Ch) έγινε αναφορά στην υπόθεση CNM Estates (Tolworth Tower) Ltd v Carvill-Biggs [2023] 1 W.L.R. 4335, όπου καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις ως προς την ουσία και την εξειδίκευση των τροποποιήσεων. Ειδικότερα, στην υπόθεση CNM Estates (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι άδεια δεν πρέπει να παρέχεται αν η αιτούμενη τροποποίηση δεν έχει καμία πραγματική προοπτική επιτυχίας (βλ. παράγραφοι 48, 69 και 70), το τροποποιημένο δικόγραφο πρέπει να είναι συναφή και να περιλαμβάνει τα δεόντως εξειδικευμένα στοιχεία της επίδικης βάσης αγωγής επί της οποίας στηρίζεται (βλ. παράγραφοι 48 και 70 όπου γίνεται αναφορά στη υπόθεση Elite Property Holdings Ltd v Barclays Bank plc [2019] EWCA Civ 204 (παράγραφος 42)) και γενικά, με εξαίρεση των περιπτώσεων των πολύ καθυστερημένων τροποποιήσεων, εκτός και αν δεν υφίσταται πραγματική προοπτική επιτυχίας, μικρές δίκες (mini-trials) θα πρέπει να αποφεύγονται και η ουσία της υπόθεσης θα πρέπει να καθοριστεί κατά την ακρόαση (βλ. παράγραφοι 75 -77).
19. Αναφορικά με την πραγματική προοπτική επιτυχίας χρήσιμη καθοδική παρέχεται στην υπόθεση Elite Property (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν στην παράγραφο 41 τα εξής σχετικά:
«41. For the amendments to be allowed the Appellants need to show that they have a real as opposed to fanciful prospect of success which is one that is more than merely arguable and carries some degree of conviction: ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472. A claim does not have such a prospect where (a) it is possible to say with confidence that the factual basis for the claim is fanciful because it is entirely without substance; (b) the claimant does not have material to support at least a prima facie case that the allegations are correct; and/or (c) the claim has pleaded insufficient facts in support of their case to entitle the Court to draw the necessary inferences: Three Rivers District Council v Bank of England (No3) [2003] 2 AC 1.»
20. Περαιτέρω, σχετικά με τη μη διεξαγωγή μικρής δίκης, στην υπόθεση Tachi v Woodward [2018] EWHC 2519 (Ch)[6] εκεί το Δικαστήριο επέτρεψε τροποποιήσεις με τις οποίες εισαγόταν νέα απαίτηση, κρίνοντας ότι δεν μπορούσε να είναι βέβαιο, από την απλή ανασκόπηση των εγγράφων και μόνο, ότι η αξίωση είναι εγγενώς απίθανη (inherently implausible) ή ότι δεν υποστηρίζεται από σύγχρονη τεκμηρίωση (contemporaneous material), παρά το ότι αναγνώρισε ότι ενδέχεται, μετά την πλήρη παρουσίαση της μαρτυρίας, κατά την ακροαματική διαδικασία, η νέα απαίτηση να αποτύγχανε και να κρινόταν ως αβάσιμη. Βεβαίως, στην υπόθεση Scott & Ors v. Singh [2020] EWHC 1714 (Comm) αναφέρθηκε ότι προϋπόθεση απόδειξης «πραγματικής προοπτικής επιτυχίας» εφαρμόζεται μόνο όταν η αιτούμενη τροποποίηση εισάγει νέα απαίτηση ή υπεράσπιση και δεν εφαρμόζεται όταν η απαιτούμενη τροποποίηση συνιστά περαιτέρω εξειδίκευση ή ενίσχυση ήδη υφιστάμενης απαίτησης.
21. Συνεπώς, από την προαναφερθείσα αγγλική νομολογία, προκύπτει ότι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η εξισορρόπηση αντικρουόμενων δικαιωμάτων, κατά πόσο η αιτούμενη τροποποίηση έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και είναι επαρκώς δικογραφημένη και ο χρόνος υποβολής του αιτήματος τροποποίησης, πάντοτε υπό το πρίσμα του πρωταρχικού σκοπού.
22. Στην υπόθεση Wright v McCormack [2021] EWHC 2671 (QB)[7] το Δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση του έντυπου απαίτησης, προς θεραπεία αυτό που το ίδιο το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως “προφανή ασυνέπεια ή αναντιστοιχία” μεταξύ του έντυπου απαίτησης και της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, όπου ο ενάγων, στο πλαίσιο αγωγής δυσφήμισης, είχε τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης ώστε να συμπεριλάβει πρόσθετες δημοσιεύσεις, πλην όμως, λόγω «ακούσιας διοικητικής παράλειψης» (inadvertent administrative oversight) εκ μέρους της νομικής ομάδας του Ενάγοντα, δεν είχαν πραγματοποιηθεί αντίστοιχες τροποποιήσεις στο έντυπο απαίτησης. Εκεί το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγων επιδίωκε απλώς να διασφαλίσει τη συνοχή μεταξύ του έντυπου απαίτησης και της έκθεσης απαίτησης, σε περιστάσεις όπου ουδέν εκ των μερών τελούσε υπό αμφιβολία ως προς το εύρος της υπόθεσης του ενάγοντα, ενώ η εναγομένη δεν θα υφίστατο οποιαδήποτε βλάβη από την τροποποίηση. Αντιθέτως, κρίθηκε ότι θα προκαλείτο βλάβη στον ενάγοντα, καθότι θα παρεμποδιζόταν από το να προωθήσει πλήρως την υπόθεσή του.
Εξέταση της επίδικης αίτησης
23. Έχοντας υπόψη τα όσα διαλαμβάνει ο Κ.18.1 (2) (β) των Κ.Π.Δ. 2023 σχετικά με τον τρόπο που το Δικαστήριο προσεγγίζει αιτήματα τροποποιήσεων δικογράφων προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και υπό το πρίσμα του πρωταρχικού σκοπού, ως ερμηνεύθηκε από το Εφετείο καθώς και τις αρχές (principles) που τα Αγγλικά Δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη τους για σκοπούς εξέτασης αιτημάτων τροποποιήσεων, δυνάμει του αντίστοιχου Μέρους 17 των Αγγλικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προχωρώ σε εξέταση της επίδικης αίτησης.
24. Στην παρούσα περίπτωση διαπιστώνεται κατ’αρχάς ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε πριν την ενεργό διαχείριση της υπόθεσης από το Δικαστήριο και ειδικότερα πριν τον ορισμό αυτής για ακρόαση. Μάλιστα τα μέρη δεν έχουν προβεί σε καταχώριση των σχετικών Έντυπων 40 και 41, ως διαλαμβάνουν οι Κ.30.2 και 30.3 των Κ.Π.Δ. 2023. Συνεπώς δεν θεωρώ ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα.
25. Περαιτέρω, φρονώ ότι έγκριση της επίδικης αίτησης δεν προκαλεί οποιαδήποτε βλάβη στην Εναγόμενη, καθώς η προτεινόμενη τροποποίηση δεν εισάγει νέο πραγματικό υπόβαθρο ούτε αιφνιδιάζει την Εναγομένη ως προς τη φύση της απαίτησης της Ενάγουσας, η οποία παραμένει εδραζόμενη στο δυστύχημα που επεσυνέβη στις 12.06.24. Η αναφορά, στην προτεινόμενη παράγραφος 3 της Έκθεσης Απαίτησης, σε ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων και επιστολογραφίας, δια των οποίων κατ’ισχυρισμό φέρεται η ανάληψη ευθύνης αποζημίωσης, ενισχύει τη δικογράφηση ανάληψης υποχρέωσης εκ μέρους της Εναγομένης και, στο παρόν στάδιο, αρκεί για σκοπούς αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγόμενης. Συνεπώς, η προτεινόμενη τροποποίηση, η οποία επιβεβαιώνεται από «Δήλωση Αληθείας», θεμελιώνει κατά την κρίση μου αξίωση εναντίον της Εναγόμενης, η οποία κρίνεται στο παρόν στάδιο ότι δεν είναι προδήλως αβάσιμη ή καταδικασμένη σε αποτυχία ή εγγενώς απίθανη και δεν στερείται πραγματικής προοπτικής επιτυχίας, η βασιμότητα της οποίας αποτελεί ζήτημα προς εξέταση κατά την ακροαματική διαδικασία.
26. Επιπλέον, με την προτεινόμενη τροποποίηση καταλήγω ότι η Ενάγουσα επιχειρεί να επεξηγήσει και εξειδικεύσει τη βάση της απαίτησης της αναφορικά με τη θεμελίωση ευθύνης της Εναγομένης, ήτοι ότι αυτή, διά της παρεχόμενης εγγύησης και κάλυψης, ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων. Συνεπώς, δεν εισάγεται νέα αυτοτελής βάση αγωγής αλλά αποσαφηνίζεται η υφιστάμενη χωρίς να προκαλείται βλάβη στην Εναγόμενη η οποία διατηρεί πλήρως το δικαίωμα να αντικρούσει την ευθύνη που της καταλογίζεται κατά την ακροαματική διαδικασία. Υπό το πρίσμα αυτό και λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αγγλική νομολογία, δεν ενεργοποιείται το αυστηρό κριτήριο απόδειξης «πραγματικής προοπτικής επιτυχίας» που εφαρμόζεται σε περιπτώσεις εισαγωγής νέας απαίτησης, αλλά αρκεί η διαπίστωση ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι προδήλως αβάσιμη ή καταδικασμένη σε αποτυχία.
27. Η απόρριψη της επίδικης αίτησης της φρονώ ότι θα προκαλούσε βλάβη στον Ενάγοντα/Αιτητή καθώς θα τον παρεμπόδιζε από το να προωθήσει πλήρως την απαίτηση του εναντίον της Εναγόμενης, κάτι που ασφαλώς δεν προάγει ούτε το συμφέρον της δικαιοσύνης ούτε τον πρωταρχικό σκοπό. Επιπρόσθετα, η εκ παραδρομής λανθασμένη πληκτρολόγηση, κατ’αναλογία των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Wright (ανωτέρω), καταλήγω ότι θα ήταν δυσανάλογο επαχθές να κριθεί ως μη επαρκή λόγος μη έγκρισης της επίδικης αίτησης, ώστε να παρεμποδίσει τον Ενάγοντα στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης του.
28. Αναφορικά με την υπόθεση ROUSSEVA κ.α. ν. Pancyprian Co. of Bakers (2006) 1 A.A.Δ. 922, στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης, όπου έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι θέματα που αφορούν σφάλματα, παράλειψη ή τον τρόπο λειτουργίας του γραφείου του δικηγόρου του διαδίκου, δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως λόγοι που βρίσκονται πέραν των δυνάμεων του (βλ. Θωμά ν. Ευσταθίου (2005) 1 Α.Α.Δ. 631), παρατηρώ ότι αφορούσε περίπτωση επαναφοράς έφεσης όπου προβλήθηκαν σφάλματα ή παραλείψεις δικηγορικού γραφείου προς παράκαμψη διαδικαστικών προθεσμιών. Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται, καθότι δεν ζητείται αναβίωση διαδικασίας αλλά τροποποίηση δικογράφου προς αποσαφήνιση της βάσης αγωγής, ζήτημα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπό το πρίσμα του πρωταρχικού σκοπού. Ακόμη και κατ’αναλογία εφαρμογή των όσων αναφέρθηκαν στην ROUSSEVA (ανωτέρω), ήτοι εφαρμογή της αρχής περί απόρριψης αιτήσεων λόγω σφαλμάτων δικηγορικού γραφείου που εξυπηρετεί τον Ενάγοντα, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν θα εξυπηρετούσε, κατά την κρίση μου, τον πρωταρχικό σκοπό.
Κατάληξη
29. Για λόγους ως εκτέθηκαν πιο πάνω, δυνάμει του Κ.18.1(2) (β) των Κ.Π.Δ. 2023 παρέχεται άδεια για τροποποίηση της υφιστάμενης παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης, ως διαλαμβάνεται στην επίδικη αίτηση, ήτοι διά της διαγραφής της υφιστάμενης παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης και αντικατάστασής της με τη νέα παράγραφο 3.
30. Η Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης που συνοδεύει το Έντυπο Απαίτησης του Ενάγοντα να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από σήμερα.[8] Η Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να επιβεβαιωθεί με εκ νέου «Δήλωση Αληθείας», ως διαλαμβάνει ο Κ.18.6 (4) των Κ.Π.Δ. 2023. Ακολούθως, δυνάμει της Δ.18.4 (1) των Κ.Π.Δ. 2023[9] εντός 14 ημερών από την επίδοση της πιο πάνω τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης, να καταχωρηθεί η Τροποποιημένη Υπεράσπιση της Εναγόμενης. Στη συνέχεια τυχόν τροποποιημένη Απάντηση, εκ μέρους του Ενάγοντα, να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης.
31. Η απαίτηση παραμένει για Συνεδρία Διαχείρισης της, προς διαπίστωση συμμόρφωσης με τα πιο πάνω, καθώς και για Α.Δ.Ο της αίτησης ημερ. 08.07.25, προς καθορισμό χρονοδιαγραμμάτων εκδίκασης της στις 02.04.26 και η ώρα 9:00π.μ.
Έξοδα
32. Αναφορικά με το ζήτημα των εξόδων στο πλαίσιο αίτησης τροποποίησης, ο Κ.18.2 των Κ.Π.Δ. 2023 διαλαμβάνει ειδικά τα εξής:
«18.2. Έξοδα
(1) Τηρουμένου του Μέρους 39 το οποίο αφορά στα έξοδα:
(α) τα έξοδα τροποποίησης και τα έξοδα τα οποία προκαλούνται από την τροποποίηση βαρύνουν συνήθως τον διάδικο, ο οποίος αιτείται την τροποποίηση.
(β) τα έξοδα αίτησης η οποία αμφισβητείται ακολουθούν συνήθως το αποτέλεσμα και βαρύνουν το μη επιτυχόντα διάδικο.»
33. Ο γενικός κανόνας, με βάση τον Κ. 39.2 των Κ.Π.Δ. 2023, είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα τού επιτυχόντος διαδίκου και ότι τέτοια διαταγή ή διαταγές θα εκδίδονται ή πρέπει να εκδίδονται σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται κατά την πορεία της δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα όσα διαλαμβάνει ο Κ.18.2(1)(β) των Κ.Π.Δ. 2023, τα έξοδα της επίδικης αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Αιτητή και εναντίον της Εναγόμενης/Καθ’ης η Αίτηση. Περαιτέρω, δυνάμει του Κ.18.2 (1) (α) των Κ.Π.Δ. 2023, τα έξοδα τα οποία προκαλούνται από την πιο πάνω τροποποίηση επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης/Καθ’ης η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
34. Αποτελεί επιπλέον γενικός κανόνας ότι το Δικαστήριο προβαίνει σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων κατά την ολοκλήρωση οποιασδήποτε ακρόασης η οποία διήρκησε συνολικά όχι πέραν των 6 ωρών και σε τέτοια περίπτωση η διαταγή θα καλύπτει τα έξοδα της αίτησης ή του θέματος με τα οποία σχετιζόταν η ακρόαση (βλ. Κ. 39.7 των Κ.Π.Δ. 2023). Προς τούτο αποτελεί καθήκον των διαδίκων και των δικηγόρων τους να βοηθούν το δικαστήριο στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων σε κάθε υπόθεση στην οποία εφαρμόζεται ο Κ.39.7 υποβάλλοντας προς τούτο κατάλογο εξόδων των αξιούμενων ποσών δύο μέρες πριν την τελική ακρόαση (βλ. Κ. 39.9. (1) των Κ.Π.Δ. 2023). Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πιο πάνω πρόνοιες του Κ.39.9. (1), χωρίς εύλογη αιτία, αυτό λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο όταν αυτό αποφασίζει σχετικά με το συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων σύμφωνα με τον Κ.39.7 (βλ. Κ. 39.9 (2) των Κ.Π.Δ. 2023).
35. Στην παρούσα περίπτωση δεν υποβλήθηκε κατάλογος εξόδων από οποιοδήποτε διάδικο μέρος. Σε κάθε περίπτωση όμως, το Δικαστήριο έχει προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων της επίδικης αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα καταγράφονται στο Παράρτημα Β των Κ.Π.Δ. 2023. Συνεπώς, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Αιτητή και εναντίον της Εναγόμενης/Καθ’ης η Αίτηση έξοδα ύψους €800 πλέον Φ.Π.Α. πλέον πραγματικά έξοδα ύψους €23, καταβλητέα εντός 28 ημερών από σήμερα. Στον πιο πάνω υπολογισμό λήφθηκε υπόψη η μη υποβολή καταλόγου εξόδων εκ μέρους του Ενάγοντα/Αιτητή.
(Υπ.)……………………...
Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1]H ερμηνεία της λέξης δικόγραφο παρέχεται στον Κ.2.3 των Κ.Π.Δ. 2023 που προνοεί ότι "δικόγραφο" : (α) σημαίνει οποιοδήποτε έγγραφο περιλαμβανομένων εντύπου απαίτησης, έκθεσης απαίτησης, όταν αυτή δεν περιλαμβάνεται σε έντυπο απαίτησης, υπεράσπισης, απαίτησης και ένστασης δυνάμει του Μέρους 8, απάντησης στην υπεράσπιση και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο χρησιμοποιείται στην απαίτηση ή οποιοδήποτε έγγραφο τέτοιας φύσης·
(β) περιλαμβάνει οποιεσδήποτε περαιτέρω πληροφορίες που παρέχονται σε σχέση με αυτά, εκούσια ή δυνάμει δικαστικού διατάγματος.
[2] Βλ. σχετικά Μέρος 60 των Κ.Π.Δ. 2023.
[3] Στην υπόθεση Γεώργιος Διογένους κ.α. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, Πολ. Εφ. Ε86/25, ημερ. 11.02.26, το Εφετειο, υπό μονομελή σύνθεση αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δυνάμει του Μέρους 24 των Κ.Π.Δ. 2023.
[4] Βλ. παράγραφος 38.
[5] Βλ. παράγραφο 19.
[6] Βλ. παράγραφοι 29 και 30.
[7] Βλ. παράγραφοι 57 έως 115.
[8] Βλ. σχετικά Κ.18.6 (3) των Κ.Π.Δ. 2023.
[9] «18.4. Τροποποιήσεις σε δικόγραφα με άδεια του δικαστηρίου
(1) Όταν το δικαστήριο δίδει άδεια σε διάδικο να τροποποιήσει το δικόγραφό του, δύναται να εκδώσει οδηγίες για:
(α) συνακόλουθες τροποποιήσεις οι οποίες θα γίνουν σε άλλο δικόγραφο· και
(β) την επίδοση οποιουδήποτε τροποποιημένου δικογράφου.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο