ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 170/21
Μεταξύ:
ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΕΥΑΓΟΡΟΥ
Ενάγοντας
και
ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΗΛΙΑ
Εναγόμενος
-------------------
Αίτηση επαναφοράς ημερ. 28.02.24
Ημερομηνία: 12.02.26
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγοντα/Αιτητή: κα. Ε. Αλεξάνδρου για Αλ. Χρ. Αλεξάνδρου
Για Εναγόμενο/Καθ’ου η Αίτηση: κα. Α. Παύλου για Αγαθοκλέους-Νεοφύτου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Με την παρούσα αγωγή, ως προκύπτει από το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερ. 11.02.2021, ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνέπεια τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στις 12.07.19. Ειδικότερα, είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος οδηγούσε αμελώς το όχημα του και ως εκ τούτου ο Ενάγοντας υπέστη σωματικές βλάβες, ταλαιπωρίες, υλικές ζημιές και έξοδα συνέπεια του προαναφερόμενου τροχαίου δυστυχήματος.
Ιστορικό της παρούσας αγωγής
2. Για σκοπούς κατανόησης του σκεπτικού του Δικαστηρίου, θεωρώ ορθό όπως παρατεθεί το ιστορικό της παρούσας αγωγής, ως προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο, μέχρι την απόρριψη αυτής, γεγονός που οδήγησε στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης επαναφοράς ημερ. 28.02.24 (εφ’εξής «η επίδικη αίτηση»).
3. Στις 11.02.21, ως αναφέρω ανωτέρω, καταχωρήθηκε το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Ακολούθως, στις 02.03.21, καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους του Εναγόμενου και στις 05.09.22 καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου.
4. Στη συνέχεια, απεστάλη επιστολή ημερ. 06.03.23 των συνηγόρων που εκπροσωπούν τον Εναγόμενο προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπου επιζητείτο όπως η υπό την ως άνω αγωγή τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να απορριφθεί ένεκα της μη καταχώρισης εμπρόθεσμης κλήσης για οδηγίες. Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 07.03.23, ο φάκελος της παρούσας τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου αδελφή δικαστής αφού διαπίστωσε ότι τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί και οι προθεσμίες που προνοούνται στη Δ.30 Θ.1 έχουν παρέλθει άπρακτες, απέρριψε την αγωγή με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
5. Μετέπειτα, στις 16.02.24 καταχωρήθηκε, εκ μέρους του Ενάγοντα, αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης από τον Εναγόμενο ενώ στις 28.02.24 καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση. Προς σκοπούς πληρότητας, αναφέρω ότι η αίτηση του Ενάγοντα ημερ. 16.02.24 για απόφαση λόγω μη καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης αποσύρθηκε και απορρίφθηκε άνευ βλάβης στις 03.04.24.
H επίδικη αίτηση
6. Με την επίδικη αίτηση, ο Ενάγοντας αξιώνει διάταγμα επαναφοράς της παρούσας αγωγής καθώς και διάταγμα με το οποίο «να καθίσταται εμπρόθεσμη και/ή δίδεται άδεια για επέκταση και/ή παράταση του χρόνου καταχώρησης της απάντησης στην έκθεση υπεράσπισης του εναγομένου και ακολούθως της κλήσης για οδηγίες», σύμφωνα με την Δ.30 των παλιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
7. Η νομική βάση της επίδικης αίτησης στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.26 Θ.11 και 13, Δ.30 Θ.1 και 2, Δ.33, Δ.48, Δ.57 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, των αρχών της επιείκειας και των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου.
8. Την επίδικη αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του «Α. Χρ. Α.» (εφ’εξής «η Ε/Δ Α.Α.») ημερ. 28.02.24, ο οποίος αναφέρει ότι είναι ο δικηγόρος του Ενάγοντα και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ειδικότερα, ο ομνύοντας αναφέρεται στην καταχώριση της υπό κρίση αγωγής στις 11.02.21 και στις ενέργειες επίδοσης που ακολούθησαν προς επίδοση της, τόσο με συστημένη επιστολή προς την ασφαλιστική εταιρεία στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα του Εναγόμενου, όσο και μέσω ιδιώτη επιδότη του δικηγορικού γραφείου στη Λεμεσό, το οποίο αποτελεί το γραφείο επίδοσης του, για σκοπούς επίδοσης στον Εναγόμενο. Προς τούτο αντίγραφο της επιστολής ημερ. 15.02.21 του ομνύοντα προς την «ΤRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LTD, μετ’επισυνημμένου αποδεικτικού αποστολής συστημένης αλληλογραφίας, επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Α.
9. Ακολούθως, ο ομνύοντας αναφέρει ότι καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης στις 02.03.21 και επειδή ο Εναγόμενος, παρά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, παρέλειπε να καταχωρήσει υπεράσπιση, ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε αίτηση ημερ. 16.02.24 για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β και πιστά αντίγραφα δοθήκαν στον ιδιώτη επιδότη του δικηγορικού γραφείου στη Λεμεσό, το οποίο αποτελεί το γραφείο επίδοσης του, για σκοπούς επίδοσης στους δικηγόρους του Εναγόμενου.
10. Ο ομνύοντας αναφέρει ότι ο ιδιώτης επιδότης, κατά την επίσκεψη του για σκοπούς επίδοσης της πιο πάνω αίτησης ημερ. 16.02.24, πληροφορήθηκε για την απόρριψη της παρούσας αγωγής και εντούτοις επέδωσε την προαναφερθείσα αίτηση ημερ. 16.02.24 σε δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο του Εναγόμενου. Ακολούθως, η ειδοποίηση επίδοσης ημερ. 19.02.24, η ένορκή δήλωση του επιδότη ημερ. 19.02.24, πιστό αντίγραφο της αίτησης ημερ. 16.02.24 καθώς και πιστό αντίγραφο του πρακτικού του Δικαστηρίου ημερ. 07.03.23, αναφορικά με την απόρριψη της παρούσας αγωγής, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Γ, παραδόθηκαν από τον ιδιώτη επιδότη στο δικηγόρο «Χ.Χ». Στη συνέχεια, ο δικηγόρος «Χ.Χ» διαβίβασε στον ομνύοντα τα προαναφερόμενα έγγραφα μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 20.02.24, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ.
11. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι λόγω της άγνοιας του για την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου, που ουδέποτε επιδόθηκε στον ίδιο ή στο γραφείο επίδοσης του στη Λεμεσό, δεν καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση του Εναγόμενου, ούτε η μετέπειτα σχετική κλήση για Οδηγίες, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Θέση του ομνύοντα είναι ότι η απόρριψη της αγωγής οφείλεται αποκλειστικά στην παράλειψη των δικηγόρων του Εναγόμενου να γνωστοποιήσουν, στην πλευρά του Ενάγοντα, την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης είτε μέσω επιδόσεως είτε μέσω άφεσης της στη δικαστική θυρίδα του γραφείου επιδόσεως του Ενάγοντα. Γι’αυτό, κατά την θέση του, επιβάλλεται η επαναφορά της αγωγής, ώστε να διασφαλιστεί η ορθή απονομή δικαιοσύνης ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα, ο οποίος θα αποστερηθεί του δικαιώματος να ακουστεί, αφού το αγώγιμο δικαίωμα του παραγράφηκε. Περαιτέρω, προβάλλει την θέση ότι δεν υπήρχε πρόθεση από τον Ενάγοντα να εγκαταλείψει με οποιονδήποτε τρόπο την προώθηση της παρούσας αγωγής.
12. Αναφορά γίνεται επιπλέον από τον ομνύοντα στην έρευνα που διενεργήθηκε στις 22.02.24, από υπάλληλο του γραφείου επίδοσης του, στον δικαστικό φάκελο της παρούσας αγωγής, κατόπιν της οποίας ο ομνύοντας πληροφορήθηκε ότι υπήρχε καταχωρημένη Έκθεση Υπεράσπισης ημερ. 05.09.22, η επιστολή των δικηγόρων του Εναγόμενου ημερ. 06.03.23 για απόρριψη της παρούσας αγωγής και ο κατάλογος εξόδων των δικηγόρων του Εναγόμενου, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Ε έως Ζ.
Ένσταση στην επίδικη αίτηση
13. Η επίδικη αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Εναγόμενου ημερ. 20.09.24 (εφ’εξής «η ένσταση»). Η ένσταση υποστηρίζεται από 10 λόγους ένστασης που δύναται να συνοψισθούν ως εξής: (1) η επίδικη αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι παράτυπη και αντικανονική (λόγοι ένστασης 1 και 9), (2) η επίδικη αίτηση είναι κακόπιστη και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court), (λόγος ένστασης 2), (3) η Δ.30 δεν προβλέπει την παρούσα διαδικασία αλλά την προώθηση νέας αγωγής ενώ η Δ.30 είναι ξεκάθαρη και οι αυστηρές πρόνοιες της εισήχθησαν ώστε να τηρούνται τα χρονοδιαγράμματα (λόγοι ένστασης 3 και 4), (4) ο Ενάγοντας οφείλει να προωθεί την αγωγή του, ανεξαρτήτως των ενεργειών του Εναγόμενου (λόγος ένστασης 5), (5) η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και προωθείται επειδή η βάση της παρούσας αγωγής έχει παραγραφεί και ως εκ τούτου δεν δύναται να καταχωρηθεί νέα αγωγή (λόγος ένστασης 6), (6) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση δίδεται από δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, γεγονός ανεπίτρεπτο, ενώ δεν δίδεται λόγος γιατί δεν προβαίνει ο Ενάγοντας σε ένορκο δήλωση (λόγοι ένστασης 7 και 8) και (7) δεν συντρέχουν πραγματικοί και νομικοί λόγοι, για έγκριση της επίδικης αίτησης (λόγος ένστασης 10).
14. Η νομική βάση της ένστασης βασίζεται στα άρθρα 29 έως 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.21, Δ.25, Δ.26, Δ.30, Δ.39 και Δ.48 Θ. 1 -13, Δ.57 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος καθώς και στη διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου.
15. H ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της «Β.Γ.» ημερ. 20.09.24 (εφ’εξής η «Ε/Δ. Β.Γ.»), όπου αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο καθώς και πως γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι είναι εξουσιοδοτημένη όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση καθώς πρόκειται για αμιγώς νομικά ζητήματα.
16. Η ομνύουσα αναφέρει ότι η επίδικη αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και αστήρικτη καθώς πουθενά στη Δ.30 γίνεται πρόνοια ότι, σε περίπτωση απόρριψης αγωγής με βάση την προαναφερθείσα διαταγή, δυνατό να προωθηθεί αίτηση επαναφοράς αυτής.
17. Στην Ε/Δ Β.Γ γίνεται αναφορά ότι η άγνοια καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου δεν συνιστά υπεράσπιση. Εν πάσει περίπτωση, η Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου καταχωρήθηκε και δόθηκε στο γραφείο επίδοσης ενώ ο Ενάγοντας όφειλε να παρακολουθεί την αγωγή του. Περαιτέρω, η ομνύουσα αναφέρει ότι ο Ενάγοντας, με βάση τη Δ.30, όφειλε να καταχωρήσει νέα αγωγή και εντούτοις δεν το έπραξε με αποτέλεσμα την παραγραφή της παρούσας αγωγής.
18. Η ομνύουσα εξηγεί την θέση της γιατί, με βάση τη νομολογία και την πρακτική, δεν μπορεί η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση να γίνεται από δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι δεν δίδεται λόγος γιατί ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση και όχι ο Ενάγοντας.
19. Στην Ε/Δ Β.Γ. η ομνύουσα προβάλλει επίσης τη θέση ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη και υπερβολική καθυστέρηση, στερείται νομικής και πραγματικής βάσης και είναι καταχρηστική, καθότι δεν προβλέπεται από τη Δ.30. Περαιτέρω, θέση της ομνύουσας είναι ότι ο Ενάγοντας επιχειρεί να μετακυλήσει την ευθύνη για την προώθηση της αγωγής του στον Εναγόμενο και τους δικηγόρους του, αποδίδοντας τους ότι ενήργησαν κακόπιστα και με δόλο, ενώ ο Εναγόμενος ενήργησε εντός των ορθών νομικών πλαισίων. Επιπλέον, αναφέρεται στην Ε/Δ Β.Γ. ότι οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην Ε/Δ Α.Α. είναι εκ των υστέρων κατασκευασμένοι, στο πλαίσιο προσπάθειας του Ενάγοντα για επαναφορά της αγωγής του. Τέλος, προβάλλεται η θέση ότι η τριετής αδράνεια του Ενάγοντα στη προώθηση της παρούσας αποδεικνύει την πλήρη αδιαφορία του για την εξέλιξή αυτής και ως εκ τούτου ζητείται η απόρριψη της επίδικης αίτησης με έξοδά εις βάρος του Ενάγοντα.
Αγορεύσεις των μερών
20. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς και προφορικά προς υποστήριξη των θέσεων τους. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων και τη Νομολογία στην οποία παρέπεμψαν το Δικαστήριο για σκοπούς υποστήριξης των θέσεων που εγείρουν.
21. Θα αναφερθώ στις αγορεύσεις των μερών, όπου κριθεί αναγκαίο, πιο κάτω. Σημειώνεται βεβαίως ότι κατά την ακρόαση της επίδικης αίτησης, η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή ανέφερε ότι η Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, χωρίς να ληφθεί προς τούτο άδεια του Δικαστηρίου, ως διαλαμβάνει η Δ.21 Θ.1 (1) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, την οποία επικαλείται στη Γραπτή Αγόρευση της. Περαιτέρω, ως αναπτύσσεται στη Γραπτή Αγόρευση του Αιτητή, εισηγήθηκε ότι, ενόψει της πιο πάνω παράτυπης καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης, τα δικόγραφα δεν έχουν συμπληρωθεί ώστε να ενεργοποιούνται οι πρόνοιες της Δ.30 Θ.1. με βάση την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή. Ωστόσο, η πιο πάνω νομική βάση δεν περιλαμβάνεται στην επίδικη αίτηση ούτε και η πιο πάνω θέση που προάγει τώρα ο Αιτητής συμπεριλαμβάνεται στην Ε/Δ Α.Α., ώστε να καταστεί επίδικο θέμα. Προς τούτο, ως είναι γνωστό, η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας (βλ. El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1255). Συνεπώς, η προαναφερθείσα θέση δεν θα τύχει περαιτέρω εξέτασης από το Δικαστήριο.
Νομική Πτυχή & Εξέταση της επίδικης αίτησης
Νομική βάση της επίδικης αίτησης
22. Σχετικά με τα εγειρόμενα ζητήματα είναι τα όσα διαλαμβάνει η Δ.30 Θ.1 των παλιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, η Δ.30 Θ. 1 (γ) - (ε)[1] ρυθμίζει το ζήτημα της απόρριψης αγωγής ως εγκαταλειφθείσας σε περίπτωση μη έκδοσης κλήσης για οδηγίες από τον Ενάγοντα, ως επεσυνέβη στην παρούσα περίπτωση, καθώς και τη δυνατότητα εκ νέου καταχώρησης αγωγής, αποκλείοντας παράλληλα την επίκληση δεδικασμένου, εφόσον το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα δεν έχει παραγραφεί και καταβληθούν τα επιδικασθέντα έξοδα.
23. Από έρευνα της σχετικής νομολογίας δεν προέκυψαν αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Εφετείου που να έχουν πραγματευθεί ή αποφανθεί επί της δυνατότητας επαναφοράς αγωγής βάσει της Δ.30 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω από έρευνα του Δικαστηρίου, εντόπισα μη δεσμευτικές πρωτόδικες αποφάσεις αδελφών Δικαστών που κατέληξαν στην κρίση ότι η Δ.30 δεν παρέχει στο Δικαστήριο το δικαιοδοτικό πλαίσιο για επαναφορά αγωγής στην περίπτωση απόρριψης αυτής ένεκα παράλειψης καταχώρισης της νενομισμένης κλήσης για Οδηγίες από τον Ενάγοντα (βλ. σχετικά Management Committee ν. 1. Metcalfe, Αγωγή Αρ. 1518/16 ημερ. 02.11.2018, Ελένης Πηλίκου ν. Δήμος Λατσιών, Αγωγή Αρ. 3624/17 ημερ. 16.01.23, ΜΕΦΑΗΛ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 1654/21 ημερ. 26.08.24).
24. Συνιστά πάγια θέση της νομολογίας μας ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία Νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς, στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων είναι μεν επιτρεπτή, πλην όμως δεν καθιστά εφικτή ούτε και δικαιολογεί την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου πρέπει πάντοτε να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη (Βλ. Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 86, SouthfieldIndustries Ltd. v. Δήμου Λευκωσίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 59) και Κωμοδρόμος ν. WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD. (2010) 1 ΑΑΔ 1903).
25. Συνεπώς, ο βασικός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων είναι η γραμματική ερμηνεία, δηλαδή η απόδοση στις επίδικες λέξεις ή φράσεις της φυσικής και συνήθους λεκτικής έννοιας αυτών.[2] Εάν υπάρχει κενό στον Νόμο, ήτοι ότι το Δικαστήριο πιστεύει ότι η νομική ρύθμιση δεν είναι ικανοποιητική και ότι το κενό πρέπει να καλυφθεί, δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να προβεί στην κάλυψη αυτού του κενού αλλά της νομοθετικής εξουσίας με βάση τη διάκριση των εξουσιών. Αυτή άλλωστε η διάκριση εξουσιών, ως προκύπτει από το ίδιο το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, εναποθέτει στα Δικαστήρια την ερμηνεία μόνο νομοθετημάτων που ψηφίζονται από την νομοθετική εξουσία.
26. Εκ των ανωτέρω προνοιών της Δ.30 Θ. 1 (γ) – (ε) καθίσταται πλέον σαφές ότι αξίωση ενάγοντα, η οποία απορρίφθηκε λόγω μη καταχώρησης κλήσης για οδηγίες, δυνάμει της Δ.30, δύναται να αναβιώσει αποκλειστικά μέσω της καταχώρησης νέας αγωγής, εφόσον, βεβαίως, το αγώγιμο δικαίωμα δεν έχει παραγραφεί και τα επιδικασθέντα έξοδα έχουν καταβληθεί. Η νέα αυτή αγωγή μάλιστα θα πρέπει να φέρει ειδική σχετική ένδειξη και καταχωρίζεται με καταβολή, εκ μέρους του Ενάγοντα, διπλάσιων τελών καταχώρησης. Ουδεμία, ωστόσο, πρόνοια παρέχεται, βάσει της Δ.30, στο Δικαστήριο για επαναφορά της ήδη απορριφθείσας αγωγής.
27. Ως εκ τούτου, δυνάμει της Δ.30, είμαι της άποψης ότι δεν παρέχεται το δικαιοδοτικό πλαίσιο για έγκριση της επίδικης αίτησης και ειδικότερα της επαναφοράς της αγωγής του Ενάγοντα καθώς η Δ.30 προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για την αναβίωση της αξίωσης του Ενάγοντα.
28. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν δύναται να καταχωρήσει νέα αγωγή, καθώς αυτή ενδέχεται να προσκρούει στις πρόνοιες περί παραγραφής, δεν είναι ικανό να μεταβάλει την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου. Η Δ.30 Θ.1 προβλέπει ρητώς ότι η δυνατότητα προώθησης νέας αγωγής τελεί υπό την επιφύλαξη ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα δεν έχει παραγραφεί, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης έλαβε υπόψη το ενδεχόμενο απώλειας του αγώγιμου δικαιώματος ένεκα παραγραφής. Στη παρούσα περίπτωση, η τυχόν παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα, ως προβάλλεται στην Ε/Δ Α.Α., αποδίδεται αποκλειστικά στη διαδικαστική αδράνεια της πλευράς του Ενάγοντα. Ειδικότερα, ενώ το Σημείωμα Εμφάνισης του Εναγόμενου καταχωρήθηκε στις 02.03.21, ο δικηγόρος του Ενάγοντα ενημερώθηκε για την απόρριψη της παρούσας αγωγής περί τον Φεβρουάριο του 2024, ήτοι σχεδόν 3 έτη μεταγενέστερα. Περαιτέρω, εφόσον ο ομνύοντας ισχυρίζεται στην Ε/Δ Α.Α. ότι δεν γνώριζε για την καταχώριση Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου ημερ. 05.09.22, όφειλε να είχε προβεί εγκαίρως στα δέοντα δικονομικά διαβήματα προς προώθηση της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της καταχώρισης αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης, σε χρόνο πολύ προγενέστερο τις 16.02.24.
29. Συνεπώς, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν παρέχεται έρεισμα άσκησης της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου προς επαναφορά της απορριφθείσας αγωγής. Εν πάσει περίπτωση η άσκηση της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ως έχει νομολογιακά ερμηνευθεί (βλ. Τουβλοποιεία Παλαικύθρου ΓΙΓΑΣ Λτδ ν. Μ. Πολυδώρου Ουστά (αρ.1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 109 και Π.Αυξεντίου ν. Σ.Σάββα, (2003) 1 Α.Α.Δ. 1963), δεν δύναται να ασκείται προς παράκαμψη ρητής και ειδικής δικονομικής ρύθμισης. Εν προκειμένω, η Δ.30 Θ.1 ρυθμίζει εξαντλητικώς τις συνέπειες της μη έκδοσης κλήσης για οδηγίες και προβλέπει ως μόνο δικονομικό αποτέλεσμα την καταχώρηση νέας αγωγής υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα επίκλησης συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, η οποία νοείται ως μέτρο αυτοπροστασίας του δικαίου όταν δεν παρέχεται οποιοδήποτε ένδικο μέσο θεραπείας,[3] γεγονός που δεν συμβαίνει εν προκειμένω αφού ο Ενάγοντας είχε το δικαίωμα καταχώρισης νέας αγωγής, τηρούμενων των προνοιών περί παραγραφής, το οποίο δεν άσκησε λόγω αδράνειας του στην προώθηση της υπόθεσης του.
30. Ο Ενάγοντας στηρίζει την επίδικη αίτηση του και στη Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διαλαμβάνει ως ακολούθως:
«ORDER 33 : PROCEEDINGS AT TRIAL
1. If on the day fixed for trial the parties do not appear when the trial is called on, upon proof that they (or the party at whose instance such day was fixed) had notice, the action υπόκειται σε απόρριψη and shall not subsequently be heard, unless upon application to the Court, the Court orders reinstatement of the action on the ground that it is equitable so to do in the circumstances of the case.
2. If on the day fixed for trial any party fails to appear when the trial is called on, the Court shall require proof that the absent party was given notice of such day. In the absence of such proof, the Court may proceed with the trial if the presence of the absent party is not material, or may adjourn the trial and give such directions as may be necessary.
3. If on the day fixed for trial the plaintiff appears when the trial is called on but the defendant does not, then upon proof being given of the defendant having been given notice of such day, the plaintiff may prove his claim, so far as the burden of proof lies upon him and judgment may be given accordingly.
4. If on the day fixed for trial the defendant appears when the trial is called on but the plaintiff does not, then upon proof being given of the plaintiff having been given notice of such day, the defendant, if he has no counter-claim, shall be entitled to judgment dismissing the action, but if he has a counter-claim, then he may prove his counter-claim so far as the burden of proof lies upon him, and judgment may be given accordingly.
5. Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial.
6. The Court may, if it thinks it expedient for the interests of justice, postpone or adjourn a trial for such time, and to such place, and upon such terms (if any), as it may think fit.»
31. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζει τις συνέπειες της μη εμφάνισης των διαδίκων, κατά την ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης, προβλέποντας, μεταξύ άλλων, την απόρριψη της αγωγής, τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης ή ανταπαίτησης διαδίκου και την έκδοση σχετικής απόφασης, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η δέουσα ειδοποίηση του απόντος μέρους. Παράλληλα, παρέχεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια είτε να επαναφέρει ή παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην, κατόπιν εμπρόθεσμης αίτησης, είτε να αναβάλει τη δίκη, εφόσον τούτο κρίνεται σκόπιμο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Χρήσιμη ανασκόπηση του πλαισίου εφαρμογής της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας γίνεται στις υποθέσεις Παναγίδης και Άλλης ν. Κουρούσιη (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1583, FN & AG Developers Ltd v. Kermia Properties & Investments Ltd και Άλλων, Πολ. Εφ. 31/12, ημερ. 11.6.18, Chr. Morfou Trading Ltd v. Mr Waterproof Limited (2007) 1(B) A.A.Δ. 697, 700. Μάλιστα στην Chr. Morfou (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η εμπλοκή της Δ.26, Θ.14 στην περίπτωση, δεν είναι ορθή (βλ Ann-Clair Developments Ltd v. Στέλιου Κυριακίδη (1999) 1 Α.Α.Δ. 537). Σχετικά με την εξέταση της εφαρμογής της Δ.26 Θ.14, γίνεται αναφορά πιο κάτω.
32. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως εκτίθενται ανωτέρω, κρίνω ότι η Δ.33 δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της επίδικης αίτησης, εφόσον η παρούσα δεν αφορά απόρριψη αγωγής συνέπεια μη εμφάνισης διαδίκου κατά την ακρόαση αλλά απόρριψη αγωγής λόγω μη καταχώρισης κλήσης για Οδηγίες δυνάμει της Δ.30 Θ.1. Επομένως κρίνω ότι με βάση τη Δ.33 δεν παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία έκδοσης διατάγματος επαναφοράς της παρούσας αγωγής.
33. Είναι επίσης προφανές ότι η απόφαση ημερ. 07.03.2023 είναι απόφαση απόρριψης της αγωγής υπό την έννοια της Δ.30 Θ.1 και ότι δεν είναι απόφαση που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης δικογράφου. Προς τούτο εφαρμόζονται κατ’αναλογίαν τα όσα αναφέρθηκαν στην Ann-Clair Developments Ltd v. Στέλιου Κυριακίδη (1999) 1 Α.Α.Δ. 537, που αφορούσε απόρριψη αίτησης παραμερισμού δυνάμει της Δ.33. Θ.5. Εκεί το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην Evagorou ν. KOKOS CHRISTODOULOU AND ANOTHER (1982) 1 C.L.R. 771, έκρινε ότι η εμπλοκή της Δ.26 Θ.14 δεν είναι ορθή καθώς η Δ.33 Θ.3 περιέχει ειδική ρύθμιση σε σχέση με τις επιπτώσεις και, ακολούθως, τις δυνατότητες όταν κατά την ημέρα της δίκης δεν εμφανίζεται ο εναγόμενος. Ειδικότερα αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:
«Η Δ.33 θ. 3 περιέχει την ειδική ρύθμιση σε σχέση με τις επιπτώσεις και, ακολούθως, τις δυνατότητες όταν κατά την ημέρα της δίκης δεν εμφανίζεται ο εναγόμενος. Η εμπλοκή της Δ.26 θ.14 στην περίπτωση, δεν είναι ορθή. Η αντίληψη πως η Εvagorou παρέχει έρεισμα για την αντίθετη άποψη, είναι λανθασμένη. Δεν αφορούσε απόφαση λόγω παράλειψης εμφάνισης κατά την ημέρα της δίκης αλλά απόρριψη αγωγής, λόγω μη προώθησης της, κατά το μηχανισμό της Δ.17 θ. 14. Κρίθηκε πως η πρόνοια της Δ.17 θ. 14(2) πως τέτοια απόρριψη δεν επηρεάζει την έγερση νέας αγωγής, δεν απέκλειε την εφαρμογή της Δ.26 θ. 14. Στην προκείμενη περίπτωση, η Δ.33 θ. 5 είναι σαφής. Η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση υποβαλλόμενη μέσα σε 15 μέρες από τη δίκη. Δεν παρέχεται περιθώριο για εφαρμογή άλλης δικονομικής διάταξης στην περίπτωση. Το αντίθετο θα σήμαινε πως για το ίδιο θέμα ένας θεσμός προβλέπει προθεσμία και άλλος όχι»
34. Η προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην Ann-Clair Developments Ltd v. Στέλιου Κυριακίδη (ανωτέρω) είναι διαφωτιστική (βλ. επίσης Stefano Bonfa v. Λεωνίδα Ηλία, Πολ. Εφ. 203/13, ημερ. 07.06.22), ECLI:CY:AD:2022:A236 καθώς εκεί κρίθηκε ότι, όπου υφίσταται ειδική δικονομική ρύθμιση που καθορίζει τις συνέπειες συγκεκριμένης διαδικαστικής παράλειψης και προβλέπει το διαθέσιμο θεραπευτικό μέσο, δεν παρέχεται περιθώριο εμπλοκής της Δ.26 Θ.14. Κατ’αναλογίαν, η Δ.30 Θ.1 ρυθμίζει εξαντλητικώς τις συνέπειες της μη έκδοσης κλήσης για οδηγίες και προβλέπει ως μόνο δικονομικό αποτέλεσμα την καταχώρηση νέας αγωγής υπό καθορισμένες προϋποθέσεις περιλαμβανομένης και της καταβολής εξόδων και διπλάσιων τελών. Υπό το φως της αρχής «lex specialis derogat legi generali» δεν παρέχεται περιθώριο εφαρμογής της Δ.26 Θ.14, η εφαρμογή της οποίας θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου τη ρυθμιστική λειτουργία της Δ.30. Εν πάση περίπτωση η απόρριψη αγωγής δυνάμει της Δ.30 Θ.1 δεν συνιστά απόφαση εκδοθείσα λόγω «default» αλλά απόρριψη αγωγής ως εγκαταλειφθείσας συνεπεία μη προώθησης της διαδικασίας με την εμπρόθεσμη καταχώριση κλήσης για οδηγίες. Πρόκειται για απόφαση απόρριψης στο πλαίσιο διαχείρισης της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, δεν ενεργοποιείται η Δ.26 Θ.14 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 07.03.23, ως εισηγείται η συνήγορος του Αιτητή στη Γραπτή Αγόρευση, όπου περιορίζουν το αίτημα τους για επαναφορά της υπό κρίσης αγωγής, υπό το πρίσμα των όσων διαλαμβάνει η Δ.26. Θ.14.
35. Ούτε η Δ.64 εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθώς η εν λόγω διάταξη δύναται να θεραπεύσει τη μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς όταν η μη συμμόρφωση θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία (βλ. Bank for Foreign Trade of Russian Federation Vneshtorgbank ν. ICC Chemicals (UK) Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 1728). Στην παρούσα περίπτωση δεν υφίσταται παρατυπία αλλά πλήρης παράλειψη έκδοσης κλήσης για οδηγίες, συνέπεια της οποίας, δυνάμει της Δ.30 Θ.1, απορρίφθηκε η παρούσα αγωγή ως εγκαταλειφθείσα. Η Δ.30 καθιερώνει ειδικό και εξαντλητικό καθεστώς συνεπειών και θεραπείας, το οποίο δεν δύναται να παρακαμφθεί δυνάμει των όσων διαλαμβάνει η Δ.64, η οποία διάταξη αποσκοπεί στη θεραπεία τεχνικών ή διαδικαστικών ατελειών και όχι στην αναβίωση διαδικασίας που τερματίστηκε κατ’ εφαρμογή ρητής δικονομικής κύρωσης. Αντίθετη προσέγγιση φρονώ ότι θα αναιρούσε τα όσα διαλαμβάνει η Δ.30 και θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου τις προβλεπόμενες συνέπειες μη συμμόρφωσης με αυτήν.
36. Έχοντας υπόψη ότι καμία εκ των δικονομικών διατάξεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία επαναφοράς της παρούσας αγωγή, η επίδικη αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης ως προς την έλλειψη δικονομικής βάσης για επαναφορά της υπό κρίσης αγωγής, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης.
Κατάληξη
37. Για λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, το αιτητικό (α) της επίδικής αίτησης για επαναφορά της υπό κρίσης αγωγής απορρίπτεται. Σε σχέση με το αιτητικό (β) της επίδικης αίτησης ενόψει της απόρριψης του αιτήματος επαναφοράς της αγωγής αυτό παραμένει άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
Έξοδα
38. Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος του Αιτητή/Ενάγοντα και προς όφελος του Καθ’ου η Αίτηση/Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)……………………...
Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] «Δ.30 Θ.1 (γ) Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής και το Δικαστήριο δύναται, επιλαμβανόμενο τέτοιας αίτησης, είτε να απορρίψει την αγωγή με τέτοιους όρους όπως ήθελε κρίνει δίκαιο, είτε να θεωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες δυνάμει της παρούσας διαταγής:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα.
Νοείται ότι, η έννοια του ενάγοντα και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση.
(δ) Η κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης, ως θα είναι η περίπτωση, δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής, τηρουμένων των προνοιών περί παραγραφής σε οποιοδήποτε νόμο.
(ε) Τα έξοδα εναντίον του ενάγοντα ή του ανταπαιτούντος ως θα είναι η περίπτωση, θα υπολογίζονται και η πληρωμή τους θα συνιστά προαπαιτούμενο καταχώρησης νέας αγωγής κατά την παράγραφο (δ) ανωτέρω. Το νέο κλητήριο θα φέρει σημείωμα ότι πρόκειται για «Νέα αγωγή σε σχέση με αγωγή αρ. .................................. που απορρίφθηκε την .................................. συνεπεία των προνοιών της Δ.30 Θ 1» και τα τέλη καταχώρησης της (χαρτόσημα, δικηγορόσημα ή άλλα) θα είναι τα διπλάσια εκείνων που αναλογούν στην κλίμακα της αγωγής ή της ανταπαίτησης ως θα είναι η περίπτωση.»
[2] Βλ. σύγγραμμα «Ερμηνεία στο Κυπριακό Δίκαιο», Π. Πολυβίου, σελ. 13.
[3] Βλ. FN & AG Developers Ltd v. Kermia Properties & Investments Ltd και Άλλων, Πολ. Εφ. 31/12, ημερ. 11.6.18.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο