ΑΝΔΡΟΥΛΑ ΣΙΑΝΙΟΥ ν. HENARE HOLDING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 391/2020, 17/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΟΥΛΑ ΣΙΑΝΙΟΥ ν. HENARE HOLDING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 391/2020, 17/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 391/2020

Μεταξύ:

 ΑΝΔΡΟΥΛΑ ΣΙΑΝΙΟΥ

Ενάγουσα

 

και

 

1.      HENARE HOLDING LTD

2.    ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΝΤΡΕΟΥ

3.    ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ

 

Εναγόμενοι

-------------------

 

Ημερομηνία:  17.02.26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Ενάγοντα κ. M. Kώστα για Χατζηλοίζου, Χατζηνικολάου και Σία ΔΕΠΕ

Για Εναγόμενη 1: κ. Δ. Κούτρη για Νεόφυτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

AΠΟΦΑΣΗ

 

1.    Με την παρούσα αγωγή, ως το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερ. 19.02.20, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα  ποσό ύψους €1.200, ως οφειλόμενα ενοίκια για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2019,  ποσό ύψους €89,68, ως απλήρωτο λογαριασμό του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, ποσό ύψους €500, ως αποζημιώσεις για προκληθείσες ζημιές εις την οικία της καθώς και αποζημιώσεις, για παράβαση συμφωνίας, πλέον νόμιμο τόκο. 

 

Δικόγραφα

 

2.    Ειδικότερα, η Ενάγουσα, στην Έκθεση Απαίτησης της, ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτρια της οικίας επί της οδού ΧΧΧΧΧΧΧ, στη Λεμεσό (εφ’εξής «η επίδικη οικία»), την οποία, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 20.02.19 (εφ’εξής «η επίδικη συμφωνία ενοικίασης»), ενοικίασε στους Εναγόμενους για την περίοδο από 07.03.2019 μέχρι 06.09.2019 έναντι μηνιαίου ενοικίου ύψους €600. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, η Εναγόμενη 1 εγκατέλειψε την επίδικη οικία κατά ή περί την 06.09.19, χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση προς την Ενάγουσα, παραλείποντας να τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και/ή χωρίς να παραδώσει τα κλειδιά και/ή να επαναφέρει την επίδικη οικία στην πρότερα κατάσταση της και/ή να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια και/ή άλλα ποσά. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι διαπίστωσε ζημιές σε έπιπλα και/ή τοίχους και/ή ακαθαρσίες και/ή αλλοιώσεις και/ή μη εξουσιοδοτημένες τροποποιήσεις και/ή αλλαγές και/ή καταστρεπτικές πράξεις, άνευ της συγκατάθεσης της, στην επίδικη οικία, οι οποίες προκλήθηκαν από τους Εναγόμενους. Προς τούτο, μέσω επιστολής των συνηγόρων της ημερ. 16.09.2019 προς την Εναγόμενη 1, απαίτησε την καταβολή των πιο πάνω αξιούμενων ποσών, τα οποία οι Εναγόμενοι έκτοτε παραλείπουν να εξοφλήσουν.  

 

3.    Η Εναγόμενη 1 μόνο καταχώρισε Υπεράσπιση, παρά του ότι καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης ημερ. 24.07.20 για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3. Στην Υπεράσπιση της ημερ. 02.03.22, η Εναγόμενη 1 εγείρει προδικαστική ένσταση ότι ουδέποτε η ίδια και/ή οιοσδήποτε εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος και/ή εκπρόσωπος και/ή διευθυντής και/ή εργαζόμενος της υπέγραψε οποιοδήποτε ενοικιαστήριο έγγραφο με την Ενάγουσα και/ή ότι έχει οποιαδήποτε έννομη σχέση με την Ενάγουσα. Η Εναγόμενη 1 απορρίπτει ότι ήταν ενοικιάστρια της επίδικης οικίας και ισχυρίζεται ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος και/ή εκπρόσωπος της Εναγόμενης 1 ήταν ο κ. «Θ.Σ». 

 

4.    Περαιτέρω, η Εναγόμενη 1, παρά του ότι αρνείται τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης ισχυρίζεται ότι οι όροι αυτής είναι καταχρηστικοί και/ή παράνομοι και/ή παράλογοι και/ή δεν υφίστανται και/ή ούτε δύνανται να αποτελέσουν ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι και/ή ότι ουδέποτε συμφώνησε στην παροχή οποιασδήποτε εγγύησης η ίδια και/ή οιοσδήποτε εκ των διευθυντών και/ή αντιπροσώπων και/ή εργαζομένων της. Η Εναγόμενη 1, άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά της πιο πάνω θέσης της, προβάλλει την θέση ότι, σε μια περίπτωση ενοικίασης κατοικίας από εργοδοτούμενο της, αυτός δεόντως παρέδωσε τα κλειδιά και δεν εγκατέλειψε άνευ προειδοποίησης και/ή παράλειψε να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ότι σε κάθε περίπτωση δεν προέκυψε οιοδήποτε θέμα ζημιών και/ή ακαθαρσιών και/ή μη εξουσιοδοτημένων τροποποιήσεων. Τέλος απορρίπτει ότι έλαβε την προαναφερθείσα επιστολή των συνηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 16.09.19, αρνείται τις αξιώσεις της Ενάγουσας και καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα αγωγή με έξοδα προς όφελος της.

 

5.    Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, καταχωρηθείσα στις 09.03.22, η Ενάγουσα απορρίπτει την προδικαστική ένσταση καθώς και τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 1 και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της, όπως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης της. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, εκ μέρους και/ή δια λογαριασμό και/ή ως εκπρόσωποι της Εναγόμενης 1 παρουσιαστήκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3.

 

Η ακροαματική διαδικασία

 

6.     Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το 2020 και συνεπώς ισχύουν οι πρόνοιες της Δ.30 των παλιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, εφόσον η αξίωση της παρούσας αγωγής δεν υπερβαίνει το ποσό των €3.000, η παρούσα εκδικάστηκε ως υπόθεση «ταχείας εκδίκασης». Το σύνολο της μαρτυρίας των μερών προσκομίστηκε υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς μάρτυρας αντεξετάστηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής.

 

7.    Ειδικότερα, προς υποστήριξη της αγωγής της Ενάγουσας καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση ημερ. 16.01.24 της Ενάγουσας. Από την αντίθετη πλευρά, προς υποστήριξη της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1, καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση του κ. «Θ.Σ» ημερ. 15.10.24.

 

8.    Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση με γραπτές τελικές αγορεύσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των θέσεων τους.

 

9.    Εξέτασα με πολύ προσοχή τόσο την προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και τις Γραπτές Αγορεύσεις των μερών, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο η ειδική επίκλησή τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490 και BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANKJOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK"BANK OF MOSCOW"(OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, ημερ. 16/3/2022). Αναφέρω βεβαίως ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας ανάφερε προφορικά ότι δεν επιμένει στην προώθηση της παρούσας αγωγής εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 και από τις Γραπτές Αγορεύσεις του προκύπτει ότι δεν προωθείται πλέον και η αξίωση της Ενάγουσας για αποζημιώσεις ένεκα παράβασης σύμβασης. Ένεκα της αρχής ότι αξιώσεις που δεν προωθούνται θεωρούνται εγκαταλειφθείσες, το μόνο επίδικο θέμα προς εξέταση είναι κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται τα υπόλοιπα αξιούμενα ποσά από την Εναγόμενη 1.

 

Η Μαρτυρία

 

Σύνοψη μαρτυρίας της Ενάγουσας

 

10. Παρόλο που η μαρτυρία είναι καταχωρημένη εντός του ηλεκτρονικού φακέλου της παρούσας υπόθεσης, παραθέτω μια σύνοψη αυτής για εκάστη πλευρά. H Ενάγουσα (εφ’εξής «η ΜΕ.1») στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο μέχρι και σήμερα είναι η εγγεγραμμένη και νόμιμη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας. Όσο αφορά την Εναγόμενη 1, δηλώνει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία συστάθηκε και ασκεί τις εργασίες της στην Κύπρο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με έδρα των εργασιών της στη Λευκωσία. Προς τούτο αντίγραφο έρευνας αναφορικά με την Εναγόμενη 1 από την επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1.

 

11. Ως προς τα επίδικα γεγονότα, η ΜΕ.1 ανάφερε ότι, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, προέβηκε, κατά την 20.02.19, στην ενοικίαση της επίδικης οικίας στην Εναγόμενη 1 από 07.03.19 μέχρι 06.09.19 δια το μηνιαίο ενοίκιο των €600. Η ΜΕ.1 αναφέρθηκε στους όρους της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2.

 

12. Σύμφωνα με την ΜΕ.1, η Εναγόμενη 1 κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, κατά την 06.09.19, εγκατέλειψε την επίδικη οικία χωρίς προηγουμένως να την προειδοποιήσει, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Επιπλέον θέση της ΜΕ.1 είναι ότι η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να παραδώσει τα κλειδιά, να επαναφέρει την επίδικη οικία στην πρότερα κατάσταση και να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια. Η ΜΕ.1 ανάφερε επιπλέον ότι διαπίστωσε ζημιές σε έπιπλα και τοίχους, ακαθαρσίες, καταστρεπτικές πράξεις, αλλοιώσεις και μη εξουσιοδοτημένες τροποποιήσεις και αλλαγές, που προκλήθηκαν στην επίδικη οικία εξ’υπαιτιότητας της Εναγόμενης 1 και κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης. Προς απόδειξη της θέσης της αντίγραφο λογαριασμού αρ. 102202008 ημερ. 05.09.19 του Κοινοτικού Συμβουλίου Πισσουρίου, που παρέμεινε σε εκκρεμότητα από την Εναγόμενη 1 κατά την εγκατάλειψη της επίδικης οικίας, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 και αντίγραφο απόδειξης εισπράξεως υδατοπρομήθειας αρ. 111592 ημερ. 22.07.19, που καταβλήθηκε από την Ενάγουσα, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4.

 

13. Ακολούθως, η ΜΕ.1 προβαίνει σε αναφορά ότι προέβηκε σε έξοδα προς αλλαγή της κλειδαριάς της επίδικης οικίας και έξοδα επιδιόρθωσης και αποκατάστασης των ζημιών, ακαθαρσιών, αλλοιώσεων, μη εξουσιοδοτημένων τροποποιήσεων, αλλαγών και καταστρεπτικών πράξεων. Προς τούτο, αντίγραφο απόδειξης είσπραξης αρ. BD406974 ημερ. 13.09.19, αναφορικά με τα έξοδα αλλαγής της κλειδαριάς, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 και αντίγραφο Παραγγελίας Πώλησης («Sales Order») ημερ. 19.09.19 μαζί με αντίγραφο απόδειξης είσπραξης ημερ.19.09.19 της Εταιρείας «Ν. Fasouliotis & Sons Ltd» επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 6.

 

14. Προς επίστηση της Εναγόμενης 1 για τα πιο πάνω οφειλόμενα ποσά, ήτοι τα ενοίκια για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2019 συνολικού ύψους €1.200, τα έξοδα υδατοπρομήθειας ύψους €89,68 και τα εκτιμητέα έξοδα επιδιόρθωσης και αποκατάστασής των τροποποιήσεων, αλλαγών και καταστρεπτικών πράξεων που η Εναγόμενη 1 προέβη στην επίδικη οικία, αποστάλθηκε επιστολή ημερ. 16.09.19 των δικηγόρων της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1, αντίγραφο της οποίας μετ’επισυνημμένη ένορκη δήλωση του επιδότη ημερ. 02.10.19 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 7.

15. Θέση της ΜΕ.1 είναι ότι παρά τις επανειλημμένες γραπτές και προφορικές οχλήσεις, η Εναγόμενη 1 παραλείπει να πληρώσει οιονδήποτε ποσό και αποζημίωση προς αυτή και γι’αυτό αξιώνει, από την Εναγόμενη, €1.200, ως οφειλόμενα ενοίκια για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2019, €89,68, ως απλήρωτο λογαριασμό του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού και €480, ως αποζημιώσεις για προκληθείσες ζημιές στην επίδικη οικία και έξοδα που κατέβαλε εξ’υπαιτιότητας της Εναγόμενης 1.

 

Σύνοψη μαρτυρίας της Εναγόμενης 1

 

16. Στην ένορκη δήλωση ημερ. 15.10.24 του κ. «Θ.Σ» (εφ’εξής «ο ΜΥ.1»), o MY.1 αναφέρει ότι είναι ο μοναδικός διευθυντής και γραμματέας της Εναγόμενης 1 και δεόντως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, καθώς γνωρίζει τα γεγονότα από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και από προσωπική του γνώση. Θέση του ΜΥ.1 είναι ότι, ως άτομο που δεσμεύει την Εναγόμενη 1, ένεκα της προαναφερθείσας ιδιότητας του, ουδέποτε υπόγραψε εκ μέρος της Εναγόμενης 1 την επίδικη συμφωνία ενοικίασης και συνεπώς δεν υφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ των μερών και ουδέποτε η Εναγόμενη 1 κατέστη ενοικιάστρια της επίδικης οικίας. Ο ΜΥ.1 επίσης ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία ενοικίασης υπογράφτηκε από πρώην υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 που παρουσιάζονται αναληθώς ως εκπρόσωποι και διευθυντές αυτής και οι οποίοι δεν γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα στην οποία συντάχθηκε η επίδικη συμφωνία ενοικίασης.

 

17. Ο ΜΥ.1 αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί εγγυήσεων. Προς τούτο ο ΜΥ.1 δηλώνει ότι η μόνη εγγύηση που όντως δόθηκε ήταν το ποσό των €600 ως εγγύηση («security deposit»), ως διαφαίνεται από την επίδικη συμφωνία ενοικίασης, κατά την υπογραφή αυτού. Το εν λόγω ποσό ουδέποτε επιστράφηκε στην κατ’ισχυρισμό ενοικιάστρια, ήτοι την Εναγόμενη 1, αλλά ούτε και συμψηφίστηκε με οποιαδήποτε κατ’ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά, ήτοι είτε για κάλυψη των ζημιών που δεν απέδειξε η Ενάγουσα ή για τα οφειλόμενα ενοίκια, ως διαλαμβάνει ο όρος 11 της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης.   

 

18. Ο ΜΥ.1 ισχυρίζεται ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης είναι εξόφθαλμα καταχρηστικοί και/ή παράνομοι και/ή παράλογοι ή ούτε και δύναται να αποτελέσουν ρητούς και/ή εξυπακουούμενους όρους. Ακολούθως, εξηγεί πως κατά τη θέση του θεωρεί ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης είναι και αντιφατικοί και υπερβολικοί. Προς τούτο, θέση του ΜΥ.1 είναι ότι εμφανώς πρόκειται για καταχρηστικούς όρους και ετεροβαρής σύμβαση που καταρτίστηκε μονομερώς από την Ενάγουσα και οι όροι δεν έγιναν αντιληπτοί σε καμία περίπτωση από τους υπογράφοντες.

 

19. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 δηλώνει ότι εργοδοτούμενος της Εναγόμενης 1 δεόντως παρέδωσε τα κλειδιά της «ενοικιαζόμενης κατοικίας» στους ιδιοκτήτες, δεν εγκατέλειψε αυτή άνευ προειδοποίησης αλλά ούτε παράλειψε να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ούτε προέκυψε οιονδήποτε θέμα ζημιών, ακαθαρσιών και μη εξουσιοδοτημένων τροποποιήσεων.

 

20. Ο ΜΥ.1 επίσης προβαίνει σε αναφορά σε ισχυρισμούς της Ενάγουσας που δεν είναι δικογραφημένοι. Ειδικότερα, ότι αξιώνεται η αλλαγή της κλειδαριάς, ως ειδικές ζημιές, χωρίς να έχει δικογραφηθεί τέτοια αξίωση και το ποσό για τέτοια αλλαγή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ΜΥ.1, δεν δικογραφείται τι αφορά το ποσό των €420 που αξιώνεται ως καταστρεπτικές ζημιές και ούτε εξηγείται ποιες ήταν οι ζημιές και ακαθαρσίες στην επίδικη οικία.

 

21. Αναφορικά με τις αποδείξεις για τις κατ’ισχυρισμό ζημιές, θέση του ΜΥ.1 είναι ότι αυτές είναι γενικές και δεν συγκεκριμενοποιούνται ότι αφορούν την επίδικη οικία, την κατ’ισχυρισμό παράβαση και ότι η Ενάγουσα χρειαζόταν να προβεί σε τέτοια έξοδα. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 προβάλλει την θέση ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε τις κατ’ισχυρισμό ζημιές της με την προσκόμιση φωτογραφιών ενώ τα τιμολόγια που επισυνάπτει δεν περιγράφουν την αγορά που προέβη αναφορικά με την αντίστοιχη ζημιά που επικαλείται. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΥ.1 δηλώνει ότι με βάση τον όρο 15 της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης η Ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να έχει ασφάλεια για τα περιουσιακά της στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης και των επίπλων της επίδικης οικίας.

 

22. Σχετικά με την κατ’ισχυρισμό μη παράδοση των κλειδιών, ο ΜΥ.1 προβάλλει τη θέση ότι εξ’όσων γνωρίζει κάθε ιδιοκτήτης έχει και οφείλει να έχει αντικλείδι και το γεγονός ότι η Ενάγουσα είχε το συμβατικό δικαίωμα να αλλάξει κλειδαριές δεν νοεί ότι ο ενοικιαστής έχει υποχρέωση να επωμιστεί τα έξοδα για αλλαγή της κλειδαριάς. Επιπλέον, με αναφορά στην επίδικη συμφωνία ενοικίασης, ο ΜΥ.1 εξηγεί ότι το πραγματικό ποσό του ενοικίου ήταν €500 μηνιαίως και συνεπώς η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι οφείλονται να της καταβληθούν €600 μηνιαίως για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2019.

 

23. Σε σχέση με τον λογαριασμό νερού, για την επίδικη περίοδο, ο ΜΥ.1 ισχυρίζεται ότι ο λογαριασμός δεν ήταν στο όνομα του ενοικιαστή, ως προβλέπει ο όρος 5 της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης. Περαιτέρω, προβάλλει τη θέση ότι η απόδειξη εισπράξεως υδατοπρομήθειας αρ. 111592 ημερ. 22.07.19 (βλ. Τεκμήριο 4) αφορά περίοδο πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης. Κατ’επέκταση η πληρωμή αυτού δεν μπορεί συμβατικά να απαιτηθεί.

 

24. Τέλος, ο ΜΥ.1 δηλώνει ότι ουδέποτε λήφθηκε η επιστολή ημερ. 16.09.19 των δικηγόρων της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 7) και ζητά την απόρριψη της παρούσας αγωγής.

 

Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα

 

25. Στη βάση της πιο πάνω έγγραφης μαρτυρίας, ως επίσης και τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τα πιο κάτω προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου:

 

(1)  H Εναγόμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο μέχρι και σήμερα είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης η οποία συστάθηκε και ασκεί τις εργασίες της στην Κύπρο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με έδρα των εργασιών της στη Λευκωσία. Περαιτέρω η Εναγόμενη 1 είναι δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη με αριθμό εγγραφής Η.Ε 373717, το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη Λευκωσία και ο μόνος Διευθυντής και Γραμματέας της Εναγόμενης 1 είναι ο ΜΥ.1 (βλ. Τεκμήριο 1)

(2)  Η επίδικη συμφωνίας ενοικίασης (βλ. Τεκμήριο 2) συνήφθη στις 20.02.19 και φέρει την υπογραφή της Ενάγουσας και των Εναγομένων 2 και 3. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 παρουσιάζονται εις την επίδικη συμφωνία ενοικίασης ως Διευθυντές της Εναγόμενης 1.

 

 

 

Αξιολόγηση της μαρτυρίας & Ευρήματα Δικαστηρίου

 

26. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα πάντοτε εντός του αυστηρού πλαισίου των δικογραφημένων ισχυρισμών των μερών που καθορίζουν τα επίδικα θέματα προς εξέταση από το Δικαστήριο (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24 και Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826).

 

27. Η ακρόαση της παρούσας αγωγής, ως αναφέρω ανωτέρω, έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπου όλη η μαρτυρία κατατέθηκε γραπτώς και το Δικαστήριο κατ’επέκταση δεν είχε την ευκαιρία να αξιολογήσει τη συμπεριφορά, τη στάση, τις αντιδράσεις των μαρτύρων και τον τρόπο που αυτοί απαντούν, όπως συμβαίνει κατά τη συνήθη πορεία της ακροαματικής διαδικασίας. Εντούτοις, η απουσία δια ζώσης μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μεταβάλλει τις ισχύουσες νομολογιακές αρχές, ως προς την αξιολόγηση και αποδοχή της μαρτυρίας, ούτε δικαιολογεί απόκλιση από τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Άλλωστε και στο πλαίσιο της συνήθους ακροαματικής διαδικασίας, η αξιολόγηση ενός μάρτυρα δεν περιορίζεται και δεν εξαντλείται στην εντύπωση που αφήνει στο εδώλιο αλλά γίνεται σε συνάρτηση και συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ. 185/2012, ημερ. 19.4.18, ECLI:CY:AD:2018:A179).

 

28. Συνεπώς, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων που κατέθεσαν εξετάζεται λαμβάνοντας υπόψη σωρεία παραγόντων, ως έχουν καθιερωθεί από την πάγια νομολογία, όπως η λογικοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, η ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους, η ύπαρξη ή η απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, η υποστήριξη της μαρτυρίας τους από την έγγραφη μαρτυρία καθώς και η αντικειμενική υφή, υπόσταση και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 Α.Α.Δ. 2192 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω)). Επιπρόσθετα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Εφ. 328/11, ημερ. 31.5.17, ECLI:CY:AD:2017:A202). Επιπλέον, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454, Φάρμα Ρένος Χ"Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331 και ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολ. Εφ. 158/2013, ημερ. 26.10.22, ECLI:CY:AD:2022:A403).

 

Ιδιοκτήτης της επίδικης οικίας

 

29. Αναφορικά με το επίδικο θέμα κατά πόσο η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας, μαρτυρία γι’αυτό προσκομίστηκε μόνο από την Ενάγουσα, ήτοι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο μέχρι και σήμερα είναι η εγγεγραμμένη και νόμιμη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας. Η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε και ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία επί τούτου. Συνεπώς, η μαρτυρία αυτή της Ενάγουσας κρίνεται αξιόπιστη και καθίσταται το ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο μέχρι και σήμερα είναι η εγγεγραμμένη και νόμιμη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας.

 

Ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ των μερών

 

30. Η ΜΕ.1 αναφορικά με την επίδικη συμφωνία ενοικίασης (βλ. Τεκμήριο 2) ανάφερε μόνο ότι δυνάμει αυτής προέβηκε, κατά την 20.02.19, στην ενοικίαση της επίδικης οικίας στην Εναγόμενη 1, για την περίοδο από 07.03.19 μέχρι 06.09.19, δια το μηνιαίο ενοίκιο των €600.  Περαιτέρω, η ΜΕ.1 αναφέρθηκε και στους όρους της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης. Από την αντίθετη πλευρά ο ΜΥ.1, στην μαρτυρία του, ανάφερε ότι, ως Διευθυντής της Εναγόμενης 1 και κατ’επέκταση το μόνο άτομο που δεσμεύει την Εναγόμενη 1, ουδέποτε υπέγραψε την επίδικη συμφωνία ενοικίασης και συνεπώς δεν υφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ των μερών.

 

31. Ανατρέχοντας στην επίδικη συμφωνία ενοικίασης (βλ. Τεκμήριο 2) παρατηρώ ότι σε αυτήν αναγράφονται τα εξής: «…this agreement made between HENARE HOLDING LTD,  a Cyprus Registered company (HE 373717),  […] represented by its director Mr. Andreas Andreou and Mr. Demetrios Kafantaris, […] hereinafter known as “The Tenant(s)”». Η μαρτυρία όμως αυτή, δηλαδή ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι Διευθυντές της Εναγόμενης 1, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ΜΥ.1 είναι ο μόνος Διευθυντής και Γραμματέας της Εναγόμενης 1. Ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε σχετικά με τυχόν αλλαγή διευθυντών και γραμματέων της Εναγόμενης 1. Περαιτέρω, ο ΜΥ.1 δεν αντεξετάστηκε κατά πόσο οι Εναγόμενοι 2 και 3, κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, ήταν εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποι της Εναγόμενης 1. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis (1986) 1 C.L.R. 89, Adidas v. Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R.383 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd. v. Nικολαϊδη (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1057), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Ένεκα της παράλειψης αυτής αντεξέτασης του ΜΥ.1, της μη προσκόμισης μαρτυρίας ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3, κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, ήταν εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποι της Εναγόμενης 1 να υπογράψουν την επίδικη συμφωνία ενοικίασης, ως αναφέρω ανωτέρω, καταλήγω στο εύρημα ότι η επίδικη συμφωνία ενοικίασης δεν υπογράφτηκε από αξιωματούχο της Εναγόμενης 1, ήτοι από τον ΜΥ.1, αλλά ούτε από εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο αυτής.

 

32. Οι ισχυρισμοί του ΜΥ.1 ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν πρώην υπάλληλοι της Εναγόμενης 1 και δεν γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα στην οποία συντάχθηκε η επίδικη συμφωνία ενοικίασης, κρίνονται ως εκτός του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 και συνεπώς αγνοούνται. Εν πάση περιπτώσει, η αναφορά του ΜΥ.1 ότι τα πρόσωπα που υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία ενοικίασης (βλ. Τεκμήριο 2) ήτο υπάλληλοι της Εναγόμενης 1, χωρίς καν να καθορίζεται χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο αυτοί εργοδοτούντο από την Εναγόμενη 1, δεν οδηγεί σε οποιονδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Περαιτέρω, η επίκληση της νομολογίας περί φαινόμενης πληρεξουσιότητας, όπως αυτή εξετάστηκε στην Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Κατερίνας Δημήτρη (1999) 1 Α.Α.Δ. 551, δεν βρίσκει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα, στην Φιλική (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η φαινομένη πληρεξουσιότητα δεν προϋποθέτει κατ’ανάγκην ρητή παράσταση, αλλά απαιτεί συμπεριφορά διά της οποίας κάποιος παριστά ή επιτρέπει να παρίσταται πως άλλος είναι αντιπρόσωπος του. Στην παρούσα υπόθεση δεν προσκομίστηκε, εκ μέρους της Ενάγουσας, οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με «παράσταση ή συμπεριφορά» εκ μέρους της Εναγόμενης 1 που να δημιούργησε τέτοια εντύπωση φαινόμενης πληρεξουσιότητας των Εναγόμενων 2 και 3. Η αναγραφή, εντός της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, των ονομάτων των Εναγομένων 2 και 3 ότι εκπροσωπούν την Εναγόμενη 1 ως «διευθυντές» φρονώ ότι, από μόνο της, δεν συνιστά παράσταση ή συμπεριφορά της Εναγόμενης 1, λαμβάνοντας υπόψη την αποδεκτή μαρτυρία ότι ο ΜΥ.1 είναι ο μόνος διευθυντής και γραμματέας της Εναγόμενης 1. Ελλείψει μαρτυρίας περί παράστασης ή συμπεριφοράς, εκ μέρους της Εναγόμενης 1, οι αρχές της «φαινομένης πληρεξουσιότητας» δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Επιπλέον, τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης[1] ή στην Απάντηση στην Υπεράσπιση[2] της Ενάγουσας, ώστε να καταστεί επίδικο θέμα και ως είναι γνωστό η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας (βλ. El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1255).

 

33. Περαιτέρω και σε συνέχεια του προαναφερθέντος ευρήματος του Δικαστηρίου, παρατηρείται ότι δεν παρουσιάστηκε, εκ μέρους της Ενάγουσας, μαρτυρία ότι, παρά τη μη υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης από αξιωματούχο της Εναγόμενης 1 ή από δεόντως εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο της, η επίδικη συμφωνία ενοικίασης επικυρώθηκε με τη συμπεριφορά της Εναγόμενης 1.[3] Ειδικότερα, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία αναφορικά με τυχόν πληρωμή ενοικίου από την Εναγόμενη 1,[4] σε ποιον η Ενάγουσα παρέδωσε τα κλειδιά και ποιος, εκ μέρους της Εναγόμενης 1, έλαβε κατοχή της επίδικης οικίας κατά την επίδικη περίοδο ενοικίασης, ήτοι εάν ήταν εργοδοτούμενος αυτής. Ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία ότι όντως πληρώθηκε από την Εναγόμενη 1 το ποσό των €600 ως εγγύηση («security deposit»), ως ο όρος 11 της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης. Ελλείψει αυτής της μαρτυρίας δημιουργούνται αμφιβολίες στο Δικαστήριο κατά πόσο όντως  η επίδικη οικία πράγματι ενοικιάστηκε από την Εναγόμενη 1, ως ισχυρίστηκε η ΜΕ.1 στη δική της μαρτυρία, ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε ανάλογο εύρημα.

 

34. Ούτε θεωρώ ότι, μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ.1, γίνεται παραδοχή ότι έγινε η επίδικη συμφωνία ενοικίασης με την Εναγόμενη 1, ως εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας στη γραπτή αγόρευση του. Ειδικότερα, η αναφορά στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης ημερ. 15.10.24 του ΜΥ.1 ότι «απλή ανάγνωση του ενοικιαστηρίου αυτού φαίνεται ότι συντάχθηκε με πρόθεση όπως αφορά την εναγόμενη 1 ως ενοικιάστρια, εκπροσωπούμενη από φυσικά πρόσωπα και όχι από συνενοικιαστές», φρονώ ότι δεν συνιστά παραδοχή, αλλά επιχείρημα του ΜΥ.1 επί της αντιφατικότητας των όρων της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν γινόταν δεκτή αυτή η αποσπασματική επίκληση της προαναφερθείσας μαρτυρίας του ΜΥ.1, ως εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, το ότι η επίδικη συμφωνία ενοικίασης συντάχθηκε με πρόθεση να αφορά την Εναγόμενη 1, δεν συνεπάγεται ότι αυτή υπογράφτηκε από δεόντως εξουσιοδοτημένα από αυτήν πρόσωπα, ώστε να δεσμεύει την Εναγόμενη 1. Ούτε θεωρώ ότι η αναφορά στη μαρτυρία του ΜΥ.1 ότι η Εναγόμενη 1 πρόσφερε να αποπληρώσει το οφειλόμενο ενοίκιο συνιστά παραδοχή καθώς ο ΜΥ.1 διευκρινίζει ότι οποιοδήποτε ποσό κατέβαλε ή πρόσφερε να καταβάλει έγινε στη βάση δικαιώματος και σε χαριστική βάση εκ μέρους τρίτων προσώπων και όχι λόγω υποχρέωσης. Τα πιο πάνω συναφώς δεν συνεπάγονται ότι η Εναγόμενη 1 κατέβαλε ενοίκια στην Ενάγουσα, όπως εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, καθότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη καταβολής οποιουδήποτε ενοικίου εκ μέρους της Εναγόμενης 1.

 

35. Περαιτέρω, σχετικά με τις αναφορές του ΜΥ.1 ότι η μόνη εγγύηση που δόθηκε ήταν το ποσό των €600 ως εγγύηση («security deposit»), ως διαφαίνεται από την επίδικη συμφωνία ενοικίασης, κατά την υπογραφή αυτής καθώς και ότι το εν λόγω ποσό ουδέποτε επιστράφηκε στην κατ’ισχυρισμό ενοικιάστρια, ήτοι την Εναγόμενη 1 αλλά ούτε και συμψηφίστηκε με οποιαδήποτε κατ’ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά, σημειώνω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν δικογραφούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1. Ειδικότερα, στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1, αυτή «αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί εγγυήσεων των υποχρεώσεων ή/και για γραπτές ή/και προφορικές παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις και/ή δηλώσεις και/ή υποχρεώσεις από άλλα ή/και τρίτα πρόσωπα ή/και τους Εναγόμενους 2 και 3 εκ μέρους ή/και δια λογαριασμό της» χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στο ότι καταβλήθηκε ποσό €600 ως εγγύηση («security deposit») ή ότι το ποσό αυτό θα έπρεπε η Ενάγουσα να το συμψηφίσει με τα αξιούμενα ποσά. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί του ΜΥ.1 αγνοούνται, ως εκτός δικογραφίας. Παρά ταύτα και για λόγους πληρότητας, εξετάζοντας το περιεχόμενο της παραγράφου  7 της ένορκης δήλωσης ημερ. 15.10.24 του ΜΥ.1, στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά, φρονώ ότι ο ΜΥ.1 δεν επιβεβαιώνει ότι η Εναγόμενη 1 κατέβαλε ποσό €600 ως εγγύηση. Αντιθέτως προβάλλει τη θέση περί πληρωμής του ποσού των €600 με αναφορά (ως διαφαίνεται) στην επίδικη συμφωνία ενοικίασης και όχι ότι το πλήρωσε η Εναγόμενη 1. Επίσης ήτο η θέση του ότι θα έπρεπε, βάσει του όρου 11 της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, να συμψηφιστεί το ποσό αυτό με τα αξιούμενα ποσά. Η θέση αυτή ωστόσο δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία καταβολής του ποσού των €600 εκ μέρους της Εναγόμενης 1. 

 

36. Σχετικά με την μαρτυρία του ΜΥ.1 ότι ο εργοδοτούμενος της Εναγόμενης 1 δεόντως παρέδωσε τα κλειδιά της «ενοικιαζόμενης οικίας» στους ιδιοκτήτες, δεν εγκατέλειψε αυτή άνευ προειδοποίησης αλλά ούτε παράλειψε να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ούτε προέκυψε οιονδήποτε θέμα ζημιών, ακαθαρσιών και μη εξουσιοδοτημένων τροποποιήσεων, αυτή κρίνεται ως άσχετη με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής  καθώς δεν προκύπτει ότι αφορά την επίδικη οικία. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία αυτή, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα ενοικίασης της επίδικης οικίας από την Εναγόμενη 1.

 

37. Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε, στον αναγκαίο βαθμό, συμβατική σχέση μεταξύ των μερών, παρέλκει η αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας των μαρτύρων αναφορικά με το κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε ότι νομιμοποιείται να αξιώνει τα επίδικα ποσά που διεκδικεί, καθότι, ελλείψει συμβατικής σχέσης μεταξύ των μερών, δεν υφίσταται νομική βάση επί της οποίας δύναται να θεμελιωθεί η παρούσα απαίτηση της Ενάγουσας.

 

Βάρος Απόδειξης

 

38. Το βάρος απόδειξης κάθε μέρους της απαίτησης, εφόσον αυτή αμφισβητείται, βαρύνει τον ενάγοντα, ο οποίος θα πρέπει, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, να καταδείξει το βάσιμο της εκδοχής του (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods Ltd κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 956).Όσο αφορά το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, αυτό έχει πρόσφατα σχολιαστεί από το Εφετείο στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχευτεύσεων Λάρνακας ν. Α.Σ. Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 104/2019, ημερ. 19.07.24, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Δυο λόγια πρώτα για το βάρος απόδειξης. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις, το βάρος απόδειξης ή το γενικό βάρος όπως κάποτε περιγράφεται (burden/onus of proof) το έχει κατά κανόνα ο ενάγοντας και το επίπεδο απόδειξης (standard of proof) το οποίο θα πρέπει να αποσείσει είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities), δηλαδή να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not). Σχετική είναι η υπόθεση Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1295, όπου λέχθηκαν τα ακολούθα:

 

«Όπως διευκρινίστηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ (2001) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1858

 

«το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδειχτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).»

 

Το βάρος απόδειξης, όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υποβαθμίζεται ούτε αντιμετωπίζεται εκπτωτικά σε υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» που διέποντο από τις πρόνοιες της Διαταγής 30.  Ο ενάγοντας έχει το ίδιο βάρος απόδειξης και θα πρέπει να το αποσείσει στο ίδιο επίπεδο, αν θέλει να δικαιούται σε απόφαση […]

 

Ο συνοπτικός τρόπος εκδίκασης, ήτοι δια της προσαγωγής ενόρκων δηλώσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δεδηλωμένης δικογραφημένης αντίθεσης, θα πρέπει να θέτει σε εγρήγορση τον ενάγοντα κατά τη διεργασία απόδειξης της υπόθεσης του. Θα πρέπει να προσκομίσει ένορκες δηλώσεις από τα αρμόδια πρόσωπα με συνημμένα όλα τα σχετικά τεκμήρια, και αναλόγως αμφισβήτησης, να είναι έτοιμος να ζητήσει την κατ' εξαίρεση ενεργοποίηση του μηχανισμού αντεξέτασης ή ακόμα και προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας δυνάμει της Διαταγής 30, Θεσμός 7.» 

 

39. Περαιτέρω, στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΕΡΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΏΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολ. Εφ. 141/19, ημερ. 19.05.25 με αναφορά στην αρχή ως καθιερώθηκε στην Henderson v. Henry E, Jenkings & Sons [1969] 3 All E.R. 756, αναφέρθηκε ότι  το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο Ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επιδίκου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.

 

Νομική Πτυχή

 

40. Η παρούσα αγωγή αφορά αξίωση οφειλόμενων ποσών δυνάμει των όρων της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης. Εντούτοις, ενόψει του ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 εγείρεται ζήτημα περί μη ύπαρξης «έννομης σχέσης» με την Ενάγουσα, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των σχετικών νομικών αρχών αναφορικά με την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ των μερών, καθότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός άπτεται της ουσίας της απαίτησης της Ενάγουσας.

 

41. Στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο - Θεωρία, Ουσία, Μεθοδολογία, Πρακτική» Τόμος Α σελ. 285, αναγράφεται ότι «Μεγάλης σημασίας στο αγγλικό δίκαιο είναι η αρχή του ενοχικού δεσμού ή της συμβατικής σχέσης (privity of contract). Με βάση την αρχή αυτή μόνο οι συμβαλλόμενο είναι μέρη της σύμβασης και μόνο αυτοί μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσει που προκύπτουν από τη σύμβαση». Επιπρόσθετα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 35th edition, παράγραφο 21-006, όπου σημειώνονται τα ακόλουθα: «Τhe common law doctrine of privity of contract means that a contract cannot (as a general rule) confer rights or impose obligations arising under it on any person except the parties to it.

 

42. Η αρχή της συμβατικής σχέσης, ως προέκυψε από το κοινοδίκαιο, υιοθετήθηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Ειδικότερα, στην Kallice Holding Co. Ltd. ν. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ. 2) (1996) 1 Α.Α.Δ. 946 αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι εναγόμενοι δεν ήταν μέρη της συμφωνίας και δεν μπορεί να αντλήσουν οποιαδήποτε δικαιώματα από αυτή. Ελλείπει ο ενοχικός δεσμός (privity of contract) - (βλ. Chitty on Contract, Twenty-Seventh Edition, Vol. I, Chapter 18)». Περαιτέρω στην Ανδρέα Πίριλλου ν. Ρουπινέττας Κονναρή (2000) 1 Α.Α.Δ. 1153 πέραν του ότι αναγνωρίστηκε το δόγμα της συμβατικής σχέσης, αναγνωρίστηκε ότι αυτό υπόκειται σε ορισμένες εξαιρέσεις. Ειδικότερα στην Πίριλλου (ανωτέρω) γίνεται η ακόλουθη αναφορά:

 

«Τούτο γιατί σύμφωνα με το δόγμα της συμβατικής σχέσης (privity of contract) ένας που δεν είναι μέρος της συμφωνίας δεν μπορεί να εγείρει αγωγή επί της συμφωνίας. Ωστόσο στη διάρκεια της εφαρμογής του δόγματος έχουν γίνει πολλές απόπειρες παράκαμψης του. Επίσης το δόγμα αυτό υπόκειται σε ορισμένες εξαιρέσεις. Μια τέτοια εξαίρεση είναι εκείνη της αρχής του εξ επαγωγής εμπιστεύματος η οποία είναι αρχή του δικαίου της επιεικείας.»

 

43. Αναφορά σε άλλη εξαίρεση της αρχής της συμβατικής σχέσης, ήτοι την περίπτωση συνομολόγησης συμφωνίας μέσω αντιπροσώπου, έγινε στην Eurogal Surveys Ltd ν. D Trade International Ltd (2014) 1 Α.Α.Δ. 2258 όπου παρατίθενται τα ακόλουθα:

 

«.η αρχή της δημιουργίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων («privity of contract»), υπόκειται σε εξαιρέσεις και μια κλασσική εξαίρεση είναι η συνομολόγηση συμφωνίας μέσω αντιπροσώπου («agency»).Όπως αναφέρεται και εξηγείται στο σύγγραμμα των Koffman & Macdonald: The Law of Contract, 6η έκδ., σελ. 498-499, παρ. 18.43-18.47, η συνομολόγηση σύμβασης με τη μεσολάβηση αντιπροσώπου είναι μια από τις μεθόδους περιορισμού της αρχής του «privity of contract».

 

Όμως τα Δικαστήρια είναι διστακτικά στο να εφαρμόσουν σύμβαση με εξυπακουόμενη αντιπροσώπευση, απλώς και μόνο για να εξαγάγουν τέτοια σύμβαση. Πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία ότι ο αντιπρόσωπος έχει εξουσία από τον αντιπροσωπευόμενο να ενεργεί εκ μέρους του είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα ως αποτέλεσμα της σχέσης των διαδίκων. Όταν υπάρχει αυτή η ρητή ή εξυπακουόμενη σχέση δημιουργείται «πραγματική» εξουσία αντιπροσώπευσης. Διαφορετικά μπορεί η αντιπροσώπευση να εγερθεί και υπό το φως των άλλων συνθηκών όποτε και μπορεί να ομιλεί κάποιος για «φαινομενική» («apparent») αντιπροσώπευση

 

Συμπεράσματα

 

44. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η Ενάγουσα απόδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της εναντίον της Εναγόμενης 1. Υπενθυμίζω επί τούτου και σε αντίθεση με τα όσα αναγράφονται στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας, ότι η Ενάγουσα φέρει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης έγκυρης συμβατικής σχέσης μεταξύ των μερών, ενόψει του ότι αυτό αμφισβητείται από την Εναγόμενη 1. Επιπρόσθετα, επί τούτου, στην Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα προβάλλει την θέση ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 «ήταν και/ή είναι μεταξύ άλλων διευθυντές και/ή αντιπρόσωποι και/ή εκπρόσωποι και/ή εγγυητές όλων των υποχρεώσεων και/ή οφειλών της Εναγόμενης 1»  ενώ στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση η Ενάγουσα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3, κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, παρουσιάστηκαν «εκ μέρους και/ή δια λογαριασμό και/ή ως εκπρόσωποι της Εναγόμενης 1». Επί των πιο πάνω ισχυρισμών όμως ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ίχνος μαρτυρίας ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν εξουσιοδότηση από την Εναγόμενη 1 να την δεσμεύουν και ειδικότερα στην παρούσα περίπτωση να την δεσμεύσουν ως αντιπρόσωποι της υπογράφοντας την επίδικη συμφωνία ενοικίασης (βλ. Τεκμήριο 2). Απεναντίας σ’αυτήν αναφέρονται ως «Διευθυντές» που από τη μαρτυρία ενώπιον μου ξεκάθαρα φαίνεται ότι δεν ήταν.

 

45. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία ενοικίασης δεν υπογράφτηκε από αξιωματούχο της Εναγόμενης 1, ήτοι από τον ΜΥ.1, αλλά ούτε από εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο αυτής, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε σχετικά με την απόδειξη συμβατικής σχέσης μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1. Συνεπώς, ελλείψει απόδειξης ύπαρξης συμβατικής σχέσης μεταξύ των μερών, δεν υφίσταται νομική βάση επί της οποίας η Ενάγουσα δύναται να αξιώνει τα επίδικα ποσά από την Εναγόμενη 1, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης.

 

Κατάληξη

 

46.  Για λόγους, ως εκτέθηκαν ανωτέρω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό, την υπόθεση της εναντίον της Εναγόμενης 1 και συνεπώς η αγωγή εναντίον της απορρίπτεται. Περαιτέρω, η αγωγή απορρίπτεται εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 λόγω μη προώθησης.   

 

Έξοδα

 

47. Σύμφωνα με το Άρθρο 43 του Ν.14/1960 και τη Δ.59 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα έξοδα  αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία, θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν συντρέχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντος διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. Φιλίππου ν. Φιλίππου (1990) 1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.ά. (2010) 1 Α.Α.Δ. 419).

 

48. Στην βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν συντρέχει λόγος απόκλισης από τον κανόνα ότι τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Συνεπώς, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον της Ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

49. Για τους Εναγόμενους 2 και 3 δεν επιδικάζονται έξοδα, καθότι, παρόλο που καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους τους από το ίδιο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 1, αυτοί δεν προώθησαν οποιαδήποτε υπεράσπιση και ούτε έλαβαν ουσιώδες μέρος στην ακροαματική διαδικασία, ώστε να καταστούν «επιτυχόντες διάδικοι» για σκοπούς επιδίκασης εξόδων υπέρ τους.

 

 

 

(Υπ.)……………………...

Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ

 

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 «ήταν και/ή είναι μεταξύ άλλων διευθυντές και/ή αντιπρόσωποι και/ή εκπρόσωποι και/ή εγγυητές όλων των υποχρεώσεων και/ή οφειλών της Εναγόμενης 1», ενώ ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας επί τούτου.

[2] Στην παράγραφο 5 της Απάντησης στην Υπεράσπιση αναφέρεται ότι αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι «κατά την υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 20.02.2019, εκ μέρους και/ή δια λογαριασμό και/ή ως εκπρόσωποι της Εναγόμενης 1 παρουσιαστήκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3» ενώ ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας επί τούτου.

[3] Επισημαίνεται βεβαίως ότι ζήτημα μεταγενέστερης έγκρισης (ratification) της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, δεν δικογραφείται στα δικόγραφα της Ενάγουσας, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες των άρθρων 156 – 159 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149.

[4] Σύμφωνα με τον όρο 10 της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης (βλ. Τεκμήριο 2).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο