ΣΤΕΛΛΑΣ ΜΙΧΑΗΛ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αριθμός αγωγής: 2042/2023, 16/3/2026
print
Τίτλος:
ΣΤΕΛΛΑΣ ΜΙΧΑΗΛ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αριθμός αγωγής: 2042/2023, 16/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

                                                                 Αριθμός αγωγής: 2042/2023 (i-justice)

 

Μεταξύ:

                                  1.   ΣΤΕΛΛΑΣ ΜΙΧΑΗΛ

                                        2.  ΧΑΡΟΥΛΑΣ ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ

Εναγουσών

και

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ

Εναγόμενων

                                                                                                       

--------------------

 

Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ημερομηνίας 10/10/2023

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16/3/2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για ενάγουσα 1 - αιτήτρια: κ. Ζ. Νικολαΐδης, για ΖΗΝΩΝΑΣ Ν ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ ΔΕΠΕ

Για εναγόμενους - καθ’ ων η αίτηση: κ. Κ. Πανάγος, για ΠΑΝΑΓΟΣ & ΠΑΝΑΓΟΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι ενάγουσες καταχώρησαν την αγωγή τους με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 25/8/2023. Στις 10/10/2023, η ενάγουσα 1 (στο εξής και «αιτήτρια») καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας, το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρόν - στις 23/10/2023 εξέδωσε προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει την αποξένωση και/ή μεταβίβαση και/ή εγγραφή της κυριότητας ενός ενυπόθηκου ακινήτου, ιδιοκτησίας της ενάγουσας 1, στους εναγόμενους και/ή σε οποιοδήποτε τρίτο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η αιτήτρια και από συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο ειδικός οικονομικός εμπειρογνώμονας - σύμβουλος, Μιχάλης Κυριακίδης.

 

Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 7 λόγους (στην ουσία πρόκειται για 84, συνολικά λόγους, μαζί με τους επί μέρους λόγους) και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο Ανδρέας Ανδρέου. Ο υπό αναφορά, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσής του, είναι υπάλληλος της εταιρείας DOVALUE CYPRUS LIMITED η οποία, κατόπιν σχετικής συμφωνίας ενεργεί για λογαριασμό των εναγόμενων και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων - εγγυήσεων. Μια από αυτές τις χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις  είναι και το δάνειο που αφορά την παρούσα αγωγή και οι συναφείς με αυτό, εξασφαλίσεις.

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Υπεισέρχομαι στην εξέταση της αίτησης η οποία ασφαλώς, θα ιδωθεί σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους σ’ αυτή, λόγους ένστασης.

 

Με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αιτήτρια παρέλειψε να ενημερώσει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως την ενάγουσα 2, η οποία έχει συμφέρον στο προϊόν της πώλησης και/ή στη διαδικασία και/ή στις πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή τον Ονησίφορο Ονησιφόρου που κατέχει εμπράγματο βάρος, ειδικότερα, προσωρινό διάταγμα.

 

Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν έχει θέση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Ό,τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας είναι κατά πόσο πληρούνται, οι κατά το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης του επίμαχου προσωρινού διατάγματος. Και, με δεδομένο ότι αυτό έχει εκδοθεί και μάλιστα, μονομερώς, δηλαδή, στην απουσία της άλλης πλευράς, κατά πόσο αυτό θα πρέπει να οριστικοποιηθεί ή κατά πόσο έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος ακύρωσής του. Το θέμα των αναγκαίων διαδίκων δεν εμπίπτει σ’ αυτό το πλαίσιο, αφορά στην ουσία της αγωγής και εν πάση περιπτώσει και να διαπιστωθεί ότι υπάρχει θέμα μη συνένωσης στην αγωγή, οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο θα θεωρηθεί αναγκαίος διάδικος σ’ αυτή, το γεγονός αυτό δεν είναι μοιραίο για την έκβαση της αγωγής. Πολύ περισσότερο που στην προκειμένη περίπτωση - για να επαναλάβω - επιλαμβάνομαι ενδιάμεσης αίτησης και όχι της ουσίας της αγωγής και η ενάγουσα 1 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του όλου μεριδίου του επίδικου ακινήτου.

 

Όπως επισημαίνεται στην Αγρότου Αντωνάκη Βασιλική και Άλλη ν. Ιωάννας Αντωνάκη Αγρότου (2016) 1 Α.Α.Δ. 1325:

   

«Αν έχουν συνενωθεί ή όχι στην αγωγή όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι συναρτάται άμεσα με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Παπαχριστοφόρου κ.ά. v. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 906, Χατζηδαυΐδ v. Χατζηδαυΐδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 1176, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστόπουλου (1994) 1 Α.Α.Δ. 479, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (1998) 1 Α.Α.Δ. 579, Τιτσινίδης v. Ρεσιατ (1993) 1 Α.Α.Δ. 429, Οδυσσέως v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 1372). Στην Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 772 επανατονίστηκε η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες τροποποιήσεις ως προς τους διαδίκους, ώστε να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Η δε επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Οδυσσέως (ανωτέρω) και Supreme Court Practice, 1982, σ. 210).

 

Στην Πέτσα κ.ά. v. Πέτσα (1996) 1 Α.Α.Δ. 701, παρατηρήθηκε ότι η μη συνένωση διαδίκων, δεν καταστρέφει την αιτία αγωγής, αλλά αντιμετωπίζει με κατάλληλη Διαταγή, δυνάμει της Δ.9 θ.10 στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει κατά πάντα στάδιο, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε και αυτεπαγγέλτως, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου, η παρουσία του οποίου θεωρείται αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή.

 

Επισημάνουμε ότι το ζήτημα της συνένωσης όλων των αναγκαίων διαδίκων προς οριστική επίλυση της διαφοράς πρέπει να εγείρεται εγκαίρως και αμέσως μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαιτήσεως με υποβολή σχετικής αίτησης για απόρριψη της αγωγής στα αρχικά στάδια, ώστε να μην αφεθεί η αγωγή να προχωρήσει σε εκδίκαση με αποτέλεσμα την κατασπατάληση δικαστικού χρόνου και εξόδων.»

 

Να πω απλώς, ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καταχωρήσει ακόμη την υπεράσπισή τους στην εναντίον τους αγωγή.

 

Με το δεύτερο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει διάταγμα απαγόρευσης και αναστολής διενέργειας πλειστηριασμού ή πώλησης του ακινήτου ή οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο έχει το ίδιο αποτέλεσμα και δεν παρέχεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες και/ή να εμποδίσει τους εναγόμενους από τη συνέχιση της διαδικασίας πώλησης, ως οι πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 (στο εξής «Νόμος»), εφόσον, ακριβώς η εν λόγω διαδικασία προωθείται με βάση τις πρόνοιες του Νόμου και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.

 

Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων στο σχετικό μέρος της γραπτής αγόρευσής του με τίτλο «’Έλλειψη Δικαιοδοσίας Δικαστηρίου - Λανθασμένη διαδικασία - Δεδικασμένο Καταχρηστικότητα», μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής:

 

Το τι ζητείται στην προκειμένη περίπτωση είναι η απαγόρευση στους εναγόμενους να προχωρήσουν σε πώληση του ακινήτου με βάση το Μέρος VIA του Νόμου (να πω ότι το συγκεκριμένο μέρος διαλαμβάνει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή). Στην απουσία ρητής πρόνοιας στο Νόμο που να προβλέπει απαγόρευση προώθησης της σχετικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει ανάλογο διάταγμα. Αβίαστα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι εφόσον δεν προνοείται στο Νόμο ή οπουδήποτε αλλού, απαγόρευση της διαδικασίας του πλειστηριασμού ή πώλησης ακινήτου, τότε, τέτοια ευχέρεια δεν παρέχεται στο Δικαστήριο.

 

Μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας και λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο καταχώρησης της αίτησης φαίνεται εξόφθαλμα ότι ο μοναδικός σκοπός ήταν η ακύρωση της διαδικασίας πώλησης του ακινήτου, δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου, ειδικότερα, όταν δεν καταχωρήθηκε αίτηση/έφεση για να ανακοπεί ο πλειστηριασμός, με αποτέλεσμα, εκ των υστέρων η αιτήτρια να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Συνεπώς, πρόθεσή της είναι η παγοποίηση της διαδικασίας του Νόμου, χωρίς να αμφισβητεί τη νομιμότητα της υποθήκης ή της διαδικασίας πώλησης που ακολούθησαν οι εναγόμενοι. Η αίτηση είναι πλέον άνευ αντικειμένου και ουσίας, διότι ο πλειστηριασμός που αφορούσε το ακίνητο έχει διεξαχθεί και ήταν ανεπιτυχής.

 

Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος.

 

Αναδιφώντας το περιεχόμενο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, των δυο ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και του επίμαχου διατάγματος, δε στοιχειοθετείται η θέση των εναγόμενων ότι η αίτηση και το επίμαχο διάταγμα αποβλέπουν στη ματαίωση οποιαδήποτε διαδικασίας πώλησης του επίδικου ακινήτου με πλειστηριασμό, δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου, επειδή, πολύ απλά, δε βρίσκεται σε εξέλιξη τέτοια διαδικασία. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι πριν από την καταχώρηση της αγωγής σε σχέση με το επίδικο ακίνητο της αιτήτριας ακολουθήθηκε τέτοια διαδικασία από τους εναγόμενους, η οποία ωστόσο, ήταν ανεπιτυχής. Με αυτό δεδομένο, τα αποσπάσματα από τις υποθέσεις Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε176/2019, ημερ. 10.12.2019, και Αναφορικά με την Αίτηση της XXX Παπακόκκινου, Πολ. Έφ. Αρ. 110/2019, ημερ.18/2/2020 στα οποία παραπέμπει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων, δεν έχουν θέση στην παρούσα υπόθεση.

 

Ο λόγος των δυο αυτών αποφάσεων περικλείεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την Παπακόκκινου:  

«Το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Ν.9/65 το οποίο έχει εισαχθεί με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014, Ν.142(Ι)/2014, προνοεί για τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Αρχικά επιδίδεται ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο «Ι» και σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με την ειδοποίηση αυτή ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να του επιδόσει ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο «ΙΑ» στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. 

Το άρθρο 44Γ(3), όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 87(Ι)/2018, παρέχει το δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο όπως εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. Οι λόγοι που μπορεί να οδηγήσουν σε παραμερισμό της ειδοποίησης καθορίζονται εξαντλητικά στο εν λόγω άρθρο. Ένας από τους λόγους που προνοούνται στο άρθρο 44Γ(3)(δ) είναι η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη. Όπως δε αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε176/2019, ημερομηνίας 10.12.2019, η αναστολή της ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» δεν είναι θεραπεία που μπορεί να χορηγηθεί στην αγωγή ή στην αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα που καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε, ήτοι με έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο.

αγωγή που καταχώρησε η εφεσείουσα και το παρεμπίπτον διάταγμα που αξίωσε στα πλαίσια της αγωγής δεν μπορούσαν να οδηγήσουν στην αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Μυλωνάς, πιο πάνω.»

Με τον 3ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο την αλήθεια και/ή ηθελημένα και/ή εσκεμμένα επιχείρησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή δεν προέβη σε ειλικρινή και/ή πλήρη και/ή αληθινή αποκάλυψη, όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία σχετίζονται με την υπόθεση και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Με τον 4ο λόγο υποβάλλεται ότι δεν πληρείται η προϋπόθεση του κατ’ επείγοντος και/ή υπάρχει οποιαδήποτε και/ή επαρκής αιτιολογία για την καθυστέρηση της παρούσας διαδικασίας. Η αιτήτρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο με υπέρμετρη καθυστέρηση. Εφόσον οι ισχυρισμοί της επαφίονται σε απάτη και/ή δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή αμέλεια και/ή καταχρηστικές ρήτρες, όφειλαν να λάβουν τα οποιαδήποτε μέτρα νωρίτερα και τουλάχιστον, πριν την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης και/ή έγκαιρα και/ή με την προσήκουσα επιμέλεια. Η αιτήτρια γνώριζε για τα επίδικα γεγονότα εδώ και έτη και/ή ότι οι εναγόμενοι θα προχωρούσαν στη διαδικασία πλειστηριασμού και ενώ θεωρούσε εδώ και πάρα πολλά χρόνια τα αγώγιμα δικαιώματά της παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε διαβήματα και/ή να θέσει την απαίτησή της ενώπιον του Δικαστηρίου νωρίτερα και/ή με πράξεις και παραλείψεις της κατέστησε την υπόθεση κατ’ επείγουσα και/ή δημιούργησε και/ή δημιουργεί ζημιά στους εναγόμενους, εφόσον δεν θα μπορούν να προωθήσουν τα δικαιώματά τους και να εισπράξουν το λαβείν τους. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε και/ή επαρκής αιτιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας.

 

Καθώς έχει νομολογηθεί η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχεται θεραπεία, χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επομένως, η μη έγκαιρη προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός κι αν επεξηγηθεί είναι μοιραία. Μόνο όταν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι, εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία, χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά (βλ. Xατζηβασιλείου ν. White Κnight Holdings Ltd (2004) 1 (A) A.A.Δ.203).

 

«Κατεπείγον» σύμφωνα με τη Χατζηβασιλείου (ανωτέρω):

 

«… θεωρείται ζήτημα, το οποίο  περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος  του δευτέρου να ακουστεί.»

 

Βέβαια, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και το κατά πόσο ο εναγόμενος επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο, λόγω της καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του σχετικού λόγου, ενώ η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η ορατή πιθανότητα επιτυχίας καθιστούν την προστασία του αιτητή επείγον ζήτημα. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1377 συγκεφαλαιώνονται οι σχετικές με το θέμα του επείγοντος στην έκδοση προσωρινού διατάγματος, αρχές. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:

 

«Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2) (1994) 1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ»Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd (2004) 1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: «... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά.». Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari (2005) 1 Α.Α.Δ. 901.  Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται  από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου.  (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. ν. Joseph Lasala κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 162,  σελ. 185-186)».

 

Βλέπε και την πρόσφατη υπόθεση ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ κ.ά. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD και ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ κ.ά. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε141/2014 και Ε142/2014,  ημερ. 13/9/2023.

 

Απ’ εκεί και πέρα σύμφωνα με τη Στυλιανού ν. Στυλιανού (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 583: 

 

«Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. 

 

Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» 

 

Καθ’ όλα σχετικά είναι και τ’ ακόλουθα από την Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω):

 

«Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης.  Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως.  («uberrima fides»).  (δέστε τις υποθέσεις Brink?s Mat Ltd v. Elcombe (1988) 1 WLR 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ (2000) 1 Α.Α.Δ. 606).  Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd (2004) 1 Α.Α.Δ. 1953).  Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος» 

         

Ομοίως και τ’ ακόλουθα από τη Σάββα v. Τηλεμάχου (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081:

 

«Η έκταση της υποχρέωσης για αποκάλυψη γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co Ltd κ.ά. (1996) 1 (Α) ΑΑΔ 597:

 

"Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co (1965) 1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another (1985) 1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch" (1987) 1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993. Στη Zachariades v. Liveras and others (1989) 1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co., (1939) 4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) και να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93/89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Gex. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 11/89 και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρησή της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria (1984) 1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen (1908) P. 189. Boyce v. Gill (1981) 64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elombe (1988) 1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Appartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής."

 

Στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρήστου, Πολιτική Έφεση 9610, ημερ. 31.3.1998 ειπώθηκαν τα εξής:

 

"Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής."»

 

Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας κ.ά. ν. Δήμου Αγίας Νάπας (2013) 2 Α.Α.Δ. 62:

 

«Απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων σε μονομερή αίτηση στην ουσία ισοδυναμεί με εξαπάτηση του δικαστηρίου. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Ο αιτητής έχει υποχρέωση να αποκαλύψει στο δικαστήριο όχι μόνο τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει, αλλά και οποιαδήποτε άλλα γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να γνωρίζει αν προέβαινε σε λογικές και κατάλληλες κάτω από τις περιστάσεις έρευνες και τα οποία γεγονότα θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation (1996) 1 A.A.Δ. 597, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου (1998) 1 Α.Α.Δ. 598, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd. (1998) 1 A.A.Δ. 1179 και Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 82).»

 

Οι παραπάνω αρχές επαναβεβαιώνονται σε σημαντικό αριθμό, ακόμη πιο πρόσφατων υποθέσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited κ.ά. (2015) 1 Α.Α.Δ. 386, PHOENIX PHARMACY LIMITED κ.ά. ν. BUGAEV, Πολ. Έφ. Αρ. Ε69/2016, ημερ. 11/4/2019, LarienaInvestments Ltd κ.ά. ν. RFI Consortium Ltd, Πολ. Έφ. 164/19, ημερ. 22/1/2021    και CJSC "TV COMPANY STREAM" κ.ά. v. CONTENT UNION SA, Πολ. Έφ. Αρ. Ε34/2018, Ε35/2018, ημερ. 8/4/2021.

 

Για σκοπούς εξέτασης και των δυο αυτών λόγων ένστασης καθίσταται αναγκαία η αναφορά στα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο επιλήφθηκε της αίτησης και στη βάση της εξέδωσε μονομερώς το επίμαχο διάταγμα. Ειδικότερα:

 

Η αιτήτρια είναι μητέρα της ενάγουσας 2. Κατά ή περί τις 11/10/2010 φαίνεται να συνάφθηκε συμφωνία δανείου μεταξύ των εναγουσών και του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού (ΣΤΛ). Προς εξασφάλιση το δανείου γράφτηκε υποθήκη επί του επίδικου ακινήτου της αιτήτριας. Σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο, η αιτήτρια εγείρει την παρούσα αγωγή η οποία περιέχει τη θέση της ότι η υποθήκη είναι άκυρη, ένεκα δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων, αδικήματα που διέπραξαν σε βάρος και των δυο εναγουσών οι λειτουργοί του ΣΤΛ κατά τη διάρκεια σύναψης των συμφωνιών του επίδικου δανείου και υποθήκης.

 

Η αρχική συμφωνία δανείου, ημερομηνίας 8/5/1999 που υπογράφτηκε με το ΣΤΛ αφορούσε τη δανειοδότηση της αιτήτριας και του συζύγου της και ήταν για το ποσό των £71.000. Μετά το 2007 που αυτοί χώρισαν, σε συνάντηση που είχε η αιτήτρια με λειτουργούς του ΣΤΛ για να συζητήσουν το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του δανείου, οι τελευταίοι, τη διαβεβαίωσαν ότι θα μπορούσαν να τις παρέχουν, νοουμένης της παροχής προσωπικής εγγύησης από ακόμη ένα άτομο. Την εν λόγω εγγύηση ανέλαβε η θυγατέρα της αιτήτριας, ενάγουσα 2. Ουδέποτε τέθηκε ζήτημα απαλλαγής του πρώην συζύγου της αιτήτριας από τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του, συνθήκη την οποία η αιτήτρια δε θα επέτρεπε ποτέ και κυρίως, σε βάρος της θυγατέρας της.

 

Οι λειτουργοί των πιστωτών, ουδέποτε τους ανάγνωσαν το περιεχόμενο των εγγράφων που συνυπόγραψαν, τα οποία τους παρουσίασαν βιαστικά και με τυποποιημένο περιεχόμενο. Εμφανίζονταν ως να είχαν απλώς εξεύρει τυπική λύση ώστε να παραχωρηθεί στην αιτήτρια η αιτούμενη αναδιάρθρωση, μέσω δήθεν, της παραχώρησης της προσωπικής εγγύησης της ενάγουσας 2. Και οι δυο, ουδέποτε αντιλήφθηκαν ότι οι λειτουργοί του ΣΤΛ, τις εξωθούσαν εντέχνως και με απεριόριστη μαεστρία στην υπογραφή, νέας συμφωνίας δανείου, στην οποία εμφάνιζαν ως συνοφειλέτιδα την ενάγουσα 2.

 

Αναγκαστικά σήμερα το επίδικο δάνειο είναι το υφιστάμενο, ως εμφανίζεται να εκκρεμεί ένεκα των πράξεων των λειτουργών του ΣΤΛ και αφού οποιοδήποτε άλλο δάνειο με το σύζυγο της αιτήτριας φαίνεται να ξοφλήθηκε με τη δημιουργία του επίδικου.

 

Οι λειτουργοί του ΣΤΛ απάλλαξαν εντελώς παράνομα και με τον πιο αθέμιτο τρόπο τον πρώην σύζυγο της αιτήτριας από οφειλέτη του χρέους και μεταφέροντας ουσιαστικά κατά παράνομο, δόλιο και απατηλό τρόπο τις υποχρεώσεις του στην ενάγουσα 2, πιάνοντας και τις δυο, κυριολεκτικά στον ύπνο.

 

Η αιτήτρια υπήρξε πάντοτε συνεπής στις υποχρεώσεις της, γι' αυτό και καθυστέρησε σε υπέρτατο βαθμό ν' αντιληφθεί την κατάσταση, ως κατωτέρω εξηγεί. Αναλάμβανε προσωπικά την αποπληρωμή του χρέους το οποίο ουδέποτε τερματίστηκε και εξυπηρετείτο κανονικά μέχρι τη διάλυση του Συνεργατικού και τη μεταφορά των πιστωτικών διευκολύνσεων σε άλλες εταιρείες που δημιουργήθηκαν, προς το σκοπό, μεταξύ άλλων, διαχείρισης των πιστωτικών υποχρεώσεων των δανειοληπτών και των κεφαλαίων των Συνεργατικών Ταμιευτηρίων κατά ή περί το έτος 2018.

 

Για την πιο πάνω συνθήκη, η αιτήτρια, ουδέποτε ενημερώθηκε γραπτώς, με αποτέλεσμα να αντιληφθεί τυχαία ότι τα γραφεία του ΣΤΛ έκλεισαν και «εξαφανίστηκαν» μαζί τους οι λειτουργοί και εκπρόσωποί τους, με τους οποίους είχε τακτικά επαφή, καθότι υπήρξε έντιμη και συνεπής με την αποπληρωμή του χρέους της.

 

Ξαφνικά και ενώ προσπαθούσε να ανακαλύψει τι απέγινε το ΣΤΛ και συνεπώς, το δάνειό της, της κοινοποιήθηκε επιστολή τερματισμού και αφού δεν μπορούσε να εντοπίσει υπεύθυνο λειτουργό αποτάθηκε αμέσως στο Σύνδεσμο Προστασίας Δανειοληπτών Τραπεζών ώστε να λάβει βοήθεια, προτροπή την οποία έλαβε από τους ίδιους τους εκπροσώπους των πιστωτών που τη συμβουλεύσαν ότι θα έπρεπε να ζητήσει βοήθεια από τον εν λόγω σύνδεσμο, ένεκα της κατάστασης και τονίζοντας ότι ήταν αδύνατο να την παραπέμψουν σε υπεύθυνο λειτουργό.

 

Δεν είχε εντοπίσει την πραγματικότητα μέχρι πρόσφατα και λόγω άρνησης των λειτουργών των εναγόμενων να συνεργαστούν μαζί της και ακόμα να της παρέχουν αντίγραφο της συμφωνίας δανείου, η οποία φυσικά θεωρούσε ότι αφορούσε πάντοτε την πρώτη δανειοδότηση που έλαβε με τον πρώην σύζυγό της.

 

Εκτός από το Σύνδεσμο Προστασίας Δανειοληπτών αποτάθηκα σε οικονομικό αναλυτή και συγκεκριμένα, στο Σπύρο Σπυρίδωνος, ο οποίος πραγματοποίησε συναντήσεις με λειτουργούς των εναγόμενων, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματά της στη βάση των γεγονότων που αναφέρει αλλά και στη βάση ύπαρξης υπερχρεώσεων που εντόπισε. Ήταν τότε, κατά ή περί το έτος 2022 που εντόπισε τις επίδικες συμφωνίες δανείων και ειδικότερα, την ύπαρξη της δεύτερης η οποία αποτελεί την επίδικη συμφωνία.

 

Με την ανάλυση των δύο δανείων και περιλαμβανομένου αναγκαστικά του πρώτου το οποίο θεωρήθηκε παράνομα εξοφληθέν από το επίδικο προκύπτει συνολική διαφορά και πραγματική ζημιά, ύψους €372.279, στη βάση παράνομων υπερχρεώσεων. Τις οικονομικές αναλύσεις ανέλαβε να διεκπεραιώσει ο εμπειρογνώμονας οικονομικός αναλυτής, Μιχάλης Κυριακίδης. Η αιτήτρια, τις παράνομες υπερχρεώσεις, τις αποδίδει και στην ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών επί των επίδικων συμβάσεων.

 

Με την αίτησή της αιτείται την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ώστε να μην μπορέσουν οι εναγόμενοι να αποξενώσουν το επίδικο ακίνητό της, για το οποίο διενήργησαν ήδη μια διαδικασία ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, στις 20/07/2022, χωρίς αυτό να πωληθεί. Επισυνάπτει ως τεκμήριο Δ την ειδοποίηση τύπου ΙΑ.

 

Δυνάμει της πιο πάνω ειδοποίησης και μέχρι την περίοδο που αφορά στην εν λόγω ειδοποίηση, το ποσό που κατέστη απαιτητό ανέρχεται στις €536.000, κάτι το οποίο σε καμία περίπτωση δεν υφίσταται σύμφωνα με τη θέση της, αλλά και το αποτέλεσμα των δύο οικονομικών αναλύσεων στις οποίες αναφέρεται πιο πάνω.

 

Στο σημείο αυτό εξηγεί στο Δικαστήριο ότι δεν ενήργησε δικαστικώς, νωρίτερα, καθότι ακολούθησε τις συμβουλές των λειτουργών, αρχικά τις ΑΛΤΑΜΙΡΑ οι οποίοι δήθεν συνεργάζονταν μαζί της και με τους εκπροσώπους της προς το σκοπό εξεύρεσης λύσης, υποσχόμενοι ότι δήθεν δεν θα προχωρούσαν με οποιοδήποτε πλειστηριασμό και εκφράζοντας έκπληξη και πλήρη άγνοια για τα όσα τους παρέθετε σε σχέση με την επίδικη δανειοδότηση.

 

Ειδικότερα, πλην του οικονομικού αναλυτή, Σπύρου Σπυρίδωνος, την εκπροσώπησή της είχε αναλάβει και ο Σύνδεσμος Προστασίας Δανειοληπτών Τραπεζών και συγκεκριμένα εξουσιοδοτήσαν την Τζένη Παπαχαραλάμπους η οποία τους διαβεβαίωνε ότι προέβαινε σε συζητήσεις με τους λειτουργούς των εμφανιζομένων πιστωτών οι οποίοι επίσης έδειχναν ότι η μόνη πρόθεση που είχαν ήταν να  επιτευχθεί διευθέτηση η οποία θα περιλάμβανε διαγραφή υποχρεώσεων.

 

Μέχρι τον πρόσφατο διορισμό των δικηγόρων της, ουδείς τη συμβούλευσε ότι έπρεπε να κινηθεί δικαστικά και ουδέποτε αντιλήφθηκε μέχρι τον επίσης πρόσφατο διορισμό των δικηγόρων της και του οικονομικού αναλυτή, Μιχάλη Κυριακίδη, που προέβη στις δύο αναλύσεις, ότι οι πιστωτές είχαν προχωρήσει στον πλειστηριασμό σύμφωνα με την ΙΑ και ότι δεν επιτεύχθηκε τελικώς η πώληση του επίδικου ακινήτου της. Τελούσε υπό την εντύπωση, με βάση τα λεγόμενα όσων εμπλέκονταν στην εκπροσώπησή της, αλλά και στην εκπροσώπηση των πιστωτών ότι δεν διεκπεραιώθηκε οποιοσδήποτε πλειστηριασμός, ένεκα της επιθυμίας και των δύο μερών να εξευρεθεί βιώσιμη λύση, χωρίς να πρέπει να υποστεί το χαμό της πρώτης κατοικίας της, η οποία ξεπερνά κατά πολύ το ισχυριζόμενο από πλευράς εναγόμενων, υπόλοιπο και κυρίως, το οποιοδήποτε υπόλοιπο με βάση τις αναλύσεις του Μιχάλη Κυριακίδη.

 

Ως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, κατόπιν ανακάλυψης της διενεργηθείσας διαδικασίας πλειστηριασμού, οι εναγόμενοι δύνανται με βάσει τις πρόνοιες του Νόμου να εγγράψουν το ακίνητο επ' ονόματι τους ή και να προβούν σε νέα διαδικασία πώλησης, γι' αυτό προωθεί την παρούσα αίτησή της και έχοντας πλέον αντιληφθεί τη σκοπιμότητα πίσω από κάθε μεθοδευμένη πράξη των εναγόμενων, τις οποίες, λόγω άγνοιας, ουδέποτε πριν αντιλήφθηκε.

 

Όλα τα παραπάνω είναι από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1 - αιτήτριας.

 

Με τη σειρά του, ο Μιχάλης Κυριακίδης στη δική του ένορκη δήλωση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής:

 

Ως η αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη δήλωση της και στην παράγραφο 22,  πρόσφατα κατόπιν του διορισμού των δικηγόρων της ανακάλυψε ότι μεσολάβησε διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου της στα πλαίσια του οποίου δεν επιτεύχθηκε τελικώς πώληση αυτού, ενώ ταυτόχρονα τελούσαν υπό την εντύπωση ότι αυτός δήθεν ματαιώθηκε λόγω της από κοινού θέλησης των μερών να εξευρεθεί βιώσιμη λύση προς αποφυγή δικαστικής διαμάχης.

 

Επιβεβαιώνει τα όσα αναφέρει η αιτήτρια και λέγει ότι έχει προσωπική γνώση και εμπλοκή στα γεγονότα, ως σύμβουλος διαμεσολαβητής και παραθέτει ότι ακόμα και μέχρι σήμερα οι εναγόμενοι εμφανίζονται να προβαίνουν σε συζητήσεις και σε αξιολόγηση πρότασης της αιτήτριας για εξώδικη διευθέτηση. Σε παράλληλο στάδιο με την προώθηση της παρούσας αγωγής γίνονται συνομιλίες με την κυρία Κατερίνα Μαρίνου,  λειτουργό την αιτητών με την οποία έχει προσωπική επαφή.

 

Σε ταυτόχρονο χρόνο με τα πιο πάνω και ενώ οι εναγόμενοι εξακολουθούν να έχουν την ίδια παραπλανητική διαγωγή, ενημερωθήκαν προ ημερών από άλλη λειτουργό των εναγόμενων, ήτοι, την κυρία Στέλλα Μιχαήλ, ότι  στις 9/12/2023 έχει προγραμματισθεί εκ των εναγόμενων αποξένωση του ενυπόθηκου ακινήτου στη βάση του πρώτου αποτυχόντος πλειστηριασμού που μεσολάβησε στις 20/7/2022, εν αγνοία της αιτήτριας και σύμφωνα με το τεκμήριο Δ  - ειδοποίηση Τύπου ΙΑ της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας.

 

Η εκδοχή των εναγόμενων συναφώς με πλείστους από τους παραπάνω ισχυρισμούς και θέσεις της ενάγουσας 1 σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση, έχει ως ακολούθως:

 

Η αιτήτρια και ο σύζυγός της παρέλειψαν να πληρώνουν τις δόσεις τους σε σχέση με το δάνειο που τους είχε παραχωρηθεί από το ΣΤΛ με αποτέλεσμα το δάνειο να λήξει και να οδηγηθεί σε διαιτησία. Σε σχέση με αυτό εκδόθηκε απόφαση η οποία γράφτηκε στο αρμόδιο Δικαστήριο. Στο μεταξύ, ο γάμος της αιτήτριας λύθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου. Ένεκα αυτού, οι ενάγουσες αποτάθηκαν για παροχή νέου δανείου με μοναδικούς σκοπούς, πρώτο, να ξοφληθεί η απόφαση του Δικαστηρίου και να δημιουργηθεί νέο μακροχρόνιο δάνειο και δεύτερο, να απαλλαχθεί από το δάνειο ο πρώην σύζυγός της αιτήτριας. Για αυτούς τους λόγους, οι ενάγουσες, στις 28/9/2010 υπόβαλαν αίτηση για παροχή δανείου (τεκμ. 3). Η αίτηση έγινε από τις ενάγουσες, κατόπιν επιλογής της αιτήτριας, την οποία αυτή υπόγραψε και στην οποία φαίνονται ξεκάθαρα οι οφειλέτες, ποιοι θα ήταν σε γενικές γραμμές οι όροι της συμφωνίας δανείου και πουθενά δεν αναγράφεται το όνομα του πρώην συζύγου της αιτήτριας. Αφού το ΣΤΛ αποδέχθηκε την αίτηση, στις 11/10/2010 με βάση γραπτή συμφωνία δανείου, ίδιας ημερομηνίας συμφωνήθηκε όπως το ΣΤΛ παρέχει στις ενάγουσες, δάνειο, για το ποσό των €293.000.

 

Στην πρώτη σελίδα της συμφωνίας δανείου και πριν να αναγραφεί οποιοσδήποτε όρος, με ευδιάκριτα γράμματα, με αρκετά μεγάλη γραμματοσειρά σε σχέση με τα υπόλοιπα αναγραφόμενα, φαίνονται τα ονόματα των οφειλετών, δηλαδή των εναγουσών και όχι του πρώην συζύγου της αιτήτριας. Η οποία, επιβεβαίωσε εγγράφως ότι επισκόπησε όλους τους όρους με δικηγόρο της εκλογής της, έλαβε νομική συμβουλή και έχει κατανοήσει όλες τις πρόνοιες της συμφωνίας και/ή ότι ελεύθερα, εγνωσμένα και εθελούσια υπογράφει τη συμφωνία, ως ο όρος 16 αυτής. Η αιτήτρια αποδέχθηκε εγγράφως ότι παρέλαβε αντίγραφο της συμφωνίας δανείου. Το ίδιο έκανε και για την υποθήκη με την οποία υποθήκευσε το επίδικο ακίνητό της προς εξασφάλιση του επίμαχου δανείου.

 

Περί το έτος 2013 η αιτήτρια καθυστερούσε στην αποπληρωμή των δόσεων της ή πλήρωνε μικρότερα ποσά από τα συμφωνηθέντα. Ως εκ τούτου, οι καθ’ ων η αίτηση απέστειλαν προειδοποιητικές επιστολές (τεκμ. 7). Στο πάνω αριστερό μέρος της επιστολής αναγράφονται οι εμπλεκόμενοι στο δάνειο, ήτοι, οι ενάγουσες.

 

Ενόψει της παράλειψής τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έναντι των καθ’ ων η αίτηση, οι τελευταίοι, το 2018 επικοινώνησαν μα την αιτήτρια για διευθέτηση του δανείου. Αυτή, παρόλο που στην αρχή απέστειλε κάποια στοιχεία που της ζητήθηκαν, εντούτοις εξαφανίστηκε και δεν επικοινώνησε. Ουδέποτε ήταν συνεργάσιμη στην εξεύρεση μίας κοινά αποδεκτής λύσης.

 

Ενόψει της συνεχούς παράβασης των συμφωνιών, οι καθ’ ων η αίτηση, στις 16/10/2020, με τις επιστολές (τεκμ.8) τερμάτισαν τις εν λόγω συμφωνίες και κατέστησαν ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο απαιτητό. Στην επιστολή τερματισμού αναγραφόταν το όνομα του δανειολήπτη, δηλαδή των εναγουσών. Πουθενά δε γίνεται αναφορά ότι ο πρώην σύζυγος της αιτήτριας είναι δανειολήπτης.

 

Συνεπεία της παράλειψης των εναγουσών να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, οι καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν με τη διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου, ως προνοείται στο Μέρος VIA του Νόμου, επιδίδοντας στις ενάγουσες και στους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους με ιδιώτη επιδότη, την ειδοποίηση Τύπου «Ι», ημερομηνίας 22/7/2021. Η εν λόγω ειδοποίηση και η κατάσταση λογαριασμού μαζί με σχετική ενημερωτική επιστολή (τεκμ. 10 μαζί με την ένορκη δήλωση επίδοσης) παραλήφθηκαν από την αιτήτρια, στις 29/7/2021.

 

Μαζί με την ειδοποίηση αποστάλθηκε και σχετική συνοδευτική επιστολή στην οποία αναγραφόταν και το όνομα του δανειολήπτη, δηλαδή των εναγουσών. Πουθενά δε γίνεται αναφορά ότι ο πρώην σύζυγος της αιτήτριας είναι δανειολήπτης. Σχετική ειδοποίηση αποστάλθηκε και σε εκείνο, ο οποίος είναι κάτοχος ΜΕΜΟ, δηλαδή προσωρινού διατάγματος το οποίο η αιτήτρια δεν αποκάλυψε.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση, στις 15/11/2021 επέδωσαν στις ενάγουσες, σχετική ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» (τεκμ. 11 μαζί με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης) με την οποία τις καλούσαν να διορίσουν εκτιμητή με σκοπό τον καθορισμό της αξίας του ακινήτου.

 

Μόλις παραλήφθηκαν οι πιο πάνω ειδοποιήσεις και μόλις η αιτήτρια αντιλήφθηκε ότι οι καθ’ ων η αίτηση θα προχωρούσαν στην πώληση του ακινήτου, στις 21/3/2022 επικοινώνησε μέσω του συμβούλου της με τους καθ’ ων η αίτηση, ούτως ώστε να εξευρεθεί κάποια λύση. Η πρόταση που υποβλήθηκε αφορούσε την πώληση του ακινήτου και εξόφληση του χρέους. Η αιτήτρια δεν συνεργάστηκε ώστε να γίνουν οι εκτιμήσεις του ακινήτου και να μπορούν οι καθ’ ων η αίτηση να αξιολογήσουν οποιαδήποτε πρόταση, ως είναι και η πρακτική τους, δηλαδή, να εκτιμούν την αξία της εξασφάλισης πριν αποδεχθούν πρόταση για διευθέτηση. Έκτοτε δεν υπήρχε άλλη επικοινωνία, παρά μόνο μετά την καταχώρηση της αίτησης και έκδοση του διατάγματος.

 

Εφόσον η αιτήτρια έδειξε πως δεν συνεργάζεται, οι καθ’ ων η αίτηση δεν είχαν επιλογή παρά να προχωρήσουν με την αναγκαστική πώληση του ακινήτου για να εισπράξουν το λαβείν τους. Συνεπώς, απέστειλαν στις ενάγουσες και στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» με συστημένο ταχυδρομείο, ωστόσο αυτοί παρέλειψαν και αμέλησαν να τις παραλάβουν.

 

Ως εκ των ανωτέρω, οι καθ’ ων η αίτηση για να είναι βέβαιοι ότι οι ενάγουσες και τα ενδιαφερόμενα μέρη θα λάμβαναν γνώση των ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» προχώρησαν με ιδιωτική επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», ημερομηνίας 25/5/2022 μαζί με το Δελτίο Α - Ειδοποίηση Πλειστηριασμού στους αιτητές (υποθέτω εννοεί τις ενάγουσες), με την οποία ενημερωνόταν ότι ο πλειστηριασμός θα λάβει χώρα την 20/7/2022.

 

Παρεμβάλλεται ότι πρόκειται για το τεκμ. 13, η ειδοποίηση, μαζί με την ένορκη δήλωση επίδοσής της στην αιτήτρια και από το περιεχόμενο των δυο αυτών εγγράφων προκύπτει ότι η ειδοποίηση είναι ημερομηνίας, 20/4/2022 και όχι 25/5/2022. Η τελευταία είναι η ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης στην αιτήτρια.

 

Ο σκοπούμενος - για τις 20/07/2022 - πλειστηριασμός, κατέστη ανεπιτυχής. Εννοείται πως η διαδικασία του πλειστηριασμού δεν αμφισβητήθηκε.

 

Οι ενάγουσες, ουδέποτε αμφισβήτησαν την εγκυρότητα των ειδοποιήσεων ή οτιδήποτε άλλο. Δηλαδή, η διαδικασία και η κανονικότητά της δεν αμφισβητείται. Σχετικά με τις επιδόσεις των ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» και «ΙΑ», αποσαφηνίζεται ότι στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας δεν γίνεται αναφορά σε οτιδήποτε τις αφορά, ούτε εκφράζεται κάποιο παράπονο περί κάποιας παρατυπίας.

 

Από τον Μάρτιο 2022 μέχρι την 25/8/2023, η αιτήτρια, ουδέν έπραξε, παρά μόνο καταχώρησε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ζητώντας την ακύρωση της υποθήκης, ενώ στις 23/8/2023 έγινε συνάντηση με αυτή και τους συμβούλους της και ζητήθηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση στοιχεία, ούτως ώστε να εξεταστεί αίτημα προς εξόφληση. Εννοείται ότι η αιτήτρια και οι σύμβουλοί της, ουδέποτε ανταποκρίθηκαν.

 

 

Ενώ η αιτήτρια μπορούσε να προσβάλει την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» με την άσκηση Αίτησης/Έφεσης, εντός της προθεσμίας που ορίζει ο Νόμος παρέλειψε να το πράξει και καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Αυτή η ενέργειά της υποδηλώνει και το γεγονός ότι αποποιείται των δικαιωμάτων της για την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου.

 

Μείζονος σημασίας αποτελεί το γεγονός ότι δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο την αλήθεια, εσκεμμένα επιχείρησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Εσκεμμένα παρουσίασε στο Δικαστήριο μια παραπλανητική και αναληθή κατάσταση πραγμάτων, με μοναδικό σκοπό την έκδοση του διατάγματος, καθότι δεν αποκάλυψε ότι:

 

Υπάρχει ΜΕΜΟ προς όφελος του πρώην συζύγου της το οποίο επιβαρύνει μισό μερίδιο του ακινήτου. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (τεκμ. 6), το ΜΕΜΟ αποτελεί προσωρινό διάταγμα που επηρεάζει το ακίνητο. Οι εναγόμενοι δεν γνωρίζουν τι αφορά το ΜΕΜΟ, εντούτοις, για σκοπούς πλήρους αποκάλυψης, θα έπρεπε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και αυτό να κρίνει ανάλογα.

 

Η αιτήτρια αιτήθηκε την απαλλαγή του πρώην συζύγου της από οφειλέτη. Όλα τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν πιο πάνω, επιβεβαιώνουν γραπτώς ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Στην ουσία, δεν αποκάλυψε την αίτηση για χορήγηση δανείου που υπέβαλε με την ενάγουσα 2, με την οποία φαίνεται ότι στην ουσία αιτείται τη χορήγηση δανείου, χωρίς τον πρώην σύζυγό της και ένεκα του διαζυγίου τους, επιθυμούσε να επωμισθεί η ίδια το δάνειο προσωπικά.

 

Οι ενάγουσες λάμβαναν συνεχώς καταστάσεις λογαριασμού, έλαβαν προειδοποιητικές επιστολές, επιστολή τερματισμού, ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και/ή «ΙΑ» όπου αναγράφονται μόνο οι ίδιες ως οφειλέτες. Όλες αυτές οι ειδοποιήσεις και στοιχεία φέρουν ημερομηνία περί το 2013 μέχρι σήμερα, κατά συνέπεια, η αιτήτρια δεν μπορεί να ισχυρίζεται πως εξασφάλισε τις συμφωνίες, το 2022. Επίσης, είναι οξύμωρο ότι ισχυρίζεται πως οι καθ’ ων η αίτηση αρνούνταν να τις παραδώσουν αντίγραφα των συμφωνιών, ενώ τις έχει στην κατοχή της και δεν εξηγεί με ποιο τρόπο τις ανηύρε.

 

Υπήρχε υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης και η αιτήτρια κατέστησε την περίσταση κατ’ επείγουσα με τη συμπεριφορά της, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πραγματικό έρεισμα στην έκδοση και κατ’ επέκταση στην οριστικοποίηση του διατάγματος.

 

Εδώ και πάρα πολλά έτη ή τουλάχιστον από το 2021 που οι ενάγουσες έλαβαν τις ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» ή από τον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων το 2020, ουδέποτε εγέρθηκε ζήτημα περί παρανομιών στις συμβάσεις Υποθηκών. Το ζήτημα εγέρθηκε για πρώτη φορά, μετά την επίδοση της πρώτης ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», αφού οι ενάγουσες αντιλήφθηκαν πως θα γίνει πλειστηριασμός και ακολούθως θα έπρεπε να προχωρήσουν με δικαστικά μέτρα, εάν δεν διευθετείτο η υπόθεση.

 

Δε φαίνεται οπουδήποτε στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, οποιαδήποτε ή επαρκής αιτιολογία για την καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Οι ενάγουσες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με υπέρμετρη καθυστέρηση.

 

Η αιτήτρια, από τον Ιούλιο του 2021 παρέλαβε μέσω ιδιώτη επιδότη την ειδοποίηση Τύπου «Ι», με την οποία ενημερώθηκε ότι θα πρέπει να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό, διαφορετικά το ακίνητο θα εκποιηθεί. Εντούτοις, ενώ γνώριζε για δύο έτη ότι θα γίνει εκποίηση του ακινήτου, δεν προχώρησε στην καταχώρηση της διαδικασίας, παρά μόνο τον Οκτώβριο, 2023.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση, στις 15/11/2021 επέδωσαν στις ενάγουσες σχετική ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» με την οποία τις καλούσαν να διορίσουν εκτιμητή με σκοπό τον καθορισμό της αξίας του ακινήτου. Η αιτήτρια και πάλι δεν ανταποκρίθηκε.

 

Στις 25/05/2022 επιδόθηκε στις ενάγουσες η ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ». Για ακόμα μία φορά, η αιτήτρια δεν έλαβε κάποιο διάβημα και ο πλειστηριασμός προχώρησε κανονικά, καθιστώντας πλέον τη διαδικασία πλειστηριασμού τελεσίδικη και μη δεκτική ανακοπής. Αντίθετα προχώρησε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ενάμισι χρόνο αργότερα, με μοναδικό σκοπό την αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της.

 

Ως εκ των ανωτέρω, δεν πληρείται η προϋπόθεση του κατ’ επείγοντος, αλλά υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία προκαλεί ζημιά στους εναγόμενους. Οι ενάγουσες, ενώ γνώριζαν ότι οι εναγόμενοι θα προχωρούσαν στη διαδικασία πλειστηριασμού από το 2021 και είχαν αμέτρητες προειδοποιήσεις, ως αναφέρεται πιο πάνω, η αιτήτρια παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε διαβήματα. Τούτη η υπέρμετρη καθυστέρηση είναι αδικαιολόγητη και οι ενάγουσες με τις πράξεις και παραλείψεις τους κατέστησαν την υπόθεση κατ’ επείγουσα και οι εναγόμενοι θα υποστούν ζημιά.

 

 

 

Και οι δυο λόγοι ένστασης είναι βάσιμοι. Ακολουθεί το σκεπτικό.

 

Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση HOSSAN v. Γ. & Χ. ΛΑΜΨΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΛΤΔ κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. E134/2014, ημερ. 21/4/2021:

 

«Η Δ.48, Θ.4(2) των Θεσμών προνοεί ότι: «Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» η οποία αναφέρει στο Θ.1 ότι κατόπιν αιτήματος οιουδήποτε διαδίκου το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντα για να αντεξεταστεί.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη (2006) 1(Β) Α.Α.Δ.1057 και το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», 2014, 720).

 

Η ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία οδηγούσε προς μία μόνο κατεύθυνση και ήταν ουσιαστικά αναντίλεκτη. Δεν αμφισβητήθηκε με αντεξέταση του Εφεσίβλητου 2, εάν υπήρχε προς τούτο υπόβαθρο, αλλά, το ουσιαστικότερο, δεν προσφέρθηκε πειστική αντίθετη μαρτυρία.  Η αναφορά στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την ένσταση, από ασκούμενη δικηγόρο στο γραφείο των δικηγόρων του Εφεσείοντα, ότι ο Εφεσίβλητος 2 είχε διαβάσει την επίδικη δημοσίευση, η οποία δεν υποστηριζόταν από οποιαδήποτε στοιχεία, δικαιολογημένα κρίθηκε ως απλή εικασία. Επομένως, το επιμέρους εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου όχι μόνο ήταν δικαιολογημένο, αλλά και το μόνο στο οποίο θα μπορούσε να αχθεί υπό τις περιστάσεις.  Ούτε και η ασκούμενη δικηγόρος αντεξετάστηκε.  Η διαφορά ήταν ότι η δική της μαρτυρία δεν είχε στοιχεία που να δείχνουν ότι μπορούσε πράγματι να γνώριζε.»

 

Το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι όλοι οι παραπάνω, εξόχως ουσιώδεις ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα για τους εναγόμενους, οι οποίοι συναρτώνται απόλυτα με τους υπό εξέταση λόγους ένστασης, παρέμειναν αδιαμφησβήτητοι και αναντίλεκτοι, καθώς ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε καθόλου επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί, σχεδόν στο σύνολό τους τεκμηριώνονται από διάφορα έγγραφα/τεκμήρια. Αντίθετα, η ενάγουσα - αιτήτρια, η οποία έχει και το βάρος απόδειξης της αίτησης, για σκοπούς στοιχειοθέτησης των περί αντιθέτου ισχυρισμών της περιορίστηκε στην προβολή γενικών και αόριστων ισχυρισμών, χωρίς να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο.

 

Με αυτό δεδομένο θεωρώ ότι η παράλειψη αντεξέτασης του μάρτυρα των εναγόμενων, συνιστά αποδοχή της εκδοχής τους από την ενάγουσα - αιτήτρια και το μόνο πειστικό και αποδεκτό υπόβαθρο για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων, για ό,τι αποτελεί το αντικείμενο των υπό εξέταση λόγων ένστασης.

 

Γιατί τώρα θεωρώ βάσιμους και τους δυο αυτούς λόγους ένστασης.

 

Όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο πιο πάνω, οι ενάγουσες καταχώρησαν την αγωγή τους, στις 25/8/2023. Η ενάγουσα 1, στις 10/10/2023 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας, το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρόν - στις 23/10/2023 εξέδωσε το επίμαχο προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει την αποξένωση και/ή μεταβίβαση και/ή εγγραφή της κυριότητας του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου της ενάγουσας 1, στους εναγόμενους και/ή σε οποιοδήποτε τρίτο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

 

Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της αίτησης, θεωρώ ότι ο συνάδελφος που της είχε επιληφθεί, εξέδωσε μονομερώς το επίμαχο διάταγμα, λαμβάνοντας υπόψη τους ακόλουθους ισχυρισμούς και θέσεις της ενάγουσας 1, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της καθώς και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Μιχάλη Κυριακίδη:

 

Η ενάγουσα 1, μετά το χωρισμό της το 2007 συναντήθηκε με λειτουργούς του Συνεργατικού Ταμιευτήριου Λεμεσού, για να συζητήσουν το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης δανείου που είχε συνάψει με τον πρώην σύζυγό της το 1999. Σ’ αυτό το πλαίσιο, την προσωπική εγγύηση ανέλαβε η θυγατέρα της - ενάγουσα 2 και ουδέποτε τέθηκε ζήτημα απαλλαγής του πρώην συζύγου της από τις υποχρεώσεις του.

 

Οι λειτουργοί του ΣΤΛ, αντ’ αυτών, ουσιαστικά εξαπατώντας τες, τις εξώθησαν να υπογράψουν νέα συμφωνία δανείου, στην οποία οι ίδιες παρουσιάζονταν ως συνοφειλέτιδες, ενώ απάλλαξαν εντελώς παράνομα τον πρώην σύζυγο της ενάγουσας 1 από οφειλέτη του χρέους, του οποίου τις υποχρεώσεις, κατά παράνομο, δόλιο και απατηλό τρόπο μετέφεραν στις ίδιες.

 

Μετά τη διάλυση του ΣΤΛ και ενώ προσπαθούσε να ανακαλύψει τι απέγινε αυτό και συνεπώς το δάνειό της, της κοινοποιήθηκε επιστολή τερματισμού.

 

Δεν είχε εντοπίσει την πραγματικότητα μέχρι πρόσφατα και λόγω άρνησης των λειτουργών των εναγόμενων να συνεργαστούν μαζί της και ακόμη να της παρέχουν αντίγραφο της συμφωνίας δανείου, η οποία φυσικά θεωρούσε ότι αφορούσε πάντοτε την πρώτη δανειοδότηση που έλαβε με τον πρώην σύζυγό της.

 

Ήταν τότε κατά ή περί το έτος 2022 που εντόπισε τις επίδικες συμφωνίες δανείων και ειδικότερα, την ύπαρξη της δεύτερης η οποία αποτελεί την επίδικη συμφωνία.

 

Με την αίτησή της αιτείται την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ώστε να μην μπορέσουν οι εναγόμενοι να αποξενώσουν το επίδικο ακίνητό της, για το οποίο διενήργησαν ήδη μια διαδικασία ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, στις 20/07/2022, χωρίς αυτό να πωληθεί.

 

Δεν ενήργησε δικαστικώς, νωρίτερα, καθότι ακολούθησε τις συμβουλές των λειτουργών, αρχικά τις ΑΛΤΑΜΙΡΑ οι οποίοι δήθεν συνεργάζονταν μαζί της και με τους εκπροσώπους της προς το σκοπό εξεύρεσης λύσης, υποσχόμενοι ότι δήθεν δεν θα προχωρούσαν με οποιοδήποτε πλειστηριασμό.

 

Μέχρι τον πρόσφατο διορισμό των δικηγόρων της, ουδείς τη συμβούλευσε ότι έπρεπε να κινηθεί δικαστικά και ουδέποτε αντιλήφθηκε ότι οι πιστωτές είχαν προχωρήσει στον πλειστηριασμό σύμφωνα με την ΙΑ και ότι δεν επιτεύχθηκε τελικώς η πώληση του επίδικου ακινήτου της.

 

Ως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, κατόπιν ανακάλυψης της διενεργηθείσας διαδικασίας πλειστηριασμού, οι εναγόμενοι δύνανται με βάσει τις πρόνοιες του Νόμου να εγγράψουν το ακίνητο επ' ονόματι τους ή και να προβούν σε νέα διαδικασία πώλησης, γι' αυτό προωθεί την παρούσα αίτησή της και έχοντας πλέον αντιληφθεί τη σκοπιμότητα πίσω από κάθε μεθοδευμένη πράξη των εναγόμενων, τις οποίες, λόγω άγνοιας ουδέποτε πριν αντιλήφθηκε.

 

Στις 9/12/2023 έχει προγραμματισθεί από τους εναγόμενους αποξένωση του ενυπόθηκου ακινήτου στη βάση του πρώτου αποτυχόντος πλειστηριασμού που μεσολάβησε στις 20/07/2022, εν αγνοία της ενάγουσας 1.

 

Και ενώ αυτοί είναι οι βασικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας 1 επί των οποίων - για να επαναλάβω - θεωρώ πως είχε βασιστεί ο συνάδελφος που είχε επιληφθεί της υπό κρίση αίτησης και εξέδωσε μονομερώς το επίμαχο διάταγμα, δηλαδή, βασικά επειδή θεώρησε ότι η ενάγουσα 1, ούτε λίγο ούτε πολύ είχε μάθει ότι οι εναγόμενοι επιχείρησαν να πωλήσουν το επίδικο ακίνητό της, με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, στις 20/7/2022, περίπου κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, αφήνοντας να νοηθεί ότι αυτός είναι και λόγος, που δεν αντέδρασε όταν της είχε επιδοθεί η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» με την οποία ορίστηκε η ημερομηνία πλειστηριασμού, όσα ακολουθούν, τα οποία απορρέουν από την αναντίλεκτη μαρτυρία των εναγόμενων, αναιρούν και μάλιστα με σωρεία εγγράφων/τεκμηρίων, όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς της.

 

Οι ενάγουσες, στις 28/9/2010 υπόβαλαν αίτηση για παροχή δανείου. Η αίτηση έγινε από τις ενάγουσες κατόπιν επιλογής της ενάγουσας 1, την οποία αυτή υπόγραψε και στην οποία φαίνονται ξεκάθαρα ποιοι είναι οι οφειλέτες και πουθενά δεν αναγράφεται το όνομα του πρώην συζύγου της ενάγουσας 1. Η γραπτή συμφωνία δανείου συνάφθηκε στις 11/10/2010. Στην πρώτη σελίδα της εν λόγω συμφωνίας αναγράφονται με κεφαλαία γράμματα και με έμφαση τα ονόματα των εναγουσών, ως χρεωστών και το ίδιο συμβαίνει και στην τελευταία σελίδα, στη θέση των συμβαλλομένων. Οι ενάγουσες υπόγραψαν τη συμφωνία υπό την ίδια ιδιότητα. Δηλαδή, του χρεώστη.

 

Επειδή η ενάγουσα 1 ισχυρίστηκε ότι κατά τη συνάντησή της με τους λειτουργούς του ΣΤΛ, συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα 2 θα υπείχε θέση εγγυητή, ως επίσης ότι η ίδια δε θα επέτρεπε την απαλλαγή του πρώην συζύγου της από τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το δάνειο που οι δυο τους είχαν συνάψει με το ΣΤΛ, το 1999, να πω απλώς, ότι στην επίδικη συμφωνία δανείου επισυνάπτεται κάποιο έγγραφο που φέρει τον τίτλο «ΕΓΓΥΗΣΗ», το οποίο, ωστόσο δεν αναφέρει κανένα όνομα, ως εγγυητή και δε φέρει καμιά υπογραφή στο σχετικό μέρος. Να πω ακόμη, ότι το όνομα του πρώην συζύγου της ενάγουσας 1, πουθενά δεν αναφέρεται στη σύμβαση δανείου.

 

Το ΣΤΛ, στις 3/1/2013 απέστειλε επιστολή στις ενάγουσες, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται με κεφαλαία γράμματα στο πάνω μέρος της επιστολής, αριστερά, ενώ στην πρώτη παράγραφο αναφέρονται τα εξής: «Αναφερόμαστε στο δάνειο που έχετε συνάψει μαζί μας και σας γνωστοποιούμε τα ακόλουθα:»

 

Οι εναγόμενοι, με τις επιστολές τους και προς τις δυο ενάγουσες, ημερομηνίας 16/10/2020 τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και κατέστησαν ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο απαιτητό. Στην εν επιστολή τα ονόματα των εναγουσών αναγράφονται με κεφαλαία γράμματα, ως δανειολήπτριες, ενώ ουδεμία αναφορά υπάρχει στο όνομα του πρώην συζύγου της ενάγουσας 1.

 

Οι εναγόμενοι, τροχοδρομώντας τις διαδικασίες πώλησης του επίδικου ακινήτου με πλειστηριασμό δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου, επέδωσαν και στις δυο ενάγουσες με ιδιωτική επίδοση, όλες τις προβλεπόμενες ειδοποιήσεις (κατά τον Τύπο «Ι», κατά τον Τύπο «ΙΑ» και κατά τον Τύπο «ΙΒ»). Στην ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα 1, στις 29/7/2021 επισυνάπτεται σχετική ενημερωτική επιστολή των εναγόμενων και σ’ αυτή και οι δυο ενάγουσες αναφέρονται και πάλι με κεφαλαία γράμματα, ως δανειολήπτριες, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στο όνομα του πρώην συζύγου της ενάγουσας 1.

 

Οι εναγόμενοι, στις 25/5/2022 επέδωσαν στην ενάγουσα 1 με ιδιωτική επίδοση, την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» με την οποία την ενημέρωναν ότι το ενυπόθηκο χρέος της κατέστη πληρωτέο από τις 16/10/2020 και γι’ αυτό προτίθεντο να προχωρήσουν σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, στις 20/07/2022, όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου.

 

Ο πλειστηριασμός, στις 20/07/2022 υπήρξε ανεπιτυχής. Ωστόσο, η διαδικασία του πλειστηριασμού και η εγκυρότητα των πιο πάνω ειδοποιήσεων, ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τις ενάγουσες.

 

Ενώ η ενάγουσα 1 μπορούσε να προσβάλει την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» με την άσκηση Αίτησης/Έφεσης, εντός της προθεσμίας που ορίζει ο Νόμος, παρέλειψε να το πράξει και καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση.

 

Η ενάγουσα δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι υπάρχει ΜΕΜΟ προς όφελος του πρώην συζύγου της το οποίο επιβαρύνει το ½ μερίδιο του ακινήτου. Ακόμη, δεν αποκάλυψε την αίτηση για χορήγηση δανείου που υπέβαλε με την ενάγουσα 2 - θυγατέρα της, με την οποία αιτήθηκε τη χορήγηση δανείου και ότι ένεκα του διαζυγίου της με τον πρώην σύζυγό της επιθυμούσε να επωμισθεί προσωπικά η ίδια το δάνειο.

 

Δεν πληρείται η προϋπόθεση του κατ’ επείγοντος, αλλά υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία προκαλεί ζημιά στους εναγόμενους. Οι ενάγουσες, ενώ γνώριζαν ότι οι εναγόμενοι θα προχωρούσαν στη διαδικασία πλειστηριασμού από το 2021 και είχαν αμέτρητες προειδοποιήσεις, η ενάγουσα παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε διαβήματα.

 

Είναι φανερό, ότι η ενάγουσα 1, ενώ γνώριζε όλα τα παραπάνω γεγονότα, εντούτοις, είτε τα απέκρυψε είτε τα αποσιώπησε είτε δεν τα αποκάλυψε στο Δικαστήριο, καθ’ ον χρόνο καταχωρούσε την υπό κρίση - μονομερή - αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας εξασφάλισε το επίμαχο διάταγμα. Και τα γεγονότα αυτά είναι τόσο ουσιώδη, που εάν κατά την εξέταση της αίτησης, ο συνάδελφος που της είχε επιληφθεί τα είχε υπόψη του, τόση και τέτοια θα ήταν η επιρροή που θα ασκούσαν στην κρίση του σε βαθμό που, είμαι βέβαιος, πως είτε θα απέρριπτε την αίτηση, είτε στην καλύτερη περίπτωση για την ενάγουσα - θα διέτασσε την επίδοσή της  στους εναγόμενους. Προσωπικά θα έκανα το πρώτο.

 

Θεωρώ πως, όχι τυχαία η ενάγουσα ενήργησε με τον πιο πάνω τρόπο. Με το να μη θέσει υπόψη του Δικαστηρίου όλα τα παραπάνω γεγονότα, απέβλεπε στο να δημιουργήσει το αναγκαίο υπόβαθρο του κατ’ επείγοντος και να δικαιολογήσει το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, μονομερώς, αντί δια κλήσεως. Και τα κατάφερε, ωστόσο, με σαθρό υπόβαθρο, όπως αποδείχθηκε.

 

Με μόνο λόγο ότι το ½ του επίδικου ακινήτου της, όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (τεκμ. 6 στην ένορκη δήλωση Ανδρέου) βαρύνεται με ΜΕΜΟ, χωρίς να μου διαφεύγει ότι στο σχετικό μέρος γίνεται αναφορά και σε προσωρινό διάταγμα, που με απλά λόγια σημαίνει πως δεν μπορούσε να γίνει είτε αποξένωση είτε μεταβίβαση του εν λόγω μεριδίου του ακινήτου, χωρίς άρση των εν λόγω επιβαρύνσεων σ’ αυτό, θεωρώ ότι ο συνάδελφος που είχε επιληφθεί της αίτησης, εάν είχε υπόψη του το συγκεκριμένο γεγονός δε θα εξέδιδε μονομερώς το επίμαχο διάταγμα και προφανώς το ίδιο θα έκανα και εγώ.

 

Όλες οι παραπάνω παραλείψεις της ενάγουσας 1 συνιστούν κλασική περίπτωση απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων, που στην ουσία ισοδυναμεί με εξαπάτηση του Δικαστηρίου εκ μέρους της, η οποία παραβίασε το αξίωμα να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια [βλ. την Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω)]. Αυτό σημαίνει ότι, καθηκόντως, οφείλω να της απαντήσω - όπως και το Ανώτατο Δικαστήριο στη Στυλιανού (ανωτέρω επίσης) - με τη φράση «δεν σας ακούω πλέον» και να ακυρώσω το επίμαχο διάταγμα και μάλιστα, χωρίς να χρειάζεται να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης και συγκεκριμένα, κατά πόσο πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Το διάταγμα, ημερομηνίας 23/10/2023, ακυρώνεται.

 

Αναφορικά με τα έξοδα, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος της ενάγουσας 1.

 

 

 

                                                                  (Υπ.) …..……..…………………

                                                                                 Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΚΚ

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο