ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 646/18
Μεταξύ:
1. Πολυκλινικής Υγείας Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ
2. Δρ. Θεοδότου Μάριου
3. Δρ. Γιωργαλλίδη Στέλιου
4. Δρ. Αλκιβιάδη Αλκιβιάδους
5. Δρ. Ταβελίδου Μαρίνα
Ενάγοντες
και
1. Issa Ali Mahmoud Sobhi
2. Χαραλάμπους Πέτρος
Εναγόμενοι
--------------------
Αίτηση τροποποίησης ημερ. 07.03.25
Ημερομηνία: 30/03/26
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Π. Παναγιώτου
Για Εναγόμενο 2/Καθ’ου η Αίτηση: κα. Π. Παπαπέτρου για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Στην παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες, με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αξιώνουν απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 οφείλουν να καταβάλουν (α) στους Ενάγοντες 1 το ποσό των €7.877,22 ως υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίων επί πίστωση και/ή χρεωστικών λογαριασμών, (β) στον Ενάγοντα 2 το ποσό των €1.700 δυνάμει τιμολογίων επί πίστωση και/ή χρεωστικών λογαριασμών, (γ) στον Ενάγοντα 3 το ποσό των €1.050 δυνάμει τιμολογίων επί πίστωση και/ή χρεωστικών λογαριασμών (δ) στον Ενάγοντα 4 το ποσό των €3.900 δυνάμει τιμολογίων επί πίστωση και/ή χρεωστικών λογαριασμών και (ε) στην Ενάγουσα 5 το ποσό των €200 δυνάμει τιμολογίων επί πίστωση και/ή χρεωστικών λογαριασμών.
Η επίδικη αίτηση
2. Με την παρούσα αίτηση ημερ. 07.03.25 (εφ’εξής «η επίδικη αίτηση»), οι Ενάγοντες/Αιτητές επιδιώκουν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης τους με την προσθήκη μιας νέας παραγράφου καθώς και την συνακόλουθη αναρίθμηση των λοιπών παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης. Ειδικότερα αξιώνεται η προσθήκη νέας παραγράφου 2, κάτω από την υφιστάμενη παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης, στην οποία θα αναγράφονται τα ακόλουθα:
«Κατά ή περί την 17.05.2016, οι Ενάγοντες υπέγραψαν συμφωνία με την ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, με την οποία από την 01.01.2016 εκχωρήθηκαν στους Ενάγοντες 1 όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις, εργασίες, αρχεία, χρεώστες και πιστωτές της ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΤΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, συμπεριλαμβανομένων και των αγώγιμων δικαιωμάτων της ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΤΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ έναντι των Εναγόμενων 1 και 2, στην αγωγή αυτή.»
3. Η νομική βάση της επίδικης αίτησης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ. 1 – 5, Δ.48, Θ. 1 – 3, 8 και 9, στους περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022 (35/22), επί των γενικών αρχών του νόμου, των κανόνων της επιείκειας της πρακτικής και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
4. Η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της «Σ.Ζ» ημερ. 07.03.25 (εφ’εξης «η Ε/Δ Σ.Ζ»), η οποία αναφέρει ότι εργάζεται στο Τμήμα Ασφαλειών και Απαιτήσεων της Ενάγουσας και δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες/Αιτητές 1 - 5 να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Περαιτέρω η ομνύουσα αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπό κρίση αγωγής τόσο λόγω της προσωπικής της εμπλοκής καθώς και από μελέτη του φακέλου δικογραφίας και από περαιτέρω πληροφορίες που έλαβε από τον συνήγορο των Εναγόντων.
5. Στην Ε/Δ Σ.Ζ γίνεται αναφορά ότι η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε, από τους προηγούμενους συνηγόρους των Εναγόντων, στις 26.03.18 και μέχρι στιγμής επιδόθηκε μόνο στον Εναγόμενο 2 καθώς ο Εναγόμενος 1 δεν ανευρέθηκε. Η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι κατά τη δικάσιμο ημερ. 08.10.24 τέθηκε θέμα από τους συνηγόρους του Εναγόμενου 2 περί λανθασμένης συμπερίληψης της Ενάγουσας 1 καθώς το εγγυητήριο έγγραφο, βάσει του οποίου η Ενάγουσα 1 στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα της εναντίον του Εναγόμενου 2, είναι στο όνομα άλλου νομικού προσώπου, ήτοι της «ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ». Ακολούθως, κατόπιν συζητήσεων του συνηγόρου των Εναγόντων με εκπρόσωπους της Ενάγουσας 1, διαπιστώθηκε ότι η Ενάγουσα 1 υπέγραψε συμφωνία εκχώρησης με την ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ημερ. 17.05.16, με την οποία εκχωρήθηκαν στην Ενάγουσα 1 όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις, εργασίες, αρχεία, χρεώστες και πιστωτές της «ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ», συμπεριλαμβανομένου και των αγώγιμων δικαιωμάτων της «ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στην υπό κρίση αγωγή. Προς τούτο αντίγραφο της Συμφωνίας Εκχώρησης ημερ. 17.05.16 (εφ’εξής «η Συμφωνία Εκχώρησης») επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α.
6. Η ομνύουσα αναφέρει ότι, κατόπιν έρευνας στην οποία προέβη στο αρχείο της Ενάγουσας 1, αναφορικά με τα έγγραφα που αποστάλθηκαν στους δικηγόρους των Εναγόντων το 2018 για σκοπούς καταχώρισης της υπό κρίση αγωγής, εκ παραδρομής και/ή εξ αβλεψίας, των τότε υπεύθυνων της Ενάγουσας 1, δεν τους απεστάλη η Συμφωνία Εκχώρησης, ούτε αυτή ήταν σε γνώση τους ούτε τους γνωστοποιήθηκε η ύπαρξη της, ώστε να συμπεριληφθεί στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων. Θέση της ομνύουσας, ως πληροφορείται από τον συνήγορο των Εναγόντων, είναι ότι εάν παραμείνει η υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης τότε υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ο συνήγορος των Εναγόντων να εμποδίζεται από το να υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις στην ακροαματική διαδικασία σχετικά με τα εγειρόμενα ζητήματα και τη συμφωνία εκχώρησης, που δεν δικογραφείται στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης, καθώς και ότι δεν θα μπορούν να προσδιοριστούν με σαφήνεια τα επίδικα θέματα.
7. Κατά την ομνύουσα, η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να επιτραπεί, καθώς πληρούνται οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, δεδομένου ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Περαιτέρω, η αιτούμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με σαφήνεια τα σωστά επίδικα θέματα για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση τους και ολοκληρωτική απονομή της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, η ομνύουσα αναφέρει ότι οι επιπτώσεις, εφόσον υπάρχουν, από την αιτούμενη τροποποίηση στα δικαιώματα του Εναγομένου 2 μπορούν να αποκατασταθούν με έξοδα.
8. Η ομνύουσα προβάλλει τη θέση ότι η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται «καλή τη πίστει», είναι αναγκαία για προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή για αποτροπή πολλαπλότητας των διαδικασιών και αποτελεί τη βάση του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου 2. Επιπρόσθετα η ομνύουσα αναφέρει ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν είναι προϊόν αμέλειας ή καθυστέρησης στην προώθηση αυτής και ούτε μεταβάλλει ή προσθέτει νέα βάση αγωγής. Ως εκ τούτου, αιτείται τροποποίηση της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης, ως η επίδικη αίτηση.
Ένσταση Καθ’ου η Αίτηση
9. Η επίδικη αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Εναγόμενου 2/Καθ’ου η Αίτηση. Η ένσταση του Καθ’ου η Ένσταση ημερ. 04.04.25 υποστηρίζεται από 12 λόγους ένστασης που δύναται να συνοψισθούν ως εξής: (1) η επίδικη αίτηση είναι νομικά και πραγματικά και δικονομικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή δεν επιτρέπεται με βάση τη νέα Δ.25 Θ.1 (3) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν μπορεί να εγκριθεί καθώς καταχωρήθηκε μετά την έκδοση της κλήσης για Οδηγίες (λόγοι ένστασης 1 έως 3), (2) η επίδικη αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή ανεπίτρεπτη στο παρόν στάδιο αφού καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ενώ οι ισχυρισμοί που αφορούν την επιδιωκόμενη τροποποίηση θα μπορούσαν, με εύλογη επιμέλεια, να εντοπιστούν έγκαιρα από τους Ενάγοντες (λόγοι ένστασης 4 έως 6), (3) η αιτούμενη τροποποίηση δεν αφορά και/ή δεν σχετίζεται με νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την λήψη οδηγιών για έγερση της αγωγής αλλά βασίζεται σε ισχυρισμούς που μπορούσαν εύλογα να εντοπιστούν από τους Ενάγοντες ή τους δικηγόρους τους και να συμπεριληφθούν εξαρχής στην αγωγή καθώς και ότι με την επίδικη αίτηση επιχειρείται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά η εισαγωγή ισχυρισμών που ήταν γνωστοί και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστοί κατά την έγερση της αγωγής (λόγοι ένστασης 7 και 8), (4) οι ισχυρισμοί που επιχειρούνται να εισαχθούν στη δικογραφία δεν μπορούν να θεωρηθούν νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών για έγερση της αγωγής και/ή καλόπιστα λάθη κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και οι ισχυρισμοί περί καλόπιστου λάθους είναι ψευδείς και/ή αναληθείς και/ή αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις για να παρακάμψουν τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη νέα Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή το ζήτημα παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων (λόγοι ένστασης 9 και 10) και (5) με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή η αλλοίωση της βάσης αγωγής και δεν συμβάλλει στην αποτελεσματική επίλυση των επίδικων θεμάτων αλλά αντίθετα τα περιπλέκει και καθυστερεί τη διαδικασία (λόγοι ένστασης 11 και 12).
10. Η νομική βάση της ένστασης του Καθ’ου η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.20, Δ.25, Δ.30, Δ.39, Δ.48, Θ. 1 – 4, 8 και 9 και Δ.64, στον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66(Ι)/12), ως τροποποιήθηκε, στο κοινοδίκαιο, στο δίκαιο της επιείκειας καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
11. H ένσταση του Καθ’ου η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του ιδίου ημερ. 02.04.25 (εφ’εξης «η Ε/Δ Καθ’ου η Αίτηση»), όπου, κατόπιν ενημέρωσης από τους συνηγόρους του, εξηγεί πως η πλευρά των Εναγόντων, από τις 27.05.24 και όχι από τη δικάσιμο ημερ. 08.10.24, ενημερώθηκαν ότι η Ενάγουσα 1 δεν ήταν εγγεγραμμένη εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο και πως κατά την 21.02.25 ζήτησαν άδεια για καταχώριση της επίδικης αίτησης. Συνεπώς, ο ομνύοντας, ως λαμβάνει νομική συμβουλή, θεωρεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα αφού η πλευρά των Εναγόντων, παρά την πιο πάνω ενημέρωση που έλαβαν στις 27.05.24, παρέλειψαν να δράσουν έγκαιρα και γρήγορα.
12. Ο ομνύοντας προβάλλει τη θέση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η αλλοίωση της βάσης της αγωγής ή η εισαγωγή νέας αιτίας αγωγής, ήτοι στη βάση της Συμφωνίας Εκχώρησης, η οποία δεν μπορεί να επιτραπεί, καθότι υπάρχει ζήτημα παραγραφής. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν αφορά μικρή παράλειψη ή ασάφεια, αλλά ζήτημα που μπορούσε, με εύλογη επιμέλεια, να εντοπιστεί πριν την κλήση για Οδηγίες. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι η Συμφωνία Εκχώρησης φαίνεται να υπογράφτηκε πριν την καταχώριση της υπό κρίση αγωγής και συνεπώς ήταν γνωστή κατά την έγερση της αγωγής, ενώ δεν συνιστά νέα δεδομένα που προέκυψαν μεταγενέστερα.
13. Στην Ε/Δ Καθ’ου η αίτηση, ο ομνύοντας αναφέρει ότι οι Ενάγοντες δεν παρουσιάζουν επαρκείς λόγους και στοιχεία που να δικαιολογούν τη χρησιμότητα και αναγκαιότητα έγκρισης της επίδικης αίτησης. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα συμβάλει στην αποτελεσματική επίλυση των επίδικων θεμάτων αλλά αντίθετα θα τα περιπλέξει και θα καθυστερήσει τη διαδικασία. Τέλος, ως λαμβάνει νομική συμβουλή, ισχυρίζεται ότι τυχόν έγκριση της επίδικης αίτησης θα επηρεάσει τα δικαιώματα του, αφού οι Ενάγοντες επιχειρούν να εισάγουν νέα βάση αγωγής, η οποία έχει παραγραφεί. Ως εκ τούτου, ζητά την απόρριψη της επίδικης αίτησης με έξοδα εναντίον των Εναγόντων.
Γραπτές Αγορεύσεις των μερών
14. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς προς υποστήριξη των θέσεων τους. Εξέτασα με πολύ προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και την Νομολογία στην οποία παρέπεμψαν το Δικαστήριο για σκοπούς υποστήριξης των θέσεων που εγείρουν. Θα αναφερθώ στις αγορεύσεις των μερών, όπου κριθεί αναγκαίο, πιο κάτω.
Νομική Πτυχή
15. Ως αναφέρεται ανωτέρω, η επίδικη αίτηση βασίζεται στη Δ.25 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, εφόσον η αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται μετά το στάδιο της κλήσης για Οδηγίες, σχετικό είναι τα όσα διαλαμβάνει η Δ.25 Θ.1(3), που προνοεί τα εξής:
«Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»
16. Από το πιο πάνω λεκτικό της Δ.25 Θ.1(3) προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν είναι επιτρεπτή με εξαίρεση την τροποποίηση δικογράφου για διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την λήψη των οδηγιών. Επομένως, ως άλλωστε λέχθηκε στην MONOKO (ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΤΔ ν. C & S AMART MOVE DEVELOPERS LTD, Πολιτική Έφεση αρ. Ε99/2022, ημερομηνίας 03.10.2025, η νομολογία της παλιάς Δ.25 δεν είναι βοηθητική στην εξέταση της επίδικης αίτησης καθώς οι σχετικές πρόνοιες της νέας Δ.25 είναι εντελώς διαφορετικές και δεν παρέχεται πλέον ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, όπως προβλεπόταν στην παλαιά Δ.25.
17. H ερμηνεία του «καλόπιστου λάθους» έχει εξεταστεί από το Εφετείο στην πρόσφατη απόφαση ΜΟΝΟΚΟ (ανωτέρω), υπό μονομελή σύνθεση, όπου κρίθηκε ότι η έννοια του καλόπιστου λάθους δεν εκτείνεται με τρόπο ώστε να καλύπτει λάθη που αφορούν ισχυρισμούς που ήταν γνωστοί από πριν στον εκάστοτε αιτητή. Ειδικότερα στην ΜΟΝΟΚΟ (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Η νέα διαταγή 25 δεν αναφέρεται ειδικά, στην ερμηνεία της φράσης «καλόπιστο λάθος». Κατά την κρίση μου, το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε παραλείψεις και σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση της Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην αγωγή 813/2017 ., ημερ. 30/12/2019, στην οποία αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους.
Στην ίδια υπόθεση (ανωτέρω), διατυπώνεται η άποψη ότι οι νέες Δ.25 και Δ.30, αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στους συνηγόρους κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων, αφού τα περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης από πλευράς Δικαστηρίου, είναι πλέον ιδιαίτερα περιορισμένα. Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων, απαιτεί από όλους τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη όλων των αναγκαίων ισχυρισμών στα δικόγραφά τους, ούτως ώστε να αποφεύγεται η τροποποίηση δικογράφων, σε προχωρημένο στάδιο της δίκης.» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου).
Εξέταση της επίδικης αίτησης
18. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την Ε/Δ Σ.Ζ, δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι η παράλειψη δικογράφησης της Συμφωνίας Εκχώρησης μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Πολυκλινικής Υγείας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ οφείλεται σε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Αντιθέτως, η ομνύουσα ξεκαθαρίζει ότι η μη δικογράφηση οφείλεται στο γεγονός ότι η Συμφωνία Εκχώρησης, εκ παραδρομής και εξ αβλεψίας των τότε υπεύθυνων της Ενάγουσας 1, δεν απεστάλη στους δικηγόρους των Εναγόντων, οι οποίοι δεν ενημερώθηκαν για την ύπαρξη αυτής. Λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία του «καλόπιστου λάθους» στη ΜΟΝΟΚΟ (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία δεν καλύπτονται λάθη που αφορούν ισχυρισμούς εκ των προτέρων γνωστούς στους Ενάγοντες, καθώς και τη θέση που διατυπώθηκε στην ίδια απόφαση, με αναφορά στην Οδυσσέως (ανωτέρω), ότι η νέα προσέγγιση πραγμάτων απαιτεί από όλους τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους να μεριμνούν δεόντως για τη συμπερίληψη όλων των αναγκαίων ισχυρισμών στα δικόγραφά τους, κρίνω ότι η παράλειψη δικογράφησης των ισχυρισμών που αφορούν την αιτούμενη τροποποίηση δεν συνδέεται με την έννοια του καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Συνεπώς, καθίσταται πασιφανές ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν μπορεί να υπαχθεί στην πρώτη εξαίρεση της Δ.25 Θ.1 (3).
19. Αναφορικά με τη δεύτερη εξαίρεση κατά την οποία είναι επιτρεπτή η τροποποίηση δικογράφου, ούτε καν γίνεται επίκληση αυτής από την πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών, δηλαδή ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση αφορά νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου τώρα σκοπείται η τροποποίηση. Αντίθετα, μέσα από την Ε/Δ Σ.Ζ., προκύπτει σαφώς ότι η Συμφωνία Εκχώρησης ήταν εις γνώση των Αιτητών απλώς αυτή δεν απεστάλη στους συνηγόρους των Εναγόντων και ούτε αυτοί ενημερώθηκαν για την ύπαρξη αυτής, ώστε να συμπεριληφθεί στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης. Συνακόλουθα, είναι προφανές ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης εξαίρεσης της Δ.25 Θ.1(3).
20. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει καμιά εκ των δυο εξαιρέσεων που θέτει η Δ.25 Θ.1(3), ώστε να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Τα όσα αναφέρει η ομνύουσα για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης, ότι η επίδικη αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και ότι δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα του Εναγόμενου 2, δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις που θέτει η Δ.25 Θ.1(3). Εν πάση περίπτωση, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων, στην αγόρευση, περιόρισε την αιτούμενη τροποποίηση στη βάση της Δ.25 θ.5 και 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:
«5. Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.
6. Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.»
21. Προς τούτο, εισηγείται ότι, στη βάση των πιο πάνω διατάξεων, μπορεί να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Η πιο πάνω προσέγγιση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Καταρχάς η Δ.25 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της επίδικης αίτησης, ενώ η αιτούμενη τροποποίηση δεν αφορά τη διόρθωση γραφικού λάθους αλλά εισάγει νέο ισχυρισμό, ήτοι την εκχώρηση δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, εργασιών, αρχείων, χρεωστών και πιστωτών της «ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ» προς την Ενάγουσα 1. Ως εκ τούτου, η Δ.25 θ.6 δεν τυγχάνει καν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση.
22. Εν πάση περίπτωση, σκοπός της τροποποίησης της Δ.25 ήταν ο περιορισμός της ευχέρειας που παρείχε το προγενέστερο φιλελεύθερο καθεστώς, στο πλαίσιο του οποίου επικρατούσε η πρακτική να επιτρέπονται ευρείας έκτασης τροποποιήσεις των δικογραφημένων θέσεων, ακόμη και σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Με τις τροποποιήσεις της Δ.25, το Δικαστήριο εξακολουθεί να διατηρεί τη διακριτική εξουσία που του παρέχει η Δ.25 θ.5 και 6, η οποία, ωστόσο, ασκείται εντός των ορίων που τίθενται από τη Δ.25 Θ. 1 (1) – (3). Οι πρόνοιες της Δ.25 θ. 1 (1) – (3) είναι σαφείς και όσο αφορά την τροποποίηση, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα τροποποίησης εκτός από τις δύο περιπτώσεις που αναφέρονται ανωτέρω.
Κατάληξη
23. Για λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται.
24. Η υπόθεση ορίζεται για Ακρόαση στις 15/06/26 και η ώρα 11:00π.μ.
Τα έξοδα
25. Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών και προς όφελος του Εναγόμενου 2/Καθ’ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας.
(Υπ.)……………………...
Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο