GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. YIANNAKIS CHRYSANTHOU DEVELOPMENTS LIMITED κ.α., Aρ. Αγωγής: 1835/2015, 18/3/2026
print
Τίτλος:
GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. YIANNAKIS CHRYSANTHOU DEVELOPMENTS LIMITED κ.α., Aρ. Αγωγής: 1835/2015, 18/3/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

Aρ. Αγωγής: 1835/2015

 

Μεταξύ:

GORDIAN HOLDINGS LIMITED

                                                                                                              Εναγόντων

 

                                                                ΚΑΙ

 

             1.  YIANNAKIS CHRYSANTHOU DEVELOPMENTS LIMITED

                   2. ΙΩΑΝΝΗ Χ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ 

                        3. ΘΕΟΦΙΛΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ

                                                                                                              Εναγόμενων

                                                                                                                                  

------------------

 

Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης, ημερομηνίας 5/3/2025

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18/3/2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για εναγόμενους 2 και 3 - αιτητές: ΑΝΔΡΕΑΣ Θ. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ

Για ενάγοντες - καθ’ ων η αίτηση: Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι νυν ενάγοντες (GORDIAN HOLDINGS LIMITED), με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των τριών εναγόμενων διάφορα ποσά τα οποία οι αρχικοί ενάγοντες (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ) είχαν παραχωρήσει στους εναγόμενους 1, δυνάμει τριών γραπτών συμφωνιών δανείου που είχαν συνάψει μαζί τους, με την εγγύηση των εναγόμενων 2 και 3. Περαιτέρω ζητούν διάταγμα πώλησης 4 ακινήτων τα οποία οι εναγόμενοι, δυνάμει σχετικών συμφωνιών υποθήκευσαν προς όφελος των αρχικών εναγόντων προς εξασφάλιση των δανείων.

 

Οι εναγόμενοι με την υπεράσπισή τους, κατά μια εκδοχή ισχυρίζονται για όλες τις συμφωνίες δανείου και εγγύησης και/ή τους όρους τους, ότι είναι άκυροι και/ή ακυρώσιμοι και/ή παράνομοι και/ή καταχρηστικοί και ή προϊόν απάτης και/ή εξαπάτησης και/ή ψυχικής πίεσης και/ή ενάντια στα συναλλακτική ήθη και/ή στην καλή πίστη και/ή αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης της θέσης ισχύος στην οποία βρίσκονταν οι ενάγοντες έναντί τους. Τα ίδια ισχυρίζονται και για τις 4 υποθήκες με την παράγραφο 5 της υπεράσπισής τους. Καταληκτικά ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα.

 

Με την υπό κρίση αίτηση, οι εναγόμενοι 2 και 3 ζητούν διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισής τους και την προσθήκη ανταπαίτησης, ως ακολούθως:

 

«1. Διάταγμα και/ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει και/ή να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης και την προσθήκη Ανταπαίτησης εντός του δικογράφου των Εναγόμενων 2 και 3 Αιτητών ως εξής:

 

Α.  Με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 5, αμέσως μετά την φράση «δια το ποσό των Λ.Κ.360.000» και πριν την τελεία ως ακολούθως:

 

«και περαιτέρω οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι η όποια εγγύηση και υποθήκη αυτή είναι παράνομη και άκυρη εξαρχής καθώς συντελέστηκε και έγινε κατά παράβαση της νομοθεσίας και περιλαμβάνει όρους παράνομους και οι οποίοι δεν προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου και συγκεκριμένα από τις πρόνοιες των άρθρων 5, 8 και 21 του νόμου 9/1965 και ούτε κανένα δικαίωμα δεν έχει η νέα παρουσιαζόμενη ως Ενάγουσα στην πώληση τους και/ή στην εκποίηση περιουσίας εγγυητή, καθώς δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα βάση του σχετικού νόμου που την καθιστά δήθεν Ενάγουσα.»

Β. Με την προσθήκη μετά το τέλος της υπεράσπισης και την παράγραφο 10, Ανταπαιτήσεως ως ακολούθως και στην οποία αιτείται θεραπείες σχετικά με την παράνομη συμφωνία υποθήκης και/ή εξασφάλισης:

ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 2 ΚΑΙ 3

1.    Οι Εναγόμενοι 2 και 3 βάσει των όσων αναφέρουν στην υπεράσπιση τους εγείρουν την πιο κάτω ανταπαίτηση σε σχέση με τα τις εξασφαλίσεις που αναφέρει η Ενάγουσα στην Έκθεση απαίτησης της και συγκεκριμένα στην παράγραφο 11 αυτής.

Α.  Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι όποιες εξασφαλίσεις όπως αυτές αναφέρονται στην παράγραφο 11 και συγκεκριμένα οι υποθήκες Υ5722/2007, Υ15447/2007 και Υ2297/2010 αυτές είναι άκυρες εξαρχής και/ή παράνομες και σε αντίθεση με την σχετική Νομοθεσία.

Β.  Ειδικές αποζημιώσεις ως ακολούθως:

 -       451.440 ευρώ δια την απώλεια του ακινήτου στην υποθήκης με αριθμό Υ5722/2007

-  615.600 ευρώ δια την απώλεια του ακινήτου της υποθήκης με αριθμό Υ15447/2007

-  350.000 ευρώ για την απώλεια του ακινήτου της υποθήκης με αριθμό Υ2297/2010

Γ.  Γενικές αποζημιώσεις για ταλαιπωρία, προσβολή της προσωπικότητας τους, επιπτώσεις της υγείας τους και στιγματισμό τον οποίο υπέφεραν οι Εναγόμενοι 2 και 3 συνεπεία των παράνομων πράξεων της Ενάγουσας και την πώληση της περιουσίας τους και της πρώτης τους κατοικίας.

Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου και/ή απόφαση ότι κανένα δικαίωμα δεν έχει η GORDIAN HOLDINGS LIMITED στην εκτέλεση πώλησης και/ή εκποίησης της όποιας εγγύησης και/ή περιουσίας εγγυητών και/ή άλλων εξασφαλίσεων.

Ε. Νόμιμο τόκο.

ΣΤ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ»

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση στην οποία προέβησαν από κοινού οι εναγόμενοι 2 και 3: Το μέρος που μας ενδιαφέρει ακολουθεί αυτούσιο:

 

«3. Κατά την προετοιμασία για ακρόαση με τους νέους μας Δικηγόρους, έχουμε αντιληφθεί νέα στοιχεία αντίθετα με την νομοθεσία τα οποία επιθυμούμε να εγείρουμε στην δικογραφία και τα οποία ουδόλως επηρεάζουν δυσμενώς την θέση των αντιδίκων καθώς άπτονται θέματα νομοθετικά.

 

4.    Περαιτέρω επιθυμούμε να περιλάβουμε ανταπαίτηση εντός της υπεράσπισης μας καθώς τα ζητήματα της παρούσας αγωγής μου δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα και άλλαξαν την ζωή μας σε βαθμό που επηρέασε την προσωπική μας κατάσταση και δυστυχώς επιδείνωσε άσχημα την υγεία μας.

 

5.    Οι πράξεις της Ενάγουσας μας δημιούργησαν επιπλοκές στην ζωή, καταλυτικές για εμένα και την οικογένεια μου καθώς οι παρανομίες τους όσο αφορά την σύναψη και κατάρτιση και περιεχόμενο των επίδικων υποθηκών πάσχουν νομικά και είναι αντίθετες με τις σχετικές πρόνοιες του νόμου 9/1965.

 

6.    Είναι πεποίθηση και πιστεύω μας ότι η τροποποίηση της υπεράσπισης μας, με την εισαγωγή των αιτούμενων ισχυρισμών και η προσθήκη της ανταπαίτησης, συνιστά αναγκαίο διάβημα προς την σωστή και δίκαια εξυπηρέτηση της δικαιοσύνης καθώς το μόνο ζητούμενο είναι η άσκηση των συνταγματικών και ανθρωπίνων μας δικαιωμάτων όπως αυτά καθορίζονται από τον Νόμο, το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

 

7.    Η Αιτούμενη αλλαγή και προσθήκη, σκοπό έχει την αποκρυστάλλωση των πραγματικών γεγονότων, δεδομένων και επίδικων θεμάτων που οφείλει το δικαστήριο να ακούσει για την δίκαια εκδίκαση της αγωγής και την σωστή απονομή της δικαιοσύνης αλλά και για την όποια θεραπεία πιθανών να δικαιούμαστε λόγω της πιθανής παρανομίας της Ενάγουσας.

 

8.    Τα επίδικα θέματα είναι άμεσα σχετικά με τα αιτήματα μας και χωρίς την έγκριση της Αίτησης μας, το δικαστήριο θα είναι αδύνατο να αντιληφθεί και να απονέμει σωστή και δίκαια θεραπεία σε εμένα, καθώς δεν θα έχει ενώπιον του ουσιαστικά γεγονότα τα οποία προσπαθώ να εισάγω εντός των δικογράφων, ακόμα και σε τέτοιο χρονικό διάστημα.

 

9.    Ως μας συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για να μας επιτραπούν οι αιτούμενες θεραπείες.

 

10.  Έντιμα και ειλικρινά πιστεύουμε ότι στη βάση της αρχής της ισότητας των όπλων πρέπει να μας δοθεί η ευκαιρία να τροποποιήσουμε την υπεράσπιση και να προστεθεί η αιτούμενη ανταπαίτηση καθώς τα όσα ζητούμε αποτελούν ουσιαστικά ζητήματα δικαίου και βασίζονται σε παραλήψεις της Ενάγουσας να ανταποκριθεί σε νομοθετικά πλαίσια και διαδικασίες.

 

11.  Όλα όσα αναφέρουμε στην παρούσα ένορκο δήλωση μας είναι ουσιώδη και θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην έκβαση της αγωγής και της όποιας απόφασης κατά εμένα και της συζύγου μου και συνεπακόλουθα και της οικογένειας μου και η οποία θα επηρεαστεί άμεσα από τα γεγονότα, ακριβώς όπως επηρεάστηκε από την ήδη παράνομη συμπεριφορά της Ενάγουσας.

 

12.  Ενόψει των συνεπειών που πιθανόν να προκύψουν αν δεν μας δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και/ή αποφάσεις και/ή άδεια του δικαστηρίου και καθώς καμία ζημιά δεν θα υποστούν οι Ενάγοντες-καθ’ ου η αίτηση που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα είναι δίκαιο να δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα δια να αποκαλυφθεί η αλήθεια στο δικαστήριο και να ακουστούν όλα τα σχετικά με την επίδικη αγωγή γεγονότα.

 

13.  Ως εκ των πιο πάνω αιτούμαστε ως το αιτητικό και την τροποποίηση της υπεράσπισης και την προσθήκη ανταπαίτησης προς την δίκαια απονομή της δικαιοσύνης.»

 

Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 9  λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο υπάλληλός τους, Δαμιανός Τσαγγάρης.

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής:

 

«Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας,  Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν  δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα (2002) 1(Α) ΑΑΔ 237.

 

Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια  τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. 

 

Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων (1993) 1 ΑΑΔ 726  αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, 

 

«Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.»

 

Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά. (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 817, από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί:

 

«Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2].

 

Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.»

 

Και λίγο παρακάτω:

 

«Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))».

 

Καθ’ όλα σχετικά είναι και τ’ ακόλουθα από την υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη (2011) 1(Β) Α.Α.Δ.825:    

 

«Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα (1999) 1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.  Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»     

 

Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά (2014) 1 Α.Α.Δ. 663 σύμφωνα με την οποία:    

«Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών.  Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης.  Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση

Και σε άλλο σημείο (πιο κάτω):

«Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός.  Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης.  Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης.  Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου(1991) 1 Α.Α.Δ. 934Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου(1995) 1 Α.Α.Δ. 560Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. vA.GLeventis κ.α.(1993) 1 Α.Α.Δ. 726SABA & Co. (T.M.P.) vT.M.PAgents(1994) 1 A.A.Δ. 426Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά(2007) 1 Α.Α.Δ. 1005).

Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας.  (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v.  Always Travel Holidays Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. και United SeaTransport Ltd v. Zakou (1980) 1 A.Α.Δ. 501, 510).  Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.»

Βλέπε και την ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) ν. ΣΙΑΚΟΛΑΣ, Πολ. Έφ. Αρ. E4/2017, ημερ. 11/10/2018

   

Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία, την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των συνηγόρων και διάφορα στοιχειά που απορρέουν από το φάκελο της υπόθεσης, υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης.

 

Με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται - μεταξύ άλλων - ότι η αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των διαδικαστικών κανονισμών.

 

Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022 (35/2022), ως έχουν τροποποιηθεί. Ο Κανονισμός 4 προνοεί τα ακόλουθα:

«Για όλες τις υποθέσεις μεταξύ των πιο πάνω ετών για τις οποίες υπάρχει ήδη ορισμένη  ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας ή που έχουν οριστεί για οποιονδήποτε σκοπό ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται, χωρίς την προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου, η καταχώριση οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης. Το αίτημα για άδεια τίθεται προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου προς έγκριση ή απόρριψη αναλόγως της περιπτώσεως. Εναπόκειται στο δικαστήριο να εξετάσει το αίτημα για να δώσει όλες τις πρέπουσες οδηγίες ή/και να αποφασίσει ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.»

 

Ο λόγος και ο σκοπός της θέσπισης των παραπάνω Κανονισμών είναι κατάδηλοι εξ ορισμού. Η τήρησή τους αποτελεί αναγκαίο όρο για επίτευξη του σκοπού και εξάλειψης του λόγου θέσπισής τους. Υπό αυτή την έννοια, η προηγούμενη παραχώρηση άδειας καταχώρησης οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης αποτελεί δικαιοδοτικό όρο που άπτεται του κύρους της αίτησης. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε τέτοια αίτηση καταχωρηθεί χωρίς να έχει ληφθεί προηγουμένως για το σκοπό αυτό η αναγκαία άδεια του Δικαστηρίου, είναι άκυρη εξ υπαρχής.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση - που είναι ενδιάμεση -, χωρίς προηγουμένως να έχουν ζητήσει και εξασφαλίσει σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Με μόνο λόγο αυτό, η αίτηση είναι άκυρη και έκθετη σε απόρριψη.

 

Με το 2ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η καταχώρηση της αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Με τον 4ο λόγο υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι κωλύονται και/ή δε δικαιολογούνται να εγείρουν την παρούσα αίτηση, καθότι, την 1/11/2024 επέσυραν ανεπιφύλακτα αγωγή, με τις ίδιες επακριβώς αξιώσεις η οποία εγείρετο εναντίον της Τράπεζας Κύπρου (πρόκειται για τους αρχικούς ενάγοντες στην παρούσα αγωγή) και επομένως, έχουν αποποιηθεί των δικαιωμάτων τους για έγερση όλων των αξιώσεων και ισχυρισμών οι οποίοι προβάλλονται στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης.

 

Να πω εξ αρχής, ότι το βάσιμο του 1ου λόγου ένστασης (ανωτέρω), στην ουσία στοιχειοθετεί το βάσιμο και του πρώτου που υποβάλλεται με το 2ο λόγο ένστασης. Πράγματι, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει άδεια για το σκοπό αυτό αποτελεί περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Όμως, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, ο υπό εξέταση λόγος ένστασης είναι συνολικά βάσιμος.

 

Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014:

 

«΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd (1983) 1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2) (1993) 1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000).

 

Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".»

 

Ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, ο οποίος με την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση, υιοθετεί, επαναλαμβάνει και καθιστά αναπόσπαστο μέρος της δήλωσής του, όλους τους λόγους ένστασης στην αίτηση,  στην παράγραφο 7 αναφέρει τα εξής:

Οι αιτητές, εάν επιθυμούσαν να αξιώσουν οτιδήποτε εναντίον των καθ’ ων η αίτηση μπορούσαν να το αξιώσουν, μέσω της αγωγής με αριθμό 1114/2015 που είχαν καταχωρήσει εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και μετέπειτα και των νυν εναγόντων, την οποία απέσυραν ανεπιφύλακτα την 1/11/2024. Επομένως, προστίθεται, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός ο λόγος που 4 μήνες αργότερα επιθυμούν την τροποποίηση της υπεράσπισης της παρούσας αγωγής και την προσθήκη ανταπαίτησης. Είναι η θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι αποποιήθηκαν των δικαιωμάτων τους για έγερση ανταπαίτησης και επομένως, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.

Συναφώς με τα παραπάνω, η θέση των εναγόμενων δεν προέρχεται από τους ίδιους, αλλά από τους δικηγόρους τους, οι οποίοι, στη γραπτή αγόρευσή τους, αναφέρουν τα εξής:

Αναμφισβήτητα, το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού περί απόσυρσης ανεπιφύλακτα της παραπάνω αγωγής, η οποία φέρεται να περιείχε τις ίδιες ακριβώς αξιώσεις, το φέρουν οι καθ’ ων η αίτηση οι οποίοι οφείλουν να τον αποδείξουν. Σε κάθε περίπτωση, προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, δεν έχει επισυναφθεί οποιοδήποτε τεκμήριο που να συνοδεύει την ένορκη δήλωση και να αποδεικνύει τα προβαλλόμενα, παρά μόνο γίνεται απλώς σχετική αναφορά.

Δε συμφωνώ. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση HOSSAN v. Γ. & Χ. ΛΑΜΨΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΛΤΔ κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. E134/2014, ημερ. 21/4/2021:

 

«Η Δ.48, Θ.4(2) των Θεσμών προνοεί ότι: «Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» η οποία αναφέρει στο Θ.1 ότι κατόπιν αιτήματος οιουδήποτε διαδίκου το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντα για να αντεξεταστεί.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη (2006) 1(Β) Α.Α.Δ.1057 και το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», 2014, 720).»

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, συναφώς με τους παραπάνω, εξόχως ουσιώδεις ισχυρισμούς του, δεν αντεξετάστηκε. Με αυτό δεδομένο θεωρώ ότι αυτοί γίνονται αποδεκτοί από τους εναγόμενους. Οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, δε δικαιούνται να αμφισβητούν, τουλάχιστον την ύπαρξη της αγωγής 1114/15 καθώς και τη σχέση της με την παρούσα υπόθεση. Εξηγώ αμέσως τι θέλω να πω.

 

Στις 30/9/2022 η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Την προηγουμένη, η τότε δικηγόροι των εναγόμενων απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στο Δικαστήριο με το οποίο ζητούσαν αναβολή με το αιτιολογικό ότι η «παρούσα Αγωγή σχετίζεται με την Αγωγή με αρ. 1114/15, η οποία αφορά τους ίδιους διαδίκους και στην οποία έχει υποβληθεί αίτηση συνένωσης από μέρους μας.» Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε την αγωγή για οδηγίες, στις 18/11/2022. Η οποία επαναορίστηκε για οδηγίες αρκετές ακόμη φορές μέχρι και τις 18/12/2023. Την ημέρα αυτή η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόμενων παρακάλεσε το Δικαστήριο να ορίσει την αγωγή, στις 16/1/2024 με το ακόλουθο αιτιολογικό: «Η παρούσα αγωγή συσχετίζεται με την αγωγή 1114/15 στην οποία εκκρεμεί αίτηση συνένωσης. Θα παρακαλούσα να οριστεί την ίδια ημερομηνία που ορίστηκε η 1114/15, δηλαδή, στις 16/1/2024.»

 

Και, με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι έχουν και το βάρος απόδειξης της αίτησης, ουδεμία εξήγηση έχουν δώσει για το γεγονός ότι απέσυραν ανεπιφύλακτα την αγωγή που εκείνοι είχαν καταχωρήσει εναντίον των αρχικών εναγόντων και μετέπειτα των νυν εναγόντων, στην οποία περιλαμβάνονταν όσα θέλουν να τους επιτραπεί να περιλάβουν στην παρούσα αγωγή με την υπό κρίση αίτηση, συμφωνώ με τους ενάγοντες, ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.

 

Σύμφωνα με τη Loukos Trading Co και πάλι, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας προστασίας της άλλης πλευράς από ταλαιπωρία που προκύπτει από συμπεριφορά του αντιδίκου η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.

 

Εάν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, οι ενάγοντες, θα υποχρεωθούν να καταχωρήσουν νέα έκθεση απαίτησης, καθώς και υπεράσπιση στην εναντίον τους ανταπαίτηση και η υπόθεση, που έτσι κι αλλιώς είναι από τις πλέον παλαιές που εκκρεμούν ακόμη, θα πρέπει να επαναπρογραμματιστεί για ακρόαση, ωστόσο, πλέον, όχι μόνο της αγωγής, αλλά και της ανταπαίτησης, με ό,τι αυτό σημαίνει τόσο για την ακολουθητέα διαδικασία όσο και για το χρόνο που θα απαιτηθεί για σκοπούς εκδίκασης των εκατέρωθεν αξιώσεων.

 

Και, με δεδομένο επίσης, ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, για να χρησιμοποιήσω τη φρασεολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Loukos Trading Co και πάλι, στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου η οποία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί οριστικά τέλος στις όποιες δικονομικές ενέργειες ανακόπτουν την έναρξη της ακρόασης της αγωγής και προκαλούν ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση στην εκδίκασή της. Και θα δοθεί τέλος με την απόρριψη της αίτησης και με τον προγραμματισμό της αγωγής σε ακρόαση.

 

Έπεται ότι οι υπό εξέταση λόγοι ένστασης είναι βάσιμοι.

 

Με τον 3ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και μάλιστα, χωρίς καμιά σοβαρή εξήγηση επί τούτου, καθώς τα γεγονότα και/ή οι ισχυρισμοί των εναγόμενων ήταν όλα γνωστά σ’ αυτούς, για πέραν των 10 σχεδόν χρόνων, ήτοι, κατά την καταχώρηση της υφιστάμενης υπεράσπισής τους και κανένα νέο στοιχείο και/ή ισχυρισμός δεν παρουσιάζεται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και που να δικαιολογεί σε οποιαδήποτε περίπτωση την έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

Συναφώς με αυτό το λόγο ένστασης, η μόνη παράγραφος της ένορκης δήλωσης των εναγόμενων που μπορεί να θεωρηθεί σχετική και αυτό μόνο έμμεσα, είναι η παράγραφος 3, την οποία επαναλαμβάνω:

 

«Κατά την προετοιμασία για ακρόαση με τους νέους μας Δικηγόρους, έχουμε αντιληφθεί νέα στοιχεία αντίθετα με την νομοθεσία τα οποία επιθυμούμε να εγείρουμε στην δικογραφία και τα οποία ουδόλως επηρεάζουν δυσμενώς την θέση των αντιδίκων καθώς άπτονται θέματα νομοθετικά.»

 

Το πότε οι εναγόμενοι είχαν αντιληφθεί τα όποια στοιχεία έχουν υπόψη τους είναι ένα πράγμα και άλλο από πότε αυτά υφίστανται και θα μπορούσαν να τα είχαν αντιληφθεί που είναι και το σημαντικότερο.  Αναφορικά με αυτό, οι εναγόμενοι, παρά την προβολή από τους ενάγοντες του υπό εξέταση λόγου ένστασης, ουδέν αναφέρουν. Με αυτό δεδομένο, η θέση των εναγόντων ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σχεδόν 10 χρόνων από την καταχώρηση της υπεράσπισής των εναγόμενων και μάλιστα, χωρίς καμιά σοβαρή εξήγηση επί τούτου, καθώς τα γεγονότα και/ή οι ισχυρισμοί των εναγόμενων, τους ήταν γνωστά, αναπόφευκτα οδηγεί στην εξαγωγή εκ μέρους μου αντίστοιχου συμπεράσματος.

 

Ακολουθεί ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει, αυτοτελώς και γι’ αυτό το λόγο. Είναι φανερό ότι στην περίπτωση των εναγόμενων τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής τα λεχθέντα από την Ikos Cif Ltd v. Martin Coward (ανωτέρω), τα οποία επαναλαμβάνω:

«Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας.  (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v.  Always Travel Holidays Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. και United SeaTransport Ltd v. Zakou (1980) 1 A.Α.Δ. 501, 510).  Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.»

Όμως υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που δυστυχώς για τους εναγόμενους, στοιχειοθετεί ειδικά τη θέση των εναγόντων ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε, όχι απλώς με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αλλά, και κακόπιστα.

Η παράγραφος 3 της ένορκης δήλωσης των εναγόμενων αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω. Με αυτή ισχυρίζονται ότι τα νέα στοιχεία που θέλουν να δικογραφήσουν, τα είχαν αντιληφθεί κατά την προετοιμασία για ακρόαση με τους νέους δικηγόρους τους. Ότι ο εν λόγω ισχυρισμός τους, εξ αντικειμένου είναι ανυπόστατος και ψευδής καταφαίνεται από τα εξής, τα οποία απορρέουν από το φάκελο της υπόθεσης, οπότε και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης:

Οι «νέοι» δικηγόροι τους, που θα πρέπει να σημειωθεί ήταν οι τέταρτοι στη σειρά - από τους πέντε συνολικά δικηγόρους που έχουν διορίσει μέχρι σήμερα - καθώς και αυτοί που καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, ανακοίνωσαν το διορισμό τους στο Δικαστήριο, καταχωρώντας σχετική ειδοποίηση, στις 22/3/2024. Η αγωγή, στις 7/2/2024 - δηλαδή προτού διοριστούν οι τότε δικηγόροι τους -, 15/4/2024, 21/5/2024, 3/6/2024, 10/6/2024, 9/7/2024 και 14/10/2024 ήταν ορισμένη για οδηγίες. Στις 14/10/2024 και οι δυο δικηγόροι ζήτησαν ημερομηνία ακρόασης, το αίτημα έγινε δεκτό και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, στις 3/2/2025. Την ημέρα αυτή, μετά από αίτημα των δικηγόρων και των δυο μερών, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες, στις 7/3/2025 με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, δυο μέρες προηγουμένως και συγκεκριμένα, στις 5/3/2025. Δηλαδή, σε χρονικό σημείο που η υπόθεση δεν ήταν ορισμένη για ακρόαση. Με αυτό δεδομένο είναι φανερό, πως δεν μπορούν να ισχυρίζονται και να θέλουν να γίνουν πιστευτοί ότι τα νέα στοιχεία που θέλουν να δικογραφήσουν τα είχαν αντιληφθεί κατά την προετοιμασία για ακρόαση με τους νέους δικηγόρους τους.

Όμως, υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που θέλω να αναδείξω για το οποίο η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει.

 

Οι τρεις εναγόμενοι, οι οποίοι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας της αγωγής εκπροσωπούνται από δικηγόρους καταχώρησαν από κοινού μια ενιαία υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή. Παρόλα αυτά, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μόνο από τους εναγόμενους 2 και 3. Με την πρώτη αιτούμενη θεραπεία ζητούν τροποποίηση της υπεράσπισης «Με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 5, αμέσως μετά την φράση «δια το ποσό των Λ.Κ.360.000» και πριν την τελεία ως ακολούθως:

 

«και περαιτέρω οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι η όποια εγγύηση και υποθήκη αυτή είναι παράνομη και άκυρη εξαρχής καθώς συντελέστηκε και έγινε κατά παράβαση της νομοθεσίας και περιλαμβάνει όρους παράνομους και οι οποίοι δεν προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου και συγκεκριμένα από τις πρόνοιες των άρθρων 5, 8 και 21 του νόμου 9/1965 και ούτε κανένα δικαίωμα δεν έχει η νέα παρουσιαζόμενη ως Ενάγουσα στην πώληση τους και/ή στην εκποίηση περιουσίας εγγυητή, καθώς δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα βάση του σχετικού νόμου που την καθιστά δήθεν Ενάγουσα.»

 

Εάν επιτραπεί η εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση, η νέα παράγραφος 5 της υπεράσπισης, θα διαμορφωθεί ως ακολούθως:

 

«Οι Εναγόμενοι αρνούνται και/ή απορρίπτουν και/ή αγνοούν και/ή δεν παραδέχονται τους ισχυρισμούς των παραγράφων 11 (α - δ) της Ε/Α και καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους και, περαιτέρω είναι η θέση των Εναγόμενων ότι ακόμα και εάν τυχόν αποδειχθούν οι εν λόγω ισχυρισμοί και/ή η εν λόγω όροι, αυτοί είναι άκυροι και/ή ακυρώσιμοι και/ή παράνομοι και/ή καταχρηστικοί και ή προϊόν απάτης και/ή εξαπάτησης και/ή ψυχικής πίεσης και/ή είναι αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης της θέσεως ισχύος στην που βρίσκονταν οι Ενάγοντες εις βάρος των Εναγόμενων και, επίσης, είναι ενάντια και/ή αντίκεινται στα συναλλακτική ήθη και/ή στην καλή πίστη. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Υ.15447/2007 έγινε και/ή συνεστήθη δια το ποσό των €360.800 και όχι δια το ποσό των Λ.Κ.360.800 και περαιτέρω οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι η όποια εγγύηση και υποθήκη αυτή είναι παράνομη και άκυρη εξαρχής καθώς συντελέστηκε και έγινε κατά παράβαση της νομοθεσίας και περιλαμβάνει όρους παράνομους και οι οποίοι δεν προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου και συγκεκριμένα από τις πρόνοιες των άρθρων 5, 8 και 21 του νόμου 9/1965 και ούτε κανένα δικαίωμα δεν έχει η νέα παρουσιαζόμενη ως Ενάγουσα στην πώληση τους και/ή στην εκποίηση περιουσίας εγγυητή, καθώς δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα βάση του σχετικού νόμου που την καθιστά δήθεν Ενάγουσα

 

Η παράγραφος 5 της υφιστάμενης υπεράσπισης περικλείει την εκδοχή των τριών εναγόμενων σε σχέση με όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης. Η τελευταία περικλείει τη θέση των εναγόντων αναφορικά με τις ενυπόθηκες εξασφαλίσεις των επίδικων δανείων που οι αρχικοί ενάγοντες είχαν παραχωρήσει στους εναγόμενους 1 με την εγγύηση των εναγόμενων 2 και 3.

 

Από το περιεχόμενο της συγκεκριμένης παραγράφου προκύπτει ότι το ενυπόθηκο ακίνητο με την πρώτη υποθήκη είναι ιδιοκτησίας και των τριών εναγόμενων, της δεύτερης, των εναγόμενων 1, της τρίτης, των εναγόμενων 2 και 3 και της τέταρτης, και των τριών εναγόμενων.

 

Με αυτό δεδομένο, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής:

 

Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, ποια θα είναι η παράγραφος 5 της υπεράσπισης των εναγόμενων 1; Η υφιστάμενη ή διαμορφωθείσα, ως ανωτέρω; Αν υποτεθεί ότι ισχύει το πρώτο, πώς μπορούν οι τρεις εναγόμενοι, να υπερασπίζονται την εναντίον τους αγωγή, εν μέρη, με κοινή υπεράσπιση και κατά τα λοιπά με διαφορετική; Αν υποτεθεί ότι ισχύει το δεύτερο, πώς μπορεί δικονομικά να συμβεί αυτό, έχοντας υπόψη η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μόνο από τους εναγόμενους 2 και 3 και όχι και από τους εναγόμενους 1; Τέλος, δεδομένου ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, οι εναγόμενοι 2 και 3 εγείρουν και θέμα ενεργητικής νομιμοποίησης των νυν εναγόντων, για τους οποίους ισχυρίζονται πως ούτε είχαν μα ούτε και έχουν δικαίωμα να παρουσιάζονται ως ενάγοντες «στην πώληση τους και/ή στην εκποίηση περιουσίας εγγυητή, καθώς δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα βάση του σχετικού νόμου που την καθιστά δήθεν Ενάγουσα.», αν υποτεθεί ότι με αυτή την πρόταση αναφέρονται σε όλα τα ενυπόθηκα ακίνητα, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Πώς μπορούν να προβάλλουν αυτό τον ισχυρισμό και για τα ενυπόθηκα ακίνητα των εναγόμενων 1;

 

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι εν τέλει στοιχειοθετείται και ο 8ος λόγος ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η αίτηση έχει ως μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβαρύνει την όλη διαδικασία και/ή κατά συνέπεια, να παρεμποδίσει την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.

 

Και κάτι ακόμη. Δεδομένου ότι η ανταπαίτηση υπέχει θέση αυτοτελούς αγωγής, οι εναγόμενοι 2 και 3, επί τη βάσει ποιου δικογραφημένου ισχυρισμού ζητούν να τους επιτραπεί να αξιώνουν όσα αξιώνουν με τις δυο από τις τέσσερις βασικές αξιώσεις τους; Αρχίζοντας από τη δεύτερη (υπό Β), πώς καλύπτονται δικογραφικά να αξιώνουν τα τρία ποσά που αξιώνουν υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων; Αναφορικά με την τρίτη (υπό Γ), δικογραφικά και πάλι, πού αναφέρουν οτιδήποτε, είτε για ταλαιπωρία είτε για προσβολή της προσωπικότητάς τους είτε για επιπτώσεις της υγείας τους είτε για στιγματισμό τους είτε τέλος για πώληση της περιουσίας τους και της πρώτης κατοικίας τους, για να νομιμοποιούνται να προβάλλουν αξίωση καταβολής γενικών αποζημιώσεων; Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι δεν καλύπτονται και στο δεύτερο, πουθενά.

 

Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τα έξοδα δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 2 και 3.

 

 

 

                                                                         (Υπ.) . .…………………………

                                                                                    Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΚΚ-

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο