ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1977/19
Μεταξύ:
AΓΓΕΛΑ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
Ενάγουσα
και
ΒΡΥΩΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΑ
Εναγόμενος
-------------------
Ημερομηνία: 26.03.26
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγουσα: κ. Στ. Στυλιανού
Για Εναγόμενο: κα. Σ. Χριστοφή για Πέτρος Γιαννακάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
AΠΟΦΑΣΗ
1. Με την παρούσα αγωγή, ως το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερ. 10.09.19, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου απόφαση ότι ο Εναγόμενος δεν δικαιούται και/ή ότι παράνομα και αδικαιολόγητα εισέρχεται, επεμβαίνει, παραμένει, χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται οποιοσδήποτε χώρο ή μέρος της «Κλινικής Χρυσοβαλάντου» που βρίσκεται στην οδό Ιερού Λόχου αρ. 6, στην ενορία Κάψαλος στη Λεμεσό και/ή το δωμάτιο αρ. 102 αυτής και/ή χώρο του δωματίου αυτού, διάταγμα που να απαγορεύεται στον Εναγόμενο να εισέρχεται, επεμβαίνει, χρησιμοποιεί, παραμένει και εκμεταλλεύεται τους πιο πάνω χώρους, διάταγμα όπως ο Εναγόμενος παραδώσει στην Ενάγουσα το κλειδί του δωματίου αρ. 102 στην «Κλινική Χρυσοβαλάντου» και οποιοδήποτε άλλο κλειδί οποιασδήποτε θύρας στην προαναφερθείσα κλινική, το ποσό των €600 μηνιαίως, ως ενδιάμεσα κέρδη και/ή ως απώλεια ενοικίων και/ή άλλως πως, από τον Μάρτιο 2019 μέχρι την ημερομηνία που ο Εναγόμενος θα εγκαταλείψει και/ή θα παύσει να εισέρχεται και/ή επεμβαίνει και/ή χρησιμοποιεί τους πιο πάνω χώρους και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση.
2. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος έχει εγκαταλείψει το δωμάτιο αρ. 102 εντός της «Κλινικής Χρυσοβαλάντου» και συνεπώς η αξίωση της Ενάγουσας περιορίστηκε στο ποσό των €6.600, ως αποζημιώσεις ένεκα της κατοχής και εκμετάλλευσης του επίδικου χώρου από τον Εναγόμενο, από τον Mάρτιο του 2019 μέχρι τα μέσα του Νοέμβριου του 2019. Ένεκα της αρχής ότι αξιώσεις και ισχυρισμοί που δεν προωθούνται θεωρούνται εγκαταλειφθέν, οι σχετικές αξιώσεις και ισχυρισμοί της Ενάγουσας που δεν προωθήθηκαν δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο (βλ. σχετικά Στέλιος Σάββα και Υιοι Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 1/19, ημερ. 28.05.2020).
Δικόγραφα
3. Στην Έκθεση Απαίτησης της η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της «Κλινικής Χρυσοβαλάντου» (εφ’εξής «η επίδικη κλινική») και του ακινήτου όπου αυτή βρίσκεται με αρ. εγγραφής 2/154, Φ/Σχ. 54/500102, Τμήμα 2, Τεμάχιο 250 που βρίσκεται στην οδό Ιερού Λόχου αρ. 6, στην ενορία Κάψαλος στη Λεμεσό. Τη διεύθυνση και/ή διαχείριση της επίδικης κλινικής, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διεξήγαγε ο «Α.Π.» (εφ’εξής ο «ΜΕ.1»), σύζυγος της Ενάγουσας, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της.
4. Κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2019, ο Εναγόμενος επισκέφθηκε την επίδικη κλινική και συζήτησε με τον ΜΕ.1 κατά πόσο υπήρχε διαθέσιμος χώρος σε αυτήν για χρήση ως φυσιοθεραπευτήριο. Προς τούτο, του υποδείχθηκε ο διαθέσιμος χώρος στο δωμάτιο αρ. 102 στο ημιυπόγειο της επίδικης κλινικής (εφ’εξής «ο επίδικος χώρος») και συμφωνήθηκε κατ’αρχήν τίμημα ύψους €600 για τη χρήση του επίδικου χώρου. Η Ενάγουσα αναφέρει επίσης ότι τέθηκαν συγκεκριμένοι όροι χρήσης και λειτουργίας, ως αναγκαίες προϋποθέσεις ενοικίασης του επίδικου χώρου, πλην όμως δεν καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία ενοικίασης.
5. Θέση της Ενάγουσας είναι ότι, πριν την οριστικοποίηση των όρων ενοικίασης και την ολοκλήρωση της συμφωνίας παραχώρησης του επίδικου χώρου, ο Εναγόμενος δεν συμμορφωνόταν με τις όρους και/ή προϋποθέσεις και/ή κανονισμούς της επίδικης κλινικής που είχαν τεθεί. Ως εκ τούτου, κατά τις αρχές του Μαρτίου 2019, ο ΜΕ.1 τον ενημέρωσε ότι δεν επιθυμούσε πλέον τη σύναψη συμφωνίας παραχώρησης του επίδικου χώρου και τον κάλεσε όπως παύσει να εισέρχεται στην επίδικη κλινική και στο δωμάτιο αρ. 102 και να παραδώσει τα κλειδιά. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των μερών όπου εκάστη πλευρά πρόβαλλε τη θέση της αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα.
6. Η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι, παρά τις πιο πάνω ειδοποιήσεις και εκκλήσεις του ΜΕ.1 προς τον Εναγόμενο όπως παύσει να εισέρχεται, επεμβαίνει, χρησιμοποίει και εκμεταλλεύεται τον χώρο της κλινικής και/ή το δωμάτιο αρ. 102 και παρά τη μη σύναψη συμφωνίας παραχώρησης του επίδικου χώρου ενοικίασης, ο Εναγόμενος παράνομα, αβάσιμα, αυθαίρετά και αδικαιολόγητα αρνήθηκε και αρνείται να συμμορφωθεί και επεμβαίνει, χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται τον επίδικο χώρο και/ή μέρος της επίδικης κλινικής, χωρίς να καταβάλλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε τίμημα και/ή ποσό και/ή αποζημίωση. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα αποστερείται την κατοχή, χρήση και εκμετάλλευση του επίδικου χώρου και από τον Μάρτιο 2019 και μέχρι την παραλαβή του επίδικου χώρου από τον Εναγόμενο και της παράδοσης του κλειδιού του δωματίου αρ. 102, έχει υποστεί και θα υφίσταται ζημιά και απώλεια ίση με €600 μηνιαίως. Η Ενάγουσα αξιώνει διαζευκτικά αποζημιώσεις €600 από τον Μάρτιο του 2019 μέχρι την παράδοση του επίδικου χώρου, επικαλούμενη επιπλέον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
7. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του Εναγόμενου ημερ. 11.02.20, αναφέρει ότι συναλλασσόταν αποκλειστικά με τον ΜΕ.1, τον οποίο θεωρούσε ιδιοκτήτη της επίδικης κλινικής. Υποστηρίζει ότι κατά την πρώτη συνάντηση του με τον ΜΕ.1 συμφωνήθηκε η ενοικίαση του δωματίου αρ. 102 με αποκλειστική χρήση αυτού από τον Εναγόμενο. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, κατόπιν προφορικής συμφωνίας του ιδίου με τον ΜΕ.1 όσο αφορά τους όρους ενοικίασης, ο Εναγόμενος κατέβαλε στον ΜΕ.1 το ποσό των €600 ως εγγύηση, για το οποίο δεν έλαβε απόδειξη είσπραξης, με συμφωνία καταβολής του πρώτου ενοικίου ύψους €600 με την υπογραφή γραπτής συμφωνίας ενοικίασης.
8. Ο Εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να αποστείλουν πρόχειρη συμφωνία ενοικίασης, για σχόλια και εισηγήσεις με σκοπό τα μέρη να καταλήξουν σε τελικό κείμενο για υπογραφή γραπτής συμφωνίας ενοικίασης, χωρίς ουδεμία ανταπόκριση. Ο ίδιος, στο μεταξύ, είχε εγκατασταθεί στο δωμάτιο αρ. 102 εντός της επίδικης κλινικής και καθημερινά ζητούσε ενημέρωση από τον ΜΕ.1 σχετικά με την υπογραφή γραπτής συμφωνίας ενοικίασης. Περαιτέρω, παρά τη μη υπογραφή γραπτής συμφωνίας ενοικίασης, ο ΜΕ.1 απαιτούσε από τον Εναγόμενο μηνιαίο ενοίκιο. Προς τούτο, ο Εναγόμενος, προκειμένου να συντομεύσει τη διαδικασία κατάρτισης γραπτής συμφωνίας ενοικίασης, ενημέρωσε τον ΜΕ.1 ότι θα παρακρατούσε μέρος του ενοικίου μέχρι την υπογραφή της, οπότε και θα του κατέβαλλε οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο, πρακτική με την οποία ο ΜΕ.1 συμφώνησε.
9. Ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι ενεργούσε καλόπιστα και δεν είχε πρόθεση να εγκαταλείψει τον ενοικιαζόμενο χώρο καθώς είχε αποκτήσει καλή πελατεία λόγω της περιοχής και υπέστη έξοδα διαφήμισης και προώθησης της δουλείας του. Βεβαίως, ο Εναγόμενος προβάλλει περαιτέρω τον ισχυρισμό ότι, συνεπεία της έκδοσης μονομερούς διατάγματος ημερ. 12.09.2019, εγκατέλειψε το δωμάτιο αρ. 102 στις 16.09.2019 και ότι, στις 11.11.2019, προέβη στην ενοικίαση νέου χώρου για την κάλυψη των επαγγελματικών του αναγκών, γεγονότα τα οποία τελούσαν εις γνώσιν της Ενάγουσας και του ΜΕ.1.
10. Ο Εναγόμενος προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι τα ενοίκια που αφορούν το επίδικο υποστατικό έχουν πλήρως καταβληθεί σε μετρητά προς τον ΜΕ.1, χωρίς να εκδίδονται αποδείξεις, ως ήταν η πάγια του τελευταίου. Υποστηρίζει δε ότι ουδέν ποσό ενοικίου οφείλει για το υποστατικό που κατείχε και χρησιμοποιούσε νόμιμα και ότι ενώ δεν του δίδονταν αποδείξεις πληρωμής αυτός συνέχιζε να καταβάλλει ανελλιπώς όλα τα ενοίκια. Συνεπώς ζητά την απόρριψη της παρούσας αγωγής με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας.
11. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου, αυτός αξιώνει €2.500 ως έξοδα διαφήμισης και διαφημιστικού υλικού, έξοδα μετακόμισης και έξοδα εξεύρεσης νέου υποστατικού καθώς και ζημιές λόγω απώλειας πελατείας προερχόμενης από γειτνιάζουσες περιοχές του ενοικιαζόμενου δωματίου αρ. 102 καθώς και αποζημιώσεις για απώλεια επαγγελματικής στέγης, απώλεια φήμης και πελατείας.
12. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση ημερ. 26.02.20, η Ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της, ως αναγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης της. Περαιτέρω προβάλλει τη θέση ότι ο Εναγόμενος εγκαταστάθηκε στον επίδικο χώρο πριν τα μέρη καταλήξουν σε συμφωνία και/ή συμφωνηθούν όλοι οι όροι ενοικίασης. Επίσης, η Ενάγουσα αρνείται ότι ο Εναγόμενος, στο σύντομο χρονικό διάστημα παραμονής του στον επίδικο χώρο, απέκτησε πελατεία ή υπέστη τα επικαλούμενα έξοδα.
13. Η Ενάγουσα παραδέχεται ότι ο Εναγόμενος εγκατέλειψε το δωμάτιο αρ. 102 περί τις 16.09.19. Τέλος, αρνείται τις ζημιές ύψους €2.500 που κατ’ισχυρισμό υπέστη ο Εναγόμενος ως ανύπαρκτες και/ή εξωπραγματικές και συνεπώς ζητά την απόρριψη της Ανταπαίτησης του Εναγόμενου ως νομικά και πραγματικά αβάσιμης και αδικαιολόγητης.
Η ακροαματική διαδικασία
14. Κατά την ακροαματική διαδικασία, προς απόδειξη της αγωγής της Ενάγουσας, κατέθεσε ο ΜΕ.1 ενώ για την Υπεράσπιση και προς απόδειξη της ανταπαίτησης κατάθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος.
15. Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε για τελικές γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου ημερ. 14.11.25, απέστειλαν δια μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προς υποστήριξη των θέσεων που εγείρουν.
16. Εξέτασα με πολύ προσοχή τόσο την προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και τις Γραπτές Αγορεύσεις των μερών, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο η ειδική επίκλησή τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490 και BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANKJOINTSTOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BAN "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. ΄Εφ. Αρ. 117/2018, ημερ. 16/3/2022).
Η Μαρτυρία
Σύνοψη μαρτυρίας της Ενάγουσας
17. Παρόλο που η μαρτυρία είναι καταχωρημένη εντός του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, παραθέτω μια σύνοψη αυτής για εκάστη πλευρά.
18. Ο ΜΕ.1, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Α), όπου αναφέρει ότι είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα δήλωση. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάφερε ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας. Ο ΜΕ.1 δήλωσε ότι η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια της επίδικης κλινικής και προς τούτο αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου όπου αυτή βρίσκεται κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Από το έτος 2000 διεξήγαγε ο ίδιος τη διεύθυνση και διαχείριση της επίδικης κλινικής όπου ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας.
19. Κατά τον Ιανουάριο 2019, ο Εναγόμενος επισκέφθηκε την επίδικη κλινική και συζήτησε με ΜΕ.1 κατά πόσο υπήρχε διαθέσιμος χώρος σε αυτήν για χρήση ως φυσιοθεραπευτήριο. Προς τούτο, του υποδείχθηκε ο επίδικος χώρος και τον οποίο ο Εναγόμενος εκ πρώτης όψεως αποδέχθηκε να ενοικιάσει και παρέμεινε προς συζήτηση οι όροι ενοικίασης και η σύναψη γραπτής συμφωνίας. Συμφωνήθηκε όμως ως κατ’αρχήν τίμημα για χρήση του επίδικου χώρου το ποσό των €600. Επιπλέον, ο ΜΕ.1 δήλωσε ότι ανάφερε στον Εναγόμενο, ότι για την παραχώρηση και σύναψη συμφωνίας χρήσης του επίδικου χώρου, το καθεστώς λειτουργίας της επίδικης κλινικής και αναγκαίες προϋποθέσεις, τους οποίους εκθέτει στη μαρτυρία του, όπως, μεταξύ άλλων, ότι το δωμάτιο αρ. 102 δεν θα χρησιμοποιείτο κατ’ αποκλειστικότητα από τον Εναγόμενο αλλά ορισμένες φορές θα χρησιμοποιείτο από τον ΜΕ.1 και από το Δρ. «Χ.Α.»
20. Θέση του ΜΕ.1 είναι ότι, πριν την οριστικοποίηση των όρων χρήσης του επίδικου χώρου και την ολοκλήρωση συμφωνίας παραχώρησης του επίδικου χώρου, ο Εναγόμενος δεν συμμορφωνόταν με τις προϋποθέσεις που είχαν τεθεί. Ως εκ τούτου, κατά τις αρχές του Μαρτίου 2019, ο ΜΕ.1 τον ενημέρωσε ότι δεν επιθυμούσε πλέον τη σύναψη συμφωνίας παραχώρησης του επίδικου χώρου και τον κάλεσε να παύσει να εισέρχεται στη κλινική και στο δωμάτιο αρ. 102 και να παραδώσει τα κλειδιά. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των μερών όπου εκάστη πλευρά πρόβαλλε την θέση της αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Ειδικότερα, αντίγραφο επιστολής του ΜΕ.1 ημερ. 02.04.19 προς τον Εναγόμενο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, αντίγραφο απαντητικής επιστολής του δικηγόρου του Εναγόμενου ημερ. 12.04.19 προς τον ΜΕ.1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο απαντητικής επιστολής του δικηγόρου του ΜΕ.1 ημερ. 23.04.19 προς τους δικηγόρους του Εναγόμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο επιστολής ημερ. 08.07.19 προς τον Εναγόμενο, μετ’επισυνημμένου αντίγραφου ένορκης δήλωσης του επιδότη ημερ. 12.07.19, κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 5 και αντίγραφο απαντητικής επιστολής του δικηγόρου του Εναγόμενου ημερ. 30.07.19 προς τον δικηγόρο της Ενάγουσας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6. Αναφορά έγινε επίσης από τον ΜΕ.1 στο γεγονός ότι, ένεκα των διαφορών μεταξύ των μερών, αποτάθηκε στην Αστυνομία. Προς τούτο, αντίγραφο επιστολής του δικηγόρου της Ενάγουσας ημερ. 28.08.19 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7.
21. Ο ΜΕ.1 ανάφερε ότι κατά τα μέσα του Νοεμβρίου του 2019 ο Εναγόμενος έφυγε από την επίδικη κλινική και εγκατέλειψε τον χώρο, τον οποίο μέχρι τότε εκμεταλλευόταν χωρίς να καταβάλλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε τίμημα ή ποσό ή αποζημίωση. Συνεπώς, ο ΜΕ.1 δήλωσε ότι η Ενάγουσα είχε αποστερηθεί τη κατοχή, χρήση και εκμετάλλευση του επίδικου χώρου για περίοδο 11 μηνών και έχει υποστεί ζημιά και απώλεια συνολικού ύψους €6.600, που αντιστοιχεί στο συμφωνηθέν τίμημα των €600 μηνιαίως για την προαναφερθείσα περίοδο, που αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, ο ΜΕ.1 ισχυρίστηκε ότι o Εναγόμενος με την πιο πάνω παράνομη, αδικαιολόγητη και αυθαίρετη χρήση και εκμετάλλευση του επίδικου χώρου και δωματίου, επωφελήθηκε και κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της Ενάγουσας για το ποσό των €600 μηνιαίως.
22. Σχετικά με τα ποσά που έλαβε από τον Εναγόμενο, ο ΜΕ.1 δήλωσε ότι μετά την προφορικά συμφωνία τους για παραχώρηση του επίδικου χώρου, όπου καθορίστηκε το ποσό των €600 πλέον €600 ως εγγύηση, ο Εναγόμενος του παρέδωσε το ποσό των €600 που αφορούσε την εγγύηση και €400 που αφορούσε τον μήνα Ιανουάριο του 2019. Έκτοτε, ως η θέση του ΜΕ.1, δεν καταβλήθηκε ποσό από τον Εναγόμενο.
23. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ.1 διευκρίνισε ότι έχει εξουσιοδότηση από την Ενάγουσα από το 1990, γεγονός για το οποίο δεν γνωστοποίησε στον Εναγόμενο επειδή δεν του το ζήτησε. Ο ΜΕ.1 επιπλέον ανάφερε ότι ενημέρωσε προφορικά τον Εναγόμενο ότι είναι αντιπρόσωπος της Ενάγουσας στην παρουσία της προϊστάμενης (sister) και της γραμματέας υποδοχής (receptionist). Αναφορικά με την παρούσα αγωγή, διευκρίνισε ότι δεν αξιώνει ενοίκια, αφού, κατά τη θέση του, δεν έγινε συμφωνία, αλλά ότι αξιώνει αποζημιώσεις για τη χρήση που είχε ο Εναγόμενος, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Νοέμβριο 2019. Προς τούτο, ο ΜΕ.1 διευκρίνισε ότι ο Εναγόμενος είχε δώσει ποσό ύψους €1.000 και με τους υπολογισμούς που είχαν προβεί βγαίνει το αξιούμενο ποσό. Περαιτέρω, ο ΜΕ.1 διευκρίνισε ότι ζητούνται αποζημιώσεις από τον Ιανουάριο του 2019 επειδή από τότε υπήρχε προφορική συμφωνία που ξεκινούσε από Ιανουάριο 2019 μέχρι τον Νοέμβριο του 2019, που ο Εναγόμενος παρέδωσε τα κλειδιά στην υποδοχή («reception»). Ο ΜΕ.1 διευκρίνισε τη θέση του γιατί θεωρεί ότι παράδοση έγινε τον Νοέμβριο και όχι τον Σεπτέμβριο του 2019.
24. Ο ΜΕ.1 ανάφερε ότι έλαβε μια πληρωμή από τον Εναγόμενο ύψους €1.000, ο οποίος του ανάφερε ότι θα του παρέδιδε τα υπόλοιπα σε λίγες μέρες, χωρίς ποτέ όμως ο Εναγόμενος να του παραδίδει το υπόλοιπο των €200, για να συμπληρωθεί η προφορική τους συμφωνία. Ο ΜΕ.1 παραδέχτηκε ότι δεν εξέδωσε απόδειξη είσπραξης λόγω της παραβατικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου αλλά και επειδή ανέμενε από τον Εναγόμενο να του παραδώσει το ποσό των €200 ενώ ο Εναγόμενος του ζήτησε την έκδοση απόδειξης δια το ποσό των €1.200, χωρίς την πλήρη αποπληρωμή.
25. Κατά πόσο υπήρχε προφορική συμφωνία με τον Εναγόμενο, ο ΜΕ.1 διευκρίνισε ότι υπήρξε διάθεση να υπάρξει συμφωνία όπου έγινε προφορικά ενημέρωση για τον χώρο, τα χρήματα και τις υποχρεώσεις που έπρεπε να τηρεί ο Εναγόμενος αλλά ότι τα μέρη δεν προχώρησαν σε συμφωνία όταν αντιλήφθηκε την παραβατική συμπεριφορά του Εναγόμενου. Θέση του ΜΕ.1 ήταν ότι από τη στιγμή που δεν υπήρξε γραπτή συμφωνία και από τη στιγμή που ο Εναγόμενος παραβίαζε βασικούς όρους έστω της δήθεν προφορικής συμφωνίας που έγινε, ήταν καθαρό ότι δεν υπήρξε ολοκληρωμένη συμφωνία με τον Εναγόμενο. Προς τούτο ο ΜΕ.1 εξήγησε πως γνωστοποίησε, στην παρουσία της προϊστάμενης και της γραμματέας υποδοχής, τους όρους λειτουργίας της επίδικης κλινικής στον Εναγόμενο.
26. Ο ΜΕ.1 διαφώνησε ότι ο χώρος παραδόθηκε σε αυτόν στις 16.09.19 και ανάφερε ότι τα κλειδιά παραδόθηκαν στις 05.11.19. Διαφώνησε επιπλέον σε υποβολές ότι δεν έκδιδε αποδείξεις για να αξιώνει σήμερα αποζημιώσεις, ότι ο Εναγόμενος ήταν πολύ τυπικός με τις πληρωμές του καθώς και ότι ο Εναγόμενος του οφείλει σήμερα το ποσό που αξιώνει αφού κατέβαλε τα απαιτούμενα ποσά.
27. Τέλος, ο ΜΕ.1 ανάφερε ότι άλλαξε τις κλειδωνιές της εξωτερικής εισόδου και διαφώνησε ότι έβγαλε την ταμπέλα του Εναγόμενου από τον χώρο της επίδικης κλινικής.
Σύνοψη μαρτυρίας του Εναγόμενου
28. Ο Εναγόμενος, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Β), όπου δήλωσε ότι δεν συνάντησε ποτέ την Ενάγουσα και πότε ο ίδιος έλαβε γνώση ότι αυτή ήταν ιδιοκτήτρια της επίδικης κλινικής. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος δήλωσε ότι πάντοτε συνομιλούσε με τον ΜΕ.1, ο οποίος του δήλωσε ρητώς ότι ήταν ο ιδιοκτήτης της επίδικης κλινικής.
29. Ο Εναγόμενος δήλωσε ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας που είχε με τον ΜΕ.1, συμφώνησε να του παραχωρηθεί το δωμάτιο αρ. 102 για να στεγάσει το φυσιοθεραπευτήριο του, χωρίς να του αναφερθούν όροι ή αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χρήση αυτού παρά μόνο ότι το ενοίκιο ανέρχεται σε €600 μηνιαίως καθώς και ότι με την παραλαβή του πρώτου ενοικίου και της προκαταβολής θα προχωρούσαν στην σύναψη γραπτής συμφωνίας. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, συμφωνήθηκε, μεταξύ του Εναγόμενου και του ΜΕ.1, η ενοικίαση και αποκλειστική χρήση από τον Εναγόμενο του δωματίου αρ. 102 καθώς και ότι με την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης θα κατέβαλλε ο Εναγόμενος το πρώτο ενοίκιο. Προς τούτο, ο Εναγόμενος κατάβαλε άμεσα στον ΜΕ.1 το ποσό των €600, ως εγγύηση, χωρίς μέχρι σήμερα να του δίδεται απόδειξη είσπραξης.
30. Ο Εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι στις 22.01.19 έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να αποστείλουν πρόχειρη συμφωνία ενοικίασης μαζί με τα πιστοποιητικά της εταιρείας του, για σχόλια και εισηγήσεις με σκοπό τα μέρη να καταλήξουν σε τελικό κείμενο για υπογραφή γραπτής συμφωνίας ενοικίασης, χωρίς ουδεμία ανταπόκριση. Ο ίδιος, στο μεταξύ, είχε εγκατασταθεί στο δωμάτιο αρ. 102 εντός της επίδικης κλινικής και καθημερινά ζητούσε ενημέρωση από τον ΜΕ.1 σχετικά με την υπογραφή γραπτής συμφωνίας ενοικίασης. Περαιτέρω, παρά τη μη υπογραφή γραπτής συμφωνίας ενοικίασης, ο ΜΕ.1 απαιτούσε από τον Εναγόμενο μηνιαίο ενοίκιο. Προς τούτο, ο Εναγόμενος, ζήτησε αποδείξεις πληρωμών για τα ποσά που κατέβαλε στον ΜΕ.1, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν θα του έδιδε αποδείξεις γιατί δεν υπεγράφη συμφωνία μεταξύ τους.
31. Ακολούθως, στις 02.04.19, ο Εναγόμενος έλαβε επιστολή από τον ΜΕ.1 (βλ. Τεκμήριο 2), όπου του ανάφερε ότι προέκυψαν προσωπικοί λόγοι για τον συγκεκριμένο χώρο τον οποίο ήθελε πίσω το συντομότερο δυνατόν. Εις απάντηση, απεστάλη η επιστολή του δικηγόρου του Εναγόμενου ημερ. 12.04.19 προς τον ΜΕ.1 (βλ. Τεκμήριο 3). Αναφορά έγινε από τον Εναγόμενο στις επιστολές ημερ. 23.04.19 και 30.07.19 (βλ. Τεκμήρια 4 και 6 αντίστοιχα).
32. Ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι ενεργούσε καλόπιστα και δεν είχε πρόθεση να εγκαταλείψει τον ενοικιαζόμενο χώρο καθώς είχε δημιουργήσει καλή πελατεία λόγω της περιοχής, είχε επενδύσει σε διαφήμιση και προώθηση της δουλειάς του και θεωρούσε ότι αν έπρεπε να αποχωρήσει έπρεπε να αποζημιωθεί. Ακολούθως, ο Εναγόμενος δήλωσε ότι, συνεπεία της έκδοσης μονομερούς διατάγματος ημερ. 12.09.19, εγκατέλειψε το δωμάτιο αρ. 102 στις 16.09.19 και επέστρεψε τα κλειδιά καθώς και ότι, στις 11.11.2019, προέβη στην ενοικίαση νέου χώρου για την κάλυψη των επαγγελματικών του αναγκών. Θέση του Εναγόμενου είναι ότι κατά ή περί την 16.09.19 εγκατάλειψε/παρέδωσε κατοχή του δωματίου με αρ. 102 και πως δεν οφείλει οποιαδήποτε ενοίκια στον ΜΕ.1 ή στη Ενάγουσα. Ούτε έχει προκαλέσει τις οποιεσδήποτέ ζημιές στο χώρο, ως η επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 05.12.19, καθώς και ζήτησαν προς τούτο όπως πραγματοποιηθεί επιτόπια συνάντηση, ως η επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 04.02.20. Αντίγραφα των επιστολών των δικηγόρων του Εναγόμενου ημερ. 05.12.19 και 04.02.20 κατατεθήκαν ως Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα.
33. Κατά την αντεξέταση του, ο Εναγόμενος δήλωσε ότι είναι φυσιοθεραπευτής και αθλίατρος και ότι εργάζεται στη Κύπρο από τις 18.07.07, εκθέτοντας το επαγγελματικό του ιστορικό. Ως προς τα επίδικα γεγονότα, ανέφερε ότι επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ΜΕ.1 και διευθετήσαν συνάντηση, κατά την οποία τον ρώτησε ποια δωμάτια ήταν διαθέσιμα προς ενοικίαση. Ο ΜΕ.1 του υπέδειξε χώρο στο υπόγειο και σύμφωνα με τον Εναγόμενο συμφώνησαν το ύψος του ενοικίου και προχώρησαν. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε πότε θα παραλάμβανε το υποστατικό, καθώς και ότι θα ετοιμαζόταν η γραπτή συμφωνία από τον δικηγόρο του ιδίου σε συνεννόηση με τον δικηγόρο του ΜΕ.1. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, τα μέρη κατέληξαν σε προφορική συμφωνία, όχι όμως γραπτή, καθώς ανέμεναν τον οικονομικό σύμβουλο του ΜΕ.1. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι επικοινωνούσε διαρκώς με τον ΜΕ.1 ως προς το πότε θα σύναπταν τη γραπτή συμφωνία και θα του παρέδιδε αποδείξεις για την προκαταβολή και τις μηνιαίες πληρωμές του ενοικίου, ώστε να τις παραδώσει στο λογιστή του. Θέση του Εναγόμενου είναι ότι η επίδικη κλινική είχε προβλήματα με τις τράπεζες γι’αυτό δεν ήθελε ο ΜΕ.1 να δίδει «χαρτιά» γεγονός που του δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα γιατί δεν μπορούσε να πιστοποιήσει ότι έδιδε ενοίκιο.
34. Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι, από την πρώτη συνάντηση των μερών, παρέδωσε στον ΜΕ.1 το ποσό των €600, ως προκαταβολή (deposit) και ότι, μετά την πάροδο ολίγων ημερών, κατέβαλε επιπλέον το ποσό των €600, ως πρώτο ενοίκιο. Επί τούτου διευκρίνισε τη θέση, ως προβάλλεται στην Υπεράσπιση, σχετικά με το ζήτημα παρακράτησης ποσού ενοικίου ότι νοούσε παρακράτηση της προκαταβολής. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο ΜΕ.1 του ζητούσε σε μηνιαία βάση την καταβολή χρημάτων, δια το οποία ουδέποτε εξέδιδε αποδείξεις. Προς τούτο, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ως προς τον χρόνο καταβολής των ενοικίων Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2019, διευκρίνισε ότι η πληρωμή του Φεβρουάριου πραγματοποιήθηκε στις 16.02.19, ενώ η πληρωμή του Μαρτίου περί τις 14-16 Μαρτίου 2019. Επίσης, ο Εναγόμενος διαφώνησε με την υποβολή ότι κατέβαλε μόνο το ποσό των €600 ως εγγύηση και €300, ως μέρος του ενοικίου του Ιανουάριου του 2019 και ότι παρακράτησε το υπόλοιπο €300. Επιπλέον, ο Εναγόμενος διαφώνησε με υποβολή ότι όφειλε στην Ενάγουσα το ποσό των €5.600 ως ενοίκια μέχρι τις 11/11 που παρέδωσε τα κλειδιά του δωματίου αρ. 102.
35. Ο Εναγόμενος διαφώνησε ότι βρισκόταν στο δωμάτιο αρ. 102 τον Νοέμβρη και διευκρίνισε ότι η δουλειά του εκεί έκλεισε μετά τα τέλη του Απρίλη και εξήγησε ότι αυτό ήταν επειδή ο ΜΕ.1 έκλεινε τις πόρτες και ακύρωναν τα ραντεβού. Αναφορά έγινε από τον Εναγόμενο στο πότε ξεκίνησε η αρνητική συμπεριφορά του ΜΕ.1 προς τον ίδιο επειδή τον πίεζαν με τον αδελφό του να προχωρήσει στην έκδοση αποδείξεων και τη σύναψη ενοικιαστηρίου εγγράφου. Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε επίσης και στο γεγονός ότι ο ΜΕ.1 του ανάφερε να αποχωρήσει για «προσωπικούς λόγους» ενώ κατά τη θέση του ο αληθινός λόγος ήταν επειδή ο ΜΕ.1 είχε προχωρήσει σε συμφωνία με τρεις προσωπικούς γιατρούς για να τους παραχωρήσει τα δωμάτια κάτω. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, έχει κάνει έξοδα, διαφήμιση, έβαλε ταμπέλες για να φέρει κόσμο στην επίδικη κλινική και γι’αυτό έπρεπε να αποζημιωθεί.
36. Ο Εναγόμενος διευκρίνισε ότι παρέδωσε την κατοχή του δωματίου αρ. 102 στις 16.09.19 και ότι του είχαν αναφέρει να πάει στην υποδοχή για να αφήσει το κλειδί, όπου δεν υπήρχε κοπέλα. Τέλος, ανάφερε ότι του είχαν κλέψει μια πινακίδα, δηλαδή το λογότυπα της εταιρείας, το οποίο τοποθέτησαν στον δεύτερο όροφο.
Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα
37. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας των μερών, ως επίσης και τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τα πιο κάτω προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου:
(1) Ο ΜΕ.1 είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας.
(2) Η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια της επίδικης κλινικής (βλ. Τεκμήριο 1). Το δωμάτιο αρ. 102 (εφ’εξής «το δωμάτιο») βρίσκεται στο ημιυπόγειο της επίδικης κλινικής
(3) Ο Εναγόμενος ουδέποτε συνάντησε την Ενάγουσα.
(4) Τα μέρη δεν προέβησαν στην σύναψη και υπογραφή γραπτής συμφωνίας ενοικίασης.
(5) Καταβλήθηκε από τον Εναγόμενο προς τον ΜΕ.1 το ποσό των €600, ως προκαταβολή.
Αξιολόγηση της μαρτυρίας & Ευρήματα Δικαστηρίου
38. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα πάντοτε εντός του αυστηρού πλαισίου των δικογραφημένων ισχυρισμών των μερών που καθορίζουν τα επίδικα θέματα προς εξέταση από το Δικαστήριο (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24 και Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826). Συνεπώς, οι ισχυρισμοί που εγείρονται στη γραπτή αγόρευση του Εναγόμενου περί απάτης και ψευδής παράστασης εκ μέρους του ΜΕ.1 θα αγνοηθούν, καθώς δεν δικογραφούνται στο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης, ως άλλωστε επιβεβαίωσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου και η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγόμενου.
39. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου πάντα έχοντας υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες και παραμέτρους που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα, ως άλλωστε έχει καθιερωθεί από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως η λογικοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη ή έλλειψη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, η ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους, η ύπαρξη ή η απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος, η υποστήριξη της μαρτυρίας τους από την έγγραφη μαρτυρία καθώς και η αντικειμενική υφή, υπόσταση και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 Α.Α.Δ. 2192, Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, 19/04/2018), ECLI:CY:AD:2018:A179. Επιπρόσθετα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Εφ. 328/11, ημερ. 31.5.17, ECLI:CY:AD:2017:A202). Επιπλέον, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454, Φάρμα Ρένος Χ"Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331 και ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολ. Εφ. 158/2013, ημερ. 26.10.22, ECLI:CY:AD:2022:A403).
40. Στη βάση των πιο πάνω αρχών, τυχόν μαρτυρία που προσκομίστηκε και δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα, ήτοι που εκφεύγουν εξ ολοκλήρου των δικογραφημένων θέσεων των μερών ή επί θεμάτων που περιορίστηκαν από τους συνηγόρους καθηκόντως θα αγνοηθεί και δεν θα τύχει περαιτέρω σχολιασμού. Ειδικότερα, αυτό που πραγματικά αποτελεί επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσο καταρτίστηκε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των μερών, πότε αποχώρησε ο Εναγόμενος από το δωμάτιο αρ. 102 και ποια ήταν ζημιά που πραγματικά υπέστη τα μέρη.
41. O ΜΕ.1 δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας αληθείας. Από τη συνολική αξιολόγηση της μαρτυρίας του θεωρώ ότι παρουσίασε τα γεγονότα κατά τρόπο ώστε να εξυπηρετεί τη θέση της Ενάγουσας σύζυγος του και όχι όπως αυτά πραγματικά συνέβησαν. Η μαρτυρία του, ως θα εξηγηθεί εν συνεχεία στην απόφαση μου, αντιφάσκει και αντικρούεται και από τα ίδια τα τεκμήρια που παρουσίασε. Πρόβαλε επίσης πολλούς ισχυρισμούς χωρίς τεκμηρίωση, οι οποίοι παρέμειναν αιωρούμενοι, χωρίς καμία αξία.
42. Εξίσου αρνητική εντύπωση προκάλεσε στο Δικαστήριο και ο Εναγόμενος, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα έντονος κατά την κατάθεση της μαρτυρίας του, χωρίς η μαρτυρία του να πείθει το Δικαστήριο, ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών του. Όπως, για παράδειγμα, οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου ότι πλήρωνε μηνιαίως, για τόσο χρονικό διάστημα, το ποσό των €600 χωρίς να λαμβάνει αποδείξεις δεν είναι λογικοί. Εάν πράγματι πλήρωνε το ποσό αυτό με κάποιο τρόπο θα το τεκμηρίωνε, ήτοι εάν ήτο με επιταγές θα μπορούσε να παρουσιάσει την ανάλογη μαρτυρία και εάν ήτο τοις μετρητοίς, πράγμα που φαίνεται απίθανο, πάλι θα παρουσίαζε κάποιο γραπτό έγγραφο του που να καταδεικνύει ότι ο ίδιος πλήρωνε χωρίς να λαμβάνει αποδείξεις. Απέτυχε και στα δύο. Πιστεύω ότι πρόβαλε τον ισχυρισμό περί πληρωμής, ως άνω, μόνο και μόνο για να δικαιολογήσει την ατεκμηρίωτη κατά τ’άλλα θέση που παρουσίασε.
43. Πιο κάτω θα αναφερθώ στη μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων, ως προς τα επίδικα γεγονότα, επισημαίνοντας τα σημεία της μαρτυρίας τους που δεν αποδέχομαι, ως αναξιόπιστα, καθώς και εκείνα τα οποία αποδέχομαι, παραθέτοντας προς τούτο τους λόγους που οδηγούν το Δικαστήριο στα σχετικά ευρήματα του.
Αντιπρόσωπος της Ενάγουσας
44. Η μαρτυρία του ΜΕ.1 ότι από το έτος 2000 διεξήγαγε ο ίδιος τη διεύθυνση και διαχείριση της επίδικης κλινικής όπου ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας και προς τούτο είχε εξουσιοδότηση από το 1990, κρίνεται ως αξιόπιστη. Ειδικότερα, επί τούτου δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία που να διαψεύδει την πιο πάνω μαρτυρία. Ο Εναγόμενος ως προς το ζήτημα αυτό ανάφερε μόνο ότι ο ΜΕ.1 δεν παρουσίασε σχετική εξουσιοδότηση και ότι ο ΜΕ.1 του παρουσιάστηκε ως ιδιοκτήτης της επίδικης κλινικής. Συνάγεται λοιπόν ότι ο Εναγόμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν γνώριζε ποια ήταν η πραγματική ιδιοκτήτρια της επίδικης κλινικής, που ως προκύπτει από το άνωθεν εύρημα του Δικαστηρίου ήταν η Ενάγουσα, καθώς και ότι ο ΜΕ.1 απλώς δεν του παρουσίασε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση να ενεργεί εκ μέρους της Ενάγουσας. Η μη παρουσίαση εξουσιοδότησης όμως, εκ μέρους του ΜΕ.1 δεν εξυπακούει ότι δεν υπάρχει τέτοια εξουσιοδότηση ελλείψει οποιασδήποτε αντίθετης μαρτυρίας επί τούτου όπως από την Ενάγουσα ότι δεν εξουσιοδότησε τον σύζυγο της να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της, αναφορικά με τη διεύθυνση και διαχείριση της επίδικης κλινικής.
45. Συνεπώς, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι από το έτος 2000 ο ΜΕ.1 διεξήγαγε τη διεύθυνση και διαχείριση της επίδικης κλινικής όπου ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας και προς τούτο είχε εξουσιοδότηση από το 1990.
Ύπαρξη προφορικής συμφωνίας
46. Αναφορικά με την σύναψη προφορικής συμφωνίας, ο ΜΕ.1 επί τούτου ανάφερε ότι εκ πρώτης όψεως ο Εναγόμενος αποδέχθηκε να ενοικιάσει τον επίδικο χώρο και παρέμεινε προς συζήτηση οι όροι ενοικίασης και η σύναψη γραπτής συμφωνίας. Ως κατ’αρχήν τίμημα για τη χρήση του επίδικου χώρου συμφωνήθηκε το ποσό των €600 μηνιαίως ενώ ο ΜΕ.1 δήλωσε στον Εναγόμενο ότι για την παραχώρηση και σύναψη συμφωνίας χρήσης του επίδικου χώρου, υπήρχαν αναγκαίες προϋποθέσεις τις οποίες ο Εναγόμενος έπρεπε να τηρεί, όπως, μεταξύ άλλων, ότι το δωμάτιο δεν θα χρησιμοποιείτο κατ’αποκλειστικότητα από τον Εναγόμενο αλλά ορισμένες φορές θα χρησιμοποιείτο από τον ΜΕ.1 και από το Δρ. «Χ.Α.». Περαιτέρω, ο ΜΕ.1 ανάφερε ότι πριν την οριστικοποίηση των όρων χρήσης του επίδικου χώρου και την ολοκλήρωση συμφωνίας παραχώρησης του επίδικου χώρου, ο Εναγόμενος δεν συμμορφωνόταν με τις προϋποθέσεις που είχαν τεθεί, με αποτέλεσμα κατά τις αρχές του Μαρτίου 2019, ο ΜΕ.1 να ενημερώνει τον Εναγόμενο ότι δεν επιθυμούσε πλέον τη σύναψη συμφωνίας παραχώρησης του επίδικου χώρου και τον κάλεσε να παύσει να εισέρχεται στη κλινική και στο δωμάτιο αρ. 102 και να παραδώσει τα κλειδιά. Από την αντίθετη πλευρά, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι συμφωνήθηκε προφορικά, μεταξύ του ιδίου και του ΜΕ.1, η ενοικίαση και αποκλειστική χρήση, από τον Εναγόμενο, του δωματίου, ως φυσιοθεραπευτήριο, χωρίς να του τεθούν όροι για τη χρήση του δωματίου πέραν του ότι το ενοίκιο ανέρχεται στο ποσό των €600 μηνιαίως καθώς και ότι με την καταβολή του πρώτου ενοικίου και της προκαταβολής θα προχωρούσαν στην σύναψη γραπτής συμφωνίας.
47. Από την προφορική μαρτυρία αμφότερων των μαρτύρων προκύπτει ότι τα μέρη κατέληξαν σε κατ’αρχήν συμφωνία ως προς τίμημα των €600 μηνιαίως, ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των €600, ως προκαταβολή (deposit), καθώς και ότι παραδόθηκαν στον Εναγόμενο τα κλειδιά του δωματίου και στο οποίο εγκαταστάθηκε. Αποδέχομαι την πιο πάνω μαρτυρία και προβαίνω στα αντίστοιχα ευρήματα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ.1, ο Εναγόμενος κατέβαλε τουλάχιστον μέρος ποσού για τον Ιανουάριο του 2019, ενώ σημειώνεται επιπλέον ότι στην επιστολή ημερ. 02.04.19 του ΜΕ.1 προς τον Εναγόμενο (βλ. Τεκμήριο 2), αναγράφεται ότι «όπως σε έχω ήδη ενημερώσει και προφορικά εδώ και δύο εβδομάδες θα ήθελα να μου παραδώσεις άμεσα το δωμάτιο που σου είχε παραχωρηθεί». Υπό το φως των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΕ.1 ότι δεν είχε συναφθεί οποιαδήποτε συμφωνία απορρίπτεται ως αβάσιμη και αντιφατική σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Η ασάφεια της θέσης του ΜΕ.1 αναφορικά με τα πραγματικά συμφωνηθέντα μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου διαφάνηκε και κατά τη κατάθεση της μαρτυρίας του όπου ανάφερε ότι από τη στιγμή που δεν υπήρξε γραπτή συμφωνία και από τη στιγμή που ο Εναγόμενος παραβίαζε βασικούς όρους έστω της δήθεν προφορικής συμφωνίας που έγινε, ήταν καθαρό ότι δεν υπήρξε ολοκληρωμένη συμφωνία με τον Εναγόμενο.
48. Με βάση την πιο πάνω αποδεκτή μαρτυρία δεν δύναμαι να καταλήξω με βεβαιότητα ότι καταρτίστηκε προφορική συμφωνία ενοικίασης του δωματίου από τον Εναγόμενο, καθότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ως προς τη διάρκεια της ενοικίασης,[1] τους συμφωνηθέντες όρους της ενοικίασης, πέραν του συμφωνηθέντος τιμήματος, ενώ δεν καταρτίστηκε και γραπτή συμφωνία ενοικίασης μεταξύ των μερών. Περαιτέρω, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι υπήρχε πρόθεση εκ μέρους της Ενάγουσας, ως ιδιοκτήτρια της επίδικης κλινικής, να παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση του δωματίου στον Εναγόμενο. Η μαρτυρία του Εναγόμενου αναφορικά με τις ενέργειες στις οποίες προέβη για υπογραφή συμφωνίας ενοικίασης ουδόλως σημασία έχει εφόσον αμφότερα μέρη συμφωνούν ότι ουδέποτε καταρτίστηκε, μεταξύ τους, γραπτή συμφωνία ενοικίασης του δωματίου.
49. Δύναμαι όμως να καταλήξω, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα - ήτοι ότι συμφωνήθηκε κατ’αρχήν τίμημα των €600 μηνιαίως, ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των €600, ως προκαταβολή (deposit), καθώς και ότι παραδόθηκαν στον Εναγόμενο τα κλειδιά του δωματίου, όπου εγκαταστάθηκε - σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 02.04.19, όπου ο ΜΕ.1 ζήτησε από τον Εναγόμενο να του παραδώσει πίσω το δωμάτιο που του παραχωρήθηκε, ότι περί τον Ιανουάριο του 2019 συμφωνήθηκε προφορικά, μεταξύ του ΜΕ.1, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας, καθώς και του Εναγόμενου, η παραχώρηση άδειας χρήσης στον Εναγόμενο μέρους του δωματίου έναντι του ποσού των €600 μηνιαίως. Στο πιο πάνω εύρημα καταλήγω έχοντας περαιτέρω υπόψη την προσκομισθείσα μαρτυρία σχετικά με την μη αποκλειστική χρήση του δωματίου, για το οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω. Επισημαίνω βεβαίως ότι άγνωστο παραμένει στο Δικαστήριο ποιος ήταν ο διαθέσιμος χώρος που κατ’ισχυρισμό παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο εντός του δωματίου, ούτε το μέγεθος αυτού, καθώς για το ζήτημα αυτό ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από τον ΜΕ.1. Περαιτέρω, αποδέχομαι ότι δόθηκε η προαναφερθείσα άδεια χρήσης μέρους του δωματίου συγκεκριμένα ως φυσιοθεραπευτήριο, εφόσον δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία επί τούτου. Συνεπώς, γίνονται τα ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου.
50. Σχετικά με την πληρωμή ποσού από τον Εναγόμενο, ο ΜΕ.1 ισχυρίστηκε ότι έλαβε μόνο το ποσό των €400 για τον Ιανουάριο του 2019, ενώ ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό είτε στον ΜΕ.1 είτε στην Ενάγουσα. Ωστόσο, στην επιστολή ημερ. 02.04.2019 του ΜΕ.1 προς τον Εναγόμενο (βλ. Τεκμήριο 2) αναγράφεται ότι από το ποσό των €1.200 (€600 και €600 εγγύηση), ο Εναγόμενος του παρέδωσε το ποσό των €1.000 καθώς και το επιπρόσθετο ποσό των €400 για τον Μάρτιο. Από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας επιστολής προκύπτει ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε στον ΜΕ.1 ποσά τα οποία υπερβαίνουν εκείνα που ο ΜΕ.1 ανέφερε στην προφορική του μαρτυρία. Ειδικότερα, ενώ προφορικά ο ΜΕ.1 ισχυρίστηκε ότι έλαβε από τον Εναγόμενο το ποσό των €600 ως προκαταβολή και μόνο το ποσό των €400 για τον Ιανουάριο του 2019, από την επιστολή προκύπτει ότι ο Εναγόμενος του κατέβαλε συνολικά το ποσό των €1.400, δηλαδή €400 επιπλέον των όσων ανέφερε ο ΜΕ.1 κατά την προφορική του μαρτυρία. Υπό το φως των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΕ.1, ως προς το πραγματικό ποσό που έλαβε από τον Εναγόμενο για την άδεια χρήσης μέρους του δωματίου, κρίνεται αναξιόπιστη. Αρνητική εντύπωση προκάλεσε επίσης στο Δικαστήριο το γεγονός ότι ο ΜΕ.1, κατά δική του παραδοχή, δεν εξέδιδε αποδείξεις δια τα ποσά που λάμβανε από τον Εναγόμενο. Ο λόγος που προέβαλε για τη μη έκδοση αποδείξεων, ήτοι η κατ’ισχυρισμό παραβατική συμπεριφορά του Εναγόμενου αλλά και η αναμονή καταβολής του ποσού των €200, από τον Εναγόμενο, δεν κρίνεται πειστικός. Σημειώνεται συναφώς προς τούτο ότι η έκδοση απόδειξης είσπραξης αποτελεί νόμιμη υποχρέωση. Περαιτέρω, στην επιστολή ημερ. 23.04.19 (βλ. Τεκμήριο 4), ο συνήγορος της Ενάγουσας αναγράφει ότι «Οι αποδείξεις δεν δοθήκαν, επειδή, δεν ήταν βέβαια η κατάληξη σε συμφωνία». Υπό τις περιστάσεις αυτές και λαμβάνοντας υπόψη την αναξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ.1, σε σχέση με τα ποσά που έλαβε από τον Εναγόμενο, δεν δύναμαι να καταλήξω με βεβαιότητα σε εύρημα ως προς το πραγματικό ύψος των καταβληθέντων, από τον Εναγόμενο, ποσών. Από την άλλη, ούτε η μαρτυρία του Εναγόμενου ότι κατέβαλε όλα τα οφειλόμενα ποσά είναι επαρκής για να θεμελιώσει εύρημα περί πλήρους αποπληρωμής, ελλείψει οποιασδήποτε απόδειξης πληρωμής ή άλλου αποδεικτικού εγγράφου προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, ως ανέφερα πιο πάνω.
51. Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΕ.1 ως προς τις προϋποθέσεις που είχαν αναφερθεί στον Εναγόμενο σε σχέση με τη παραχώρηση και σύναψη συμφωνίας χρήσης, ήτοι ότι ο Εναγόμενος θα έπρεπε να παραλάβει και να επιστρέψει τα κλειδιά του δωματίου στο χώρο υποδοχής της επίδικης κλινικής, να τηρεί προσωπικό φάκελο για έκαστο ασθενή του, οι οποίοι θα συμπλήρωναν και υπέγραφαν σχετικό έντυπο για προσωπικά δεδομένα, να καταγράφει τους ασθενείς του στο σχετικό μητρώο της επίδικης κλινικής καθώς και να συμμορφώνεται με τους Κανονισμούς Λειτουργίας της επίδικης κλινικής, ενόψει του ότι η Ενάγουσα δεν αξιώνει αιτητικό σχετικά με τη παραβίαση τέτοιων όρων, αυτή η μαρτυρία κρίνεται ως άσχετη με τα επίδικα θέματα και συνεπώς δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο. Ομοίως και η μαρτυρία του Εναγόμενου ότι δεν του αναφέρθηκαν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις αλλά και ότι δεν προκάλεσε τις οποιεσδήποτε ζημιές κρίνεται άσχετη με τα επίδικα θέματα.
Αποκλειστική χρήση του δωματίου από τον Εναγόμενο
52. Κατά πόσο ο Εναγόμενος είχε αποκλειστική χρήση του δωματίου ο ΜΕ.1 ισχυρίστηκε ότι είχε αναφέρει στον Εναγόμενο ότι ο διαθέσιμος χώρος στο δωμάτιο δεν θα χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον Εναγόμενο και ότι, ορισμένες φορές, χρησιμοποιείτο από τον ίδιο και ένα άλλο γιατρό που είχε ήδη τη χρήση του και είχε εκεί τα σχετικά με τις εργασίες του μηχανήματα ή και όργανα ή και άλλα χρειώδη. Από την αντίθετη πλευρά, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι συμφωνήθηκε η ενοικίαση και αποκλειστική χρήση από τον ίδιο του δωματίου, το οποίο του παραχωρήθηκε αποκλειστικά χωρίς να το χρησιμοποιεί ο ΜΕ.1 ή ο άλλος γιατρός. Εξετάζοντας την σχετική επιστολογραφία των συνηγόρων, παρατηρώ ότι στην επιστολή ημερ. 23.04.19 των δικηγόρων της Ενάγουσας προς τους δικηγόρους του Εναγόμενου (βλ. Τεκμήριο 4) αναγράφεται ότι «Η χρήση του αναφερόμενου χώρου δεν ήταν αποκλειστική καθότι αυτός χρησιμοποιείτο περιοδικά από τον ιατρό Δρ. Χ. Α» καθώς και ότι ο Εναγόμενος «… γνώριζε από την αρχή ότι ο προτεινόμενος προς χρήση χώρος χρησιμοποιείτο και από τον Δρ. Χ.Α και ότι ιατρός αυτός κατείχε και κατέχει στο χώρο αυτό καρδιολογικά μηχανήματα και άλλα αντικείμενα του. Είναι αυτονόητο ότι τα μηχανήματα αυτά αφορούν τις εργασίες του προαναφερόμενου ιατρού». Περαιτέρω στην επιστολή ημερ. 12.04.19 των δικηγόρων του Εναγόμενου προς τον ΜΕ.1 (βλ. Τεκμήριο 3) καθώς και στην επιστολή ημερ. 30.07.2019 των δικηγόρων του Εναγόμενου προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 6), αναγράφεται ότι στις 12.04.19, ο ΜΕ.1 έδωσε οδηγίες σε άλλο πρόσωπο (ιατρό) να επισκεφθεί το δωμάτιο για να πάρει τα έπιπλα ιδιοκτησίας του προσώπου αυτού όπου ο Εναγόμενος αρνήθηκε να παραδώσει τα έπιπλα καθώς και ότι ο Εναγόμενος έλαβε κλήση από τον Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού όπου ενημερώθηκε από τον αξιωματικό υπηρεσίας ότι ο Δρ. «Χ.Α» κατάγγειλε το άνω συμβάν και ότι από έρευνα, εκ μέρους της αστυνομίας, διαπιστώθηκε ότι τα έπιπλα ήταν ιδιοκτησίας του Δρ. «Χ.Α.». Από εξέταση αυτής της μαρτυρίας, στο σύνολο της, αποδέχομαι ότι δεν παραδόθηκε η αποκλειστική χρήση του δωματίου στον Εναγόμενο αλλά ότι άδεια χρήσης του δωματίου είχε τόσο ο ΜΕ.1 όσο και ο Δρ. «Χ.Α.», εφόσον τα έπιπλα του ιδίου, κατά παραδοχή των δικηγόρων του Εναγόμενου, ως οι πιο πάνω επιστολές, βρίσκονταν στο δωμάτιο. Ως εκ τούτου, γίνεται το ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου.
Τερματισμός άδειας χρήσης του δωματίου
53. O ΜΕ.1 ανάφερε ότι κατά τις αρχές του Μαρτίου 2019 κάλεσε τον Εναγόμενο να παύσει να εισέρχεται στην επίδικη κλινική και στο δωμάτιο αλλά και να παραδώσει τα κλειδιά. Η μαρτυρία του αυτή επιβεβαιώνεται από την επιστολή ημερ. 02.04.19 του ΜΕ.1 προς τον Εναγόμενο (βλ. Τεκμήριο 2) όπου, ως αναφέρω ανωτέρω, ο ΜΕ.1 αναγράφει ότι εδώ και δύο εβδομάδες ενημέρωσε τον Εναγόμενο προφορικά όπως του παραδώσει άμεσα το δωμάτιο που του παραχωρήθηκε. Περαιτέρω, στην προαναφερθείσα επιστολή ο ΜΕ.1 καλεί τον Εναγόμενο όπως εντός μιας εβδομάδας να του παραχωρηθεί ο χώρος στην ίδια ακριβώς κατάσταση όπως του παραδόθηκε καθώς και με όλα τα έπιπλα που υπήρχαν μέσα. Επιπλέον, στην επιστολή ημερ. 23.04.19 των δικηγόρων της Ενάγουσας προς τους δικηγόρους του Εναγόμενου (βλ. Τεκμήριο 4), οι συνήγοροι της Ενάγουσας, ενεργώντας ως δικηγόροι του ΜΕ.1, καλούν τον Εναγόμενο όπως παραδώσει άμεσα στον ΜΕ.1 το κλειδί. Επιπρόσθετα, στην επιστολή ημερ 08.07.19 των δικηγόρων της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο (βλ. Τεκμήριο 6) αναγράφεται ότι «παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του συζύγου της πελάτιδας μας για να εγκαταλείψετε την Κλινική και το πιο πάνω δωμάτιο και παρά την επιστολή μας προς τους δικηγόρους σας ημερ. 23.04.19, εσείς παράνομα, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα, εξακολουθείτε να εισέρχεστε στην αναφερόμενη κλινική ή και δωμάτιο ή και χώρο. Όπως σας έχει επανειλημμένα αναφερθεί η πελάτιδα μας δεν θέλει να εισέρχεσθε στην αναφερόμενη Κλινική ή χώρο και δεν επιθυμεί να σας παραχωρήσει ή διαθέσει οποιοδήποτε δωμάτιο ή άλλο χώρο της Κλινικής για χρήση. Ως εκ των ανωτέρω, με την παρούσα καλείσθε όπως μέσα σε δέκα ημέρες από την λήψη της, παραλάβατε από την Κλινική οποιαδήποτε προσωπικά σας αντικείμενα, εάν υπάρχουν, και παύσετε στο εξής να εισέρχεσθε ή παραμείνετε ή χρησιμοποιείτε οποιοδήποτε μέρος της Κλινικής, καθ’οιονδήποτε τρόπο». Από αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας προκύπτει ότι από τον Μάρτιο του 2019 και ακολούθως τον Απρίλιο του 2019 αλλά και τον Ιούλιο του 2019 ο Εναγόμενος κλήθηκε να εγκαταλείψει όχι μόνο το δωμάτιο αλλά και την επίδικη κλινική. Συνεπώς, από τον Μάρτιο του 2019 τερματίστηκε η άδεια χρήσης, εκ μέρους του Εναγόμενου, του δωματίου. Η μαρτυρία αυτή του ΜΕ.1 δεν αμφισβητήθηκε. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis (1986) 1 C.L.R. 89, Adidas v. Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R.383 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd. v. Nικολαϊδη (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1057), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Ένεκα της παράλειψης αυτής αντεξέτασης του ΜΕ.1, αναφορικά με τον τερματισμό της άδειας χρήσης μέρους του δωματίου από τον Εναγόμενο, καθώς και το γεγονός ουδεμία αντίθετη μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον Εναγόμενο, ο οποίος μάλιστα επιβεβαίωσε στη μαρτυρία του ότι στις 02.04.19 έλαβε την επιστολή 02.04.19 του ΜΕ.1 (βλ. Τεκμήριο 2), η μαρτυρία αυτή του ΜΕ.1 κρίνεται αξιόπιστη. Ως εκ τούτου, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι από τον Μάρτιο του 2019 τερματίστηκε η άδεια χρήσης, εκ μέρους του Εναγόμενου, μέρους του δωματίου.
54. Λαμβάνοντας υπόψη την αξίωση της Ενάγουσας και την ανταπαίτηση του Εναγόμενου, άσχετη με τα επίδικα θέματα κρίνεται η μαρτυρία του ΜΕ.1 επί της κατ’ισχυρισμό παραβατικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου αλλά και η μαρτυρία του Εναγόμενου ως προς τον λόγο τερματισμού της άδειας χρήσης και τα προβλήματα μεταξύ των μερών.
Παράδοση κατοχής του δωματίου από τον Εναγόμενο
55. Σύμφωνα με τον ΜΕ.1, κατά τα μέσα του Νοεμβρίου του 2019, ο Εναγόμενος έφυγε από την επίδικη κλινική και εγκατέλειψε τον χώρο, ενώ παρέδωσε το κλειδί του δωματίου στις 05.11.19. Μάλιστα διευκρίνισε ότι είχε φωτογραφίες που κατ’ισχυρισμό δείχνουν ότι ο Εναγόμενος διατηρούσε πράγματα εντός του δωματίου και μετά τον Σεπτέμβριο του 2019. Από την αντίθετη πλευρά, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι παρέδωσε κατοχή του δωματίου στις 16.09.19. Η θέση του ΜΕ.1, όμως, δεν υποστηρίζεται από το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση ημερ. 26.02.2020, όπου αναγράφεται ότι ο Εναγόμενος κατά ή περί την 16.09.19 είχε εγκαταλείψει τον προαναφερόμενο χώρο, ενώ ο ΜΕ.1 παρουσίασε αντιφάσεις ως προς το χρονικό σημείο που ο Εναγόμενος εγκατάλειψε το χώρο σε συνάρτηση με την παράδοση των κλειδιών από τον Εναγόμενο. Περαιτέρω, δεν προσκομίστηκαν οι φωτογραφίες που ο ΜΕ.1 επικαλέστηκε προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του ότι μετά τον Σεπτέμβριο του 2019 υπήρχαν πράγματα του Εναγόμενου εντός του δωματίου, ούτε διευκρινίστηκε ποια ακριβώς ήταν αυτά. Παράλληλα, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε νέα επιστολή της Ενάγουσας ή των δικηγόρων της με την οποία να καλείται εκ νέου ο Εναγόμενος να εγκαταλείψει το δωμάτιο, με την τελευταία επιστολή που αποστάλθηκε να είναι η επιστολή ημερ. 08.07.19 (βλ. Τεκμήριο 5). Λαμβάνοντας υπόψη ότι αποστάλθηκαν επανειλημμένες επιστολές προς τον Εναγόμενο ή τους συνηγόρους του όπως αυτός εγκαταλείψει το δωμάτιο (βλ. επιστολές ημερ. 02.04.19, 23.04.19 και 08.07.19), θα ανέμενε εύλογα κανείς ότι, εάν ο Εναγόμενος παρέμενε στο δωμάτιο μετά τον Σεπτέμβριο του 2019, θα αποστελλόταν εκ νέου σχετική επιστολή, κάτι που δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου.
56. Υπό το φως των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΕ.1 επί του ζητήματος αυτού κρίνεται ως ατεκμηρίωτη και απορρίπτεται. Κρίσιμο βεβαίως για τους σκοπούς της υπό κρίση αγωγής δεν είναι απλώς το πότε ο Εναγόμενος εγκατέλειψε το δωμάτιο αλλά πότε έπαυσε να έχει την κατοχή του. Επί τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Εναγόμενου ότι παρέδωσε την κατοχή του δωματίου στις 16.09.19, ελλείψει οποιασδήποτε αξιόπιστης μαρτυρίας περί του αντιθέτου. Περαιτέρω, αποδέχομαι ότι ο Εναγόμενος στις 11.11.19 προέβη σε ενοικίαση νέου χώρου, εφόσον η μαρτυρία του αυτή δεν αμφισβητήθηκε και ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Ως εκ τούτου, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος παρέδωσε την κατοχή του δωματίου στις 16.09.19 και ότι αυτός στις 11.11.19 προέβη σε ενοικίαση νέου χώρου.
Ζημιά Ενάγουσας
57. Ο ΜΕ.1, αναφορικά με τη ζημιά της Ενάγουσας, ανάφερε ότι αξιώνει αποζημιώσεις για τη χρήση που είχε ο Εναγόμενος του δωματίου, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Νοέμβριο 2019 διευκρινίζοντας ότι, με βάση τους υπολογισμούς στους οποίους προέβησαν, το αξιούμενο ποσό ανέρχεται στις €6.600. Η μαρτυρία του όμως για αξίωση αποζημίωσης, ένεκα στην ουσία της μη αδειοδοτημένης χρήσης του δωματίου από τον Εναγόμενο κατά την πιο πάνω περίοδο έχει, ως αναφέρω ανωτέρω, απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η επίδικη περίοδος μη αδειοδοτημένης χρήσης του δωματίου από τον Εναγόμενο αφορά την περίοδο από τον Μάρτιο του 2019 μέχρι τις 16.09.19. Συνεπώς, ο υπολογισμός του ΜΕ.1 για αποζημιώσεις ύψους €6.600, ήτοι €600 για έντεκα (11) μήνες, δεν συνάδει με τα ευρήματα του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
58. Περαιτέρω, ο ΜΕ.1 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη ζημιά που πραγματικά υπέστη η Ενάγουσα από τη μη αδειοδοτημένη χρήση του δωματίου από τον Εναγόμενο. Συγκεκριμένα, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για την ενοικιαστική αξία του δωματίου και ειδικότερα του μέρους του δωματίου στο οποίο παραχωρήθηκε άδεια χρήσης στον Εναγόμενο. Ούτε δύναμαι να καταλήξω σε εύρημα ότι η ζημιά που υπέστη η Ενάγουσα αφορά το ποσό των €5.000, ήτοι €600 για οκτώ (8) μήνες από Μάρτιο μέχρι Νοέμβριο του 2019 και το ποσό των €200 που, κατ’ισχυρισμόν του ΜΕ.1, οφειλόταν για το μήνα Ιανουάριο του 2019, ως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας στις τελικές αγορεύσεις του προς περιορισμό της αξίωσης της Ενάγουσας, καθότι άγνωστο παραμένει στο Δικαστήριο ποιο ήταν το πραγματικό ποσό που ο Εναγόμενος κατέβαλε στον ΜΕ.1, κατά την προαναφερθείσα επίδικη περίοδο, ως αντάλλαγμα για την άδεια χρήσης του δωματίου.
59. H μαρτυρία του ΜΕ.1 περί αδικαιολόγητο πλουτισμό απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτη για τον ίδιο λόγο, ήτοι επειδή δεν προσκομίστηκε αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με το πραγματικό ποσό που ο Εναγόμενος κατέβαλε στον ΜΕ.1, κατά την επίδικη περίοδο, ως αντάλλαγμα για την άδεια χρήσης του δωματίου.
Ζημιά Εναγόμενου
60. Αναφορικά με τις ζημιές που κατ’ισχυρισμό υπέστη ο Εναγόμενος, ο ίδιος ανάφερε κατά τη μαρτυρία του ότι είχε επενδύσει σε διαφήμιση και προώθηση της εργασίας του και ότι τοποθέτησε πινακίδες προκειμένου να προσελκύσει πελατεία στην επίδικη κλινική. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι θα έπρεπε να αποζημιωθεί. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κλάπηκε μια πινακίδα, δηλαδή το λογότυπο της εταιρείας, ισχυρισμό με τον οποίο διαφώνησε ο ΜΕ.1. Αναφορικά με την κατ’ισχυρισμό κλοπή της πινακίδας, θεωρώ ότι το ζήτημα αυτό εκφεύγει της αξίωσης του Εναγόμενου, η οποία αφορά αποζημιώσεις για έξοδα διαφήμισης και διαφημιστικού υλικού, έξοδα μετακόμισης, έξοδα εξεύρεσης νέου υποστατικού καθώς και αποζημιώσεις λόγω απώλειας πελατείας, απώλεια επαγγελματικής στέγης και απώλεια φήμης. Συνεπώς, η μαρτυρία αυτή δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το κόστος της εν λόγω πινακίδας, ούτε από ποιο πρόσωπο κλάπηκε, ώστε να θεωρηθεί ότι πρόκειται για ζημιά που προκλήθηκε από την Ενάγουσα ή αντιπροσώπους αυτής.
61. Ως προς τη μαρτυρία του Εναγόμενου ότι επένδυσε σε διαφήμιση και προώθηση της εργασίας του και ότι τοποθέτησε πινακίδες προκειμένου να προσελκύσει πελατεία στην επίδικη κλινική, αυτή απορρίπτεται ως αόριστη και ατεκμηρίωτη. Ειδικότερα, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη της ζημιάς ύψους €2.500 που αξιώνει ο Εναγόμενος στα πλαίσια της ανταπαίτησης του. Εξάλλου η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγόμενου, κατά τις τελικές αγορεύσεις της, συμφώνησε ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία επί της Ανταπαίτησης του Εναγόμενου. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε εύρημα επί της ζημιάς που κατ’ισχυρισμό υπέστη ο Εναγόμενος.
Βάρος Απόδειξης
62. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις, το βάρος απόδειξης ή το γενικό βάρος όπως κάποτε περιγράφεται (burden/onus of proof) το έχει κατά κανόνα ο ενάγοντας και το επίπεδο απόδειξης (standard of proof) το οποίο θα πρέπει να αποσείσει είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities), δηλαδή να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1295) Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων η Kωνσταντινίδης Λτδ (2011) 1 ΑΑΔ 462). Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not) (βλ. Μαρσέλ κ.α ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858).
63. Περαιτέρω, στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΙΕΡΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολ. Εφ. 141/19, ημερ. 19.05.25 με αναφορά στην αρχή ως καθιερώθηκε στην Henderson v. Henry E, Jenkings & Sons [1969] 3 All E.R. 756, αναφέρθηκε ότι το γενικό βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις το φέρει ο Ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επιδίκου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.
Νομική Πτυχή
64. Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1992) 1 Α.Α.Δ. 882 γίνεται αναφορά πότε υπάρχει σύμβαση μίσθωσης ακινήτου ή άδεια χρήσης αυτού. Ειδικότερα λέχθηκαν τα εξής:
«Το κύριο γνώρισμα μίσθωσης ακινήτου είναι το δικαίωμα του κατόχου για την αποκλειστική χρήση του ακινήτου, όπως σωστά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αντλώντας καθοδήγηση από τη Street v. Mountford (1985) 2 All E.R. 289. Στη μεταγενέστερη απόφαση Antoniades ν. Villiers (1988) 2 All E.R. 309, επεξηγείται ότι για τον καταρτισμό μίσθωσης ακινήτου, απαιτείται - (α) πρόθεση εκ μέρους του κατόχου για αποκλειστική χρήση των υποστατικών, και (β) συμμερισμός της πρόθεσης αυτής από τον ιδιοκτήτη.»
65. Προϋπόθεση αποτελεί η σύμπτωση βούλησης των συμβαλλομένων για την παροχή της αποκλειστικής χρήσης του ακινήτου, για την καθοριζόμενη στη συμφωνία περίοδο, στον ενοικιαστή (βλ. Πιριπίτσης κ.α. ν. Δήμου Λευκωσίας (1997) 1 Α.Α.Δ. 385). Οι αρχές επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Απολλώνειο Ιδωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν. 1. C & S AMERICAN HEART INSTITUTE LTD κ.α (2011) 1 A.A.Δ. 379, όπου γίνεται διαχωρισμός των εννοιών μεταξύ ενοικίασης και άδειας χρήσης (“tenancy” ή “license”) και λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Η παραδοσιακή έννοια της άδειας χρήσης παραπέμπει ακριβώς σε άδεια ή ανοχή ώστε να νομιμοποιείται εκείνο που άλλως πως θα θεωρείτο ως παράνομη επέμβαση στη γη. (Winter Garden Theatre (London) Ltd v. Millennium Productions Ltd [1946] 1 All E.R. 678, σελ. 680). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Hanbury and Martin: Modern Equity 16η έκδ. (2001), η παροχή άδειας δυνατόν να αναδύεται μέσα από μια πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων. Στο κοινοδίκαιο οι βασικές κατηγορίες της άδειας χρήσης ήταν και εξακολουθούν να είναι, η απλή ή κατά χάριν άδεια («bare or gratuitous licence»), η άδεια χρήσης που συνοδεύεται από παροχή δικαιώματος («licence coupled with a grant (or an interest») και η συμβατική άδεια («contractual licence»). Στην πορεία του χρόνου έχει αναπτυχθεί και τέταρτη κατηγορία αυτή του «licence by estoppel», που θεωρείται ως ένα νέο δικαίωμα in alieno solo, της άδειας χρήσης θεωρούμενης δηλαδή όχι ως εναλλακτικής λύσης ή υποκατάστατο της ενοικίασης, αλλά ως αυτόνομο δικαίωμα. (Cedric D. Bell: Land: The Law of Real Property 3η έκδ. σελ. 213 και Pascoe v. Turner [1979] 2 All E.R. 945). Η πρώτη κατηγορία της απλής άδειας αφορά περιπτώσεις όπου ο ιδιοκτήτης της γης επιτρέπει απλώς την πρόσβαση στην ιδιοκτησία του χωρίς να παρέχεται οποιοδήποτε συμβατικό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα και μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τη δυνατότητα παραχώρησης άδειας χρήσης με ταυτόχρονη παροχή κάποιου περιορισμένου δικαιώματος επί της γης, όπως, για παράδειγμα, άδεια εισόδου σε γη με σκοπό την αγορά ξυλείας. Η άδεια εισόδου στη γη υπό τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί να ανακληθεί.
Αναμφίβολα η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει σε καμία από τις δύο πιο πάνω κατηγορίες. Η τρίτη κατηγορία, αυτή της συμβατικής άδειας, έχει δημιουργήσει και τα περισσότερα προβλήματα, σε σχέση, ιδιαιτέρως, με τα δικαιώματα του αδειούχου. Κατά το κοινοδίκαιο, η άδεια που δίδει ο ιδιοκτήτης στον αδειούχο να εισέλθει στη γη του για ορισμένο σκοπό ή για ορισμένη περίοδο χρόνου μπορούσε, έστω κατά παράβαση της συμφωνίας, να ανακληθεί από τον ιδιοκτήτη με αποτέλεσμα ο αδειούχος να θεωρείται επεμβασίας με συνακόλουθη την εκδίωξη του. Το δίκαιο της επιείκειας όμως εφηύρε τρόπους προς προστασία του αδειούχου. Σ'αυτή την προσπάθεια κατέστη δυνατή η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ώστε ο ιδιοκτήτης να μην μπορεί να παραβιάσει τη συμβατική άδεια χρήσης. Αναγνωρίστηκε ακόμη και η δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης («specific performance»), μιας συμβατικής άδειας (Verrall v. Great Yarmouth Borough Council [1981] Q.B. 202). Στην υπόθεση Hounslow London Borough Council v. Twickenham Garden Developments Ltd [1971] Ch 233, λέχθηκε ότι είναι δύσκολο να θεωρηθεί ως επεμβασίας ο κάτοχος γης με συμβατική άδεια χρήσης, διότι δεν είναι δυνατό να διαχωριστεί η σύμβαση από την άδεια ώστε να αποκηρύσσονται χωριστά.
Όσον αφορά την ενοικίαση, η παραδοσιακή αντίληψη, διαχρονικά καταξιωμένη, συναρτά την έννοια της με (i) την αποκλειστικότητα της κατοχής του χώρου (ii) με συγκεκριμένη διάρκεια και (iii) με την καταβολή αντιτίμου ή ανταλλάγματος καλουμένου συνήθως «ενοικίου». (Δέστε Θέλμα Μιχαηλίδου v. Δήμου Λευκωσίας (1997) 1 Α.Α.Δ. 18, Street v. Mountford [1985] 2 All E.R. 289 και Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 882). Για την ανεύρεση όμως της ουσίας της συμφωνίας και της ορθής ταξινόμησης της, η περιγραφή που δίνεται από τους ιδίους τους διαδίκους ή ακόμη και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται δεν παρέχουν αφ' εαυτών και κατ' ανάγκην στερεά βάση. Σημασία αποκτά όχι μόνο η κοινή πρόθεση των μερών για την απόδοση αποκλειστικής χρήσης (Antoniades v. Villiers [1988] 2 All E.R. 309), και Πιριπίτσης κ.ά. v. Δήμου Λευκωσίας (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 385, αλλά και η εν γένει φύση, σκοπός και στόχος της συμφωνίας, οι όλες συνθήκες που την περιβάλλουν και το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο αυτή συνομολογήθηκε. Η νομολογία έχει καθορίσει επίσης ότι ακόμη και εν μέσω μιας αποκλειστικότητας στην κατοχή, ή και ρητής χρήσης της λέξης ενοικίασης, είναι το σύνολο της συμφωνίας που πρέπει να εξεταστεί ώστε να αναδυθεί η αληθινή φύση της. (Abbeyfield (Harpenden) Society Ltd v. Woods [1968] 1 All E.R. 352). Αν η συμφωνία παραχώρησης του χώρου διαπνέεται από έντονο προσωπικό στοιχείο, αν εμποτίζεται δηλαδή από μια διακριτή προσωποπαγή σχέση, ιδιαίτερης σημασίας στη σύναψη της συμφωνίας, τότε αυτή η διαφορετικότητα είναι ένδειξη ότι τα μέρη δεν είχαν κατά νουν ή τουλάχιστον δεν ήσαν consensus ad idem στον καταρτισμό μιας απλής κατ' ουσίαν ενοικίασης. Αν από την άλλη είναι κατ' ουσίαν αδιάφορο για τον ιδιοκτήτη σε ποιον θα παραχωρηθεί ο χώρος, ώστε η έμφαση να είναι περισσότερο στο εμπορικό, παρά στο προσωπικό στοιχείο, τότε αυτό είναι ένδειξη για άδεια χρήσης ή κάποιας άλλης μορφής συμφωνίας. Απόλυτοι παράμετροι δεν είναι δυνατό να τεθούν ως σταθερές, η δε άσκηση της ταξινόμησης στη μια ή την άλλη των κατηγοριών παραμένει ένα λεπτό έργο.»
66. Aναφορικά με το μέτρο αποζημιώσεων, ως λέχθηκε στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. MUAZZEZ EDHEM BAHCHECIOGLOU κ.α., (1998) 1 Α.Α.Δ. 426 σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με τη σχετική χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω), όπου λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος (βλ. επίσης Νόνταρ Τσαρμαντίδης κ.α. ν. Ανδρέα Δημητρίου (2010) 1 Α.Α.Δ. 239) Περαιτέρω, στην υπόθεση BAHCHECIOGLOU (ανωτέρω) λέχθηκε ότι όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία, πρόσωπο που επεμβαίνει σε ακίνητη ιδιοκτησία και τη χρησιμοποιεί για δικούς τους σκοπούς, πρέπει να καταβάλει αποζημιώσεις με βάση τις πιο πάνω αρχές, ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει (Δέστε μεταξύ άλλων Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd (1952) 1 All E.R. 796).
Συμπεράσματα Δικαστηρίου
67. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η Ενάγουσα απόδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της εναντίον του Εναγόμενου.
68. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι από τον Ιανουάριο του 2019 παραχωρήθηκε προφορικά στον Εναγόμενό άδεια χρήσης μέρους του δωματίου, συγκεκριμένα ως φυσιοθεραπευτήριο, στον Εναγόμενο έναντι τιμήματος ύψους €600. Περαιτέρω, η Ενάγουσα απέδειξε ότι η άδεια αυτή τερματίστηκε περί τον Μάρτιο του 2019. Με βάση όμως τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο Εναγόμενος παρέδωσε την κατοχή του δωματίου στις 16.09.19. Συνεπώς, ως επίδικη περίοδο, για την οποία θα μπορούσε να εξεταστεί αξίωση αποζημιώσεων της Ενάγουσας για παράνομη χρήση είναι η περίοδος από Μάρτιο του 2019 μέχρι τις 16.09.19, περίοδος κατά την οποία ο Εναγόμενος χρησιμοποιούσε το δωμάτιο χωρίς άδεια. Εντούτοις, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του χώρου που χρησιμοποιούσε ο Εναγόμενος εντός του δωματίου για την επίδικη περίοδο της παράνομης χρήσης του, ενώ, σύμφωνα με τη νομολογία, το μέτρο αποζημίωσης καθορίζεται με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Ελλείψει τέτοιας μαρτυρίας, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τη ζημιά που υπέστη σχετικά με τη παράνομη χρήση του μέρους του δωματίου από τον Εναγόμενο για την επίδικη περίοδο.
69. Όσο αφορά την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου, σύμφωνα τη νομολογία οι ειδικές ζημιές πρέπει να δικογραφούνται με ακρίβεια, να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με την αναγκαία μαρτυρία και προπάντων να καταδεικνύεται το εύλογο μιας τέτοιας δαπάνης (βλ. Ηρακλέους ν. Πέτρου (1994) 1 Α.Α.Δ. 239, Κούνουνα κ.ά ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 2126, Aντωνιάδης Nεοκλής ν. Mιχάλη Σταύρου (1998) 1 Α.Α.Δ. 1171 Πολιτική Έφεση Αρ. 17/2014, 25/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:A400). Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη τη μη απόδειξη της ζημιάς που κατ’ισχυρισμό υπέστη ο Εναγόμενος, στον απαιτούμενο βαθμό, είναι η κρίση μου ότι αυτός δεν δικαιούται κανένα ποσό.
Κατάληξη
70. Για λόγους, ως εκτέθηκαν ανωτέρω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό, την υπόθεση της εναντίον του Εναγόμενου και συνεπώς η αγωγή εναντίον του απορρίπτεται. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος δεν απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό, την ανταπαίτηση του εναντίον της Ενάγουσας. Συνεπώς η ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας απορρίπτεται.
Έξοδα
71. Σύμφωνα με το Άρθρο 43 του Ν.14/1960 και τη Δ.59 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία, θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν συντρέχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντος διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. Φιλίππου ν. Φιλίππου (1990) 1 Α.Α.Δ. 890 και Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 12).
72. Στην βάση των πιο πάνω, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης, οι οποίες εκδικάστηκαν μαζί, όπου καμιά από τις δύο πλευρές δεν πέτυχε να αποδείξει την αξίωση της, κρίνω ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επιβαρυνθεί τα έξοδα της.
(Υπ.)……………………...
Α. Παρπαρίνου, Ε.Δ
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Ειδικότερα αν η ενοικίαση θα ήταν πάνω από ενός έτους και συνεπώς θα έπρεπε να η σύμβαση να ήταν γραπτή και να υπογραφεί από τα συμβαλλόμενα πρόσωπα με βάση τα όσα διαλαμβάνει το άρθρο 77 (1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο