ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης 1072/2025
I - Justice
Μεταξύ:
1. Alexander Yarovoy
2. Dmitry Yarovoy
Εναγόντων
-και-
1. Sudhir Gupta
2. Daniel Gupta
3. Aliaksandr Rakita
4. Mikhail Yuryevich Bednenko
5. Montrago Nominees Ltd
6. Ammeasco Holdings Ltd
7. Amtel City Mall
8. Amtel Properties Development Bel
9. Aντρούλλα Παπαδοπούλου
10. Ηλιάνα Χατζησάββα
11. Μontrago Services Ltd
Εναγόμενων
----------------------------------------
Αίτηση ημερ. 17/11/2025 από τους εναγόμενους 1, 2, 3, 7 και 8 για παραμερισμό του Διατάγματος ημερ.06/10/2025 για υποκατάστατη επίδοση και της επίδοσης.
Ημερομηνία: 15/04/2026.
Εμφανίσεις:
Για τους Εναγόμενους 1,2,3,7 και 8 – Αιτητές: κ. Λ. Χαβιαράς με κα Γ. Ματσεντίδου για κ.κ. Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Ενάγοντες 1 και 2 – Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Ανδρέας Κοζάκος για κ.κ. Γιώργο Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι Ενάγοντες 1 και 2 καταχώρησαν την παρούσα Απαίτηση στις 30/09/2025, με την οποία αξιώνουν διάφορα διατάγματα και/ή αναγνωριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου εναντίον των Eναγόμενων και διαζευκτικά αξιώνουν το ποσό των (USD) $17.175.417 ως αποζημιώσεις καθώς επίσης γενικές αποζημιώσεις.
Οι Ενάγοντες 1 και 2 καταχώρησαν μονομερή αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στις 30/09/2025 (φαίνεται καταχωρημένη την εν λόγω ημερομηνία ενώ η Αίτηση αναγράφει ημερ.02/10/2025) και στις 06/10/2025 το Δικαστήριο εξέδωσε αριθμό προσωρινών διαταγμάτων. Στην ίδια πιο πάνω αίτηση, οι Ενάγοντες, εξαιτούνταν και διατάγματα υποκατάστατης επίδοσης της Αίτησης και των διαταγμάτων που ήθελαν εκδοθεί, μέσω e-mail και με courier (βλ. αιτητικά (Ξ) και (Ο) της Αίτησης). Το Δικαστήριο, εξέδωσε το ακόλουθο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, το οποίο είναι το υπό στοιχείο (ΣΤ) στο διάταγμα ημερομηνίας 06/10/2025:
«ΣΤ. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο δίδεται άδεια για την υποκατάστατη επίδοση της παρούσας Αίτησης ημερ. 02/10/2025 με την υποστηρικτική Ένορκη δήλωση ημερ. 02/10/2025 και των διαταγμάτων που ήθελαν εκδοθούν δυνάμει της παρούσας Αίτησης ημερ. 02/10/2025 προς τους Καθ’ ων η Αίτηση 1, 2, 3, 7 και 8 με αποστολή και παράδοση των άνω εγγράφων στις ακόλουθες διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail):
1. Καθ’ ου η Αίτηση 1: s.gupta.int@gmail.com
2. Καθ’ ου η Αίτηση 2: danielgupta@gmail.com και daniel.gupta@amtel-properties.com
3. Καθ’ ου η Αίτηση 3: rakita44@gmail.com
4. Kαθ’ ης η Αίτηση 7: amtelminsk@gmail.com
5. Καθ’ ης η Αίτηση 8: st.n@mail.ru»
Στις 14/10/2025 πραγματοποιήθηκε η επίδοση στις πιο πάνω ηλεκτρονικές διευθύνσεις των Καθ’ ων η Αίτηση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επιβεβαίωσης της επίδοσης της κας Έλενας Χρυσοστόμου, ημερ. 16/10/2025, στάλθηκαν ξεχωριστά σε κάθε ηλεκτρονική διεύθυνση, το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 06/10/2025, με πιστοποίηση apostille και επίσημη μετάφραση στην Ρώσικη Γλώσσα, η μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 30/09/2025, η Ένορκη Δήλωση του κ. Χριστόδουλου Γιάγκου ημερομηνίας 30/09/2025, με τα Επισυναπτόμενα Τεκμήρια, η Ένορκη Δήλωση της μεταφράστριας με τα επισυναπτόμενα Τεκμήρια, καθώς επίσης και το Έντυπο Απαίτησης.
Στις 17/10/2025 οι Εναγόμενοι 1,2,3,7 και 8 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης, στο οποίο σημείωσαν τις ενδείξεις ότι προτίθεται να αμφισβητήσουν την απαίτηση και την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ:
Στις 17/11/2025, οι Εναγόμενοι 1,2,3,7 και 8 (από τώρα και στο εξής οι «Αιτητές») καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία αξιώνουν ως ακολούθως:
« (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το διάταγμα υπό παράγραφο (ΣΤ) ημερομηνίας 06/10/2025 στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 02/10/2025 των Εναγόντων, για υποκατάστατη επίδοση σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις (e-mails) σε σχέση και ή στον βαθμό που αφορά τους Εναγόμενους 1,2,3,7 και 8 (το «Διάταγμα Υποκατάστατης Επίδοση»)
(Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει οποιαδήποτε επίδοση δικαστικών εγγράφων που έγινε προς τους Εναγόμενους 1,2,3,7 και 8 με βάση το Διάταγμα Υποκατάστατης Επίδοσης, επί τη βάσει του ότι η επίδοση είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη,
(Γ) Ενδιάμεση αναγνωριστική απόφαση με την οποία να δηλώνεται ότι οποιαδήποτε επίδοση δικαστικών εγγράφων προς τους Εναγόμενους 1,2,3,7 και 8 σε σχέση με τη διαδικασία με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη.
[…..]»
Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένων χωρίς περιορισμών, των Μερών 1-3,4,6,7,10,12,23 και Μέρος 32, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60), περιλαμβανομένων χωρίς περιορισμό των άρθρων 21,22,29,32 και 41, στη Σύμβαση της Χάγης περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις της 15ης Νοεμβρίου 1965 όσο και στις πρόνοιες του κυρωτικού Νόμου αυτής με αρ. 40/1982, στη Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου.
Η Αίτηση, επίσης, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 17/11/2025 του κ. Όμηρου Καϊλη, δικηγόρου στο Δικηγορικό Γραφείο των Δικηγόρων που εκπροσωπούν τους Αιτητές.
Συνοπτικά, η θέση των Αιτητών είναι ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, διαμένουν μόνιμα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα από τον Φεβρουάριο και Απρίλιο του 2022 αντίστοιχα κάτι το οποίο ήταν πολύ καλά γνωστό τους Ενάγοντες. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν γίνει δεκτή η θέση ότι αυτοί είναι κάτοικοι Ρωσίας, δεν υπάρχει πουθενά στην ένορκη δήλωση του κ. Γιάγκου οποιαδήποτε αναφορά για τους κανόνες και ή την εφαρμοστέα νομοθεσία για επίδοση εγγράφων στη Ρωσία. Δεν φαίνεται, επίσης, να λήφθηκαν διαβήματα για επίδοση σε αυτούς στη Ρωσική Ομοσπονδία ως η εφαρμοστέα νομοθεσία, δηλαδή μέσω της διπλωματικής οδού, προτού εξασφαλιστεί το Διάταγμα Υποκατάστατης Επίδοσης.
Περαιτέρω, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι σε κανένα σημείο του Διατάγματος Υποκατάστατης Επίδοσης περιλαμβάνεται στα έγγραφα προς επίδοση το έντυπο απαίτησης.
Επιπλέον, στο Διάταγμα Υποκατάστατης Επίδοσης δεν περιλαμβάνονται στα προς επίδοση έγγραφα μεταφράσεις των εκεί αναφερόμενων εγγράφων σε οποιαδήποτε γλώσσα παρά το ότι οι παραλήπτες των εν λόγω εγγράφων, δηλαδή οι Αιτητές, είναι αλλοδαποί. Από την ένορκο δήλωση της κας Χρυσοστόμου, προκύπτει να έχουν σταλεί για επίδοση αριθμός δικαστικών εγγράφων χωρίς πιστοποίηση και μεταφράσεις, εκτός από το διάταγμα ημερομηνίας 06/10/2025.
Η θέση των Εναγόμενων 3, 7 και 8 είναι ότι για την επίδοση εγγράφων στην Λευκορωσία, έπρεπε να ακολουθηθούν οι πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης, κάτι το οποίο δεν έχει γίνει. Η επίδοση εγγράφων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, δεν είναι αποδεκτή μέθοδος επίδοσης.
Στην παρούσα περίπτωση φαίνεται ότι δεν ακολουθήθηκαν οι κανόνες που εφαρμόζονται αναφορικά με την επίδοση δικαστικών εγγράφων σε εναγόμενους που κατοικούν ή εδρεύουν στην Ρωσική Ομοσπονδία και στην Λευκορωσία.
Στην νομική βάση, επίσης, της Αίτησης, δεν περιλαμβάνεται πουθενά, ούτε η Σύμβαση της Χάγης, ούτε η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου.
ΈΝΣΤΑΣΗ:
Οι Ενάγοντες 1 και 2 (οι «Καθ’ ων η αίτηση»), καταχώρησαν ένσταση στις 16/12/2025, με την οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
1. «H Αίτηση για παραμερισμό της υποκατάστατης επίδοσης είναι αβάσιμη τόσο νομικά όσο και πραγματικά, καθότι, η επίδικη υποκατάστατη επίδοση έχει διαταχθεί βάσει των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι προβλέπουν ευρύτερες και πιο ευέλικτες εξουσίες του Δικαστηρίου, επιτρέποντας την επίδοση με κάθε μέσο που διασφαλίζει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τη δίκαιη και αποτελεσματική ειδοποίηση του Εναγόμενου. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται από τους Αιτητές στηρίζονται σε νομολογία και αρχές του παλαιού καθεστώτος, το οποίο δεν έχει πλέον εφαρμογή στον τρόπο που αξιολογούνται οι προϋποθέσεις και η σκοπιμότητα της υποκατάστατης επίδοσης.
2. Η επικαλούμενη ανάγκη για επίδοση μέσω διπλωματικής οδού ή των Κεντρικών Αρχών άλλων κρατών, όπως η Ρωσία ή η Λευκορωσία, δεν είναι δεσμευτική για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων κατεπείγοντος χαρακτήρα στο πλαίσιο της Κυπριακής Δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιλέξει την πιο αποτελεσματική μέθοδο επίδοσης, ιδιαίτερα όταν η καθυστέρηση στην παραλαβή των εγγράφων θα μπορούσε να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα των προσωρινών μέτρων. Τα όσα επικαλούνται οι Αιτητές δεν αποκλείουν τη χρήση της υποκατάστατης επίδοσης για την εξασφάλιση της άμεσης κοινοποίησης σε αλλοδαπούς, ειδικά σε περιπτώσεις όπου υφίσταται κατεπείγουσα ανάγκη για την προστασία δικαιωμάτων και συμφερόντων.
3. Η χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για την επίδοση των εγγράφων πραγματοποιήθηκε σε συμφωνία με την πάγια πρακτική της Κυπριακής Δικαιοσύνης και με πλήρη γνώση των συνθηκών της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων διαμονής των Εναγόμενων στο εξωτερικό. Η επίδοση ήταν επαρκής για την εξασφάλιση ότι οι παραλήπτες είχαν πλήρη γνώση της ενδιάμεσης αίτησης και των διαταγμάτων, και αποδεικνύεται από τις ένορκες δηλώσεις και τα στοιχεία αποστολής (e-mail), τα οποία τεκμηριώνουν την παραλαβή και την ενημέρωση των Εναγόμενων.
4. Η υποκατάστατη επίδοση και τα ενδιάμεσα διατάγματα είναι πλήρως έγκυρα και εκτελεστά εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι ισχυρισμοί περί μη αναγνωρισιμότητας σε Λευκορωσία ή Ρωσία δεν επηρεάζουν την ισχύ τους στην δικαιοδοσία του Κυπριακή Δικαστηρίου.
5. Αν και οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι η επίδοση έπρεπε να γίνει μέσω διπλωματικής οδού, στην πράξη έχουν λάβει γνώση των εγγράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, γεγονός που τεκμηριώνεται από την ΕΔ της κ. Χρυσοστόμου, αλλά και της εμφάνισης τους στην διαδικασία, έστω και υπό διαμαρτυρία. Η υποκατάστατη επίδοση επιβεβαιώνει την πρακτική παραλαβή των εγγράφων από τους Αιτητές, γεγονός που καθιστά την επίδοση έγκυρη.
6. Οι Αιτητές είχαν πλήρη δυνατότητα να λάβουν γνώση των εγγράφων, καθώς έλαβαν ηλεκτρονικά αντίγραφα και τεκμηριώνεται ότι γνώριζαν την υπόθεση. Η ουσία της επίδοσης (την πληροφόρηση του παραλήπτη) εκπληρώθηκε, γεγονός που είναι καθοριστικό για την εγκυρότητα της. Η υποκατάστατη επίδοση δεν έχει προκαλέσει οποιαδήποτε πραγματική ζημία στους Αιτητές.
7. Η υποκατάστατη επίδοση, ειδικά εντός κατεπείγουσας διαδικασίας, δεν απαιτεί διπλωματική επίδοση, καθώς η πρακτική παραλαβή των εγγράφων είναι δεδομένη και αποδεδειγμένη. Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι η επίδοση έπρεπε να ακολουθήσει την προδιαγεγραμμένη διαδικασία της Χάγης δεν ανατρέπει την εγκυρότητα της απόφασης του Δικαστηρίου.
8. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών για παράτυπη επίδοση βασίζονται αποκλειστικά σε διαδικαστικά ζητήματα και θεωρητική αδυναμία της διαδικασίας στην ερμηνεία των διεθνών κανόνων. Στην πραγματικότητα, δεν προκύπτει καμία ουσιαστική ζημία ούτε απώλεια δικαιώματος ή δυνατότητας υπεράσπισης εκ μέρους τους, γεγονός που καθιστά την παρούσα Αίτηση τους αβάσιμη και έκθετη σε απόρριψη.
9. Όσον αφορά τις μεταφράσεις, τα κρίσιμα διατάγματα και τα έγγραφα επίδοσης αποστάλθηκαν συνοδευόμενα από επίσημες μεταφράσεις (apostille και μεταφράσεις στα ρωσικά), διασφαλίζοντας ότι οι Εναγόμενοι έχουν πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο των διαταγμάτων. Οι ισχυρισμοί περί έλλειψης μεταφράσεων ή αποστολής ελλιπών εγγράφων είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι τα κύρια διατάγματα που περιλαμβάνουν και την υποκατάστατη επίδοση έχουν επιδοθεί πλήρως με τις απαιτούμενες μεταφράσεις και επικυρώσεις.
10. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η υποκατάστατη επίδοση αναφερόταν μόνο στα ενδιάμεσα διατάγματα και ότι δεν περιλάμβανε την Αίτηση, την Απαίτηση και τα λοιπά έγγραφα, σημειώνεται ότι όλα τα έγγραφα της υπόθεσης επιδόθηκαν πράγματι ταυτόχρονα με τα διατάγματα μέσω της υποκατάστατης επίδοσης. Η επιλογή αυτή έγινε για λόγους πρακτικούς και κατεπείγοντος χαρακτήρα, σύμφωνα με την αρμόζουσα νομολογία, και δεν υπήρξε ουσιαστική ζημία για τους Εναγόμενους, οι οποίοι είχαν πλήρη γνώση και πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα της υπόθεσης. Η επίδοση με αυτόν τον τρόπο ήταν αναγκαία και αναλογική για την αποτελεσματική διασφάλιση των προσωρινών διαταγμάτων και δεν παραβίασε κανένα θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα των Εναγόμενων. Συνεπώς, η επίδοση είναι έγκυρη, νόμιμη και αποτελεσματική, καλύπτοντας πλήρως τον σκοπό της διαδικασίας.
11. Η επίδοση που έγινε με το Διάταγμα Υποκατάστατης Επίδοσης είναι έγκυρη, απολύτως νόμιμη και αποτελεσματική, διασφαλίζει την πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, δεν προκαλεί καμία ουσιαστική ζημία στους Αιτητές και υπερκαλύπτει οποιαδήποτε διαδικαστική αδυναμία που ενδεχομένως προβάλλουν, με αποτέλεσμα η παρούσα Αίτηση να καταχωρίστηκε κακόπιστα και ή καταχρηστικά και ή για σκοπούς καθυστέρησης σχετικών διαδικασιών και ή να προωθείται για αλλότριους και αθέμιτους σκοπούς.»
Η ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, στηρίζεται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 15/12/2025 της κας Έλενας Χρυσοστόμου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους Καθ’ ων η αίτηση. Επίσης, στηρίζεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης με επισυναπτόμενα τεκμήρια, στην μονομερή αίτηση με ένορκη δήλωση του κ. Χριστόδουλου Γιάγκου και επισυναπτόμενα τεκμήρια, στο έντυπο απαίτησης, προσωρινό διάταγμα και στο σύνολο του φακέλου του Δικαστηρίου.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, αναφέρονται στο ιστορικό της διαδικασίας και στην αποστολή των δικαστικών εγγράφων με ηλεκτρονική επικοινωνία καθώς και στα έγγραφα τα οποία αποστάληκαν. Για κάθε ηλεκτρονικό μήνυμα ζητήθηκε επιβεβαίωση. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν ανταποκρίθηκαν ενώ οι Εναγόμενοι 7 και 8 ανταποκρίθηκαν και επιβεβαίωσαν λήψη της σχετικής ηλεκτρονικής επικοινωνίας.
Η επίδοση πραγματοποιήθηκε με πλήρη γνώση των συνθηκών της υπόθεσης και οι Eναγόμενοι έλαβαν τα έγγραφα ηλεκτρονικά, όπως τεκμηριώνεται από τα στοιχεία αποστολής και την ένορκη δήλωση προς επιβεβαίωση της επίδοσης καθώς και της εμφάνισης τους στο Δικαστήριο υπό διαμαρτυρία.
Όσον αφορά την θέση ότι τα έγγραφα έπρεπε να συνοδεύονται από μετάφραση, αναφέρεται ότι οι μεταφράσεις αφορούσαν τα διατάγματα και όλα τα υπόλοιπα έγγραφα έγιναν αντιληπτά από τους Εναγόμενους, αφού επί των διαταγμάτων φαίνονται όλες οι βασικές πληροφορίες της παρούσας υπόθεσης, εξ’ ου και οι Eναγόμενοι αποτάθηκαν έγκαιρα σε δικηγόρο και εμφανίστηκαν στη διαδικασία.
Οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί ανάγκης επίδοσης μέσω άλλων διαδικασιών, όπως διπλωματική οδός ή Σύμβαση της Χάγης ή οι διακρατικές Συμβάσεις, αποτελούν προσπάθεια να παρακαμφθεί η ουσία της υπόθεσης μέσω τυπικών διαδικαστικών ζητημάτων. Η ουσία είναι ότι οι Eναγόμενοι έλαβαν γνώση της παρούσας διαδικασίας, στην οποία εμφανίστηκαν. Η νομολογία έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει ότι η ουσία της επίδοσης έγκειται στην πρακτική ενημέρωση του παραλήπτη για τα ενδιάμεσα διατάγματα και τα συναφή έγγραφα και όχι στην αυστηρή τήρηση των τυπικών διαδικαστικών προτύπων.
Λόγω της κατεπείγουσας φύσης των διαταγμάτων δικαιολογείτο η έκδοση του υπό κρίση διατάγματος. Οποιοιδήποτε ισχυρισμοί για έλλειψη μεταφράσεων ή παραλείψεων εγγράφων δεν επηρεάζουν την ουσία και εγκυρότητα της επίδοσης, καθώς οι Εναγόμενοι είχαν γνώση της διαδικασίας και τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων τους.
Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στην βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί επισταμένα από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνεται αναγκαίο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης να τις αναπαράγω. Θα αναφερθώ στις εισηγήσεις και θέσεις των μερών κατά την εξέταση της αίτησης, αν τούτο κριθεί αναγκαίο.
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ:
Οι Αιτητές επιζητούν την ακύρωση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 06/10/2025 και τον παραμερισμό της επίδοσης των δικαστικών εγγράφων, για τους λόγους που σκιαγραφήθηκαν ανωτέρω και στους οποίους θα αναφερθώ κατωτέρω.
Σύμφωνα με το Μέρος 6.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δεν απαιτείται άδεια από το δικαστήριο για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, όπου εφαρμόζεται ο Κανονισμός Επίδοσης ή Κοινοποίησης Πράξεων, Κανονισμός (ΕΕ) Αρ. 2020/1784 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ο Κανονισμός (ΕΕ) Αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012.
Το Μέρος 6.10 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 αναφέρεται στη διαδικασία που απαιτείται για την εξασφάλιση άδειας επίδοσης εντύπου απαίτησης εκτός Κύπρου και στον τρόπο επίδοσης του.
Η υποκατάστατη επίδοση του εντύπου απαίτησης ή εγγράφων εκτός του εντύπου απαίτησης και η αίτηση που υποβάλλεται για το σκοπό αυτό, προνοείται στο Μέρος 6.13 και 6.14 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Σύμφωνα με το Μέρος 6.13(1): “Σε κάθε περίπτωση που ήθελε φανεί στο δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο με τον οποίο προβλέπεται στις Ενότητες ΙΙ και ΙΙΙ του παρόντος Μέρους, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για την υποκατάστατη της ειδοποίησης επίδοσης με οποιονδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σε αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις, περιλαμβανομένης και επίδοσης ή παράδοσης μέσω τηλεμοιότυπου (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εφόσον αυτά δεν περιλαμβάνονται στη διεύθυνση επίδοσης και δημοσίευσης σε οποιοδήποτε μέσο με ηλεκτρονική μορφή, ή άλλο ευλόγως προσφερόμενο από την εκάστοτε τεχνολογία, τρόπο.
………………………………………………………………………………………………………………………..”
Παρόμοιες πρόνοιες υπήρχαν και στους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην Φραγκέσκου κ.ά. v. Γρηγορίου (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1765 λέχθηκαν στα εξής:
«Στην παρούσα υπόθεση η εφεσίβλητη είχε εξασφαλίσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Είχαν, επομένως, θεμελιωθεί οι προϋποθέσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να επιτευχθεί επίδοση με υποκατάστατη επίδοση τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Western etc. Building Society και Karim, πιο πάνω).
…
Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 θ.9 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ.2.
Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ.5 θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg (1915) 1 K.B. 857). ΄Οπως λέχθηκε στην Karim (πιο πάνω) το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγόμενου.»
Με το Νόμο 40/1982 κυρώθηκε η Σύμβαση Περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Έτερων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις, στην οποία, τόσο η Ρωσία όσο και η Λευκορωσία είναι μέλη. Επίσης, με το Νόμο 172/1986 η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει τη Συνθήκη με την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου. Μεταγενέστερα υπεγράφησαν Πρωτόκολλα μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας τα οποία κυρώθηκαν με τους Νόμους 34(ΙΙΙ)/2001 και 41(ΙΙΙ)/2005, τα οποία προνοούν ότι ο Νόμος 172/1986 συνεχίζει να ισχύει μεταξύ της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως διάδοχο κράτος της ΕΣΣΔ.
Στη βάση των πιο πάνω Συμβάσεων, προνοείται η επίδοση δικαστικών εγγράφων μέσω των Κεντρικών Αρχών που ορίζονται.
Σύμφωνα με το Μέρος 6.13(1), ως ανωτέρω έχει παρατεθεί, προϋπόθεση για να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση είναι να φανεί στο Δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στις Ενότητες ΙΙ και ΙΙΙ. Προκύπτει δηλαδή, ότι εκείνο το οποίο απαιτείται είναι να καταδειχθεί οποιαδήποτε αιτία για το μη εφικτό της επίδοσης με τους προβλεπόμενους τρόπους σε συνάρτηση με το χρόνο που πρέπει να γίνει η επίδοση. Στην Αγγλία περιλαμβάνεται ως προϋπόθεση έκδοσης διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ο όρος «good reason» (βλ. CPR r. 6.15(1) και 6.27) σε αντιδιαστολή με τον δικό μας Κανονισμό που αναφέρεται μόνο σε οποιαδήποτε αιτία. Σε κάθε περίπτωση, η Αγγλική νομολογία έχει ερμηνεύσει τον όρο “good reason” και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Έχει κριθεί ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση το γεγονός ότι είναι αδύνατη (impractical) η επίδοση σύμφωνα με τους Κανονισμούς. Είναι αρκετό να καταδειχθεί “καλός λόγος”. To Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει “καλός λόγος” θα λάβει υπόψη του και τον πρωταρχικό σκοπό (overriding objection) και κατά πόσο με την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος επιτυγχάνεται η δίκαιη αντιμετώπιση της υπόθεσης και εξοικονομείται χρόνος και χρήμα. Εφόσον ικανοποιηθεί για την ύπαρξη καλού λόγου, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις και τη συμπεριφορά των διαδίκων (βλ. Αlbon v. Naza Motor Trading Sdn Bhd (No.2) [2007] EWHC 327 (Ch), [2007] 1 All ER (Comm) 813).
Το Μέρος 6.13(1) και η εξουσία του Δικαστηρίου εφαρμόζεται και ασκείται και στις περιπτώσεις όπου η επίδοση θα γίνει εκτός δικαιοδοσίας. Παρόλα αυτά, στην περίπτωση που, μεταξύ άλλων, υπάρχει διακρατική συμφωνία για τον τρόπο επίδοσης, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται η υποκατάστατη επίδοση για να ανατρέπει τις πρόνοιες μιας τέτοιας Συμφωνίας (βλ. Cecil v. Bayat [2011] EWCA Civ. 135, [2011] 1 WLR 3086). Η έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση, σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να γίνεται σε εξαιρετικές περιστάσεις. Το γεγονός ότι μια δικαστική διαδικασία θα γνωστοποιηθεί πιο γρήγορα στον Εναγόμενο με υποκατάστατη επίδοση αντί μέσω της διακρατικής Συμφωνίας, αν και παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, γενικά δεν αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση. Παράκαμψη των προνοιών της διακρατικής Συμφωνίας και έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση, μπορεί να δικαιολογηθεί από γεγονότα τα οποία αφορούν συγκεκριμένα τον Εναγόμενο, όπως όταν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι θα αποφύγει την προσωπική επίδοση, αν ο τρόπος αυτός αποτελεί τον μοναδικό τρόπο επίδοσης που προβλέπεται από το αλλοδαπό δίκαιο ή από γεγονότα που σχετίζονται με τη διαδικασία, όπως για παράδειγμα η γνωστοποίηση ενός προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Η απλή επιθυμία για γρήγορη επίδοση δεν μπορεί να αποτελεί καλό λόγο. Παραθέτω, το κάτωθι σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση στην Cecil v. Bayat (ανωτέρω):
“65. In modern times, outside the context of the European Union, the most important source of the consent of states to service of foreign process within their territory is to be found in the Hague Convention (in relation to the state parties to it) and in bilateral conventions on this matter. Because service out of the jurisdiction without the consent of the state in which service is to be effected is an interference with the sovereignty of that state, service on a party to the Hague Convention by an alternative method under CPR r 6.15 should be regarded as exceptional, to be permitted in special circumstances only.
66. It follows, in my judgment, that while the fact that proceedings served by an alternative method will come to the attention of a defendant more speedily than proceedings served under the Hague Convention is a relevant consideration when deciding whether to make an order under CPR r 6.15, it is in general not a sufficient reason for an order for service by an alternative method.
67. Quite apart from authority, I would consider that in general the desire of a claimant to avoid the delay inherent in service by the methods permitted by CPR r 6.40, or that delay, cannot of itself justify an order for service by alternative means. Nor can reliance on the overriding objective. If they could, particularly in commercial cases, service in accordance with CPR r 6.40 would be optional; indeed, service by alternative means would become normal. In fact this view is supported by authority: see the judgment of the court in Knauf UK GmbH v British Gypsum Ltd [2002] 1 WLR 907, para 47:
“It was argued by [the second defendant] before the judge that the Hague Convention and the Bilateral Convention were a ‘mandatory and exhaustive code of the proper means of service on German domiciled defendants’, which therefore excluded alternative service in England. The judge did not accept that submission, pointing out that those Conventions were simply not concerned with service within the English jurisdiction. [The second defendant] did not repeat that submission on its appeal. Nevertheless, it follows in our judgment that to use CPR r 6.8 as a means for turning the flank of those Conventions, when it is common ground that they do not permit service by a direct and speedy method such as post, is to subvert the Conventions which govern the service rule as between claimants in England and defendants in Germany. It may be necessary to make exceptional orders for service by an alternative method where there is ‘good reason’: but a consideration of what is common ground as to the primary method for service of English process in Germany suggests that a mere desire for speed is unlikely to amount to good reason, for else, since claimants nearly always desire speed, the alternative method would become the primary way.”
68. Service by alternative means may be justified by facts specific to the defendant, as where there are grounds for believing that he has or will seek to avoid personal service where that is the only method permitted by the foreign law, or by facts relating to the proceedings, as where an injunction has been obtained without notice, or where an urgent application on notice for injunctive relief is required to be made after the issue of proceedings. In the present case, the only reason for urgency in serving the defendants arose from the claimants’ delay in seeking and in seeking and obtaining their permission to serve out of the jurisdiction: a delay resulting in part from their decision not to proceed with their claim until they had obtained funding for the entire proceedings. Furthermore, their application for permission to serve out was not particularly complicated.
69. This does not mean that a claimant cannot bring proceedings to the attention of a defendant by e-mail, fax or other more speedy means than service pursuant to CPR r 6.40. The claimants could have done so in the present case. But, as I have indicated, service is more than this. In my view, the judge confused this possibility with service itself.
70. It follows that in my judgment there was no good reason for an order granting permission to serve the defendants by alternative methods.»
Περαιτέρω, παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίζει διατάγματα τα οποία εκδίδονται μονομερώς, με βάση τις πρόνοιες του Μέρους 23.14 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Η παρούσα Αίτηση, επιζητεί τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 06/10/2025, το οποίο εξουσιοδοτούσε την υποκατάστατη επίδοση των συναφών δικαστικών εγγράφων. Σύμφωνα με το Μέρος 23.14(3) των Κανονισμών, “Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, αίτηση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να υποβάλλεται εντός 10 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος στο πρόσωπο το οποίο υποβάλλει την αίτηση.”
Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση, μαζί με τα συναφή δικαστικά έγγραφα επιδόθηκαν στους Αιτητές, στις 14/10/2025 και η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 17/11/2025. Δεν έχει τεθεί με την ένσταση οποιοσδήποτε λόγος περί εκπρόθεσμου της παρούσας Αίτησης και ούτε αναπτύσσεται τέτοιο ζήτημα στην αγόρευση των Καθ’ ων η αίτηση. Δεν διαφεύγει, όμως, της προσοχής μου ότι η τήρηση των Κανονισμών και των χρονοδιαγραμμάτων που τάσσουν θα πρέπει να τηρούνται και είναι καθήκον και υποχρέωση των διαδίκων. Πέραν τούτου, όμως, οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Κανονισμούς δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος (βλ. Μέρος 3.8(1)). Το Μέρος 3.8(2) προνοεί ως εξής:
«Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι:
(α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και
(β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.»
Η παρούσα Αίτηση, η οποία αφορά τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 06/10/2025, καταχωρήθηκε 21 ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας των 10 ημερών, που τάσσουν οι Κανονισμοί. Πέραν της καθυστέρησης αυτής, θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι υπόλοιπες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Οι Αιτητές εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο κατά τις 20/10/2025 που ήταν ορισμένη η αίτηση και τα προσωρινά διατάγματα και δήλωσαν την πρόθεση τους για την καταχώριση της παρούσας Αίτησης και ζήτησαν χρόνο για να καθορίσουν την θέση τους. Στις 10/11/2025 οι Αιτητές είχαν αναφέρει στο Δικαστήριο ότι η Αίτηση τους για παραμερισμό του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση βρισκόταν στο τελικό στάδιο και ζήτησαν χρόνο μιας εβδομάδας για να την καταχωρήσουν, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε χωρίς ένσταση από τους Καθ’ ων η αίτηση. Περαιτέρω, δεν έχει ληφθεί οποιοδήποτε άλλο δικονομικό μέτρο και η απαίτηση δεν έχει προχωρήσει περαιτέρω. Οι Καθ’ ων η αίτηση, επίσης, δεν έχουν καταδείξει με οποιονδήποτε τρόπο ότι μπορούν να επηρεαστούν δυσμενώς από την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Κατά συνέπεια και σε περίπτωση που η αίτηση έχει επιτυχή κατάληξη το Δικαστήριο δύναται, υπό τις περιστάσεις, να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.
Επί της ουσία της Αίτησης και όσον αφορά τη θέση που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση των Αιτητών ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμεναν στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και όχι στην Ρωσία και ενώ οι Ενάγοντες το γνώριζαν, το απέκρυψαν, τούτη δεν τεκμηριώνεται επαρκώς και/ή τουλάχιστον δεν προκύπτει με την απαραίτητη ασφάλεια. Για σκοπούς υποστήριξης της θέσης αυτής, επισυνάπτεται στην Αίτηση το τεκμήριο 1, το οποίο αποτελεί αλληλογραφία χωρίς να προκύπτει πότε αυτή ανταλλάχθηκε μεταξύ των διαδίκων, όπως οι Αιτητές ισχυρίζονται στην ένορκη τους δήλωση. Επιπρόσθετα, στην εν λόγω αλληλογραφία προκύπτει ο εναγόμενος 2, μόνο, να αναφέρει ότι κατ’ εκείνο το χρόνο βρίσκεται στο Ντουμπάϊ και ότι προτίθεται να κρατήσει την οικογένεια του εκεί προς τα παρόν. Με βάση τα πιο πάνω και όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, δεν καταρρίπτεται η θέση που προωθήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 διαμένουν στην Ρωσία και ότι εκεί είναι η μόνιμη κατοικία τους. Κατά συνέπεια, η θέση αυτή των εναγόμενων 1 και 2 απορρίπτεται.
Έχω διεξέλθει της Αίτηση και της μαρτυρίας η οποία έχει προσκομιστεί από αμφότερες τις πλευρές. Στην ουσία το παράπονο των Αιτητών είναι ότι παρακάμφθηκαν οι πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης και οι πρόνοιες της διακρατικής Συμφωνίας για τον τρόπο επίδοσης δικαστικών εγγράφων στην Ρωσία και στην Λευκορωσία. Επίσης, ισχυρίζονται ότι δεν έχει παρασχεθεί στην μονομερή αίτηση οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο δεν ήταν εφικτό η επίδοση να λάβει χώρα μέσω των πιο πάνω αναφερόμενων Συνθηκών και γενικότερα ότι δεν έχει παρασχεθεί οποιοσδήποτε καλός λόγος που θα δικαιολογούσε την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος.
Έχω λάβει υπόψη μου τα όσα οι Αιτητές ισχυρίζονται καθώς και το περιεχόμενο της μονομερής αίτησης ημερομηνίας 30/09/2025, στη βάση της οποία εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα. Στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστόδουλου Γιάγκου, αναφέρθηκε ότι η υποκατάστατη επίδοση είναι αναγκαία, υπό τις περιστάσεις, καθότι η έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς μαρτυρεί το στοιχείο του κατεπείγοντος και των ιδιαίτερων περιστάσεων. Τυχόν καθυστέρηση στην επίδοση των διαταγμάτων που ήθελε εκδοθούν στους Καθ’ ων η αίτηση που βρίσκονται εκτός Κυπριακής Δημοκρατίας, θα φέρει τους Αιτητές (Ενάγοντες) προ τετελεσμένων και μη αναστρέψιμων γεγονότων και ενεργειών. Συνεχίζοντας το πιο πάνω πρόσωπο, ανάφερε ότι η επίδοση των εγγράφων δια άλλων οδών, εξ’ όσον ενημερώθηκε από τους δικηγόρους των Εναγόντων, οι οποίοι γνωρίζουν τις εν λόγω διαδικασίες, θα καθυστερήσει αρκετά και με βεβαιότητα δεν θα μπορεί να γίνει καν ίσως όχι εντός ολίγων ωρών αλλά ούτε εντός λίγων μερών, ως επιτάσσουν οι συνθήκες της υπόθεσης.
Είναι προφανές από τα πιο πάνω, ότι οι Ενάγοντες – Καθ’ ων η αίτηση, αναφέρθηκαν στο επείγον του ζητήματος, στην ανάγκη για άμεση επίδοση των προσωρινών διαταγμάτων και στις εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης, στην βάση της φύσης των διαταγμάτων τα οποία έπρεπε άμεσα να γνωστοποιηθούν στους Αιτητές. Είναι, περαιτέρω, προφανές, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέροντας τα πιο πάνω, δικαιολόγησαν γιατί δεν θα πρέπει να ακολουθηθούν οι άλλοι οδοί επίδοσης των εγγράφων και των διαταγμάτων, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να είναι άλλοι από αυτούς της Σύμβασης της Χάγης και της διακρατικής Συμφωνίας, παρά την μη ρητή αναφορά τους. Εξ’ ου και οι αναφορές τους ότι με αυτούς τους τρόπους δεν θα μπορεί να γίνει η επίδοση εντός λίγων ωρών ή λίγων ημερών. Άλλωστε το Δικαστήριο το ίδιο είναι σε θέση να γνωρίζει την ύπαρξη των εν λόγω Συμβάσεων. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε απόκρυψη ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος.
Πέραν των πιο πάνω, οι Αιτητές εκτός από την επίκληση των προνοιών των πιο πάνω Συμβάσεων και Συνθηκών που καθορίζουν τον τρόπο επίδοσης δικαστικών εγγράφων σε Ρώσους και Λευκορώσους υπηκόους, δεν παραθέτουν οποιαδήποτε άλλα γεγονότα, τα οποία να ανατρέπουν την βάση επί της οποίας το Δικαστήριο βασίστηκε για να εκδώσει το υπό κρίση διάταγμα. Ειδικότερα, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι τα προσωρινά διατάγματα και τα συναφή έγγραφα θα μπορούσαν να επιδοθούν σε σύντομο χρόνο, μέσω της διπλωματικής οδού και οι Καθ’ ων η αίτηση παραπλάνησαν το Δικαστήριο για να πετύχουν την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος με σκοπό να παρακάμψουν την διπλωματική οδό.
Με τα όσα οι Καθ’ ων η αίτηση έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι συνέτρεχαν επείγοντες λόγοι και εξαιρετικές περιστάσεις, που δικαιολογούσαν την παράκαμψη των Συμβάσεων και του τρόπου επίδοσης που αυτές προνοούν. Πρόκειται για δραστικά προσωρινά διατάγματα, τα οποία έπρεπε να επιδοθούν άμεσα στους Αιτητές, κάτι το οποίο, και σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία αναφέρθηκα ανωτέρω, επιτρεπόταν για το Δικαστήριο να εκδώσει το υπό κρίση διάταγμα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ο τρόπος με τον οποίο διατάχθηκε η επίδοση ήταν μέσω ηλεκτρονικής επικοινωνίας, που δεν εμπλέκει την χώρα διαμονής των Αιτητών.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο είχε εξουσία και ορθώς, υπό τις περιστάσεις, εξέδωσε το επίδικο διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Οι διατυπωθείσες τυχόν ενστάσεις της Ρωσίας και της Λευκορωσίας για συγκεκριμένες μορφές επίδοσης, με όλο το σεβασμό για τις θέσεις που εκφράσθηκαν, κρίνω ότι καλύπτουν άμεση εφαρμογή της Σύμβασης και όχι όπου υπάρχει σχετικό Δικαστικό Διάταγμα που επιτρέπει ad hoc (και όχι βέβαια γενικά) συγκεκριμένη μορφή επίδοσης. Ούτε ζητήματα νομιμότητας της επίδοσης με βάση το αλλοδαπό δίκαιο προκύπτουν όταν το Δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες που του παρέχουν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και εκδίδει διάταγμα για υποκατάσταση επίδοση (βλ. Blackstone’s Civil Practice 2018, para. 15.18, p. 329).
Πέραν των πιο πάνω, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η επίδοση των προσωρινών διαταγμάτων και των συναφών εγγράφων, έγινε στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις των Αιτητών, συμφώνως του διατάγματος του Δικαστηρίου και αυτοί τα παρέλαβαν. Μάλιστα οι εναγόμενοι 7 και 8, απάντησαν στους Καθ’ ων η αίτηση με ηλεκτρονικό μήνυμα επιβεβαιώνοντας την λήψη των δικαστικών εγγράφων. Αποστάληκαν στους Αιτητές, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 06/10/2025, με πιστοποίηση apostille και επίσημη μετάφραση στη Ρώσικη γλώσσα, καθώς επίσης η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 30/09/2025 με την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και με ένορκη δήλωση της μεταφράστριας με τα επισυναπτόμενα τεκμήρια αυτής.
Eίναι γεγονός ότι στο υπό κρίση διάταγμα δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά σε σχέση με τις μεταφράσεις των δικαστικών εγγράφων, τα οποία εξουσιοδοτήθηκε η επίδοση τους μέσω της ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Εκείνο το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι, πέραν του προσωρινού διατάγματος και του διατάγματος το οποίο εξουσιοδότησε την επίδοση, για τα οποία αποστάληκε και μετάφραση αυτών, δεν αποστάληκε οποιαδήποτε μετάφραση των υπόλοιπων δικαστικών εγγράφων. H επίδοση, όμως, προκύπτει να έγινε με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου.
Η ουσία της επίδοσης είναι οι εναγόμενοι να λάβουν γνώση της δικαστικής διαδικασίας. Οι μεταφράσεις των εγγράφων στην γλώσσα αλλοδαπών, εξυπηρετεί τη λήψη γνώσης της δικαστικής υπόθεσης. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι το διάταγμα είναι παράτυπο ή η επίδοση πάσχει λόγω της μη μετάφρασης όλων των αναγκαίων εγγράφων, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η επίδοση θα πρέπει να παραμεριστεί.
Εκείνο το οποίο προκύπτει στην παρούσα, είναι ότι οι Αιτητές έλαβαν γνώση της όλης διαδικασίας και προχώρησαν σε διορισμό δικηγόρου. Σημειώνεται ότι το διάταγμα ήταν μεταφρασμένο στην μητρική τους γλώσσα. Επίσης, όλα τα τεκμήρια που συνοδεύουν την μονομερή αίτηση, είναι στην Ρώσικη γλώσσα και μεταφρασμένα στα Αγγλικά. Πουθενά, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση, υπάρχει ο ισχυρισμός ή η θέση ότι οι Αιτητές δεν αντιλήφθηκαν τα έγγραφα και τη διαδικασία που εκκρεμεί εναντίον τους και δεν φάνηκε να έχει προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά σε αυτούς (βλ. Pat Jones v Ξένια Δημητρίου (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1526). Έγκαιρα προχώρησαν με το διορισμό δικηγόρων και εμφανίστηκαν στη διαδικασία. Σε περίπτωση που διατασσόταν η ακύρωση της επίδοσης των επίδικων εγγράφων, θα έπρεπε οι Καθ’ ων η αίτηση να λάβουν άλλα διαβήματα για να γνωστοποιήσουν την παρούσα διαδικασία στους Αιτητές, για την οποία ήδη γνωρίζουν.
Χωρίς να παραγνωρίζω την ανάγκη για τήρηση των διαδικασιών, στην προκείμενη περίπτωση με την επίδοση του μεταφρασμένου διατάγματος και των συναφών τεκμηρίων που συνοδεύουν την μονομερή αίτηση, έλαβαν γνώση της παρούσας διαδικασίας, εξ’ ου και προχώρησαν άμεσα με το διορισμό δικηγόρων και εμφανίστηκαν στη διαδικασία (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v. Sisenh Dau, Πολ. Έφεση Αρ. 23/2013, Ημερ. 13.09.2013 και 12/04/2016). Θα ήταν αχρείαστο και ενάντια στον πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, να διαταχθεί εκ νέου επίδοση μεταφράσεων των υπόλοιπων δικαστικών εγγράφων. Θα προκαλούνταν αχρείαστα έξοδα, θα περιπλεκόταν η εκκρεμούσα διαδικασία και θα καθυστερούσε περισσότερο η εκδίκαση της αίτησης και των δραστικότατων προσωρινών διαταγμάτων που εκκρεμούν, σε βάρος των ιδίων των Αιτητών.
Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι το υπό κρίση διάταγμα υποκατάστασης επίδοσης, ορθά εκδόθηκε και δεν συντρέχει λόγος για ακύρωση του. Η επίδοση των δικαστικών εγγράφων έγινε συμφώνως του εν λόγω διατάγματος και οι Αιτητές έλαβαν γνώση της παρούσας διαδικασίας. Ακόμη και να διαπιστωνόταν παρατυπία στο διάταγμα και/ή στον τρόπο επίδοσης ορισμένων δικαστικών εγγράφων καθότι δεν συνοδεύονταν από μεταφράσεις δεν θα ήταν πρόσφορο και ούτε θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό, υπό τις περιστάσεις, να ακυρωθεί η επίδοση των επίδικων εγγράφων ή να διαταχθεί η επανάληψη της επίδοσης.
Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κατάληξη είναι ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη μου το Μέρος 39(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δηλαδή ότι αυτά εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας που περιλαμβάνονται στο Μέρος 39(2) των εν λόγω Κανονισμών, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2, 3, 7 και 8 - Αιτητών. Έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό αυτών, με βάση το Μέρος 39.7 των πιο πάνω Κανονισμών και αυτά ανέρχονται στο ποσό των €6,000 πλέον Φ.Π.Α.
(Υπ.)……………………………….
Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Civil/Other Actions/Interim
Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό επίδοσης
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο