Αναφορικά με την Εταιρεία Avestra Group Holding Ltd, Αίτηση Αρ. 462/2022, 7/4/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με την Εταιρεία Avestra Group Holding Ltd, Αίτηση Αρ. 462/2022, 7/4/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ.

Αίτηση Αρ. 462/2022

(i-justice)

Αναφορικά με την Εταιρεία Avestra Group Holding Ltd

 

-και-

 

Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 202, 203, 209, 210, 211(στ), 213(1), 214 και 233

 

-και-

 

Αναφορικά με την αίτηση του Igor Berezin, μετόχου της προαναφερθείσας Avestra Group Holding Ltd, για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και εναλλακτικά, για έκδοση διαταγής αγοράς των μετοχών του από τους μετόχους πλειοψηφίας της Avestra Group Holding Ltd και/ή Ruric AB ή/και Dmitry N. Ivanov ή/και Roman Spyridonov ή/και οποιουδήποτε από τα προαναφερθέντα πρόσωπα και/ή άλλες θεραπείες σύμφωνα με το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.

---------------------------

 

Ημερομηνία: 7 Απριλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτητή: κ. Ε. Χατζηνέστορος για Δ. Χατζηνέστορος & Σία ΔΕΠΕ και                               κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης και Πελίδης ΔΕΠΕ

Για Καθ’ ης η Αίτηση 1: κ. Α. Τσιρίδης με κα Μ. Κίτσιου για Κώστας Τσιρίδης ΔΕΠΕ

Για Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3 και 4: κ. Η. Κυριακίδης με κα Ν. Θεοδώρου για Eraklis N. Kyriakides LLC

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

           

Ο Αιτητής με την υπό εξέταση Αίτηση του αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η εκκαθάριση της εταιρείας Avestra Group Holding Ltd (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η εταιρεία Avestra), σύμφωνα με το άρθρο 211 (στ) και το άρθρο 214 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Διαζευκτικά αξιώνει την έκδοση σειράς διαταγμάτων, στα οποία θα γίνει λεπτομερής αναφορά σε κατοπινό στάδιο.

 

Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Αιτητής, μαζί με τους (α) Ruric AB,                  (β) Dmitry N. Ivanov και (γ) Roman Spyridonov (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως οι Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3 και 4) είναι οι μέτοχοι της εταιρείας Avestra, με ποσοστό συμμετοχής 25% έκαστος.

 

Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

Από την ίδρυση της εταιρείας Avestra, μέχρι και τον Οκτώβριο του 2021, ήταν ο μοναδικός de facto διευθυντής της. Ήταν επίσης ο υπεύθυνος των επιχειρησιακών της δραστηριοτήτων και της επιχειρηματικής της ανάπτυξης. Μετά το 2007 οι Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3 και 4 ανέλαβαν ένα πολύ παθητικό ρόλο στην επιχείρηση της εταιρείας Avestra. Πριν το 2021 συγκαλείτο Συνέλευση των Μετόχων συνήθως μια φορά τον χρόνο, κατά την οποία ενημέρωνε τους μετόχους πλειοψηφίας για τις δραστηριότητες και τα κέρδη της εταιρείας Avestra και αποφάσιζαν το ύψος των επενδύσεων, τα μπόνους και τα μερίσματα που μπορούσαν να διανεμηθούν.

 

Μεταξύ των ετών 2014 – 2019 η εταιρεία Avestra συμμετείχε στην κατασκευή τερματικού σταθμού μεταφόρτωσης υγραερίου και προπυλενίου που βρίσκεται στην πόλη Μαντζουρία, επαρχία της εσωτερικής Μογγολίας στην Κίνα (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο Τερματικός Σταθμός). Ο Τερματικός Σταθμός ανήκε στην εταιρεία Manzhouli Far East Gas Co Ltd. Η ως άνω επένδυση πραγματοποιήθηκε από τα κέρδη της εταιρείας Avestra. Ο Τερματικός Σταθμός τέθηκε σε λειτουργία την 1.9.2019 και αποτελεί επί του παρόντος το μοναδικό σιδηροδρομικό συγκρότημα μεταφόρτωσης μεγάλου φορτίου στα Ρωσοκινεζικά σύνορα για την επαναφόρτωση υγραερίου και προπυλενίου. Η τρέχουσα δραστηριότητα της εταιρείας Avestra συνίσταται στην εμπορία φυσικού αερίου και πετροχημικών προϊόντων, στην κατοχή των μετοχών του Τερματικού Σταθμού και στην παροχή υπηρεσιών εφοδιασμού.

 

Στις 7.2.2021 είχε συνάντηση με τον Καθ’ ου η Αίτηση 3, ο οποίος του δήλωσε ότι ήταν εξουσιοδοτημένος να εκπροσωπήσει και τους Καθ’ ων η Αίτηση 2 και 4. Συμφώνησαν ότι οι άλλοι μέτοχοι θα πωλούσαν στον ίδιο την πετροχημική επιχείρηση της εταιρείας Avestra, δηλαδή τα πάντα εκτός από τις μετοχές του Τερματικού Σταθμού και την επιχείρηση εμπορίας υγραερίου που διεξάγεται μέσω του Τερματικού Σταθμού. Εκτίμησαν την αξία ολόκληρης της επιχείρησης στο ποσό των ΗΠΑ$31,28 εκατομμυρίων, ποσό το οποίο αντιστοιχούσε στα καθαρά περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας Avestra κατά την 31.12.2020. Οι μετοχές των μετόχων πλειοψηφίας άξιζαν περίπου ΗΠΑ$23,46 εκατομμύρια. Εκτίμησαν ότι η πετροχημική δραστηριότητα αποτελούσε το 45% της συνολικής δραστηριότητας της εταιρείας Avestra, συνεπώς θα μπορούσε να αγοράσει την ως άνω δραστηριότητα στο ποσό των ΗΠΑ$11.385.000.

 

Στις 17.3.2021 είχε νέα συνάντηση με όλους τους μετόχους της εταιρείας Avestra και συζήτησαν την πώληση με περισσότερες λεπτομέρειες. Του πρότειναν να αγοράσει το σύνολο των μετοχών τους στο ποσό των ΗΠΑ$23,46 εκατομμυρίων, επειδή, όπως του ανέφεραν, ήταν δύσκολο να διαχωριστεί η επιχειρηματική δραστηριότητα. Στη συνέχεια πραγματοποίησαν νέα συνάντηση στις 27.4.2021, όπου συνέχισαν να συζητούν την πώληση στον ίδιο του 75% των μετοχών της εταιρείας Avestra. Του ζήτησαν να υποβάλει γραπτή προσφορά με τους συμφωνηθέντες όρους ώστε να επισημοποιηθεί η συμφωνία, κάτι το οποίο έπραξε.

 

Μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου 2021 πραγματοποιήθηκαν αρκετές τηλεδιασκέψεις μεταξύ όλων των μετόχων, σκοπός των οποίων ήταν η οριστικοποίηση της πώλησης. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των ανωτέρω διασκέψεων, ο κ. Gurinov, τελικός δικαιούχος της Καθ’ ης η Αίτηση 2, φάνηκε να είχε αλλάξει γνώμη και πρότεινε ότι η συναλλαγή για την πώληση του Τερματικού Σταθμού δεν θα μπορούσε να προχωρήσει μέχρι να καταβληθεί ολόκληρο το τίμημα αγοράς των μετοχών. Ανέφερε επίσης ότι η εκτίμηση του Τερματικού Σταθμού στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας Avestra ήταν εσφαλμένη και ότι οι μετοχές της στον Τερματικό Σταθμό άξιζαν, στην πραγματικότητα, περισσότερο από την τιμή που αποτυπώνεται στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις. Προσπάθησε να ικανοποιήσει τα αιτήματα του                          κ. Gurinov και πρότεινε ένα σύστημα πληρωμών, σύμφωνα με το οποίο ο Τερματικός Σταθμός θα μπορούσε να πωληθεί αργότερα και στο μεταξύ οι μετοχές του Τερματικού Σταθμού θα κρατούνταν ως εγγύηση για τις υποχρεώσεις πληρωμής του. Κατά τον Αύγουστο του 2021 υπέβαλε δεύτερη προσφορά αγοράς. Σε μια επακόλουθη συνάντηση όλων των μετόχων, η οποία πραγματοποιήθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου 2021, οι μέτοχοι πλειοψηφίας δήλωσαν ότι δεν ήταν πλέον πρόθυμοι να αποδεχτούν την πληρωμή του τιμήματος αγοράς με δόσεις σε διάστημα δύο ετών. Του ανέφεραν ότι θα έπρεπε να πληρώσει ολόκληρο το τίμημα αγοράς εντός ενός μηνός, διαφορετικά η συμφωνία θα ακυρωνόταν. Αργότερα του πρότειναν να παράσχει μια μη επιστρεπτέα εγγύηση καλής εκτέλεσης ύψους 10% της τιμής αγοράς και εφόσον εκπλήρωνε τον ως άνω όρο, ο χρόνος αποπληρωμής θα παρατείνετο μέχρι τις 15.12.2021. Του είπαν ότι αν δεν αποδεχόταν τους ως άνω όρους, θα τον απομάκρυναν από τη διοίκηση της εταιρείας Avestra και θα παρέμενε απλά μέτοχος. Του πρότειναν, επίσης, να τους πωλήσει τις δικές του μετοχές σε τιμή κατώτερη των ΗΠΑ$ 8.000.000. Το γεγονός ότι του ζήτησαν να πουλήσει τις μετοχές του ήταν καταπιεστικό για τον ίδιο, καθότι δεν ήθελε να τις πουλήσει.

 

Μετά την ως άνω άρνηση του, πραγματοποιήθηκε Γενική Συνέλευση των Μετόχων στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας Avestra στην Κύπρο στις 15.10.2021, ώρα 11.00 π. μ. Η σχετική ειδοποίηση για τη Γενική Συνέλευση του κοινοποιήθηκε στις 23.9.2021. Όταν οι δικηγόροι που θα τον εκπροσωπούσαν στη Γενική Συνέλευση έφτασαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας Avestra στις 10.50 π.μ., τους ζητήθηκε να περιμένουν πριν οδηγηθούν στην αίθουσα όπου επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η συνέλευση. Λίγο μετά τις 11.00 π.μ., ενημερώθηκαν ότι η συνέλευση είχε ήδη πραγματοποιηθεί και εγκρίθηκε ψήφισμα για την απομάκρυνση του από τη Διοίκηση. Με το ως άνω ψήφισμα αποφασίστηκε ότι οι εταιρείες Omnium Corporate and Trustee Services Limited και Omnium Services Limited θα γίνονταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας Avestra, επιπρόσθετα της υφιστάμενης Διοικητικής Συμβούλου, κας Παναγή. Διαμαρτυρήθηκε, γι’ αυτό και έγραψε στις τράπεζες της εταιρείας Avestra, με τις οποίες είχε διευθετήσει διευκολύνσεις χρηματοδότησης, για να εξηγήσει ότι δεν συμφωνούσε με την απόφαση των μετόχων πλειοψηφίας.

 

Στις 25.10.2021 συναντήθηκε με τον Καθ’ ου η Αίτηση 4, σε μια προσπάθεια να διευθετηθούν οι διάφορες διαφωνίες, οι οποίες είχαν γίνει εμφανείς με την πάροδο του χρόνου. Ο Καθ’ ου η Αίτηση 4 του ζήτησε να υπογράψει σε πέντε λεπτά μια συμφωνία, η οποία περιείχε τους ακόλουθους όρους: (α) Να παραιτηθεί από ορισμένες από τις προσωπικές του εταιρείες, τις οποίες ο Καθ’ ου η Αίτηση 4 θεώρησε ότι αποτελούν μέρος του Ομίλου Avestra, (β) να μεταφέρει το προσωπικό τους στην εταιρεία Avestra και (γ) να μεταφέρει ένα από τα γραφεία της εταιρείας του στην εταιρεία Avestra μαζί με όλο τον εξοπλισμό. Ο Καθ’ ου η Αίτηση 4 τον απείλησε ότι αν αρνείτο να υπογράψει θα του αποστερούσε τις μετοχές του στην εταιρεία Avestra και περαιτέρω θα προέβαινε σε ρυθμίσεις ώστε να μην μπορέσει να ασκήσει ξανά οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα στη Ρωσία. Θεώρησε ότι αυτό ήταν μια παράνομη και καταπιεστική απειλή εκ μέρους του Καθ’ ου η Αίτηση 4. Αρνήθηκε να υπογράψει την ως άνω συμφωνία και ενημέρωσε σχετικά τους επικεφαλείς των θυγατρικών εταιρειών για τις διαφωνίες του με τους μετόχους της πλειοψηφίας.   

 

Στις 29.10.2021, ενόψει των ως άνω απειλών του Καθ’ ου η Αίτηση 4 και δεδομένου ότι δεν μπορούσε να αναλάβει διοικητικό ρόλο στην εταιρεία Avestra, συμφώνησε να υπογράψει από κοινού με τους υπόλοιπους μετόχους επιστολή απευθυνόμενη προς τις τράπεζες, προκειμένου να αποπαγοποιηθεί η δραστηριότητα της εταιρείας Avestra. Συνοπτικά η ανωτέρω επιστολή αναφέρει ότι: (α) Οι τράπεζες θα ενημερωθούν ότι οι μέτοχοι της εταιρείας Avestra κατέληξαν σε συμφωνία και ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση 4 θα είναι πλέον υπεύθυνος για τη διαχείριση της, (β) ο ίδιος θα παραιτείτο από τη διοίκηση της εταιρείας Avestra, (γ) θα συνεχίσει να κατέχει το 25% του μετοχικού της κεφαλαίου και (δ) θα έχει το δικαίωμα να αναπτύξει τα δικά του επιχειρηματικά σχέδια στον τομέα των πετροχημικών.   

 

Μεταξύ 9.9.2022 και 13.11.2022 είχε αρκετές συναντήσεις στην Αγία Πετρούπολη με τον κ. Ashikhmin, οικονομικό διευθυντή της Καθ’ ης η Αίτηση 2. Ο κ. Ashikhmin τον ενημέρωσε ότι οι μέτοχοι πλειοψηφίας σχεδιάζουν (α) τη μεταβίβαση των μετοχών που κατέχει η Καθ’ ης η Αίτηση 2 στην εταιρεία Avestra προς τον τελικό της δικαιούχο κ. Gurinov και (β) την πώληση όλων των θυγατρικών της εταιρείας Avestra, κάτι το οποίο, εφόσον πραγματοποιηθεί, θα της αποστερήσει όλες τις επιχειρήσεις και τα περιουσιακά της στοιχεία. Η ως άνω πώληση θα γίνει είτε στους ίδιους τους μετόχους πλειοψηφίας είτε σε εταιρείες που ελέγχουν, ώστε να αποκρύψουν τη συμμετοχή τους, εναλλακτικά δε σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία στη συνέχεια θα μεταβιβάσουν τις μετοχές τους στους μετόχους πλειοψηφίας ή σε εταιρείες που θα έχουν ορίσει. Τα έσοδα από την πώληση των θυγατρικών εταιρειών θα διατεθούν για τη χορήγηση δανείων στις πρώην θυγατρικές εταιρείες, οι οποίες στη συνέχεια θα ανήκουν στους μετόχους πλειοψηφίας. Στην περίπτωση που πραγματοποιηθούν τα ανωτέρω, οι μετοχές του στην εταιρεία Avestra δεν θα έχουν οποιαδήποτε αξία, ενώ όλες οι επιχειρήσεις και τα περιουσιακά της στοιχεία θα μεταβιβαστούν στους μετόχους πλειοψηφίας.  

 

Ο κ. Ashikhmin του παρείχε ορισμένα έγγραφα που περιγράφουν τις λεπτομέρειες του ανωτέρω σχεδίου των μετόχων πλειοψηφίας, όπως την έκθεση της ελεγκτικής εταιρείας Technologies of Trust, τη νομική γνωμάτευση την οποία συνέταξε η δικηγορική εταιρεία Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ, εσωτερική αλληλογραφία της εταιρείας Avestra, αλληλογραφία μεταξύ του κ. Rykov, οικονομικού διευθυντή της εταιρείας Avestra και του κ. Ashikhmin, την έκθεση εκτίμησης που συνέταξε η εταιρεία Alma Advisors Ltd και αλληλογραφία που απέστειλαν θυγατρικές εταιρείες της εταιρείας Avestra, με την οποία ζητούν να τους παρασχεθεί χρηματοδότηση.

 

Οι ανωτέρω ενέργειες των μετόχων πλειοψηφίας καταδεικνύουν έλλειψη εντιμότητας εκ μέρους τους και απόκλιση από τα πρότυπα των θεμιτών συναλλαγών, στα οποία δικαιούται να βασίζεται.

 

Σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας Avestra, θα παραμείνουν πλεονάζοντα περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα για διανομή μεταξύ των μετόχων, μετά την πληρωμή όλων των πιστωτών.

 

H Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3 και 4

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3 και 4 εναντιώθηκαν στις αιτούμενες θεραπείες. Με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης προβάλλουν συνολικά 55 λόγους.  Βασικοί λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:

 

1.    Ο Αιτητής δια της προσκομισθείσας μαρτυρίας ουδόλως αποδεικνύει ότι δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες.

 

2.    Ο Αιτητής δεν έχει αποδείξει ότι αποτελεί μέρος του περιορισμένου κύκλου προσώπων που δύνανται να προωθούν ή και καταχωρούν αίτηση για την εκκαθάριση της εταιρείας Avestra, σύμφωνα με το Άρθρο 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.  

 

3.    Ο Αιτητής δεν λογίζεται ‘‘συνεισφορέας’’ της εταιρείας Avestra και ως εκ τούτου δεν έχει οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα να αιτείται την εκκαθάριση της, σύμφωνα με το ανωτέρω αναφερόμενο άρθρο.

 

4.    Ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι σε περίπτωση που διαταχθεί η εκκαθάριση της εταιρείας Avestra θα έχει συμφέρον στην εκκαθάριση και ότι η εταιρεία θα έχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία ή και επαρκές πλεόνασμα διανεμητέο προς τους μετόχους αυτής.

 

5.    Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να προωθεί οποιαδήποτε διαδικασία για εκκαθάριση της εταιρείας Avestra καθότι δεν έχει ικανοποιήσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις της ημεδαπής νομοθεσίας ώστε να λογίζεται συνεισφορέας της.

 

6.    Ο Αιτητής απέτυχε να προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία η οποία να απολήγει στο ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το Δίκαιο της Επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία Avestra

 

Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Gurinov, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

Είναι ο μοναδικός μέτοχος της εταιρείας Icestone Invest Ltd, η οποία κατέχει το 89,27% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Καθ’ ης η Αίτηση 2 και ως εκ τούτου τυγχάνει τελικός δικαιούχος της.

 

Ο Αιτητής, υπό την ιδιότητα του de facto διευθυντή της εταιρείας Avestra, έχει λάβει, αυθαίρετα και χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια, εσφαλμένες αποφάσεις ή πρωτοβουλίες και έχει προβεί σε πράξεις, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η πρόκληση σημαντικών ζημιών στον Όμιλο Avestra. Επίσης ο Αιτητής, καταχρώμενος την εμπιστοσύνη που επέδειξαν στο πρόσωπο του οι Καθ’ ων η Αίτηση, προέβηκε σε ενέργειες οι οποίες είχαν μοναδικό σκοπό την αποκόμιση ιδίου οφέλους εις βάρος των Καθ’ ων η Αίτηση. Στις παραγράφους 33 – 64 της ένορκης δήλωσης του περιγράφει λεπτομερώς τις ισχυριζόμενες ενέργειες κακοδιαχείρισης του Αιτητή.

 

Τα όσα συνέβαιναν στον Όμιλο Avestra οδήγησαν στην ανάγκη διεξαγωγής εσωτερικών ελέγχων, οι οποίοι προκάλεσαν τη δυσανασχέτηση του Αιτητή, ο οποίος έβλεπε πλέον τους Καθ’ ων η Αίτηση να διεξάγουν έλεγχο επί των όσων είχε διενεργήσει. Ο Αιτητής δεν ήταν πλέον διατεθειμένος να εργαστεί στη βάση της ήδη υπάρχουσας μετοχικής δομής και άρχισε να εξετάζει διάφορα σενάρια, όπως το ενδεχόμενο κατηγοριοποίησης των μετοχών. Κατά τον Ιανουάριο του 2021, ο Αιτητής ενημέρωσε τους υπαλλήλους του Ομίλου Avestra, χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως τη συγκατάθεση των Καθ’ ων η Αίτηση, για την προτιθέμενη αναδιοργάνωση του Ομίλου, καθώς και για το ότι ο ίδιος σχεδίαζε να εξαγοράσει τις μετοχές των Καθ’ ων η Αίτηση στην εταιρεία Avestra. Κατά τον Φεβρουάριο του 2021, ο Αιτητής κοινοποίησε στους Καθ’ ων η Αίτηση την προσφορά του για εξαγορά. Συγκεκριμένα η προσφορά του περιοριζόταν στην εξαγορά των δραστηριοτήτων του Ομίλου Avestra στον τομέα των πετροχημικών, ενώ δεν αφορούσε τις δραστηριότητες του Ομίλου στον τομέα του υγραερίου και του τερματικού σταθμού. Αναφορικά με τον μηχανισμό της εξαγοράς, ο Αιτητής πρότεινε όπως ολοκληρωθεί εντός δύο ετών, ήτοι η πληρωμή όπως καταβληθεί στο τέλος της εν λόγω περιόδου με δυνατότητα μερικής αποπληρωμής νωρίτερα. Λόγω της πρότασης του Αιτητή να παραμείνει μέρος των δραστηριοτήτων του Ομίλου Avestra σε κοινή ιδιοκτησία και διαχείριση, οι μέτοχοι έδωσαν οδηγίες για περαιτέρω μελέτη του όλου εγχειρήματος και των προοπτικών του, αφού οι όποιες συζητήσεις ήταν ακόμα σε πρώιμο στάδιο. Όσον αφορά την τιμή εξαγοράς των μετοχών των Καθ’ ων η Αίτηση, ο Αιτητής πρότεινε το ποσό των ΗΠΑ$31.280.000, η οποία βασίστηκε στην ‘‘εκτίμηση’’ των περιουσιακών στοιχείων του Ομίλου Avestra από τον ίδιο τον Αιτητή και τον κ. Rykov και όχι σε εκτίμηση ανεξάρτητου εκτιμητή. Εντούτοις, οι Καθ’ ων η Αίτηση, καλόπιστα και με ειλικρινή πρόθεση εξεύρεσης αμοιβαία αποδεκτής λύσης, δεν αρνήθηκαν να συζητήσουν αρχικά επ’ αυτής της βάσης, νοουμένου ότι η διαδικασία θα ολοκληρωνόταν σε σύντομο χρονικό πλαίσιο. Καθώς οι συζητήσεις για το ενδεχόμενο εξαγοράς μόνο του πετροχημικού τομέα του Ομίλου από τον Αιτητή δεν τελεσφόρησαν, άρχισαν διαπραγματεύσεις για το ενδεχόμενο εξαγοράς των μετοχών των Καθ’ ων η Αίτηση, τις οποίες κατείχαν στην εταιρεία Avestra. Στις 27.4.2021 έλαβε χώρα συνάντηση στην παρουσία όλων των μετόχων της εταιρείας Avestra για σκοπούς συζήτησης του ενδεχόμενου της εξαγοράς των μετοχών των Καθ’ ων η Αίτηση. Η συνάντηση κατέληξε στο ότι οι προτεινόμενοι από τον Αιτητή όροι χρειάζονταν περαιτέρω επεξεργασία, ενώ θα έπρεπε να ληφθούν περαιτέρω πληροφορίες, αναθέτοντας συγκεκριμένα καθήκοντα στον Αιτητή ως προς τη λήψη και προσκόμιση περαιτέρω πληροφοριών και τη διενέργεια υπολογισμών.

 

Στις 29.5.2021 ο Αιτητής απέστειλε προς τους Καθ’ ων η Αίτηση «Προσύμφωνο Όρων» το οποίο θα αποτελούσε τη βάση για την επόμενη συνάντηση στις 2.6.2021. Το εν λόγω προσχέδιο μελετήθηκε από την ομάδα εργασίας και κατά την 1.6.2021 συντάχθηκε από αυτήν αναθεωρημένη εκδοχή του, αντιπαραβάλλοντας τους όρους του με την προηγούμενη πρόταση του Αιτητή. Κατά τη συνάντηση της 2.6.2021, οι μέτοχοι συζήτησαν εκ νέου τις εξασφαλίσεις οι οποίες θα δίνονταν από τον Αιτητή, ώστε να διασφαλιστεί η καταβολή του τιμήματος αγοράς, καθώς και τον μηχανισμό ο οποίος θα ενεργοποιείτο σε περίπτωση παράβασης των όρων αποπληρωμής από τον Αιτητή. Οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέβαλαν ειλικρινείς προσπάθειες να εξευρεθεί μια αμοιβαία αποδεκτή λύση για την εξαγορά των μετοχών τους. Περί τον Αύγουστο του 2021, το σκηνικό μεταβλήθηκε άρδην και ο Αιτητής αποφάσισε να παρουσιάσει μια νέα δομή για τη συναλλαγή και να τροποποιήσει τη σειρά και το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής. Ωστόσο το ζήτημα των οικονομικών πόρων δια των οποίων ο Αιτητής θα εξαγόραζε τις μετοχές, οι αναγκαίες εξασφαλίσεις και ο καθορισμός των μηχανισμών σε περίπτωση αθέτησης της υποχρέωσης καταβολής των πληρωμών, παρέμεναν οι κύριες ανησυχίες των Καθ’ ων η Αίτηση, οι οποίες δεν ικανοποιούνταν από τις αναθεωρημένες προτάσεις του Αιτητή. Κατά τον Σεπτέμβριο του 2021 οι Καθ’ ων η Αίτηση απέστειλαν στον Αιτητή τους βασικούς όρους επί των οποίων εισηγούνταν να βασιστεί η εξαγορά των μετοχών τους από τον Αιτητή, για περαιτέρω συζήτηση μεταξύ όλων των μερών. Ο Αιτητής τελικά απέρριψε την ως άνω προσφορά των Καθ’ ων η Αίτηση. Στη συνέχεια οι Καθ’ ων η Αίτηση απέστειλαν προσχέδιο συμφωνίας αγοραπωλησίας και άσκησης δικαιώματος αγοράς μετοχών. Λόγω της αδυναμίας του Αιτητή να εγγυηθεί τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέγραψαν την ετοιμότητα τους να πουλήσουν το 75% των μετοχών τους μέχρι το τέλος του 2022 μόνο στο πλαίσιο του μηχανισμού «χρήματα έναντι μετοχών», ήτοι εφάπαξ πληρωμή και ταυτόχρονη μεταβίβαση μετοχών. Κατά την περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 2021 είχε λάβει χώραν αριθμός συναντήσεων μεταξύ Αιτητή και Καθ’ ων η Αίτηση. Οι οποιεσδήποτε συζητήσεις δε περί της συμμετοχής του Αιτητή στη διοίκηση του Ομίλου Avestra γίνονταν πάντοτε με γνώμονα τα μέχρι τότε τεκταινόμενα στον Όμιλο, τα οποία περιβάλλονταν από στίγματα κακοδιαχείρισης, ατασθαλιών, αλλά και αδιαφανών διαδικασιών λήψης αποφάσεων. Η πρόθεση των Καθ’ ων η Αίτηση δεν ήταν άλλη από την εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης, χωρίς όμως να αποστερούν τον Αιτητή από τα νόμιμα δικαιώματα του, περιλαμβανομένου του δικαιώματος του να κατέχει τις μετοχές του στον Όμιλο Avestra.

 

Απορρίπτει τον ισχυρισμό της ένορκης δήλωσης του Αιτητή ότι η προσφορά των Καθ’ ων η Αίτηση να εξαγοράσουν τις δικές του μετοχές στην τιμή των ΗΠΑ$8.000.000 ήταν καταπιεστική. Αυτό το οποίο έπραξαν οι Καθ’ ων η Αίτηση ήταν να προτείνουν στον Αιτητή να εξαγοράσουν τις δικές του μετοχές, εφόσον δεν ευδοκιμούσαν οι διαδικασίες για την εξαγορά των δικών τους, στην αντίστοιχη τιμή εξαγοράς την οποία ο ίδιος είχε προτείνει. Στις 12.10.2021 ο Αιτητής συνέχισε την προσπάθεια διαπραγματεύσεων, αποστέλλοντας εκ νέου στους Καθ’ ων η Αίτηση αναθεωρημένο έγγραφο με δικούς του προτεινόμενους όρους για την εξαγορά των μετοχών τους.

 

Λόγω του ότι οι διαπραγματεύσεις για την εξαγορά των μετοχών δεν ολοκληρώνονταν εντός ευλόγου χρόνου, οι Καθ’ ων η Αίτηση αποφάσισαν να αιτηθούν τη σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων. Κύριος σκοπός της σύγκλησης της ήταν η συζήτηση συγκεκριμένων ψηφισμάτων, η υιοθέτηση των οποίων θα βοηθούσε, κατά τη γνώμη των Καθ’ ων η Αίτηση, τη βελτιστοποίηση των μηχανισμών ελέγχου καθώς και τη λήψη αποφάσεων σαν πρώτο διορθωτικό μέτρο των προβλημάτων κακοδιαχείρισης και παράτυπων διαδικασιών λήψης αποφάσεων, που ταλάνισαν τον Όμιλο Avestra. Με τον διορισμό στο διοικητικό συμβούλιο των εταιρειών Omnium Corporate and Trustee Services Limited και Omnium Services Limited, οι οποίες απαρτίζονται από επαγγελματίες στον τομέα των διοικητικών υπηρεσιών, θα διασφαλιζόταν το νομότυπο των διαδικασιών λήψης αποφάσεων. Ως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Καθ’ ων η Αίτηση, αλλά και από πληροφορίες και έγγραφα που έχει λάβει από την εταιρεία Avestra, η Έκτακτη Γενική Συνέλευση της 15.10.2021 είχε συγκληθεί νόμιμα και νομότυπα, ενώ τα προτεινόμενα ψηφίσματά της έχουν δεόντως εγκριθεί από το 75% των μετόχων της εταιρείας Avestra, οι οποίοι παρέστησαν δια των πληρεξουσίων αντιπροσώπων τους.

 

Ο Αιτητής επιδεικνύοντας αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά και χωρίς την εξουσιοδότηση των Καθ’ ων η Αίτηση, απέστειλε επιστολές σε διάφορες τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν ο Όμιλος Avestra, ώστε να τις πληροφορήσει για το κατ’ ισχυρισμό παράτυπο των διαδικασιών της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης. Ακολούθησε η υπογραφή, από όλους τους μετόχους της εταιρείας Avestra, της επιστολής ημερομηνίας 29.10.2021, η οποία απευθύνεται προς τις τράπεζες με τις οποίες συναλλασσόταν ο Όμιλος. Η εν λόγω επιστολή κρίθηκε αναγκαία λόγω της σύγχυσης που προκάλεσε στις τράπεζες ο ίδιος ο Αιτητής με τη δική του επιστολή, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τον Όμιλο Avestra σε μεγάλο κίνδυνο, καθώς ήταν πλέον ορατή η πιθανότητα να παραμείνει χωρίς πιστωτικές διευκολύνσεις και η λειτουργία των τραπεζικών του λογαριασμών να ανασταλεί από τις τράπεζες.

 

Απορρίπτει τα όσα ισχυρίζεται ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του εν σχέσει με το σχέδιο αναδιάρθρωσης της εταιρείας Avestra με μοναδικό στόχο την αφαίμαξη της. Όπως αντιλαμβάνεται από τους ισχυρισμούς του Αιτητή, η κύρια πηγή πληροφόρησης του ήταν ο κ. Ashikhmin, ο οποίος ήταν οικονομικός διευθυντής της Καθ’ ης η Αίτηση 2. Ο ρόλος του κ. Ashikhmin περιοριζόταν αποκλειστικά στο να συλλέγει οικονομικά δεδομένα εν σχέσει με τις εταιρείες του Ομίλου Avestra, να προβαίνει σε αναλύσεις των εν λόγω δεδομένων και να φροντίζει όπως τα εν λόγω οικονομικά δεδομένα ενσωματώνονται στις οικονομικές καταστάσεις της Καθ’ ης η Αίτηση 2. Ουδεμία σχέση και εμπλοκή είχε σε νομικά ζητήματα ή ζητήματα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση 2 και ουδόλως συμμετείχε στη διαχείριση και λήψη αποφάσεων εν σχέσει με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και τα περιουσιακά της στοιχεία.

 

Κατά το έτος 2022 η Καθ’ ης η Αίτηση 2 βρισκόταν στο στάδιο εσωτερικής αναδιάρθρωσης της ιδιοκτησιακής της δομής, ώστε να επιτευχθεί η βελτιστοποίηση της συνολικής δομής του Ομίλου εταιρειών της. Στο πλαίσιο της εν λόγω αναδιάρθρωσης, εξεταζόταν το ενδεχόμενο όπως οι μετοχές που κατέχονταν από αυτήν στην εταιρεία Avestra, μεταφερθούν απευθείας στον τελικό της δικαιούχο. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που είχε λάβει, για την υλοποίηση της ανωτέρω μεταφοράς των μετοχών, θα έπρεπε να υπάρξει συμμόρφωση με σχετικές πρόνοιες του δικαίου της Σουηδίας, δικαιοδοσία εγκαθίδρυσης της Καθ’ ης η Αίτηση 2. Μία εκ των εν λόγω προϋποθέσεων ήταν η εξασφάλιση έκθεσης εκτίμησης εν σχέσει με το περιουσιακό στοιχείο που θα μεταφερόταν. Η Καθ’ ης η Αίτηση 2 για δικούς της και μόνο σκοπούς, χωρίς την εμπλοκή των Καθ’ ων η Αίτηση 3 και 4, ζήτησε την ετοιμασία τέτοιας έκθεσης εκτίμησης από την εταιρεία Alma Advisors Ltd. Οι όροι εντολής καθώς και όλες οι πληροφορίες και παράμετροι επί των οποίων θα συντασσόταν η εν λόγω εκτίμηση είχαν καθοριστεί αποκλειστικά από την Καθ’ ης η Αίτηση 2.

 

Το κύριο πλάνο και σχέδιο των Καθ’ ων η Αίτηση δεν ήταν ούτε να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία ούτε να πωλήσουν θυγατρικές εταιρείες της εταιρείας Avestra, πόσω μάλλον σε τιμή χαμηλότερη της πραγματικής τους αξίας, αλλά ούτε να ενεργήσουν με οποιοδήποτε τρόπο εναντίον των δικαιωμάτων του Αιτητή. Πρώτιστο μέλημα του ήταν η εξέταση του ενδεχομένου κεφαλαιοποίησης του Ομίλου Avestra από τους ίδιους τους μετόχους του, ώστε να περιοριστούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό οι επιπτώσεις από τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, οι οποίες είχαν ήδη πλήξει τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείτο ο Όμιλος Avestra. Οι δε επιστολές των θυγατρικών εταιρειών Avestra Chemical DMCC και Avestra Chemical (Suisse) S.A. προς την εταιρεία Avestra, αντίγραφα των οποίων έχει παρουσιάσει ο Αιτητής, θα πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση με τα όσα ανωτέρω αναφέρονται.

 

Η ένσταση της εταιρείας Avestra

 

Ένσταση στην Αίτηση υπεβλήθη και από την εταιρεία Avestra (Καθ’ ης η Αίτηση 1). Με ξεχωριστή Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης προβάλλει συνολικά 18 λόγους ένστασης, οι βασικοί εκ των οποίων είναι οι ακόλουθοι:

 

(1)          Η Αίτηση είναι κατά τον Νόμο και κατά τα πράγματα αβάσιμη ή και αντικανονική ή και γενική ή και αόριστη.

 

(2)          Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή και αποτελεί κλασσική περίπτωση καταχρηστικής καταχώρισης αίτησης εκκαθάρισης, με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Αιτητή.  

 

(3)          Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να επιδιώκει τις αιτούμενες θεραπείες.

 

(4)          Ο Αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ή και δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα και ουσιώδη γεγονότα ή και σε κάθε περίπτωση, έχει αποσιωπήσει τις δικές του ενέργειες και παραλείψεις που οδήγησαν στη ρήξη των σχέσεων του με τους λοιπούς μετόχους.

 

(5)          Ουδεμία βάσιμη μαρτυρία ή και τεκμηρίωση του ισχυρισμού περί καταχρηστικής συμπεριφοράς ως προς τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας ή και περί δόλου εναντίον της μειοψηφίας ή και περί σχεδίου εξάσκησης πίεσης στον Αιτητή για να πωλήσει τις μετοχές του σε χαμηλότερη τιμή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

(6)          Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας Avestra ή και τα πρόσωπα που διαχειρίζονται τις υποθέσεις αυτής ενεργούν με καλή πίστη και προς όφελος της εταιρείας ή και προς όφελος του συνόλου των μετόχων αυτής.

 

Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Δημητρίου, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

Είναι διευθύντρια των εταιρειών Omnium Corporate and Trustee Services Limited και Omnium Services Limited, οι οποίες από τις 15.10.2021 κατέχουν τη θέση του διευθυντή στην εταιρεία Avestra. Είναι επίσης διευθύντρια της εταιρείας Nobel Trust Ltd, η οποία είναι η μοναδική μέτοχος των ανωτέρω αναφερόμενων εταιρειών.

 

Στις 15.10.2021 συμμετείχε στη Γενική Συνέλευση των μετόχων που έλαβε χώρα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας Avestra, υπό την ιδιότητα της πληρεξουσίου αντιπροσώπου ενός εκ των μετόχων, συγκεκριμένα του Καθ’ ου η Αίτηση 3. Η Γενική Συνέλευση ξεκίνησε τις εργασίες της κατά την προγραμματισμένη της ώρα, ήτοι στις 11 π.μ. Μετά από μερικά λεπτά αναμονής και καθώς δεν είχαν παρουσιαστεί ούτε η διευθύντρια της εταιρείας Avestra, ούτε ο Αιτητής ή κάποιος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος αυτού, διορίστηκε ως πρόεδρος της συνέλευσης η κα Μορφή. Υιοθετήθηκαν ένα προς ένα και κατά πλειοψηφία 75% όλα τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και η συνέλευση ολοκληρώθηκε. Μετά την ολοκλήρωση της, έλαβε τηλεφώνημα από τον δικηγόρο του Αιτητή, ο οποίος είχε εξουσιοδοτηθεί να τον εκπροσωπήσει στη συνέλευση και είχε οδηγίες να παρευρεθεί σ’ αυτήν αλλά καθυστέρησε και παραπονείτο ότι η Γενική Συνέλευση δεν έλαβε χώρα κατά την προγραμματισμένη της ώρα. Την ίδια μέρα, οι Κύπριοι δικηγόροι του Αιτητή απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα, διά του οποίου διαμαρτύρονταν ότι η Γενική Συνέλευση δήθεν ξεκίνησε ενωρίτερα από την προγραμματισμένη της ώρα, με σκοπό να αποφευχθεί η συμμετοχή του Αιτητή. Οι λοιποί μέτοχοι της εταιρείας Avestra απάντησαν αυθημερόν μέσω δικηγόρου στο ως άνω ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων του Αιτητή, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του Αιτητή και αναφέροντας ότι ήταν απόλυτα πρόθυμοι να συναντηθούν και να συζητήσουν μαζί του οποιοδήποτε ζήτημα τον προβλημάτιζε. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει, ο Αιτητής μέχρι και την καταχώριση της υπό εξέταση Αίτησης, ουδένα μέτρο έλαβε για ανατροπή των ψηφισμάτων της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας Avestra.

 

Όπως προκύπτει από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας Avestra για το έτος 2009, τα κέρδη της εταιρείας ανέρχονταν στο ποσό των ΗΠΑ$11.037.111. Μέχρι όμως το 2015 τα κέρδη της είχαν μειωθεί στο ποσό των ΗΠΑ$168.312. Η πτωτική πορεία της εταιρείας Avestra, καθώς και συμβάντα όπως η αποτυχημένη επένδυση στην Ινδία που οδήγησε σε ζημιά ΗΠΑ$4.000.000 και το γεγονός ότι ο Όμιλος εταιρειών χρειαζόταν συνεχή χρηματοδότηση, δημιούργησαν προβληματισμό στους λοιπούς μετόχους της εταιρείας Avestra, με αποτέλεσμα να αποφασιστεί η διενέργεια εσωτερικού ελέγχου. Ο έλεγχος διενεργήθηκε μεταξύ 15.2.2016 και 3.6.2016 και αφορούσε τα έτη 2013 έως 2015. Βάσει των όσων αναφέρουν οι εσωτερικοί ελεγκτές, τα πλείστα έγγραφα που ζητήθηκαν από αυτούς δεν προσκομίστηκαν, ενώ υπήρξε έλλειψη ενδιαφέροντος αλλά και άρνηση εκ μέρους της διοίκησης να παρέχει τα απαιτούμενα στοιχεία, με αποτέλεσμα να μην δύνανται οι εσωτερικοί ελεγκτές να καταλήξουν στα απαραίτητα ευρήματα.  

 

Κατά τον Φεβρουάριο του 2020 όλοι οι μέτοχοι της εταιρείας Avestra, περιλαμβανομένου και του Αιτητή, αποφάσισαν τη διενέργεια δεύτερου εσωτερικού ελέγχου. Για μια ακόμα φορά οι εσωτερικοί ελεγκτές διαπίστωσαν ότι  ουσιώδη έγγραφα δεν υποβλήθηκαν σ’ αυτούς για να καταστεί δυνατός ο υπολογισμός των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων των εταιρειών του Ομίλου Avestra. Ενόψει των ανωτέρω αναφερομένων και ειδικότερα ενόψει των ατασθαλιών που ήρθαν στο φως, της αδιαφάνειας με την οποία ο Όμιλος εταιρειών ασκούσε τις δραστηριότητες του και της κατά καιρούς πτωτικής οικονομικής πορείας των εταιρειών του Ομίλου, διενεργήθηκαν συζητήσεις μεταξύ του Αιτητή και των λοιπών μετόχων για την εξαγορά εκ μέρους του Αιτητή των μετοχών που κατείχαν οι λοιποί μέτοχοι στην εταιρεία Avestra. Όπως ενημερώνεται, στις 27.4.2021 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στην παρουσία όλων των μετόχων. Αυτό που προκύπτει από το περιεχόμενο των τηρηθέντων πρακτικών είναι ότι κατ’ εκείνο το στάδιο ουδεμία συμφωνία είχε επιτευχθεί και ότι οι διαπραγατεύσεις βρίσκονταν ακόμα σε αρκετά πρώιμο στάδιο. Στις 2.6.2021 πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση των μετόχων της εταιρείας Avestra. Από το περιεχόμενο των τηρηθέντων πρακτικών διαφαίνεται ότι οι λοιποί μέτοχοι και συγκεκριμένα ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 εξέφραζε ανησυχίες σε σχέση με την απομείωση της επένδυσης στην Κινέζικη θυγατρική εταιρεία του Ομίλου. Ως προκύπτει από τα τηρηθέντα πρακτικά, οι λοιποί μέτοχοι ζητούσαν από τον Αιτητή να ξεκαθαρίσει από ποιες πηγές θα εξασφάλιζε τα απαραίτητα ποσά για την εξαγορά και τον τρόπο που θα μπορούσε να εγγυηθεί την αποπληρωμή του τιμήματος εξαγοράς, δεδομένου του ότι ο Αιτητής σκόπευε να πληρώσει μέρος του τιμήματος αγοράς από τα έσοδα της πώλησης του μεριδίου στον τερματικό σταθμό στην Κίνα. Παρά το ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν μέχρι και τον Οκτώβριο του 2021, εντούτοις οι όροι της εξαγοράς δεν ολοκληρώνονταν καθώς ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να διασκεδάσει τις ανησυχίες των λοιπών μετόχων αναφορικά με την πηγή των κεφαλαίων που θα χρησιμοποιούσε για την καταβολή του τιμήματος εξαγοράς και δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει σοβαρές και φερέγγυες προτάσεις για να εξασφαλιστούν τα δικαιώματα των μετόχων, δεδομένου του ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τον Αιτητή οι λοιποί μέτοχοι παρείχαν οικονομική υποστήριξη και χρηματοδότηση τόσο στον Όμιλο εταιρειών όσο και στον ίδιο τον Αιτητή.   

 

Η Ακροαματική Διαδικασία

 

Ο Αιτητής, πέραν της υποστηρίζουσας την Αίτηση ένορκης δήλωσης του, έδωσε προφορική μαρτυρία. Η κυρίως εξέταση του βασίστηκε σε δύο γραπτές δηλώσεις (Έγγραφα Ζ και Θ το κείμενο στα Ρωσικά και Έγγραφα Η και Ι η πιστή μετάφραση τους στα ελληνικά). Η πρώτη γραπτή του δήλωση – Έγγραφο Ζ – αποτελεί, κατά μεγάλο μέρος, επανάληψη των ισχυρισμών της ένορκης δήλωσης του, η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση. Με τη δεύτερη γραπτή του δήλωση – Έγγραφο Θ – απαντά στους ισχυρισμούς της γραπτής δήλωσης του              κ. Ivanov (Μ.Υ.1).  Ο Αιτητής παρουσίασε επίσης ως μάρτυρες την κα Denis (Μ.Α.1), τον κ. Chibinov (M.A.2) και τον κ. Ashikhmin (M.A.3). Μαρτυρία δόθηκε και από τον Ενδιάμεσο Παραλήπτη της εταιρείας Αvestra, κ. Ιωάννου, ο οποίος είχε διοριστεί με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.7.2024 στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης, η οποία καταχωρίστηκε από τον Αιτητή.

 

H M.A.1 κατέθεσε ότι είναι επαγγελματίας λογιστής, διοικητική σύμβουλος και υπεύθυνη επιχειρηματικής ανάπτυξης της οικονομικής ομάδας της Ελβετικής εταιρείας Fidelitas Finance Consulting S.A. Της παρουσιάστηκε η έκθεση εκτίμησης της εταιρείας Avestra, η οποία διενεργήθηκε από την εταιρεία Alma Advisors Ltd τον Οκτώβριο του 2022 και της ζητήθηκε να δώσει τη δική της άποψη επί της ως άνω έκθεσης εκτίμησης. Η άποψη της καταγράφεται σε έκθεση την οποία ετοίμασε (Τεκμήριο 2). Κατά την άποψη της η ανωτέρω έκθεση  δεν αποτελεί αξιόπιστη εκτίμηση.

 

Ο Μ.Α.2 κατέθεσε ότι κατέχει άδεια άσκησης δικηγορίας στη Ρωσική Ομοσπονδία. Του παρουσιάστηκε η γραπτή δήλωση του Αιτητή με τα συνημμένα σ’ αυτήν τεκμήρια, καθώς και η γραπτή δήλωση του Μ.Α.3, μαζί με τα συνημμένα σ’ αυτήν τεκμήρια. Στα επισυνημμένα τεκμήρια περιλαμβάνεται αλληλογραφία μεταξύ ορισμένων προσώπων. Σύμφωνα με οδηγίες που του δόθηκαν, ο Μ.Α.3 παρέλαβε την αναφερθείσα αλληλογραφία από τον κ. Panovitsin, το μοναδικό εκτελεστικό όργανο της Ruric Management LLC, θυγατρικής εταιρείας της Καθ’ ης η Αίτηση 2, η οποία είναι μέρος στην προαναφερθείσα αλληλογραφία. Ακολούθως ο Μ.Α.3 παρέδωσε την προαναφερθείσα αλληλογραφία στον Αιτητή. Ετοίμασε νομική γνωμάτευση στην οποία εξετάζει κατά πόσον η λήψη της προαναφερθείσας αλληλογραφίας παραβιάζει οποιαδήποτε νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας και καταλήγει σε αρνητικό συμπέρασμα (Τεκμήριο 4).

 

Ο Μ.Α.3 κατέθεσε ότι ήταν οικονομικός διευθυντής της Ruric Management LLC, θυγατρικής εταιρείας της Καθ’ ης η Αίτηση 2. Επίσης, μέχρι τις 28.12.2022 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Καθ’ ης η Αίτηση 2. Μεταξύ 9.9.2022 και 13.11.2022 είχε αρκετές συναντήσεις με τον Αιτητή, στον οποίο παρείχε πληροφορίες, έγγραφα και αλληλογραφία σε σχέση με τα σχέδια των μετόχων πλειοψηφίας της εταιρείας Avestra για την πώληση των θυγατρικών της εταιρειών και τη μετέπειτα χρήση του προϊόντος της πώλησης. Δεν απέκτησε τις ως άνω πληροφορίες ως «παθητικός» παρατηρητής, αντ’ αυτού του είχε ζητηθεί από τον κ. Panovitsin να εμπλακεί στο ζήτημα της αλληλογραφίας και να εκτελέσει ορισμένες εργασίες. Η αλληλογραφία την οποία παρέδωσε στον Αιτητή διαβιβάστηκε στη διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου από τον                  κ. Panovitsin, προκειμένου να τον ενημερώσει δεόντως για τις εξελίξεις και τα μελλοντικά σχέδια. Δεν του είχε απαγορευτεί από τον κ. Panovitsin, ο οποίος ήταν ο άμεσα προϊστάμενος του, να κοινοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία εν σχέσει με το σχέδιο των μετόχων πλειοψηφίας της εταιρείας Avestra.  Τα έγγραφα τα οποία ετοιμάστηκαν με μυστικό τρόπο από τους μετόχους πλειοψηφίας και αποκρύφτηκαν από τον Αιτητή είναι: (α) η έκθεση της Alma Advisors Ltd,                  (β) προσχέδιο της νομικής γνωμάτευσης του δικηγορικού γραφείου Ιωαννίδης Δημητρίου (Τεκμήριο 6) και (γ) επιστολές θυγατρικών εταιρειών της εταιρείας Avestra, οι οποίες είχαν υποβάλει αιτήματα για πρόσθετη χρηματοδότηση, τις οποίες του είχε διαβιβάσει ο κ. Panovitsin (Τεκμήριο 7 το πρωτότυπο κείμενο στα Ρωσικά και Τεκμήριο 7Α η μετάφρασή τους στα Αγγλικά).

 

Διευκρίνισε ότι η εντολή για την ετοιμασία της έκθεσης εκτίμησης της Alma Advisors Ltd δόθηκε προς τον σκοπό της μεταβίβασης των μετοχών της Καθ’ ης η Αίτηση 2 που κατείχε στην εταιρεία Avestra, προς τον κ. Gurinov.

 

Ο Ενδιάμεσος Παραλήπτης στη μαρτυρία του, πέραν της υιοθέτησης των τεσσάρων εκθέσεων του, τις οποίες καταχώρισε στο Δικαστήριο, προς συμμόρφωση με το διάταγμα ημερ. 9.7.2024, αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα μετά τη 10.3.2025, ημερομηνία υπογραφής της τελευταίας του έκθεσης.

 

Η μαρτυρία των Καθ’ ων η Αίτηση

 

Η πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση παρουσίασε ως μάρτυρες τον Καθ’ ου η Αίτηση 3 και τον οικονομικό Σύμβουλο, κ. Σαββίδη (Μ.Υ.2).

 

Η κυρίως εξέταση του Καθ’ ου η Αίτηση 3 βασίστηκε σε δύο γραπτές του δηλώσεις (Έγγραφα Λ και Ν το Ρώσσικο κείμενο και Έγγραφα Μ και Ξ η αντίστοιχη μετάφραση τους στα Ελληνικά). Στη γραπτή του δήλωση – Έγγραφο Λ – επαναλαμβάνει, κατά το πλείστο, τους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεως του κ. Gurinov, η οποία έχει ήδη παρατεθεί πιο πάνω. Στη γραπτή του δήλωση – Έγγραφο Ν – σχολιάζει ισχυρισμούς της δεύτερης γραπτής δήλωσης του Αιτητή.  

 

Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε ότι ειδικεύεται σε αποτιμήσεις εταιρειών, συμφωνίες εξαγορών και συγχωνεύσεων, αναδιαρθρώσεις και συμβουλευτικές υπηρεσίες. Προέβηκε σε ανεξάρτητο σχολιασμό επί των αξιολογήσεων και των οικονομικών αποτελεσμάτων της εταιρείας Avestra. Για τον σκοπό της ως άνω εργασίας του παραδόθηκαν: (α) Αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης της εταιρείας Alma Advisors Ltd που έγινε τον Οκτώβριο του 2022, (β) Αντίγραφο της έκθεσης των Senogles & Co που έγινε τον Νοέμβριο του 2022, (γ) Αντίγραφο της γραπτής δήλωσης της M.A.1 ημερ. 20.1.2025 και (δ) Αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας Avestra για τα έτη 2021 και 2022.

 

Η έκθεση αποτίμησης της εταιρείας Alma Advisors Ltd βασίστηκε αναγκαστικά σε προβλεπόμενες επιδόσεις ενόψει του ότι τα πραγματικά οικονομικά αποτελέσματα για το 2022 δεν ήταν τότε διαθέσιμα.  Τα οικονομικά αποτελέσματα του 2022 επιβεβαιώνουν ότι η πραγματική απόδοση της εταιρείας Avestra υπολείπεται των προβλέψεων που χρησιμοποιήθηκαν στην ανωτέρω αναφερόμενη έκθεση αποτίμησης. Τα αναμενόμενα έσοδα για το 2022 μειώθηκαν κατά €30.000.000 περίπου σε σχέση με τα πραγματικά, κάτι το οποίο δείχνει μια πολύ προβληματική εικόνα για την εταιρεία Avestra εκείνη τη στιγμή. Οι βασικοί χρηματοοικονομικοί δείκτες, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων, της κερδοφορίας και άλλων δεικτών της υγείας της επιχείρησης, θα είναι επομένως σημαντικά χαμηλότεροι από τους αναμενόμενους και προβλεπόμενους. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και αν το ποσοστό μείωσης των εσόδων θεωρείται πολύ ψηλό, η πραγματική μείωση των εσόδων δείχνει ουσιαστικά την επιδείνωση της εταιρείας Avestra εκείνη τη στιγμή. Το γεγονός ότι οι αριθμοί αυτοί είναι χαμηλότεροι από τους προβλεπόμενους αποτελεί μια πολύ ισχυρή και ανεξάρτητη ένδειξη ότι η εταιρεία Avestra είχε χειρότερες επιδόσεις από αυτές που προβλέπονταν στην έκθεση αποτίμησης της εταιρείας Alma Advisors Ltd.     

 

Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα

 

Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγησή τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον μου, στο οποίο περιλαμβάνονται τα 285 συνολικά τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν από αμφότερες τις πλευρές (Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 71).

 

Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση θεωρώ χρήσιμο να υπενθυμίσω ότι η Αίτηση στρέφεται εναντίον όχι μόνο των μετόχων πλειοψηφίας, ήτοι εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3 και 4 αλλά και εναντίον της ίδιας της εταιρείας Avestra, η οποία είναι η Καθ’ ης η Αίτηση 1. Αναφορικά με την Καθ’ ης η Αίτηση 2, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, τελικός της δικαιούχος είναι ο κ. Gurinov, ο οποίος υπογράφει την ένορκη δήλωση, η οποία υποστηρίζει την ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3 και 4. Συνεπώς η οποιαδήποτε αναφορά μου από τούδε και στο εξής σε μετόχους πλειοψηφίας θα περιλαμβάνει τους Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3 και 4 καθώς και τον κ. Gurinov.

 

Θα ξεκινήσω με τον Αιτητή. Όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας του, η βασική του θέση ήταν ότι υπήρξε θύμα της καταπιεστικής συμπεριφοράς των μετόχων πλειοψηφίας, θέση η οποία αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της υπόθεσης του.  Δυστυχώς όμως δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν πράγματι το θύμα μιάς συνωμοτικής πλεκτάνης που έστησαν εναντίον του οι μέτοχοι πλειοψηφίας, όπως προσπάθησε ανεπιτυχώς να παρουσιάσει τον εαυτό του. Αμέσως πιο κάτω επεξηγώ λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

(α) Σύμφωνα με όσα αναφέρει στην πρώτη γραπτή του δήλωση, το γεγονός ότι του ζητήθηκε από τους μετόχους πλειοψηφίας να τους πουλήσει τις μετοχές που κατείχε στην εταιρεία Avestra, ήταν καταπιεστικό για τον ίδιο επειδή δεν ήθελε να τις πουλήσει. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ήταν επίσης καταπιεστική για τον ίδιο η απαίτηση του Καθ’ ου η Αίτηση 4 να υπογράψει εντός 5 λεπτών τη συμφωνία την οποία του είχε παρουσιάσει κατά την 25.10.2021. Όπως όμως κατέδειξε η παρουσιασθείσα μαρτυρία, τα οποιαδήποτε παράπονα του για καταπιεστική συμπεριφορά των μετόχων πλειοψηφίας κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την εξαγορά των μετοχών, έπαψαν να υφίστανται με την υπογραφή από όλους τους μετόχους της εταιρείας Avestra, περιλαμβανομένου και του ιδίου, του εγγράφου - τεκμήριο 34 - το οποίο υπεγράφη κατά την 29.10.2021. Πρόκειται για την επιστολή η οποία απεστάλη προς τις τράπεζες με τις οποίες τηρούσε λογαριασμούς η εταιρεία Avestra, με την οποία ουσιαστικά επιζητείται η αποδέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρείας. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ρητά πως « Με την παρούσα γίνεται αναφορά ότι έχουμε καταλήξει σε κοινή συμφωνία και οποιεσδήποτε διαφωνίες μεταξύ των μετόχων της Avestra Group έχουν επιλυθεί» Αναφέρεται ακόμα ότι ο Αιτητής «....θα παραμείνει ως ισότιμος μέτοχος και θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να επεκτείνει την Avestra Group».

 

Η από μέρους του υπογραφή της ανωτέρω περιγραφόμενης επιστολής, η οποία στην ουσία αποτελεί τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν όλοι οι μέτοχοι της εταιρείας Avestra, αποτελεί κώλυμα για τον ίδιο στο να προβάλλει ισχυρισμούς περί καταπιεστικής συμπεριφοράς των μετόχων πλειοψηφίας προς το πρόσωπο του κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την εξαγορά των μετοχών (Χατζηστυλλή v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2012) 1 Α.Α.Δ. 989).

 

Δεν διαφεύγει φυσικά της προσοχής μου ο ισχυρισμός του πως υπέγραψε την ανωτέρω επιστολή συνεπεία των απειλών του Καθ’ ου η Αίτηση 4. Είναι όμως άξιο απορίας πως θα μπορούσε να γίνει πιστευτός ο ως άνω ισχυρισμός του, αφ’ ης στιγμής με την ανωτέρω επιστολή κατοχυρώνονται πλήρως τα δικαιώματα του ως ισότιμου μετόχου της εταιρείας Avestra, όπως ρητά αναφέρεται σ’ αυτήν, επιπρόσθετα δε του παραχωρείται το δικαίωμα να αναπτύξει τη δική του επιχείρηση στο εμπόριο των πετροχημικών. Θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι δεν έχει διαφανεί μέσα από την παρουσιασθείσα μαρτυρία ότι προέβηκε σε οποιαδήποτε διαβήματα προς ακύρωση των όσων αναφέρονται στην ανωτέρω επιστολή ως συμφωνηθέντα, κάτι το οποίο λογικά θα ανέμενα αν πράγματι είχε προβεί στην υπογραφή της υπό το καθεστώς απειλών.

 

(β) Ισχυρίζεται περαιτέρω μέσω της πρώτης γραπτής του δήλωσης ότι η βάση της Αίτησης είναι η δόλια συμπεριφορά των μετόχων πλειοψηφίας, η οποία συνίσταται στην απόφαση τους να απογυμνώσουν την εταιρεία Avestra από όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, ορισμένα από τα οποία ή όλα θα μεταβιβάζονταν σε υποδεικνυόμενους από αυτούς nominees και στη συνέχεια να διασκορπίσουν όλα τα έσοδα μέσω της χορήγησης μη εξασφαλισμένων χαμηλότοκων δανείων, κατά τρόπο ώστε οι δικές του μετοχές στην εταιρεία Avestra, να έχουν μηδαμινή αξία.

 

Κατά πρώτο θα ήθελα να αναφέρω ότι ο αμέσως πιο πάνω ισχυρισμός του περί συνωμοτικού σχεδίου των μετόχων πλειοψηφίας με απώτερο σκοπό τον εκμηδενισμό της αξίας των μετοχών του, βρίσκεται σε καταφανή αντίθεση με τον ισχυρισμό του ότι απώτερος σκοπός των μετόχων πλειοψηφίας ήταν να του αφαιρέσουν κατ’ ουσία τις μετοχές του, ισχυρισμό τον οποίο στηρίζει στην έκθεση της εταιρείας ελεγκτών “Technologies of Trust” στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ένας εκ των μετόχων της εταιρείας Avestra θα αφαιρεθεί και από τέσσερις μέτοχοι θα παραμείνουν τρεις. Εικάζει δε ότι ο μέτοχος που θα απομακρυνθεί, θα είναι ο ίδιος. Η ανωτέρω παρατηρούμενη αντίθεση αποστερεί από τη μαρτυρία του την απαιτούμενη ακρίβεια και σαφήνεια, αφού παρέμεινε μετέωρο τι επακριβώς επιδιώκετο από τους μετόχους πλειοψηφίας με το εναντίον του συνωμοτικό σχέδιο τους. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι ο ισχυρισμός του πως οι μέτοχοι πλειοψηφίας θα του αφαιρούσαν τις μετοχές του στερείται πειστικότητας αλλά και λογικότητας. Είναι άξιο απορίας με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να του αποστερήσουν τις μετοχές του, ενέργεια η οποία, εφόσον επισυνέβαινε, αναμφισβήτητα θα ισοδυναμούσε με ιδιοποίηση των μετοχών.

 

Πέραν των πιο πάνω, όπως έχει διαφανεί από τη μαρτυρία του, ο ισχυρισμός του περί του εναντίον του δόλιου συνωμοτικού σχεδίου των μετόχων πλειοψηφίας βασίστηκε κατ’ ουσία στην ενημέρωση που έτυχε από τον Μ.Α.3, ειδικότερα δε στα διάφορα έγγραφα τα οποία του είχαν παραδοθεί από αυτόν. Πιο συγκεκριμένα, ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του που στηρίζεται το υπόβαθρο του παραπόνου του απάντησε επί λέξει «όλα όσα καταθέτω και σε όσα στηρίζομαι είναι και αφορούν τα στοιχεία και αλληλογραφία που μου έδωσε ο Ashikhmin ...». Στα έγγραφα τα οποία, κατά τον ισχυρισμό του, του παραδόθηκαν από τον Μ.Α.3 περιλαμβάνεται δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων, τα οποία, σύμφωνα με τις αναγραφόμενες σ’ αυτά ημερομηνίες, φαίνεται να αποστάληκαν μεταξύ 4.9.22 – 6.10.22. Πρόκειται για το τεκμήριο 46, το οποίο μεταφράστηκε από τα Ρωσικά στα Αγγλικά και στα Ελληνικά - τεκμήρια 47 και 48 αντίστοιχα.  Όπως επιμαρτυρεί το περιεχόμενο τους, κάποια από τα ηλεκτρονικά μηνύματα αποστέλλονται από τον κ. Belkovsky, ο οποίος, με βάση τη γραπτή δήλωση του ιδίου του Αιτητή, ήταν εσωτερικός ελεγκτής του ομίλου εταιρειών Avestra, και απευθύνονται προς τους Καθ’ ων η Αίτηση 3 και 4, προς τον “Corporate Administrator” του ομίλου εταιρειών Avestra, καθώς και προς τον κ. Panovitsin, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην Καθ’ ης η Αίτηση 2, ήταν δε προϊστάμενος του Μ.Α.3.

 

Η πρώτη μου παρατήρηση είναι ότι ο ισχυρισμός του πως η ανωτέρω κατατεθείσα δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων του είχε παρασχεθεί από τον Μ.Α.3 συγκρούεται με τη μαρτυρία του τελευταίου και ειδικότερα με τα κατατεθέντα από αυτόν έγγραφα. Επισημαίνεται ότι από τη ανωτέρω δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων το μόνο το οποίο παρουσιάστηκε από τον Μ.Α.3 είναι το ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Belkovsky ημερομηνίας 4.9.22 - τεκμήριο 7 το Ρωσικό κείμενο και 7Α η μετάφραση του στα Αγγλικά. Θα πρέπει δε να αναφερθεί ότι ο Μ.Α.3 κατά την αντεξέταση του, ερωτώμενος αν απέκρυψε οποιαδήποτε άλλα ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία παρέλαβε από τον κ. Panovitsin, ισχυρίστηκε ότι για το συγκεκριμένο ζήτημα ήταν το μόνο ηλεκτρονικό μήνυμα που παρέλαβε από αυτόν, το οποίο και προώθησε στον Αιτητή. Θα ήθελα ακόμα να προσθέσω πως το ότι το τεκμήριο 7 είναι το μόνο το οποίο παρέλαβε ο Μ.Α.3 από τον Panovitsin, διαφαίνεται και από το ότι στο πάνω μέρος μόνο του τεκμηρίου 7 αναγράφεται ως αποστολέας του ο Panovitsin (From: «Denis Panovitsin») και ακριβώς δίπλα από αυτό η ηλεκτρονική του διεύθυνση, αποστέλλεται δε στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Μ.Α.3. Επισημαίνεται πως κάτι τέτοιο δεν αναγράφεται στα άλλα ηλεκτρονικά μηνύματα της δέσμης – τεκμήριο 46 – την οποία παρουσίασε ο Αιτητής.

 

Αφ’ ης στιγμής λοιπόν το μόνο ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο του προώθησε ο Μ.Α.3, με βάση τη μαρτυρία του τελευταίου, είναι αυτό το οποίο κατατέθηκε από τον Μ.Α.3 ως τεκμήριο 7, προκύπτει εύλογα το ερώτημα με ποιο τρόπο προμηθεύτηκε τα υπόλοιπα ηλεκτρονικά μηνύματα της δέσμης – τεκμήριο 46 – ειδικότερα κατά πόσο ο τρόπος με τον οποίο τα προμηθεύτηκε ήταν νόμιμος. Συνεπεία του ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι τα προμηθεύτηκε από το Μ.Α.3, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του το περιεχόμενό τους.

 

Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, εξέτασα με προσοχή το κατατεθέν από το Μ.Ε.3 τεκμήριο 7Α, το οποίο αποτελεί τη μετάφραση στα Αγγλικά του ηλεκτρονικού μηνύματος του κ. Belkovsky ημερομηνίας 4.9.22 καθώς και την κατατεθείσα από τον Αιτητή δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων – τεκμήριο 47 - και πιο συγκεκριμένα το μέρος της με το ανωτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα του                         κ. Belkovsky, το οποίο είναι το τελευταίο στη σειρά ηλεκτρονικό μήνυμα. Συγκρίνοντας τα, παρατήρησα κατ’ αρχή ότι υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις μεταξύ του τεκμηρίου 7Α και του συγκεκριμένου μέρους του τεκμηρίου 47, οι οποίες ωστόσο δεν μεταβάλλουν ουσιωδώς το νόημα του κειμένου. Όπως έχω αντιληφθεί, οι διαφοροποιήσεις οφείλονται στο ότι το Ρωσικό κείμενο δεν πρέπει να μεταφράστηκε στα Αγγλικά από το ίδιο πρόσωπο, συνεπώς είναι αναμενόμενο να υπάρχει κάποια διαφοροποίηση στη μετάφραση. Επιπρόσθετα στο κατατεθέν από τον Αιτητή ηλεκτρονικό μήνυμα, δεν καταγράφονται οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις των προσώπων στις οποίες αυτό απεστάλη, σε αντίθεση με το κατατεθέν από τον Μ.Α.3 ηλεκτρονικό μήνυμα.

 

Όπως επιμαρτυρεί το κείμενο του ρηθέντος ηλεκτρονικού μηνύματος, γίνεται αναφορά σε κάποιο προκαταρκτικό μνημόνιο (first version of memorandum) για πώληση των μετοχών των θυγατρικών της εταιρείας Avestra και στη συνέχεια τη μεταφορά τους στα ονόματα των μετόχων πλειοψηφίας. Περιγράφονται δε οι ενέργειες που θα πρέπει να γίνουν και τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν κατά τρόπο ώστε να μη φανεί πως υπάρχει παραβίαση των δικαιωμάτων του μετόχου μειοψηφίας, δηλαδή του Αιτητή. Θεωρώ ορθότερο να μεταφέρω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από το τεκμήριο 7Α:

 

«Regarding the legend for the sale of shares in subsidiaries.

It seems to me that the following sequence of actions is possible:

1. The operating companies (SA, DMCC) send letters to Avestra Cyprus, requesting that due to the cessation of bank financing the companies need funds to continue their operations. Accordingly, the companies request the parent company to provide funding.

2. Avestra Cyprus, having received these letters, convenes a shareholders' meeting at which it raises the issue of to provide financing to the subsidiaries. Say in the amount of 10-20 million dollars.

3. There are two options here:

a. Either the majority of shareholders vote against it, and then a second meeting is convened with the issue of selling the shares on the agenda.

b. Or immediately the agenda of the first meeting includes the issue of selling stakes in subsidiaries to an outside buyer

4. The first option is longer, but more plausible, the second option is faster, but of course there is some reason to say that this was the plan - to sell the shares.

reason to say that this was the plan - to sell, and financing is just a pretext.

5. As a result, there is a shareholder resolution that the directors of the company have the right to decide on sale of shares in subsidiaries at their discretion on the basis of an independent appraisal.

6. The valuation is in the process of preparation

7. A buyer is being selected and the transaction is underway (about the buyer below).

8. Buyer transfers funds for shares, receives shares (about the transfer below)

9. Funds are held in the Avestra Cyprus account, shareholders can decide either to distribute, or to use the funds in other ways, such as establishing a subsidiary company with a contribution to the share capital (this is still an estimation).

 

Buyer

 

I believe that if the purchaser is a company directly affiliated with one of the shareholders, this could be interpreted as a violation of minority rights, which would give the IB an opportunity to block/contest the transaction. On the other hand if the deal is done on arms length basis it can be defended. Hypothetically, you could pick a third party to act as a front for the deal to further transfer the shares to the shareholder company. I will check with my lawyers».

 

Πέραν των όσων καταγράφονται στο ρηθέν ηλεκτρονικό μήνυμα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία διαφαίνεται ότι οι μέτοχοι πλειοψηφίας της εταιρείας Avestra ενέκριναν το ανωτέρω περιγραφόμενο σχέδιο ή και έλαβαν οποιαδήποτε απόφαση για την υλοποίηση του. Κανένας δε αξιωματούχος ή κατέχων διευθυντική θέση στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας Avestra συμμετείχε στην ως άνω αλληλογραφία.  Όπως διαφαίνεται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ούτε ο Belkovsky αλλά ούτε και ο Panovitsin, που είναι ο αποστολέας ενός άλλου εκ των ηλεκτρονικών μηνυμάτων της δέσμης – τεκμήριο 47 – κατείχαν, τουλάχιστον κατά τον ουσιώδη για την Αίτηση χρόνο, οποιαδήποτε μετοχική ή και διευθυντική θέση στην εταιρεία Avestra. Το γεγονός ότι κάποια εκ των ηλεκτρονικών μηνυμάτων αποστάληκαν στους Καθ’ ων η Αίτηση 3 και 4 σε καμμιά περίπτωση θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως έγκριση από αυτούς των όσων περιγράφονται στο επίμαχο ηλεκτρονικό μήνυμα. Αντίθετα, όπως τουλάχιστον διαφαίνεται από το απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα του Καθ’ ου η Αίτηση 3 ημερομηνίας 5.9.22, το οποίο αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 47, ο ίδιος δεν εκφράζει οποιαδήποτε άποψη επί του σχεδίου του κ. Belkovsky και εισηγείται τη διεξαγωγή κατ’ ιδίαν συζήτησης επί του θέματος.  Διερωτάται επίσης για ποιο λόγο «έκλεισαν» το ζήτημα της προχρηματοδότησης (pre-financing) της εταιρείας. Θα πρέπει δε να επισημανθεί πως ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του παραδέχθηκε ότι είχε αποστείλει το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα, σε απάντηση του ηλεκτρονικού μηνύματος του                              κ. Belkovsky, αυτός δε είναι και ο λόγος για τον οποίο το έχω λάβει υπόψη και προβαίνω σε σχολιασμό του, παρά το ότι δεν είχε παρουσιασθεί από τον Μ.Α.3. Επισημαίνεται ακόμα ότι, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του Καθ’ ου η Αίτηση 3, ήταν παραδεκτή η από μέρους του λήψη του ηλεκτρονικού μηνύματος του κ. Belkovsky – τεκμήριο 7 – εξ ου και απάντησε σ’ αυτό με το δικό του ηλεκτρονικό μήνυμα.

 

Δεν διαφεύγει φυσικά της προσοχής μου ότι, όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του τεκμηρίου 53, δύο εκ των θυγατρικών εταιρειών της εταιρείας Avestra, συγκεκριμένα η Avestra Chemical (Suisse) SA και Avestra Chemical DMCC, είχαν υποβάλει γραπτό αίτημα προς τη μητρική εταιρεία, με το οποίο ζητούσαν πρόσθετη χρηματοδότηση, ως προνοείτο στο σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Belkovsky, απόσπασμα του οποίου παρατέθηκε πιο πάνω. Όμως από το παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό δεν έχει διαφανεί ότι το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας Avestra έλαβε οποιαδήποτε απόφαση επί του ανωτέρω αιτήματος, πολύ δε περισσότερο ότι ενέκρινε την αιτούμενη πρόσθετη χρηματοδότηση.

 

Ανεξάρτητα όμως από το ότι δεν είχε ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση για την παραχώρηση της αιτούμενης χρηματοδότησης, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ίδιος παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του πως οι μέτοχοι πλειοψηφίας είχαν χρηματοδοτήσει πολλές φορές τον όμιλο εταιρειών Avestra, μέσω της παραχώρησης δανείων. Ισχυρίστηκε όμως ότι η αποστολή των ανωτέρω αναφερόμενων επιστολών από τις θυγατρικές εταιρείες διαφέρει ριζικά από τις προηγούμενες περιπτώσεις παραχώρησης δανείων από τους μετόχους πλειοψηφίας καθότι οι επιστολές αυτές ήταν μέρος του σχεδίου της υφαρπαγής των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, αρνούμενος υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ’ ης η Αίτηση 1 πως υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη χρηματοδότησης λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι αφενός δεν φαίνεται να γνώριζε την τρέχουσα οικονομική κατάσταση των εταιρειών του ομίλου και, κατ’ επέκταση, κατά πόσο υπήρχαν πραγματικές ανάγκες χρηματοδότησης, αφού είχε απομακρυνθεί από τη θέση του de facto διευθυντή της εταιρείας Avestra ένα περίπου χρόνο πριν την ημερομηνία αποστολής των επιστολών (9.11.22) και αφετέρου, όπως ο ίδιος ανέφερε κατά την αντεξέταση του, με την αποχώρηση του από τη διεύθυνση της εταιρείας είχε ξεκινήσει η διάλυση της «και συνεχίζεται στην ουσία μέχρι και σήμερα», όπως επί λέξει ανέφερε. Επισημαίνεται ακόμα ότι, σύμφωνα με το αναντίλεκτο περιεχόμενο των ανωτέρω επιστολών «…the commencement by the Russian Federation of a military operation in the territory of Ukraine in February 2022 has significantly affected the Group’ s business model. First of all, all European Banks denied financing of petrochemical deliveries of Russian origin and servicing of operations under the relevant transactions”.

 

(γ) Ένα επίσης έγγραφο στο οποίο στηρίζεται ο Αιτητής είναι η συνομιλία, μέσω της εφαρμογής WhatsApp, που είχε ο Μ.Α.3 με τον κ. Rykov, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση του de facto ανώτατου εκτελεστικού διευθυντή (CEO) στην εταιρεία Avestra.  Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αιτητή, η ανωτέρω συνομιλία περιλαμβάνεται στα έγγραφα τα οποία του είχαν παραδοθεί από τον Μ.Α.3. Η μεταξύ τους συνομιλία, ως καταγράφεται στο τεκμήριο 50, το οποίο αποτελεί τη μετάφραση στα Αγγλικά του Ρώσικου κειμένου – τεκμήριο 49 – έχει ως ακολούθως:

 

“-    I think you are delaying this for too long. How do we remove him from shareholders? Dilute him?

-      Just leave him in Cyprus and transfer the trading companies so they are held directly.

-      And what if he challenges this?

-      We flush out all the money by way of loans with small interest rates. This way we can nourish Cyprus, but he will have zero control. The same process as with the Terminal. Everything depends on (i) whether there were powers; and (ii) how everything was transferred...

-      And when are you going to do this? The companies had to be transferred out yesterday.

-      Are you asking me? Belovskiy and Denis are in charge.

-      How do I know, you are closer to the kitchen.

-      I am fucked up. The main problem of Avestra is that there are people of RS [Roman Spiridonov] everywhere and they are not occupied by Avestra full time. Apart from this, Belovskiy is stupid and has no time”.

 

Αυτό το οποίο παρατηρώ όμως είναι ότι όχι μόνο το ανωτέρω έγγραφο δεν περιλαμβάνεται στα έγγραφα τα οποία, κατά τον ισχυρισμό του Μ.Α.3, είχε παραδώσει στον Αιτητή, αλλά καμμιά αναφορά είχε κάνει ο Μ.Α.3 στο συγκεκριμένο έγγραφο. Είναι λοιπόν φανερό ότι η μαρτυρία του Μ.Α.3 καταρρίπτει τον ισχυρισμό του Αιτητή εν σχέση με τον τρόπο απόκτησης του συγκεκριμένου εγγράφου. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να κάμει αποδεκτό τον ισχυρισμό του Αιτητή πως στο ανωτέρω έγγραφο καταγράφεται η συνομιλία μεταξύ Μ.Α.3 και κ. Rykov. Ούτε θα μπορούσα να κάμω αποδεκτό πως η ανωτέρω συνομιλία αναφέρεται στον Αιτητή, αφού καμμιά ονομαστική αναφορά γίνεται σ’ αυτόν.

 

(δ) Καθ’ όσον αφορά την έκθεση εκτίμησης – τεκμήριο 51 - την οποία εκπόνησε η εταιρεία Alma Advisors Ltd εν σχέση με την αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας Avestra, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά παραδοχή του Μ.Α.3, ο οποίος ήταν το πρόσωπο που κατ’ ισχυρισμό την είχε παραδώσει στον Αιτητή, ο σκοπός για τον οποίο ζητήθηκε η ετοιμασία της ήταν η προτιθέμενη μεταβίβαση των μετοχών τις οποίες κατείχε η Καθ’ η Αίτηση 2 στην εταιρεία Avestra προς τον τελικό της δικαιούχο κ. Gurinov. Μάλιστα ο Μ.Α.3 στη γραπτή του δήλωση, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του διευκρινίζει πως «Παρά το γεγονός ότι η Avestra Chemical DMCC ενήργησε ως συμβαλλόμενο μέρος που έδωσε την εντολή για την έκθεση, στην πραγματικότητα συντάχθηκε αποκλειστικά για τον πιο πάνω σκοπό».

 

Τα όσα έχουν αναφερθεί αμέσως πιο πάνω καταρρίπτουν τη θέση του Αιτητή ότι ο σκοπός για τον οποίο ζητήθηκε η ετοιμασία της ανωτέρω έκθεσης εκτίμησης ήταν για να χρησιμοποιηθεί από τους μετόχους πλειοψηφίας στο πλαίσιο της εφαρμογής του συνωμοτικού τους σχεδίου.

 

(ε) Στρέφομαι τώρα στο προσχέδιο νομικής γνωμάτευσης – τεκμήριο 6 – το οποίο είναι επίσης ένα από τα έγγραφα που κατ’ ισχυρισμό του παρέδωσε ο Μ.Α.3. Η ανωτέρω γνωμάτευση προέρχεται από το δικηγορικό γραφείο Ιωαννίδης Δημητρίου και απευθύνεται προς την εταιρεία Avestra, c/o Mr Belkovsky. Όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο της, είχε ζητηθεί από το ως άνω δικηγορικό γραφείο να παράσχει τη γνωμάτευση του εν σχέση με τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί για την προτιθέμενη πώληση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας Avestra και ειδικότερα το συμφέρον της σε άλλες εταιρείες.

 

Κατά πρώτο θα πρέπει να αναφερθεί πως η πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση δεν αρνείται ότι υπήρχε πρόθεση για την πώληση Θυγατρικών της εταιρείας Avestra. Τουναντίον, όπως γίνεται παραδεκτό τόσο στην ένορκη δήλωση του                κ. Gurinov, όσο και στη γραπτή δήλωση του Καθ’ ου η Αίτηση 3, «... οι ενδεχόμενες πωλήσεις και μεταφορές περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος της εν λόγω προσπάθειας βελτιστοποίησης της δομής», εννοώντας φυσικά της δομής της εταιρείας Avestra. Μέσα δε στα ως άνω πλαίσια, είχε ζητηθεί η εκπόνηση της ρηθείσας νομικής γνωμάτευσης.

 

Αυτό το οποίο διαπιστώνω, κατόπιν προσεκτικής μελέτης του κειμένου της ρηθείσας γνωμάτευσης, είναι ότι περιγράφονται, μεταξύ άλλων, οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ένα ψήφισμα των μετόχων της εταιρείας για πώληση  περιουσιακών της στοιχείων δυνατό να είναι καταπιεστικό ή να παραβιάζει δικαιώματα των μετόχων μειοψηφίας και, κατ’ επέκταση, να ακυρωθεί από το Δικαστήριο. Ακολούθως περιγράφονται τα δικαστικά μέτρα που μπορούν να ληφθούν από το μέτοχο του οποίου παραβιάζονται τα δικαιώματα με το ρηθέν ψήφισμα.

 

Έχω την ταπεινή άποψη ότι η εκπόνηση της ρηθείσας νομικής γνωμάτευσης, ορθά είχε ζητηθεί από τους μετόχους πλειοψηφίας, ώστε να γνωρίζουν κατά τον καλύτερο τρόπο τα δικαιώματα του Αιτητή, ως μετόχου μειοψηφίας, σε μια ενδεχόμενη πώληση μετοχών των θυγατρικών της εταιρείας Avestra. Κατά την κρίση μου, η εκπόνηση της ρηθείσας νομικής γνωμάτευσης κατά παραγγελία των μετόχων πλειοψηφίας καταρρίπτει τον ισχυρισμό του Αιτητή περί δόλιου συνωμοτικού σχεδίου των μετόχων πλειοψηφίας εναντίον του. Εάν η πρόθεση τους ήταν να τον καταδολιεύσουν μέσω του κατ’ ισχυρισμό συνωμοτικού σχεδίου, το λογικά αναμενόμενο ήταν ότι δεν θα ζητούσαν την εκπόνηση νομικής γνωμάτευσης, αλλά θα προχωρούσαν άμεσα στην εφαρμογή του σχεδίου τους. Η από μέρους τους αναζήτηση νομικής γνωμάτευσης φανερώνει ότι πρόθεση ήταν όπως ενεργήσουν εντός των πλαισίων της νομιμότητας. Θα ήθελα ακόμα να αναφέρω ότι, παρά το ότι η ως άνω νομική γνωμάτευση ήταν έτοιμη από την 29.8.22, ήτοι πολύ πριν την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος ημερομηνίας 21.11.22, εντούτοις δεν προέκυψε μέσα από την παρουσιασθείσα μαρτυρία η λήψη απόφασης από τους μετόχους πλειοψηφίας για πώληση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας Avestra, κατά παραγνώριση του δικαιώματος του Αιτητή να είναι παρών κατά τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για την πώληση περιουσιακών της στοιχείων.

 

Θεωρώ κατάλληλο το σημείο αυτό για να υπενθυμίσω ότι η εκπόνηση τόσο της έκθεσης εκτίμησης της εταιρείας Alma Advisors Ltd – τεκμήριο 51 – όσο και της νομικής γνωμάτευσης – τεκμήριο 6 – είναι παραδεκτή από πλευράς Καθ’ ων η Αίτηση.

 

(στ) Καθ’ όσον αφορά τον ισχυρισμό του περί παράνομης συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας Avestra κατά την 15.10.21 και απομάκρυνσης του από τη διοίκηση της, συνεπεία του ότι δεν είχε επιτραπεί στους αντιπροσώπους του να λάβουν μέρος, αυτό το οποίο θα ήθελα να επισημάνω είναι πως, παρά τη σημασία που της αποδίδει, εντούτοις δεν έχει διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία που παρουσίασε ότι έλαβε οποιοδήποτε νομικό μέτρο προς ακύρωση των αποφάσεων της, κάτι το οποίο θα ανέμενα ως απόλυτα λογικό, αφ’ ης στιγμής ισχυρίζεται πως συνήλθε παράνομα.

 

Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του Μ.Α.3. Υπενθυμίζω πώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της γραπτής του δήλωσης, μεταξύ 9.9.22 και 13.11.22 είχε αρκετές συναντήσεις με τον Αιτητή στην Αγία Πετρούπολη, κατά τις οποίες του παρείχε πληροφορίες, σχετικά έγγραφα και αλληλογραφία αναφορικά με τα σχέδια των μετόχων πλειοψηφίας για την πώληση των θυγατρικών της εταιρείας Avestra, τη μετέπειτα χρήση του προϊόντος πώλησης και άλλα συναφή θέματα. Η μαρτυρία του όμως γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα δεν διακρίνεται για τη σαφήνεια, ακρίβεια και σταθερότητα της. Πιο συγκεκριμένα, ερωτώμενος κατά την αντεξέταση του ποιος φρόντισε να γίνουν οι ανωτέρω συναντήσεις, αρχικά απάντησε πως δεν θυμόταν ενώ αμέσως μετά, ερωτώμενος για δεύτερη φορά απάντησε επί λέξει: «Είχαμε μερικές συναντήσεις πιθανόν να κάνω λάθος, ο Igor επισκεπτόταν κατά καιρούς την εταιρεία». Αξίζει να αναφερθεί ότι ο ίδιος ήταν πού έκαμε αναφορά σε επισκέψεις του Αιτητή στην εταιρεία, χωρίς να του υποβληθεί οτιδήποτε σχετικό από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3 και 4, που τον αντεξέταζε. Ακολούθως μετέβαλε θέση, αρνούμενος ότι οι συγκεκριμένες συναντήσεις έγιναν στα γραφεία της εταιρείας. Στη συνέχεια, ερωτώμενος ποιο ήταν το θέμα των συζητήσεων του με τον Αιτητή απάντησε επί λέξει: «Συζητήσεις για συνεργασία, συζητήσεις για την πολιτική κατάσταση επίσης». Αμέσως μετά διευκρίνισε πως εννοούσε το τι συζητείτο κατά τις επισκέψεις του Αιτητή στην εταιρεία. Ερωτώμενος δε ξανά για το τι συζητούσαν με τον Αιτητή κατά τη διάρκεια των συναντήσεων τους στην Αγία Πετρούπολη, απάντησε πως δεν θυμόταν λεπτομέρειες. Αξίζει δε να επισημανθεί πως, παρά το ότι θυμόταν τη διάρκεια των συναντήσεων, την οποία καθόρισε σε 1 – 1,5 ώρα περίπου, εντούτοις δεν θυμόταν τι συζητείτο σ’ αυτές.

 

Με κάθε σεβασμό προς τους ευπαίδευτους συνηγόρους του Αιτητή, δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ τη θέση της γραπτής τους αγόρευσης πως ήταν απόλυτα φυσιολογικό για το μάρτυρα να μη θυμάται τι συζητούσε με τον Αιτητή κατά τις ως άνω συναντήσεις, λόγω της παρόδου 2,5 χρόνων μέχρι να καταθέσει στο Δικαστήριο. Είναι άξιο απορίας πως θα μπορούσε να θυμάται τι συζητείτο με τον Αιτητή κατά τις συναντήσεις που είχαν λάβει χώρα στα γραφεία της εταιρείας, ήτοι συζητήσεις για συνεργασία και για την πολιτική κατάσταση, αλλά να μη θυμάται τι συζητούσαν κατά τις συναντήσεις που έλαβαν χώρα στην Αγία Πετρούπολη. Τουναντίον, τα ανωτέρω αναφερόμενα φανερώνουν, κατά την κρίση μου, επιλεκτική μνήμη του μάρτυρα και όχι απλά αδύνατη μνήμη, οφειλόμενη στην πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τις συναντήσεις.

 

Η ίδια ασάφεια, ανακρίβεια και αμφιταλάντευση χαρακτηρίζει και τη μαρτυρία του αναφορικά με τα επακριβή έγγραφα, τα οποία είχε παραδώσει στον Αιτητή κατά τις συναντήσεις τους. Πιο συγκεκριμένα, ενώ στη γραπτή του δήλωση ισχυρίζεται ότι παρέδωσε στον Αιτητή σχετικά έγγραφα και αλληλογραφία, καταθέτοντας μάλιστα ως τεκμήρια τα έγγραφα που, κατά τον ισχυρισμό του, είχαν ετοιμαστεί από τους μετόχους πλειοψηφίας, κατά την αντεξέταση του διαφάνηκε πως το μόνο έγγραφο που του είχε παραδώσει ήταν το ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Belkovsky – τεκμήριο 7 το Ρωσικό κείμενο και 7Α η μετάφραση του στα Αγγλικά – ισχυριζόμενος όμως ότι το συγκεκριμένο έγγραφο που είχε παραδώσει στον Αιτητή περιλάμβανε και το απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα του Καθ’ ου η Αίτηση 3.

 

Άλλο χαρακτηριστικό της μαρτυρίας του ήταν ότι δεν απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, αλλά αόριστα και με υπεκφυγές. Αναφέρω χαρακτηριστικά τη θέση του στην ερώτηση από που προερχόταν η χρηματοδότηση που λάμβανε η εταιρεία Avestra. Αρχικά απάντησε πως, κατά πρώτο δεν θυμόταν και κατά δεύτερο δεν ήταν θέμα που χειρίστηκε μέσα στα επαγγελματικά του καθήκοντα. Αμέσως μετά, κάτω από την πίεση της αντεξέτασης και παραδεχόμενος πως είχε ασχοληθεί με την εταιρεία Avestra, απάντησε επί λέξει «Έχει παρέλθει αρκετός χρόνος, μπορεί να μην θυμάμαι». Όταν δε του ζητήθηκε να διευκρινίσει κατά πόσο δεν θυμάται ή μπορεί να μη θυμάται, απάντησε επί λέξει «Δεν θυμάμαι».  Στη συνέχεια, όταν του υπεβλήθη πώς λόγω του πολέμου στην Ουκρανία ο μόνος τρόπος χρηματοδότησης του ομίλου Avestra ήταν μέσω ενδοομιλικών δανείων και συνεισφορών από τους μετόχους, έδωσε τις ακόλουθες απαντήσεις, τις οποίες θεωρώ ορθό όπως μεταφέρω αυτούσιες. Το σχετικό απόσπασμα από το πρακτικό του Δικαστηρίου έχει ως ακολούθως:

 

«Α. Η εταιρεία από μόνη της επιλέγει είτε θα δανειστεί από χρήματα ή θα ζητήσει χρηματοδότηση είτε θα ζήσει και δραστηριοποιηθεί με βάση τη χρηματοδότηση ή τις συνεισφορές των μετοχών και αυτό εναπόκειται στην απόφαση των μετόχων.

Ε.   Εσείς γνωρίζετε για την Avestra τελικά ή δεν γνωρίζετε;

Α.   Γνωρίζω αλλά δεν θυμάμαι λεπτομέρειες».

 

Τα όσα έχω παραθέσει αμέσως πιο πάνω φανερώνουν, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, την προσπάθεια του να υπεκφύγει στην ερώτηση από πού λάμβανε χρηματοδότηση η εταιρεία Avestra, απαντώντας αόριστα και χωρίς να διευκρινίσει τι επακριβώς γνώριζε επί του ως άνω ζητήματος. Έχω την άποψη ότι σκόπιμα απέφυγε να απαντήσει ευθέως την ως άνω ερώτηση, ώστε να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι η χρηματοδότηση της εταιρείας Avestra προερχόταν από τα δάνεια και τις συνεισφορές των μετόχων πλειοψηφίας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω πως ο ίδιος ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι οι μέτοχοι πλειοψηφίας είχαν δώσει πολλές φορές δάνεια στον όμιλο Avestra.

 

Μια άλλη, εντελώς ανεξήγητη θέση της γραπτής του δήλωσης ήταν ότι η υποτιθέμενη στρατηγική που σχεδιάστηκε από τον μέτοχο πλειοψηφίας της Καθ’ η Αίτηση 2, κ. Gurinov, και τους μετόχους πλειοψηφίας της εταιρείας Avestra, είχε ως στόχο την πώληση του μεριδίου της Καθ’ η Αίτηση 2 που κατείχε στην εταιρεία Avestra σε «απομειωμένη αποτίμηση», επηρεάζοντας έτσι σημαντικά και αρνητικά την οικονομική θέση της Καθ’ ης η Αίτηση 2, στην οποία υπηρέτησε ως μέλος του διοικητικού της συμβουλίου.

 

Είναι άξιο απορίας κατά πρώτο τι σχέση είχε η πώληση και μεταβίβαση των μετοχών που κατείχε η Καθ’ ης η Αίτηση 2 στην εταιρεία Avestra προς τον τελικό της δικαιούχο, με το κατά τον ισχυρισμό του συνωμοτικό σχέδιο των μετόχων πλειοψηφίας να βλάψουν δυσανάλογα τη θέση του Αιτητή ως μετόχου της εταιρείας Avestra και κατά δεύτερο πως θα μπορούσε να τον επηρεάσει αρνητικά η ανωτέρω προτιθέμενη πώληση.

 

Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Α.3, με εξαίρεση φυσικά τους ισχυρισμούς του στους οποίους έκαμα αναφορά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Αιτητή. Δεν μου άφησε την παραμικρή αμφιβολία πως σκοπός της παρουσίας του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν να βοηθήσει τον Αιτητή στην υπόθεση του και όχι να πει την αλήθεια. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ την άποψη του πως οι μέτοχοι πλειοψηφίας συνωμότησαν μεταξύ τους για να βλάψουν τη θέση του Αιτητή στην εταιρεία Avestra.  Το κατά πόσο υπήρξε συνωμοσία  των μετόχων πλειοψηφίας με σκοπό την καταδολίευση του Αιτητή είναι συμπέρασμα στο οποίο μόνο το Δικαστήριο θα μπορούσε να αχθεί, βασιζόμενο στην παρουσιασθείσα και αποδεχτή μαρτυρία, χωρίς να δεσμεύεται από την άποψη του συγκεκριμένου μάρτυρα ή οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα.

 

Η απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Α.3 αποτελεί ένα ακόμα λόγο για τον οποίο η βασική θέση του Αιτητή πως υπήρξε θύμα της δόλιας συνωμοσίας των μετόχων πλειοψηφίας, οι οποίοι αποφάσισαν να απογυμνώσουν την εταιρεία Avestra από τα περιουσιακά της στοιχεία, μεταβιβάζοντας τα σε υποδεικνυόμενα από τους ίδιους τρίτα πρόσωπα και ακολούθως διασκορπίζοντας τα έσοδα των πωλήσεων μέσω χορήγησης χαμηλότοκων δανείων προς τις θυγατρικές της εταιρείας Avestra, τις οποίες θα ήλεγχαν πλέον οι ίδιοι, στοχεύοντας στον εκμηδενισμό της αξίας των μετοχών του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Υπενθυμίζω ότι η άνω θέση του Αιτητή βασίστηκε, κατ’ ουσία, στην ενημέρωση που έτυχε από τον Μ.Α.3 και ιδίως στα έγγραφα τα οποία του παρέδωσε.

 

Ο Μ.Α.2 παρουσιάστηκε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα επί του Ρωσικού δικαίου.

 

Tα καθήκοντα των εμπειρογνωμόνων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων.  Στην υπόθεση Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enterprises Ltd. κ.α. (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 814, 823 αναφέρθηκε ότι ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Philippou v. Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1). Όπως είναι επίσης νομολογημένο η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων διέπεται από τους ίδιους κανόνες που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε άλλου μάρτυρα (Cybarco Ltd ν. Kovascik (2001) 1 A.A.Δ. 2013).

 

Πρωτίστως θα πρέπει να αναφερθεί ότι τόσο τα προσόντα του μάρτυρα όσο και η εμπειρογνωμοσύνη του επί του Ρωσικού δικαίου παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, συνεπώς γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο λόγος για τον οποίο παρουσιάστηκε ήταν για να γνωμοδοτήσει επί του κατά πόσον η κοινοποίηση από τον Μ.Α.3 στον Αιτητή της αλληλογραφίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την οποία ο Μ.Α.3 παρέλαβε από τον Panovitsin, προσκρούει σε οποιαδήποτε απαγόρευση του Ρώσικου δικαίου, με αποτέλεσμα να είναι παράνομη. Πρωτίστως θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο αποδέχθηκε πως το μόνο ηλεκτρονικό μήνυμα που παραδόθηκε στον Αιτητή από τον Μ.Α.3 είναι αυτό το οποίο περιέχεται στο τεκμήριο 7.

 

Ο μάρτυρας τεκμηρίωσε πλήρως και με αναφορά στη Ρωσική νομοθεσία την άποψη του ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης αλληλογραφίας δεν εμπίπτει σε οποιοδήποτε από τα πεδία απαγόρευσης κοινοποίησης του περιεχομένου της, όπως η εμπιστευτικότητα της πληροφόρησης (confidential information) και η αποκάλυψη οποιασδήποτε πληροφορίας σχετιζόμενης με την προσωπική ζωή των προσώπων που μετέχουν σ’ αυτή (private life of participants). Επίσης δεν υπήρξε οποιαδήποτε ρητή απαγόρευση από το πρόσωπο που παρέδωσε την αλληλογραφία στον Μ.Α.3, συγκεκριμένα τον Panovitsin, να την κοινοποιήσει σε τρίτο πρόσωπο. Αποδέχομαι ανεπιφύλακτα την άποψη του ότι η κοινοποίηση του ανωτέρω ηλεκτρονικού μηνύματος στον Αιτητή δεν παραβιάζει οποιαδήποτε πρόνοια του Ρώσικου δικαίου. Επιπρόσθετα θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε επιστημονική μαρτυρία από πλευράς Καθ’ ων η Αίτηση προς αντίκρουση της ανωτέρω άποψης του μάρτυρα.     

 

Η Μ.Α.1 κλήθηκε επίσης ως εμπειρογνώμονας για να γνωματεύσει, υπό την ιδιότητα της λογίστριας, επί της έκθεσης αποτίμησης την οποία εκπόνησε η εταιρεία Alma Advisors Ltd εν σχέσει με την αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας Avestra – τεκμήριο 51. Θα πρέπει να επισημάνω πως ούτε αυτής της μάρτυρος αμφισβητήθηκαν τα προσόντα καθώς και η εμπειρογνωμοσύνη της, γι’ αυτό γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο.

 

Κατά πρώτον θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι, όπως διαφάνηκε από την παρουσιασθείσα μαρτυρία, η έκθεση αποτίμησης της εταιρείας Alma Advisors Ltd εκπονήθηκε αποκλειστικά και μόνο για τον σκοπό της πώλησης και μεταβίβασης των μετοχών της Καθ’ ης η Αίτηση 2 προς τον τελικό της δικαιούχο, κ. Gurinov. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την πώληση και αποξένωση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας Avestra. Ανεξάρτητα όμως από τα ανωτέρω, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, η μάρτυρας δεν εκπόνησε οποιαδήποτε δική της έκθεση αποτίμησης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας Avestra, απλά εξέφρασε την άποψη της ως προς το κατά πόσον η εκπονηθείσα από την εταιρεία Alma Advisors Ltd έκθεση αποτίμησης ήταν αξιόπιστη. Συμφώνησε δε με τα ευρήματα της έκθεσης που ετοίμασε ο οίκος Senogles – τεκμήριο 52. Για να καταλήξει στα δικά της ευρήματα βασίστηκε στα στοιχεία που περιείχε η έκθεση αποτίμησης της Alma Advisors Ltd, τα οποία όμως, όπως η ίδια ανέφερε, δόθηκαν από τη διοίκηση της εταιρείας Avestra, χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση τους από την εταιρεία Alma Advisors Ltd.  Αυτός δε είναι ένας εκ των λόγων για τους οποίους θεωρεί πως η έκθεση αποτίμησης της ως άνω εταιρείας δεν είναι αξιόπιστη.  Όπως συγκεκριμένα αναφέρει στα συμπεράσματα της δικής της έκθεσης – τεκμήριο 2 – συνεπεία του ότι τα ανωτέρω στοιχεία δεν επιβεβαιώθηκαν από την Alma Advisors Ltd, είναι αδύνατον να εξακριβωθεί η αξιοπιστία των ευρημάτων της έκθεσης.  Παραδέχθηκε δε κατά την αντεξέταση της πως αυτό το οποίο έκανε η ίδια ήταν μια κριτική αποτίμηση των εκθέσεων της Alma Advisors Ltd και της Senogles, χωρίς οποιαδήποτε επιστημονική τεκμηρίωση των δικών της ευρημάτων.  

 

Αφ’ ης στιγμής τα ευρήματα της δεν έχουν τεκμηριωθεί επιστημονικά, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί επ’ αυτών για να καταλήξει στα δικά του ευρήματα. Το γεγονός ότι, κατά την άποψη της, η μεθοδολογία την οποία χρησιμοποίησε η Alma Advisors Ltd είναι λανθασμένη, ακόμα και στην περίπτωση που η άποψη της γινόταν αποδεκτή, δεν θα ήταν επαρκές ούτε ασφαλές υπόβαθρο, ώστε το Δικαστήριο να στηρίξει επ’ αυτού οποιαδήποτε ευρήματα.

 

Ούτε ο εμπειρογνώμονας τον οποίο παρουσίασε η πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση (Μ.Υ.2) για να υποστηρίξει κατ’ ουσία την ορθότητα της έκθεσης αποτίμησης της εταιρείας Alma Advisors Ltd, κατάφερε να διαφωτίσει το Δικαστήριο ώστε να κατανοήσει τίς μεθόδους εκτίμησης τις οποίες χρησιμοποίησε η ως άνω εταιρεία για να καταλήξει στα ευρήματα της. Παρά το ότι ο μάρτυρας στη γραπτή του δήλωση – έγγραφο Ρ – αναφέρει πως η Alma Advisors Ltd χρησιμοποίησε ευρέως αναγνωρισμένες μεθόδους αποτίμησης, ήτοι τη μέθοδο των προεξοφλημένων ταμειακών ροών (DCF), η οποία εκτιμά την αξία μιας εταιρείας με βάση τις αναμενόμενες μελλοντικές ταμειακές ροές, καθώς και τη μέθοδο των πολλαπλασιαστών EBITDA, η οποία αντλεί αξία από συγκρίσιμες συναλλαγές της αγοράς και δείκτες αναφοράς του κλάδου, εντούτοις η αναφορά του στις ως άνω μεθόδους ήταν μόνο επιγραμματική. Δεν επεξήγησε σε τι επακριβώς συνίσταται η κάθε μέθοδος ούτε και έδωσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο εργάστηκε η Alma Advisors Ltd στην προκείμενη περίπτωση για να καταλήξει στο ποσό που αντιπροσωπεύει την αξία της εταιρείας Avestra. Τα ανωτέρω κενά στη μαρτυρία του αποστερούν το Δικαστήριο από τη δυνατότητα να προβεί σε έλεγχο της ορθότητας των ευρημάτων της έκθεσης αποτίμησης. Η επιγραμματική αναφορά του μάρτυρα στις επιστημονικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν, κάθε άλλο παρά επαρκής ήταν, ούτε παρέχει τα εχέγγυα στο Δικαστήριο για να καταλήξει σε εύρημα ότι αυτές ορθά εφαρμόστηκαν στην προκείμενη περίπτωση.

 

Θα πρέπει δε να επισημάνω ότι στην έκθεση της Alma Advisors Ltd παρατίθενται διάφοροι πίνακες με αριθμούς και στη συνέχεια αναφέρεται καταληκτικά πως «Considering the ongoing macroeconomic, geopolitical and commercial developments we have concluded that the near-term prospects of the company are deteriorating». Δεν επεξηγήθηκαν όμως από το μάρτυρα λεπτομερώς και σε γλώσσα κατανοητή οι λόγοι για τους οποίους οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές της εταιρείας Avestra χειροτερεύουν κατά τρόπο ώστε να κατανοήσει και το Δικαστήριο πως δικαιολογείται ο υπολογισμός της αξίας της εταιρείας σε $3.500.000, παρά το ότι, όπως φαίνεται από τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας τόσο του 2021 όσο και του 2022, η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της υπερβαίνει κατά πολύ τις υποχρεώσεις της. Θα ήθελα ακόμα να αναφέρω πως ήταν αδύνατο για το Δικαστήριο να καταλήξει, μέσα από τους δαιδαλώδεις πίνακες με αριθμούς που υπάρχουν στην έκθεση της Alma Advisors Ltd, ότι ορθά υπολογίστηκε η αξία της εταιρείας στο ανωτέρω αναφερόμενο ποσό. Δυστυχώς η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα κάθε άλλο παρά βοήθησε το Δικαστήριο. Θα πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι, παρά το ότι υποστήριξε πως τα πραγματικά αποτελέσματα για το 2022, βάση των οικονομικών καταστάσεων που παρουσίασε – τεκμήριο 285 – ήταν πιο κάτω από τα προβλεπόμενα που χρησιμοποιήθηκαν από την εταιρεία Alma Advisors Ltd για να καταλήξει στο αποτέλεσμα των $3.500.000, εντούτοις ο ίδιος σε καμιά αποτίμηση προέβηκε με βάση τα νέα αποτελέσματα του 2022.

 

Αυτό το οποίο λογικά θα ανέμενα από την πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση ήταν ότι θα παρουσίαζαν στο Δικαστήριο το πρόσωπο το οποίο εκπόνησε για λογαριασμό της Alma Advisors Ltd την έκθεση αποτίμησης, το οποίο και θα την επεξηγούσε, ώστε να γίνει κατανοητή.

 

Ο Ενδιάμεσος Παραλήπτης (Μ.Α.5) κρίνεται αντικειμενικός και ανεξάρτητος. Αποκάλυψε όλα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του ως εκ της ως άνω ιδιότητας του, με πλήρη διαφάνεια και χωρίς να παραποήσει οτιδήποτε από αυτά, ώστε να δώσει προβάδισμα στην υπόθεση του Αιτητή, παρά το ότι, ως είχε παραδεχθεί, η αμοιβή του καταβάλλετο από τον Αιτητή. Φυσικά δεν έχουν διαφύγει της προσοχής μου κάποιες αντιφάσεις στις οποίες περιέπεσε κατά την αντεξέταση του. Για παράδειγμα, ενώ ισχυρίστηκε πως δεν ήταν γνώστης του γεγονότος ότι το ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα παγοποίησης που είχε εκδοθεί στην Κίνα προς όφελος της θυγατρικής εταιρείας Avestra (Beijing) Chemical Commerce Trading Co Ltd αποσύρθηκε από τη διευθύντρια της εταιρείας που είχε διορίσει ο ίδιος, σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του παραδέχθηκε ότι είχε ενημερωθεί από τη διευθύντρια της εταιρείας για την ως άνω απόσυρση, απλά του διέφυγε. Είμαι όμως πεπεισμένος ότι οι οποιεσδήποτε αντιφάσεις που εντόπισα στη μαρτυρία του οφείλονταν στο μεγάλο όγκο του υλικού που είχε να διαχειριστεί και είχε ως αποτέλεσμα να μη θυμάται κάποια γεγονότα. Σε καμιά δε περίπτωση οι ως άνω αντιφάσεις θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία του.

 

Θα πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι επεξήγησε πολύ πειστικά τους λόγους για τους οποίους δεν υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία εν σχέση με τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η Αίτηση 4 ότι είχε πλαστογραφηθεί η υπογραφή του επί των εγγράφων τα οποία είχαν υποβληθεί στην αρμόδια αρχή της Κίνας για αλλαγή των διευθυντών της θυγατρικής εταιρείας Avestra (Beijing) Chemical Commerce Trading Co Ltd.

 

 

Ο Καθ’ ου η Αίτηση 3 άφησε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Αυτό το οποίο διαπίστωσα, εξετάζοντας με προσοχή τη μαρτυρία του, ήταν μια εμφανής εμπάθεια και εκδήλωση αρνητικών αισθημάτων προς το πρόσωπο του Αιτητή, με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να στερείται αντικειμενικότητας αλλά και πειστικότητας. Δεν δίστασε μάλιστα να χαρακτηρίσει τον Αιτητή ως «...άνθρωπο χωρίς πίστη στο Θεό και όλος ο κύκλος του είναι διάβολοι, οι οποίοι πουλούν τις ψυχές τους».

 

Χαρακτηριστικό των ως άνω αρνητικών αισθημάτων του ήταν η εκτενής και έντονη αναφορά του σε κακοδιαχείριση και καταχρήσεις του Αιτητή κατά το διάστημα που διοικούσε από τη θέση του de facto διευθυντή την εταιρεία Avestra. Επισημαίνεται ότι οι ισχυρισμοί του περί κακοδιαχείρισης και καταχρήσεων εκτείνονται σε 27 σελίδες της γραπτής του δήλωσης – έγγραφο Λ το Ρωσικό κείμενο και έγγραφο Μ η μετάφραση του στα Ελληνικά. Θα πρέπει όμως να αναφέρω ότι όλοι οι ως άνω ισχυρισμοί του δεν εμπίπτουν στα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης, της οποίας το ουσιώδες ζήτημα είναι η ισχυριζόμενη καταπιεστική συμπεριφορά των μετόχων πλειοψηφίας προς τον Αιτητή. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, είμαι της άποψης ότι η υπογραφή από όλους τους μετόχους της εταιρείας Avestra της επιστολής – τεκμήριο 34 – στην οποία έχει γίνει εκτενής αφορά σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μου, αποτελεί εμπόδιο για οποιονδήποτε από τους μετόχους πλειοψηφίας να προβάλλει ισχυρισμούς περί κακοδιαχείρισης και καταχρήσεων του Αιτητή. Επισημαίνεται ότι στην ως άνω επιστολή αναφέρεται ρητά και επί λέξει ότι «θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά τον κύριο Berezin για τα πολλά χρόνια που διεύθυνε, τα αποτελέσματα που έφερε, τη συσσωρευμένη εμπειρία του και γνώση στην Avestra Group και την πολύ επαγγελματική του ομάδα και τις υποδομές που δημιούργησε όλη αυτή την περίοδο». Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, η ανωτέρω επιστολή υπεγράφη σε χρόνο μεταγενέστερο της απομάκρυνσης του Αιτητή από τη θέση του de facto διευθυντή της εταιρείας Avestra. Ως διαφαίνεται από το περιεχόμενο της, η ανωτέρω περιγραφόμενη δήλωση γίνεται χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη δικαιωμάτων εκ μέρους των μετόχων πλειοψηφίας για οποιαδήποτε τυχόν κατάχρηση του Αιτητή η οποία ήθελε διαφανεί εκ των υστέρων.

 

Είναι πράγματι άξιο απορίας πώς είναι δυνατό όλοι οι μέτοχοι πλειοψηφίας από τη μια να ευχαριστούν ενυπογράφως τον Αιτητή για τα αποτελέσματα που έφερε στην εταιρεία και από την άλλη να τον κατηγορούν για κακοδιαχείριση και καταχρήσεις. Παρά δε το ότι είχαν παράπονα εναντίον του Αιτητή από το 2016, ως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, κατόπιν της Έκθεσης Αποτελεσμάτων Εσωτερικού Ελέγχου, ο οποίος είχε διεξαχθεί κατά την περίοδο 15/2/2016 – 3/6/2016 και κατέδειξε ευρήματα κακοδιαχείρισης, εντούτοις δεν είχαν απομακρύνει τον Αιτητή τότε από τη θέση του de facto διευθυντή, χωρίς μάλιστα να δοθεί οποιαδήποτε πειστική δικαιολογία από το μάρτυρα ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν τον απομάκρυναν. Αναφέρω χαρακτηριστικά την ακόλουθη απάντηση του στην ερώτηση γιατί υποβάλλει παράπονο εναντίον του Αιτητή μετά από τόσα χρόνια: «Γιατί είμαστε ηλίθιοι, έπρεπε να τον φεύγαμε πιο νωρίς από τη διοίκηση της εταιρείας».

 

Θα πρέπει ακόμα να προστεθεί ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του περί κακοδιαχείρισης και καταχρήσεων χαρακτηρίζονται από ανακρίβεια. Αναφέρω ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την παραδοχή του πως στον κατάλογο των «Ύποπτων Πληρωμών» - τεκμήριο 181 – λανθασμένα περιλήφθηκε πληρωμή προς την εταιρεία Goldmine Technologies Co Ltd για το ποσό των $67.995,23, για τον λόγο ότι η ως άνω εταιρεία ήταν συμφερόντων του Καθ’ ου η Αίτηση 4. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα ανακρίβειας είναι και ο ισχυρισμός του πως ο Αιτητής προσπάθησε να χρηματίσει ανθρώπους ώστε να εκτροχιάσει τα γεγονότα (παρ. 175 της γραπτής του δήλωσης). Ερωτώμενος κατά την αντεξέταση του αν έχει οποιεσδήποτε αποδείξεις ότι ο Αιτητής δωροδοκούσε ανθρώπους, απάντησε γενικά και αόριστα «Δεν υπάρχουν αποδείξεις, όμως υπάρχουν ενδείξεις οι οποίες μιλούν για κάτι, δεν είναι ξεκάθαρο».

 

Η ίδια ανακρίβεια χαρακτηρίζει και τον ισχυρισμό του ότι ο Αιτητής «έκλεψε» στην ουσία τον Τερματικό Σταθμό στην Κίνα, ο οποίος αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας Avestra, συνωμοτώντας με άλλο πρόσωπο, ήτοι τον κ. Qi. Έφτασε μάλιστα μέχρι του σημείου να περιλάβει και τον Ενδιάμεσο Παραλήπτη, χαρακτηρίζοντας τον ως «μέρος» στην κλοπή. Κανένα όμως έγγραφο παρουσίασε προς τεκμηρίωση των ως άνω ισχυρισμών του. Ερωτηθείς δε κατά την αντεξέταση του γιατί δεν παρουσίασε οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, παρά την έντονη θέση του, αρκέστηκε απλά να απαντήσει πως έχουν δικαστική διαδικασία στην Κίνα.

 

Για τους λόγους που επεξήγησα λεπτομερώς πιο πάνω, δεν θα μπορούσα να κάμω αποδεκτή τη μαρτυρία του Καθ’ ου η Αίτηση 3, με εξαίρεση τις παραδοχές του στις οποίες έχω κάμει αναφορά πιο πάνω.

 

 

 

 

Ευρήματα

 

Με βάση τη μαρτυρία που έχω κάμει αποδεκτή προβαίνω σε εύρημα ότι το μόνο έγγραφο που ο Μ.Α.3 παρέδωσε στον Αιτητή είναι το ηλεκτρονικό μύνημα – τεκμήριο 7 το Ρωσικό κείμενο και 7Α η μετάφραση του στα Αγγλικά. Το ως άνω ηλεκτρονικό μήνυμα σχολιάζεται λεπτομερώς πιο πάνω. Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι ένα από τα πρόσωπα στα οποία αυτό στάληκε από το συντάκτη του, τον κ. Belkovsky, είναι ο Καθ’ ου η Αίτηση 3. Το απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα του Καθ’ ου η Αίτηση 3 ημερομηνίας 5.9.2022 περιλαμβάνεται στη δέσμη με τα ηλεκτρονικά μηνύματα – τεκμήριο 46.

 

Νομική Πτυχή

 

Ως έχει ήδη αναφερθεί ο Αιτητής αξιώνει την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάσσει την εκκαθάριση της εταιρείας Avestra σύμφωνα με το Άρθρο 211(στ) και το Άρθρο 214 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Διαζευκτικά αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες:

 

Α.      Διάταγμα το οποίο να διατάσσει τους Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3 και 4 ή και οποιονδήποτε από αυτούς να αγοράσουν τις μετοχές του που κατέχει στην εταιρεία Avestra στο ποσόν των €8.000.000 ή στο ποσόν που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο,

 

Β.      Διάταγμα το οποίο να διατάσσει την εταιρεία Avestra να αγοράσει τις μετοχές του στο ανωτέρω αναφερόμενο ποσόν ή στο ποσόν που θα καθοριστεί από το Δικαστήριο,

 

Γ.      Διάταγμα το οποίο να διατάσσει τους Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3 και 4 να τού πουλήσουν τις μετοχές τους που κατέχουν στην εταιρεία Avestra στο ποσό των €23.000.000 ή και στο ποσό που θα καθορίσει το Δικαστήριο και

 

Δ.      Διάταγμα το οποίο να διορίζει τη λογιστική εταιρεία Deloitte Limited ή και την PricewaterhouseCoopers Limited ή και την KPMG Limited ή και την Earnst & Young Cyprus Limited ή και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλο, προκειμένου να καθορίσει την αξία κάθε μίας από τις μετοχές της εταιρείας Avestra.

 

Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δικαιολογείται η διάλυση της εταιρείας Avestra για τον λόγο ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο ή διαζευκτικά ότι οι υποθέσεις της διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό για τον ίδιο. Ως εκ τούτου αιτείται θεραπείας σύμφωνα με το Άρθρο 202 του Κεφ. 113. Το συγκεκριμένο Άρθρο έχει ως ακολούθως:

 

«202.-(1) Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), ή, σε περίπτωση που εμπίπτει στο εδάφιο (3) του άρθρου 163, το Υπουργικό Συμβούλιο, δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό.

(2) Αν σε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο έχει τη γνώμη-

(α) ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε και

(β) ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί,

το Δικαστήριο δύναται, για το σκοπό επίλυσης των θεμάτων αναφορικά με εκείνα που υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά».

 

Το Άρθρο 211(στ) προνοεί τα ακόλουθα:

 

«211. Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν-

…………………………………………………………………………………………

 

(στ) το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία».

 

Στην υπόθεση Πιρίλλης κ.ά. ν. Κουή (2004) 1 Α.Α.Δ. 136 αναφέρθηκε ότι το Άρθρο 202 του Κεφ. 113 αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου υπάρχει καταπίεση της μειοψηφίας από την εταιρεία, η οποία ενεργεί μέσω της πλειοψηφίας. Δεν αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου παραπονούμενη δεν είναι η μειοψηφία, τα δικαιώματα της οποίας κατ’ ισχυρισμόν καταπιέζονται από την εταιρεία, αλλά αυτή τούτη η εταιρεία η οποία, κατ’ ισχυρισμόν, αποστερήθηκε παράνομα της περιουσίας της. Είναι γι’ αυτό, άλλωστε, τον λόγο που η διαδικασία του Άρθρου 202 στρέφεται εναντίον της εταιρείας, εφόσον είναι αυτή η οποία, μέσω της πλειοψηφίας, καταπιέζει τη μειοψηφία.

 

Αφ’ ης στιγμής ο Αιτητής προβάλλει ισχυρισμούς περί καταπίεσης του από την πλειοψηφία των μετόχων, ορθά, κατά την άποψη μου, προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης για διάλυση της εταιρείας Avestra, δυνάμει του Άρθρου 202 του Κεφ. 113, η οποία αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Εταιρεία Pelmaco Development Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 1369, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Όταν η πλειοψηφία καταπιέζει τη μειοψηφία, η μειοψηφία έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τη διάλυση της εταιρείας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 211(στ) του νόμου.  Επειδή η διάλυση της εταιρείας προκαλεί, στις πιο πολλές περιπτώσεις, τέτοιες επιζήμιες επιπτώσεις επί των συμφερόντων της μειοψηφίας που υφίσταται την καταπίεση, ο νόμος παρέχει στην καταπιεζόμενη μειοψηφία μια άλλη εναλλακτική θεραπεία, αυτή του άρθρου 202 του νόμου, ως διαζευκτική της αναγκαστικής διάλυσης.  Όπως έχει ειπωθεί, αυτή η  διάταξη αποτέλεσε τη νομική βάση της αίτησης. »

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση στους λόγους ένστασης τους προβάλλουν ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης, για το λόγο ότι δεν λογίζεται «συνεισφορέας» της εταιρείας Avestra, ως τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 211(στ) του Κεφ. 113. Στην αντίπερα όχθη ο Αιτητής ισχυρίζεται, μέσω της γραπτής του δήλωσης, πως είναι «συνεισφορέας» για το λόγο ότι σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας Avestra, φαίνεται ότι θα υπάρξει πραγματικό πλεόνασμα, μετά την πληρωμή των πιστωτών, το οποίο μπορεί να διανεμηθεί στους μετόχους, περιλαμβανομένου του ιδίου.

 

Στο Άρθρο 213(1) του Κεφ. 113 καθορίζονται τα πρόσωπα τα οποία έχουν δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο «συνεισφορέας» ή «συνεισφορείς».

 

Με βάση την ερμηνεία του Άρθρου 205 του Κεφ. 113 «συνεισφορέας σημαίνει κάθε πρόσωπο που είναι υπεύθυνο να συνεισφέρει στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας σε περίπτωση εκκαθάρισης της, και για τους σκοπούς κάθε διαδικασίας για να αποφασιστεί, και κάθε διαδικασίας πριν τον τελικό ορισμό των προσώπων που λογίζονται συνεισφορείς, περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι συνεισφορέας».

 

Κατά πρώτο θα πρέπει να επισημανθεί πως, σύμφωνα με τη νομολογία, ο όρος «συνεισφορέας» περιορίζεται σε μετόχους της εταιρείας που δεν κατέβαλαν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου (Μιχαήλ κ.ά. v. Επίσημου Παραλήπτου κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1033). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ο ίδιος ο Αιτητής αναφέρει στη γραπτή του δήλωση, είναι «μέτοχος πλήρως καταβεβλημένων μετοχών», κατέχοντας το 25% του συνόλου των μετοχών της εταιρείας Avestra. Στον πιο πάνω κανόνα όμως αναγνωρίζονται εξαιρέσεις. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Palmers Company Law, 25η έκδοση, παρ. 15.239, το Άρθρο 74 του Insolvency Act 1986 προνοεί ρητά ότι κάθε μέλος της εταιρείας περιλαμβάνεται στην έννοια του «συνεισφορέα» ακόμα και στην περίπτωση που οι μετοχές που κατέχει στην εταιρεία έχουν εξοφληθεί. Βάσει όμως του Άρθρου 124(2) του ιδίου νομοθετήματος, στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα του συνεισφορέα να υποβάλει αίτηση εκκαθάρισης περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου: (α) ο αριθμός των μετόχων μειώθηκε κάτω των δύο ή (β) οι μετοχές τις οποίες κατέχει ο συνεισφορέας του είχαν παραχωρηθεί αρχικώς (were originally allotted to him) ή ενεγράφησαν επ’ ονόματι του στη διάρκεια των τελευταίων δεκαοκτώ μηνών πριν την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης ή τις απέκτησε λόγω θανάτου του προηγούμενου ιδιοκτήτη τους.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, ο Αιτητής απέκτησε τις μετοχές του στην εταιρεία Avestra αρχικώς, με τη σύσταση της εταιρείας, αναμφισβήτητα δε τις κατείχε για ολόκληρη την περίοδο των τελευταίων δεκαοκτώ μηνών πριν την καταχώρηση της Αίτησης.

 

Στο ανωτέρω σύγγραμμα αναφέρονται επί λέξει και τα ακόλουθα:

 

“The case law also reinforces this policy, through the general requirement that a contributory must make out a special case in order to obtain a winding-up order. This invariably involves the petitioner in establishing a financial interest in the obtaining of an order, and hence a contributory whose shares are fully paid up will need to establish that the company is probably solvent, so that there is a prospect of a return of capital to the members at the conclusion of the winding up. Where a petitioner’s standing as a qualified petitioner is challenged on the basis that he or she is allegedly not a shareholder, the court may required the issue to be resolved outside the petition before the winding up application is allowed to go forward. This is not an inflexible proposition however, and the court may exercise its discretion in favour of allowing the petition to go forward to a hearing on the merits if the interests of justice so required, for example if the petitioner would otherwise be left without an effective remedy through the striking out of the petition”.

 

Όπως διαφαίνεται από το ανωτέρω παρατεθέν απόσπασμα, ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπάρχει προοπτική να παραμείνουν κεφάλαια για να διανεμηθούν στους μετόχους κατά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τις παρουσιασθείσες από το Μ.Υ.2 ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας Avestra του έτους 2022 – τεκμήριο 285 – που είναι οι πλέον πρόσφατες οικονομικές καταστάσεις που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας υπερβαίνουν τις υποχρεώσεις της κατά $20.000.000 περίπου. Δεν διαφεύγει φυσικά της προσοχής ότι ο Μ.Υ.2 ανέφερε στη μαρτυρία του πως θα έπρεπε να γίνει ενδελεχής ανάλυση ώστε να διαφανεί η πραγματική εικόνα της εταιρείας κατά τη στιγμή της εκκαθάρισης, καθώς και ότι την ώρα που τελειώνει η διαδικασία της εκκαθάρισης θα ξέρουμε τι ποσά παρέμειναν για να διανεμηθούν στους μετόχους. Τα πιο πάνω όμως αναφερθέντα από το Μ.Υ.2 σε καμμιά περίπτωση αναιρούν το ότι υπάρχει προοπτική να παραμείνουν περιουσιακά στοιχεία προς διάθεση στους μετόχους κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης.

 

Για τους λόγους που παρέθεσα λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι ο Αιτητής νομιμοποιείτο στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης. Συνεπώς ο σχετικός λόγος ένστασης δεν μπορεί να πετύχει. 

 

Προβάλλεται επίσης ως λόγος ένστασης από τους Καθ’ ων η Αίτηση ότι η εταιρεία Avestra δεν αποτελεί οιονεί συνεταιρισμό (quasi partnership) ή και δεν είναι συνεταιρικής φύσεως ή και δεν προσιδιάζει σε συνεταιρισμό. Συναφής είναι και ο λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο ο σκοπός και υπόβαθρο σύστασης της εταιρείας (substratum) δεν έχει εξαφανιστεί ή και η ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της συνεχίζει να είναι εφικτή.

 

Στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας Bedros Karaoglanian & Sons Ltd a.o v. Karaoglanian a.a. (1977) JSC 488 γίνεται αναφορά στην Αγγλική υπόθεση In Re Yenidje Tobacco Company Ltd (1916 – 1917 – Reprint), ALL E.R. 1050, στην οποία αναλύεται η φύση της ιδιωτικής εταιρείας (private company), η οποία ως νομική οντότητα έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με το συνεταιρισμό (partnership). H δε ομοιότητα του υπόβαθρου σύστασης τους, καθιστά δίκαιη τη διάλυση της ιδιωτικής εταιρείας, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά συνεταιρισμού, κατά τον ίδιο τρόπο που διαλύεται ο συνεταιρισμός. Στην Karaoglanian αναφέρεται χαρακτηριστικά πως «Τhe ratio decidendi of the above case is that a private company should be wound up in all cases where a private company, despite its separate entity, is primarily the result of a partnership arrangement between its members and there has developed a deadlock in the management of its affairs».

 

Ο Αιτητής στη γραπτή του δήλωση διατείνεται ότι η εταιρεία Avestra διοικείτο στη βάση εμπιστοσύνης μεταξύ του ιδίου και των μετόχων πλειοψηφίας, κάτι το οποίο φαίνεται και από τους περιορισμούς που υπάρχουν στο καταστατικό της εταιρείας αναφορικά με τη μεταβίβαση μετοχών. Η όλη δε ύπαρξη της εταιρείας στηριζόταν στη μεταξύ τους προσωπική σχέση και εμπιστοσύνη. Υπήρχε επίσης αμοιβαία κατανόηση ότι θα συμμετείχε προσωπικά στη διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας. Συνεπεία όμως των ενεργειών των μετόχων πλειοψηφίας και των συνεργατών τους, η μεταξύ τους εμπιστοσύνη έχει πλέον καταρρεύσει.

 

Κατά πρώτο θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο ισχυρισμός του πως υπάρχουν περιορισμοί στη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας Avestra βρίσκεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ότι μεταξύ 2008 και Μάϊου 2021 οι μέτοχοι του ομίλου άλλαξαν αρκετές φορές, με εξαίρεση τον ίδιο και τους μετόχους πλειοψηφίας, οι οποίοι ήταν πάντοτε μέτοχοι, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Επίσης κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι σε κάποιο στάδιο είχε αποχωρήσει από τη μετοχική δομή της εταιρείας ο κ. Popov, ο οποίος κατείχε το 10% των μετοχών, και τη θέση του πήρε ο κ. Demin. Tο ότι δε υπήρξαν διάφορες αλλαγές στη μετοχική δομή της εταιρείας διαφαίνεται και από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του Μητρώου Μελών της – τεκμήριο 9 – που ο ίδιος παρουσίασε. Από τα ανωτέρω αναφερόμενα καθίσταται φανερό ότι, παρά το ότι ο βασικός πυρήνας των μετόχων παρέμενε πάντοτε ο ίδιος, εντούτοις η μετοχική δομή της εταιρείας δεν είχε τον προσωποπαγή χαρακτήρα που ο ίδιος θέλησε να παρουσιάσει.

 

Καθ’ όσο αφορά τη διοίκηση της εταιρείας Avestra, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, ο Αιτητής ήταν ο de facto διευθυντής της μέχρι τον Οκτώβριο του 2021, οπόταν αντικαταστάθηκε και τη διοίκηση της ανέλαβαν οι μέτοχοι πλειοψηφίας. Παρά δε τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή πως μέχρι του χρονικού σημείου της απομάκρυνσης του από τη διοίκηση, οι μέτοχοι πλειοψηφίας είχαν ένα πολύ παθητικό ρόλο με πολύ περιορισμένη συμμετοχή στη διοίκηση, εντούτοις η απομάκρυνση του και η ανάληψη της διοίκησης από τους μετόχους πλειοψηφίας, δεν φαίνεται να επηρέασε καθ’ οιονδήποτε τρόπο το υπόβαθρο σύστασης της εταιρείας, ούτε δημιούργησε πρόβλημα στη διοίκηση της. Το σημαντικότερο δε είναι το ότι δεν φαίνεται να κλόνισε την εμπιστοσύνη του Αιτητή προς τη νέα διοίκηση της εταιρείας, όπως ο ίδιος διατείνεται. Το ότι δεν είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη του διαφαίνεται ξεκάθαρα από το ότι σε κανένα νομικό διάβημα είχε προβεί τότε για διάλυση της εταιρείας αμέσως μετά που οι μέτοχοι πλειοψηφίας τον απομάκρυναν από τη θέση του de facto διευθυντή.  Το χρονικό σημείο που ο Αιτητής επέλεξε να καταχωρήσει την υπό εξέταση Αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το χρονικό σημείο απομάκρυνσης του από τη διοίκηση της εταιρείας. Επισημαίνεται ότι η υπό εξέταση Αίτηση καταχωρίστηκε ένα και πλέον χρόνο μετά την απομάκρυνση του από τη διοίκηση της εταιρείας, όταν είχε ενημερωθεί από το Μ.Α.3 για το κατ’ ισχυρισμό δόλιο σχέδιο των μετόχων πλειοψηφίας. Είναι επίσης εξίσου σημαντικό να αναφερθεί πως ο Αιτητής με την από μέρους του υπογραφή της επιστολής – τεκμήριο 34 – αποδέχθηκε κατ’ ουσία την απομάκρυνση του από τη διοίκηση της εταιρείας και την αντικατάσταση του από τον Καθ’ ου η Αίτηση 4, δηλώνοντας απερίφραστα πως «...θα παραμείνει ως ισότιμος μέτοχος και θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να επεκτείνει την Avestra Group…” H άνω δήλωση του αναμφισβήτητα υποδηλώνει την αποδοχή του στη συνέχιση της ύπαρξης της εταιρείας υπό τη νέα της διοίκηση.

 

Με βάση τα όσα έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω καταλήγω ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή πως η απομάκρυνση του από τη διοίκηση της εταιρείας Avestra επέφερε τον κλονισμό της εμπιστοσύνης του προς τους μετόχους πλειοψηφίας, οι οποίοι είχαν αναλάβει τη διοίκηση της, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Θα ήθελα να επισημάνω ότι, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του, μετά την απομάκρυνση του από τη διοίκηση της εταιρείας προωθεί πλέον προσωπικές του επιχειρηματικές δραστηριότητες, ίδιες με αυτές της εταιρείας Avestra, μέσω δικής του εταιρείας, η οποία είναι ανταγωνιστής της εταιρείας Avestra.

 

Παρά το ότι το ως άνω εύρημα μου είναι καταλυτικής σημασίας στην επιτυχία της Αίτησης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία, στη βάση του Άρθρου 211(στ) του Κεφ. 113. Ως έχει ήδη αναφερθεί, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό για τον ίδιο.

 

Στην υπόθεση Karaoglanian (ανωτέρω) γίνεται εκτενής αναφορά στην Αγγλική υπόθεση In Re Five-Minute Car Wash Service, Limited (1966) 1 ALL E.R. 242, στην οποία αναφέρονται τα συστατικά στοιχεία του όρου «καταπίεση». Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται:

 

“Firstly, it must be established that at the time when the petition was presented, the affairs of the company were being conducted in a manner oppressive to the petitioner or a class of members of the company, including the petitioner. The grievance must relate to members of the company, in their capacity as such. Secondly, the matters complained of must relate to the conduct of the affairs of the company. And thirdly, they must be such as not only to make the winding up of the company just and equitable but so as to lead to the conclusion that the affairs of the company have been conducted in a manner which can properly be described as oppressive to the petitioner. Dissatisfaction or disapproval with the conduct of the company's affairs, on grounds relating to policy or efficiency, however well founded, will not sustain the petition. The learned Judge adopted with approval what was said of oppressive conduct by Lord Keith, in the House of Lords, (1959) A.Co 324:-

 

"..... Oppressive involves, I think, at least an element of lack of probity or fair dealing to a "member in the matter of his proprietary rights as a shareholder"”.

 

Απόλυτα σχετική με την ερμηνεία του όρου «καταπίεση» είναι και η υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναφορικά με την Εταιρεία Pelmaco Development Ltd (ανωτέρω).

 

Όπως προκύπτει από την ανωτέρω παρατεθείσα νομολογία, βασικό συστατικό στοιχείο του όρου «καταπίεση» είναι η έλλειψη εντιμότητας και δίκαιης μεταχείρισης των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του μετόχου ή μετόχων της μειοψηφίας, η απόδειξη του οποίου βαρύνει τον παραπονούμενο μέτοχο.

 

Στην κρινόμενη υπόθεση η βασική θέση την οποία προώθησε ο Αιτητής ήταν πως οι μέτοχοι πλειοψηφίας συνωμότησαν μεταξύ τους, χωρίς τη δική του συμμετοχή και ουσιαστικά εν κρύπτω, με απώτερο σκοπό να μηδενίσουν την αξία των μετοχών του που κατέχει στην εταιρεία Avestra. Αυτό θα επιτυγχάνετο, κατά πρώτο στάδιο, με την πώληση όλων των θυγατρικών της εταιρείας Avestra, κάτι το οποίο θα αποστερούσε από την εταιρεία το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων. Η πώληση θα γινόταν είτε στους ίδιους τους μετόχους πλειοψηφίας, είτε σε εταιρείες που ελέγχουν οι ίδιοι, ώστε να αποκρύψουν τη συμμετοχή τους, η ακόμα και σε άσχετους τρίτους, οι οποίοι στη συνέχεια θα μεταβίβαζαν τις μετοχές τους στους μετόχους πλειοψηφίας. Σε δεύτερο στάδιο, τα έσοδα από την πώληση των θυγατρικών θα διοχετεύονταν εκτός της εταιρείας Avestra, με τη χορήγηση δανείων στις πρώην θυγατρικές της.

 

Αναμφισβήτητα το ανωτέρω περιγραφόμενο συνωμοτικό σχέδιο εμπεριέχει το στοιχείο του δόλου, αφού απώτερος σκοπός των συνωμοτών, με βάση τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ήταν να αφαιμάξουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας Avestra, με αποτέλεσμα, εφόσον θα έχανε όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, οι μετοχές της, ειδικώτερα οι μετοχές που κατέχει ο Αιτητής, να χάσουν κάθε αξία. Στην υπόθεση Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2004) 1 Α.Α.Δ.992, επεξηγείται, με παραπομπή σε Αγγλική βιβλιογραφία και νομολογία, ότι ο όρος «δόλος» αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ανάρμοστο. Όπως δε αναφέρεται επί λέξει: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου, όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα».

 

Αναφορικά με το αδίκημα της συνωμοσίας, στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Barclays Bank Plc (2009) 1 Α.Α.Δ. 25, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα εν σχέσει με τα συστατικά του στοιχεία:

 

«Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει: (1) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων· (2) είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα· και (3) πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα."»

 

Στην κρινόμενη υπόθεση το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξήγησε λεπτομερώς, δεν έκαμε αποδεκτή τη μαρτυρία του Αιτητή. Απέρριψε επίσης και τη μαρτυρία του Μ.Α.3, επί της οποίας βασίστηκαν κατ’ ουσία οι ισχυριμοί του Αιτητή περί δόλιου συνωμοτικού σχεδίου των μετόχων πλειοψηφίας. Η απόρριψη της ως άνω μαρτυρίας αναπόφευκτα σηματοδοτεί την αποτυχία του Αιτητή να αποδείξει ότι ασκήθηκε καταπίεση επ’ αυτού από τους μετόχους πλειοψηφίας.

 

 Φυσικά δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου οι προβαλλόμενοι στη γραπτή δήλωση του Αιτητή ισχυρισμοί περί διασκορπισμού των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας Avestra από τους μετόχους πλειοψηφίας, ο οποίος επακολούθησε της καταχώρησης της Αίτησης και της έκδοσης του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος ημερομηνίας 21.11.22, όπως: (α) η χορήγηση σειράς χαμηλότοκων και μη εξασφαλισμένων δανείων από μια θυγατρική της εταιρείας Avestra, συγκεκριμένα την Avestra Chemical DMCC προς την Avestra Bitumen Materials LLC, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, είναι συμφερόντων του κ. Gurinov, (β) η παράταση αποπληρωμής δύο δανείων τα οποία είχαν παραχωρηθεί κατά το 2014 και 2016 αντίστοιχα από την εταιρεία Avestra στη θυγατρική της Avestra Chemical DMCC, (γ) οι μεταφορές χρημάτων από την ως άνω θυγατρική εταιρεία και την επίσης θυγατρική Avestra Chemical Suisse SA, προς την εταιρεία LLC Octene, υπό το πρόσχημα της παροχής υπηρεσιών διεθνούς αποστολής, (δ) τα υπερβολικά bonus στη διοίκηση, (ε) οι υψηλοί μισθοί που λαμβάνουν οι μέτοχοι πλειοψηφίας, (στ) η συμφωνία κοινοπραξίας με τη Horizon International Trading AG, εταιρεία συμφερόντων του Καθ’ ου η Αίτηση 4 και (ζ) τη συμφωνία «χρονοναύλωσης» μεταξύ της Avestra Chemical DMCC και της Marine Energy Solutions OU (Εσθονία).

 

Δεν διαφεύγουν της προσοχής μου ούτε τα όσα καταγράφονται στις εκθέσεις του Ενδιάμεσου Παραλήπτη αναφορικά με το ίδιο ζήτημα. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι η υπόθεση του Αιτητή οικοδομήθηκε και δικογραφήθηκε επί του δόλιου συνωμοτικόύ σχεδιού των μετόχων πλειοψηφίας, το οποίο έχω περιγράψει λεπτομερώς πιο πάνω, το οποίο ουσιαστικά στήριξε επί των εγγράφων τα οποία του είχαν παραδοθεί από το M.A.3. H απόρριψη της μαρτυρίας αμφότερων εκθεμελίωσε το βάθρο επί του οποίου στηρίχθηκε η υπόθεση. Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Karaoglanian (ανωτέρω), με παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση In Re Fildes Brothers Limited (1970) 1 ALL E.R. 923 «…the test of “just and equitable” must be applied with reference to the state of facts at the date of the hearing of the petition, but limited to those heads of complaint that are set out in the petition». Περαιτέρω, όπως αναφέρεται επί λέξει στην ως άνω Αγγλική υπόθεση: «…the petitioner is confined to the heads of complaint set forth in his petition. His evidence may no doubt amplify and explain these complaints, but I do not think he can rely on any new head not fairly covered by his petition».

 

Με βάση τα όσα έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει πως είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία Avestra.

 

Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, οι οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες διαθέσεις περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας Avestra από τους μετόχους πλειοψηφίας είναι την ίδια την εταιρεία που κατά πρώτο ζημιώνουν. Συνεπώς είναι η ίδια η εταιρεία που έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των μετόχων πλειοψηφίας και όχι ο Αιτητής, παρά το ότι εμμέσως υφίσταται και ο ίδιος ζημιά συνεπεία της μείωσης της αξίας των μετοχών της εταιρείας. Η ζημιά την οποία ο ίδιος υφίσταται είναι η αντανάκλαση (reflection) της ζημιάς την οποία υφίσταται η εταιρεία, γι αυτό και είναι γνωστότερη ως αντανακλαστική ζημιά (Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) [1982] 1 ALL E.R. 354 και Johnson v. Gore Wood & Co (2001) 1 ALL E. R. 481). Παρενθετικά θα ήθελα να αναφέρω ότι ο Αιτητής θα μπορούσε να εγείρει παράγωγή αγωγή (derivative action), ώστε να προασπίσει τα συμφέροντα της εταιρείας.

 

Πέραν της αξίωσης για διάλυση της εταιρείας, ο Αιτητής αξιώνει διαζευκτικά τις θεραπείες οι οποίες έχουν καταγραφεί λεπτομερώς πιο πάνω. Κατά πρώτο θα πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως διαφαίνεται ξεκάθαρα από τις πρόνοιες του Άρθρου 202(1) του Κεφ. 113, το Δικαστήριο έχει την εξουσία, διαζευκτικά της έκδοσης διατάγματος διάλυσης της εταιρείας, να εκδώσει, μεταξύ άλλων, διάταγμα για την αγορά των μετοχών οποιουδήποτε μέλους από άλλα μέλη της εταιρείας ή και από την ίδια την εταιρεία. Όμως με βάση τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Karaoglanian (ανωτέρω), απαραίτητη προϋπόθεση για εξέταση από το Δικαστήριο της αξιούμενης διαζευκτικής θεραπείας, είναι η απόδειξη πρωτίστως από τον αιτούντα ότι η εταιρεία θα πρέπει να διαλυθεί.

 

Στην προκείμενη περίπτωση η αποτυχία του Αιτητή να αποδείξει ότι η εταιρεία θα πρέπει να διαλυθεί, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη και των αξιούμενων διαζευκτικών θεραπειών.

 

Ένας εκ των λόγων ένστασης των Καθ’ ων η Αίτηση είναι και το ότι η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Όπως έχει διαφανεί, το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης στηρίζεται στο αδιαμφισβήτητο γεγονός της καταχώρησης και προώθησης από τον Αιτητή παράλληλου ένδικου μέσου, συγκεκριμένα της αγωγής υπ’ αριθμό 1083/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση της παρούσας Αίτησης, καθώς και άλλων προσώπων.

 

Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών v. Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στην Constantinides v. Vima Ltd (1983) 1 C.L.R. 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της.

 

Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 Κ.Β. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. ...".

 

Όπως έχω παρατηρήσει, κατόπιν εξέτασης του κλητηρίου εντάλματος της ανωτέρω περιγραφόμενης αγωγής, η βασική αξίωση του Αιτητή είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων για τη δόλια συνωμοσία των εναγομένων. Παρά το ότι αμφότερα τα εγερθέντα από τον Αιτητή ένδικα μέσα φαίνεται να στηρίζονται στο ίδιο υπόβαθρο γεγονότων, εντούτοις η εκεί εγερθείσα αξίωση είναι εντελώς διαφορετική από την επιδιωκόμενη με την παρούσα Αίτηση αξίωση πού είναι η διάλυση της εταιρείας Avestra. Αφ’ ης στιγμής δεν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με αμφότερα τα ένδικα μέσα, καθίσταται φανερό ότι δεν τίθεται ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας.

 

Πριν το τέλος θα ήθελα να αναφέρω ότι η πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση είχε θέσει υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα διορισμού του Ενδιάμεσου Παραλήπτη ημερομηνίας 9.7.2024 του παρείχε την εξουσία να προβαίνει σε αλλαγές των διευθυντών των εταιρειών του ομίλου Avestra. Ενόψει όμως της κατάληξης στην οποία έχω αχθεί θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ με το ζήτημα αυτό.  Ανεξάρτητα όμως από τα ανωτέρω, είμαι της άποψης ότι δεν είναι επίδικο, γι’ αυτό και δεν χρήζει επίλυσης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

 

Κατάληξη

 

Για όλους τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι δίκαιη και σύμφωνη με το δίκαιο της επιείκειας η διάλυση της εταιρείας Avestra. Συνεπώς η Αίτηση θα απορριφθεί.

 

Καθ’ όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Συνεπώς θα επιδικαστούν προς όφελος των Καθ’ ων η Αίτηση. Αναφορικά με τους Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3 και 4 νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα υπολογιστεί, καθότι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο.

 

Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Καθ’ ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 και εναντίον του Αιτητή, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

                                                                                                           

(Υπ.) …………………………………

                                                                                                            Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο