Denis Shadlov ν. Nikolai Belikov κ.α., Αρ. Απαίτησης: 130/2024, 17/4/2026
print
Τίτλος:
Denis Shadlov ν. Nikolai Belikov κ.α., Αρ. Απαίτησης: 130/2024, 17/4/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Απαίτησης: 130/2024

Ι-Justice

Μεταξύ:

   Denis Shadlov

                                                                                                                              Ενάγοντας

            και

 

1.    Nikolai Belikov

2.    Κυριάκος Ματσάγκος

                                                                                           Εναγόμενων

---------------------------------------------------------------------

 

Αίτηση ημερομηνίας 13/12/2024 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγομένου 1.

 

Ημερ.: 17/04/2026.

 

Εμφανίσεις:

Για τον Εναγόμενο αρ. 1 – Αιτητή : κα. Ειρήνα Οικονομίδη για κ.κ. Irina Ikonomidi & Co Ltd.

Για τον Ενάγοντα – Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Χριστόφορος Ιωσήφ για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η  Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

O Ενάγοντας, με την παρούσα αγωγή, την οποία καταχώρησε στις 22/02/2024 αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 το ποσό των 685,000 κρυπτονόμισμα USDT ή το αντίστοιχο σε Ευρώ πλέον το ποσό των 575,400 κρυπτονόμισμα USDT ή το αντίστοιχο σε Ευρώ ως συσσωρευμένους τόκους βάσει Συμφωνίας ημερομηνίας 21/09/2023 και των τροποποιητικών Συμφωνιών αυτής ημερ. 26/09/2023 και ημερ. 18/10/2023 και διαζευκτικά νόμιμους τόκους. Αξιώνει, επίσης, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίo να διατάσσεται ο Εναγόμενος 1 να αλλάξει το όνομα της εταιρείας JINVEST LIMITED και αποζημιώσεις για την άρνηση ή παράλειψη του να το πράξει.

 

Η αξίωση εδράζεται σε παράβαση σύμβασης ημερ. 21/09/2023 και των τροποποιητικών αυτής συμφωνιών ημερ. 26/09/2023 και 18/10/2023 για πώληση από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο 1 του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας JINVEST LIMITED. Ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε την πρώτη δόση του τιμήματος και ο Ενάγοντας μεταβίβασε τις μετοχές της πιο πάνω εταιρείας στον Εναγόμενο 2. Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την πληρωμή της δεύτερης δόσης. Το αξιούμενο ποσό αφορά το υπόλοιπο τιμήματος για την αγορά των μετοχών από τον Ενάγοντα. Με επιστολή ημερ. 08/12/2023, η δικηγόρος των Εναγόμενων 1 και 2 παραδέχτηκε το χρέος που οφείλεται στον Ενάγοντα και επιζητούσε μόνο επιβεβαίωση της πληρωμής της δανειακής σύμβασης της JINVEST LIMITED ημερ. 14/03/2023 για να μπορέσουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 να πληρώσουν το υπόλοιπο. Ενώ δόθηκε η εν λόγω διαβεβαίωση και ενώ και ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 είχε πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας και μπορούσε και από μόνος του να λάβει γνώση, εντούτοις οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν εξόφλησαν το υπόλοιπο του τιμήματος.

 

Στις συμφωνίες, επίσης, υπήρχε όρος όπως ο Εναγόμενος 1 προβεί σε αλλαγή του ονόματος της εταιρείας JINVEST LIMITED, χωρίς, όμως, να συμμορφωθεί και να το έχει πράξει.

 

Ο Εναγόμενος 1, με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του, ισχυρίζεται, στην ουσία, ότι είναι ο Ενάγοντας που παραβίασε τις συμφωνίες πώλησης των μετοχών, αρνούμενος να παρουσιάσει στον Εναγόμενο 1 την Έγκυρη Βεβαίωση Αποπληρωμής του δανείου της εταιρείας προς τον επενδυτή.

 

Η θέση του Εναγόμενου 1 είναι ότι περί τον Μάρτιο του 2023, συμφώνησε με τον Ενάγοντα και κάποιο Barnimov, όπως συνεργαστούν και λειτουργήσουν διαφημιστική επιχείρηση, την οποία δημιούργησε και εμπνεύστηκε ο Εναγόμενος 1. Η εν λόγω συνεργασία θα γινόταν μέσω της εταιρείας του Ενάγοντα JINVEST LIMITED και ο αφού ο Ενάγοντας διαβεβαίωσε ότι μπορούσε να λάβει δάνειο από τρίτο πρόσωπο μέχρι του ύψους των €2.000.000. Στις 14/03/2023 υπογράφτηκε σχετική συμφωνία με τον Ενάγοντα και τρίτου προσώπου για να λάβει δάνειο η εταιρεία.

Περί τον Απρίλιο του 2023, ο Εναγόμενος 1, ο Ενάγοντας και ο Barnimov λειτούργησαν και/ή ανέπτυξαν την διαφημιστική εταιρεία και την 18/05/2023 ο Eνάγοντας, ο Eναγόμενος 1 και ο  Barnimov υπέγραψαν 2 συμφωνίες προαίρεσης δυνάμει των οποίων ο Eναγόμενος και ο Barnimov καθίστανται ανεπίσημα μέτοχοι και/ή συνδικαιούχοι της εταιρείας.

 

Περί τις αρχές του καλοκαιριού του 2023 παρουσιάστηκαν προβλήματα μεταξύ του Eνάγοντα και του Eναγόμενου 1 και/ή του Barnimov για τα οποία ευθύνεται ο Eνάγοντας. Αποτέλεσμα ήταν η ρήξη των σχέσεων τους και ο Eναγόμενος 1 εξωθήθηκε και/ή αναγκάστηκε να αγοράσει ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.470.000 κρυπτονόμισμα USDT πλέον 260 κρυπτονόμισμα ΕΤΗ, το οποίο καθορίστηκε ύστερα από διαβεβαιώσεις του Eνάγοντα, που ως διεφάνη μετά ήταν ψευδείς, ότι το χρέος της εταιρείας προς τον επενδυτή ήταν περί τα 900.000 κρυπτονόμισμα USDT πλέον 260 κρυπτονόμισμα ΕΤΗ, τα οποία ο Eνάγοντας ανέλαβε να καταβάλει στον επενδυτή προς πλήρη αποπληρωμή του. Επίσης, ο Eνάγοντας απαίτησε την καταβολή ποσού 570.000 κρυπτονόμισμα USDT ως δική του αμοιβή και/ή αντάλλαγμα για την πώληση των μετοχών της εταιρείας.

 

Μετά την αποπληρωμή του ποσού των 260 κρυπτονόμισμα ΕΤΗ πλέον του ποσού των 760.000 κρυπτονόμισμα USDT από τον Eναγόμενο 1 στον Eνάγοντα, υπεγράφη η δεύτερη τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 18/10/2023, η οποία προέβλεψε ότι ο Eνάγοντας, με τη λήψη του ποσού των 150.000 κρυπτονόμισμα USDT, ήταν υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με τον όρο 3.3. της αρχικής συμφωνίας, ο οποίος υποχρέωνε τον Eνάγοντα να παραχωρήσει στον Eναγόμενο 1 Έγκυρη Βεβαίωση Αποπληρωμής.

 

Ο Eναγόμενος 1 κατέβαλε στον Eνάγοντα το πιο πάνω ποσό και ο Eνάγοντας του μεταβίβασε τις μετοχές τις εταιρείας, πλην, όμως, αρνήθηκε να τον εφοδιάσει με την πιο πάνω βεβαίωση.

 

Στη συνέχεια, ο Eναγόμενος 1 αναφέρεται στη ζημιά που υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά του Eνάγοντα και στην λειτουργία από τον τελευταίο ανταγωνιστικής επιχείρησης. Επίσης, ισχυρίζεται ότι ο Eνάγοντας παρέστησε ψευδώς ότι το χρέος της εταιρείας ήταν μεγαλύτερο με σκοπό να υφαρπάξει από τον Eναγόμενο 1 μεγαλύτερο ποσό. Ανταπαιτητικώς, ο Eναγόμενος 1 αξιώνει διάφορα ποσά ως αποζημιώσεις από την αντισυμβατική συμπεριφορά του Eνάγοντα και/ή αποζημιώσεις.

 

Ο Ενάγοντας με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, ισχυρίζεται ότι είναι ο Εναγόμενος 1 που του ζήτησε όπως αυτός και η ομάδα του συνεργαστεί με την εταιρεία του, λόγω προστριβών που ο Εναγόμενος 1 είχε στο προηγούμενο εργασιακό του περιβάλλον. Η εταιρεία χρειαζόταν δάνειο ύψους €2.000.000, το οποίο εξασφαλίστηκε από την ίδια μέσω τρίτου προσώπου. Συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία ημερομηνίας 14/03/2023 ήταν η ίδια η εταιρεία.

 

Αμφισβητείται η γνησιότητα των ισχυριζόμενων συμφωνιών προαίρεσης ημερομηνίας 18/05/2023 και ισχυρίζεται ότι ήταν ο Εναγόμενος 1 που δημιούργησε τα προβλήματα στη συνεργασία τους και λάμβανε τιμολόγια σε προσωπικούς του λογαριασμούς. Κατόπιν ανακαλύψεων των πιο πάνω δόλιων πράξεων του Εναγόμενου 1 και της ομάδας του, ο Εναγόμενος 1 φοβούμενος ποινικές διώξεις και για να επιλύσει το θέμα, πρόσφερε όπως εξαγοράσει την εταιρεία.

 

Ο Ενάγοντας ουδέποτε ισχυρίστηκε προς τον Εναγόμενο 1 ότι το δάνειο προς το τρίτο πρόσωπο το οποίο όφειλε η εταιρεία ήταν USD900.000 και ότι αυτό το ποσό σχετιζόταν με το δάνειο ή με το αντίτιμο της συμφωνίας.

 

Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά την μεταβίβαση των μετοχών η εταιρεία ήταν υγιής και είχε εκπληρώσει όλες του τις συμβατικές υποχρεώσεις βάσει της συμφωνίας. Εν πάση περιπτώσει τα οποιαδήποτε έξοδα κατέβαλε η εταιρεία αφορούν ζητήματα της εταιρείας, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία.

 

Ο Ενάγοντας, επίσης, ισχυρίζεται ότι ενημέρωσε επανειλημμένως και εγγράφως τον Εναγόμενο 1 και/ή 2 ότι το δάνειο της εταιρείας είχε αποπληρωθεί.

 

Ο Ενάγοντας αρνείται τις αξιούμενες ζημιές, τις οποίες εν πάση περιπτώσει ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 δεν δικαιούται να αξιώνει καθότι αυτές αν υφίσταντο θα ήταν ζημιές της εταιρείας.

Όπως προκύπτει από το φάκελο της απαίτησης, στις 21/07/2025, εκδόθηκε εκ σύμφωνου απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 2 και η απαίτηση εξακολουθεί να εκκρεμεί εναντίον του Εναγόμενου 1.

 

Στις 18/10/2024, επίσης, καταχωρήθηκε αίτηση προσθήκης διαδίκου από την εταιρεία JINVEST LIMITED, η οποία στις 10/02/2025, εν τέλει αποσύρθηκε.

 

Στις 13/12/2024 καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία, ο Εναγόμενος 1 (από τώρα και στο εξής ο «Αιτητής») αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εκτεταμένες και φαίνονται στο αιτητικό της Αίτησης, υπό στοιχεία Α 1 – 19. Στην Αίτηση, επίσης, επισυνάπτεται αντίγραφο της προτεινόμενης τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.

 

Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 13/12/2024, η οποία συνοδεύεται από πιστή μετάφραση. Στις 19/08/2025 καταχωρήθηκε, επίσης, από τον Αιτητή συμπληρωματική ένορκη δήλωση.

 

Όπως ο Αιτητής υποστηρίζει στην ένορκη του δήλωση, η ανάγκη για τροποποίηση του δικογράφου του, προέκυψε μετά την έρευνα η οποία διεξήχθη από τον Ιούλιο του 2024 έως τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2024 από τους ελεγκτές της εταιρείας στους λογαριασμούς, λογιστικά και οικονομικά της για την περίοδο 01/01/2023 έως 23/10/2023, δηλαδή περίοδο κατά την οποία τον έλεγχο της εταιρείας είχε ο Ενάγοντας.

 

Μέσα από την έρευνα παρουσιάστηκαν συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία δεν γνώριζε κατά το χρόνο σύνταξης του δικογράφου του και τα οποία τεκμηριώνουν ότι ο Ενάγοντας παραβίασε και άλλους όρους της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 21/09/2023 καθώς επίσης αποκαλύπτουν και λεπτομέρειες που αποδεικνύουν ότι ο Ενάγοντας του έδιδε ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις και διαβεβαιώσεις επί των οποίων βασίστηκε και υπέγραψε την επίδικη συμφωνία.

 

Είναι επάναγκες τα στοιχεία αυτά να προστεθούν στο δικόγραφο του για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο και τα οποία θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην τύχη της υπόθεσης του εναντίον του Ενάγοντος. Πρόκειται για ακλόνητα στοιχεία σχετικά με το οικονομικό και εν γένει καθεστώς της εταιρείας κατά τον χρόνο που ο Ενάγοντας του πουλούσε το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας βάσει της επίδικης συμφωνίας και των τροποποιητικών αυτής.

 

Ειδικότερα, ο Αιτητής αναφέρει ότι ενώ ο Ενάγοντας τον βεβαίωνε κατά το χρόνο που του πουλούσε την εταιρεία ότι αυτή έχει τακτοποιημένες όλες τις οικονομικές της εκκρεμότητες, είναι πλήρως συμμορφωμένη με την νομιμότητα, ευημερεί και λειτουργεί κανονικά και ότι έχει αποκτήσει αξία και για την εν λόγω αξία απαίτησε την καταβολή του ποσού των 570.000 κρυπτονόμισμα USDT, ως αντάλλαγμα για την πώληση της εταιρείας, οι εν λόγω παραστάσεις δεν ανταποκρίνονταν στη πραγματικότητα. Όπως η έρευνα αποκάλυψε κατά το χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, η εταιρεία ήταν χρεοκοπημένη, δεν είχε τακτοποιημένες τις οικονομικές της οφειλές, δεν συναλλασσόταν νομίμως και κανονικά και επ’ ουδενί ήταν συμμορφωμένη με την νομιμότητα. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας συνειδητά τον εξαπάτησε πωλώντας του το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αφού το τίμημα πώλησης των μετοχών της εταιρείας διαμορφώθηκε ύστερα από παραστάσεις του Ενάγοντα ότι η εταιρεία έλαβε ποσά από επενδυτή και συνεπώς ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι υπήρχε οφειλή, χωρίς, όμως, κάτι τέτοιο να ευσταθεί.

 

O Aιτητής ισχυρίζεται ότι στο δικόγραφο περιλαμβάνονται μόνο ορισμένοι από τους όρους των επίδικων συμφωνιών που παραβιάστηκαν, ενώ η έκθεση των ελεγκτών αποκάλυψαν ότι παραβιάστηκαν όλοι οι όροι των συμφωνιών και θα πρέπει οι ισχυρισμοί αυτοί να προστεθούν στο δικόγραφο του. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 3, την Έκθεση των ελεγκτών, την οποία επεξηγεί.

 

Ο Ενάγοντας (από τώρα και στο εξής ο «Καθ’ ου η αίτηση») καταχώρισε ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση προβάλλοντας συνολικά 12 λόγους ένστασης, ως ακολούθως:

 

  1. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας  (abuse of the process of the Court).
  2. Υπάρχει υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται η τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγόμενων, αναφορικά με γεγονότα και/ή ισχυρισμούς που ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στον Αιτητή από την καταχώρηση της Αίτησης προσθήκης διαδίκου ημερ. 18.10.2024.
  3. Τα γεγονότα και/ή ισχυρισμοί που επιχειρεί ο Αιτητής να προσθέσει με την υπό κρίση Αίτηση δεν αποτελούν ‘νέα γεγονότα’ εφόσον ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στον Αιτητή από την καταχώρηση της Αίτησης προσθήκης διαδίκου ημερ. 18.10.2024.
  4. Μέσω της παρούσας Αίτησης ο Αιτητής επιχειρεί να εισαγάγει διά της πλαγίας οδού ισχυρισμούς και γεγονότα που επιχειρήθηκαν να εισαχθούν μέσω της Αίτησης προσθήκης διαδίκου ημερ. 18.10.2024, η οποία ωστόσο αποσύρθηκε, δημιουργώντας κώλυμα στην προώθηση της παρούσας Αίτησης και/ή καθιστώντας την παρούσα Αίτηση καταχρηστική.
  5. Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής επιχειρεί να εισαγάγει νέες βάσεις Αγωγής και/ή νέα θέματα και/ή νέες θέσεις με αποτέλεσμα να μεταβάλουν άρδην και/ή τροποποιούν και/ή διαφοροποιούν την ουσία των θέσεων του Εναγόμενου, ως αυτές εμφαίνονται στην υφιστάμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του, με νέους αβάσιμους και/ή λανθασμένους και/ή υποθετικούς και/ή ανυποστήρικτους ισχυρισμούς που αναπόφευκτα συνεπάγεται επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και την μετατροπή και/ή τροποποίηση όλων των ήδη καταχωρηθέντων δικογράφων.
  6. Με την αιτούμενη τροποποίηση ο Εναγόμενος επιχειρεί να εισάξει νέες βάσεις αγωγής οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στην αρχική του Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, γεγονός που θα επιφέρει τέτοια βλάβη  στον Ενάγοντα/Καθ’ ου η Αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με έξοδα σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας.
  7. Η υπό κρίση Αίτηση είναι αντινομική εφόσον επιχειρεί να εισαγάγει βάσεις αγωγής και θεραπείες υπό την μορφή Ανταπαίτησης του Εναγόμενου 1 όταν ο ορθός διάδικος για να διεκδικήσει τις εν λόγω θεραπείες θα ήταν η Εταιρεία JINVEST Ltd (εφεξής η «Εταιρεία») και όχι ο Εναγόμενος 1.
  8. Ο Εναγόμενος έχει προωθήσει και/ή αποδεχθεί και/ή παραδεχθεί μέσω της καταχώρισης και/ή προώθησης της Αίτησης προσθήκης διαδίκου ημερ. 18.10.2024 ότι αγώγιμο δικαίωμα προώθησης των ισχυρισμών που επιχειρεί να εισαγάγει μέσω της παρούσας Αίτησης έχει η Εταιρία και όχι ο ίδιος και ως εκ τούτου κωλύεται να προωθεί την παρούσα Αίτηση, μεταβάλλοντας την αρχική του θέση και/ή στάση προς το Δικαστήριο.
  9. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρείται κακόπιστα και με αλλότριους σκοπούς εφόσον ο Αιτητής προσπαθεί να “παρακάμψει” την απόσυρση της Αίτησης προσθήκης διαδίκου ημερ. 18.10.2024 δια της τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και την απόδοση των θεραπειών που θα διεκδικούνταν και/ή θα έπρεπε να διεκδικούνταν από την εταιρεία στον Εναγόμενο 1.
  10. Η υπό κρίση Αίτηση είναι αντίθετη με τον πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.
  11. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει είναι νόμω και ουσία αβάσιμες και/ή αστήρικτες και/ή νομικά και/ή δικονομικά εσφαλμένες και/ή αντίθετες των Διαδικαστικών Κανονισμών και/ή Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή της ισχύουσας Νομοθεσίας και/ή της πρακτικής του Δικαστηρίου και/ή καταχωρήθηκε  κατά παράβαση των διαδικαστικών Κανονισμών και/ή Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και/ή της ισχύουσας Νομοθεσίας και/ή νομολογίας.
  12. Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση των ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασιών και προωθείται τον Αιτητή άκρως κακόπιστα, ως αυτοσκοπός, προκειμένου να προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση και/ή επιβράδυνση της εκδίκασης της Αγωγής.”

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Σοφίας Νικολάου ημερομηνίας 22/07/2025, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ’ ου η αίτηση. Το ίδιο πιο πάνω πρόσωπο, καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 27/08/2025.  

 

Συνοπτικά, η πιο πάνω ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η εταιρεία JINVEST LIMITED στις 18/10/2024 καταχώρησε στο Δικαστήριο Αίτηση παρέμβασης / προσθήκης διαδίκου δια της οποίας αιτείτο την προσθήκη της ως δι’ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα. Όπως ισχυριζόταν στην πιο πάνω αίτηση, η εταιρεία έπρεπε να προτεθεί ως διάδικος καθώς είχε αξιώσεις εναντίον του Ενάγοντα για κατ’ ισχυρισμό επιβλαβείς ενέργειες στις οποίες κατ’ ισχυρισμό ο Ενάγοντας προέβη κατά την περίοδο που διαχειριζόταν αποκλειστικά την εταιρεία ως μοναδικός μέτοχος/διευθυντής. Τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην Αίτηση Προσθήκης Διαδίκου είναι ταυτόσημα και πανομοιότυπα με τους ισχυρισμούς που ο Αιτητής επιχειρεί να εισαγάγει μέσω της παρούσας Αίτησης και τα οποία παραθέτει.

 

Επίσης, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι τα κατ’ ισχυρισμό νέα γεγονότα που επιχειρεί ο Αιτητής να προσθέσει με την παρούσα Αίτηση, δεν αποτελούν «νέα γεγονότα» εφόσον ήταν γνωστά ή κατ’ ελάχιστο έπρεπε να ήταν γνωστά στον Αιτητή από την καταχώρηση της Αίτησης Προσθήκης Διαδίκου ημερ. 18/10/2024, παραπέμποντας στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την Αίτηση Προσθήκης Διαδίκου και τα γεγονότα που επιχειρούνται να προστεθούν με την παρούσα Αίτηση.

 

Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι ο Αιτήτης με την παρούσα Αίτηση, επιχειρεί να εισαγάγει νέες βάσεις αγωγής, γεγονός που θα επιφέρει τέτοια βλάβη στον Καθ’ ου η αίτηση, που δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με έξοδα σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή είναι το ποιος διάδικος έχει παραβιάσει τις επίδικες συμφωνίες. Με την υπό κρίση Αίτηση επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί περί καταδολίευσης της JINVEST LIMITED από τον Καθ’ ου η αίτηση, κατ’ ισχυρισμό ύπαρξης οφειλών προς κρατικούς φορείς/κρατικές αρχές, κατ’ ισχυρισμό υπεξαίρεσης κεφαλαίων μέσω πληρωμών προς τρίτα φυσικά και νομικά πρόσωπα, κατ’ ισχυρισμό απόκρυψης μέσω έλλειψης παραστατικών που να δικαιολογούν τα έσοδα ή και έξοδα της εταιρείας, τα οποία προφανώς αποτελούν νέες βάσεις αγωγής, οι οποίες εν πάση περιπτώσει αφορούν την εταιρεία και όχι τον Αιτητή.

 

Η εισαγωγή νέων θέσεων και θεμάτων θα μεταβάλει άρδην την ουσία της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Αιτητή, βλάπτοντας τα δικονομικά συμφέροντα του Καθ’ ου η Αίτηση και επιφέροντας ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν θεραπεύεται με έξοδα.

 

Περαιτέρω, οι υπό κρίση ισχυρισμοί που επιθυμεί ο Αιτητής να εισαγάγει, αφορούν την εταιρεία και όχι τον Αιτητή. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρείται κακόπιστα και με αλλότριους σκοπούς εφόσον ο Αιτητής προσπαθεί να «παρακάμψει» την απόσυρση της Αίτησης προσθήκης διαδίκου ημερ. 18/10/2024 δια της τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και την απόδοση θεραπειών που θα διεκδικούνταν από την εταιρεία στον Αιτητή.

 

Επιπρόσθετα, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή έλλειψη δικαιολογίας για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης.

Με την συμπληρωματική του ένορκη, ο Αιτητής απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ένστασης και ισχυρίζεται ότι ο σκοπός της επιδιωκόμενης τροποποίησης, είναι για να συμπεριλάβει πρόσθετους λόγους τερματισμού της Συμφωνίας Πώλησης Επιχείρησης ημερ. 21/09/2023, οι οποίοι έγιναν γνωστοί στον ίδιο μετά από την οικονομική ανάλυση της εταιρείας JINVEST LIMITED που διενεργήθηκε από τον ελεγκτή.

 

Η απόσυρση της Αίτηση Προσθήκης Διαδίκου δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο το κύρος της παρούσας Αίτησης και εξηγεί το τι ακολούθησε από τον Οκτώβριο που έλαβαν τα αποτελέσματα της οικονομικής έκθεσης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και αναφέρεται στα προβλήματα υγείας που ο Αιτητής αντιμετώπισε τον Νοέμβριο του 2024.

 

Επίσης, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ενόψει της απόσυρσης της Αίτησης Προσθήκης Διαδίκου τον Φεβρουάριο του 2025, δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να τροποποιηθεί η Ανταπαίτηση του και αποσύρει το αίτημα του για την προσθήκη των παραγράφων Θ, Ι, ΙΑ, ΙΒ, ΙΓ.

 

Mε την απαντητική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση απορρίπτεται το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή.

 

Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στην βάση, κατά κύριο λόγο, των γραπτών αγορεύσεων που αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν στον φάκελο του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει επισταμένα τις εν λόγω γραπτές αγορεύσεις, τις λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου και δεν χρειάζεται για σκοπούς της παρούσας απόφασης να προβώ σε αναφορά σε αυτές. Θα αναφερθώ κατωτέρω, κατά την εξέταση της ουσίας της Αίτησης, στις θέσεις των συνηγόρων των διαδίκων, αν και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.

 

Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, περιλαμβάνεται στο Μέρος 18 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το ουσιαστικό μέρος του οποίου έχει ως ακολούθως:

 

 

18.1. Τροποποιήσεις σε δικόγραφα

(1) Διάδικος δύναται να τροποποιήσει δικόγραφο σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την επίδοσή του σε οποιοδήποτε άλλο διάδικο.

(2) Αν το δικόγραφο έχει επιδοθεί, διάδικος δύναται να το τροποποιήσει μόνο:

(α) με τη γραπτή συγκατάθεση όλων των άλλων διαδίκων· ή

(β) με άδεια του δικαστηρίου, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό. (η υπογράμμιση δική μου).

(3) Αν δικόγραφο έχει επιδοθεί, αίτηση τροποποίησής του διά της αφαίρεσης, προσθήκης ή υποκατάστασης διαδίκου πρέπει να υποβληθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 20.4.

 

18.2. Έξοδα

(1) Τηρουμένου του Μέρους 39 το οποίο αφορά στα έξοδα:

(α) τα έξοδα τροποποίησης και τα έξοδα τα οποία προκαλούνται από την τροποποίηση βαρύνουν συνήθως τον διάδικο, ο οποίος αιτείται την τροποποίηση.

(β) τα έξοδα αίτησης η οποία αμφισβητείται ακολουθούν συνήθως το αποτέλεσμα και βαρύνουν το μη επιτυχόντα διάδικο.

 

[…]

 

18.5. Ημερομηνία από την οποία ισχύουν οι τροποποιήσεις

(1) Τροποποίηση, η οποία γίνεται δεόντως, με ή χωρίς άδεια, ισχύει από την ημερομηνία του αρχικού εγγράφου, το οποίο έχει τροποποιηθεί.

(2) Η πρόνοια αυτή δεν εφαρμόζεται σε τροποποιήσεις για αφαίρεση, προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκων στη διαδικασία.

 

18.6. Διαδικασία: αιτήσεις τροποποίησης όταν απαιτείται η άδεια του δικαστηρίου

(1) Η αίτηση μπορεί να τύχει χειρισμού σε ακρόαση ή, αν εφαρμόζεται ο κανονισμός 23.11(3), χωρίς ακρόαση.

(2) Όταν υποβάλλει αίτηση τροποποίησης δικογράφου, ο αιτητής οφείλει να καταχωρίσει στο δικαστήριο:

(α) την αίτηση, και

(β) αντίγραφο του δικογράφου το οποίο να προσδιορίζει με σαφήνεια τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

 

[….]”

 

Όπως προκύπτει, το κριτήριο για να δοθεί άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό, ο οποίος περιλαμβάνεται στο Μέρος 1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. To συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελούσε και το βασικό κριτήριο με το οποίο αποφασίζονταν οι αιτήσεις τροποποίησης, με βάση την παλαιά Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τούτο, προκύπτει να επιβεβαιώνεται από την απόφαση του Εφετείου στην 1. Σοφία Μπουτακίδου κ.α. v. 1. Ηellenic Bank Public Company Ltd κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. Ε207/2018, Ημερ. 17/10/2023. Παραθέτω, το κάτωθι σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση:

 

“Στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας όπως έχουν δημοσιευτεί στις 3/7/2023 στο Μέρος 18 με τίτλο «Τροποποιήσεις σε δικόγραφα», αναφέρεται ότι αν το δικόγραφο έχει επιδοθεί, διάδικος μπορεί να το τροποποιήσει μόνο (β) με άδεια του Δικαστηρίου, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό (βλ. 18.1 (2)). Η νομολογία επομένως που εφαρμοζόταν με βάση τους παλιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και δη τη Διαταγή 25 εξακολουθεί να ισχύει και εφαρμόζεται.

 

Οι νομικές αρχές που η νομολογία καθιέρωσε που υπάρχει μέχρι σήμερα επί του θέματος, παρόλο ότι δημιουργήθηκε με βάση τους παλαιούς θεσμούς, θεωρούμε ότι εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις που διέπονται από τους νέους θεσμούς.

 

Όπως είναι γνωστό, οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας έχουν καθοριστεί με σαφήνεια από τη νομολογία. Από αυτές προκύπτει ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις δικογράφων από το Δικαστήριο, ακόμα και όπου οι περιπτώσεις αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation (1989) 1(E) ΑΑΔ 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α. (1991) 1 ΑΑΔ 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη (1995) 1 ΑΑΔ 607Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Σιακόλα (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 44, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. (2002) 1(Α) ΑΑΔ 237, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α. (2007) 1(Β) ΑΑΔ 1005Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου (2011) 1(Γ) ΑΑΔ 2138, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι (2012) 1(Α) ΑΑΔ 817Kayat Trading Limited ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2) (2013) 1(Α) ΑΑΔ 543Kyriacos Andreou Arsiotis Developments Constructions Ltd κ.α.ν. Highway Gardens City Ltd, ΠΕ 106/2012, ημερομηνίας 18.4.2018).

Στην Αγγλία, όπου υπάρχει παρόμοια πρόνοια στα CPR 17, το ζήτημα έχει προσεγγιστεί από τη νομολογία φιλελεύθερα, κατά κανόνα, επιτρέποντας αιτούμενες τροποποιήσεις προς αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών και για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ισοζυγίζοντας διάφορους παράγοντες. Στο Blackstone’s Civil Practice 2018, para. 31.4, p. 536 αναφέρεται ότι “Νο criteria laid down in CPR 17.1, 17.3 και 19.4, to govern applications for permission to amend. In accordance with the overriding objective, as a general statement of principle, it can be said that amendments should be allowed where this is just and proportionate (J.W. Spear and Sons Ltd v Zygna Inc. [2013] EWHC 1640 (Ch), LT 21/06/2013). 

 

Όπως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα στη σελ. 538 και 539, παράγραφο 31.8 ισοζυγίζονται όλοι οι σχετικοί παράγοντες για να διαπιστωθεί το δίκαιο του πράγματος και γίνεται παραπομπή στην Ketteman v Hansel Properties Ltd (1987) AC 189 at p.220 και σε άλλη νομολογία σε σχέση με τους παράγοντες αυτούς που λαμβάνονται υπόψη.

 

Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση και κατά πόσο δικαιολογούνται οι αιτούμενες τροποποιήσεις.

 

Κατ’ αρχάς διαπιστώνεται ότι μαζί με την αίτηση, επισυνάπτεται αντίγραφο του δικογράφου, το οποίο προσδιορίζει με σαφήνεια τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, όπως απαιτείται από το Μέρος 18.6 (2)(β), ανωτέρω.

 

Έχω διεξέλθει των αιτούμενων τροποποιήσεων, όπως αναφέρονται στην Αίτηση και έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου από αμφότερες τις πλευρές.

 

Όπως προκύπτει από τα υφιστάμενα δικόγραφα στα οποία έγινε αναφορά ανωτέρω, η διαφορά των διαδίκων προέκυψε από την συμφωνία πώλησης των μετοχών της εταιρείας Jinvest Limited ημερομηνίας 21/09/2023 και των τροποποιητικών συμφωνιών αυτής ημερομηνίας 26/09/2023 και 18/10/2023. Ο Αιτήτης στο δικόγραφο του αρνείται ότι παράβηκε τις πιο πάνω συμφωνίες και ισχυρίζεται ότι είναι ο Καθ’ ου η αίτηση που τις παράβηκε μη παρουσιάζοντας του Έγκυρη Επιβεβαίωση αποπληρωμής του χρέους της εταιρείας προς τρίτο πρόσωπο, ποσό το οποίο διασυνδέει με το τίμημα πώλησης των μετοχών.

 

Εξετάζοντας τις αιτούμενες τροποποιήσεις, εκείνο το οποίο επιχειρεί ο Αιτητής να εισαγάγει στο δικόγραφο του είναι τη λεπτομερή παράθεση των όρων της αρχικής συμφωνίας (βλ. αιτητικό Α 2). Συγκεκριμένα, επιχειρεί να εισαγάγει λεπτομερή αναφορά ότι με την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης των μετοχών ο Καθ’ ου η αίτηση ήταν υποχρεωμένος να παράσχει πρόσβαση στον Αιτητή σε όλες τις τράπεζες κτ.λ. και ότι η υποχρέωση του Αιτητή να ολοκληρώσει την αγορά των μετοχών τελούσε υπό την αίρεση ικανοποίησης συγκεκριμένων προϋποθέσεων από τον Καθ’ ου η αίτηση κατά ή πριν την ημέρα μεταβίβασης. Συγκεκριμένα, ο Καθ’ ου η αίτηση διαβεβαίωνε ότι όλες οι παραστάσεις και διαβεβαιώσεις οι οποίες έγιναν από αυτόν στην αρχική συμφωνία είναι ορθές και ακριβείς και ότι είναι υποχρεωμένος να παράσχει τον Αιτητή πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία της Εταιρείας προκειμένου να θέσει τον Αιτητή σε θέση να συνεχίσει στη θέση του Καθ’ ου η αίτηση. Παράβαση, στην ουσία των πιο πάνω, έδινε δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να τερματίσει τη συμφωνία. Περαιτέρω, αναφερόταν στη συμφωνία, ότι ο Αιτητής δεν αναλαμβάνει και δεν είναι υπεύθυνος για οποιεσδήποτε οφειλές, δάνεια ή υποχρεώσεις του Καθ’ ου η αίτηση, τα οποία προκύπτουν από την ιδιοκτησία ή λειτουργία της Εταιρείας πριν και συμπεριλαμβανομένου της 01/03/2023.

 

Πέραν των πιο πάνω, με το αιτητικό Α.3, ο Αιτητής επιθυμεί να θέσει λεπτομερώς όρους, επίσης, της αρχικής συμφωνίας και συγκεκριμένα ότι, η εταιρεία είναι συμμορφωμένη με τους νόμους, είναι σε καλή κατάσταση και κατέχει όλες τις απαιτούμενες άδειες να διεξάγει τις εργασίες της όπως τις διεξάγει, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση είναι ο πραγματικός δικαιούχος των μετοχών, οι οποίες είναι ελεύθερες και καθαρές από οποιοδήποτε χρέος κ.τ.λ., ότι ο Καθ’ ου η αίτηση έχει παρακρατήσει όλα τα ποσά τα οποία απαιτούνται να παρακρατηθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία σχετικά με φόρο εισοδήματος και έχει πληρώσει όλα τα ποσά τα οποία οφείλονται στις αρμόδιες αρχές, ότι η εταιρεία λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους, ότι η εταιρεία έχει υποβάλει όλες τις φορολογικές αναφορές/έντυπα και επιστροφές που απαιτούνται και έχει πληρώσει όλους τους φόρους οι οποίοι οφείλονται σε όλες τις φορολογικές αρχές. Επίσης, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση εγγυάται / διαβεβαιώνει τον Καθ’ ου η αίτηση ότι έκαστη παράσταση / διαβεβαίωση στην οποία προβαίνει είναι ακριβής και όχι παραπλανητική την 11/10/2023 και/ή 23/10/2023 (ημέρα μεταβίβασης των μετοχών). Ο Καθ’ ου η αίτηση αναγνωρίζει ότι ο Αιτητής υπογράφει την παρούσα συμφωνία βασιζόμενος στις ανωτέρω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις.

 

Όλα τα πιο πάνω τα οποία επιχειρούνται να εισαχθούν στο δικόγραφο του Αιτητή, αποτελούν όρους της συμφωνίας των μερών και είναι άμεσα σχετικά με τη διαφορά τους. Σημειώνεται, ότι όλες οι συμφωνίες των διαδίκων επισυνάπτονται στην ένορκη που συνοδεύει την Αίτηση.

 

Με το αιτητικό Α.6 της Αίτησης επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί για παράβαση των όρων των συμφωνιών των διαδίκων από τον Καθ’ ου η αίτηση, ως λεπτομερώς καταγράφονται. Συνοπτικά, επιζητείται να εισαχθούν ισχυρισμοί ότι η άρνηση του Καθ’ ου η αίτηση να παράσχει Έγκυρη Βεβαίωση Αποπληρωμής των χρεών της εταιρείας, έχει ως επιπλέον επιζήμιο αποτέλεσμα να εμφαίνονται, λογιστικά και/ή άλλως χρέη της εταιρείας προς τον Καθ’ ου η αίτηση και/ή άλλως, τόσο πριν το έτος 2023 όσο και κατά το έτος 2023 για τα οποία ο Καθ’ ου η αίτηση ήταν υποχρεωμένος να αποπληρώσει. Επίσης, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση αντισυμβατικά, δεν επέτρεψε και/ή δεν παρείχε πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία της εταιρείας προκειμένου να θέσει τον Αιτητή σε θέση να συνεχίσει κανονικά τη λειτουργία της εταιρείας και/ή δεν παρείχε πρόσβαση στον Αιτητή στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας προκαλώντας ζημιά στον Αιτητή και/ή στην εταιρεία και ο Καθ’ ου η αίτηση εκβίαζε τους εναγόμενους με σκοπό τη λήψη περαιτέρω κεφαλαίων και συνέπεια τούτου ο εναγόμενος και/ή η εταιρεία υφίστανται ζημιά. Παρατίθενται, περαιτέρω, λεπτομέρειες για τις ζημιές και συνέπειες της ως άνω συμπεριφοράς του Καθ’ ου η αίτηση και την αδυναμία του να συνεχίσει τις εργασίες της εταιρείας.

 

Με το αιτητικό Α.10 και 11, ο Αιτητής επιχειρεί να προβεί σε αναφορά στην λογιστική έρευνα η οποία διεξήχθη από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο περίπου του 2024 στους τραπεζικούς λογαριασμούς σχετικά με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, η οποία αποκαλύπτει ότι οι προαναφερόμενες παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις του Καθ’ ου η αίτηση ήταν ψευδείς και κανένα ποσό και/ή κανένα από τα παρουσιαζόμενα από τον Καθ’ ου η αίτηση ποσά οφείλετο στον επενδυτή της εταιρείας. Επίσης, επιχειρείται να εισαχθούν λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή δόλου με τις οποίες ο Καθ’ ου η αίτηση έπεισε τον Αιτήτη να υπογράψει την αρχική συμφωνία αλλά και για τον τερματισμό εκ μέρους του Αιτητή των συμφωνιών και στον συμπληρωματικό τερματισμό αυτών.

 

Εκείνο το οποίο προκύπτει από τις αιτούμενες τροποποιήσεις, είναι ότι αυτές είναι άμεσα σχετικές και συνυφασμένες με τα επίδικα θέματα. Στην ουσία η πλευρά του Αιτητή επιχειρεί να δικογραφήσει με επαρκή ευκρίνεια τους όρους των συμφωνιών και ότι, όπως έχει προκύψει από την λογιστική έρευνα που διενέργησε για την εταιρεία, αποκαλύφθηκε, κατά τη θέση του, ότι πέραν της υποχρέωσης του Καθ’ ου η αίτηση για να παράσχει Έγκυρη Επιβεβαίωσης Αποπληρωμής του χρέους της εταιρείας προς τον επενδυτή, που εν τέλει διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε τέτοιο χρέος, ο Καθ’ ου η αίτηση παραβίασε και άλλους όρους των επίδικων συμφωνιών, αναφορικά με τις παραστάσεις στις οποίες προέβηκε στον Αιτητή και ότι αυτές οι παραστάσεις ήταν ψευδείς.

 

Κατά συνέπεια, κρίνω ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι αναγκαίοι για να μπορέσει ο Αιτητής να παρουσιάσει την υπόθεση του ολοκληρωμένα στο Δικαστήριο και να υποστηρίξει την εκδοχή του για την παραβίαση των συμφωνιών εκ μέρους του Καθ’ ου η αίτηση. Δεν διαπιστώνω ότι με την προσθήκη των ισχυρισμών αυτών αλλάζει άρδην η υπόθεση ή η αρχική δικογραφημένη εκδοχή του. Απλώς προστίθενται νέα γεγονότα τα οποία συνηγορούν στο ότι ο Καθ’ ου η αίτηση παραβίασε και άλλους όρους των επίδικων συμφωνιών. Επομένως, η θέση του Καθ’ ου η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προσθέτουν νέες αιτίες αγωγής, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει, δεδομένου ότι προστίθενται και λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων, δόλου και/ή απάτης, τούτο δεν σημαίνει ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις δεν μπορεί να επιτραπούν. Οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι άμεσα συνυφασμένοι με τους ισχυρισμούς του Αιτητή στο αρχικό του δικόγραφο και αφορά τις συμφωνίες πώλησης των μετοχών, που είναι το επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής. Στην IKOS CIF LTD v. 1. Martin Coward κ.α., Πολιτικές Εφέσεις αρ. 137/2013 και 138/2013, Ημερ. 20/3/2014  λέχθηκαν τα εξής:

 

“Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.”

 

Πέραν των πιο πάνω, το γεγονός και μόνο ότι καταχωρήθηκε αίτηση για προσθήκη διαδίκου και/ή της εταιρείας στην παρούσα διαδικασία, δεν μπορεί άνευ άλλου να κρίνει το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης ή να καταστήσει την παρούσα Αίτηση καταχρηστική. Η αίτηση εκείνη αφορούσε άλλη διαδικασία και εν τέλει αποσύρθηκε. Επίσης, η πλευρά του Αιτητή δεν επιδιώκει και δεν αξιώνει πλέον στην παρούσα Αίτηση την προσθήκη στην ανταπαίτηση του επιπλέον θεραπειών, αφού το αιτητικά Α.18 και 19 της Αίτησης, έχουν αποσυρθεί. Επίσης, οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να εισαχθούν και αφορούν την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, προκύπτει εκ πρώτης όψεως να σχετίζονται με την συμπεριφορά του Καθ’ ου η αίτηση κατά τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών και τις διαβεβαιώσεις που έδωσε στον Αιτητή. Δεν προκύπτει οι αξιώσεις του Αιτητή να μεταβάλλονται, ως ανωτέρω αναφέρθηκε και δεν κρίνω ότι είναι ορθή η θέση του Καθ’ ου η αίτηση ότι τα γεγονότα που επιχειρείται να εισαχθούν αφορούν αποκλειστικά την εταιρεία και ότι είναι αυτή που έχει αγώγιμο δικαίωμα. Τα όποια γεγονότα αφορούν την εταιρεία και επιχειρούν να εισαχθούν, προκύπτει να σχετίζονται με τις συμφωνίες πώλησης μετοχών και με σκοπό ο Αιτητής να υποστηρίξει την παράβαση τους και τον τερματισμό στον οποίο προέβηκε και επαναβεβαίωσε στις 16/10/2024, μετά την ανακάλυψη των επιπρόσθετων γεγονότων, όπως ισχυρίζεται. Το κατά πόσο οι ισχυρισμοί του αυτοί ευσταθούν ή όχι δεν είναι του παρόντος να κριθεί και τούτο θα γίνει στα πλαίσια της δίκης.

 

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, τα γεγονότα και/ή οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν άμεσα τις συμφωνίες πώλησης των μετοχών και επιχειρείται να υποστυλωθεί και υποστηριχθεί περαιτέρω η θέση του Αιτητή περί παράβασης των συμφωνιών από τον Καθ’ ου η αίτηση.

 

Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και το περιεχόμενο των τροποποιήσεων, απορριπτέος είναι και ο λόγος ένστασης ότι η παρούσα Αίτηση, υποβάλλεται καταχρηστικά και με αλλότρια κίνητρα με σκοπό να καθυστερήσει την παρούσα διαδικασία. Ουδεμία μαρτυρία έχει παρουσιαστεί που να οδηγεί προς μια τέτοια κατεύθυνση, πέραν της θέσης ότι παρόμοιοι ή έστω οι ίδιοι ισχυρισμοί παρουσιάστηκαν στην Αίτηση για προσθήκη διαδίκου, αναφορά στην οποία έγινε ανωτέρω.

 

Παραμένει προς εξέταση, το ζήτημα του χρόνου που υποβάλλεται η παρούσα Αίτηση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ο Αιτητής επικαλείται την πληροφόρηση που έλαβε μετά την ετοιμασία της Έκθεσης των ελεγκτών ημερομηνίας 30/09/2024. Ισχυρίζεται ότι η έρευνα διατάχθηκε 9 μήνες μετά την υπογραφή των συμφωνιών, καθότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν τους έδινε πρόσβαση στους λογαριασμούς της εταιρείας και στα αρχεία της. Καταχωρήθηκε στις 13/12/2024 η παρούσα Αίτηση εξαιτίας της συσκοτισμένης κατάστασης που προκλήθηκε από τον Καθ’ ου η αίτηση με την αποχώρηση του από την εταιρεία, της μεσολάβησης της διαδικασίας εκκαθάρισης και του χρόνου που χρειάστηκε για να ετοιμαστεί η πιο πάνω αναφερόμενη έκθεση. Επίσης, χρειάστηκε χρόνος για να μελετηθεί η Έκθεση από τους δικηγόρους του και μεσολάβησε και πρόβλημα υγείας του ιδίου του Αιτητή τον Νοέμβριο του 2024 και δεν ήταν σε θέση να υπογράψει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Επίσης, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι υπόλοιπες τροποποιήσεις αφορούν αλλαγές σε ισχυρισμούς του οι οποίοι θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τα ευρήματα της έρευνας ή περί μικροαλλαγών, αποδιδόμενα σε καλόπιστες αβλεψίες ή εκ παραδρομής λάθη.

 

Η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση, ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα τα οποία επιζητούνται να προστεθούν στο δικόγραφο του Αιτητή, ήταν γνωστά στον ίδιο από τις 18/10/2024, όταν καταχωρήθηκε η αίτηση για προσθήκη διαδίκου και περιλαμβάνονταν σε εκείνη την αίτηση οι ίδιοι ισχυρισμοί με αυτούς της παρούσας αίτησης. Επίσης, με παραπομπή στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή και στις παραγράφους 6 – 9 όπου γίνεται αναφορά στην επιστολή της δικηγόρου του ημερομηνίας 23/02/2024 στην οποία αναφέρεται ότι «Αναμένεται ότι εντός των επόμενων 3-4 εβδομάδων θα υπολογίσουμε τις συνέπειες των άκυρων συναλλαγών και/ή ζημιών και θα είμαστε έτοιμοι να προσεγγίσουμε τον πελάτη σας με πρόταση εξώδικης διευθέτησης της διαφοράς» και άρα ο Αιτητής γνώριζε για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας πριν καν καταχωρήσει το δικόγραφο του.

 

Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου για το ζήτημα του χρόνου υποβολής της παρούσας Αίτησης και κρίνω ότι ο Αιτητής έχει δώσει δικαιολογία περί τούτου, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Ο χρόνος ο οποίος μεσολάβησε από την ετοιμασία της έκθεσης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, δεν κρίνεται υπέρμετρος ή ικανός να δικαιολογήσει την απόρριψη της Αίτησης. Επίσης, παρατίθενται και σχετικά τεκμήρια αναφορικά με τις θέσεις του ότι δεν μπορούσε νωρίτερα να προβεί στην εν λόγω έκθεση λόγω έλλειψης ολοκληρωμένης πρόσβασης στα στοιχεία της εταιρείας. Η θέση που προβάλλεται ότι ο Αιτητής γνώριζε για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας πριν την καταχώρηση του δικογράφου του, δεν προκύπτει να είναι ακριβής. Φαίνεται ότι έλαβε ολοκληρωμένη εικόνα, μετά την ετοιμασία της Έκθεσης των ελεγκτών.

 

Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος και η όποια ενδεχόμενη καθυστέρηση μπορεί να λεχθεί ότι παρατηρείται, δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε να δικαιολογήσει απόρριψη της παρούσας Αίτησης. Στην Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναίδος I. Χριστοδούλου κ.α (1991) 1 A.A.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents (1994) 1 A.A.Δ. 426 και Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Παύλου (1995) 1 A.A.Δ. 560). Στην Astor Co. κ.α. v. A & G Leventis Ltd κα (1993) 1 A.A.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30(2) του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. επίσης KAYAT TRADING LIMITED v. GENZYME CORPORATION, Πολ. Έφεση Αρ. 58/2012, ημερ. 4.3.2013)

 

Ο χρόνος ο οποίος διαπιστώθηκε η ανάγκη για την τροποποίηση και ο χρόνος γενικότερα που η παρούσα Αίτηση υποβάλλεται, δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης και ούτε προκύπτει να αντίκειται στον πρωταρχικό σκοπό. Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή δεν έχει ακόμη οριστεί για διαχείριση και δεν προκύπτει να ανατρέπεται η πορεία εκδίκασης της παρούσας αγωγής (βλ. Hague Plant Ltd v. Hague [2014] EWCA Civ. 1609). Είναι πρόσφορο και επιθυμητό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα για να επιλυθεί κατά αποτελεσματικό, ορθό και δίκαιο τρόπο η διαφορά των διαδίκων. Δεν έχω διαπιστώσει ότι με την έγκριση της παρούσας Αίτησης, ο Καθ’ ου η αίτηση θα τεθεί σε δυσμενή θέση. Ο Αιτητής θα παρουσιάσει τους ισχυρισμούς του και τα γεγονότα, όπως κατά τη θέση του, προέκυψαν από τον οικονομικό έλεγχο της εταιρείας και ο Καθ’ ου η αίτηση θα μπορεί να απαντήσει σε αυτούς τους ισχυρισμούς και τα γεγονότα.

 

Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της παρούσας Αίτησης. Κατά συνέπεια, η Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδονται διατάγματα ως η παράγραφος Α. 1 – 17, συμπεριλαμβανομένων και Γ της Αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Κατά τα άλλα να ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Μέρους 18.6 (4)-(7) και των άλλων σχετικών Κανονισμών των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.

 

Όσον αφορά τα έξοδα, έχω λάβει υπόψη μου τις πρόνοιες του Μέρους 39 καθώς και αυτές του Μέρους 18.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Ο Ενάγοντας - Καθ’ ου η αίτηση ήγειρε ένσταση στην παρούσα Αίτηση, η οποία απέτυχε. Στην βάση των ουσιωδών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα Αίτηση και στο χρόνο και περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή καταχωρήθηκε, η ένσταση έχει αποτύχει. Επίσης, στην αγόρευση και στα γεγονότα που υποστήριξαν την ένσταση, φαίνεται ο Καθ’ ου η αίτηση να επικεντρώνεται στις πρόνοιες της παλαιάς Δ.25, όπως αυτή, όμως, τροποποιήθηκε που δεν οι πρόνοιες αυτής που εφαρμόζονται με το Μέρος 18. Πέραν τούτου, δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε άλλος ουσιώδης λόγος γιατί, δεδομένης της καταχώρησης ένστασης η οποία απέτυχε, να μην επιβαρυνθεί τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.

 

Ως εκ τούτου, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 1 – Αιτητή και εναντίον του Ενάγοντα – Καθ’ ου η αίτηση. Με ένα συνοπτικό υπολογισμό και αφού έλαβα υπόψη μου τους καταλόγους εξόδων των διαδίκων, αυτά ανέρχονται στο ποσό των €3.652,00 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €32 ως πραγματικά έξοδα.

 

Όσον αφορά τα έξοδα τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίηση, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα – Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 1 – Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

                                               

                                                                                    (Υπ.)…………………………………

                                                                                                Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

  

 

 

Civil/Other Actions/Interim

Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης

 

 

 

 

 

 

                 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο