ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγ. 871/18
Μεταξύ:
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία
Εναγόντων
και
1. Κυριάκος Χρυσοστόμου, από τη Λεμεσό
2. Παύλος άλλως Πωλ Χρυσοστόμου, από τη Λεμεσό
3. Ανδρέας Χρυσοστόμου, από τη Λεμεσό
Εναγόμενων
-------------------------------------------------------------------------------
Ημερ.: 20/04/2026.
Εμφανίσεις:
Για τους Ενάγοντες: κα. Β. Γρηγορίου μαζί με κα. Τ. Γρηγορίου για κ.κ. CΗRYSSES DEMETRIADES & CO LLC.
Για τους Eναγόμενους αρ. 1 - 3: κ. A. Kυπρίζογλου για κα. Φ. Ηρακλέους.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι Ενάγοντες, με την Έκθεση Απαίτησης τους, αξιώνουν εναντίον όλων των Εναγόμενων το ποσό των CHF 1.816.521,01 πλέον τόκους προς 5,4680% επί του ποσού των CHF 1.786.417,21 από 19/04/2018 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους.
Οι Ενάγοντες, οι οποίοι είναι δημόσια τραπεζική εταιρεία, ισχυρίζονται ότι από τις 29/03/2013, δυνάμει σχετικού διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου το οποίο εκδόθηκε στη βάση συγκεκριμένων Άρθρων του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, απέκτησαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Co Ltd και έχουν υποκαταστήσει και/ή αντικαταστήσει την πιο πάνω εταιρεία αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία, περιλαμβανομένης της παρούσας.
To πιο πάνω αξιούμενο ποσό, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, αποτελεί υπόλοιπο δανειακής σύμβασης ημερομηνίας 31/12/2009 (ως αυτή τροποποιήθηκε μεταγενέστερα), την οποία οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 υπέγραψαν και με την οποία η Λαϊκή Τράπεζα παραχώρησε στους τελευταίους δάνειο ύψους CHF 2.000.000,00. Οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 παράβηκαν την εν λόγω συμφωνία, μη καταβάλλοντας τις συμφωνηθείσες δόσεις και αυτή τερματίστηκε με επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 04/08/2015.
Οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους αρνούνται γενικά την απαίτηση των Εναγόντων. Παραδέχονται τη σύναψη της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 31/12/2009, ισχυρίζονται, όμως, ότι αυτή δεν συνάφθηκε μετά από αυτόβουλη αίτηση των Εναγόμενων αλλά μετά από παρότρυνση και/ή πίεση και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή δόλο και/ή απάτη εκ μέρους των Εναγόντων ή των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας ήταν τοκογλυφικοί και/ή καταπλεονεκτικοί και/ή παράνομοι και/ή καθορισμένοι κακή τη πίστη και/ή αθέμιτοι και/ή αντίθετοι με το Νόμο, γεγονός που τους καθιστά ακυρώσιμους και την συμφωνία δανείου και τις τροποποιητικές αυτής ακυρώσιμες.
Επίσης, οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3, αρνούνται ότι έλαβαν τις αναφερόμενες στην Έκθεση Απαίτησης προειδοποιητικές επιστολές και τις επιστολές τερματισμού. Ακόμα, όμως, και να τις έλαβαν ο τερματισμός είναι παράνομος καθότι οι Ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τις συμφωνίες και/ή να τις τερματίσουν μονομερώς. Ανταπαιτητικώς, οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 αξιώνουν σωρεία θεραπειών, οι οποίες αφορούν αναγνωριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου και/ή διατάγματα περί ακυρότητας των συμφωνιών, διαγραφή παράνομων χρεώσεων και αποζημιώσεις.
Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες ουσιαστικά απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων αρ. 1, 2 και 3 και ισχυρίζονται ότι αυτοί αποτελούν εκ των υστέρων επινοηθέντες και/ή κατασκευασθέντες προς τον σκοπό αποφυγής των υποχρεώσεων τους.
Οι Ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον των Εναγόμενων, κάλεσαν δύο (2) μάρτυρες και συγκεκριμένα τον κ. Edmond Playbell (Μ.Ε.1) και τον κ. Γρηγόρη Γρηγορίου (Μ.Ε.2). Από πλευράς Εναγόμενων, κατάθεσε ο Εναγόμενος αρ.3.
Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν, επίσης, 23 συνολικά τεκμήρια.
Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρειάζεται η επανάληψη αυτής αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διεξέλθει αυτής με πολλή προσοχή και ότι αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην ολότητα της καθώς, επίσης, τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Αναφορά σε συγκεκριμένα ουσιώδη τεκμήρια θα γίνει κατωτέρω.
Συνοπτικά, ο Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. Έγγραφο Α) και κατάθεσε στο Δικαστήριο όλα τα τεκμήρια 1 – 23. Ανάφερε ότι από το 1990 εργαζόταν στην Λαϊκή Τράπεζα μέχρι και τις 28/03/2013 και από την ημερομηνία μεταβίβασης, δηλαδή στις 29/03/2013 είναι υπάλληλος των Εναγόντων στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της και ένας από τους υπεύθυνους λειτουργούς που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Λόγω της θέσης και των καθηκόντων του, καθώς και της μελέτης του φακέλου της υπόθεσης αυτής, γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 31/12/2009 μαζί με τα Παραρτήματα της (τεκμήριο 7) και τη δήλωση των Εναγόμενων αναφορικά με την επεξήγηση σε αυτούς από την Τράπεζα του συναλλαγματικού κινδύνου δανεισμού σε ελβετικά φράγκα, με συγκεκριμένα παραδείγματα (τεκμήριο 8). Αναφέρθηκε στους όρους της πιο πάνω συμφωνίας δανείου, στο άνοιγμα λογαριασμού επ’ ονόματι των Εναγόμενων και στην εκταμίευση του δανείου στις 31/12/2009 (τεκμήριο 10). Κατάθεσε, επίσης, τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 30/12/2011 (τεκμήριο 13), με την οποία συμφωνήθηκε αλλαγή στον τρόπο αποπληρωμής του δανείου και ως αποτέλεσμα αυτής, την παράταση της ημερομηνίας εξόφλησης του δανείου κατά 2 έτη καθώς και αλλαγή στην τιμολόγηση του.
Η Λαϊκή Τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 12/03/2013 γνωστοποίησε στους Εναγόμενους την απόφαση της, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα τους, για αλλαγή στο πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου, έτσι ώστε η τριμηνιαία δόση που ήταν πληρωτέα στις 28/12/2012 να μεταφερθεί και να καθίσταται πλέον πληρωτέα με τη λήξη του δανείου στις 30/12/2013 (τεκμήριο 15).
Λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας δανείου και συγκεκριμένα λόγω καθυστερήσεων που παρουσίαζε ο λογαριασμός δανείου, η Τράπεζα με επιστολές της ημερομηνίας 26/06/2015 προς τους Εναγόμενους, τους κάλεσε όπως σε 21 ημέρες προβούν σε πληρωμή των καθυστερημένων δόσεων που παρουσίαζε ο λογαριασμός (τεκμήριο 16).
Λόγω άρνησης ή παράλειψης των Εναγόμενων να συμμορφωθούν με τις πιο πάνω επιστολές, η Τράπεζα απέστειλε επιστολές ημερομηνίας 04/08/2015 (τεκμήριο 17) προς τους Εναγόμενους με τις οποίες τους γνωστοποιούσε τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού δανείου απαιτώντας από αυτούς όπως εξοφλήσουν άμεσα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν.
Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού δανείου (τεκμήριο 18) καθώς, επίσης, αναδομημένη κατάσταση (τεκμήριο 10), στην οποία αφαιρούνται οποιεσδήποτε χρεώσεις, έξοδα και τόκοι επ’ αυτών καθώς και τόκοι υπερημερίας, τα οποία οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν. Για όλη την περίοδο της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, έλαβε υπόψη ως διαιρέτη τις 365/366 μέρες ανάλογα. Ο Μ.Ε.1 επεξήγησε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού.
Aντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 από το συνήγορο των Εναγόμενων ανάφερε ότι δεν ήταν παρών κατά την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας δανείου. Γνωρίζει, όμως, ότι ήταν πάγια τακτική της Τράπεζας και των συναδέλφων του να επεξηγούν με λεπτομέρεια όλους τους πιθανούς κινδύνους από την παροχή δανείου σε ξένο νόμισμα και παράπεμψε στο τεκμήριο 8. Αναφέρθηκε στις εξασφαλίσεις που αναφέρονται στην επιστολή προσφοράς της Λαϊκής Τράπεζας – τεκμήριο 6. Είπε ότι το ένα γραμμάτιο που εξασφάλιζε το δάνειο, εξαργυρώθηκε και τα χρήματα κατατέθηκαν σε άλλο λογαριασμό των πελατών. Με αυτά τα χρήματα αγοράστηκαν τα αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας, τα οποία με τη σύμφωνο γνώμη των πελατών, τέθηκαν ως εξασφάλιση του δανείου. Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε αυτά στην αγωγή, είπε, διότι η Λαϊκή Τράπεζα έκλεισε και τα αξιόγραφα είχαν μηδενική αξία. Η μείωση του αρχικού χρέους οφείλεται στις πληρωμές που έγιναν μέχρι τον τερματισμό.
Οι καταστάσεις λογαριασμού που κατάθεσε ως τεκμήριο 18 αποτελούν προϊόν μεταφοράς του αρχείου και των τραπεζικών βιβλίων της Τράπεζας όταν διαλύθηκε η Λαϊκή Τράπεζα και είναι πανομοιότυπα με αυτά που διατηρούσε η τελευταία, θέσεις που αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση.
Του υποβλήθηκε η θέση, επίσης, ότι τέτοιου είδους δάνεια δεν μπορεί να δίνονται μακροχρόνια και όχι πέραν του ενός έτους διάρκεια καθότι όπως φαίνεται και από το τεκμήριο 23, η διακύμανση της ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ ήταν για 12 μήνες, με το μάρτυρα να παραπέμπει στη συμφωνία των μερών.
Αμφισβητήθηκε, περαιτέρω, η θέση ότι οι επιστολές τεκμήρια 16 και 17 αποστάληκαν στους Εναγόμενους και του υποβλήθηκε η θέση ότι οι επιστολές τεκμήριο 17, που είναι στα ελληνικά είναι σε μη καταληπτή από τους Εναγόμενους γλώσσα.
Ο Μ.Ε.2 ανάφερε ότι εργαζόταν στην Λαϊκή Τράπεζα και ακολούθως στην Τράπεζα Κύπρου, στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών. Ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν, μεταξύ άλλων, και η ετοιμασία επιστολών προς τους πελάτες καθώς και η διευθέτηση της ταχυδρόμησης των επιστολών αυτών στους πελάτες. Ο Μ.Ε.2 αναφέρθηκε στη διαδικασία αποστολής επιστολών με απλό ταχυδρομείο. Στην παρούσα περίπτωση, είπε ότι παρείχε υποστήριξη στους συναδέλφους του που υπογράφουν το τεκμήριο 17 και ότι σε αυτή την περίπτωση ακολουθήθηκε η διαδικασία αποστολής των επιστολών. Οι επιστολές αυτές αποστάληκαν είπε με ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκαν πίσω.
Αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Ε.2 ότι αποστάληκαν οι επιστολές, τεκμήρια 16 και 17 για το λόγο ότι δεν έχει προσκομιστεί κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι αυτές έχουν αποσταλεί. Ο Μ.Ε.2 ανάφερε ότι έχουν αποσταλεί καθότι ήταν ο ίδιος ο οποίος τις τοποθέτησε σε φάκελο και τις έχει αποστείλει στο Τμήμα Αλληλογραφίας της Τράπεζας στη Λευκωσία με εταιρεία courier για ταχυδρόμηση.
Από την αντίπερα όχθη, ο Εναγόμενος αρ. 3 κατάθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Γ), την οποία υιοθέτησε και αποτέλεσε την κυρίως του εξέταση. Σε αυτήν ο Εναγόμενος 3, αναφέρει ότι, ούτε ο ίδιος, ούτε οι Εναγόμενοι 1 και 2, που είναι αδελφοί του, είχαν ενημερωθεί για τους κινδύνους σύναψης οικιστικού δανείου αντί εμπορικού δανείου σε ξένο νόμισμα και ειδικότερα σε Ελβετικά Φράγκα, παρά το γεγονός ότι, ούτε ζούσαν στην Ελβετία κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε είχαν οικονομικούς πόρους ή έσοδα σε Ελβετικά Φράγκα. Για αυτό, αντιμετώπισαν τον κίνδυνο της διακύμανσης του ποσού των μηνιαίων δόσεων τους, οι οποίες ήταν επιζήμιες για αυτούς, λόγω της διαφοροποίησης της ισοτιμίας μεταξύ Ελβετικών Φράγκων και Ευρώ.
Επιπλέον, δεν ενημερώθηκαν ποτέ από τους τραπεζικούς λειτουργούς της Λαϊκής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, για τους όρους και τις προϋποθέσεις της δανειακής σύμβασης ή της συμπληρωματικής δανειακής σύμβασης, πριν την υπογραφή τους. Τους απέστελλαν μόνο επιστολές έγκρισης των αιτημάτων τους για παροχή δανείου και επιπλέον, ζητούσαν από τον ίδιο και τους αδελφούς του, να υπογράφουν τις υπό αναφορά συμφωνίες δανείου.
Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος 3 ανάφερε ότι δεν έχουν λάβει καμία επιστολή από τους Ενάγοντες, με την οποία να απαιτείτο είτε από τον ίδιο είτε από τους αδελφούς του να αποπληρώσουν το δάνειο ή με την οποία να τους ενημέρωναν ότι το επίδικο δάνειο έχει τερματιστεί.
Αντεξεταζόμενος, είπε ότι στο παρελθόν είχε δική του εταιρεία στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία ασχολείτο με οινοπνευματώδη ποτά, προφανώς πώληση τους. Δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο στο τεκμήριο 6, που είναι η επιστολή προσφοράς της Λαϊκής, υπάρχει η υπογραφή του. Αρνήθηκε, επίσης, ή δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει κατά πόσο η δανειακή σύμβαση, τεκμήριο 7, φέρει την υπογραφή του. Ύστερα, είπε ότι γνωρίζει ότι υπέγραψε κάτι αλλά δεν του είχε γίνει ξεκάθαρο τί υπέγραψε.
Υποδείχθηκε στον Εναγόμενο 3, το τεκμήριο 8, το οποίο αφορά δήλωση των Εναγόμενων για τον συναλλαγματικό κίνδυνο, και είπε ότι πιστεύει ότι σε αυτό βρίσκεται η υπογραφή του αλλά είπε ότι δεν τους εξηγήθηκε ο συναλλαγματικός κίνδυνος.
Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, έχοντας υπόψη μου τις νομολογιακές αρχές (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α. (2008) 1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 288, Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.), Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002)1AA.A.Δ.454,Kades v. Nicolaou and Another (1986)1 C.L.R.212, Agapiou v.Panayiotou (1988) 1 C.L.R. 257, 263, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215 και Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου (2003) 1Β Α.Α.Δ. 826).
Ο Μ.Ε.1 κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, να παρουσιάσει τα γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση του και να καταθέσει ως τεκμήρια όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του ένεκα της θέσης και ιδιότητας του. Ο μάρτυρας αυτός άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και όπως προκύπτει γνώριζε πλήρως τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση καθώς επίσης και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η Τράπεζα κατά τους ουσιώδεις χρόνους ένεκα της θέσης και ιδιότητας του. Μεγάλο μέρος, επίσης, της μαρτυρίας του συνάδει και υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο. Δεν έχω διαπιστώσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία του οι οποίες να κλονίζουν την αξιοπιστία του.
Εκείνο το οποίο κρίνω χρήζει εξέτασης από τη μαρτυρία του, είναι η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί σε κάποιες από τις θέσεις και γεγονότα που κατάθεσε στο Δικαστήριο σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, στα οποία ο ίδιος δεν είχε άμεση εμπλοκή, σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, ως θα αναφερθεί κατωτέρω.
Κατ’ αρχάς από τη μαρτυρία του μάρτυρα δεν έχει αμφισβητηθεί το γεγονός ότι η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Λαϊκή Τράπεζα) διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες, δυνάμει άδειας από τις αρμόδιες αρχές μέχρι και τις 29/03/2013 και ότι οι σημερινοί ενάγοντες στην παρούσα αγωγή, επίσης Τραπεζικός Οργανισμός, αντικατέστησαν και υποκατέστησαν την Λαϊκή στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση, ούτε και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε.
Αναφορικά με τις συνθήκες παραχώρησης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης στους εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3, είναι παραδεχτό στην Έκθεση Υπεράσπισης η υπογραφή της επιστολής προσφοράς ημερομηνίας 31/12/2009 (τεκμήριο 6) και της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 31/12/2009 (τεκμήριο 7) από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 για την παραχώρηση του επίδικου δανείου, παρά την προσπάθεια του Εναγόμενου 3 κατά την μαρτυρία του, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, να αποστασιοποιηθεί από την υπογραφή τους. Σε κάθε περίπτωση, δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου. Αμφισβήτησης, επίσης, δεν έτυχε και η υπογραφή από τους εναγόμενους 1, 2 και 3, της δήλωσης αναφορικά με την επεξήγηση σε αυτούς από την Τράπεζα του συναλλαγματικού κινδύνου δανεισμού σε ελβετικά φράγκα (βλ. τεκμήριο 8) και η εκταμίευση του επίδικου δανείου (βλ. τεκμήριο 10). Πέραν τούτου, δεν αμφισβητήθηκε η τροποποίηση της επίδικης συμφωνίας αναφορικά με το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του δανείου και την τιμολόγηση του, η οποία έλαβε χώρα κατόπιν αιτήματος των εναγόμενων 1, 2 και 3 (βλ. τεκμήρια 13 και 14) και η απόφαση της Λαϊκής ημερομηνίας 12/03/2013 για την αλλαγή στο πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου, ώστε η τριμηνιαία δόση που ήταν πληρωτέα στις 28/12/2012 να μεταφερθεί και να καθίσταται πληρωτέα με τη λήξη του δανείου στις 31/12/2013 (βλ. τεκμήριο 15).
Εκείνο το οποίο υποδείχθηκε στο Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του ήταν ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας δανείου και δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες παραστάσεις έγιναν στους εναγόμενους 1, 2 και 3 κατά τη σύναψη της συμφωνίας και κατά πόσο τους αναφέρθηκαν όλοι οι πιθανοί κίνδυνοι από την παροχή δανείου σε ξένο νόμισμα.
Παρά την μη εμπλοκή του Μ.Ε.1 κατά την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας, εντούτοις αυτός ανάφερε ότι ήταν πάγια τακτική της Τράπεζας και των συναδέλφων του να επεξηγούν με λεπτομέρεια τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα. Είπε ότι οι πελάτες ήρθαν με αίτημα για να δανειστούν σε ελβετικό φράγκο, τους επεξηγήθηκαν οι όροι, δόθηκαν παραδείγματα για να καταλάβουν οι πελάτες τον νομισματικό κίνδυνο και με το τεκμήριο 8, το οποίο έχουν υπογράψει, αναφέρουν ότι κατανοούν πλήρως τους κινδύνους που μπορούσαν να υπάρξουν. Η θέση αυτή του Μ.Ε.1, όπως προκύπτει, βασίζεται στην προηγούμενη απασχόληση του στην Λαϊκή και στην εμπειρία του από τα χρόνια που εργάζεται στην Τράπεζα. Σημειώνεται ότι ο Μ.Ε.1 εργαζόταν στην Λαϊκή από το 1990 μέχρι και τις 28/03/2013 και γνώριζε τους λειτουργούς της Τράπεζας που υπέγραψαν την επίδικη δανειακή σύμβαση. Θέσεις που δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Η θέση του, επίσης, περί επεξήγησης του συναλλαγματικού κινδύνου υποστηρίζεται από το τεκμήριο 8, το οποίο αποτελεί δήλωση των Εναγόμενων 1, 2 και 3, ότι τους έχει επεξηγηθεί ο κίνδυνος του συναλλαγματικού κινδύνου, ότι έχουν αντιληφθεί τους κινδύνους και αποφάσισαν ελεύθερα να συνάψουν την επίδικη συμφωνία.
Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και οποιαδήποτε άλλη σαφής, συγκεκριμένη και αξιόπιστη μαρτυρία από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, η οποία να υποστηρίζει το αντίθετο από τα όσα ο Μ.Ε.1 ανάφερε στο Δικαστήριο. Η μόνη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ήταν αυτή του εναγόμενου 3, ο οποίος, όπως θα διαφανεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, ήταν πολύ γενική και αόριστη. Επιπλέον, ήταν και αντιφατική.
Επιπρόσθετα, ουδέποτε υποβλήθηκε στο Μ.Ε.1 ότι οι Εναγόμενοι παροτρύνθηκαν για να υπογράψουν το επίδικο δάνειο και ούτε έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία από την υπεράσπιση προς αυτήν την κατεύθυνση.
Όσον αφορά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, αποδέχομαι τη θέση του Μ.Ε.1 ότι ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε καθυστερήσεις. Η θέση αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Σε κάθε περίπτωση, η κίνηση του επίδικου λογαριασμού προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού, τις οποίες ο Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο, όπου φαίνονται και οι πληρωμές που έγιναν και οποίες δεν έτυχαν αμφισβήτησης και στους οποίους θα αναφερθώ κατωτέρω.
Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, είναι η αποστολή και παραλαβή από τους εναγόμενους των προειδοποιητικών επιστολών ημερομηνίας 26/06/2015 (τεκμήριο 16) και των επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 04/08/2015 (τεκμήριο 17). Οι εν λόγω επιστολές, σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 αποστάληκαν με σύνηθες ταχυδρομείο στις τελευταίες γνωστές διευθύνσεις των εναγόμενων 1, 2 και 3 και δεν επιστράφηκαν πίσω. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε κατ’ ουσία την αποστολή των εν λόγω επιστολών επειδή δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο της αποστολής τους. Δεν αμφισβητείται ότι αυτές αναγράφουν την τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγόμενων 1, 2 και 3 και ούτε έχει προσαχθεί αντίθετη μαρτυρία. Ούτε έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι από έλεγχο που έκανε δεν έχει διαπιστώσει οι επίδικες επιστολές να επιστράφηκαν πίσω, καθότι σε τέτοια περίπτωση θα τοποθετούνταν στο φάκελο του πελάτη.
Είναι γεγονός ότι ο Μ.Ε.1 δεν ήταν το πρόσωπο το οποίο απέστειλε τις εν λόγω επιστολές και δεν είχε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για την αποστολή τους, παρά την βεβαίωση του ότι αυτές έχουν αποσταλεί. Ανάφερε, επίσης, σε κάποιο στάδιο ότι θα μπορούσε να ελέγξει τα αρχεία των εναγόντων για να εντοπίσει κάποιο επιβεβαιωτικό χαρτί για την αποστολή τους. Παρά το ότι δεν διαφαίνεται οποιοδήποτε ζήτημα αξιοπιστίας του Μ.Ε.1, ότι λόγω της πείρας του στην Τράπεζα γνωρίζει ότι οι επιστολές ταχυδρομούνται με σύνηθες ταχυδρομείο, εντούτοις δεν έχουν παρασχεθεί οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία αναφορικά με την αποστολή των εν λόγω επιστολών, επί τη βάση των οποίων το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξάξει ένα τέτοιο συμπέρασμα από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και μόνο. Η θέση του, όμως, περί αποστολής των επίδικων επιστολών, επεξηγήθηκε περαιτέρω από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, επί της οποίας μπορώ να βασιστώ και να εξάξω το συμπέρασμα αυτό, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη και την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την υπεράσπιση για το ζήτημα αυτό.
Όσον αφορά το αξιούμενο υπόλοιπο, ο Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού. Ανάφερε ότι λόγω της υπηρεσίας του στην Λαϊκή γνωρίζει ότι αυτή τηρούσε καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, ήτοι μέχρι τις 28/03/2013 τραπεζικό βιβλίο και σε ηλεκτρονική μορφή καθώς και ηλεκτρονικό αρχείο ως επιχείρηση. Τόσο το τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή, όσο και το ηλεκτρονικό αρχείο που τηρείτο από την Λαϊκή ως επιχείρηση ταυτίζετο. Στο σύστημα που τηρείτο με ηλεκτρονική μορφή φυλάσσονταν όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούσαν όλους τους λογαριασμού των πελατών της Λαϊκής συμπεριλαμβανομένων και του επίδικου λογαριασμού των εναγόμενων με αρ. 081-39-001120 άλλως 08139001120 μετέπειτα 081-39-001139, ο οποίος μετά την συγχώνευση των αρχείων της Λαϊκής με την Τράπεζα πήρε τον αριθμό 35703460693.
Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από την Λαϊκή σε ηλεκτρονική μορφή ήταν καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του πιο πάνω λογαριασμού μέχρι και τις 28/03/2013, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Λαϊκής. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Λαϊκής. Το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο καθ’ όλον τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Λαϊκής και υπό τον έλεγχο της.
Όλα τα πιο πάνω δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και ο Μ.Ε.1 λόγω της προηγούμενης ιδιότητας του, είναι σε θέση να τα γνωρίζει. Αμφισβήτησης, επίσης, δεν έτυχαν και επόμενες αναφορές του στην παράγραφο 20 της γραπτής του δήλωσης, Έγγραφο Α, αναφορικά με το γεγονός ότι και οι ενάγοντες διατηρούν τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή καθώς και ηλεκτρονικό αρχείο επιχείρησης, όπου φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών τους, συμπεριλαμβανομένων και του επίδικου λογαριασμού.
Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι με την μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων της Λαϊκής στην Τράπεζα στις 29/03/2013, το ηλεκτρονικό αρχείο καθώς και το τραπεζικό βιβλίο της Λαϊκής, μεταφέρθηκαν στο ηλεκτρονικό αρχείο/σύστημα που διατηρεί η Τράπεζα, στο οποίο καταχωρήθηκαν όλες οι πράξεις που αφορούσαν τον Λογαριασμό Δανείου από το άνοιγμα του μέχρι και την ημερομηνία μεταβίβασης οι οποίες πράξεις εγίνοντο κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας.
Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από την Τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή είναι καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από την ημερομηνία υποκατάστασης της Λαϊκής από την Τράπεζα μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας και καθ’ όλον τον ουσιώδη χρόνο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας και υπό τον έλεγχο της. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον πιο πάνω λογαριασμό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Λαϊκής και από τις 29/03/2013.
Όλες οι συναλλαγές του επίδικου λογαριασμού είναι καταχωρημένες στο αρχείο συναλλαγών/πράξεων, οι οποίες αποτελούν το αρχείο καθώς και το τραπεζικό βιβλίο της Λαϊκής μέχρι τις 29/03/2013, ημερομηνία κατά την οποία η Λαϊκή υποκαταστάθηκε από την Τράπεζα και στην συνέχεια αποτελούν το αρχείο καθώς και το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό.
Από το τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή, κατόπιν εντολής του Μ.Ε.1 παρήχθηκαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή που είναι συνδεδεμένος με το τραπεζικό βιβλίο που ανάφερε ανωτέρω, όλες οι καταστάσεις του Λογαριασμού Δανείου, οι οποίες αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο. Οι εν λόγω καταστάσεις του Λογαριασμού Δανείου συγκρίθηκαν από τον Μ.Ε.1 με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Η Λαϊκή και στην συνέχεια, μετά την υποκατάσταση η Τράπεζα, κάθε 6 μήνες μέχρι και τον τερματισμό απέστελλαν ταχυδρομικώς στους εναγόμενους, τις καταστάσεις του Λογαριασμού Δανείου χωρίς ποτέ οι εναγόμενοι να αμφισβητήσουν τις συναλλαγές που περιέχονταν σ’ αυτές.
Ούτε τα πιο πάνω έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1.
Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Ε.1 προχώρησε και κατάθεσε τις αναλυτικές καταστάσεις του Λογαριασμού Δανείου, μαζί με Πιστοποιητικό υπογραμμένο από τον ίδιο σύμφωνα με το Άρθρο 35 του Περί Απόδειξης Νόμου (βλ. τεκμήριο 18). Οι καταστάσεις του Λογαριασμού Δανείου, ανάφερε, αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο αρχείο πράξεων / συναλλαγών, οι οποίες αποτελούν το αρχείο της Τράπεζας, σε σχέση με τον Λογαριασμό Δανείου.
Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, σε σχέση με τους λογαριασμούς, είναι η ορθότητα των καταστάσεων του Λογαριασμού Δανείου οι οποίες μεταφέρθηκαν από την Λαϊκή στην Τράπεζα. Ο Μ.Ε.1 επέμενε για την ορθότητα αυτών, παρόλο που ανάφερε ότι η μεταφορά έγινε από τεχνικούς και όχι τον ίδιο.
Η ουσία, όμως, είναι ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, αποτελούν μέρος του αρχείου επιχείρησης, δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ. 9 και ως τέτοιες κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί να γίνουν αποδεκτές και να αξιολογηθούν ανάλογα, ως θα αναφερθεί κατωτέρω. Επί του παρόντος θα πρέπει να αναφερθεί, ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, αρχίζουν από την εκταμίευση του δανείου, περιλαμβάνουν τις πιστώσεις και πληρωμές έναντι του δανείου που έγιναν από τους εναγόμενους και τους τόκους. Ουδεμία αμφισβήτηση έγινε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 σε σχέση με το περιεχόμενο των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμού και ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει προσαχθεί που να καταδεικνύει ότι αυτές περιέχουν οποιοδήποτε λάθος. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τις εν λόγω καταστάσεις και τις αποδέχομαι.
Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Ε.1, βασιζόμενος στις πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού, ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση του Λογαριασμού Δανείου, την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο και με την οποία στην ουσία η Τράπεζα περιόρισε την αξίωση της (βλ. τεκμήριο 20). Ο Μ.Ε.1 επεξήγησε πλήρως την αναδομημένη κατάσταση του Λογαριασμού Δανείου. Σε αυτή αφαιρούνται οποιεσδήποτε χρεώσεις, έξοδα και τόκοι επ’ αυτών καθώς και τόκοι υπερημερίας που χρεώθηκε ο λογαριασμός δανείου πριν τον τερματισμό και στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται η χρέωση τόκου υπερημερίας, τα οποία οι ενάγοντες δεν αξιώνουν προς διευκόλυνση της εξόφλησης της οφειλής και σε ένδειξη καλής θέλησης. Για όλη, επίσης, την περίοδο της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, έχει λάβει ως διαιρέτη τις 365/366 μέρες ανάλογα.
Επιπρόσθετα, για την ετοιμασία της πιο πάνω αναδομημένης κατάστασης, για τον υπολογισμό της εκάστοτε πληρωμής λήφθηκε υπόψη η αρχική συναλλαγματική ισοτιμία (1,4836), ήτοι αυτή που ίσχυε κατά το χρόνο παραχώρησης της διευκόλυνσης και όχι η εκάστοτε ισοτιμία που ίσχυε κατά τον χρόνο που λάμβανε χώρα η κάθε πληρωμή. Ο Μ.Ε.1 επεξήγησε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού και το εκάστοτε επιτόκιο που τοκιζόταν το δάνειο καταθέτοντας πίνακα με το 3 μηνών Libor, ως προνοούσε η συμφωνία (βλ. τεκμήριο 23).
Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 στην ολότητα της και όλα τα τεκμήρια τα οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο.
Ο Μ.Ε.2 κρίνω, επίσης, ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για πει την αλήθεια και η μαρτυρία του μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο μάρτυρας αυτός, πέραν του ότι επεξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείτο αναφορικά με την ετοιμασία και την αποστολή των επιστολών προς τους πελάτες, τόσο της Λαϊκής όσο και της Τράπεζας, ο ίδιος προκύπτει να είχε και προσωπική εμπλοκή με τις επίδικες επιστολές, τεκμήρια 16 και 17. Ο ίδιος παρείχε υπηρεσίες υποστήριξης στους συναδέλφους του που υπογράφουν τις εν λόγω επιστολές. Δηλαδή και σε σχέση με το τεκμήριο 17, ο ίδιος αναγνώρισε την υπογραφή των συναδέλφων του στις εν λόγω επιστολές. Ο ίδιος ετοίμασε αυτές τις επιστολές, τις οποίες έδωσε στους εν λόγω συναδέλφους του για υπογραφή και ακολούθως τις τοποθέτησε σε φάκελο με παραθυράκι (ώστε να φαίνεται ο παραλήπτης) και στην συνέχεια τις τοποθέτησε σε ξεχωριστό φάκελο επί του οποίου ανέγραψε «Τμήμα Αλληλογραφίας Λευκωσία». Αφού είχαν μαζευτεί όλες οι επιστολές που έχρηζαν ταχυδρόμησης, τοποθέτησε το φάκελο αυτό σε σάκο αλληλογραφίας που τηρούσε η κάθε μονάδα και στην συνέχεια κατέβασε το σάκο αυτόν κατά το μεσημέρι και τον τοποθέτησε στο αυτοκίνητο ιδιωτικής εταιρείας ταχυμεταφορών η οποία φρόντιζε την παράδοση του σάκου αυτού στην Λευκωσία στο Τμήμα Αλληλογραφίας της Τράπεζας αυθημερόν, το οποίο αναλάμβανε την αποστολή των επιστολών με απλό ταχυδρομείο τους πελάτες στις διευθύνσεις που αναγράφονταν στις επιστολές.
Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω διαδικασία που ακολουθούσαν οι Ενάγοντες, η οποία να σημειωθεί δεν αμφισβητήθηκε, την ίδια την εμπλοκή του Μ.Ε.2 με αυτή την διαδικασία που αφορά και τις επίδικες επιστολές, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του περί της αποστολής των επίδικων επιστολών προς τους ενάγοντες. Σημειώνεται ότι οι εν λόγω επιστολές αναγράφουν την διεύθυνση των εναγόμενων 1, 2 και 3, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε, βρίσκονταν στο φάκελο της υπόθεσης και ο ίδιος ο Μ.Ε.2 είχε άμεση εμπλοκή με την ετοιμασία και αποστολή τους στο Τμήμα Αλληλογραφίας των εναγόντων στην Λευκωσία. Επίσης, οι εν λόγω επιστολές δεν προκύπτει να έχουν επιστραφεί καθότι σε τέτοια περίπτωση θα τοποθετούνταν στο φάκελο των πελατών.
Κατά συνέπεια αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 στην ολότητα της και από αυτή εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι επίδικες επιστολές έχουν αποσταλεί στην αναγραφόμενη στην επίδικη συμφωνία δανείου διεύθυνση των εναγόμενων 1, 2 και 3 και/ή στην τελευταία γνωστή στους ενάγοντες διεύθυνση.
Από την αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος 3 κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει γεγονότα τα οποία, κατά την κρίση του, θα μπορούσαν να επηρεάσουν την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου ή έστω των όρων αυτής καθώς και να αμφισβητήσει την αποστολή και παραλαβή των προειδοποιητικών επιστολών και των επιστολών τερματισμού. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του Εναγόμενου 3, και κρίνω ότι αυτή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά γενικό και αόριστο τρόπο και ο Εναγόμενος 3 δεν ήταν ούτε και σε θέση να υποστηρίξει τα όσα ανάφερε.
Ειδικότερα, αναφέρθηκε στο συναλλαγματικό κίνδυνο του επίδικου δανείου και ισχυρίστηκε ότι ποτέ τόσο ο ίδιος όσο και τα αδέλφια του είχαν ενημερωθεί για αυτόν με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της διακύμανσης του ποσού των μηνιαίων δόσεων τους, οι οποίες ήταν επιζήμιες για αυτούς, λόγω της διαφοροποίησης της ισοτιμίας μεταξύ Ελβετικών Φράγκων και Ευρώ. Η πιο πάνω θέση του, προβλήθηκε κατά γενικό και αόριστο τρόπο, όπως και η επόμενη θέση του, ότι δεν ενημερώθηκαν από τους λειτουργούς της Λαϊκής Τράπεζας για τους όρους και προϋποθέσεις της δανειακής σύμβασης ή της συμπληρωματικής σύμβασης, πριν από την υπογραφή τους. Σε κανένα σημείο της γραπτής δήλωσης του ή της μαρτυρίας του αναφέρθηκε σε λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο και περιστάσεις σύναψης της επίδικης δανειακής σύμβασης.
Ο Εναγόμενος 3, παρουσίασε στο Δικαστήριο τη θέση ότι η Λαϊκή τους απέστελλε μόνο τις επιστολές έγκρισης των αιτημάτων τους για παροχή δανείου και επιπλέον, ζητούσαν από αυτούς να υπογράψουν τις υπό αναφορά συμφωνίες δανείου.
Όλες οι πιο πάνω θέσεις και αναφορές του εναγόμενου 3, πέραν της γενικότητας τους, δεν μπορούσαν να υποστηριχθούν κατά την αντεξέταση του. Περαιτέρω, συγκρούονται και με την έγγραφη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Συγκεκριμένα, υποδείχθηκε στο εναγόμενο 3, η επιστολή – προσφορά της Λαϊκής ημερομηνίας 31/12/2009 (τεκμήριο 6), με την οποία γνωστοποιείται η απόφαση της Λαϊκής Τράπεζας να εγκρίνει την παραχώρηση στους Εναγόμενους δανείου ύψους CHF 2.000.000 κατόπιν αίτησης τους ημερομηνίας 22/08/2008. Σε αυτή την επιστολή αναφέρονται οι παρεχόμενες πιστωτικές διευκολύνσεις και οι όροι αυτών. Η επιστολή αυτή υπογράφεται στο τέλος από τους εναγόμενους 1, 2 και 3. Τούτο είναι παραδεχτό και από την Έκθεση Υπεράσπισης και δεν αμφισβητήθηκε κατά την κατάθεση του τεκμηρίου αυτού. Όταν υποδείχθηκε στον εναγόμενο 3 η υπογραφή του στο τεκμήριο αυτό και ρωτήθηκε κατά πόσο την αναγνωρίζει, ήταν ξεκάθαρη η πρόθεση του Εναγόμενου 3, να τηρήσει αποστάσεις στο ζήτημα αυτό και να μην επιβεβαιώνει το γεγονός αυτό. Αρχικά είπε ότι είναι η υπογραφή του. Ύστερα είπε ότι δεν είναι η δική του και ακολούθως ότι δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα και ότι πιθανό να είναι η υπογραφή του.
Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκαν και οι αναφορές του σε σχέση με την υπογραφή του στο τεκμήριο 7, το οποίο αποτελεί την δανειακή σύμβαση. Γνωρίζει, είπε, ότι υπέγραψε κάτι αλλά δεν του είχε γίνει ξεκάθαρο τί υπέγραψε. Όλες οι πιο πάνω αναφορές του εναγόμενου 3, δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτές.
Σε κάποιο στάδιο μάλιστα και όταν του υποδείχθηκε ο όρος 23 της δανειακής σύμβασης, ο οποίος, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είχε δικαίωμα να εξετάσει τη συμφωνία με δικηγόρο της επιλογής του, ο εναγόμενος 3, είπε ότι ζήτησε να πάρει τα έγγραφα σε δικηγόρο και του είπαν ότι αν τα πάρει δεν θα του επιτρέψουν ποτέ να υπογράψει. Θέση που προβλήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο της αντεξέτασης του.
Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 8, το οποίο αποτελεί τη δήλωση σε σχέση με τον συναλλαγματικό κίνδυνο, είπε ότι στο τέλος της σελίδας πιστεύει ότι είναι η υπογραφή του. Στη συνέχεια αρνήθηκε ότι του εξηγήθηκε το ρίσκο παρά την υπογραφή της δήλωσης αυτής ενώ στη συνέχεια είπε ότι δεν θυμάται.
Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του Εναγόμενου 3, κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Ο Εναγόμενος 3 επιχείρησε κατά γενικό και συνάμα αντιφατικό τρόπο να αποστασιοποιηθεί από τις επίδικες συμφωνίες και ο σκοπός του δεν ήταν να παρουσιάσει τα πραγματικά γεγονότα. Η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητα της.
Στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και της μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, προκύπτουν τα κάτωθι ευρήματα πραγματικών γεγονότων:
- Η MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, μετέπειτα CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (Λαϊκή Τράπεζα), διεξήγαγε κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι τις 29/03/2013, συστηματικά και αδιάλειπτα τραπεζικές εργασίες με σκοπό το κέρδος, δυνάμει αδείας από τις αρμόδιες αρχές.
- Με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο, Ν.17(1)/2013 καθώς και το Διάταγμα δυνάμει των άρθρων 5(12)(α), 7(1) και (9) που εκδόθηκε από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ως Αρχή Εξυγίανσης, η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (Ενάγοντες) ως το αποκτών πρόσωπο έχει υποκαταστήσει τη Λαϊκή αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. Το αποκτών πρόσωπο, που είναι οι ενάγοντες, ανέλαβε όλα τα πιο πάνω δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής από την ημερομηνία μεταβίβασης που ήταν η 29/03/2013, περιλαμβανομένου του δικαιώματος καταχώρησης της παρούσας αγωγής.
- Οι Ενάγοντες είναι δημόσια τραπεζική εταιρεία με άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών.
- Η Λαϊκή με επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 31/12/2009 ενημέρωσε τους εναγόμενους 1, 2 και 3 για την έγκριση του αιτήματος τους για την παραχώρηση σε αυτούς δανείου τακτής προθεσμίας ύψους CHF 2.000.000,00 την οποία οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αποδέχτηκαν.
- Στις 31/12/2009 υπογράφτηκε συμφωνία δανείου, δια επισυνημμένων παραρτημάτων με την οποία η Λαϊκή συμφώνησε να παραχωρήσει στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 δάνειο ύψους CHF 2.000.000,00, για σκοπούς ανέγερση τριών κατοικιών. Η εν λόγω συμφωνία μετά των παραρτημάτων της περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τους κάτωθι όρους:
1. Εκτός αν η Λαϊκή ζητούσε την άμεση εξόφληση του Δανείου, αυτό θα ήταν πληρωτέο σε δύο χρόνια, δια 7 τριμηνιαίων δόσεων, που θα κάλυπταν μόνο τους τόκους και ακολούθως δια 1 τριμηνιαίας δόσης, που θα κάλυπτε κεφάλαιο και τόκους προς πλήρη εξόφληση.
2. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα 3 μήνες μετά την ανάληψη του Δανείου.
3. Ο λογαριασμός Δανείου θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από 3 μηνών CHF Libor προσαυξημένο με 4,25% ετησίως.
4. Η Λαϊκή δεν θα είχε δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου περισσότερο από δύο φορές το χρόνο.
5. Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής οποιουδήποτε ποσού σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας Δανείου, η Λαϊκή, θα είχε δικαίωμα, κατόπιν ειδοποίησης προς τους εναγόμενους, να καταστήσει απαιτητό το πιο πάνω Δάνειο.
- Αποτελούσε πάγια τακτική της Λαϊκής, όπως κατά τη σύναψη δανείων σε ξένο νόμισμα, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της να επεξηγούν στους πελάτες τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους.
- Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 με Δήλωση ημερομηνίας 31/12/2009, την οποία υπέγραψαν, αναφέρουν ότι έχουν ενημερωθεί ότι, σε περίπτωση που η συναλλαγματική ισοτιμία αλλάξει κατά τρόπο που η αξία του νομίσματος στο οποίο δανείζονται αυξηθεί κατά 5%, η δόση του δανείου τους θα αυξηθεί. Επίσης, ότι ενημερώθηκαν ότι σε περίπτωση αύξησης του επιτοκίου στο νόμισμα στο οποίο δανείζονται κατά 1%, η δόση του δανείου τους θα αυξηθεί. Παρά τους πιο πάνω κινδύνους, αποφάσισαν ανεπηρέαστοι να προχωρήσουν στη σύναψη του δανείου σε ξένο νόμισμα.
- Με βάση τη συμφωνία Δανείου, στις 31/12/2009 ανοίχθηκε λογαριασμός δανείου επ’ ονόματι των εναγόμενων 1, 2 και 3 με αρ. 081-39-001120, μετέπειτα 081-39-001139, μετέπειτα 357013460693 από τον οποίο εκταμιεύθηκε το ποσό του Δανείου και πιστώθηκε στον λογαριασμό των εναγόμενων 1,2 και 3 με αρ. 081-32-001931.
- Με επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 21/07/2011 αναδιαρθρώθηκαν οι εξασφαλίσεις που είχαν δώσει οι Εναγόμενοι, οι οποίες αποτελούνταν από δέσμευση λογαριασμών τους. Ακυρώθηκαν οι εν λόγω δεσμεύσεις και τα χρήματα που εξασφάλισαν το δάνειο μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό του εναγόμενου 3. Όπως έχει προκύψει τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για αγορά αξιογράφων, τα οποία στο τέλος, λόγω του κλεισίματος της Λαϊκής είχαν μηδενική αξία.
- Με τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 30/12/2011 μεταξύ της Λαϊκής και των Εναγόμενων, συμφωνήθηκε η παράταση αποπληρωμής του Δανείου κατά δύο έτη και τροποποιήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής του. Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε όπως το δάνειο αποπληρωθεί δια 15 τριμηνιαίων δόσεων που θα κάλυπταν μόνο τους τόκους, αρχής γενομένης 3 μήνες μετά την εκταμίευση του δανείου και ακολούθως δια 1 τριμηνιαίας δόσης που θα κάλυπτε τους τόκους και το κεφάλαιο προς πλήρη εξόφληση. Η 9η δόση θα ήταν πληρωτέα στις 30/12/2012. Περαιτέρω, το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από 3 μηνών CHF Libor, προσαυξημένο κατά 4,25% ετησίως.
- Με επιστολή της Λαϊκής ημερομηνίας 12/03/2013, η Λαϊκή γνωστοποίησε στους εναγόμενους την απόφαση της, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα των Εναγόμενων, για αλλαγή στο πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου ώστε η τριμηνιαία δόση που ήταν πληρωτέα στις 28/12/2012 να μεταφερθεί και να καθίσταται πλέον πληρωτέα με τη λήξη του δανείου στις 30/12/2013. Ως εκ τούτου, τα δάνειο θα ήταν πληρωτέο δια 1 τριμηνιαίας δόσης εκ ποσού ύψους CHF 15.200,34 πληρωτέας την 28/03/2013 που θα κάλυπτε μόνο τόκο, ακολούθως δια 2 τριμηνιαίων δόσεων εκ ποσού ύψους CHF 15.136,34 έκαστη αρχής γενόμενης την 28/06/2013 που θα κάλυπταν μόνο τόκο και στην συνέχεια δια 1 τριμηνιαίας δόσης εκ ποσού CHF 1.426.449,34 πληρωτέας την 28/12/2013.
- Οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το πιο πάνω χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του δανείου και/ή λόγω καθυστερήσεων που παρουσίαζε ο λογαριασμός δανείου, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 16/06/2015 κάλεσε τους εναγόμενους όπως εντός 21 ημερών προβούν σε πληρωμή των καθυστερημένων δόσεων. Η εν λόγω επιστολή αποστάληκε στους εναγόμενους με απλό ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγόμενων και η οποία δεν έχει επιστραφεί.
- Λόγω άρνησης ή παράλειψης των εναγόμενων να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής, οι ενάγοντες απέστειλαν στους εναγόμενους την επιστολή ημερομηνίας 04/08/2015 με την οποία τους γνωστοποίησαν τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού δανείου απαιτώντας από αυτούς όπως εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού. Η εν λόγω επιστολή αποστάληκε στην αναγραφόμενη στην επίδικη συμφωνία, διεύθυνση των εναγόμενων και στην τελευταία γνωστή για τους ενάγοντες διεύθυνση αυτών και η οποία δεν επιστράφηκε πίσω.
- Το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού κατά τις 30/06/2015, δηλαδή την αμέσως προηγούμενη περίοδο πριν την αποστολή της επιστολής τερματισμού ανερχόταν στα CHF 1.568.775,11 πλέον τόκο προς 3,4680%. Οι καταστάσεις λογαριασμού εκτείνονται και μετά τον τερματισμό και μέχρι τις 30/06/2025, οι οποίες καταδεικνύουν υπόλοιπο ύψους CHF 2.693.470.35 πλέον τόκο προς 5,468%.
- Με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, στις οποίες αφαιρούνται οποιεσδήποτε χρεώσεις, έξοδα και τόκοι επ’ αυτών καθώς και τόκου υπερημερίας, τα οποία οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν, το υπόλοιπο ανέρχεται κατά τις 04/08/2015, ημερομηνία του τερματισμού της συμφωνίας δανείου στο ποσό των CHF 1.335.886,81 πλέον τόκο προς 3,4680%.
Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους, λαμβάνοντας υπόψη και τα ζητήματα τα οποία εγείρονται από την υπεράσπιση και έχοντας υπόψη τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να αποδειχθούν σε τέτοιου είδους υποθέσεις (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Bασίλη Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 829).
Σύναψη Σύμβασης Πιστωτικής Διευκόλυνσης:
Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 υπέγραψαν, τόσο την επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 31/12/2009 (τεκμήριο 6) όσο και την συμφωνία για την παραχώρηση από τους Ενάγοντες σε αυτούς πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 31/12/2009 και συγκεκριμένα δάνειο ύψους CHF 2.000.000,00 (βλ. τεκμήρια 6 και 7). Επίσης, έχει προκύψει να υπέγραψαν τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 30/11/2011 (τεκμήριο 13).
Η θέση που επιχειρήθηκε από την υπεράσπιση να παρουσιαστεί, ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν είχαν γνώση για το τί υπέγραφαν και ότι υπέγραφαν οποιαδήποτε έγγραφα τους παρουσιάζονταν από την Λαϊκή, έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι δεν τους είχε εξηγηθεί ο κίνδυνος της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Πέραν τούτου, ο Μ.Ε.1 ανάφερε στο Δικαστήριο ότι η πάγια πρακτική των υπαλλήλων της Λαϊκής ήταν να επεξηγούν με συγκεκριμένα παραδείγματα, τον συναλλαγματικό κίνδυνο σε όλους τους πελάτες τους που σύναπταν δάνεια σε ξένο νόμισμα, θέση που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν το τεκμήριο 8, το οποίο αποτελεί Δήλωση τους για την επεξήγηση και αντίληψη του συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου από το δανεισμό σε Ελβετικό Φράγκο. Σε κάθε περίπτωση, η θέση του εναγόμενου 3 περί του αντιθέτου, έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο, ως θα επεξηγηθεί και κατωτέρω κατά την εξέταση του ζητήματος των καταχρηστικών όρων. Αντιθέτως, προκύπτει ή συνάγεται ότι οι εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 να είχαν οι ίδιοι ζητήσει τον επίδικο δανεισμό σε ελβετικό φράγκο, να υπέγραψαν και αποδέχτηκαν τις επίδικες συμφωνίες και να δηλώνουν ότι τους εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι του δανεισμού αυτού, ότι τους αντιλήφθηκαν και ότι αποφάσισαν να προχωρήσουν. Κατά συνέπεια, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι οι εναγόμενοι 1 ,2 και 3 υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία δανείου με την ελεύθερη βούληση τους και δεν προκύπτουν οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία να μπορούσαν να καταλήγουν σε ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας.
Καταχρηστικές ρήτρες και/ή καταχρηστικότητα του επίδικου δανείου:
Aποτελεί θέση του συνηγόρου των Εναγόμενων αρ. 1, 2 και 3 ότι η επίδικη σύμβαση δανείου θα πρέπει να ακυρωθεί καθότι αφορούσε παροχή δανείου για καταναλωτικούς λόγους σε ξένο νόμισμα, χωρίς να προσμετρήσουν οι ίδιοι οι Ενάγοντες τους συναλλαγματικούς κινδύνους από την παροχή τέτοιου δανείου. Ο συνήγορος των Εναγόμενων 1, 2 και 3, προς υποστήριξη της θέσης του, παράπεμψε στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και σε νομολογία του ΔΕΕ.
Η εν λόγω Οδηγία μεταφέρθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη με τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν. 93(Ι)/96 (βλ. 1. Μιχαηλίδης κ.α. v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας, Πολ. Έφεση Αρ. 477/2012, Ημερ. 27/06/2018), ECLI:CY:AD:2018:A311, ο οποίος στη συνέχεια καταργήθηκε και οι πρόνοιες του ενσωματώθηκαν στο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, Ν. 112(Ι)/21 ο οποίος σύμφωνα με το Άρθρο 75, έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται σε συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.
Σύμφωνα, τόσο με το Άρθρο 3(1) του καταργηθέντος Νόμου 93(Ι)/96, όσο και του Άρθρου 48(1) του Νόμου 112(Ι)/21, το πεδίο εφαρμογής τους αφορά σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή. Καταναλωτής σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου 112(Ι)/21 σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα. Επί της ουσίας οι πρόνοιες του Νόμου 112(Ι)/21 σε σχέση με το ζήτημα της καταχρηστικότητας των ρητρών και το πεδίο εφαρμογής του είναι οι ίδιες με αυτές που ίσχυαν με το Νόμο 93(1)/96. Στην προκειμένη οι επίδικες συμφωνίες συνάφθηκαν μετά την θέσπιση του Νόμου 93(1)/96 και τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου 112(Ι)/21. Κατά συνέπεια και για σκοπούς εξέτασης των ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα, θα γίνεται αναφορά στις πρόνοιες του καταργηθέντος Νόμου ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (βλ. Γεώργιος Γεωργιάδης v. ΜARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Πολ. Έφεση Αρ. 195/2018, Ημερ. 18/12/2024).
Πέραν λοιπόν του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω Νόμου ως προνοείται στο Άρθρο 3(1) και αναφέρθηκε ανωτέρω, δηλαδή ότι εφαρμοζόταν μεταξύ καταναλωτή και εμπορευόμενου, προέβλεπε ότι η ρήτρα σε σύμβαση θα έπρεπε να μην αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με το Άρθρο 3(3) του Νόμου ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγµάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθειά του για το σκοπό αυτό. Εναπόκειται δε στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι µια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. Άρθρο 3(5)).
Σύμφωνα με το Άρθρο 5(1) "καταχρηστική ρήτρα" θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των µερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται (βλ. Άρθρο 5(2)).
Το Άρθρο 5(3) αναφέρει τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης και λαμβάνονται υπόψη:
«(α) Η διαπραγµατευτική δύναµη των µερών.
(β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συµφωνήσει στη ρήτρα.
(γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προµηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή. και
(δ) ο βαθµός στον οποίο ο πωλητής ή προµηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή.
Παρέχεται, επίσης, στο Νόμο σχετικό Παράρτημα το οποίο περιέχει ενδεικτικό και µη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές.
Οι συνέπειες από την κήρυξη μιας ρήτρας ως καταχρηστικής είναι αυτή να μην δεσμεύει τον καταναλωτή ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα (βλ. Άρθρο 6 και επίσης Περικλέους v. Ellinas Finance Ltd κ.α. (2015) 1(Α) Α.Α.Δ. 513 και Κουλλαπής v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2015) 1Γ Α.Α.Δ. 2376).
Στο Άρθρο 7 του Νόμου προνοείτο ο τρόπος ερμηνείας των ρητρών και ανέφερε ότι ο πωλητής ή ο προμηθευτής οφείλει να διασφαλίζει ότι σε περίπτωση γραπτών συμβάσεων, οι ρήτρες διατυπώνονται µε σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Αυτός ο ερμηνευτικός κανόνας δεν εφαρμόζεται στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 9 (5).
Έχοντας παραθέσει το γενικό νομοθετικό πλαίσιο του Νόμου θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου των εναγόμενων 1, 2 και 3, στη βάση πάντα των ευρημάτων του Δικαστηρίου, επί των πραγματικών γεγονότων. Σημειώνεται ότι υπάρχει και αυτεπάγγελτη υποχρέωση, το εκδικάζον Δικαστήριο να αποτιμά τυχόν καταχρηστικότητα συμβατικών όρων, πέραν και ανεξαρτήτως των προβαλλόμενων ενώπιον του επιχειρημάτων, νοουμένου, όμως, ότι υπάρχουν τα νομικά και πραγματικά στοιχεία ενώπιον του (βλ. Γεώργιος Γεωργιάδης v. ΜARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (ανωτέρω) και 1. SPRINGFAIR LTD κ.α. v. SKY CAC LIMITED, Πολ. Έφεση Αρ. 4/2019, Ημερ. 11/09/2025).
Kατ’ αρχάς στην παρούσα περίπτωση προκύπτει ότι οι εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 εμπίπτουν στον όρο «καταναλωτής» και η Λαϊκή στον όρο «προμηθευτής» όπως οι έννοιες αυτές ερμηνεύονται στο Άρθρο 2 του Νόμου. Η παραχώρηση του δανείου τους Εναγόμενους 1 ,2 και 3 αφορούσε την ανέγερση τριών κατοικιών και δεν έχει προκύψει ότι η εν λόγω ανέγερση των κατοικιών ενέπιπτε ή σχετιζόταν με την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Η δε Λαϊκή παρείχε τις δανειακές διευκολύνσεις στα πλαίσια και για σκοπούς άσκησης της επιχείρησης της.
Το επόμενο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι επίδικες δανειακές συμβάσεις αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Όπως προκύπτει το τεκμήριο 7 αποτελεί τη βασική συμφωνία της Τράπεζας η οποία περιέχει τους βασικούς όρους για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ενώ το τεκμήριο 6 αποτελεί την επιστολή προσφοράς, η οποία περιλαμβάνει το ποσό της δανειοδότησης, το επιτόκιο, το χρόνο αποπληρωμής, το ποσό των δόσεων και τις εξασφαλίσεις. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία από πλευράς εναγόντων ότι οι όροι αμφοτέρων των επίδικων δανειακών συμβάσεων ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης με τους εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3.
Τούτων λεχθέντων, συνάγεται ότι τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος 93(1)/96 και θα πρέπει να εξεταστεί το παράπονο των εναγόμενων 1, 2 και 3, όπως αυτό έχει τεθεί ενώπιον μου. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι το εν λόγω παράπονο έχει τεθεί κατά γενικό και αόριστο τρόπο. Δηλαδή, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν έχουν επικαλεστεί συγκεκριμένους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου, οι οποίοι κατά τη θέση τους να είναι καταχρηστικοί. Όπως μπορεί να γίνει κατανοητό, όμως, από την αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2 και 3, το παράπονο τους είναι ότι ολόκληρη η συμφωνία είναι άκυρη καθότι δόθηκε δάνειο σε ξένο νόμισμα χωρίς να προσμετρηθούν οι κίνδυνοι από τη συναλλαγματική ισοτιμία.
Η νομολογία του ΔΕΕ υποδεικνύει ότι το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, τόσο ως προς τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης (βλ. Απόφαση C-415/11 Aziz, EU:C:2013:164, σκέψη 44, Ημερ. 14/03/2013 και Απόφαση C-618/10, Banco Espanol de Credito, EU:C:2012, σκέψη 39).
Στην C-26/13 Kasler and Rabai v. OTP Jelzalogbank Zrt, ημερ. 30/10/2014, το ΔΕΕ ανάφερε ότι ρήτρα της συναλλαγματικής ισοτιμίας μπορεί να ελεγχθεί ως προς την καταχρηστικότητα της όταν είναι διατυπωμένη με τρόπο που δεν γίνονται σαφείς και κατανοητοί για τον δανειολήπτη οι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην εισαγωγή της συμβατικής ρήτρας στη σύμβαση, καθώς και η σχέση της με τις υπόλοιπες συμβατικές ρήτρες, αλλά και οι οικονομικές της συνέπειες. Και τούτο διότι με αυτό τον τρόπο καταλύεται η αρχή της διαφάνειας. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται ότι η υποχρέωση να καταγράφεται στη σύμβαση και να εκτίθεται με τρόπο διαφανή η ακριβής λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος καθώς και η σχέση της ρήτρας αυτής με τις άλλες ρήτρες της συμφωνίας αναφορικά με την αποδέσμευση του δανείου. Και τούτο για να μπορεί ο καταναλωτής να εκτιμήσει βάση σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις οικονομικές συνέπειες που συνεπάγονται γι’ αυτόν. Να πληροφορηθεί δηλαδή πλήρως τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλαμβάνει με τη σύμβαση, μεταξύ δε άλλων την επιβάρυνση του από την μετατροπή του ποσού της δόσης. Όπως προκύπτει, επίσης, από την πιο πάνω απόφαση εναπόκειται στο Εθνικό Δικαστήριο να κρίνει, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, αν ο καταναλωτής έχει πληροφορηθεί την ύπαρξη της διαφοράς η οποία παρατηρείται στην αγορά κινητών αξιών, μεταξύ της συναλλαγματικής ισοτιμίας πωλήσεως κατά το χρόνο καταβολής των δόσεων και της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγοράς του ξένου συναλλάγματος κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου, για να αξιολογήσει τις συνέπειες και επιπτώσεις σε αυτόν.
Πέραν των πιο πάνω, όμως, για να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική ή καλύτερα για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε ένα τέτοιο εύρημα, απαιτείται να καταρριφθεί και η απαίτηση ή ύπαρξη καλής πίστης, εκ μέρους του πωλητή, δηλαδή της Τράπεζας στην προκειμένη. Τούτο υποστηρίζεται από την απόφαση στην Frakaport Courier Ltd, πρώην Frakapor Courier Ltd (A/E 122112) κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 9/2011, Ημερ. 15/06/2016 όπου αναφέρθηκε ότι στη βάση του περιεχομένου του Άρθρου 5(2) του Νόμου, οι ισχύουσες, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης συνθήκες και οι υπόλοιπες ρήτρες της συμφωνίας, εξετάζονται στο πλέγμα προσδιορισμού της «καλής πίστης».
Eξετάζοντας την ενώπιον μου μαρτυρία και στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει να ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση ή παρότρυνση από την Τράπεζα στους εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3 για να συνάψουν δάνειο σε ελβετικό φράγκο (βλ. Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1131, Γιώργος Κουλλαπής v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 141/2010, Ημερ. 13/11/2015). Η μαρτυρία του εναγόμενου 3 έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν αναφερόταν σε οποιαδήποτε παρότρυνση ή άσκηση πίεσης στους εναγόμενους 1, 2 και 3 για να συναφθεί η επίδικη συμφωνία δανείου. Δεν προκύπτει από τα ευρήματα δηλαδή να είναι περίπτωση που η Τράπεζα παρότρυνε τους εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3 στο να προβούν σε ένα τέτοιου είδους δανεισμό. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι είναι οι εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3, που είχαν αιτηθεί τον επίδικο δανεισμό. Η πρακτική και πολιτική που ακολουθούσε η Λαϊκή κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως είναι το εύρημα του Δικαστηρίου, ήταν να επεξηγεί τους συναλλαγματικούς κινδύνους στους πελάτες που επιθυμούσαν να εξασφαλίσουν δάνειο σε ελβετικό φράγκο, δίνοντας τους και παραδείγματα. Επίσης, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 υπέγραψαν τις συμφωνίες δανειοδότησης και ειδικότερα το τεκμήριο 7 μαζί με σχετική δήλωση με την οποία ρητά δηλώνουν ότι τους έχει εξηγηθεί και έχουν αντιληφθεί τα ρίσκα τα οποία αναλαμβάνουν με το να εξασφαλίζουν δάνειο σε ελβετικό φράγκο και με τους συγκεκριμένους όρους.
Περαιτέρω και προς επίρρωση της πιο πάνω κατάληξης μου, δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι έγιναν πληρωμές έναντι του δανείου και σε Ελβετικό Φράγκο, χωρίς οποιαδήποτε μετατροπή και μετά την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, ουδέποτε οι ίδιοι οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3, προκύπτει να είχαν θέσει οποιοδήποτε ζήτημα, είτε σε σχέση με το είδος του νομίσματος είτε σε σχέση με την ισοτιμία που θα χρησιμοποιείτο κατά την καταβολή των δόσεων. Αλλά ούτε και προχώρησαν με οποιοδήποτε διάβημα σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες και τους όρους αυτών, πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής. Προβάλλουν το ζήτημα μέσω της υπεράσπισης τους μετά την έγερση της παρούσας αγωγής.
Στην βάση γενικότερα των όρων της συμφωνίας και όλου του πλέγματος της και όλων των υπόλοιπων που αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνω ότι δεν έχει καταρριφθεί η καλή πίστη που απαιτείται από την Τράπεζα, στοιχείο απαραίτητο για να μπορεί να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική.
Αξιοσημείωτο, όμως, είναι και το γεγονός ότι ακόμη και να αποδεικνυόταν ότι δεν είχαν εξηγηθεί οι κίνδυνοι από την συναλλαγματική ισοτιμία, τούτο δεν θα μπορούσε να επιφέρει και την ακυρότητα της επίδικη συμφωνίας στην ολότητα της, παρά μόνο θα έδινε δικαίωμα στους εναγόμενους 1, 2 και 3, είτε τερματισμού της συμφωνίας είτε επιμονής για μη εφαρμογή της ρήτρας για την συναλλαγματική ισοτιμία, με τη σύμβαση να ισχύει.
Κρίνω, περαιτέρω, ότι όλα τα πιο πάνω, είναι άνευ ουσίας στην παρούσα υπόθεση, στο τέλος της ημέρας, αφού όπως έχει προκύψει, οι ενάγοντες, με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, έχουν περιορίσει σημαντικά την αξίωση τους και ειδικότερα χρησιμοποιούν την συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά την εκταμίευση του δανείου.
Παράβαση της επίδικης συμφωνίας και τερματισμός:
Έχει προκύψει ότι οι εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους αποπληρωμής του επίδικου δανείου, κατά παράβαση ουσιωδών όρων της συμφωνίας. Στην ουσία, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν έχουν τηρήσει τα χρονοδιαγράμματα αποπληρωμής του δανείου. Τούτο δεν τυγχάνει, επίσης, αμφισβήτησης. Ακόμη και μετά την αποστολή προς αυτούς της προειδοποιητικής επιστολής ημερομηνίας 26/06/20205, ουδέποτε συμμορφώθηκαν.
Κατά συνέπεια, ορθά και νομότυπα η Τράπεζα προχώρησε με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δια της αποστολής προς τους εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3, της επιστολής ημερομηνίας 04/08/2015. Η θέση που προβάλλεται με την αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόμενων 1, 2 και 3, είναι ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει την αποστολή της επιστολής τερματισμού προς τους εναγόμενους καθότι δεν έχουν παρουσιάσει αποδεικτικό του ταχυδρομείου σχετικά με την αποστολή της και ότι η μαρτυρία που έχει προσφερθεί δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε συμπέρασμα αποστολής της.
Έλαβα υπόψη μου τα πιο πάνω. Έχω αναφερθεί ανωτέρω στη μαρτυρία που έχει προσφερθεί από τους ενάγοντες για το ζήτημα αυτό, την οποία έχω αποδεχτεί και ότι στη βάση αυτής, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι οι επιστολές τερματισμού έχουν αποσταλεί ταχυδρομικώς προς τους εναγόμενους 1, 2 και 3. Οι εν λόγω επιστολές αναγράφουν τις διευθύνσεις των εναγόμενων 1, 2 και 3 και τούτο δεν έχει αμφισβητηθεί. Οι επιστολές αυτές συντάχθηκαν από τον Μ.Ε.2 και δόθηκαν για υπογραφή τους από τους αρμόδιους λειτουργούς. Ο ίδιος ο Μ.Ε.2 της τοποθέτησε σε φάκελο και τις απέστειλε στη Λευκωσία για την αποστολή τους. Αυτή ήταν η διαδικασία που ακολουθείτο από την Τράπεζα πάντοτε. Επίσης, στο φάκελο των εναγόμενων δεν έχει διαπιστωθεί οι εν λόγω επιστολές να έχουν επιστραφεί πίσω. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω μαρτυρία και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης αξιόπιστης μαρτυρίας περί του αντιθέτου, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την αποστολή των επίδικων επιστολών τερματισμού. Ως εκ τούτου, η αποστολή των επίδικων επιστολών τερματισμού στην διεύθυνση των εναγόμενων και η μη επιστροφή τους πίσω καταδεικνύει τη λήψη τους από τους εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3 (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 479 και Alpha Bank Cyprus Ltd, Εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd v. 1. Arena Motor Show Ltd, δια του Προσωρινού Εκκαθαριστή τους και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 84/2009, Ημερ. 02/10/2015).
Οφειλόμενο Υπόλοιπο:
Όσον αφορά το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο Μ.Ε.1 παρουσίασε στο Δικαστήριο αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, η οποία διατηρείτο από του ενάγοντες (βλ. τεκμήριο 18). Ο μάρτυρας κατάθεσε τις εν λόγω καταστάσεις ως μέρος του αρχείου των εναγόντων και κατάθεσε σχετικό Πιστοποιητικό Δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ. 9 (βλ. τεκμήριο 19). Το εν λόγω πιστοποιητικό είναι υπογεγραμμένο από τον Μ.Ε.1 ο οποίος εργάζεται στην Ενάγουσα, ως κάτοχος υπεύθυνης θέσης και ως αρμόδιος λειτουργός καθώς και ως ένας εκ των αρμόδιων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της. Το πιστοποιητικό, επίσης, βεβαιώνει ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού αφορούν το επίδικο δάνειο των εναγόμενων οι οποίες μέχρι τις 29/03/2013 τηρούνταν από την Λαϊκή και ήταν μέρος του ηλεκτρονικού της αρχείου το οποίο μεταβιβάστηκε στους ενάγοντες και αποτελούν μέρος του αρχείου τους το οποίο τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή. Μέχρι την ημερομηνία εκείνη οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού διατηρούνταν από την πιο πάνω Λαϊκή και αποτελούσαν αντίγραφο του τραπεζικού της βιβλίου το οποίο τηρείτο σε ηλεκτρονική μορφή. Οι εν λόγω καταστάσεις επίσης έχουν συγκριθεί από τον Μ.Ε.1 και είναι σύμφωνες με τα στοιχεία που αναγράφονται και φαίνονται στο ηλεκτρονικό αρχείο.
Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 35(3) του Κεφ. 9 και οι εν λόγω καταστάσεις, τεκμήριο 18 αποτελούν μέρος αρχείου επιχείρησης (βλ. Λευτέρη Δημήτρη v. 1. Εllinas Finance Public Company Limited κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 390/2011, Ημερ. 06/11/2017). Η αξία του εν λόγω τεκμηρίου αποτιμάται από το Δικαστήριο (βλ. Άρθρο 35(2) του Κεφ. 9). Αποτελεί ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης (βλ. Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd, (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 194, Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858 και Λευτέρη Δημήτρη v. 1. Εllinas Finance Public Company Limited κ.α. (ανωτέρω).
Ουδεμία αμφισβήτηση έτυχε το τεκμήριο 18 ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε υποδείχθηκε οτιδήποτε το οποίο να είναι λανθασμένο σε αυτό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι όλες οι καταχωρήσεις στο λογαριασμό, πριν την μεταβίβαση τους στους Ενάγοντες, γίνονταν από την Λαϊκή στα πλαίσια των εργασιών της. Δεν έχει προκύψει να υπάρχει το ενδεχόμενο οποιασδήποτε επέμβασης σε αυτό το αρχείο που διατηρούσε η Λαϊκή ούτε έχει διαπιστωθεί αυτό το αρχείο που διατηρούν οι ενάγοντες σήμερα να είναι διαφορετικό και να περιλαμβάνει λάθη. Το γεγονός και μόνο της αμφισβήτησης της αυτούσιας μεταφοράς του αρχείου ή τραπεζικού βιβλίου που διατηρούσε η Λαϊκή στους Ενάγοντες, δεν είναι ικανό να καταρρίψει την ορθότητα του τεκμηρίου 18. Ουδεμία συγκεκριμένη θέση υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1 και ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει προσαχθεί η οποία να είναι ικανή να εγείρει το ενδεχόμενο οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού να μην αντικατοπτρίζουν την ορθότητα των διάφορων χρεωπιστώσεων. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 18 αντικατοπτρίζει την ορθή κίνηση του επίδικου λογαριασμού.
Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν το υπόλοιπο ποσό το οποίο παρουσιάζει το τεκμήριο 18, αλλά προχώρησαν με την ετοιμασία αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 20), στην οποία περιορίζουν την αξίωση τους, ως αναφέρθηκε ανωτέρω από τον Μ.Ε.1. Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση και παρουσιάζουν ένα εναλλακτικό σενάριο γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1Β Α.Α.Δ. 1238).
Η εν λόγω κατάσταση όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, πέραν της αφαίρεσης των οποιοδήποτε εξόδων και τόκων επ’ αυτών, αφαιρείται και η χρέωση οποιουδήποτε τόκου υπερημερίας μέχρι τον τερματισμό και ο τόκος υπολογίζεται με διαιρέτη τις 365 ημέρες. Επίσης, χρησιμοποιείται η αρχική συναλλαγματική ισοτιμία. Περαιτέρω, δεν έχει τύχει αμφισβήτησης το ύψος του επιτοκίου το οποίο επιβαλλόταν, το οποίο, σε κάθε περίπτωση έχει αποδειχθεί η ορθότητα του, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή του 3 μηνών Libor και των συμφωνηθέντων.
Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν ούτε οποιοδήποτε τόκο υπερημερίας μετά και τον τερματισμό.
Στην βάση των πιο πάνω, το τεκμήριο 20 προκύπτει να αντικατοπτρίζει το ορθό υπόλοιπο κατά τον τερματισμό, χρόνο κατά τον οποίο καθορίζονται οι υποχρεώσεις και δικαιώματα των διαδίκων (βλ. Evelthon Developments Ltd κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2012) 1Γ Α.Α.Δ. 2486), δηλαδή στις 04/08/2015, με αποτέλεσμα αυτό να ανέρχεται στο ποσό των CHF 1.335,886,81 πλέον τόκο προς 3,46800% ετησίως. Παρατηρώ, όμως, ότι οι καταστάσεις λογαριασμού εκτείνονται μέχρι και τις 30/06/2015 και οι Ενάγοντες αξιώνουν το υπόλοιπο κατ’ αυτή την ημερομηνία. Μετά τον τερματισμό, προκύπτει να μην υπάρχει οποιαδήποτε κίνηση του λογαριασμού, εκτός από μια πίστωση που έγινε στις 24/05/2016. Κατά τα άλλα το ύψος του επιτοκίου που χρεώνεται είναι το ίδιο με αυτό που ίσχυε κατά τον τερματισμό. Δεν έχουν αμφισβητηθεί, επίσης, οι υπολογισμοί του τόκου. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι μπορώ να εκδώσω απόφαση για το υπόλοιπο ποσό το οποίο παρουσιάζεται κατά τις 30/06/2025 και αυτό ανέρχεται στο ποσό των CHF 1.857.430,28.
Έπεται ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι δικαιούνται σε απόφαση εναντίον των εναγόμενων αρ. 1, 2 και 3 για το ποσό των CHF 1.857.430,28. πλέον τόκο προς 3,46800% ετησίως. Δικαιούνται επίσης την κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους αφού αυτό προνοείτο στις επίδικες συμφωνίες (βλ. όρο 3.03 (b) του τεκμηρίου 7) και δεν αντίκειται στο Νόμο (βλ. Άρθρου 3(δ) και 6(β) του Περί Ελευθεροποιήσεως των Επιτοκίων και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 Ν. 160(1)/1999 και Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (Σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) v. 1. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 429/2011, Ημερ. 06/12/2017), ECLI:CY:AD:2017:A444.
Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον των Εναγόμενων αρ. 1, 2 και 3, ως ανωτέρω αναφέρθηκε και δικαιούνται σε ανάλογη απόφαση. H ανταπαίτηση των Εναγόμενων 1, 2 και 3 δεν έχει αποδειχθεί, παρέμεινε μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη.
Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων αρ. 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των CHF 1.857.430,28 πλέον τόκο προς 3,46800% ετησίως από 01/07/2025, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης.
Η ανταπαίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα, τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων αρ. 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα επιδικαστεί καθότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση, συνεκδικάστηκαν.
(Υπ.)…………….……………………….
Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Civil/Other Actions/Final
Αναφορά: Τράπεζα δάνειο-ελβετικό φράγκο
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο